Monthly Archives: Νοέμβριος 2013

Just a friend of mine

araki1

Το Νοέμβριο οι παμπ στα Χάιλαντς μυρίζουν Γκίνες και καμένο λίπος. Σε άλλα μέρη η νύχτα μυρίζει τζάκι, βρεγμένο χώμα και σιωπή. Εκεί μύριζε Γκίνες και λίπος. Στα περίχωρα της λίμνης, λίγο μετά τον κέλτικο οικισμό, υπήρχαν ακόμη ένα δυο μαγαζιά σαν αυτό. Τόσα όλα κι όλα. Προτιμούσε το James Joyce επειδή η ξανθιά μπαργούμαν με τα υπερφυσικά βυζιά και το κιτρινισμένο χαμόγελο, που όταν μεθούσε γελούσε δυνατά σαν άντρας, του είχε πει ένα βράδυ πως οι μοναχικές νύχτες την καταπλάκωναν, και πως της έκανε καλό να τον βλέπει. Κάθισε στη γνωστή θέση, κάτω από τον καθρέφτη με τα παλιά χαρτονομίσματα και ρούφηξε λίγο ουίσκι. Στον πάγκο του μπαρ τρεις μεσόκοποι Κέλτες έτρωγαν αρνίσια εντόσθια με κρεμμύδι κι έπιναν μαύρη μπίρα. Κοίταξε έξω και προσπάθησε να υπολογίσει την ώρα. Ποτέ δεν τα κατάφερνε αρκετά καλά , ήταν όμως ένα παιχνίδι που του άρεσε να παίζει με τον εαυτό του. Μελετούσε τον ουρανό, υπολόγιζε τι ώρα είναι και μετά κοιτούσε το ρολόι του. Αν είχε πέσει μέσα αντάμειβε τον εαυτό του με ένα φρέσκο ποτήρι. Αν ήταν τελείως λάθος έπρεπε να γυρίσει σπίτι χωρίς να έχει πιεί αρκετά. Και αυτό ήταν τιμωρία. Όταν άνοιξε την πόρτα και μπήκε όλοι στράφηκαν προς το μέρος της. Ξωπίσω της περπατούσε ένας μελαχρινός με μαύρο παλτό και μπότες. Το πρόσωπό του δεν φαινόταν καλά. Μούσια πολλών ημερών έκρυβαν τα μάγουλα και το σαγόνι του ως το λαιμό. Πήραν ποτά και προχώρησαν. Κάθισαν στο διπλανό τραπέζι, κάτω από τον καθρέφτη με τα παλιά χαρτονομίσματα, εκείνη έβγαλε το παλτό της, εκείνος όχι, και άρχισαν να πίνουν. Με την άκρη του ματιού του πρόσεξε πως κάθε τόσο η γυναίκα έστριβε το κεφάλι προς το μέρος του. «Μπορώ να σε φωνάζω Άιλιν;». «Μπορείς να με φωνάζεις όπως θέλεις». Δεν την ευχαρίστησε. «Ποιος είναι αυτός, Άιλιν;». «Ένας φίλος». Όλα ήταν φυσικά. «Δεν είμαι βέβαιος». «Η πραγματικότητα είναι αυτό που κάνει την αβεβαιότητα πιο σίγουρη από ποτέ». «Παράξενο τρόπο έχεις να λες αλήθεια, Άιλιν». «Θέλεις να πάμε μια βόλτα;». Πλήρωσε, χαιρέτησε την ξανθιά μπαργούμαν και της άνοιξε την πόρτα. Ο συνοδός της ακολούθησε. «Θέλεις να περπατήσουμε προς τη λίμνη;». «Έχουμε τσακωθεί με τη Νέσση, πάμε καλύτερα κάπου πιο ζεστά». Δεν γέλασε με το αστείο της – εξάλλου ούτε κείνη το είχε πει για να τον κάνει να γελάσει. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Όταν έφτασαν στο κατώφλι έβγαλε από την τσέπη της το κλειδί και προχώρησε χωρίς να τον κοιτάξει. Την ακολούθησε σκυφτός. Ο συνοδός της έκλεισε και παρέμεινε δυο τρία σκαλιά πιο πίσω. Το διαμέρισμα ήταν ζεστό και ημιφωτισμένο. Τα ρούχα της μαύρα. Στο πάτωμα ένα γιαπωνέζικο κιμονό. Κάτω από το πάπλωμα διαπίστωσε πως τα πόδια της ήταν παγωμένα και ένιωσε πως ήταν καθήκον του να της τα ζεστάνει. Τον αγκάλιασε και τον έσφιξε δυνατά. Η υφή της του φάνηκε σαν ψεύτικη. Κατάλαβε πως περίμενε από κείνον να είναι τρυφερός και κάπως άγριος μαζί, και αποφάσισε να φερθεί αναλόγως. Δίπλα στο παράθυρο, από μια παλιά πολυθρόνα, ο συνοδός της τους κοιτούσε καπνίζοντας. «Ποιος είναι αυτός, Άιλιν;». «Ένας φίλος». Βγήκε από το σπίτι λίγο πριν τα χαράματα. Έριχνε μια ψιλή βροχή από βελόνες. Άναψε τσιγάρο και έκοψε δρόμο προς το σπίτι. Ένιωσε θρυμματισμένος σε εκατό μεταλλικές σταγόνες βροχής. Η Άιλιν, όχι της νύχτας, η παλιά, χειροκροτούσε μέσα στο μυαλό του. «Πάμε σπίτι και θα σου φτιάξω πόριτζ με κονιάκ. Θα είμαι υπάκουη και στοργική. Και όσο πρόστυχη θέλεις. Θα φοράω το κιμονό που σ’ αρέσει, ή κανένα κιμονό, και θα δεν θα σου χαλάσω χατίρι. Μέχρι να σβήσει η φωτεινή ένδειξη προς τα θραύσματα, θα έρχομαι κάθε πρωί να σε ξανακολλάω. Το βράδυ θα βγαίνουμε μαζί. Θα λέω απλώς, ένας φίλος».

 

Τα σκυλιά με τα κίτρινα μάτια

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 8 Νοεμβρίου 2013)

Δεν έχει ζήσει στο Παρίσι της Μπελ Επόκ, στη βικτωριανή Αγγλία ή στην Κούβα στα χρόνια της δουλείας. Η μητέρα της δεν αυτοκτόνησε θεαματικά ένα βράδυ του Αυγούστου σε μια σοφίτα του Μιλάνου, με θέα δυο καράβια που ξόκειλαν σε κάτι στενά, άνυδρα ποτάμια. Έχει διαβάσει κάμποσες φορές το Θάνατο στη Βενετία και πολύ συχνά, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, ακούει με σύνεση και σεβασμό κάτι ποιήματα του Μπρεχτ, μελοποιημένα. Πότε πότε προσπαθεί να μιμηθεί τη φωνή της Λόττε Λένυα, όμως δεν της βγαίνουν οι χαμηλές οκτάβες και στο τέλος τα παρατά. Ζει σε ένα μικρό αλλά καλοβαλμένο ισόγειο διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας και κάθε τόσο ονειρεύεται έναν κήπο με λεμονιές και κόκκινες τουλίπες κάπου στην εξοχή. Μερικές φορές νιώθει άσχημη και βαρετή. Ανίκανη για το παραμικρό, πέρα από τις συγχυσμένες της σκέψεις. Κάνει βδομάδες ολόκληρες να βγει από το σπίτι της γιατί την τρομάζουν οι θόρυβοι του δρόμου και ο καιρός που κάθε τόσο αλλάζει σαν τρελός. Παλιά η κίνηση και τα κορναρίσματα των βιαστικών της περνούσαν απαρατήρητα. Όσο περνούν οι μήνες νιώθει όλο και πιο ευάλωτη στα εξωτερικά ερεθίσματα της ζωής που συνεχίζεται έξω από το παράθυρό της. Ξέρει να μαγειρεύει πικάντικες συνταγές που θα έστελναν για νοσηλεία όποιον πάσχει από έλκος στομάχου. Κάθε τόσο χαϊδεύει τη γάτα της και την ρωτάει σε άπταιστη νοηματική τι ώρα είναι. Η γάτα δεν καταλαβαίνει τη νοηματική. Νομίζει πως η κυρά της την καλεί για το δείπνο. Στα ράφια της συσσωρεύονται παλιά περιοδικά για κέντημα και βελονάκι, ληγμένα μακαρόνια νούμερο οκτώ, οδοντόπαστες, κουτιά με τσάι και κονσέρβες ροσμπίφ. Πάνω από το προσκεφάλι της κρέμεται ένας χειροποίητος Εσταυρωμένος, εργόχειρο της πρώτης εξαδέλφης της, τότε που ήταν μικρές και συναγωνίζονταν σε προκοπή και χάρη. Το κέντημα έχει κιτρινίσει λίγο στη γωνία πάνω αριστερά, και για να καλύψει τον ωχρό λεκέ έχει στερεώσει πάνω του με κλωστή ένα αποξηραμένο μπουκέτο λουλούδια. Της τα είχε προσφέρει ο πατέρας της για την ονομαστική της εορτή κάποια χρονιά που δεν θυμάται ποια ήταν. Την κάρτα που τα συνόδευε την έχει κολλήσει στο ψυγείο με μαγνητάκι και την διαβάζει πού και πού. Συχνά, μαζί με τον πρωινό καφέ που τον προτιμά πικρό και βαρύ, για να ταιριάζει με το τσιγάρο, σκέφτεται πως τα πάντα είναι ανόητα. Και η ζωή η ίδια μια κακόγουστη ανοησία. Χωρίς βαθύτερο νόημα, όπως υποστηρίζουν οι αισιόδοξοι σοφοί, χωρίς καν λίγο σκέρτσο πάνω στην αλλαγή του χρόνου. Μελοδραματική προσπαθεί να μην γίνεται ποτέ. Δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της αν με κάποιο τρόπο έχανε τον έλεγχο και εκτίθονταν μπροστά στα μάτια της γάτας. Όταν αισθάνεται πως κάτι πρέπει να συμβεί σκαλίζει με τα δάχτυλα το χώμα στις γλάστρες και ψάχνει να βρει τους σπόρους από τα κυκλάμινα του Απρίλη, να δει σε ποιο στάδιο βρίσκονται και αν μεγάλωσαν καθόλου. Έπειτα σκουπίζει τα χέρια στο φόρεμά της και θυμάται πως ποτέ της δεν φρόντισε να αγοράσει μια σωστή οικοκυρική ποδιά. Τις νύχτες της αρέσει να ανοιγοκλείνει την πόρτα του ψυγείου και να βλέπει το κίτρινο φωτάκι να ψυχορραγεί. «Όταν καεί εντελώς», σκέφτεται, «το ψυγείο μου θα βυθιστεί σε μια παγωμένη, ατελείωτη νύχτα, όπως εκείνη του παραμυθιού». Έπειτα βγάζει από τον αχρησιμοποίητο φούρνο μικροκυμάτων το χαρτονένιο κουτί με τις φωτογραφίες και προσπαθεί να θυμηθεί εποχές που δεν έζησε ποτέ και πρόσωπα αγαπημένων που δεν ζουν πια κοντά της. Είναι σίγουρη πως οι σκέψεις της έχουν συμβεί κάπου στο παρελθόν σαν πραγματική ζωή που όμως την έζησε μια άλλη γυναίκα. Και πως η ίδια είναι ένα μεσοδιάστημα, ένας άνθρωπος αναμονής – όπως οι αίθουσες στα νοσοκομεία – ανάμεσα σε δύο άλλους ανθρώπους, που δεν έχει καταλάβει ακόμα ποιοι είναι και τι θέλουν από τη ζωή. Αν κάποια μέρα πάψει να σκέφτεται με απορία τις ξένες ζωές και τις εκδοχές τους, ενδέχεται να ανοίξει επιτέλους τους ορίζοντές της και να ασχοληθεί ενεργά με τη διάσωση της σπάνιας χελώνας της Ζακύνθου, με τα δικαιώματα των πολιτικών κρατουμένων στο Γκουαντάναμο, με την ετυμολογία των αρχαίων ονομάτων που απαντώνται ακόμα στο ορθόδοξο εορτολόγιο – Ευαγόρας, Λέανδρος, Αρσινόη, Χρυσηίς – και με μια σπάνια ράτσα άγριων σκυλιών της Ανταρκτικής, που κάποτε άκουσε πως έχουν κίτρινα μάτια.

Ο βραστήρας

JOSEP

.

Στο βορρά η μέρα ξημερώνει σαν νύχτα. Η πόλη ξυπνάει επειδή δεν μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη, σαν τις αρκούδες. Αλλιώς θα το έκανε. Η γυναίκα κάθεται στο παράθυρο και κοιτάζει το δρόμο. Ton sur ton τα γκρίζα και τα ασημιά. Σαν λέπια. Αποφασίζει να κατέβει στο περίπτερο να αγοράσει τσιγάρα. Και μια σοκολάτα αμυγδάλου, μπορεί και ρυζιού. Αφήνει στο περβάζι την κούπα με τον καφέ της και ρίχνει πάνω της ένα πορτοκαλί σάλι με κρόσσια. Ο άντρας που πέρασε πριν από αυτήν στις σκάλες μύριζε μέντα, ή κάτι σχετικό. Ξέρει ποιος είναι. Κατεβαίνει τα σκαλιά εισπνέοντας βαθιά τα ίχνη της μυρωδιάς του που αιωρούνται πίσω από τα κάγκελα της κουπαστής και κρέμονται στους τοίχους. Τις νύχτες, από το διπλανό διαμέρισμα, τον ακούει να μιλάει Γαλλικά. Η φωνή του έχει κάτι πολύ καθησυχαστικό. Η προφορά του τον προδίδει σε μερικά σημεία. Αυτός ο άντρας είναι Νότιος, όμως δεν θέλει να το συζητάει. Δεν της πέφτει λόγος για όλα αυτά – εξάλλου το μόνο που θέλει από αυτόν είναι να συνεχίσει να μιλάει τις νύχτες και να αφήνει άρωμα μέντας στα σκαλιά τα γκρίζα πρωινά. Πληρώνει τη σοκολάτα αμυγδάλου, τα τσιγάρα της και ένα αδιάφορο περιοδικό και διασχίζει το δρόμο. Αποφεύγει τις λακκούβες με τα λασπόνερα της νύχτας, παρόλα αυτά μερικές πιτσιλιές κάνουν τις γάμπες της να παγώνουν. Σπρώχνει την μεταλλική εξώπορτα και μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η μυρωδιά είναι ακόμα εκεί. Ανεβαίνει τα σκαλιά και αφουγκράζεται τις φωνές των ενοίκων στα ξένα κατώφλια. Κάποιος ακούει αφρικάνικη μουσική, μια γυναίκα μιλάει στο τηλέφωνο και ένα μωρό τσιρίζει. Όταν φτάνει στον όροφό της, η γυναίκα βγάζει από την τσέπη της τα κλειδιά και ανοίγει μαλακά την πόρτα. Το κρύο μέταλλο κάνει τα δάχτυλά της να σκιρτήσουν. Μπαίνει στο δωμάτιο και βλέπει πως το στρίφωμα της κουρτίνας σέρνεται στο πάτωμα κι έχει λερωθεί από τη σκόνη. Μικρές μπαλίτσες από χνούδια περιφέρονται στις γωνίες του δωματίου καθώς διασχίζει το χώρο για να φτιάξει καινούριο καφέ. Ο παλιός έχει κρυώσει και η μέρα παραμένει σκοτεινή. «Πριν από το θαύμα η θλίψη, η αγωνία και της φθοράς η διαρκής δοκιμασία«, σκέφτεται ένα στίχο που δεν θυμάται από ποιο ποίημα είναι και ποιος τον έγραψε. Βάζει το βραστήρα να κοχλάσει και χτυπάει στο φλιτζάνι μια κουταλιά ζάχαρη και μια κουταλιά καφέ. Έπειτα στέκεται πάνω από το αχνιστό νερό, φτιάχνει τον καφέ και αφήνει τα γυαλιά της να θαμπώσουν από τους υδρατμούς. Μερικές φορές ο κόσμος είναι πολύ πιο όμορφος μέσα από τα μικρά αυτοσχέδια σύννεφα ενός βραστήρα.

Μικρή αγγελία

logo

(Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 2 Νοεμβρίου 2013)

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΜΕΡΙΚΗΣ/ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ. ΑΜΟΙΒΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ, ΕΛΑΣΤΙΚΟ ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟΣΤΕΛΛΟΝΤΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. ΘΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΣΕΙΡΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΑΣΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗΣ ΣΦΡΑΓΙΔΑΣ. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΜΕΤΑΞΥ SUCCESS STORY ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΝΝΟΙΕΣ ΑΣΥΜΒΑΤΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ.

Αγγειοπλάστες, Αμαξάδες, Ασβεστοποιοί, Μπογιατζήδες, Βυρσοδέψες, Γανωτζήδες, Κατασκευαστές κουδουνιών.

«Ήμουν δεν ήμουν δέκα έξι χρονών. Κατοχή, πείνα, καταλαβαίνεις. Όταν με είδε ο αδελφός μου ο Πέτρος με την τάβλα γεμάτη ξηρούς καρπούς – είχα πάρει, ούτε που θυμάμαι με τι λεφτά, πασατέμπο, στραγάλια, διάφορα – τα πέταξε όλα κάτω κι άρχισε να τα πατάει στο δρόμο. Δεν ήθελε κάποιος από την οικογένειά μας να πουλάει πασατέμπους, το θεωρούσε υποτιμητικό. Αργότερα, πήρα μια άλλη τάβλα, ξύλινη, που την στερέωνα με ένα δερμάτινο λουρί γύρω από το λαιμό κι έφτανε ως τη μέση, και τη γέμισα με εμπόρευμα. Τριγυρνούσα στους δρόμους φωνάζοντας: «χτένες, κουβαρίστρες, σαπουνάκια, τσατσάρες, βούρτσες, οδοντόπαστες…», και πουλούσα το εμπόρευμά μου. Το βράδυ έδινα στον πατέρα μου το κέρδος της ημέρας. Καμιά φορά έβγαζα μέχρι και πενήντα δραχμές! Πολλά λεφτά! Κανονικός εμποράκος. Έτσι έγινε και μετά. Το εμπόριο ήταν το πάθος μου». Στυλιανός Π., ετών 89, συνταξιούχος.

Φουρνάρηδες, Χαλκουργοί, Ιατροί, Ζωγράφοι, Καλαφάτες, Καπιστράδες, Καραβομαραγκοί, Καρβουναραίοι.

«Όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω μεταφράστρια λογοτεχνίας. Αυστηρά. Με άλλου είδους κείμενο δεν θα καταπιανόμουν ποτέ, έλεγα. Ορκιζόμουν, δε, πως υπολογιστή δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ. Όλα θα τα χτυπούσα στη γραφομηχανή! Έτσι νόμιζα. Είχα μια Maritsa, δανεική, και σκεφτόμουν πως τα εργαλεία της δουλειάς μου θα ήταν μια δική μου ολόιδια γραφομηχανή, μαύρη κατά προτίμηση, και άπειρα λεξικά. Χάρτινα. Ούτε που φαντάστηκα ποτέ πως μετά από τόσα χρόνια σπουδών θα κατέληγα σε ένα ανήλιαγο γραφείο να δακτυλογραφώ, να διορθώνω και να μεταφράζω στην οθόνη καταλόγους εστιατορίων και πιστοποιητικά θανάτου, γεννήσεων και διαζυγίων. Πριν μια βδομάδα με απέλυσαν και τώρα είμαι πάλι στη γύρα». Ειρήνη Κ., ετών 44, άνεργη.

Πεταλωτές, Ρακιτζήδες, Ράπτες, Γουναράδες, Σαμαροποιοί, Σιδεράδες, Υποδηματοποιοί, Υφάντρες, Μελισσοκόμοι.

«Πτυχίο πήρα πριν από έξι χρόνια. Πρόπερσι έκανα ένα stage, αμισθί φυσικά, σε ένα εργοστάσιο έξω από το Αγρίνιο. Πρώτη φορά έπαιρναν εκπαιδευόμενο, είπαν. Μεγάλη η χάρη μου, έπρεπε να λέω κι ευχαριστώ. Δούλευα σαν το σκυλί δέκα ώρες τη μέρα και βέβαια δεν είδα ποτέ δεκάρα τσακιστή. Ούτε μια ώρα άδεια. Μόλις τελείωσα άρχισα να ψάχνω δουλειά πάνω στο αντικείμενό μου – Χημικός Μηχανικός τελείωσα, στην Αθήνα – αλλά γρήγορα κατάλαβα πως στον τομέα μου δεν υπάρχει περίπτωση να εργαστώ. Δεν θέλω να σκεφτώ τη λύση της μετανάστευσης στο εξωτερικό προς το παρόν. Θέλω πρώτα να προσπαθήσω στην Ελλάδα. Αλλιώς, βλέπουμε. Κοιτάζω καθημερινά τις μικρές αγγελίες και προσπαθώ να βρω κάτι σχετικά κοντά στο πατρικό μου, για να γλιτώνω τα μεταφορικά και τα νοίκια. Σερβιτόρος, μπάρμαν, ταξιτζής, περιπτεράς, μάγειρας, ό, τι να’ ναι. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να βιοποριστώ». Βασίλης Γ., ετών 31, άνεργος.

Καφετζήδες, Κεραμιδάδες, Ζωέμποροι, Καλαθοπλέκτες, Φαναρτζήδες, Σχοινοποιοί, Αχθοφόροι, Πωλήτριες.

«Θέλω να γίνω αεροσυνοδός. Αυτό είναι το όνειρό μου. Οι δικοί μου λένε πως η εποχή δεν σηκώνει όνειρα. Και πως είναι επικίνδυνο επάγγελμα, πως δεν θα μπορέσω να κάνω οικογένεια, πως θέλει μέσον, πολλά λεφτά, δέκα ξένες γλώσσες και τα λοιπά και τα λοιπά. Δικαιολογίες και υπερβολές. Να μείνω στο πατρικό θέλουν, να κάνω τρία τέσσερα παιδιά με το γιο του γείτονα που είναι καλό παιδί και δουλευταράς, να μαγειρεύω και να σιδερώνω, και να περνάμε όλοι μαζί Χριστούγεννα και Πάσχα στο χωριό του. Εγώ όμως ή θα γίνω αεροσυνοδός ή τίποτα. Προτιμώ να φτιάχνω γλυκά σε σχήμα αεροπλάνου και να τα τρώω μόνη μου στην κουζίνα». Ιουλία Κ., ετών 22, άνεργη.

Καθαρίστριες, Βενζινάδες, Νοσοκόμες, Δάσκαλοι, Ηλεκτρολόγοι, Θεατρικοί Συγγραφείς, Διακοσμητές, Αρχιτέκτονες, Ηθοποιοί.

«Επιτέλους κάποια καλά νέα για την Οικονομία! Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, το πρόγραμμα ΕΡΓΑΝΗ το οποίο καταγράφει κάθε στιγμή τις προσλήψεις και τις απολύσεις –και μιλάω για τη μισθωτή απασχόληση- σε όλη την Ελλάδα, για πρώτη φορά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο οι προσλήψεις είναι περισσότερες από τις απολύσεις! Να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί σε “εποχικούς” παράγοντες, δηλαδή στην πρόσκαιρη αύξηση των προσλήψεων λόγω τουριστικών εργασιών, γιατί στο χρονικό διάστημα που καλύφθηκε δεν είχε ακόμα ουσιαστικά ξεκινήσει η τουριστική περίοδος. Έχουμε, λοιπόν, μια πρώτη ένδειξη ότι η αύξηση της ανεργίας έχει αρχίσει να φρενάρει». Αντώνης Σ., ετών 62, πρωθυπουργός.

Αρέσει σε %d bloggers: