Η δισκογραφία των σκύλων μέρος Ε’

Sraosa

(Η φωτογραφία-θαύμα είναι του Sraosha, που δέχτηκε να μου την παραχωρήσει γι’ αυτό το ποστ)

Το τέλος του κόσμου θα έρθει σαν υπεριώδης έκρηξη ένα μεσημέρι με λίβα και παχιές αυγουστιάτικες μύγες στα χωράφια και στους αχυρώνες. Στους στάβλους τα άλογα θα ρουθουνίζουν τρομαγμένα από διαίσθηση. Οι αγελάδες και τα μοσχάρια θα ιδρώνουν κουνώντας σαν έκρυθμα εκκρεμή τις βαριές ουρές τους. Παντού θα υφέρπει κάτι απροσδιόριστα δραματικό. Στις ακρογιαλιές θα πλατσουρίζουν παιδιά με μπρατσάκια και στόματα μπουκωμένα με κεφτεδάκια και κασέρι. Στα βότσαλα οι αμέριμνες μαμάδες τους με τα γυαλιά πεταλούδα και τα πιε-ντε-πουλ μαγιό θα διαβάζουν Καζαμίες και ερωτικά μυθιστορήματα τσέπης κάτω από πάνινες ριγέ ομπρέλες, νιώθοντας γενικώς και αορίστως ερωτευμένες. Ο τόπος θα μυρίζει Κόπερτον και κρεμμυδίλα. Λίγο πιο κει οι μπαμπάδες θα παίζουν ρακέτες και θα ρουφάνε τις κοιλιές κρυφοκοιτάζοντας τις γυμνόστηθες τουρίστριες με τα ξανθά μαλλιά και τα άγρια φωνήεντα στα αλλότρια στόματά τους. Το 2013 θα έχει γίνει 1970 και ο Φίλιππος Νικολάου θα έχει μόλις κάνει το πρώτο του χιτ.

Από τα ισόγεια θα αναδύονται μυρωδιές μεσημεριανού φαγητού – έχει σαφή διαφορά από το βραδινό. Γεμιστά, ομελέτα, χταποδάκι ψητό, κολοκυθοκεφτέδες. Όλα μαγειρεμένα με εκλεκτό ελαιόλαδο. Οι λευκές βουάλ κουρτίνες θα ανεμίζουν ανεπαίσθητα στα ορθάνοιχτα παράθυρα. Οι συνταξιούχοι θα διαβάζουν «Εστία» στο μπαλκόνι και, δίπλα τους, τα λιβακωμένα τους κατοικίδια θα εκλιπαρούν για λίγες σταγόνες νερό στην ξεραμένη τους μουσούδα. Οι ανεμιστήρες θα στέκουν κολοβοί. Οι συχνές διακοπές ρεύματος θα έχουν κοστίσει τη ζωή σε κάμποσους καρδιοπαθείς ή ασθματικούς σε σπίτια και νοσοκομεία. Την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού, εκείνη τη μέρα δηλαδή, ένα κορίτσι με κρυφά ψυχολογικά προβλήματα θα γιορτάζει τα γενέθλιά του. Ο κόσμος θα καταστραφεί την ώρα που θα φυσάει τα δέκα ροζ κεράκια του πάνω σε μια αφράτη τούρτα αμυγδάλου.

Εκείνη την ώρα θα βρίσκομαι στο σπίτι μου και θα διαβάζω Ευγένιο Αρανίτση. Τις «Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου», για να είμαι συντονισμένος και με το περιβάλλον, παρότι το βιβλίο κυκλοφόρησε μετά την δεκαετία της καταστροφής – τα ετεροχρονισμένα γεγονότα δεν ενοχλούν στο παραμικρό τη σκηνοθεσία μου. Θα έχω μόλις φάει μια τεράστια μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτα, θα έχω καπνίσει τρία τσιγάρα απανωτά και θα βρίσκομαι στον πέμπτο καφέ της ημέρας. Από δίπλα θα ακούγονται ο Αλβανός με την Ουκρανή που θα βγάζουν τα μάτια τους αλυχτώντας σαν αφηνιασμένοι λύκοι. Η Σοφία Αλευροπούλου θα μου έχει κάνει την έκπληξη και θα έχει βγει επιτέλους γυμνή στο μπαλκόνι του ακάλυπτου να απλώσει τη μπουγάδα. Ο ακάλυπτος είναι το βασίλειο του έρωτά μας. Ανάμεσα στον Αρανίτση και στα κάλη της γειτόνισσας θα ρίχνω ματιές και στου περιπτερά, που εκείνη τη μέρα θα έχει διαισθανθεί κι αυτός την καταστροφή, σαν τα άλογα και τους σκύλους, και θα πίνει ούζο ανέρωτο από το πρωί μαζί με το γιο του ακούγοντας Μητροπάνο, Καζαντζίδη και Ζαγοραίο.

Όλη αυτή την ώρα την μεγαλύτερη προσοχή εννοείται πως θα την αφιερώνω στην κωλάρα της Σοφίας Αλευροπούλου, που με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, με κάθε μανταλάκι που θα πιάνει στο σχοινί, θα διογκώνεται και θα πλησιάζει όλο και περισσότερο προς το μπαλκόνι μου. Η μαγική εικόνα της θα αναπαράγεται συνεχώς. Μικρές αλαφιασμένες μπάμπουσκες θα καταλαμβάνουν εγκιβωτισμένες το οπτικό μου πεδίο. Κάθε μανταλάκι και αλλαγή διάστασης, στάσης και ύφους. Στο τέλος το σώμα της θα γίνει ένα αφράτο, λευκό μπαλόνι με σαφή προορισμό, που θα πετάξει πάνω από τον ακάλυπτο, θα μπει στην κουζίνα και θα προσγειωθεί μαλακά πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπό μου. Θα γευτώ την υπέρτατη ηδονή βυθίζοντας τη μούρη μου στις απαλές της δίπλες. Θα εισπνεύσω ως τα βάθη των πνευμόνων μου τις θείες μυρωδιές της. Θα δαγκώσω κάθε πιθαμή της ζαχαρωτής σάρκας της, γλύφοντας τα κρυφά σημεία της με στοργή και μίσος. Μετά θα την ρίξω στο μωσαϊκό προσέχοντας να μη λιώσω κάνα μυρμήγκι, και θα την πηδήξω σαν σεπτός βασιλιάς. Ενδεχομένως και σαν καυλωμένος κανίβαλος. Όπως κάτσει. Με την ησυχία μου, θα χώσω τέρμα τα γκάζια μέσα στο ποθητό κορμί της. Όλα αυτά θα συμβούν την τελευταία μέρα του κόσμου φυσικά. Τότε που το ψυχωτικό κοριτσάκι θα σβήσει τα δέκα ροζ κεράκια του πάνω στην τούρτα αμυγδάλου. Ούτε λεπτό πριν. Ίδια κι απαράλλαχτα. Ακριβώς όπως τα είπα.

Είναι μεσάνυχτα και δεν με πιάνει ύπνος. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και μπαίνω στο μπάνιο. Κάθομαι στη λεκάνη και περιμένω. Δεν θέλω ούτε χέσιμο ούτε κατούρημα, όμως αυτή η στάση επιδρά ανακουφιστικά. Με καθησυχάζει. Αν ήμουν ζωγράφος θα έστηνα τα μοντέλα μου στην τουαλέτα και θα σχεδίαζα το περίγραμμά τους πάνω στον πορσελάνινο θρόνο μου. Θα έδινα ιδιαίτερη προσοχή στα πρόσωπά τους εν ώρα δράσης, καθώς και στα ξεχειλώματα των σωμάτων σε περίπτωση δυσκολίας ή τη στιγμή της ανακούφισης. Αν ήμουν σκηνοθέτης θα ήμουν ο Παζολίνι και θα είχα γυρίσει το Σαλό ακριβώς όπως το έκανε κι εκείνος. Αν ήμουν ποιητής θα είχα συνθέσει τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ίσως λίγο παραλλαγμένο από αυτόν του Σολωμού, καθότι η δράση του δικού μου ύμνου θα εκτυλίσσονταν σε κλειστό χώρο και με διαφορετικό περιεχόμενο. Αν ήμουν ηθοποιός θα ήμουν η Τίνα Σπάθη και θα πρωταγωνιστούσα σε κοπρολαγνικές ταινίες της Φίνος Φιλμς. Δεν είμαι τίποτε απ’ όλα αυτά όμως. Είμαι ένας ανώνυμος φοιτητής της ιατρικής με περίσσευμα ενέργειας που ζει έγκλειστος στο σπίτι του και ονειρεύεται το τέλος του κόσμου τρώγοντας φακές και μακαρονάδες που μετά τις αφοδεύει με στοργή.

Σηκώνομαι από τη λεκάνη, τραβάω καζανάκι και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Μετά πλένω τα χέρια μου και φτύνω στο νιπτήρα. Ξανακοιτάζομαι. Η φάτσα μου είναι κάπως τρομακτική. Νιώθω λιγάκι σιχαμένος. Είμαι ο άνθρωπος των σπηλαίων σε μοντέρνα βερσιόν. Ή του κλειδαμπαρωμένου διαμερίσματος με θέα στον ακάλυπτο. Σβήνω το φως και βγαίνω στο διάδρομο. Χαϊδεύω με το δάχτυλο τον τοίχο που αφήνω πίσω μου και κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Είναι σα να αφήνω πίσω μου μια αόρατη κλωστή που θα με ξαναφέρει στο σημείο εκκίνησης κάποια μέρα. Μερικές κινήσεις που τις κάνω ψυχαναγκαστικά, όπως η ευθεία γραμμή στον τοίχο με τον δείκτη του δεξιού χεριού ή η τελετουργία της λεκάνης, είναι οι καλύτεροί μου φίλοι. Ο ψυχίατρός μου θα έλεγε πως είμαι καθηλωμένος σε πρώιμο πρωκτικό στάδιο και με μπόλικες εμμονές από τη ζωή μου μέσα στον αμνιακό σάκο. Είναι αλήθεια πως τα έμβρυα απορροφούν την ενέργεια αλλά και τις παρενέργειες της μάνας τους όσο κυοφορούνται. Σταμάτησα να μιλάω στον ψυ όταν κατάλαβα πως είχε μετατραπεί σε φιλόσοφο, παύοντας έτσι να λειτουργεί θεραπευτικά. Η διδακτική του διάσταση ομολογώ πως με άφηνε παγερά αδιάφορο. Αν ήθελα κάτι τέτοιο υπάρχουν πάντα και τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται καν να μετακινηθώ.

Όταν ήμουν μικρός πηγαίναμε εκδρομές με το αυτοκίνητο. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, ο αδελφός μου κι εγώ. Στη διαδρομή ακούγαμε κάτι άσπρες χοντρές κασέτες με Αλέκα Κανελλίδου, Δήμητρα Γαλάνη και Γιώργο Νταλάρα. Ήταν σαν τις σημερινές βιντεοκασέτες στο μέγεθος, αν υποθέσουμε πως υπάρχει κάποιος που τις θυμάται ακόμα. Η μάνα μου προτιμούσε την Κανελλίδου, που είχε βραχνή και λάγνα φωνή. Μάλλον την έκανε να νιώθει απόλυτα τη μυστηριώδη θηλυκή ενέργεια των τραγουδιών της που μιλούσαν συστηματικά για έρωτα, προδοσία και τρομερές αμφιβολίες. Ο αδερφός μου κι εγώ ακούγαμε χωρίς να προσέχουμε. Συνήθως τσακωνόμασταν. Ο πατέρας μου δεν προτιμούσε τίποτα. Έβαζε απλώς τις κασέτες. Και οδηγούσε.

Περνούσαμε εικονοστάσια στολισμένα με ρετουσαρισμένες φωτογραφίες νεαρών νεκρών με μοιραία μάτια, γέφυρες με σκουριασμένα κάγκελα όπου είχαν γίνει ατυχήματα ή παρελάσεις, χωματόδρομους με αγκάθια όπου κάποιο κορίτσι θα είχε σίγουρα ματώσει τη γάμπα του, και καταλήγαμε σε κάτι ανεκδιήγητες εξοχές σαν καρτ ποστάλ, όπου με διάφορους άλλους θείους και απρόσωπα πλέον ξαδέρφια οι γονείς μάζευαν χόρτα, βολβούς, λουλούδια και κλαδιά αμυγδαλιάς. Τις περισσότερες φορές κάναμε πικ νικ σε κάτι μπλε πλαστικά τραπεζάκια με πτυσσόμενα καθίσματα, που όταν τα έκλεινες γίνονταν βαλιτσάκι που χωρούσε τάπερ, πιάτα και ποτήρια. Στο πάνω μέρος είχαν σχεδιασμένα τα σχήματα του ταβλιού. Ο πατέρας μου λάτρευε το τάβλι. Το όλον μου θύμιζε διαστροφή τρίτου βαθμού με αντικείμενο το κιτς και τις βουκολικές του εκφάνσεις. Στο τέλος της ημέρας το βαλιτσάκι έμπαινε στο πορτ μπαγκάζ κι εμείς μαζί με τα αγκαθωτά καλούδια της φύσης στο πίσω κάθισμα. Θυμάμαι ακόμα τις μυρωδιές της εξοχής πάνω στα ρούχα και τα καθίσματά μας. Οσμές πρωτογενούς πλεονάσματος μιας αθώας παιδικής ηλικίας.

Τότε μισούσα εκείνες τις οικογενειακές εξορμήσεις στην ελληνική ύπαιθρο. Οι τάσεις φυγής μου θέριευαν κάθε που οι γονείς μας ανακοίνωναν την επόμενη. Χίλια χρόνια μετά μου πονάνε τα κόκκαλα και οι περισσότερες νευρικές μου απολήξεις. Ξέρω πως αυτές οι απλοϊκές εκδρομές ήταν ό, τι πιο εγκάρδιο έχω ζήσει ποτέ. Κοιτάζω το παρόν και παραξενεύομαι. Τώρα οι εκδρομές μου εξαντλούνται στα πίσω καθίσματα αεροπλάνων για προπληρωμένες διακοπές, στα κηδειόχαρτα των γονιών μου πάνω σε κολώνες όλο πίσσα και πινέζες, και στα επτακόσια χιλιόμετρα ασφάλτου και νοερού χάους με τον αδελφό μου. Ενίοτε και στη διαδρομή σαλόνι – ακάλυπτος όπου καυλώνω αχόρταγα με τη Σοφία Αλευροπούλου.

Κοντεύει τρεις το πρωί. Σαν το τραγούδι. Βγαίνω στο μπροστινό μπαλκόνι και κοιτάζω απέναντι. Μαύρο σκοτάδι παντού. Ηρεμία. Μια σημαία ανεμίζει στο μπαλκόνι του γηραιού ζεύγους. Θα ξέμεινε από την 25η Μαρτίου. Ο δρόμος είναι άδειος και από τα βάθη της ζούγκλας αντηχεί η αδιάκοπη βουή του περιφερειακού. Ο Υμηττός ποτέ δεν κοιμάται. Στην άκρη του πεζοδρομίου, δίπλα στο κόκκινο αμάξι χωρίς πινακίδες, βλέπω τα τρία σκυλιά της δισκογραφίας. Κοιμούνται το ένα δίπλα στο άλλο. Τα δύο είναι μυώδη, το τρίτο κοκκαλιάρικο. Οι ουρές τους μοιάζουν με συμφιλιωμένα φίδια. Θαυμάζω τη γαλήνη της αναπνοής τους. Τα διπλωμένα πόδια τους με συγκινούν. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο η εικόνα μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Στο στήθος μου φουντώνει ένας υπερηχητικός βόμβος. Είναι ένα συναίσθημα λυτρωτικό, απαραίτητο. Θυμίζει αγάπη ή επιθανάτια διαύγεια. Μπορεί και έναν προαιώνιο, ανεξήγητο πατριωτισμό, έτσι όπως φανταζόμουν πως τον ένιωθαν οι ήρωες της Επανάστασης του ’21, όταν μαθαίναμε Ιστορία στην Ε’ δημοτικού. Πατριωτισμός για τον ύπνο των σκύλων.

Μπαίνω στο σαλόνι και κλείνω το παράθυρο. Κατεβάζω το καφετί στόρι και βυθίζομαι στον κόκκινο καναπέ. Τρίβω το μάγουλό μου στο άγριο βελούδο που μυρίζει τσιγαρίλα. Μέσα στο στήθος μου φτερουγίζουν τρελές πεταλούδες. Μέσα στο κεφάλι μου πετάνε άγρια πουλιά. Οι φλέβες μου γέμισαν μυρμήγκια. Δεν ξέρω αν όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή τα ζω ή τα θυμάμαι. Ευτυχώς, κάπου στα ράφια με τα σιντί έχω φυλαγμένη τη δισκογραφία των σκύλων.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 8, 2013, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 23 Σχόλια.

  1. Υπομονετικός_αναγνώστης

    Μας έχεις ξετινάξει.
    Περιμένω πώς και πώς το επόμενο κεφάλαιο κάθε φορά!!!
    Με μανία.

  2. Σας καταλαβαίνω.
    Το ίδιο κι εγώ.
    Στην ίδια μοίρα είμεθα.

  3. (Θα σας μαλώσω . Σαμάρας κι όχι Σολωμός.)

  4. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8E%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%B1%CE%BD

    Ο Σολωμός αυτά.

    ————————————————-

    Ο Σαμάρας, άλλα:
    «Κερκυραίος μουσουργός, που μελοποίησε τον « Ολυμπιακό Ύμνο» σε ποίηση Κωστή Παλαμά».

    http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CF%80%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%B1%CE%BC%CE%AC%CF%81%CE%B1%CF%82

    Αδίκως με μαλώσατε… :/

  5. (ΑΥΤΗ είναι η κασέτα!) 🙂

  6. ωρες ωρες σκεφτομαι πως για καποια συναισθηματα οπως αυτα του ηρωα στην προτελευταια κ τελευτ. παραγραφο ακομα δεν εχουν βρεθει λεξεις για να περιγραφουν

  7. κ εξακολουθώ να μην έχω λογια. ειδικα για την τρίτη από το τέλος παράγραφο.

    • Είναι ίσως η πιο σκληρή παράγραφος, επειδή περιγράφει τη ζωή όλων μας;… Αργά ή γρήγορα, ξέρουμε πως θα αρχίσει – αν δεν έχει αρχίσει ήδη! – να μας αφορά.

  8. Καλησπέρα αγαπητή…

    Ναι έχω πολύ καιρό να σας επισκεφτώ….είμαι αδικαιολόγητος, γιατί αν θέλεις κάτι , βρίσκεις τρόπο να το κάνεις, οπότε ό,τι και να πω θα φανεί σαν φτηνή δικαιολογία, δεν νομίζετε;

    Πάντα λάτρευα τα κείμενά σας…όχι δεν τα βρίσκω σκληρά όπως προείπε κάποιος προλαλήσας σχολιαστής….όχι , γιατί ενώ περιγράφουν μια σκληρή πραγματικότητα , είναι πια μια σκληρή πραγματικότητα που έμεινε να την αναπολούμε , λόγω του ότι η νέα σημερινή πραγματικότητα είναι σκληρότερη, πιστέψτε με…(ένας από τους λόγους της απουσίας μου κι αυτός)

    Να ‘στε πάντα καλά…….

    • Μου φτάνει που περνάτε και που μου λέτε ένα γεια.
      Καλέ μου χρήχα, πέσατε σε δύστροπο κείμενο και μάλλον θα σας ρίξει κάπως… Αν θέλετε να περιμένετε, προσεχώς πιο ανάλαφρα πράγματα 😉
      Ευχαριστώ πολύ που περάσατε και να είστε καλά!

      • Καλησπέρα…

        Δεν φταίει το κείμενο , και ποιός είπε ότι είναι και δύστροπο….

        Ξέρετε ότι με εμπνέετε….αλλά η έμπνευση μου προκαλεί πόνο , δυστυχώς , τελευταία, γιατί δεν έχω το μυαλό να συγκεντρωθώ και να δώσω ένα κειμενο δικό μου…..

        Να ‘στε πάντα καλά….

  9. αρχαία διαπίστωση αλλά εσείς είστε δικιά μας
    (μπρος σε τέτοιες λέξεις και φωτογραφία, τι να μας πει κι ο Αράκι)

  1. Παράθεμα: χρηχα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: