Monthly Archives: Δεκέμβριος 2013

Μαριάνθη ντε Φλώρινα

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ στις 25 Δεκεμβρίου 2013)

Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα είχε συνηθίσει να ονειρεύεται αγγέλους και παράξενα έντομα. Χάρη στην ευγενή, όπως έλεγε, καταγωγή της απέφευγε να συζητά ανοιχτά με τους άλλους για όλα αυτά. Κρατούσε όμως λεπτομερές ημερολόγιο ονείρων στο πρώτο συρτάρι της κομόντας της. Μέσα εκεί φύλαγε και τα πατικωμένα λουλούδια ενός καλοκαιριού που θεωρούσε το καλύτερο της ζωής της –το 2008 μάλλον– αποκόμματα εφημερίδων με συνταγές, τσαλακωμένα εισιτήρια από αεροπλάνα και βαπόρια. Το ημερολόγιό της έμοιαζε περισσότερο με λεύκωμα παρά με ημερολόγιο. Όμως αυτό δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερη σημασία.

 Εκείνο το πρωί βγήκε από το σπίτι της αργά. Μπορεί και περασμένες δέκα. Δεν την πείραζε που θα αργούσε στη δουλειά. Για την ακρίβεια την είχαν μόλις απολύσει. Το μόνο που της έμενε ήταν να περάσει από το πρώην γραφείο της και να μαζέψει τα πράγματά της μέσα σε μια κούτα ΝΟΥΝΟΥ, που της είχε πολύ ευγενικά παραχωρήσει το πρώην αφεντικό της. Προς το παρόν δεν την ενοχλούσε η ιδέα της ανεργίας της. Την έβλεπε ως μια εκδοχή ελευθερίας. Το οκτάωρο δεν το συμπάθησε ποτέ και τους συναδέλφους της δεν τους εκτιμούσε. Παρ’ όλα αυτά, όσο είχε δουλειά δούλευε. Ουδέποτε της έτυχε δουλειά που να μην την κάνει.

 Τη Μαριάνθη ντε Φλώρινα την ενοχλούσαν ελάχιστα πράγματα. Αυτό που της έκοβε τα πόδια ήταν οι μυρωδιές της πόλης. Κάθε σημείο απ’ όπου περνούσε της φαινόταν πως βρώμαγε. Ποδαρίλα, σκυλοτροφή, εμετό, ιδρωτίλα, σάπιο καλοκαίρι. Αναρωτήθηκε τι τρώνε οι άνθρωποι και αναδίδουν τέτοιες οσμές στην Αθήνα. Αναρωτήθηκε επίσης αν οι χημικοί ψεκασμοί μεταλλάσσουν τη σύσταση της ατμόσφαιρας και τι κονδύλια διαθέτει ο δήμος για την καθαριότητα της πόλης. Ονειρευόταν κάποτε να ζήσει στη φύση. Ίσως τώρα που ήταν άνεργη να επέστρεφε στο σπίτι που είχε κληρονομήσει στη Φλώρινα. Ίσως ξεκινούσε μια αλλιώτικη ζωή εκεί. Ίσως έκανε τα πάντα.

 Όταν μπήκε στο μετρό οι χρησιμοποιημένες αναπνοές του βαγονιού της έφεραν ασφυξία. Στο διπλανό κάθισμα μια γυναίκα κρατούσε μια τσάντα κρεμμύδια. Πιο κει, μια παρέα εφήβων μασούλαγαν τσίχλα βατόμουρο για να φύγει η τσιγαρίλα. Ένας κουστουμαρισμένος υπάλληλος ιδροκοπούσε μέσα στο κολάρο του πουκαμίσου του που είχε πλυθεί με Essex. Μια μισοκοιμισμένη υπερήλικη ρευόταν κάποιο φρικτό αλλαντικό. Ένας φοιτητής διάβαζε ένα βιβλίο που μύριζε μούχλα. Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα ένιωσε απελπισία.

 «Πρέπει να βρω μια μυρωδιά που να με παρηγορήσει μέχρι να φτάσω στον τόπο της ανεργίας μου», σκέφτηκε έντρομη συγκρατώντας με κόπο την τάση της προς εμετό και μια απρεπή έκφραση αηδίας.

 Τότε ήρθε στο νου της η μυρωδιά του αγγέλου που είχε ονειρευτεί την προηγούμενη νύχτα. Ήταν ένας παράδοξος, έκπτωτος άγγελος με σώμα σκαθαριού και φτερά από κίτρινη δαντέλα. Το αποκορύφωμα της χοντράδας και της απόλυτης μαγείας δηλαδή. Όταν την πλησίασε στο κρεβάτι της κρατώντας στο άγαρμπο χέρι του ένα σπαθί, τα ρουθούνια της πλημμύρισαν από την έξοχη μυρωδιά του.

 «Tribulus terrestris», θυμήθηκε και έκλεισε τα μάτια της.

 Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα αφέθηκε στην ευωδιαστή ανάμνηση. Η μυρωδιά του αγγέλου ήταν τώρα το καινούριο αφεντικό της. Η νέα της απασχόληση, εκτός ωραρίου, ενσήμων και υπερωριών, ήταν να διατηρήσει μέσα της ζωντανή αυτή τη μυρωδιά. Όσο πιο πιστά γινόταν. Δεν παρατηρούσε καν τους σταθμούς που άλλαζαν έξω από το παράθυρο του βαγονιού της. Οι γύρω της είχαν πάψει να υπάρχουν.

Λίγο πριν φτάσει στον Πειραιά, φαντάστηκε τον εαυτό της να παίρνει το μπουκάλι της κολόνιας μέσα από τα χέρια του, να το βάζει στο στόμα και να το μασά απολαυστικά. Η μυρωδιά του χοντροκομμένου και εξαίσιου αγγέλου της άλλαζε τη ζωή. Δεν την πείραζαν τα σπασμένα γυαλιά που έτριζαν κάτω από τα δόντια της. Δεν την πείραζε η μπόχα των άλλων. Όσο περνούσε ο καιρός τη Μαριάνθη ντε Φλώρινα την ενοχλούσαν όλο και λιγότερα πράγματα. Ήταν μια εμπνευσμένη άνεργη. Μια ερωτευμένη ποιήτρια. Μια ξένη.

.

 Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Μιράντα» (Κέδρος, 2012). Διατηρεί το ιστολόγιο http://www.thethreewishes.wordpress.com

Οδός Χριστουγέννων

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 21 Δεκεμβρίου 2013)

Η πόλη κολυμπά στην αβαθή θάλασσα μιας χειμωνιάτικης γιορτής. Οι άνθρωποι περπατούν με τα χέρια στις τσέπες. Κρυώνω, και σου λέω να μπούμε σε ένα μαγαζί με χρωματιστά μπουκάλια και μυρωδιά κρασιού. Στην πόρτα κουδουνίζει ένας μίνι τάρανδος με αγιοβασιλιάτικο καπέλο. Πίσω από τη βιτρίνα με τις ακρυλικές υποσχέσεις ένας μυστικός κόσμος κρυφοκοιτά. Αχνές φωτογραφίες από εγκαταλελειμμένα λούνα παρκ, ζωγραφιστά τρενάκια, καρουσέλ, βατραχάκια μπρούτζινα, σβούρες και παιχνίδια που δεν ανήκουν πουθενά. Σπάνια βιβλία που κάποτε ξάπλωναν πάνω σε ράφια όλο μούχλα και τερμίτες, βινύλια Λιλί Μαρλέν, Ντέμης Ρούσσος και Ζορμπάς δίπλα στις παλιές επιτυχίες της Μπαρμπαρά και του Μπρασένς, υφασμάτινες σημαίες από μέρη μακρινά, άκυρα χαρτονομίσματα και κέρματα παλαιάς κοπής, ζωγραφιές λαδομπογιά σε τοίχους που ξεφτίζουν, ο Μπωντλέρ, ο Λόρδος Μπάιρον, η Έντιθ Πιάφ σε κοιτάζουν κατάματα και αναμένουν ένα κρυφό σου άγγιγμα καθώς θα ανεβαίνεις τα σκαλιά.

Χαραγμένοι τοίχοι – με πρόκα, σουγιαδάκι ή κάτι άλλο αιχμηρό – ονόματα και ημερομηνίες, «Ερμίνα + Αλέξανδρος = αγάπη για πάντα». Δωμάτια κελιά. Που κάποτε φιλοξενούσαν άλλους. Μια δραματική σβάστικα λαξευμένη ανάμεσα σε αμέτρητα εβραϊκά ονόματα, πολυέλαιοι με χρωματιστά λαμπιόνια, καμένα μερικά, έπιπλα με δαντελωτά χειροποίητα σχέδια, μαξιλάρια από ρουμπινί βελούδο και ήθη χαμηλά. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο με κόκκινα λαμπιόνια φεγγοβολά. Χαμένες αγάπες, ίντριγκες, πάθη μεθυστικά – ανείπωτες λέξεις. Η μουσική του λόγου. Ένα γραμμόφωνο κι ένα τζουκ μποξ όλο δακτυλικά αποτυπώματα λίγο πιο πέρα, ρετρό χρυσοποίκιλτοι καθρέφτες σε κάθε γωνιά. Μια τρομπέτα καταγής στις σανίδες. Ένας μικρός Ιησούς στη φάτνη του.

Ο χώρος μοιάζει με θεατρικό σκηνικό. Σκαλιά, σκαλάκια και τρυφερές ξύλινες σκάλες συνδέουν άναρχα τα επίπεδα και στις στροφές του λαβύρινθου τρίζουν γέρικα και μαλακά. Ποτέ ένα τρίξιμο δεν με συγκίνησε τόσο αφόρητα. Ποτέ δεν θαύμασα τόσο γλυκά μια τυχαία σκλήθρα που στεκόταν όρθια ανάμεσα στις λουλουδένιες πλάτες δυο σκουριασμένων καρφιών. Η άγρια χαρά ενός περαστικού έρωτα ποτέ δεν στόχευσε τόσο απρόσμενα όσο ένα παιδιάστικο χαμόγελο στην αρχή της σκάλας.

Κορνίζες παλιακές με απολυτήρια υπέργηρων τεθνεώτων πίσω από το γυαλί, ερωτικά γράμματα μιας άλλης εποχής γραμμένα με αληθινό μελάνι, παράσημα από ανδρικά στήθη που πολέμησαν σε χιονισμένα βουνά, γυναικείες δαντέλες αραχνοΰφαντες, που κάποτε έκαναν τα έφηβα αγόρια του τελευταίου θρανίου μιας κρύας τάξης να ονειροπολούν στη θέα και στα αινίγματά τους. Κάλαντα σε διάφορες γλώσσες, παιδιά με τριγωνάκια ανεβοκατεβαίνουν χαρούμενα. Πάνω στα γυάλινα ράφια, μπουκάλια με παλιά αλκοόλ και αναμνηστικά ξεχασμένα από κάποιους περασμένους πότες περιμένουν ένα χέρι να απλωθεί. Οι λιγοστοί θαμώνες ψιθυρίζουν μεταξύ τους και κοιτάζουν τα νέα πρόσωπα με δυσπιστία.

Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι που ταιριάζει πολύ στους ρομαντικούς. Στην καρδιά της πόλης, με σκέψεις μπερδεμένες και προθέσεις θολές. Στην άκρη ενός αμέθυστου δρόμου που μουρμουρίζει σαν επίμονη αγκαλιά. Παίρνουμε ακόμη ένα κονιάκ ή ένα λικέρ κεράσι; Μια σταλιά. Ίσα να λάμψει ένα δάκρυ στο ποτήρι. Θα μου μιλήσεις για θέματα καρδιάς και θα σου πω τα οδυνηρά μυστικά μου.

Παράξενες μέρες, αλάξευτες. Η οδός Χριστουγέννων χαμογελά. Στην Καζαμπλάνκα στάζει σκουριασμένη βροχή. Κι από την Αγία Πετρούπολη νεώτερον ουδέν, παρόλες τις παραινέσεις. Στο Φες η κόκκινη άμμος στροβιλίζεται ανάμεσα στα πήλινα τούβλα των οχυρών. Στο Τζαϊπούρ οι έμποροι υφασμάτων πουλάνε τα σάρι μισοτιμής πάνω στους πάγκους. Η Τσάινα Τάουν γέμισε νεοϋορκέζικες ακρίδες και ξεδιάντροπες πόρνες των τριών δολαρίων που κλαίνε πνιχτά. Τα ηφαίστεια της Αγίας Λουκίας κοχλάζουν. Η βασίλισσα του Σαβά συνεχίζει να θρηνεί τον χαμένο εραστή της που την αποκαλούσε “πριγκίπισσα” και της χάιδευε τους αστραγάλους και την κοιλιά. Ο κόλπος των Καρχαριών γέμισε τυφλά χρυσόψαρα. Στο Γαλάζιο Όρος οι μοναχοί εξορύσσουν κρυστάλλους αλατιού που μοιάζουν με καλειδοσκόπια. Στην Γκραν Πλας οι έφηβοι μαθητές ενός σχολείου κάθονται καταγής και τραγουδάνε τζινγκλ μπελς και διάφορα τέτοια. Στο Ράιντορφ ένας άντρας πίνει ουίσκι με πάγο και παρόλο που βρέχει παραμένει στεγνός. Η Κέρκυρα δεν μάθαμε ποτέ σε ποιον ανήκει. Η καινούρια χρονιά θα λέγεται 2014.

Εμείς τραγουδάμε χωρίς επώνυμα αισθήματα για ένα τρένο που φεύγει.

Αρέσει σε %d bloggers: