Οικογενειακές διακοπές

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ την 1η Σεπτεμβρίου 2013)

Το αλυσιδάκι με τον Εσταυρωμένο και το κομπολόι «από καθαρό κεχριμπάρι», δώρο της κουνιάδας από το Ναύπλιο, πηγαινοέρχονταν κάνοντας ένα ρυθμικό τίκι-τίκι πάνω στις στροφές. Έπιασε το δικέφαλο μπρελόκ και το τύλιξε γύρω από το καθρεφτάκι. Μπροστά τους δρόμος. Ούτε τοπία ούτε θέα έβλεπε. Μόνο άσφαλτο. Δίπλα του εκείνη προσπαθούσε να διαβάσει ένα χάρτη. Πίσω τα δίδυμα ήταν σκυμμένα στα ηλεκτρονικά τους. Οι ζώνες ασφαλείας τούς έφταναν ως το λαιμό. Τα πόδια τους αιωρούνταν σαν εκκρεμή μπροστά από το κάθισμα. Από την ώρα που είχαν μπει στο αμάξι δεν είχαν ακουστεί. Η μαγική οθόνη είχε απορροφήσει τις φωνές τους.

 «Χίλιες φορές στο έχω πει, ένα τζι πι ες είναι απαραίτητο», τον κοίταξε στραβά.

 «Παλιά πώς πήγαιναν διακοπές οι άνθρωποι;», πέταξε κι έσφιξε το τιμόνι.

 Ξεφύσησε εκνευρισμένη. Γύρισε και της χαμογέλασε. «Μπλιπ!» έκανε το ηλεκτρονικό. Το μεγαλύτερο –κατά ενάμισι λεπτό– από τα δίδυμα αναφώνησε «γιεςςς!».

 «Άστο το παλιά! Τώρα τι κάνουμε», είπε γράφοντας με το δάχτυλο τη διαδρομή από το Λαούτι μέχρι τη Στεγνή.

 «Όταν πηγαίναμε με τα σακίδια στον Πειραιά και μπουκάραμε σε όποιο πλοίο έφευγε πρώτο χωρίς να ξέρουμε προορισμό δεν σε ανησυχούσε η έλλειψη προσανατολισμού», της απάντησε ψύχραιμα.

 «Δεν είσαι πια είκοσι χρονών, ακόμα και αν νιώθεις έτσι», του έκοψε τη φόρα.

Η φωνή της ήταν στεγνή. Τα φρύδια ανασηκωμένα. Όλα πάνω της γκρίνιαζαν. Έβγαλε φλας και έστριψε στο σταυροδρόμι με το κυκλαδίτικο εκκλησάκι. Κάτω απλώνονταν τα Κιόνια. Έριξε μια ματιά και επανήλθε. Η θέα από τόσο ψηλά του έφερνε ζαλάδα. Έπιασε άκρη και κατέβασε τρίτη. Η ανηφόρα ήταν κουραστική για το Ρενώ του ’95.

 «Κάνε μια στάση όπου μπορείς, θέλω να καπνίσω», είπε κι έβγαλε τη ζώνη της.

Έκανε δεξιά και σταμάτησε σε ένα πλάτωμα γεμάτο γαϊδουράγκαθα και ξερά χόρτα. Τα δίδυμα δεν κατάλαβαν πως το αμάξι σταμάτησε. Οι οθόνες είχαν καταπιεί και την αντίληψή τους. Στην κορυφή του λόφου διέκρινε τα ερείπια ενός ανεμόμυλου και πιο πέρα δυο τρεις περιστερώνες.

 «Επίσης κανόνισε φέτος να αλλάξουμε αμάξι. Ένα 4×4 χρειαζόμαστε τώρα με τα παιδιά. Τι να μας κάνει η σακαράκα;».

 «Κάποτε το γούσταρες, τώρα σε χαλάει;». Άναψε τσιγάρο και την κοίταξε.

 «Τώρα εσύ γιατί καπνίζεις; Για να μου τη σπάσεις;» εκνευρίστηκε.

Ο θυμός δεν της πήγαινε. Την έκανε να φαίνεται άσχημη, κουρασμένη. Επαναληπτική. Στο λιμάνι έμπαινε ένα κρουαζιερόπλοιο. Δίπλα στη γάμπα του πετούσε μια μέλισσα. Τίναξε το πόδι και αποτελείωσε το τσιγάρο του. Πατίκωσε τη γόπα και τεντώθηκε. Το παλιό λουμπάγκο μούγκρισε πάνω στη σπονδυλική του στήλη.

 «Και να βρεις άλλο ξενοδοχείο, με πισίνα. Αυτό που μένουμε είναι χάλια».

 «Στις Κυκλάδες ξενοδοχείο με πισίνα; Θα μας κλείσουν στο τρελάδικο».

 «Με εκνευρίζει η αδιαφορία σου».

 «Όταν μιλάς έτσι με απελπίζεις».

 «Εσύ με απελπίζεις, μιλάς δε μιλάς!»

 Την κοίταξε. Κατάπιε το σάλιο του και έχωσε το πακέτο στην τσέπη της μπλούζας. Τρία τσιγάρα είχαν απομείνει, θα τα κάπνιζε το απόγευμα, με τον καφέ. Κρυφά, γιατί κάθε φορά που τον έβλεπε γκρίνιαζε. Μετά το πρώτο του έμφραγμα, στα σαράντα έξι, ο γιατρός του είχε πει να το κόψει μαχαίρι. Θα το έκοβε. Όποτε μπορούσε.

 Σκέφτηκε τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί. Τους πρώτους μήνες του ερωτικού παροξυσμού, την απρόβλεπτη εγκυμοσύνη που επέσπευσε τα πράγματα, τα κυριακάτικα τραπέζια με τα πεθερικά και τους κουμπάρους, τις δόσεις για το σπίτι, το Πάσχα στο εξοχικό της αδερφής της, τα ανιψάκια να πετάνε τα λουκάνικα από το μπάρμπεκιου στο σκύλο, το κάρβουνο που έκαψε το μάτι του σκύλου, τον τυφλό σκύλο που τώρα τον φύλαγε η γειτόνισσα μαζί με τα γεράνια στο μπαλκόνι, την αηδία που του έφερναν τα γεράνια, οι χοντρές γειτόνισσες, τα λιπαρά σαββατοκύριακα με το μουσακά της πεθεράς στο τάπερ, το λουλουδάτο νυχτικό που είχε αντικαταστήσει την αλλοτινή γύμνια της στο κρεβάτι, τη φωνή της που είχε γίνει τσιριχτή, τα είκοσι επιπλέον κιλά πάνω στο πάλαι ποτέ λιγνό σώμα.

 «Ασφυξία».

 «Τι μουρμουράς πάλι; Παραμιλάς; Άντε, μεσημεριάσαμε».

 Μπήκαν στο αμάξι και συνέχισαν προς τη Χώρα. Του είπε ότι αποφάσισε πως στη Στεγνή θα πήγαιναν το απόγευμα. Δεν της απάντησε.

 «Άσε μας να φάμε παγωτό στα Χάγκεν Ντας και άντε να φέρεις μαγιό και πετσέτες από το ξενοδοχείο. Θα πάμε για μπάνιο πριν το φαγητό. Παιδιά, ελάτε!»

Πήρε τα δίδυμα από το χέρι και τον άφησε δίπλα στο περίπτερο, χωρίς να περιμένει απάντηση.

 «Θα μας βρεις εδώ, μην αργήσεις», φώναξε και τράβηξε τον μικρό που προσπαθούσε να κλωτσήσει μια γάτα που έτρωγε σκουπίδια.

 Έβαλε πρώτη και οδήγησε προς το ξενοδοχείο. Χαιρέτισε τη ρεσεψιονίστ και ανέβηκε στο δωμάτιο. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε τη θάλασσα. Στο βάθος διέκρινε τη Μύκονο, πιο κει τη Σύρο. Κάθισε στη σεζ λονγκ και άναψε τσιγάρο.

 «Θα κάνω όσα σου τη σπάνε», σκέφτηκε. «Θα σβήνω το τσιγάρο μου στο νεροχύτη, θα αφήνω το φλιτζάνι στο τραπέζι, το σώβρακο στο πάτωμα, τις κάλτσες δίπλα στο κρεβάτι, τις εφημερίδες στο σαλόνι, τα φώτα αναμμένα, τη λάντζα άπλυτη, τα γένια μου αξύριστα. Θα κυκλοφορώ γυμνός στο σπίτι, δεν θα λέω καλημέρα στη γειτόνισσα, θα ακούω ροκιές ως το πρωί και θα οδηγώ το Ρενώ μέχρι να πεθάνω».

 Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Ήταν αυτή. Τον ρώτησε γιατί αργεί. Βρήκε μια δικαιολογία και της το έκλεισε.

 «Πρέπει να εκραγώ. Όμως ζω στο βάλτο, και στο βάλτο δεν γίνονται εκρήξεις».

Μάζεψε στην τσάντα τα μαγιό και τα μπρατσάκια. Το αντηλιακό, τα βατραχοπέδιλα, τις μάσκες, τις πετσέτες. Σε δέκα λεπτά τους κόρναρε και φουλάρισε τον κλιματισμό. Μπήκαν μέσα. Ξεκίνησε. Λίγο αργότερα έστρωσε τις πετσέτες και φόρεσε τα μπρατσάκια στα παιδιά.

 «Βάλε μου λίγο αντηλιακό», του ζήτησε και έλυσε το κορδόνι του μαγιό της.

Πήρε το Κόπερτον και έλουσε την πλάτη της με λάδι. Άρχισε να την τρίβει μαλακά πάνω κάτω. Οι δίπλες γύρω από τη μέση της φούσκωναν και ξεφούσκωναν σαν φρατζόλες. Ο πισινός της δυο τεράστια βουνά. Τα δίδυμα τσίριζαν στην ακρογιαλιά. Η πλάτη της του φαινόταν ξένη. Ο ήλιος του έκαιγε τα μάτια. Μια Γερμανίδα μιλούσε δυνατά. Ο άντρας της ρευόταν στη διπλανή ξαπλώστρα. Παράτησε το αντηλιακό και άρχισε να τρέχει. Οι πατούσες του τσουρουφλίστηκαν στα βότσαλα. Το κεφάλι του βούιζε σαν δαιμονισμένο. Βούτηξε στο νερό και ορκίστηκε να μην ξαναβγεί ποτέ από ’κει μέσα. Ποτέ. Ποτέ του.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Σεπτεμβρίου 3, 2013, in Αυγή and tagged . Bookmark the permalink. 5 Σχόλια.

  1. Τι στροφές φέρνει η ζωή…Και άντε να κρατήσεις το τιμόνι σε ισορροπία!
    *πνίγηκα σου λέω…

  2. Καλησπέρα αγαπητή….

    Καλό Φθινόπωρο……

  3. το έχουμε ξαναδιαβάσει;

  4. Φιλιά, βολτίτσα. Και να μην ξεχνάς να αναπνέειες! – Γεια σου Raggedy με τα ωραία σου! – χρηχα καλό φθινόπωρο και καλούς αγώνες, φίλε! – Αναννούλα, όχι. Απ’ όσο θυμάμαι, δηλαδή…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: