Οι φοροδιαφυγάδες

Φέτος το καλοκαίρι διαπίστωσα για πολλοστή φορά, αφού εκ γενετής σε αυτό το μέρος περνώ κάμποσο χρόνο του καλοκαιριού, πως η παραλία Λουτρακίου είναι μεγάλο σχολείο. Μαθαίνει κανείς πολλά για την πολιτική κατάσταση της χώρας, για τις οικογενειακές σχέσεις, για τις φιλίες των συνανθρώπων του, για τις κλιματικές αλλαγές, για τις τάσεις της αγοράς, για τα ήθη και τα έθιμα, για τα πάντα. Εύκολα και γρήγορα. Αρκεί να κάθεται τη σωστή στιγμή στη σωστή ξαπλώστρα της πλαζ.

Τις προάλλες μια νταβρατωμένη κυρία γύρω στα εβδομήντα παραπονιόταν στις φίλες της για την ακαμάτρα νύφη της. Που δεν αλλάζει καν σεντόνια στο εξοχικό, που τα περιμένει όλα από κείνη, που μαζί με το γιο της είναι κολλημένη ολημερίς κι ολονυχτίς στο ιντερνέτ και ούτε που ασχολείται με το σπίτι το οποίο τους παραχώρησε μετά το γάμο τους – «που να μην έσωνε»- η ευγενική πεθερά.  «Ούτε μαξιλάρια δεν θα είχαν αν δεν φρόντιζα εγώ», κλαιγόταν η καημένη στη διπλανή της που συγκατένευε με κατανόηση. «Κι όταν τους ρώτησα, μου είπαν πως δε θέλουν μαξιλάρια! Μα είναι δυνατόν να κοιμηθεί κάποιος χωρίς μαξιλάρι; Ε ρε Χρυσή Αυγή που τους χρειάζεται!», κατέληξε σκασμένη και βυθίστηκε λίγο περισσότερο στο πτυσσόμενο καρεκλάκι της. Έτσι έμαθα πως οι μεγάλοι νιώθουν τεράστια απογοήτευση από την κατάντια της νέας γενιάς και πως η τελευταία τους ελπίδα για συνετισμό και παραδειγματισμό των αχάριστων κληρονόμων τους είναι πια τα ατσάλινα μπράτσα των μαυροντυμένων τραμπούκων που είναι πια οι μόνοι που μπορούν να βάλουν λίγο μυαλό στην παραστρατημένη νεολαία. Πώς θα γηρομομήσεις κούκλα μου τη γενναιόδωρη γραία; Μέσω τσατ, φέισμπουκ και τουήτερ; Πώς θα της δείξεις την ευγνωμοσύνη σου για το εξοχικό στο Λουτράκι; Μέσω τηλεπάθειας; Τις θέλεις λοιπόν τις ψιλές σου, και ουχί όπως θα ήλπιζες. Ο νοών νοήτω κι ο Θεός βοηθός.

Μια άλλη μέρα, στο μαγευτικό Café Loutraki, είχα το θράσος να ρωτήσω αν έφτιαχναν Μοχίτο. Βραδάκι πια, μετά το μπάνιο, με αεράκι άκρως ευεργετικό να πνέει από τα βόρεια, ξαπλωμένη στην πετσέτα μου πάνω στην πλαστική σαιζ λονγκ, ορέχτηκα ένα δροσιστικό ποτό. Η καλοπροαίρετη σερβιτόρα με διαβεβαίωσε πως ναι. Σε λίγο κατέφθασε με ένα χάρτινο ποτηράκι χωρίς καπάκι γεμάτο παγάκια σε μέγεθος ευτραφούς βοτσάλου και λίγο πιο κάτω ένα λευκό ζουμί. Για καλαμάκι, μέντα, λεμονάκι ή σκούρα ζάχαρη ούτε λόγος. Ανέβηκα στην καφετέρια και ζήτησα λίγο περισσότερο ρούμι κι ένα λάιμ στο ποτό μου. Αποφάσισα πως εντάξει, θα έπινα ένα μίνιμαλ Μοχίτο. Ο μεσόκοπος πλην καλοστεκούμενος μπάρμαν – φέτες οι κοιλιακοί, καλοξυρισμένο το στέρνο – με ενημέρωσε πως το Μοχίτο μου ήταν φτιαγμένο με βότκα και πως ήταν έτοιμο. Από ένα μπουκάλι Σμιρνόφ. Που στεκόταν όχι στο ψυγείο, αλλά στο ράφι ακριβώς πίσω του. «Μα ρώτησα αν φτιάχνετε Μοχίτο και είπατε πως ναι», παραπονέθηκα σεμνά. «Ο Σμιρνόφ ξέρει να φτιάχνει Μοχίτα κοπέλα μου, ολόκληρη επιχείρηση είναι, εμείς θα τον αμφισβητήσουμε;!», με αποστόμωσε κοιτώντας με περιφρονητικά για την άγνοιά μου. Τον παρακάλεσα να το πάρει πίσω και να μου φτιάξει μια Μαργαρίτα αντ’ αυτού. Σε λίγο κατέφθασε στα βότσαλα και με ρώτησε πώς φτιάχνουν τη Μαργαρίτα. Ο μπάρμαν της παραλιακής καφετέριας. Εμένα. Στο τέλος της βραδιάς δεν είχα πιεί κοκτέηλ, φυσικά. Είχα ζητήσει όμως τα επτά ευρώ μου πίσω και το είχα βάλει στα πόδια όπως όπως, η «τρελή με το κόκκινο μαγιό». Έτσι με σχολίασε φεύγοντας. Διακριτικά πάντως. Έτσι έμαθα πως στις μέρες μας οι επιχειρήσεις είναι δύσκολη υπόθεση και πως, μερικές φορές, ο πελάτης είναι μεγάλο βάσανο και ας πάει από κει που΄ρθε.

Κάθε απόγευμα παρίσταμαι σε σκηνές απείρου κάλλους. Νευρωτικές γειτόνισσες που βρίζουν «ηλίθια!» το κοριτσάκι τους επειδή τους ζήτησε κι άλλο πύραυλο σοκολάτα. Υστερικές τυραννισμένες μαμάδες με στεντόρεια φωνή που κυνηγάνε τα άτακτα παιδάκια τους για να βάλουν μπρατσάκια, τολμηρές γιαγιάδες που κολυμπάνε ζωσμένες με σωσίβια διάσωσης κλεμμένα από τον Τιτανικό, ηλιοκαμμένοι τουρίστες που παίζουν μανιωδώς ρακέτες στο μισό μέτρο από την οδοντοστοιχία μου, εφηβάκια με Ρέιμπαν που ζουν τον έρωτά τους πασαλειμένα με λάδι Κόπερτον και μυθολογία αρχαίου Θεού χτυπημένη στο πετσί τους, μεσήλικες με φλοράλ ρομπίτσες και γραφικά καβουράκια που τρώνε κεφτεδάκια ή τυρόπιτα από το τάπερ και άλλα πολλά. Έτσι μαθαίνω πώς ζει ο μέσος Νεοέλληνας, πώς διασκεδάζει και πώς του αρέσει να περνά τις διακοπές του.

Χτες είχα την τύχη να παρακολουθήσω άλλη μια σκηνή εξαιρετικά επιμορφωτική και χρήσιμη. Δυο σιτεμένες πλην κομψότατες φιλενάδες συζητούσαν για τις πετσοκομμένες συντάξεις τους, για το χαράτσι, για τον πρωθυπουργό, για τα περιουσιακά τους. Έτσι έμαθα πως «ο Έλληνας κορίτσι μου διαθέτει κυρίως κατοικία στην πρωτεύουσα και εξοχικό σε παραλιακό θέρετρο. Επειδή είναι δουλευταράς και γουστάρει να καλοπερνάει». Η μία εκ των δύο φιλενάδων εξήγησε πως το κράτος το πάει μια χαρά, και πως είναι ευχαριστημένη. «Τι θες; Να γυρίσουμε στην Κατοχή, που έδινες ένα εκατομμύριο και αγόραζες έναν ντενεκέ λάδι; Δίκιο έχει ο Σαμαράς. Καλά που δε βγήκε ο άλλος ο ΄μαλάκας΄να μας πέταγε έξω από το ευρώ ώσπου να πεις κύμινο». Η φίλη της την άκουγε πολύ προσεκτικά. Η κυρία πασάλειψε τις φτέρνες της με μπέιμπι όιλ και συνέχισε. «Μόνο που τις προάλλες συγχίστηκα. Η εφορία έπιασε το γιο μου, που είναι άνεργος, και τον κατηγόρησε πως είναι φοροδιαφυγάς!». Μου άρεσε η λέξη. Συνέχισα την ζωντανή υποκλοπή χωρίς ίχνος αιδούς. Για καθαρά επιμορφωτικούς λόγους. «Αντί το κράτος να πάει να πιάσει τους πραγματικούς φοροδιαφυγάδες, πάει και πιάνει μόνο τα άνεργα παιδιά, άντε κι εκείνους που βγαίνουν και ρίχνουν ξύλο για να καθαρίσει ο τόπος!». Σε αυτό το σημείο, εντελώς αγανακτισμένη, ζήτησε ακόμα έναν φυσικό χυμό πορτοκάλι και πρόσθεσε κάμποσο μπέιμπι όιλ στο σώμα της. Η φίλη της σχολίασε μουρμουρίζοντας και σε αυτό το σημείο ενοχλήθηκα κάπως γιατί δεν άκουγα καλά τη συνέχεια του διαλόγου. Δίπλα τους έπαιζαν τα εγγονάκια της αγανακτισμένης μητέρας του δήθεν φοροδιαφυγά. Τριών ετών το κοριτσάκι, λίγο μικρότερο το αγοράκι, που συνεχώς έβαζε χαλίκια στο στόμα του. Η κομψή γιαγιά το συμβούλευε να μην τα βάζει στο στόμα «γιατί είναι κακό». Το αγοράκι όμως συνέχιζε. Ομολογουμένως τα αλμυρά βότσαλα έχουν πολύ ευχάριστη γεύση. Η ανήσυχη αδελφούλα του έχωνε κάθε τόσο το δάχτυλο στο στόμα του και του έβγαζε τα χαλίκια για να μην πνιγεί. Σε κάποια στιγμή το αγοράκι απηύδησε και άρχισε να στριγκλίζει. Τότε η αγέρωχη γιαγιά στράφηκε προς το μέρος του και το συμβούλεψε: «Μάκη, αν στη σπάει η Τίτσα χώστης αγόρι μου μια μπουνιά να κάτσει φρόνιμα!». Έτσι έμαθα πώς ατσαλώνονται οι συνειδήσεις, πώς καταλαβαίνουν από νωρίς τη θέση τους οι γυναίκες και πώς οι άντρες και πώς αναθρέφονται τα γερά παιδιά. Τα Ελληνόπουλα.

Μετά από όλες αυτές τις πολύ διδακτικές και χρήσιμες σκηνές που έζησα στην γενέτειρα πόλη λέω να πάρω το σάκο μου, να μπω σε ένα παπόρι και να φύγω για κάποιο ερημονήσι. Να ξεκουμπιστώ. Χωρίς ξαπλώστρες, μπειμπι όιλ, προικώα εξοχικά, αχάριστες νύφες, ενοχλητικά αδερφάκια, μπραντ Μοχίτο και οπαδούς κοινοβουλευτικών ομάδων που βαράνε γροθιά στο μαχαίρι. ‘Ετσι έμαθα επίσης πώς γίνεται και τα πάτρια εδάφη μου αναδεικνύουν ως πρώτη δύναμη στις εκλογές αυτό που τους ταιριάζει. Εντούτοις δεν μου αρέσει να γενικεύω ούτε να αδικώ. Ο νομός Κορινθίας έχει πολλά καλά και πολλά κακά, όπως και κάθε άλλος τόπος. Φέτος όμως έγκωσα από διδαχές και παραδείγματα, χόρτασα. Τώρα θέλω να περάσω στην άγονη γραμμή και να κάνω παύση στην μόρφωσή μου κοιτώντας με τις ώρες έναν άδειο ουρανό. Να κάνω την αυτοκριτική μου και να πάρω από την αρχή τις σκέψεις μου. Μπας και διορθωθώ, μπας και καταλάβω όσα μέχρι τώρα θεωρούσα αυτονόητα μα η ζωή μού δείχνει πως δεν είναι. Μπας και συνειδητοποιήσω γιατί νιώθω πάντα τόσο ξένη και τόσο λυπημένη. Μπας και ησυχάσω λίγο πια, μπας και αποδεχτώ κάποια πράγματα και αποκηρύξω κάποια άλλα. Μακριά από τον πολιτισμένο κόσμο. Μακριά από την περιρρέουσα πραγματικότητα της κάθε λουτρακιώτικης πλαζ. Μακριά από τις εφιαλτικές φωνές συνετών συμπολιτών μου και τα άγρια όνειρα για το επικείμενο τέλος του κόσμου έτσι όπως το σχεδίασαν οι Μάγιας και οι σύγχρονοι απόγονοί τους. Στην τελική, κανείς δεν φταίει για την καταγωγή του.

Τα σέβη μου.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Ιουλίου 26, 2012, in Χωρίς κατηγορία and tagged , , . Bookmark the permalink. 15 Σχόλια.

  1. Σε αυτό το σεμνό ποστ θα ταίριαζε ίσως και αυτό το σεμνό άσμα:

  2. Το καταδιασκέδασα φιλενάδα, μα baby oil η κυρία, τηγανιτή θα έγινε!!!!

    (κι εγώ προσπαθώ να ακούω τι λένε οι άλλοι γύρω μου, το καταδιασκεδάζω επίσης)

    • Ασε, πουλάκι μου, πού να την έβλεπες κιόλας! Ελαμπε σου λέω, αστραποβολούσε.
      Από απόψεις και μπέιμπι όιλ, τρέχα γύρευε ποιο την συνάρπαζε πιο πολύ 😉

      Σε φιλώ!

  3. Κι εγώ ένα σας απαντώ: Ααααχχχχ…

    (σας εύχομαι να περάσετε καλές διακοπές και μακριά από τις κακοτοπιές των πατρίων εδαφών μας… ξέρετε εσείς)

    (παρόλα ταύτα, εκείνο το μπριάμ, όποτε ανηφορίσετε, εγώ σας το σιάχνω μερακλίδικο).

    Σας ευχαριστώ μεσιέ 😉

  4. Δε θέλω εδώ και χρόνια τη μόρφωση του οποιουδήποτε Λουτρακι ΑΕΙ….καλύτερα αναλφάβητο τσογλάνι σε ερημικές παραλίες με γαλαζια ή πρασινα νερά με βιβλίο και mp3 σε περίπτωση που αράξει δίπλα μου κάποιο θηλαστικό hazogomenius kinitus fliarus ή το επίσης βλαβερό ellinarius dithenantraklus skiladikus.
    Καλομεσήμερο.

  5. Χαχαχα… Μούντυ έγραψες!
    Ζηλεύω τη σιγουριά σου, την ελευθερία σου και την οργάνωσή σου. Ειδικά αν κατάγεσαι από κάνα τέτοιο μέρος (για νησί μου φάνηκε), και όταν πας να δεις τους ανθρώπους σου δεν χρειάζεται να φας στη μάπα τις ομορφιές και τα ηθικά διδάγματα που υφίστανται άλλοι 😉

    Καλές διακοπές στα ωραία τοπία σου!

  6. Αχ, αυτά κάνει ο συγχρωτισμός με έλληνες. Καταστρέφει την εικόνα μας στο εξωτερικό. 😛 Με λίγη απόσταση και λίγη περισσότερη μυωπία, όλα γίνονται πιο ανεκτά. Στο ερημονήσι λοιπόν! 😉

  7. Το θέμα όμως δεν είναι να μη βλέπουμε κάτι τέτοια ή να κλείνουμε τα μάτια μπροστά τους. Είναι να αναρωτηθούμε γιατί υπάρχουν και μάλιστα σε τόσο μεγάλη έκταση.
    Επίσης, ως προσφυγοπούλα, που λέει και μια ψυχή, ουδέποτε νοιάστηκα για την «εικόνα» μας περισσότερο από το ποιόν μας ως λαού.
    Στο ερημονήσι δεν έχω την ελπίδα πως θα είμαι μόνη ούτε πως θα πλαισιώνομαι από ξένους ανθρώπους. Δεν είναι εκεί το θέμα μας και ουδέποτε το ευχήθηκα, μιας και τους Έλληνες τους γουστάρω πολύ. Εύχομαι απλώς να μην πέσω ξανά πάνω σε μνημειώδη περιστατικά σαν αυτά που μου χαλάνε τη ζωή εδώ και τρεις εβδομάδες που βρίσκομαι στην πόλη μου.

    Χαίρομαι και το εκτιμώ βαθύτατα που προσπαθείς να απαλύνεις τη δραματικότητα της κατάστασης με γλυκά αστεία, Συννεφούλα. Απλώς έπηξα πια, νιώθω πως έχω γίνει ένα με το γιαούρτι εδώ χάμου 😉

    • Δεν ξέρω αν ήταν καλύτεροι οι άνθρωποι παλιότερα και τώρα χαλάσανε τόσο. Δεν το πολυπιστεύω πάντως. Περισσότερο νομίζω πως ζούμε στην εποχή της απογύμνωσης. Υπάρχουν πάντα ωραίοι άνθρωποι και λίγοι. Το ότι είναι έτσι, όμως, το διαπιστώνουμε καθημερινά. Στις διακοπές προσπαθούμε να το ξεχάσουμε. Δεν αντέχεται. Τουλάχιστον, δεν το αντέχω εγώ. Ως εκ τούτου, επιμένω για το ερημονήσι κι ετοιμάζω αποσκευές (γιούπι!)
      Αυτό το «χάμου» πολύ μου άρεσε. μου θύμισε την εποχή που οι εκ Σαλονίκης φίλοι με φώναζαν χαμουτζού (ναι, άσχετο)

      • Ετσι πάει. Στις διακοπές θέλουμε (και πρέπει) να περνάμε σε μια άλλη διάσταση, ιδανική. Να διακόπτουμε την κανονική ζωή με τις εικόνες, τα άγχη και το στρίμωγμά της και να ζούμε λιγάλι αλλιώς.
        Εύχομαι να περάσεις τέλεια, Συννεφούλα. Και στο νησί όσα θα βρεις να σε ανταμείψουν για την υπομονή ολόκληρου του χρόνου 🙂
        Σε φιλώ.

  8. Εμ δεν σου ‘λεγα να έρθεις εδώ για διακοπές; Να τώρα τι παθαίνεις μακρυά μου 🙂 Κατά τα άλλα δεν μένω στην πιο προοδευτική πόλη του κόσμου, αυτές οι εικόνες πάντως μου είναι άγνωστες εδώ και πολλά πολλά χρόνια, στο θέμα τουλάχιστον της χα υπάρχει κάποια σχετική αφύπνιση. (σμουτς!)

    • Χαχα… Το ξέρω καμάρι μου, φυσικά και το ξέρω. Αλλά εδώ οι δυσκολίες ήταν άλλου είδους, που τώρα ευτυχώς μαλάκωσαν αλλά με στέλνουν σε πιο κοντινούς προορισμούς. Μη σε νοιάζει όμως, κάποια στιγμή θα κάτσει κι αυτό!
      Εύχομαι σε όλους κάτι τέτοιες εικόνες να μας στριμώχνουν όσο γίνεται λιγότερο. Γιατί να εξαφανιστούν εντελώς δεν το ελπίζω ούτε στα πιο τρελά όνειρά μου…
      Μην ξεχάσετε να πιείτε εκείνη τη ρακή στην υγειά μου, έτσι;
      🙂

  9. Δεν υπάρχει αυτό το post. Σε ευχαριστώ που μου θύμισες γιατί δεν άντεχα στην Ελλάδα. ΜΑ ΚΑΛΑ ΒΟΤΚΑ ΣΤΟ ΜΟΧΙΤΟ; Εκεί θα είχα γίνει Τούρκος. Μια φορά μου έβαλαν τόσο μπόμπα ποτό που δεν πινότανε. Ρωτάς τον μπαρμαν τι σου έβαλε (κάντο όταν έχει πολύ κόσμο), του ζητάς να το δοκιμάσει και να σου πει αν πίνεται. Στο μεταξύ σου έχει κάνει καινούργιο (ό,τι θες) όπου σου συνιστώ κάτι εμφυαλωμένο.

  10. Από το Λουτράκι είσαι; Εζησα εκεί τα 14 πρώτα χρόνια της ζωής μου! Μετά μετακομίσαμε οικογενειακώς στη Κόρινθο! Ε, μετά τα 18 Αθήνα. Αλλά πέρα απ’ οσα ευστοχα ανέφερες, η παραλία -αυτή καθαυτή- του Λουτρακίου είναι όλα τα λεφτά, όταν δε πήζει από κόσμο και το Μαίστράλι η ταβερνα, έχει την πιο ωραία -μεγάλη-και ζουμερή μπριζόλα ever.
    Σε αυτή τη παραλία μπανιαρίστηκα πολλές φορές αυτό το Καλοκαίρι και κάθε Καλοκαίρι. Συγκινηθηκα λιγο που εισαι συντοπίτισσα. Αλλά οτι ο τόπος μας ψηφισε Χρυσή Αυγη με απογοητεύει πολύ. Και μαθαινω πως το ξυλο συνεχιζεται…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: