Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Στ’

 pontikaki

Σήμερα είμαι αδιάθετος. Όσο περνά η ώρα φουντώνει η γαστρίτιδα και ο σαδομαζοχισμός μου. Μέσα στο στομάχι μου πλέουν καράβια. Κάτω, χαμηλά, ένα παλινδρομικό «τσικ» μου στρίβει τα έντερα. Σκέφτομαι μεσαιωνικά βασανιστήρια με αλυσίδες, πένσες και τανάλιες και ηδονίζομαι. Από το πρωί έχω κάνει τη διαδρομή σαλόνι – τουαλέτα τουλάχιστον επτά φορές. Χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα, φυσικά, εφόσον όλη μέρα τρέφομαι με τσιγάρα και καφέδες. Κάθε φορά, με το που κάθομαι στη λεκάνη, σκέφτομαι βαρκούλες να ανεβοκατεβαίνουν πάνω στα κύματα των γαστρικών υγρών μου και νιώθω λυρικός και σπουδαίος. Είμαι ένα κινούμενο έργο τέχνης, μια ζωντανή εγκατάσταση. Πού και πού, ένα καΐκι κάπως πιο ογκώδες από τις υπόλοιπες ψαρόβαρκες που κολυμπάνε μέσα μου φρακάρει στα τοιχώματα του διαφράγματός μου και με γδέρνει. Ξεροκαταπίνω και περιμένω να ξεγλιστρήσει από τα στενά και να εξοκείλει στις παρυφές του παχέος εντέρου μου. Ξέρω πως το γδάρσιμο αυτό μου αξίζει και δεν κάνω τίποτα για να το αποφύγω.

Η ώρα κοντεύει τέσσερις. Έξω έχει λιακάδα. Χώνομαι στον κόκκινο βελούδινο καναπέ του σαλονιού και νιώθω τα πάντα μέσα μου να λιώνουν. Κι ύστερα να πέφτουν κάτω. Εντός μου. Ένα βουναλάκι από κατακρημνισμένα εντόσθια μέσα σε ένα αφιλόξενο σώμα. Χαϊδεύω μηχανικά το υπογάστριό μου και παίρνω βαθιές εισπνοές. Ρεύομαι και ανακουφίζομαι στιγμιαία, όμως η αίσθηση δεν διαρκεί. Μετά από λίγο ο κλοιός στενεύει και τα πλεούμενα τσακίζονται ξανά στα εσωτερικά μου βράχια.

Με το σώμα μου δεν τα πήγα ποτέ καλά. Νομίζω πως το αντιπαθούσα πριν καν γεννηθώ. Όταν ήμουν μικρός η μάνα μου έλεγε πως δεινοπαθούσε μέχρι να κατεβάσω τρεις μπουκιές και ντρεπόταν που οι άλλες μαμάδες τάιζαν εύκολα τα βλαστάρια τους ενώ εκείνη πέρναγε τα μαρτύρια του Ταντάλου. Μια φορά, μου έλεγε, είχε μόλις κατορθώσει να με κάνει να φάω ένα πιάτο κρεατόσουπα και ήταν πανευτυχής. Μόλις κατάπια την τελευταία κουταλιά κάνω ένα «κλουπ!», – κλουπ έλεγε, αυτός ήταν ο ήχος – και της ξερνάω όλο το φαγητό στο πιάτο. Τότε εκείνη ένιωσε τόση απελπισία, τόση αδικία από το Θεό, που άρχισε να με ξαναταΐζει τον εμετό μου με το κουτάλι. Δεν σταμάτησε μέχρι που το κατέβασα όλο. Ανάκατο με δάκρυα και μύξες.

Στην εφηβεία άρχισα να τρώω ασταμάτητα. Τα πάντα εκτός από αυγό και κρεατόσουπα. Πήρα αμέτρητα κιλά, και τότε η μάνα μου συνέχισε να ντρέπεται χειρότερα για μένα. Στα διαλείμματα του σχολείου έτρωγα ψωμί φουλαρισμένο με πατατάκια Τσακίρης, γκοφρέτες, κρουασάν, τυρόπιτες. Στο σπίτι σαβούριαζα μπισκότα, μαρμελάδες, λόφους φαγητού, κόκα κόλες, τα πάντα. Η αίσθηση πως το στόμα μου ήταν μπουκωμένο με καθησύχαζε, αλλιώς αισθανόμουν εκτεθειμένος και ανασφαλής. Μπορεί και λιγάκι ένοχος. Τις ώρες που δεν είχα μπροστά μου κάτι φαγώσιμο με έπιανε αγωνία. Ήμουν σε κατάσταση αναμονής για το καταπραϋντικό μου.

Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο επιχείρησα να χάσω κάποια κιλά, κυρίως για γκομενικούς λόγους. Το βάρος μου έγινε ένα μπούμερανγκ που όσο το εκτόξευα στην άλλη πλευρά, τόσο επέμενε να μου ξαναγυρνά στα μούτρα. Περνούσα βδομάδες ολόκληρες τρώγοντας πατάτες τηγανιτές, μήλα και μακαρόνια σκέτα. Τότε αυτή η διατροφή ήταν πολύ της μόδας. Έλεγαν πως αν έτρωγες μόνο αυτά τα τρία φαγητά – αλλά χωρίς να τα αναμειγνύεις – έχανες βάρος εγγυημένα. Μετά δοκίμασα διάφορες άλλες αυτοκαταστροφικές δίαιτες που γιγάντωσαν τη μανία μου για κατανάλωση. Όπως και την απέχθεια για το κορμί μου, μέχρι που τελικά συμφιλιώθηκα με την παραίτηση.

Στο σχολείο ήμουν μελετηρός και υπάκουος μαθητής. Ένα πρωί, στην Α’ λυκείου, αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα να γευτώ – πάλι κάτι να γευτώ ήθελα! – τον απαγορευμένο καρπό για τον οποίο μου μιλούσε διαρκώς ένας ξάδερφός μου, μεγαλύτερος σε ηλικία, που φημιζόταν στο σόι για την ομορφιά και την εξυπνάδα του: την πρώτη μου κοπάνα.

Όλο το βράδυ καρδιά μου χτυπούσε τις ώρες σαν ρολόι. Ο ύπνος μου ήταν διακεκομμένος και ελαφρύς. Ένας σχεδόν μη-ύπνος. Το πρωί έφυγα από το σπίτι κανονικά. Λίγα μέτρα πριν από την είσοδο του σχολείου λοξοδρόμησα και άρχισα να βαδίζω αντίθετα. Αγωνιούσα. Το στομάχι μου ήταν μια λίμνη γεμάτη άγρια χρυσόψαρα και μέσα στα μάτια μου πετάριζαν πεταλούδες – από τότε τα εσωτερικά μου όργανα είχαν μια δική τους ζωή. Παρόλο που έτρεμα, δεν δίστασα. Η ελευθερία με καλούσε κάνοντάς μου σχιζοφρενικά παζάρια. Στον ουρανό πετούσαν τα περιστέρια της ειρήνης και διάφορα άλλα πουλιά. Ένιωθα γενναίος, όπως πρέπει να νιώθει ο καλός πολεμιστής που ετοιμάζεται να μπει στη μάχη.

Η μέρα εκείνη έχει μείνει στο μυαλό μου σαν απόσπασμα από ταινία εποχής, τότε που ο βωβός κινηματογράφος παρουσίαζε ως λογικές ακόμα και τις πιο παράλογες κινήσεις του Τσάρλι Τσάπλιν. Και που το νόημα και την υπόθεση του έργου τα καταλαβαίναμε χωρίς υπότιτλους, χάρη σε όσα μας άφηνε να διακρίνουμε για μια στιγμή στο πρόσωπό του.

Χώθηκα σε ένα καφενείο, τρία τέσσερα στενά κάτω από το σχολείο. Τόσο έφτανε η καλούμπα της απόδρασής μου. Είχε μόνο γέρους μπροστά σε τάβλια και καφέδες. Ήπια πορτοκαλάδα με ανθρακικό και έφαγα μια σπανακόπιτα, ένα λαδοκούλουρο με τυρί και σουσάμι και μια πάστα ποντικάκι, σαν αυτές που μου έφερνε ο πατέρας μου. Μέχρι το μεσημέρι είχα ρουφήξει τουλάχιστον τρία πακέτα τσιγάρα από τους καπνούς των διπλανών και είχα μπουκώσει από φαΐ και ελευθερία.

Εκείνη την ημέρα ο διευθυντής του σχολείου αποφάσισε να κάνει έλεγχο απουσιών. Οι γονείς των μαθητών όλων των τμημάτων είχαν ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς και έπρεπε να δικαιολογήσουν τις απουσίες των παιδιών τους. Ήταν κάτι σαν τις σημερινές προσομοιώσεις πυρκαγιάς που κάνουν οι μεγάλες εταιρείες για να δουν πώς αντιδρά το προσωπικό σε περίπτωση κινδύνου και να δικαιολογήσουν κονδύλια σε εταιρείες συναγερμών και σε πριβέ πυροσβέστες. Το μεσημέρι που γύρισα ανυποψίαστος σπίτι πλήρωσα τοις μετρητοίς το τίμημα της ελευθερίας μου.

Αν έγραφα βιβλίο για τη μέρα αυτή, θα το ονόμαζα «Η πάταξη του επαναστατημένου ανθρώπου» και ουδεμία σχέση θα είχε με τις απόψεις του Σαρτρ. Αν συνέθετα μουσική, θα ήταν κάτι με τίτλο «Ο εκμηδενισμός μιας σοβαροφανούς προσωπικότητας», σε στυλ Καραΐνδρου: λυπητερό, δραματικό και αδιέξοδο όπως μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Αν ήταν ημερολόγιο, θα ήταν αυτό που πάνω του το ίδιο βράδυ θα ξεσπούσα την απόγνωσή μου και κάποια μέρα θα το έβρισκε η μάνα μου, θα το διάβαζε, και αγανακτισμένη με τις οικτρές σκέψεις μου θα μου το έτριβε στα μούτρα σκάβοντας με το δάχτυλο την πρώτη λακουβίτσα της καινούριας εφηβικής νεύρωσής μου, έτσι όπως σκάβουν τα μυρμήγκια μια νέα μυρμηγκοφωλιά.

Εγώ, σαν πειθήνιο παλικάρι, αντί να επαναστατήσω θα κατάπινα την ταπείνωση και τον εξευτελισμό μου και θα έσπευδα να αυτοακυρωθώ στην ποδιά της. Με την προθυμία και το πάθος του ιδανικού αυτόχειρα που απολογείται για την ύπαρξή του και ικετεύει για εξιλέωση. Είμαι σίγουρος πως έτσι θα γινόταν. Ο αγώνας για ελευθερία, όπως και για κάθε άλλο ιδανικό, είναι δύσκολη υπόθεση κι εμένα η μητέρα μου δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια. Ήμουν ήδη ένας ηττημένος πολεμιστής. Ένας ρίψασπις.

Αντί να αμυνθώ θα έσπευδα να δηλώσω μετάνοια και να βοηθήσω την ηγετική φιγούρα να με συντρίψει λίγο πιο καλά. Να στρώσει το δρόμο για τις μελλοντικές μου ήττες διαπλάθοντας λιγάκι ακόμα το χαρακτήρα μου. Θα την εκλιπαρούσα για συγχώρεση και, για να την εξευμενίσω, θα την διαβεβαίωνα κλαίγοντας πως και εγώ ο ίδιος με δυσκολία με ανεχόμουν. Θα προσπαθούσα να νιώσω και να δείξω μπροστά της όσο πιο ένοχος γινόταν για να την κάνω να κατανοήσει την ειλικρινή μου μετάνοια. Μετά θα ορκιζόμουν, πλήρης τύψεων, πως όλα ήταν ένα ψέμα και πως όσα είχε διαβάσει στο προσωπικό μου ημερολόγιο ήταν το σενάριο μιας ξένης ζωής και πως δεν της κρατούσα την παραμικρή κακία για την ταπείνωση που μου είχε επιβάλει την ίδια και την επόμενη μέρα βάζοντάς με να ζητήσω δημοσίως συγγνώμη από τον λυκειάρχη για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου.

Από κει και πέρα την καθημερινότητά μου θα συνέχιζα να την υποδύομαι ως έναν υποτιθέμενο ρόλο και τα μελανά σημεία της άστοχης κίνησής μου θα έπαυαν να μας αφορούν. Εξάλλου τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη στην πραγματικότητα. Και να συνέβη βέβαια εγώ το έχω απωθήσει, άρα είναι σα να μην έγινε ποτέ. Τη μητέρα μου συνέχισα να την σέβομαι και να την αγαπώ μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής της. Αν ήμουν κινηματογραφικός ήρωας θα ήμουν ο Νόρμαν Μπέητς. Έτσι θα της έδειχνα το σεβασμό και την ταπεινοφροσύνη που τόσο επιμελώς φρόντισε να μου διδάξει.

Είναι ήδη απόγευμα. Έξω έχει ακόμα φως και ακούω κάτι πουλιά να κελαηδάνε. Σηκώνομαι από τον καναπέ και σέρνομαι ως το μπαλκόνι. Η γειτόνισσα με το κομοδινί μαλλί πηγαινοέρχεται στο μπαλκόνι της με ένα λιβανιστήρι στο χέρι. Το θυμίαμα μυρίζει ως εδώ. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Την βλέπω που σταυροκοπιέται μουρμουρίζοντας. Υποθέτω πως έχει πιάσει συζήτηση με το Θεό. Ξαφνικά το εγγονάκι της θρήσκας βγαίνει στο μπαλκόνι και την πλησιάζει χαμογελαστό. Της πιάνει το ελεύθερο χέρι και το φιλάει. Εκείνη του χαϊδεύει το κεφάλι, το παίρνει από το χέρι και το πηγαίνει μέσα για φαγητό όπου διακρίνω οικογενειακή μάζωξη και καλεσμένους. Δίπλα τους η σημαία ανεμίζει ήσυχα. Μου αρέσει πολύ η ελληνική σημαία με το γαλανόλευκο σταυρό και τις λεπτές της ρίγες. Την βρίσκω μία από τις πιο εύστοχες και ενδιαφέρουσες σημαίες του κόσμου. Όπως και τη σπιτική ελληνική κουζίνα, την ελληνική οικογένεια, την ελληνική φιλοξενία και τα λοιπά.

Η κοιλιά μου γουργουρίζει. Ζαλίζομαι από αναγούλα και κούραση. Μπαίνω μέσα και πάω ως την κουζίνα για ένα ποτήρι νερό. Απόψε δεν έχω όρεξη ούτε για μακαρόνια ούτε για φακές. Το στόμα μου μυρίζει κρεατόσουπα και πύον. Φυσάω το χνώτο μου στην παλάμη και τα ρουθούνια μου συσπώνται από τρόμο. Θέλω να καπνίσω σαράντα τσιγάρα, να λιβανίσω με καπνό το διαμέρισμα, και μετά να βάλω τη δισκογραφία των σκύλων να παίζει στη διαπασών, αφού στη δισκοθήκη μου δεν διαθέτω τον εθνικό ύμνο. Μετά θα κάνω κοπάνα από την πραγματικότητα και θα ονειρευτώ πως τρώω πάστα ποντικάκι μέσα σε ένα καφενείο γεμάτο σκελετούς άγνωστων γέρων που επικεφαλής τους είναι ο διευθυντής. Πιο κει ο πατέρας μου θα στέκει μόνος του και θα με κοιτάζει λυπημένος, εγώ όμως θα κάνω πως δεν τον έχω δει.

 

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 13, 2013, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 5 Σχόλια.

  1. Μπράβο σου.
    (Ξερω πως ειναι ένα ανοητο σχόλιο άλλα οταν διαβάζω κατι που νιώθω πως πέτυχε ως γραφή παντα αυτό μου ρχετε να πω)

  2. Τώρα πια πρέπει να το παραδεχτώ:είναι ωραίος ως έλλην.

  3. «Ο αγώνας για ελευθερία, όπως και για κάθε άλλο ιδανικό, είναι δύσκολη υπόθεση κι εμένα η μητέρα μου δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια. Ήμουν ήδη ένας ηττημένος πολεμιστής. Ένας ρίψασπις.»

    χριστέμου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: