Στο λακκάκι του λαιμού της κολυμπά ένας ιππόκαμπος

.

Λακκάκι. Αφιέρωμα των τριών: με τους Μάνο και Σελιτσάνο
.

Μέσα στη σιωπή είναι που ακούγονται εκκωφαντικά δυνατά ακόμα και οι πιο μικροί θόρυβοι. Και δεν εννοώ μόνο την ησυχία των κλειστών χώρων, των δωματίων ή των αιθουσών διδασκαλίας, για παράδειγμα. Εννοώ και τη σιωπή των σωμάτων.
Ήταν μια διακριτική γυναίκα, γύρω στα σαράντα, φινετσάτη και ευγενική. Την έβλεπα που ερχόταν κάθε καλοκαίρι στο νησί με τον άντρα της. Ο κύριος και η κυρία Μίντελτον. Έμεναν στη χώρα, σε κάτι ενοικιαζόμενα στούντιο με θέα, πολυτελείας φυσικά, συνήθως από τα μέσα Ιουλίου μέχρι τα τέλη Αυγούστου.
Εκείνη ψιλόλιγνη, με μακριά σπαστά μαλλιά στο χρώμα της ώριμης κηρήθρας, δέρμα διάστικτο από μελιές φακίδες και μάτια καταπράσινα σαν ψεύτικα. Περπατούσε και τα κεφάλια γύριζαν να την κοιτάξουν. Αυτός καλοστεκούμενος εξηντάρης, γκριζομάλλης με γλυκό πρόσωπο, πάντα λευκοντυμένος και γαλαντόμος, κάπνιζε πίπα με βαρύ καπνό, που τον ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε σαν διάφανη ουρά. Γοητευτικός. Στο νησί όλοι τους συμπαθούσαν.
Τα πρωινά περνούσαν από το μαγαζί για τούρκικο καφέ, που εκείνη πάντα τον συνόδευε με γλυκό του κουταλιού – όλοι ήξεραν πως στον «Αστερίξ» τα γλυκά μας ήταν χειροποίητα και ο καφές φρεσκοαλεσμένος και στη χόβολη. Μερικές φορές μου ζητούσε παγωτό βανίλια με σιρόπι βύσσινο. Ποτέ δεν άλλαζε γεύση, και αυτό το έβρισκα μαγευτικό, γιατί έτσι μου αποκάλυπτε μια μικρή της προτίμηση, ένα δικό της γούστο.
Της το σέρβιρα περιποιημένο, με μερικά βυσσινάκια εδώ κι εκεί και μπόλικο σιρόπι πάνω στη λευκή μπάλα. Κι ένα ποτήρι κρύο νερό πάρα δίπλα, να ιδρώνει πάνω στο δίσκο, περιμένοντάς την να τελειώσει το παγωτό και να τυλίξει τα ωραία της δάχτυλα γύρω από το δροσερό γυαλί. Αυτός έπινε εσπρέσο. Δεν έπαιρνε ποτέ γλυκό. Καμιά φορά, τα απογεύματα, ερχόταν κι έπινε κάνα ούζο. Μόνος του.
Ένα μεσημέρι τους πέτυχα στην παραλία. Εκείνος κάτω από την ομπρέλα, με πούρο στο στόμα αυτή τη φορά, και μια ξενόγλωσση εφημερίδα στο χέρι. Αυτή ήταν χυμένη σε μια ξαπλώστρα, πάνω σε μια πράσινη χνουδωτή πετσέτα που σκέφτηκα πως θα ταίριαζε μάλλον με τα μάτια της, γι’ αυτό και πρέπει να την είχε διαλέξει. Φορούσε κάτι μεγάλα μαύρα γυαλιά και το κορμί της γυάλιζε από το αντηλιακό της. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά στο κεφάλι της. Ωραία, όπως πάντα.
Υπολόγισα πως, έτσι όπως είχαν καθίσει, ανάμεσά τους πρέπει να υπήρχαν πάνω από δυο μέτρα απόσταση. Οι λεπτομέρειες μου αρέσουν.
Εγώ έστρωσα την ψάθα μου κάτω από ένα αρμυρίκι και άρχισα να χαζεύω τον κόσμο που περιφερόταν ή κολυμπούσε. Πάντα μου αρέσει να περιμένω λίγο πριν μπω στο νερό. Εκείνο το μεσημέρι η παραλία δεν είχε πολλή κίνηση, ήταν μάλλον υπερβολικά νωρίς για τους ξενύχτηδες του τζετ σετ που συνήθως γλεντοκοπούσαν ως τα χαράματα στα κότερα ή στα μπαράκια του κέντρου και κοιμόντουσαν πρωί.
Κοίταξα το ζεύγος Μίντελτον. Για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που τους έβλεπα στο νησί, μου φάνηκαν εντελώς αταίριαστοι μεταξύ τους. Σαν κάτι να μην έδενε καλά σε αυτή την τόσο τέλεια και αρμονική εικόνα.
Κάτι συζητούσαν εκείνη τη στιγμή, κάτι που δεν μπορούσα να ακούσω από το σημείο που βρισκόμουν. Εκείνος χειρονομούσε με την εφημερίδα στο χέρι κι εκείνη έπιανε με τα δυο χέρια το κεφάλι της σα να είχε πονοκέφαλο ή ζαλάδα. Μου φάνηκε πως ανάμεσά τους υπήρχε μια ένταση δυσάρεστη και αρκετά ενοχλητική. Απέστρεψα το βλέμμα αλλά συνέχισα να τους παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου.
Σε λίγο την είδα να σηκώνεται από την ξαπλώστρα της και να απομακρύνεται στην ακρογιαλιά. Αυτός παρέμεινε στη θέση του και ξανάρχισε να διαβάζει εφημερίδα.
Περπάτησε μερικά μέτρα στη θάλασσα και μετά έπεσε στο νερό κάνοντας ένα ήσυχο μακροβούτι. Το σώμα της μου θύμισε πραγματική γοργόνα. Οι κινήσεις της ήρεμες και σίγουρες, η αύρα της ωραία. Η χάρη της απλώθηκε μέσα μου σαν σιρόπι βύσσινο πάνω στο παγωτό βανίλια. Σηκώθηκα σαν υπνωτισμένος και την ακολούθησα.
Λίγα λεπτά αργότερα, την είδα να κατευθύνεται προς τα βράχια της βόρειας πλευράς της παραλίας, απόμερα, εκεί που συνήθως οι ψαράδες πιάνουν αχινούς και πεταλίδες. Κολυμπούσε γρήγορα, με κινήσεις που φανέρωναν εξάσκηση και πείρα. Κινήθηκα προς το μέρος της και σε λίγο την καλημέρισα χαμογελώντας της από κοντά. Ανταπέδωσε την καλημέρα και μου χάρισε ένα υπέροχο χαμόγελο, γεμάτο αλατόνερο και λάμψη.
Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων – ήξερε καλά Ελληνικά – και σε λίγο της πρότεινα να κολυμπήσουμε μέχρι τη σπηλιά για να ξεκουραστούμε κάπως. Προπορεύτηκα και την άφησα να με ακολουθεί με μικρές, προσεκτικές απλωτές. Κάθε τόσο γύριζα το κεφάλι και σιγουρευόμουν.
Φτάνοντας στη σπηλιά σκαρφάλωσα στο βράχο και της έτεινα το χέρι.
Μείναμε για κάμποση ώρα στη σκιά του βράχου, πότε χαζεύοντας τις βάρκες στα ανοιχτά και πότε κοιτώντας τους γλάρους που έκαναν βόλτα στον ήλιο. Τα νύχια των ποδιών της ήταν βαμμένα κόκκινα. Οι γάμπες της δυο λεία γλυπτά. Οι ώμοι της κομψά βουναλάκια.
Σε λίγο ξάπλωσε δίπλα μου και έκλεισε τα μάτια. Φαινόταν να απολαμβάνει πολύ το τοπίο και τη στιγμή. Κοίταξα το αψεγάδιαστο σώμα της, τα όμορφα χείλη, τα ζυγωματικά της. Χάιδεψα με το βλέμμα τον μακρύ λαιμό. Κάτω από το μαγιό διέκρινα τις ρώγες της εν εξάρσει. Στο μεγάλο δάχτυλό της φορούσε ένα δαχτυλίδι με γαλαζόπετρα, γύρω από τον αστράγαλό της έλαμπε μια λεπτή ασημένια αλυσίδα. Ένιωσα να με καταλαμβάνει μια ενδιαφέρουσα ταραχή.
Ένιωσα.
Απέστρεψα τα βλέμμα και κοίταξα το βράχο κάτω από τα πόδια μου. Κάτι ήταν εκεί. Άπλωσα το χέρι και έπιασα έναν μικρό ιππόκαμπο που προφανώς είχε εξοκείλει στα βράχια και εκείνο το μεσημέρι είχα την τύχη να τον βρω εγώ. Κοίταξα το πράσινο χρώμα του, τη γυριστή ουρά του. Είχε μια ομορφιά παράξενη, σαν ψεύτικος ήταν.
Τον κράτησα από την άκρη του και πλησίασα σιγά σιγά προς το μέρος της. Με κατάλαβε μα δεν αντέδρασε διόλου. Μάλλον ένιωθε κι εκείνη.
Άπλωσα το άλλο χέρι κι έπιασα μια χούφτα θαλασσόνερο. Μετά πλησίασα, γέμισα το λακκάκι του λαιμού της κι έπειτα έσκυψα και ακούμπησα τον ιππόκαμπο εκεί μέσα. Δε νοιάστηκε καν να δει τι ήταν.
Έσκυψα πάνω της και ακούμπησα απαλά τα χείλη της, έγλυψα την αλμύρα και την γεύτηκα σαν θεία κοινωνία. Μισάνοιξε το στόμα της και με άφησε να μπω πιο μέσα. Μια κοραλλένια γεύση με πλημμύρισε αμέσως. Αφέθηκα σε ένα ράθυμο, αργό φιλί που με ζάλισε σαν μεσημεριανός ήλιος. Το δέρμα της μύριζε αντηλιακό και θάλασσα. Η ανάσα της παγωτό βανίλια. Ένιωθα να βυθίζομαι μέσα της πριν καν προλάβω να βυθιστώ.
Κάναμε έρωτα με μια απλότητα καλοκαιρινή, τόσο φυσιολογική όσο τα κύματα που σκάγανε κάτω από τα πόδια μας ή το πέταγμα των γλάρων λίγο πιο πέρα. Ήταν δοτική και εύπλαστη, ήθελα να είμαι τρυφερός και δυνατός μαζί, αντάξιός της.
Τελείωσε φωνάζοντας μια ξενική λέξη από κείνες που λένε οι άνθρωποι κάτι τέτοιες στιγμές, και ομολογώ πως μου άρεσε πολύ. Τίποτε δεν θα μπορούσε να μου φανεί παράταιρο εκείνη την ώρα μαζί της.
Λίγο αργότερα άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε. Πράσινο χρώμα απλώθηκε παντού, έφτασε μέχρι το μέσα του κορμιού μου. Χαμογέλασε γλυκά και ξανάκλεισε τα μάτια.
Κοίταξα το μικρό ιππόκαμπο που είχε γλιστρήσει λίγο πιο κει. Ευτυχώς δεν είχε σπάσει. Τον έπιασα προσεκτικά και τον επέστρεψα στη θέση του, μέσα στο λακκάκι του λαιμού της. Μετά έσκυψα, ξαναμάζεψα λίγο θαλασσόνερο και γέμισα την μικροσκοπική λιμνούλα. Φαντάστηκα τον ιππόκαμπο να κολυμπά ελεύθερος μέσα εκεί. Μου φάνηκε πολύ ευτυχισμένος.
Έτσι ένιωθα κι εγώ. Κοντά της.
«Σήμερα χωρίσαμε με τον Μπαρτ», μου είπε ξαφνικά χωρίς να ανοίξει τα μάτια.
Η φωνή της ήταν παράξενη, δεν έμοιαζε με ανθρώπινη, ήταν λες και ανήκε σε άλλο ζωικό είδος. Ο ιππόκαμπος κολυμπούσε.
«Έχει σχέση με μια συνομήλική του, είπε, είναι ερωτευμένος, ταιριάζουν πολύ».
Και αυτό ήταν όλο. Μετά σιώπησε.
Έπειτα ανασήκωσε ψύχραιμα το χέρι της, έπιασε τον ιππόκαμπο που επέπλεε στο λακκάκι του λαιμού της, τον έφερε ανάμεσα στα όμορφα δόντια της και τον τσάκισε στα δύο. Και μετά τίποτα…
Εκείνη τη στιγμή το σώμα της μου φάνηκε το πιο σιωπηλό τοπίο που είχα δει σε ολη μου τη ζωή.
Αν ήμουν ο ιππόκαμπος, σκέφτηκα, μπορεί και να έβαζα τις φωνές.
Όχι από πόνο, φυσικά – ποιος νιώθει πόνο όταν τον θανατώνουν έστω και για δεύτερη φορά τέτοια δόντια – αλλά από εκείνη την απελπιστική, βαθιά και υπέροχη σιωπή της.
Από την απόλυτη, καταλυτική, γυναικεία της σιωπή.
Μόνο αυτή.
Αρκούσε.
.

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on 7 Φεβρουαρίου, 2012, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 30 Σχόλια.

  1. Οκ δεν ειν’κακό.

    🙂

    Χαχα τα σέβη μου κι από’δω! Ας πιούμε στον ιππόκαμπο λοιπόν!

    (εξαιρετικό, δεν ήθελα να σας το ξαναματαπώ αμέσως)

  2. Πωπω!!!!!!!!!!!!!!!

    Είστε κι οι 3 το κάτι άλλο!! Προσκυνώ!

  3. Πάλι με σκότωσες. Κι απόψε.

  4. Πώς; Με έναν απλό ιππόκαμπο;
    Αχ, αυτές οι υπερβολές. Ντάξει.

  5. Ε λοιπόν,τώρα που το ξαναδιαβάζω,είμαι σίγουρος πια ότι αυτή είναι φτασμένη επαγγελματίας κι αυτός κουλτουριάρης φιλόσοφος.Τελικά χωρίσανε για τα καλά ε;

    • Ναι, μεσιέ.
      Χωρίσανε 🙂
      Nομίζω πως δεν έχουν πια τίποτε να κάνουν μαζί.
      Ούτε καν ένας ιππόκαμπος δεν τους ενώνει.
      Καταλαβαίνετε.

      Τον αυλό του Πανός, παρακαλώ!…
      Κάθαρση.

      (τι φτασμένη επαγγελματίας; κολυμβήτρια; αυτός κουλτουριάρης φιλόσοφος σίγουρα!)

  6. Τι είναι λακκάκι; Τι ιππόκαμπος; Και τι τ´ανάμεσό τους;

    • Λακκάκι είναι μια μικρή λίμνη πάνω σε ένα γυναικείο σώμα όπου κάποτε πρέπει να κολυμπήσει ένας ιππόκαμπος.
      Η απόσταση ανάμεσά τους, μίλια…

      Αχ, μπέμπη, πόσα έχεις να δεις από τη ζωή…

  7. Μού άφησε μια γεύση ιππόκαμπου…

    😉

  8. Η σιωπή είναι πολύ πιο δυνατή απ΄τις φωνές….

    Πιο παθιασμένη …

    Πιο αποφασιστική ….

    Αλλά και πιο απελπισμένη……

    Η σιωπή πάντα λέει περισότερα….

    Και είναι απόλυτη στον λόγο της….

    • Δεν ξέρεις πόσο στο πετσί μου το ζω αυτό το σχόλιο τώρα τελευταία.
      Αν ήξερες θα μετάνιωνες που μου το άφησες.
      Ή δεν θα μου το άφηνες καθόλου…
      Εκανες καλά όμως, χρειαζόμουν να ακούσω έναν άντρα να μιλάει για τη σιωπή, και πολύ, πολύ σε ευχαριστώ.

  9. Υ.Γ.:Το τραγούδι απ’τα πιο αγαπημένα….

  10. Ωραίος τρόπος να γλυκάνει την πίκρα της, πολύ ωραίος! Αλλά δεν φεύγει εύκολα τελικά, μένει ο θυμός όσο κι αν το ερωτικό πάθος τον καταλαγιάσει. Μένει ο άτιμος

    καλημέρα και στους 3, όμορφη ιστορία, με ταξίδεψε

  11. συμπλήρωσες την νιρβάνα μου σήμερα…είμαι αρρωστούλα, σαν να αισθάνομαι λίγο καλύτερα 🙂 καλημέρες
    sex drugs & Manos. ευχαριστώ.

  12. με ζέστανε το καλοκαίρι σας κι ας έχει 5 βαθμούς εδώ.
    αισθησιακά όμορφο 🙂

  13. first we take silence, then we take sentence

    ….πράγματι σε τέτοιες καταστάσεις (ή στον αντίποδά τους) η γυναικεία σιωπή είναι το απόλυτο «όπλο». στις ενδιάμεσες τον ρόλο αναλαμβάνουν τα μάτια, οι ώμοι, οι λείες γάμπες, το αλυσιδάκι στον αστράγαλο. (αϊμ γκάιντεντ μπάι δε μπιούτυ οφ γιουρ γουέπανς ….)

    • Καιρό είχα να δω την έμπνευση υπό μορφή ψευδωνύμου στα μέρη μου.
      Κάθε είδους σιωπή είναι όπλο, νομίζω.
      Γυναικεία ή αντρική.
      Το θέμα είναι: γιατί να ζούμε περιτριγυρισμένοι από όπλα; Γιατί να μην κάνουμε έρωτα αντί για πόλεμο;
      Λες ο Λέννον να μην ήξερε τι έλεγε;…

  14. Mα τι έγραψες πάλι! Πάω να διαβάσω και τους άλλους. 🙂

    • Συννεφούλα, έγραψα ένα κείμενο για ασυννέφιαστους ουρανούς και συννεφιασμένα νερά – ή έστω βότσαλα.
      Και για έναν άτυχο ιππόκαμπο που αντί να κάνει βόλτα στα γαλάζια νερά ή έστω μέσα σε ένα γυναικείο λακκάκι, κατέληξε εξιλεαστήριο θύμα (έστω και κατόπιν εορτής)σε μια πληγωτική ερωτική ιστορία.
      Των άλλων είναι καλύτερα, πίστεψέ με 🙂

      Καλησπέρες θηριάκια 🙂

  15. ά,υπέροχο….σχηματίσανε εικόνα οι λέξεις σου και το «είδα» σαν στο σινεμά..μπράβο σας..υπέροχοι και οι τρείς σας!

  16. Ευχαριστούμε πολύ, μικρή Αγράμπελη (από τον Λουντέμη το πήρες;… τι μου θύμησες… ένα παιδί που μετράει τ’ άστρα!…) 🙂

  17. πότε θα ασχοληθείς με το μικρό μήκος;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: