Η αποθήκη της Ιστορίας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 7 Σεπτεμβρίου 2013)

Όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνω, βλέπω ότι μοιάζω όλο και περισσότερο με κάτι μεσήλικες που, ενώ έχουν αλλάξει σαράντα και πενήντα φορές τομάρι, κατά βάθος παραμένουν τα ίδια αμετανόητα παιδιά. Νοσταλγώ όλο και λιγότερα, όλο και πιο απλά πράγματα, που στην πλειοψηφία τους είναι λεπτομέρειες κάποιων εικόνων που παλιά μπορεί να μου περνούσαν μέχρι και απαρατήρητες. Έτσι νόμιζα, τουλάχιστον. Όσα ήταν αυτονόητα τη στιγμή που συνέβαιναν, τώρα αποτελούν συλλεκτικές σκέψεις για μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί και μαζί της πήρε τη γλυκύτητα ενός καιρού που πλέον επανέρχεται μόνο στα όνειρα. Ή στις ευχές μου.

Μια γέρικη γάτα στο λιακωτό το μεσημέρι, η δροσιά της φτέρνας πάνω στο τσιμέντο του λινού πριν πατήσουμε σταφύλια, η μυρωδιά από το πρώτο λάδι στο λιοτρίβι, η καμένη ντομάτα στο χείλος του τηγανιού όπου μαγειρευόταν ο καγιανάς, το ξύλινο τραπέζι κάτω από τη μεγάλη κληματαριά, τα βαρέλια στην ταβέρνα της οδού Θεοτόκη, τα χέρια κάποιων αγαπημένων, οι φωνές τους, ένα γαλάζιο πουκάμισο πάνω τους. Μια ρυτίδα. Το μοιρολόι της γιαγιάς για τους ξενιτεμένους της, το ρολόι του παππού κρεμασμένο στο ξύλο του κρεβατιού του, τα ματωμένα γόνατα των φίλων όταν παίζαμε κρυφτό, το νυχτολούλουδο στην άκρη της μάντρας του πατρικού. Η ραπτομηχανή της μάνας μου, η μυρωδιά του πατέρα μου, οι χορτόσουπες που έβραζαν στο γκαζάκι του πλυσταριού, το μαγκάνι πάνω στο πηγάδι της αυλής, που όλο μας φώναζαν «φύγε από ‘κει, μην πέσεις!».

Και ο κόσμος, οι φίλοι, οι παλιοί συντοπίτες που διάβαιναν το κατώφλι ενός σπιτιού που επίσης ανήκει πλέον στη σφαίρα της νοσταλγίας και της αμετάκλητης απώλειας. Άνθρωποι-εικόνες πια, με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και περιφραστικές ιστορίες, σκορπισμένες στο βελούδινο παρελθόν. Ωραίοι ήρωες ενός παλαιού σκηνικού που έμοιαζε με περιπέτεια σε συνέχειες, στο view master. Συχνά πυκνά ο απόηχος της φωνής τους κουδουνίζει στα αυτιά μου σαν ζωντανός. Διακρίνω – παρότι θολά– το χρώμα των ματιών τους, θυμάμαι ένα ρούχο που φορούσαν μια φορά που τους συνάντησα, ξαναγεύομαι νοερά ένα φίλεμα που μου πρόσφεραν με αγάπη. Λυπάμαι εκ των υστέρων για τις πίκρες τους και χαμογελάω στα κρυφά με τις αρχαίες χαρές τους.

Θυμάμαι τον εαυτό μου, παιδί, να κοιτάζει τη ζωή από κάπου πιο χαμηλά από το επίπεδο των μεγάλων – αλλά και αρκετών μικρών. Συνήθως στεκόμουν στην άκρη του κάδρου όπου πρωταγωνιστούσαν πιο βροντόφωνες παρουσίες. Ήθελα να φαίνομαι όσο γίνεται λιγότερο για να μπορώ να παρατηρώ τους άλλους με την ησυχία μου. Ο μύλος που άλεθε από τότε κιόλας μέσα μου την πραγματικότητα, λειτουργούσε πυρετωδώς πριν καν συνειδητοποιήσω πως η πραγματικότητα είναι κάτι που υπάρχει, με σάρκα και οστά. Και δικό της γραφικό χαρακτήρα. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, νομίζω πως μερικές εικόνες τρύπωναν από μόνες τους στο νου μου, επειδή διαισθητικά κάτι μέσα μου ήξερε πως όλα αυτά μια μέρα θα τα ήθελα πίσω.

Πρόκειται για έναν κόσμο εξατμισμένο, και για μια ηλικία που νοσταλγώ επειδή ξέρω πως δεν θα γυρίσει. Κάθε τόσο επινοώ αιτίες για να την περιγράψω και να υπενθυμίσω στον εαυτό μου πως δεν χάθηκαν όλα, κάτι έμεινε πίσω, κάτι ζει. Επιστρέφοντας πια ως ενήλικη στα πάτρια, ξαναζώ το ρημέηκ αυτής της ηλικίας με ευγνωμοσύνη. Έστω και στο περίπου, με όσο το δυνατόν λιγότερες παραλλαγές και μετρημένες αλλοιώσεις.

«Αν έχεις χάσει την ψυχή σου και το ξέρεις, τότε έχει μείνει λίγη ακόμα ψυχή για να χάσεις», λέει ο Τσαρλς Μπουκώφσκι. Όταν με πιάνει νοσταλγία και αναπολώ το παρελθόν που με περιγράφει, νιώθω αυτό ακριβώς. Πως μαζί με όσα πέρασαν, έχω χάσει και ένα κομμάτι της ψυχής μου. Όταν λοιπόν μνημονεύω όσα και όσους έφυγαν, το αντίδωρό τους προς εμένα είναι ένα και μοναδικό: η σπουδαία εκείνη αίσθηση πως έχω λίγη ακόμα ψυχή, που κάποτε μπορεί να λειτουργήσει ως καύσιμο σε μια νοσταλγική διάθεση του μέλλοντος. Κι έτσι, εκείνα τα χαμένα κομμάτια του παζλ, νιώθω πως τα ξαναβρίσκω. Τα τοποθετώ στην τσέπη μου, μαζί με τα καινούρια, κι εύχομαι κάποτε να τα ξαναχάσω, να τα ξαναβρώ, κι όσο ζω να μην σταματήσουν να υπάρχουν. Εξάλλου τι άλλο μπορεί να είναι το παρόν, αν όχι η αποθήκη της Ιστορίας του μέλλοντος;

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Σεπτεμβρίου 9, 2013, in Δρόμος της Αριστεράς and tagged . Bookmark the permalink. 3 Σχόλια.

  1. Aυτή η λίγη ψυχή που λες πως απομένει, είναι τόσο-μα τόσο απλωμένη σε καιρούς, εποχές κι ανθρώπους. Ψυχή-κάπα υπερήρωα.

  2. Είσαι σπάνια, στο έχω ξαναπεί. Βλέπεις όσα συνήθως είναι αόρατα ή δεν ξέρουν καν πως υπάρχουν.
    Ευχαριστώ, Σύννεφο!…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: