Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Η’

Egon-Schiele-07

Έξω οι νεραντζιές γέμισαν νεραντζάκια. Δεν είναι υποκοριστικό – τα μισώ τα υποκοριστικά, με βγάζουν εκτός εαυτού. Πρόκειται όντως για κάτι πολύ μικρά, πολύ πορτοκαλί νεράντζια. Σαν αυγονέραντζα, ας πούμε. Ή νεραντζομπαλάκια του τένις. Γελοία παρομοίωση, παραστατική εντούτοις. Είναι παράξενο που τα δέντρα έχουν ταυτόχρονα άνθη και καρπούς. Μπορεί να φταίει αυτό που μας ψεκάζουν. Ή η άνοιξη, που φέτος παζαρεύει τις μέρες της με το χειμώνα και τα κάνουν όλα λίμπα στη μοιρασιά.

Λίμπα είναι ένα μεγάλο, πήλινο κιούπι, που μέσα του παλιά φυλάγανε το λάδι. Θυμάμαι μια λίμπα της γιαγιάς μου στην αποθήκη του σπιτιού της. Για την ακρίβεια θυμάμαι τη μυρωδιά του λαδιού, έτσι όπως έσκυβα πάνω από το στόμιο και έπαιρνα βαθιές εισπνοές. Πολύ έντονη. Ήθελα να πέσω μέσα. Τώρα που σκέφτομαι εκείνο το πρασινωπό λάδι, το στόμα μου γεμίζει σάλια. Ξεροκαταπίνω και συνεχίζω να θυμάμαι τη μυρωδιά του. Αδυνατώ να καταλάβω επ’ ακριβώς τη μεταφορά, υποθέτω όμως πως εφόσον η λίμπα είναι ένα μεγάλο δοχείο γεμάτο λάδι, έτσι και η έκφραση σημαίνει πως η περιρρέουσα κατάσταση μοιάζει με λίμπα. Με ένα ευρύχωρο πλαίσιο με χύμα περιεχόμενο, δηλαδή.

Τώρα που το σκέφτομαι αυτό, νιώθω σαν τον Διογένη. Το διαμέρισμά μου είναι το πιθάρι μου, κι εγώ κρύβομαι μέσα. Είμαι ασφαλής, δεν θέλω να το κουνήσω από δω. Είμαι ο άνδρας μέσα στο κιούπι, όπου όλα είναι χύμα. Η λάντζα μπερδεύεται με τις σκέψεις μου, τα άπλυτα ρούχα με τα βήματά μου, εγώ ο ίδιος με τις αντανακλάσεις μου στον καθρέφτη της τουαλέτας. Έξω από το παράθυρό μου ανθίζουν αφύσικα νεράντζια και γαυγίζουν αδέσποτα σκυλιά. Στον ακάλυπτο, μια γυναίκα απλώνει τα ασπρόρουχά της κι ένας πρώην περιπτεράς λύνει σταυρόλεξα. Στον ουρανό πετάνε ραδιενεργά σύννεφα και μέλισσες και στα Τάρταρα τα ποντίκια, οι κατσαρίδες και οι άστεγοι φιλονικούν για ένα ξεροκόμματο και ψάχνουν να βρουν την άκρη. Αν το πολυσκεφτώ αυτό το τελευταίο νομίζω πως θα σαλέψω.

Χτες το βράδυ σκεφτόμουν πως η αγάπη πρέπει να εφευρεθεί ξανά. Να πάψουν οι άνθρωποι να την φοβούνται. Να μην την επιδιώκουν τόσο ασφυκτικά για να επουλώσει την ανασφάλειά τους. Η αγάπη πρέπει να σταματήσει να είναι ένα δακρύβρεχτο παιχνίδι ελιγμών με στρατηγικές κινήσεις και σαφή χαρακτηριστικά. Πρέπει να μεταβληθεί σε ένα πανανθρώπινο, απλόχερα δοσμένο αγαθό στο οποίο να υπάρχει πρόσβαση αναλόγως τις ορέξεις και τις ανάγκες του καθενός. Όπως το μάννα. Όποιος πεινάει πολύ, να παίρνει διπλή μερίδα. Όποιος χόρτασε, να κάθεται στην άκρη και να χωνεύει. Όποιος ατύχησε να γυρίζει ο τροχός και να του πέφτει μπόλικη στο κεφάλι και όποιος ευνοήθηκε από αυτήν να μπορεί να νιώσει ευτυχισμένος. Οι άνθρωποι που περιφέρονται γύρω από την αγάπη μου θυμίζουν πυγολαμπίδες. Έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, μόνο να καούν μπορούν. Αν όμως η αγάπη εφευρεθεί ξανά, αν ξαναγραφτεί καθαρά μέσα μας όπως γράφεται ένα καινούριο βιβλίο ή μια ανιδιοτελής μουσική, τότε μπορεί και να υπάρχει ελπίδα.

Είναι μεσημέρι και η ζέστη μου ανεβαίνει στο λαιμό. Μου φράζει τις φωνητικές χορδές και απελευθερώνεται αργά και βασανιστικά από το λαρύγγι μου, σαν καυτή ανάσα. Αν γινόταν να βγω από το πιθάρι μου θα ήθελα να πάω στη θάλασσα. Σε μια ερημική, βραχώδη παραλία, με βότσαλα και βούρλα. Ξέρω βέβαια πως τα βούρλα φυτρώνουν στα έλη, όμως η εικόνα είναι αυθαίρετη κι έτσι μπορώ να την στολίσω ή να την βρωμίσω με ό, τι μου κάνει κέφι. Ο ουρανός θα ήταν καθαρός και στον αέρα, που θα μύριζε πασχαλινή βιολέτα, θα πετούσαν πουλιά. Εγώ θα περπατούσα σύριζα στη θάλασσα, εκεί που θα είχε βότσαλα μαζί με άμμο. Γύρω από τους αστραγάλους μου θα κολυμπούσαν χρωματιστά χρυσόψαρα με λαμπερά χρώματα. Μωβ, πράσινα, πορτοκαλί και γαλάζια. Το μεσημέρι τα ψάρια θα άρχιζαν να αιωρούνται στον χλιαρό αέρα. Εγώ θα συνέχιζα να περπατάω και κάθε τόσο θα έσπρωχνα με το χέρι τα ιπτάμενα ψάρια πίσω στο νερό. Τα λέπια τους θα ήταν βελούδινα και ζεστά. Όλα γύρω μου γαλήνια.

Το απόγευμα, όταν ο ουρανός θα είχε γεμίσει σύννεφα και η θάλασσα θα ήταν γκριζωπή, θα έκανα μια βουτιά στα ρηχά και θα συναντούσα τρεις ασημένιους Κένταυρους που θα χοροπηδούσαν μέσα στο νερό. Όλα θα ήταν δροσερά, και από μια σχισμή του ουρανού θα έσταζε σαν βροχή η μουσική του Τρυποκάρυδου. Μόλις τελείωνε θα έφευγα και θα γυρνούσα σπίτι. Ως τη νύχτα το όνειρο θα είχε ενσταλαχτεί μέσα μου σαν αρχαία γνώση και μια νεογέννητη αρμονία θα αντικαθιστούσε το χάος και την αβεβαιότητα της λίμπας. Η αγάπη θα είχε εφευρεθεί ξανά και εγώ θα ήμουν εξαγνισμένος.

Αν υποθέσουμε πως τα σώματα των ανθρώπων και των ζώων κατοικούνται από ιστορίες, το δικό μου θα ήταν ένα θησαυροφυλάκιο παράδοξων ονείρων, μαγειρικών συνταγών – δύο για την ακρίβεια, μερικών χιλιάδων σελίδων Ανατομίας, Παθολογίας και Ιστολογίας με ανατριχιαστικά παραδείγματα νοσημάτων και αντενδείξεις φαρμακευτικών αγωγών, ελάχιστων ημερολογιακών δοκιμών και κάμποσων ευσεβών πόθων. Οι ιστορίες των σκύλων της γειτονιάς θα είχαν μάλλον περισσότερα να πουν, εφόσον είναι βέβαιο πως όσο λιγότερο μιλάει κανείς τόσα περισσότερα κρύβει μέσα στο μυαλό του. Έχω εξάλλου καταλήξει στο συμπέρασμα πως, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, οι άνθρωποι είναι πληκτικοί, ρηχοί και γελοίοι. Ιδίως όσοι προσπαθούν να αποδείξουν το αντίθετο με κουβέντες και συμπεριφορές τόσο δήθεν, που η υποκρισία τους φωνάζει δυνατότερα κι από τη σειρήνα του μπατσικού που κατηφορίζει στο δρόμο.

Η μέρα όμως δεν περνάει με όνειρα και αμπελοφιλοσοφίες. Θέλω να φτιάξω κάτι να φάω κι έπειτα να πιω ένα ολόκληρο λίτρο νερό. Είμαι ένα λιμασμένο γουρούνι που περιφέρεται στο λασπωμένο χωράφι όπου το ξέχασαν τα αφεντικά του μέχρι να το θυμηθούν και να το οδηγήσουν στη σφαγή. Το ρολόι τρέχει. Έξω βουίζει ακόμα η σειρήνα του περιπολικού. Ο ήχος της με ταράζει. Ποτέ δεν θα γινόμουν αστυνομικός. Πέρα απ’ όλα τα άλλα, η ζωή μέσα σε ένα περιπολικό που τρέχει στους δρόμους σφυρίζοντας και λαμποκοπώντας σαν ούφο θα με έκανε να ντρέπομαι οικτρά. Δεν νιώθω το ίδιο για τα ασθενοφόρα. Αν όμως είχα να διαλέξω ανάμεσα σε κλέφτη κι αστυνόμο, θα προτιμούσα σίγουρα το πρώτο. Ευτυχώς δεν τίθεται το δίλημμα. Απλώς πεινάω. Και η αγάπη ακόμα να εφευρεθεί ξανά.

Κοιτάζω από το παράθυρο και βλέπω πως έπιασε μπόρα. Η μπουγάδα της Σοφίας Αλευροπούλου θα πλυθεί με βρόχινο νερό και οι νεραντζιές θα ποτιστούν ωραία. Βάζω τα μακαρόνια να βράσουν και βγαίνω στο μπαλκόνι. Κρεμιέμαι στο κάγκελο. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν έπεφτα. Πώς θα φαινόταν το σώμα μου από ψηλά. Μάλλον θα έμοιαζα με τα πτώματα που βρίσκουν στις αστυνομικές σειρές, σχεδιάζουν με κιμωλία το περίγραμμά τους στην άσφαλτο και μετά αναζητούν το δολοφόνο. Ζουμ στο τσακισμένο σώμα και μετά στα βυζιά της σέξι αστυνομικίνας. Και η δράση συνεχίζεται. Η κάμερα δεν σταματά ποτέ. Θέλω να πιω λίγη βροχή. Χωρίς ποτήρι. Με το στόμα. Κατευθείαν από τον ουρανό. Στο δρόμο ερημιά. Από το μπαλκόνι της απέναντι στάζει ένα ρυάκι. Καταλήγει στις λαμαρίνες του κόκκινου αυτοκινήτου και κάνει θόρυβο. Οι σκύλοι έχουν λουφάξει κάτω από το υπόστεγο και χαζεύουν το νερό που κυλάει. Αυτά τα τρία σκυλιά μου δίνουν ελπίδα. Από αυτά θα εφευρεθεί ξανά η αγάπη. Αυτά κρύβουν μέσα τους τις ιστορίες που θα ήθελα να πω.

 

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 17, 2013, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 10 Σχόλια.

  1. Καλησπέρα αγαπητή….

    Σκεφτήκατε ίσως τι θα γινόταν αν η λίμπα έσπαγε ξάφνου σε χίλια κομάτια, ενώ θα ήταν γεμάτη ξέχειλη με λάδι;

    Μάλλον εκεί με παραπέμπει η γνωστή έκφραση και η φαντασία μου…

    Και τα σώματα όλων των ζωντανών είναι όντως βιβλία….απλά δεν έχουμε μάθει ακόμη την ανάγνωση που χρειάζεται ….

    Να ‘στε καλά…

    Και επιτρέψτε μου μια αφιέρωση:

  2. Αυτή η ματιά σου που μεταφέρει σε άλλο επίπεδο όλους τους παράξενους και τους κάνει σάρκα μας, που αποδέχεται όλη την παραξενιά μας, είναι το ακριβότερο αντικαταθλιπτικό να ξέρεις.

  3. Κάτι τέτοια σχόλια με κάνουν και αλλάζω γνώμη, κι εκεί που έλεγα να μην δημοσιεύσω άλλο από αυτό το κείμενο, το επόμενο κεφάλαιο στέκεται και περιμένει στο κατώφλι…

  4. Ελπιδοφόρο το σημερινό 🙂

  5. Ε, δεν είναι και πάντα στα μαύρα του τα χάλια ο καημένος 🙂

  6. Συγκατοικώ με τον ήρωά σου. Ζω μαζί του από το Μέρος Α’. Όταν δεν έχω νέα του τον σκέφτομαι.
    Καλησπέρα.

  7. Η μη δημοσίευση-έστω και η πρόθεση μη δημοσίευσης-των υπολοίπων κομματιών υποπίπτει στις διατάξεις του ποινικού κώδικος περί διατάραξης της κοινής ειρήνης και δόλιας έκθεσης του κοινού σε κίνδυνο.Συμβουλευτείτε τον νομικό σας σύμβουλο.Επιφυλασσόμεθα δια παν ένδικο μέσο.

  8. Προσπαθούσα να διαλέξω ποιο κομμάτι να αντιγράψω για να το κάνω share στα διαφορα σόσιαλ μήδια και δυσκολεύτηκα τραγικά να καταλήξω.

    Πολύ πεζό σχόλιο. Πάμε πάλι.

    Αυτός ο τύπος είναι ερωτεύσιμος όσο και καταστροφικός.

    Πάμε πάλι….

  9. Ο Σελιτσάνος και η Κροτ είναι οι δάκτυλοι του κακού. Πώς να τους αρνηθεί κανείς την έκθεση; Οχι, δεν εννοώ την έκθεση ιδεών…
    Υπόκλιση στο πείσμα. Και στο γούστο. Κυρίως σε αυτό.
    Ο ένας απειλεί με ασφαλιστικά μέτρα και η άλλη ερωτεύεται.
    Πάμε πάλι.
    Μέρος Θ΄τη Δευτέρα, και το κρίμα στο λαιμό τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: