Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Ζ’

Lemon (1)

Η κοσμοθεωρία μου είναι πως δεν πρέπει να υπάρχουν κοσμοθεωρίες. Είμαι ένας ραδιοφωνικός δέκτης, μια κεραία, που συλλαμβάνω σήματα και ραδιοσυχνότητες από τον κόσμο κι έπειτα ανασυνθέτω τις πληροφορίες και βγάζω συμπεράσματα. Με τον ίδιο τρόπο μου δημιουργούνται εντυπώσεις, ιδέες και απόψεις. Αναμεμειγμένες με αναμνήσεις και εικόνες, που γίνονται μέσα στο μυαλό μου ένας παχύρρευστος χυλός ο οποίος όταν χωνευτεί αφήνει μέσα μου τα θρεπτικά συστατικά του και μετά μπορώ να αποβάλλω τη φύρα του. Όλα αυτά δεν τα σκέφτηκα μόνος μου, κάπου τα έχω διαβάσει. Με άλλη διατύπωση, φυσικά, με αντιπροσωπεύουν όμως απόλυτα. Κάποιος σοφότερος τα σκέφτηκε παλιά και εγώ τα ενστερνίστηκα αμέσως. Δεν ξέρω αν αυτό ονομάζεται κλοπή ή μιμητισμός, όμως οι ιδέες είναι για να κυκλοφορούν, να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται από όποιον τις πιστεύει.

Θα ήθελα να πάω κάπου διακοπές. Σε ένα άγνωστο μέρος, ολομόναχος. Και με κάποιο μαγικό τρόπο να εισχωρήσω στη ντόπια ζωή και να γίνω ένα με τον τόπο και τους κατοίκους του. Όχι μόνο με τους κατοίκους αλλά και με τα δέντρα, τα ζώα, το κλίμα, τη γεωγραφία. Αναρωτιέμαι συχνά αν οι διαστάσεις που γνωρίζουμε είναι οι μόνες που υπάρχουν. Θα μπορούσε άνετα να υφίσταται μια διάσταση που μέσα της να κινείται κάποιος συγκεχυμένα, ως αφηρημένη έννοια ή και το αντίθετο. Ως γενικός επόπτης. Σαν κινηματογραφική κάμερα, με άλλα λόγια. Να υπάρχει παντού και να έχει επίγνωση όλων όσων συμβαίνουν σε πολλαπλά επίπεδα, διαρκώς και αδιαλείπτως. Μπορεί σε αυτή την ενδεχόμενη άγνωστη διάσταση, κάπου πολύ μακριά ή και δίπλα μας, η σκέψη μου να εφαρμόζεται ήδη.

Όταν αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στην ιατρική σκόπευα να γίνω ψυχίατρος. Ήθελα να μπαίνω στη σκέψη των άλλων και να εξερευνώ τα κλειστά δωμάτια του νου τους. Και μετά να τους δείχνω σκιτσάκια με μουτζουρωμένες πεταλούδες και ασχημάτιστα σκουλήκια και να τους ρωτάω τι βλέπουν εκεί, αν αυτό που βλέπουν τους μιλάει και τι λέει, αν αλλάζει μορφή και αν είναι συμπαθητικό ή αν τους φοβίζει. Κι έτσι να βγάζω συμπεράσματα και να καταλήγω σε επιστημονικές εκτιμήσεις. Με τον καιρό κατάλαβα πως η προοπτική με ενοχλούσε. Είναι δυσάρεστο να βρίσκεσαι με κάποιον που ξέρεις πως μπορεί να διαβάσει ανά πάσα στιγμή τη σκέψη σου ή να ερμηνεύσει την παραμικρή σου κίνηση. Κανένας δεν θα ήθελε έναν ψυχίατρο στην παρέα του, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε εισβολή. Τους ψυχιάτρους ο κόσμος τους θέλει αυστηρά μέσα στα ιατρεία ή στις κλινικές τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μέντιουμ. Ο κόσμος, βαθιά μέσα του, τα μέντιουμ είτε τα κοροϊδεύει είτε τα φοβάται.

Η Βάσω ήταν μέντιουμ. Ήξερε να διαβάζει τον καφέ και να αποκαλύπτει το μέλλον. Ήταν στενές φίλες με τη μητέρα μου, που την υπεραγαπούσε. Στο σπίτι της ήταν χτισμένο στη μέση ενός κάμπου, αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Μου άρεσε το σπίτι αυτό. Ήταν μονόπατο, με σκεπή από Ελενίτ και έναν μεγάλο, αφρόντιστο κήπο. Κάθε φορά που πηγαίναμε εκεί τρελαινόμουν να παίζω με τα γατιά και τα σκυλιά της. Η μητέρα μου καθόταν μαζί της στην κουζίνα, φτιάχνανε καφέ και μόλις τον έπιναν αναποδογύριζαν τα φλιτζάνια στα πιατελάκια. Μερικές φορές έστρωναν πρώτα μια χαρτοπετσέτα, θυμάμαι όμως ότι η μάντισσα επέμενε πως για να γίνει σωστά η δουλειά έπρεπε να λερωθεί το πιάτο. Όταν έκανε κρύο με άφηναν να παίζω μπροστά στο τζάκι, όπου ήταν στρωμένη μια κουρελού γεμάτη χρώματα και μπόλικα ψίχουλα και μυρμήγκια. Ο αδελφός μου σιχαινόταν να καθίσει κατά γης, εμένα ήταν το καλύτερό μου. Εκείνος περίμενε στο σαλόνι με το βιβλίο στο χέρι κι εγώ έπιανα μυρμήγκια και τα πετούσα στη φωτιά. Αυτή είναι μια συνήθεια που με ενοχλεί όταν την θυμάμαι. Τότε όμως δεν σκεφτόμουν λογικά ούτε ήξερα τι σημαίνει τύψεις.

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που είχε αποκαλύψει στη μητέρα μου η φίλη της ήταν ο ίδιος ο θάνατός της. Ακούγεται ανατριχιαστικό, είναι όμως αλήθεια. Ήμουν μεγάλος πια για γατιά, σκυλιά και μυρμήγκια. Εκείνη τη μέρα καθόμουν στην πολυθρόνα με τα κόκκινα τριαντάφυλλα που υπήρχε στο χωλ και περίμενα να τελειώσουν. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το καλοκαίρι των δεκαεπτά μου χρόνων. Λίγες βδομάδες νωρίτερα η Βάσω είχε διακρίνει στον καφέ δυο ανθρώπους σε ένα δρόμο αδιέξοδο, χωρίς επιστροφή ή παρακάμψεις. Σε μια οριστική διαδρομή, όπως είχε παρατηρήσει. Φυσικά η μητέρα μου δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία ούτε θέλησε, φαντάζομαι, να πάρει πολύ στα σοβαρά το χρησμό. Ενδεχομένως δίστασε και να τον ερμηνεύσει. Η Βάσω ήταν σκεπτική εκείνη τη μέρα. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που την είδα.

Κάθομαι στην κουζίνα και κοιτάζω στον ακάλυπτο. Η Σοφία Αλευροπούλου έχει βγει στο μπαλκόνι με το ασύρματο τηλέφωνο στο αυτί και μιλάει. Πηγαινοέρχεται ασυναίσθητα από τη μία άκρη στην άλλη. Υπολογίζω πως το μπαλκόνι της έχει μήκος περίπου τέσσερα μέτρα. Από τη μία άκρη του μέχρι την άλλη, κάνει περίπου είκοσι βήματα. Στα σχοινιά κρέμονται σεντόνια και μαξιλαροθήκες. Ούτε ένα στρινγκάκι ή σουτιέν. Η σημερινή μπουγάδα έχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Πάντα με ήλκυαν οι λεπτομέρειες της ζωής της Σοφίας Αλευροπούλου. Σε τι χρώμα σεντόνια κοιμάται, τι είδους εσώρουχα φοράει, από τι υλικό είναι φτιαγμένες οι ποδιές για την κουζίνα της, τι περιοδικά της αρέσει να διαβάζει, τι μουσική ακούει, τι ώρα πηγαίνει για ύπνο, πώς βάφει τα νύχια της, πώς απαντά στο κουδούνι και διάφορα άλλα.

Ξαφνικά σκέφτομαι τη Σοφία Αλευροπούλου γριά. Με πατερίτσες, ή ακόμα χειρότερα με πι, άσπρα μαλλιά και ζαρωμένο πρόσωπο. Τα χέρια της είναι στιγματισμένα καφετιές κηλίδες και το δέρμα στο λαιμό της γεμάτο κρεμασμένες ρυτίδες. Έχει κοντύνει κάπως, όπως κονταίνουν όλοι όσο γερνούν, και είναι καμπούρα και δυσκίνητη. Κάνει μία ώρα να φτάσει από το ένα άκρο του μπαλκονιού στο άλλο. Καθ’ οδόν της φεύγουν λίγα ούρα, που σχηματίζουν πίσω της μια αχνιστή γραμμή. Είναι χειμώνας εντός κι εκτός, και η γειτόνισσά μου ετοιμάζεται να πεθάνει. Η σκέψη με στεναχωρεί και προσπαθώ να την διώξω αμέσως. Δακρύζω και ξαφνιάζομαι. Νιώθω άσχημα, είμαι σχεδόν τρομοκρατημένος. Δεν είχα καταλάβει πως η Σοφία Αλευροπούλου είναι τόσο σημαντική για μένα. Μπορεί να φταίει που μαζί με την εικόνα της, σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο της σκέψης μου, είδα και τη δική μου γερασμένη εικόνα.

«Η ψυχή σου είναι πολύ νέα. Δεν έχεις γεννηθεί πολλές φορές, γι’ αυτό και είσαι τόσο συναισθηματικός, και χαίρεσαι και λυπάσαι αμέσως», μου είχε πει η Βάσω μια φορά, πάνω σε μια κρίση μεταφυσικής διαύγειας. Εμένα δεν μου διάβαζε ποτέ τον καφέ. Μόνο με παρατηρούσε.

Ο συνταξιούχος περιπτεράς του πρώτου βλέπει τηλεόραση. Έχει απλώσει τα πόδια του σε μια πολυθρόνα και κάθεται ακίνητος. Στο ένα χέρι κρατάει το τηλεκοντρόλ και στο άλλο ένα τσιγάρο. Στο μπράτσο του καναπέ έχει ένα τασάκι, το οποίο όμως δεν διακρίνω αν είναι καθαρό ή ξέχειλο. Προσπαθώ να τον φανταστώ νεώτερο, μέσα στο περίπτερό του. Να περνάει όλη τη μέρα βάζοντας και βγάζοντας το χέρι στους πελάτες του, δίνοντας σοκοφρέτες ή ρέστα. Να ακούει λαϊκά στο ραδιόφωνο και να αναστενάζει για μια περαστική με κόκκινο φόρεμα και ωραίες γάμπες, που κρατάει στο χέρι ένα μωρό το οποίο της μοιάζει, δεν είναι όμως δικό του. Αναρωτιέμαι τι είδους γυναίκες να ερωτεύεται ο περιπτεράς. Και τι τρόπο βρίσκει τώρα πια για να τις προσεγγίζει.

Η ώρα κοντεύει μία και το στομάχι μου με κόβει. Θυμάμαι πως έχω να φάω από προχθές και αποφασίζω να σηκωθώ να μαγειρέψω. Βγάζω τη σακούλα με τις φακές απ’ το μανάβη, μια σκελίδα σκόρδο και ένα χοντρό κρεμμύδι. Ανάβω το μάτι και βάζω να βράσει το νερό. Μετά ρίχνω τέσσερις χούφτες φακές στο τραπέζι και αρχίζω να τις καθαρίζω. Βγάζω τα πετραδάκια και τους κόκκους σταριού και τα παραμερίζω με τη γωνία της παλάμης. Έχω τεράστια υπομονή, προσέχω πολύ μη μου φύγει κάτι. Τις φακές τις ρίχνω σε ένα πλαστικό μπλε λεκανάκι που ακουμπά στα πόδια μου. Όταν τελειώνει το καθάρισμα, τις ξεβγάζω στο νεροχύτη και τις ρίχνω στο νερό να κοχλάσουν. Μετά κόβω το κρεμμύδι και το σκόρδο και ψαρεύω ένα φύλλο δάφνης από το βαζάκι με τα μυρωδικά. Αδειάζω το πρώτο νερό και κρατάω τις φακές στο σουρωτήρι. Το μάρμαρο του νεροχύτη έχει γίνει καφέ. Λίγοι κόκκοι φακής μου ξέφυγαν και φράζουν το σιφόνι. Οι ατμοί με τσούζουν στα μάτια και μου κόβουν την αναπνοή. Ρίχνω τις φακές στην κατσαρόλα, προσθέτω το κρεμμύδι, το σκόρδο και τη δάφνη και ξαναγεμίζω με νερό. Μόλις αρχίσει να βράζει το φαγητό προσθέτω τη ντομάτα και μπόλικο αλατοπίπερο. Λίγο πριν σερβιριστώ μια ξέχειλη γαβάθα, ρίχνω λίγο λάδι και ανακατεύω να πάει παντού.

Απ’ έξω ακούγεται ένα τραγούδι του Μητροπάνου. «Σ΄αγαπώ σαν αμαρτία, σε μισώ σα φυλακή, κόψε με λοιπόν στα τρία, στάλα αίμα δεν θα βγει». Και φωνές παιδιών από το διπλανό σχολείο, κόρνες, γατιά που νιαουρίζουν στον ακάλυπτο, ένα παράθυρο που κλείνει απότομα, πουλιά. Νιώθω ήρεμος και παραξενεμένος. Τελειώνω το φαΐ μου και κατεβάζω ένα μεγάλο ποτήρι νερό. Καφέ δεν έχω έτοιμο, θα χρειαστεί να φτιάξω. Μουρμουρίζω το τραγούδι του Μητροπάνου και το αφιερώνω νοερά στη Σοφία Αλευροπούλου, που αν την γνώριζα κανονικά μπορεί και να μην την αγαπούσα καθόλου. Βάζω το μπρίκι να βράσει, ρίχνω τα υλικά και περιμένω. Κοιτάζω τον καφέ από την πρώτη στιγμή της παρασκευής του μέχρι την τελευταία σαν να του κάνω μάγια. Μόλις αρχίσει να φουσκώνει τον κατεβάζω απ’ τη φωτιά και τον σερβίρω σε μια πήλινη κούπα με τον Τουίτι.

Περπατάω με αργά βήματα ως το σαλόνι. Σκέφτομαι πως μέσα στα εξήντα τετραγωνικά μου πρέπει να ανακαλύψω νοήματα, σκοπούς και ελευθερίες. Το ταξίδι μου φαίνεται ενδιαφέρον και αρκετά προκλητικό. Κυρίως όμως μου φαίνεται ασφαλές και ξεκάθαρο. Εδώ μέσα δεν μπορεί να με προδώσει κανείς και δεν μπορώ να προδώσω κανέναν. Δεν οφείλω να συγχωρήσω κάποιον ούτε να του ζητήσω συγγνώμη για να συγχωρεθώ. Δεν περιμένω να θυσιαστεί κανείς για μένα ούτε πρέπει να θυσιαστώ εγώ γι΄αυτόν. Είμαι μόνος μου, μακριά από συζητήσεις, διαιτησίες, εξηγήσεις και παρεξηγήσεις. Είμαι ένας ταξιδιώτης που κατευθύνεται προς το κέντρο του εαυτού του. Μπορώ να παραληρώ, να τρώω, να κοιμάμαι, να κάνω ή να μην κάνω, να ερμηνεύω τις σκέψεις μου, όπως μπορώ και να αφήνω αναπάντητα όσα ερωτήματα δεν θέλω να λύσω. Η κατεύθυνσή μου είναι σαφής και οι όροι δικοί μου. Νιώθω τρομερά μόνος και ταυτόχρονα τελείως ελεύθερος. Σαν αρχηγός χωρίς στρατηγική αλλά με απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Ή σαν βασιλιάς στο σκάκι.

Κάθομαι στον κόκκινο καναπέ και κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω πως έχω ξεχάσει το στερεοφωνικό ανοιχτό από χτες. Τα κουμπιά είναι όλα αναμμένα. Ούτε που με νοιάζει. Ανάβω ένα τσιγάρο και φυσάω στο ταβάνι τον καπνό. Σκέφτομαι σε αργή κίνηση και μου αρέσει. Οι ανάγκες μου είναι ελάχιστες. Υποχρεώσεις δεν έχω. Ούτε προοπτικές ή σχέδια για το μέλλον. Όσο μου φτάνουν τα λεφτά για ρεύμα και νερό, θα κάνω πως δεν υπάρχει ο έξω κόσμος. Μετά, θα δω. Αν έρθει η κατάλληλη στιγμή, μπορεί ανάμεσα σε μένα και την κοινωνία να διαιτητεύσουν οι σκύλοι. Να βγάλουν κάποιο πόρισμα αυτοί, που τους ακούω τώρα στο δρόμο να αλυχτάνε παράξενα, σαν να θέλουν να με προειδοποιήσουν για κάτι. Σκέφτομαι τα σκυλιά στο κτήμα της Βάσως, το χρησμό του θανατικού, τα μυρμήγκια που πετούσα στις φλόγες και την πολυθρόνα με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Μετά σκέφτομαι τον αδελφό μου, τη Νταίζη, τους γονείς μου στο τραπεζάκι του πικ νικ. Ένας κόμπος ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό μου. Βήχω και καταπίνω το φλέμα μου. Μετά ρουφάω μια γουλιά καφέ και νιώθω τη μυρωδιά του να μου αρωματίζει τον ουρανίσκο. Γλύφω τα μούσια μου και νιώθω λίγη αηδία. Οι τρίχες στη γλώσσα είναι κάτι που μισώ.

Είμαι ένας απορημένος Ροβινσώνας Κρούσος που ζει μια βυθισμένη περιπέτεια. Δεν φαντάζομαι τι μπορεί να μου συμβεί σε μια ώρα ή σε μια ζωή. Ξέρω μόνο πως αυτή τη στιγμή θα ήθελα να είχα τους τρεις σκύλους εδώ μπροστά μου, να καθόμασταν όλοι μαζί στο πάτωμα και να περνούσαμε λίγη ώρα ακίνητοι, κοιτώντας ο ένας τα μάτια των άλλων. Κι έτσι να μάθαινα πολλά. Να γνώριζα κάτι πάρα πάνω.

 

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 14, 2013, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 6 Σχόλια.

  1. Εκατό χρόνια μοναξιάς,the greek version.

    Αλήθεια,όταν κάνει κρύο κι ανάβουμε το τζάκι,υπάρχουν μυρμήγκια;(Προβλέψιμος,ε;)

  2. Υπάρχουν, ναι. Είναι χειμωνιάτικα μυρμήγκια.
    Έχω δει εξάλλου. Τα είδε και ο ήρωας 😉

    (ποτέ!)

  3. αισιως στο ζ΄’ =)

  4. Ναι, αλλά σκέφτομαι μήπως πρέπει να το λήξω εδώ, γιατί ίσως γίνει κουραστικό…
    Καλημέρες περαστικέ 🙂

  5. εσεις ξερετε που ληγει η ιστορια,εμεις ερμαια των λεξεων που παρατασσονται:)καλησπερες

  6. Όχι, η ιστορία συνεχίζεται κανονικά στο αρχείο του σκληρού μου δίσκου. Για τη δημοσίευση των αποσπασμάτων έλεγα… 🙂
    Καλησπέρες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: