Η Τσάινα Τάουν της Αγησιλάου

china town

.

Του άρεσαν οι αχνιστές σούπες σε κυπελάκι από τους πάγκους των πλανόδιων μαγείρων που έβλεπε τα χειμωνιάτικα μεσημέρια στο κέντρο. Τα πλεούμενα λαχανικά του θύμιζαν μωρουδιακά παιχνίδια. Η αθηναϊκή Τσάινα Τάουν με τις μπουτίκ εσωρούχων, αλοιφών, τροφίμων και οικόσιτων ερπετών τον συνάρπαζε όπως ένα παιδί το λούνα παρκ. Στο πιο συναισθηματικό όμως. Τον συγκινούσε με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό.

Του άρεσε να κοιτάζει τα πρόσωπα των καταστηματαρχών, τα χέρια των κοριτσιών που τύλιγαν τις πίτες με τα πολύ πράσινα λαχανικά και τους πολύ καφετί κιμάδες, τους νεαρούς μικροπωλητές με την πραμάτεια απλωμένη πάνω σε αναποδογυρισμένα πλαστικά καφάσια, τα παιδιά με τα σχιστά μάτια και τα ροζ κολάν που χάζευαν την κίνηση στο πεζοδρόμιο. Πάνω από τα κεφάλια τους , τα κόκκινα χάρτινα φανάρια των ανατολίτικων νεωτερισμών πηγαινοέρχονταν ήσυχα, αφήνοντας τις πορτοκαλιές φούντες τους να χαϊδεύουν τα μαλλιά των περαστικών.

«Τα φανάρια της γιόγκα», σκεφτόταν ξέροντας πως αυτό που έλεγε ήταν τελείως λάθος.

Στο σούπερ μάρκετ με τα ασιατικά στεκόταν με τις ώρες μπροστά στα ράφια με τα εξωτικά προϊόντα. Χάζευε τα λεπτεπίλεπτα μακαρόνια, τις κρέπες ρυζιού, τα τυλιχτά μπουρεκάκια με τα λαχανικά και το σουσάμι, τα πορσελάνινα σκεύη για το σερβίρισμα των ζωμών, τα διακοσμητικά ζεν γατάκια που κουνούσαν το κεφάλι τους σαν ξεκούρδιστα. Προσπαθούσε να διαβάσει τις οδηγίες χρήσης ή τα συστατικά των χρωματιστών σνακ, να καταλάβει έστω μία συλλαβή. Στο τέλος υπέκυπτε στην άγνοια και διάβαζε τις λέξεις σε μετάφραση, στη διπλανή στήλη της συσκευασίας.

Παλιότερα, τότε που είχε ερωτευτεί μια σχιστομάτα με μαύρα μαλλιά που μύριζαν σησαμέλαιο και μπλαβιά, όμορφα χείλη, είχε επιχειρήσει να μάθει Κινέζικα με μια μέθοδο άνευ διδασκάλου. Τα παράτησε στο τρίτο ή τέταρτο μάθημα, όταν η φωνή στην κασέτα μιλούσε πλέον πιο γρήγορα και πιο πολύπλοκα απ’ όσο μπορούσε να ανεχτεί και τα ιδεογράμματα των ασκήσεων αδυνατούσαν να του πουν κάτι. Την ίδια εποχή έπαψε να βλέπει στο δρόμο και την Κινέζα νοσοκόμα των ονείρων του.

Μετά από δύο ήττες μαζεμένες αποφάσισε πως από εδώ και στο εξής θα θαύμαζε από μακριά αυτό τον κόσμο, μιας και ένιωθε ανίκανος να εισχωρήσει έστω και βήμα στα επιστημονικά του άδυτα ή στα εξωτικά αισθήματά του. Ούτε ιδεοσύνταξη, ούτε ιδεογραμματική, ούτε ιδεοφωνητική, ούτε ιδεοέρωτες. Μόνο ζεστές σούπες στα πεζοδρόμια, κρέπες ρυζάλευρου με ζάχαρη και σόγια, και είδη προικός για εξευρωπαϊσμένες Κινέζες της οδού Αγησιλάου και των γύρω περιοχών, που τα μαλλιά τους μυρίζουν τζίντζερ και γουασάμπι, και καλημέρα λένε σε σπαστά Ελληνικά.

Αυτές, τις παράξενες, που όταν ψάχνεις να τις ξαναβρείς, μετά την πρώτη φορά που τις έχεις δει και σε έχουν μαγέψει, διαπιστώνεις πως πάει πια καιρός που έχουν φύγει μακριά σου, επειδή ένα πρωί, στις δέκα και τέσσερα πρώτα λεπτά, την ώρα που εσύ ντυνόσουν για να παρουσιαστείς σε ένα ραντεβού που δεν δόθηκε ποτέ αλλά το είχες πολύ ελπίσει, εκείνες τις καλούσε για βοήθεια μια καινούρια, κάπως πιο δύστυχη ψυχή. Κι αυτές, όπως ήταν αναμενόμενο, έσπευσαν να την γιατροπορέψουν, ξεχνώντας σε. Σαν να μην σε είχαν δει ποτέ τους. Σαν να μην είχες καν υπάρξει. Ούτε στιγμή.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Οκτώβριος 21, 2013, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: