Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Δ’

Doisneau-Anita

 

Νύχτωσε και είμαι ακόμη καθισμένος στον καναπέ με το μπλοκ ιχνογραφίας στο χέρι. Μια μύγα πετάει γύρω μου εδώ και ώρες. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό και από το δρόμο ακούω κορναρίσματα και φωνές. Μάλλον κάποιο παρκαρισμένο Ι.Χ. κλείνει πάλι το δρόμο και δεν μπορεί να περάσει το 15. Ως συνήθως. Αν είχα υπερφυσικές δυνάμεις θα κατέβαινα, θα άρπαζα το αυτοκίνητο και θα το εκτόξευα στο τέλος της κατηφόρας. Με άνεση και στυλ. Μετά θα έκανα μια θεαματική υπόκλιση στον οδηγό του τρόλεϊ και στους επιβάτες που θα με χειροκροτούσαν γοητευμένοι κι έπειτα θα τίναζα τα χέρια μου να βγει ένα συννεφάκι σκόνης, όπως κάνει ο Μαύρος Πητ όταν ξεκαθαρίζει ένα τοπίο.

Κοιτάζω τις σελίδες που σχεδίασα με το μολύβι και προσπαθώ να ερμηνεύσω τις λεπτομέρειες των σκίτσων μου. Τα σκυλιά μοιάζουν με ελέφαντες. Οι ορίζοντες είναι σκοτεινοί και κάπως τερατώδεις. Μοιάζουν με υπερφυσικές μουτζούρες. Στον αέρα πετάνε μεταλλαγμένα κουνούπια, παραμορφωμένα αεροπλάνα και χαριτωμένες πεταλούδες. Σαν αυτές που θα ζωγράφιζε ένα παιδί της Δ’ δημοτικού. Στην άκρη της κάθε σελίδας έχω κάνει μια μαύρη βούλα, κάτι σαν υπογραφή. Τα έργα μου είναι κάπως ασυνάρτητα, αν τα δει κανείς με γυμνό, καθαρό μάτι. Εγώ όμως έχω μυωπία, και όλα τα βλέπω θολά. Τα σχήματα και τα νοήματά τους. Σκέφτομαι ξανά εκείνο τον καλλιτέχνη που έλεγε πως μπορείς άνετα να πουλήσεις σκουπίδια για τέχνη. Προσωπικά ξέρω πως είμαι εντελώς ατάλαντος, δεν έχω καμία καλλιτεχνική φλέβα. Βέβαια στις μέρες μας δεν είναι απαραίτητο να διαθέτεις γνώσεις ή ταλέντα για να πας μπροστά. Αρκεί να μπορείς να προσποιηθείς επαρκώς και να πείσεις τους άλλους πως τα έχεις. Ζούμε στην εποχή της εξαπάτησης. Ένα κόλπο χρειάζεται κι έτσι τακτοποιούνται όλα. Ή έστω τα περισσότερα.

Σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Τρεκλίζω λίγο, όπως συμβαίνει πάντα όταν περνάω ώρες ατελείωτες στην ίδια θέση. Μετά συνηθίζουν τα πόδια μου και βαδίζω κανονικά. Ανάβω το φως και η μπόχα του νεροχύτη με χτυπάει στο πρόσωπο. Σκέφτομαι πως το φως ξυπνά τις μυρωδιές. Αν το ήξερα, θα συνέχιζα να περπατάω στο σκοτάδι. Πλησιάζω στο νεροχύτη και κοιτάζω τη λάντζα. Νομίζω πως ακούω τους νεογέννητους μύκητες να τρίζουν. Τα ξερά μακαρόνια να σπάνε. Τα κατακάθια του καφέ να μου λένε τη μοίρα μου. Με μια απότομη κίνηση ανασηκώνω τα μανίκια και ψαρεύω το σφουγγάρι από το βάθος του σιφονιού. Ούτε εγώ δεν πιστεύω τον εαυτό μου. Νιώθω πως είμαι κάποιος άλλος. Ένας σούπερ ήρωας που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Ρίχνω μπόλικο Άβα στην άγρια πλευρά του σπόγγου και βρέχω το χάος με μπόλικο νερό. Έπειτα αρχίζω να πλένω με σειρά προτεραιότητας, μέχρι που καμιά ώρα αργότερα ο νεροχύτης έχει αδειάσει, η σήτα έχει γεμίσει και τα χέρια μου είναι εντελώς μουλιασμένα. Σκουπίζομαι σε μια πατσαβούρα που βρίσκω δίπλα μου και ισιώνω την πλάτη. Είμαι ευχαριστημένος. Τα πιάτα είναι καθαρά και όσην ώρα έπλενα σκεφτόμουν πολύ σημαντικά πράγματα, σχεδόν κρίσιμα θα έλεγα.

Πριν κάμποσα χρόνια, τότε που ήμουν ακόμη τριτοετής στη σχολή και χρειαζόμουν φράγκα, έψαχνα δουλειά σε εφημερίδες. Διάβαζα όλες τις αγγελίες, μέχρι και τις κηδείες, τους γάμους και τους πλειστηριασμούς. Τελικά κατέληξα πως ήθελα να δουλέψω μπάρμαν, σερβιτόρος σε εστιατόριο, ντελιβεράς, τέτοια. Οι δουλειές γραφείου ποτέ δεν μου άρεσαν. Τις έβρισκα πένθιμες και πληκτικές. Είχα πάει λοιπόν σε μια συνέντευξη όπου ζητούσαν παιδί για όλες τις δουλειές. Λίγο χαμαλίκι, λίγο καθάρισμα, λίγο λάντζα, όλα από λίγο. Ο εστιάτορας, ένας μεσόκοπος κοιλαράς με μουστάκι και φαλάκρα, με είχε κοιτάξει από την κορυφή ως τα νύχια. Του φαινόταν απίστευτο που ένας φοιτητής ιατρικής έψαχνε δουλειά στα υπόγεια των εστιατορίων. Του εξήγησα πως δεν το έκανα μόνο για τα λεφτά: η λάντζα ανέκαθεν ασκούσε πάνω μου μια καθαρτική, σχεδόν μεταφυσική γοητεία. Ήταν εξάλλου η μοναδική δουλειά που έκανα αγόγγυστα και στο σπίτι μου. Με κοίταξε παράξενα, μου παζάρεψε λίγο ακόμα το μισθό, και όταν είδε πως καιγόμουν να πάρω τη θέση, με προσέλαβε για λαντζέρη. Τα υπόλοιπα, είπε, θα τα ανέθετε σε πιο μικρούς. Πέρασα έξι υπέροχους μήνες μέσα σε κείνο το βρωμερό υπόγειο. Παρέα με λίγδες από σάλτσες, υπολείμματα λιπών και καμένης ζάχαρης, καυτό αφρισμένο νερό μέσα στα καζάνια και κάμποσα ποντίκια πίσω από τους ψύκτες και τα ντουλάπια. Η λάντζα είναι εγκεφαλική δουλειά. Όταν γίνεται σωστά μπορεί κανείς να την δει ως το ποιητικότερο επάγγελμα του κόσμου.

Έξω το σκοτάδι είναι πηχτό. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Ένα από τα καλά της λάντζας είναι πως με κάνει και ξεχνώ το χρόνο. Χάνομαι μέσα στις μπουρμπουλήθρες της και όλα δείχνουν αλλιώς. Κοιτάζω τα φωτισμένα παράθυρα και προσπαθώ να δω τους γείτονες. Η Σοφία Αλευροπούλου σιδερώνει. Μου φαίνεται λιγάκι σκυθρωπή, αλλά μπορεί και να είναι η ιδέα μου. Ο περιπτεράς έχει κλειστά. Η Φωτούλα επίσης. Ρίχνω μια ματιά προς τα πάνω και διακρίνω τη χοντρή του τέταρτου που βλέπει τηλεόραση. Η οθόνη αναβοσβήνει και από εδώ που στέκομαι μπορώ να διακρίνω μόνο τις γάμπες της και την μπλε αντανάκλαση των διαφημίσεων στον τοίχο. Έχει ξαπλώσει σε μια πολυθρόνα με τα πόδια απλωμένα πάνω σε ένα πλαστικό σκαμπό. Αναρωτιέμαι αν σημαίνει κάτι που οι περισσότερες γειτόνισσές μου είναι παχύσαρκες και θλιβερές. Η Σοφία Αλευροπούλου είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, φυσικά. Αυτή την έπαιρνα ευχαρίστως μέρα παρά μέρα.

Θυμάμαι που μου έλεγε ο Γιάγκος πως παλιά ζούσε απέναντί του ένα ζευγάρι που ήταν επιδειξιομανείς. Τα βράδια άναβαν όλα τα φώτα του σπιτιού και έβγαζαν τα ρούχα τους. Αρχικά στέκονταν για λίγο ολόγυμνοι μπροστά στη τζαμαρία, ίσα μέχρι να τραβήξουν τα βλέμματα των γύρω διαμερισμάτων. Έπειτα ξάπλωναν στον καναπέ και άρχιζαν να πηδιούνται αγρίως. Μερικές φορές ο Γιάγκος και οι φίλοι του τους παρακολουθούσαν από την αρχή ως το τέλος. Μου έλεγε πως κάθε τόσο το ζευγάρι φρόντιζε να βεβαιώνεται πως τα γύρω παράθυρα έχουν φως και πως κάποιος τους βλέπει. Προφανώς ήταν απολύτως διεγερτικό γι’ αυτούς. Δεν είναι λίγες οι φορές που ό, τι κάνουμε δεν το κάνουμε για μας αλλά για να μας δουν οι άλλοι. Οι τύποι, προφανώς, ήταν ανασφαλείς και χρειάζονταν επιβεβαίωση. Γι’ αυτό και φρόντιζαν να κρατούν τα γύρω βλέμματα προσηλωμένα. Άλλοτε το έκαναν στο χαλί, στα όρθια μπροστά στο παράθυρο ή σε διάφορες άλλες στάσεις, που δεν θυμάμαι ακριβώς. Νομίζω πως απ’ όλες τις στάσεις αυτή που προτιμώ είναι στα όρθια, μπροστά στη φωταγωγημένη τζαμαρία. Αν πετύχαινα καμιά φορά τη Σοφία Αλευροπούλου να πηδιέται νομίζω πως θα γινόμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης. Αν, δε, την πήδαγα ο ίδιος μπορεί να άγγιζα και τη θέωση.

Ένα ξαφνικό κύμα κούρασης μου διαπερνά την πλάτη σαν ανατριχίλα. Μπορεί να φταίει η λάντζα βουνό, μπορεί να με γυροφέρνει καμιά ψύξη. Δεν έχω καμία όρεξη να αρρωστήσω τώρα. Ούτε να τρέχω σε γιατρούς, φαρμακεία και τα λοιπά. Θα ήταν οικτρό να αναγκαστώ να διακόψω το πρόγραμμα απομόνωσής μου που με τόση αυταπάρνηση έχω κερδίσει τόσες μέρες. Σε περιπτώσεις σαν αυτήν ξέρω ποιο είναι το γιατρικό. Έχω αυτό που χρειάζομαι. Μπαίνω στο σαλόνι και ανοίγω το συρτάρι με τις προμήθειες. Βγάζω το πλαστικό σακουλάκι που κρύβω κάτω από τις αποδείξεις της ΔΕΗ και στρίβω ένα περιποιημένο μαύρο. Στα όρθια. Μετά ξαναβάζω το σακουλάκι στη θέση του, κλείνω το συρτάρι και χώνομαι στον καναπέ. Καπνίζω σιγά σιγά, απολαυστικά, τραβώντας βαθιές, πλούσιες τζούρες. Το σταφ είναι καλό και δεν αργεί να με πιάσει. Νιώθω το κεφάλι μου πιο ελαφρύ, τα βλέφαρά μου πιο βαριά και το σώμα μου γεμάτο φλέβες με αίμα που σφυροκοπάει. Το δωμάτιο ευωδίασε. Τα ρίγη μου πέρασαν. Η πραγματική διάσταση της ύπαρξής μου μόλις μου αποκαλύφθηκε περήφανα υπό μορφή ζαλάδας. Διψάω και νιώθω ξαφνικά λίγη πείνα. Το στόμα μου γεμίζει σάλια. Εκτός από τις αναμνήσεις, άλλη μια αιτία πείνας είναι τα ναρκωτικά. Σηκώνομαι.

Είμαι απογειωμένος και έχω λίγη ταχυκαρδία. Μου συμβαίνει καμιά φορά όταν καπνίζω χόρτο ή μαύρο. Δεν ανησυχώ. Μπαίνω στην κουζίνα και βάζω ένα ποτήρι νερό. Ξέχειλο. Η θέα των πλυμένων πιάτων με γεμίζει ευδαιμονία και ελπίδα για το αύριο. Με κάνει να νιώθω άξιος και ικανός άνθρωπος, πανέτοιμος να αντιμετωπίσω τη ζωή με το σπαθί στο χέρι. Πίνω το νερό και το νιώθω να κατεβαίνει από τον οισοφάγο μέχρι το στομάχι μου. Απόλαυση. Έπειτα ξεπλένω το ποτήρι και το ξαναβάζω στη σήτα. Τέλος τραβάω από το ντουλάπι μια κατσαρόλα, βάζω νερό να βράσει και δίπλα φτιάχνω μια πρόχειρη σάλτσα. Σε ένα τέταρτο η μακαρονάδα μου είναι έτοιμη κι εγώ την καταβροχθίζω ψιλοκομμένη σαν φιδέ στο τραπέζι της κουζίνας.

Ξαφνικά, εκεί που κάθομαι και κοιτάζω το άδειο μου πιάτο, θυμάμαι το θείο Διονυσάκη, τον αδερφό της μάνας μου, που ήταν ράφτης και είχε μετακομίσει από το νησί στην Αθήνα για λόγους αισθηματικούς. Ο θείος Διονυσάκης είχε ερωτευτεί μια κομμώτρια γειτόνισσά του, που μετά από κάμποσα χρόνια πολιορκίας κατάφερε να την παντρευτεί. Τα πρώτα χρόνια ζούσαν ευτυχισμένοι. Έτσι έλεγε τουλάχιστον, και τον πίστευα, γιατί ήταν αισθηματίας και φαινόταν πως τη Λίτσα τη γούσταρε πολύ. Στην αρχή λοιπόν έμειναν στο πατρικό του, στη Ζάκυνθο. Εκείνη όμως δεν ήθελε να μείνουν για πάντα στο νησί. Της έπεφτε μικρή η επαρχία. Τον έφαγε να έρθουν στην Αθήνα, να αλλάξουν ζωή. Τελικά της έκανε το χατίρι και τα παράτησε όλα για πάρτη της. Ραφτάδικο, πατρικό, μάνα, φίλους, όλα. Ήρθανε στην πρωτεύουσα, κι εκείνη έπιασε δουλειά σε κομμωτήριο ενώ αυτός τα κουτσόφερνε βόλτα κάνοντας κατ’ οίκον επιδιορθώσεις ενδυμάτων και τέτοια. Πέθανε από καρδιά λίγα χρόνια αργότερα, και λένε πως η χήρα του βρήκε ένα σκασμό λίρες κάτω από το στρώμα τους, όταν αποφάσισε να το αλλάξει και να πάρει επιτέλους κάτι πιο σύγχρονο και πρακτικό. Θυμάμαι το θείο Διονυσάκη να μιλάει γι’ αυτήν και πλαντάζει η ψυχή μου. Μπορεί να φταίει που είμαι κι εγώ αισθηματίας ή εντελώς μαστουρωμένος. Μπορεί να φταίνε και τα δυο. Όταν είμαι χορτάτος και φτιαγμένος γίνομαι ευσυγκίνητος. Σαν τώρα νομίζω πως ακούω τη φωνή του.

«Που λες, αγόρι μου, η Λίτσα ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν ήξερα τότε, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Αργότερα έβαλε τις πέρλες. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

«Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;»ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. «Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα κλαρίνο από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει το βυζί στη μούρη;».

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το γνώριζα, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο για αρχή. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου. Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της».

Μαζεύω το πιάτο μου και το αφήνω στο νεροχύτη. Η καρέκλα μου τρίζει φοβερά – ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Κοιτάζω την καθαρή επιφάνεια και την θαυμάζω. Νιώθω περήφανος. Με πληγώνει η ιδέα πως σε λίγο όλα θα είναι άπλυτα και το μάρμαρο γεμάτο λίγδες, όπως πριν, όμως δεν αντέχω να πλύνω ούτε το πιρούνι μου αυτή τη στιγμή. Τα παρατάω όπως είναι και πάω στο δωμάτιό μου. Ανάβω τη λάμπα του γραφείου και ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι μου. Τραβάω δυο μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι μου και αφουγκράζομαι την ησυχία. Στο ταβάνι διακρίνω ένα καφετί ίχνος από υγρασία. Απλώνεται ακριβώς πάνω από το προσκέφαλό μου. Μπορεί να στάζει κάνας σωλήνας των από πάνω και να ρούφηξε ο γύψος νερό. Η στάμπα έχει το χρώμα της σκουριάς και μοιάζει με πεθαμένη πεταλούδα. Με αυτή τη σκέψη, και με το πρόσωπο του θείου Διονυσάκη στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, γυρνάω μπρούμυτα και χώνω το κεφάλι στο μαξιλάρι. Ξεσπάω σε ένα ανεξέλεγκτο, βουβό κλάμα, που σε άλλη περίπτωση θα το έβρισκα ανακουφιστικό. Τώρα όμως, δεν ξέρω γιατί, συνοδεύεται απλώς από ένα αίσθημα απελπισίας, ματαιότητας και από μια ενοχλητικότατη γεύση ξινίλας.

΄

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 7, 2013, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 2 Σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: