Rooms to let

(Κείμενο που γράφτηκε για την εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς , της 26ης Μαΐου 2012)

Τον βλέπω να σκουπίζει το κατώφλι του ενοικιαζόμενου δωματίου με μια φθαρμένη κίτρινη σκούπα. Φρόκαλα τις λέγανε παλιά, μπορεί να μην πουλιούνται καν πια στο σούπερ μάρκετ. Εβδομηνταπεντάρης, φοράει καρό πουκάμισο, υφασμάτινο παντελόνι και σαγιονάρες. Έχει λιγοστά μαλλιά, ρυτιδιασμένο πρόσωπο, κοιλίτσα. Δείχνει κουρασμένος από τη ζωή αλλά και με κότσια. Μένει σε νησί. Κυκλάδες ή Σποράδες δεν έχει σημασία. Το Αιγαίο κάνει από μόνο του τη διαφορά σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Το Ιόνιο είναι διαφορετικό, έχει άλλα χούγια. Αυτός ζει από την ανατολική πλευρά της χώρας.

Βγάζει τις σαγιονάρες και ακροπατά ως τον καμπινέ. Πιάνει το κίτρινο σφουγγαράκι και ρίχνει λίγη χλωρίνη από ένα πλαστικό μπουκάλι χωρίς επιγραφή. Σκύβει πάνω από τη λεκάνη και τρίβει το πάνω μέρος να φύγει το πουρί. Μετά τραβάει καζανάκι και αποτελειώνει το καθάρισμα με την πλαστική βούρτσα. Έπειτα στρέφεται προς το νιπτήρα και, με το ίδιο σφουγγαράκι, τρίβει τη βρύση και τη λευκή πορσελάνη με τη ραγισματιά εκεί στα δεξιά – δε φαίνεται πολύ αλλά υπάρχει. Κατόπιν ρίχνει ένα πρόχειρο πλύσιμο στον καθρέφτη και μετά σκουπίζει τα ζουμιά με λίγο χαρτί υγείας. Το πετάει στη λεκάνη, τραβάει πάλι καζανάκι και ρίχνει μια ματιά στη ντουζιέρα. Εκεί δεν χρειάζεται τρίψιμο, λίγο νερό κι έξω από την πόρτα. Φτάνει.

Βγαίνει στο υπνοδωμάτιο. Πατικώνει τη σφουγγαρίστρα στον γαλάζιο κουβά και αφήνει τα νερά να στάξουν από τα κρόσσια. Μετά περνάει ένα χεράκι το μωσαϊκό, χώνει το κοντάρι στα γρήγορα κάτω από τα μονά κρεβάτια, λίγο πίσω από το τραπεζάκι, μια δίπλα στην καρέκλα και τελειώσαμε. Η πλάτη τον πονάει. Ευτυχώς τα κρεβάτια τα έστρωσε το πρωί. Με λευκά βαμβακερά σεντόνια με τσάκιση. Και μαξιλαροθήκες στην τρίχα. Μια πετσέτα είναι αφημένη στα πόδια του κάθε κρεβατιού, διπλωμένη προσεκτικά στα τέσσερα. Από τα χαράματα τις στέγνωνε στον ήλιο. Τραπεζομάντηλο στο τραπέζι δε χρειάζεται – έτσι κι αλλιώς παλιά που έβαζε του τα έκλεβαν πάντα.

Κοιτάζει το χώρο και δείχνει ικανοποιημένος. Εκεί στην άκρη, το καδράκι του ΕΟΤ με την παραλία της Ζακύνθου και τον καταγάλανο ουρανό του φαίνεται στραβό. Δεν θέλει να το αφήσει έτσι. Ξεφυσάει και πνίγει μια βλαστήμια μέσα από το στόμα του. Ακροπατά ως εκεί για να μην κάνει πατημασιές στο μωσαϊκό και πιάνει την πρόκα. Τη δοκιμάζει πέρα δώθε, βλέπει πως είναι καλή. Ισιώνει το κάδρο και εποπτεύει ξανά το χώρο. Όλα καλά. Κλείνει τα παντζούρια και τραβάει τις προκατοχικές βουάλ κουρτίνες ανάμεσα στα τζάμια. Θα αφήσει ως το βράδυ ανοιχτά να φύγει η χλωρινίλα.

Κλειδώνει την πόρτα του δωματίου και μπαίνει στο αποθηκάριο, εκεί δίπλα. Αφήνει τον κουβά με τη σφουγγαρίστρα, τη χλωρίνη και το σφουγγάρι του να στεγνώσουν πάνω σε μια σανίδα. Τα απόνερα χύνονται στο σιφόνι της πλάκας, εκεί που καμιά φορά βγαίνουν οι ξένοι και πλένονται με τη μάνικα. Πιο κει, στη γωνία, στήνει ανάποδα τη σκούπα. Μετά βγαίνει στην ταράτσα και κοιτάζει κάτω χαμηλά, τη χώρα. Η ωραιότερη παραλία του νησιού απλώνεται μπροστά του. Λευκά σπιτάκια με ξύλινα πορτόνια, κουφωμένα παραθυρόφυλλα και αυλές με δέντρα και γλάστρες. Ο ήλιος τον χτυπάει κατακούτελα, δεν έχει περιθώρια για καθυστερήσεις. Κρύβει το κλειδί κάτω από το βασιλικό, χαϊδεύει τα πράσινα φυλλαράκια και κατεβαίνει σιγά σιγά με το χέρι να σέρνεται στον ασβεστωμένο τοίχο της μάντρας.

Στο καφενείο, κάτω από τη σκιά της κληματαριάς, παραγγέλλει ούζο με μεζέ και τεντώνει τα πόδια στη διπλανή καρέκλα. Η μέση του τον προειδοποιεί πως τα χρόνια δεν θα του κάνουν κανένα χατίρι. Νιώθει κουρασμένος. Πιάνει με την οδοντογλυφίδα το σαρδελάκι και μετά ρουφάει μια γερή γουλιά. Ανάβει ένα Καρέλια και πετάει το σπίρτο στο τασάκι.

Κοιτάζει γύρω του τον κόσμο. Ηλικιωμένοι οι περισσότεροι, ταλαίπωροι και στεναχωρημένοι. Λένε για το ευρώ που μπορεί να ξαναγίνει δραχμή, για τις μίζες του Χριστοφοράκου, για τις δόσεις του δανείου που έγινε δυσβάσταχτο, για τον εγγονό που σπουδάζει στην Αθήνα κι εκείνοι πρέπει να του τσοντάρουν κάθε τόσο από την ψωροσύνταξη αφού οι γονείς του είναι άφραγκοι και δεν αντέχουν. Λένε για το κλίμα, τον ήλιο και το νερό που ξεπουλιούνται στους ξένους. Λένε πως ο τουρισμός φέτος θα είναι  μηδενικός, πως για όλα φταίει η Μέρκελ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΝ. Λένε πως τη λύση θα την δώσει ο πιτσιρικάς του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πάλι τους προβληματίζει το νεαρόν της ηλικίας. Είναι μεγάλοι, κι έχουν κουραστεί. Όλοι τους όμως περιμένουν κάτι καινούριο να φανεί στον ορίζοντα μπας και σωθούν. Μπας και αλλάξει κάτι να γλιτώσουν.

Εκείνος περιμένει απλώς το καλοκαίρι.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 26, 2012, in Δρόμος της Αριστεράς and tagged . Bookmark the permalink. 16 Σχόλια.

  1. (ευχαριστώ πολύ, παιδιά του ΦΒ) 🙂

  2. Ακριβώς,το καλοκαίρι.Που,σε πείσμα του ΚΚΜ,έρχεται.
    (Πάντως για να βλέπει δέντρα στις αυλές της Χώρας,μάλλον στις Σποράδες βρίσκεται.)

  3. Έρχεται, παρότι κουτσαίνοντας.
    Δε μασάμε όμως, θα το στήσουμε εμείς στα πόδια του, ναι! 🙂

    Λέτε;… Κάτι θα ξέρετε, δεν μπορώ να πω κουβέντα!

    Καλησπέρα μίστερ.

  4. ‘Ολοι αυτο περιμένουμε! 😉

  5. Δεν το περιμένει εκείνος μόνο theorema μου!Το περιμένουμε όλοι μας….καλησπέρα….το κείμενο υπέροχο…όπως πάντα άλλωστε….. 🙂

  6. έχω την εντύπωση πως μας ανέστησες το καλοκαίρι μέσα μας 🙂
    Σε ευχαριστώ !

    • Μακάρι με λίγες λέξεις να μας συμβαίνουν μικρές «αναστάσεις» και να γεννιούνται έστω και λιγοστές (αλλά ουσιαστικές) ενστάσεις 😉

  7. εξαιρετικα τα τελευταια σας κειμενα.
    οσο.για το ποιος ειμαι εχουμε πει ενας απλος περαστικος

  8. Καλημέρες θηριάκια 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: