Monthly Archives: Ιανουαρίου 2014

Είμαι κούκλα ζωντανή

living_dolls_by_easyluckyfree80-d5ffxqo

.

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 31 Ιανουαρίου 2014)

Τις βροχερές μέρες δεν τις αντέχω. Όχι για τη σκοτεινιά ή την υγρασία – αυτά δεν με πειράζουν. Απλώς πρέπει να περνάω τον περισσότερο καιρό στο σπίτι, να μη βραχεί η στολή και τα ρούχα μου. Όχι, η ομπρέλα δεν μου φτάνει. Αν βραχεί το πρόσωπο, τα μαλλιά ή τα χέρια μου, παρότι είμαι αδιάβροχη είναι δύσκολο να βεβαιωθώ πως δεν χάλασε κάτι στην εμφάνισή μου.

Μια φορά περπατούσα στο δρόμο και ο αέρας μου σήκωσε την περούκα. Τραγική στιγμή. Οι περαστικοί έκαναν πέρα, τρόμαξαν. Λες και έβλεπαν κροκόδειλο που ξέφυγε από το τσίρκο. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί – τέτοιο ρεζιλίκι. Κανονικά κάτι τέτοια θα έπρεπε να τα βλέπω ως υποθέσεις ρουτίνας, είμαι όμως καινούριος στο χώρο και δεν έχω προσαρμοστεί. Σιγά σιγά θα συνηθίσω.

Άρχισα να μεταμφιέζομαι εδώ και δυο μήνες. Όταν φοράω το δεύτερο δέρμα μου και νιώθω το πλαστικό να κολλάει πάνω μου, είμαι ευτυχισμένος. Το πλαστικό είναι αχόρταγο, αγκαλιάζει σφιχτά το ανθρώπινο δέρμα. Τα πρόσθετα στήθη μου τα αγαπώ, τις καμπύλες μου το ίδιο. Όνομα και πρόσωπο δεν αλλάζω συχνά, προσπαθώ να διατηρώ σταθερή τη γυναικεία ταυτότητά μου. Περούκες έχω κάμποσες, με διάφορα χτενίσματα και αποχρώσεις. Κοσμήματα δεν φοράω ποτέ, προτιμώ η εμφάνισή μου να είναι λιτή και μετρημένη. Να έχει ένα κάποιο class.

Δεν νιώθω εγκλωβισμένος μέσα στην πανοπλία μου. Όχι. Είναι το προστατευτικό μου πέπλο που με θωρακίζει απέναντι στον κόσμο. Το θερμότερο καταφύγιό μου. Μόνο με τη μάσκα μου μπορώ να αισθάνομαι πως τολμώ να δείχνω στους άλλους το πραγματικό μου πρόσωπο. Μόνο με την ολόσωμη στολή μου. Κάθε άνθρωπος έχει μια άμυνα που προτιμά. Που είναι η αγαπημένη του. Τον κλείνει μέσα της και τον στηρίζει σαν απόρθητο πλέγμα. Τον εμποδίζει να διαλυθεί σε χίλια κομμάτια και να καταρρεύσει μπροστά στους άλλους. Όταν σπας το πόδι σου δεν στο βάζουν σε γύψο; Έτσι κι εγώ, όταν νιώθω τσακισμένος, ευάλωτος και μόνος μου, μπαίνω μέσα στο σιλικονένιο μου κορμί και τίποτε δεν μπορεί να με βλάψει. Ησυχάζω.

Είμαι πολύ τρυφερός άνθρωπος, κουράζομαι εύκολα. Έχω ανάγκη από λίγη ξεκούραση απέναντι στα βλέμματα των άλλων κατά καιρούς. Και όχι μόνο. Πότε πότε έχω ανάγκη να με βλέπουν διαφορετικά, είναι λίγο σαν παιχνίδι. Όσα καλύπτει και ταυτόχρονα όσα αποκαλύπτει η στολή μου μού είναι αδύνατον να τα συζητήσω ανοιχτά. Έτσι βρίσκω έναν τρόπο να τα εκφράζω χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσω γι’ αυτά, και αυτό με λυτρώνει. Ελάχιστοι άνθρωποι με καταλαβαίνουν. Οι υπόλοιποι με λοιδορούν. Δεν με πειράζει όμως.

Απόψε θα φορέσω την κόκκινη περούκα μου, το μακρύ μαύρο φουστάνι και τις γόβες μου, και θα βγω βόλτα στην κρεαταγορά. Στα σφαγεία, το μικρό κουκλόσπιτό μου. Ανάμεσα στα σφαχτάρια που κρέμονται στα τσιγκέλια των εκδορέων νιώθω πάντοτε ποιητικά. Είναι ρομαντική εικόνα.  Αραιά και πού μπορεί μέχρι και να κλάψω στη θέα τους. Από συγκίνηση, συμπόνια κι ευτυχία. Out of belonging. Ευτυχώς η μάσκα δεν αφήνει τα δάκρυα να φανούν, με καλύπτει. Για τους κρεατέμπορους και τις νοικοκυρές που ψωνίζουν μπριζόλες και εντόσθια είμαι απλώς μια κινητή παράσταση. A freaky moving installation. Μόνο τα κατακρεουργημένα ζώα με εμποδίζουν να νιώθω μοναξιά. Ακούγεται διαστροφικό, όμως έχει μια πολύ συγκινητική τρυφερότητα αυτή η σχέση. Σχεδόν ερωτική, με τη θεολογική έννοια του όρου. Φταίει που πολύ συχνά δεν φοβάμαι να παραδεχτώ πως βρίσκομαι στην ίδια μοίρα μαζί τους.

London kills me

ARBUSblaze-star1

(φωτογραφία: Diane Arbus)

(Κείμενο που γράφτηκε για την εκπομπή του radiobubble «Είμαστε ευαίσθητοι και όχι σαν τα μούτρα σας», και εκφωνήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2014)

Όλη τη νύχτα έβρεχε.

«Πάντα βρέχει στο Λονδίνο», μου είπε και πήρε μια ροζ λίμα από το τραπέζι της.

«Τι την θέλεις τη λίμα»; Τη ρώτησα. «Εσύ δεν κάνεις ποτέ μανικιούρ. Το κορόιδευες μάλιστα! Άρχισες τώρα;».

«Είναι για να μην σε γδέρνω όταν σε χαϊδεύω», απάντησε και κάθισε σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.

Κατάλαβα πως δεν μου έλεγε αλήθεια, όμως δεν θέλησα να δώσω συνέχεια.

Από το σπίτι της περνούσε κατά καιρούς πολύς κόσμος. Ξένη ήταν η λίμα, και δεν ήθελε να μου το πει. Όμως δεν με ενδιέφερε να την στριμώξω.

Σηκώθηκα, άναψα τσιγάρο –καπνίζαμε πολύ σε κείνο το δωμάτιο – και στάθηκα από πάνω της. Κατάλαβα πως την ενοχλούσα, μάλλον της έκοβα το λιγοστό φως, και έκανα μερικά βήματα προς το άλλο παράθυρο, που είχε θέα στον κήπο. Μια μικρή λίμνη γεμάτη βρόχινο νερό, κάνα δυο αγάλματα που πάνω τους φύτρωναν βρύα και λειχήνες, κάτι βαρέλια με φυτά, σανίδες η μια πάνω στην άλλη, και βροχή.

Αδιάκοπη λονδρέζικη βροχή, που μούλιαζε τον τόπο.

Γύρισα και την κοίταξα.

Φορούσε ένα μπλε φανελάκι με μια λευκή επιγραφή, κι από κάτω ήταν γυμνή.

Είχε ανάψει ένα τσιγάρο και κάπνιζε κοιτώντας το δρόμο. Έφερα γύρω το βλέμμα μου και παρατήρησα το χώρο. Παλιές καρτ ποστάλ από πρώην εραστές της, φωτογραφίες των δικών της, σημειώματα που σκέφτηκα πως αν την ρωτούσα ποιος της τα έγραψε σίγουρα θα έβρισκε κάτι πρόχειρο να μου πει, ένα χαρτόκουτο με το όνομά της και το όνομα κάποιου πρώην της στολισμένο με χοντρό μαρκαδόρο και καρδούλες, ρούχα, χαρτιά, υπολογιστής, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι.

Σκέφτηκα πως ο χώρος της της ταίριαζε.

Πρακτική ζωή, ευκίνητη, μόνο με τα σημαίνοντα να την ακολουθούν.

Δεν θέλησα να σκεφτώ πόσες λεπτομέρειες φύλαγε εκεί μέσα και δεν μπορούσα να τις διακρίνω, φυσικά. Είμαι μαζοχιστής, όμως αυτή η γυναίκα με σκλήραινε. Δεν της αφηνόμουν. Έβγαζε από μέσα μου ένστικτα αυτοσυντήρησης που σπανίως τα έχω νιώσει με άλλους ανθρώπους.

Σκέφτηκα πως η ιστορία μας ήταν κομμάτι ενός προϋπάρχοντος κόσμου που δεν ανακαλύφθηκε ακόμη εντελώς.

Της άρεσε να μιλά με κομπορρημοσύνη. Πολλές φορές μου είχε πει «σ’ αγαπώ, είσαι το παν για μένα, είσαι μοναδικός», παρόλα αυτά ήξερα πως εκείνες τις στιγμές δεν προσπαθούσε να πείσει εμένα, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθα πως το είχε ανάγκη.

Την άφηνα να λέει, με την υποχωρητικότητα και την συγκατάβαση των ερωτευμένων που όμως διατηρούν στο έπακρο την επίγνωση της κατάστασής τους.

Δεν υπήρχε κάτι που να μην το είχε κάνει ή να μην το είχε δει αυτή η γυναίκα.

Μοναδικά πράγματα ή άνθρωποι δεν γινόταν να υπάρξουν πλέον στη ζωή της.

Μπορεί από εκεί ακριβώς, από αυτή τη διαπίστωση να πήγαζε η ενστικτώδης παρόρμησή μου να της αντιστέκομαι και να μην αφήνομαι στα μαγικά της κόλπα.

Μου άρεσε η θέρμη της, η όρεξή της να συναρπάσει και να συναρπαστεί. Η αφοσίωσή της στην ιδέα του σεξ, που τώρα ήθελε να την αναμείξει και με μια εσάνς έρωτα, προφανώς αντιλαμβανόμενη τη δική μου ανάγκη για κάτι σαν αυτό. Η ακόρεστη τάση της στην υπερβολή, στην ψιλοκολακεία, σε όσα η πείρα της είχε διδάξει πως συγκινούν τους ανθρώπους και τους κάνουν να νιώθουν καλά.

Παρότι ήταν ντόπια, πάνω της δεν είχα διακρίνει ούτε για μια στιγμή το περίφημο εγγλέζικο φλέγμα. Μου άρεσε όσο και με παραξένευε αυτό.

Το προηγούμενο βράδυ είχαμε περπατήσει για πολλή ώρα στο ποτάμι.

Είχε επιμείνει να μου κάνει στοματικό σεξ σε ανοιχτό χώρο, δείχνοντάς μου για άλλη μια φορά την τάση της προς την υπερβολή και την ελαφρότητα των κινήσεών της.

Έπειτα κατηφορίσαμε χέρι χέρι κατά μήκος της πλατφόρμας και μου εξήγησε τα αξιοθέατα. Έδειχνε αξιομνημόνευτη υπομονή κάθε που σταματούσα για να φωτογραφίσω τον Τάμεση και τα γύρω κτίρια. Σχεδόν όση δείχνω κι εγώ όταν προσπαθεί να με ποτίσει με κάτι που είναι εξώφθαλμα διαφορετικό απ’ ό, τι νομίζει, και όμως επιμένει να ποτιστώ με αυτό ως το κόκκαλο.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και αφού περάσαμε από διάφορα μαγαζιά που κανένα δεν ήταν της αρεσκείας μου όμως απέφυγα να λογομαχήσω γι’ αυτό, καταλήξαμε στο δωμάτιό της:

Ανάμεσα στα ίχνη των παλιών της εραστών, στις φωτογραφίες της, στα αποτσίγαρα και τη μυρωδιά της πηχτής, λονδρέζικης βροχής.

Την αγκάλιασα με την απόγνωση και συνάμα την επίγνωση που έχει ένας χειμερινός κολυμβητής που βουτάει σε ένα παγωμένο ποτάμι. Ήξερα πως θα μπορούσε να με παρασύρει και να πνιγώ, από την άλλη όμως, εκείνο το παράξενο ένστικτο επιβίωσης που μου ξυπνούσε, με έκανε να μην φοβάμαι.

Σε άλλη περίπτωση θα έλεγα πως όσα ζούσα μαζί της εγώ, ήταν σα να τα ζούσε κάποιος άλλος. Ή πολλοί μαζί, σε διαφορετικές στιγμές του χρόνου.

Όσο και να προσπαθούσα, δεν κατάφερνα να νιώσω πραγματικά πως αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να μου ανήκει.

Παρόλα αυτά, ένιωθα ζεστά, το κορμί της έμοιαζε με μια μικρή φωλιά για τραυματισμένα ζώα.

«Μόλις γίνεις καλά θα σε αφήσω στο δάσος, εκεί που σε βρήκα δηλαδή, για να συνεχίσεις γερός τη ζωή σου», θα μπορούσε να μου πει.

Το μόνο που μου είπε όμως ήταν τρυφερά λόγια αγάπης, από κείνα που λένε μεταξύ τους οι εραστές, ανάκατα με κάποιες λέξεις κάβλας.

Μας κοίταξα από ψηλά, από το ταβάνι του δωματίου της, μετά από τη στέγη, κι έπειτα από την Αφροδίτη, που νωρίτερα είχαμε κοιτάξει μαζί στον ουρανό, με τον ίδιο τρόπο που την είχε κοιτάξει και με αμέτρητους άλλους, πριν από μένα, και με τον ίδιο τρόπο που θα την κοίταζε και με τους επόμενους, μετά.

Είδα ξανά εκείνα τα δυο κομμάτια ενός προϋπάρχοντος κόσμου που πάνω τους έφεραν ίχνη από τα παλιά.

Δυο ανθρώπους που είχαν αναγνωριστεί σαν τα μυρμήγκια μεταξύ τους. Και που τώρα, πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι στο βόρειο Λονδίνο, πλεγμένοι σε μία κοινή αγκαλιά, περιτριγυρισμένοι από μικρά και μεγάλα ψέματα, παλιές ιστορίες, ανομολόγητα ή ομολογημένα μυστικά και κάθε είδους ανάγκη που λύνει και δένει σαν σχοινί, προσπαθούσαν να βρουν και να ενώσουν τις αιχμές με τις οποίες θα δοκίμαζαν να ξεγελάσουν τον ίλιγγο του χρόνου και την πραγματικότητα.

Και να πιστέψουν, παρότι ολομόναχοι και προσωρινοί, σε κείνο το απίστευτο, απατηλό, ανυπέρβλητο «μαζί για πάντα».

Έστω μέχρι το επόμενο πρωί.

Ένα ποτήρι αγάπη

ARBUS0

«Αυτό είναι ένα ποτήρι αγάπη. Πιες».

Χανγκόβερ τα χαράματα στους δρόμους της Καλκούτα.

Η αγάπη μετριέται σε ml.

Ο αέρας μυρίζει κάρβουνο, φτηνό γυναικείο άρωμα και πίσσα.

Ένα αγόρι κατουράει κόντρα στον τοίχο. Κάνει τα πόδια γέφυρα, σκύβει και κοιτάζει το κάτουρο να κυλά.

Δίπλα του, ένα κορίτσι σφίγγει το μενταγιόν του και τραβάει δυνατά το χρυσό αλυσιδάκι, να κοπεί ο λαιμός.

Παλιές πινακίδες, σακιά με χαλίκι για την ασφαλτόστρωση, ένας ξεραμένος φοίνικας πιο κει.

Τα σοβαρά αισθήματα βιώνονται με θάρρος. Με θάρρος και φόβο. Αλλιώς δεν είναι σοβαρά.

Χανγκόβερ τα χαράματα στους δρόμους της Καλκούτα.

«Αυτό είναι ένα ποτήρι αγάπη. Πιες».

(φωτογραφία Diane Arbus)

Ένας κόκκινος καναπές στην άκρη του δρόμου

ARAKI_FLOWER

Σήμερα το απόγευμα ο καιρός ήταν βροχερός. Η πόλη μύριζε πεθαμένο ψάρι. Βγήκα στη βεράντα κι έστησα το μεγάλο κάδρο με τη φωτογραφία σου στην πολυθρόνα. Εκείνο το μεγάλο, που το έβρισκες τερατώδες, κι έλεγες πως ένα τόσο μεγεθυμένο πρόσωπο δεν είναι πρόσωπο αλλά εφιάλτης. Μπροστά σου έβαλα ένα μεγάλο βάζο με λουλούδια. Κλάρες κερασιάς, ξέρεις. Θα τις φωτογραφίσω κάποια στιγμή, ως συνήθως.

Κάθισα δίπλα σου κι άναψα ένα τσιγάρο. Το τραπέζι της βεράντας έχει ξεφτίσει. Κάποτε θα το περάσω ένα χέρι πλαστικό. Το μέταλλο έχει αρχίσει και σκουριάζει. Μ΄αρέσει το χρώμα της σκουριάς κάτω από την χακί λαδομπογιά. Μόλις φύσηξε ένας αέρας που τίναξε τα άνθη της κερασιάς, το τραπέζι γέμισε ροζ πέταλα. Με ενέπνεαν όλα αυτά τα χρώματα μπροστά μου. Και η φωτογραφία σου στην πολυθρόνα, πολύ εμπνευστική. Σκέφτηκα πως αν ήσουν εκεί θα σε τάιζα καραμέλες κεράσι, από κείνες τις ζαχαρωτές που προτιμάς, που θα σε έβαζα να τις δαγκώνεις σιγά σιγά, να τις μασάς και μετά να μου ανοίγεις το στόμα να δω αν το κατάπιες όλο.

Ο ουρανός ήταν μολυβένιος. Σαν στρατιώτης που ετοιμάζεται να λιώσει. Στην απέναντι ταράτσα κάποιος είχε απλώσει μια σειρά κοντές, λευκές κάλτσες. Βαμβακερές, υποθέτω. Σκέφτηκα πως θα ήταν όμορφο δίπλα τους να είχε κρεμάσει κι ένα πράσινο κιμονό με χρωματιστά λουλούδια. Τότε θα είχα κάθε λόγο να περιμένω πως στην άκρη της σκηνής, από στιγμή σε στιγμή, θα φαινόσουν κι εσύ. Ήξερα πως δεν επρόκειτο να συμβεί.

Μετά σηκώθηκα και κρεμάστηκα στο γείσο της βεράντας. Είχε υγρασία και τα χέρια μου βράχηκαν με το που άγγιξα το τσιμέντο. Κάτω, χαμηλά, στην άκρη του δρόμου διέκρινα ένα χαμάλη που κουβαλούσε μια γριά κι ένα κοριτσάκι στο καρότσι του. Η γριά κρατούσε μια λαχανί ομπρέλα με υβίσκους. Ήταν τόσο μεγάλοι που διακρίνονταν εύκολα από ψηλά. Δεν είχε νυχτώσει ακόμα, όλα ήταν υπαρκτά. Λίγο πριν στρίψουν στο στενό με τα μπλε σπίτια, είδα πως στο πεζοδρόμιο ήταν παρατημένος ένας διθέσιος κόκκινος καναπές που δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ μου. Φαντάστηκα ένα ανήλικο αγόρι με ξυρισμένα φρύδια που μόλις ασπάστηκε τον Σιντοϊσμό να κάθεται πάνω του με διπλωμένα πόδια και να μασουλάει την ουρά από τον σταχτί σιλικονένιο δράκο του. Ήταν λυπημένο, επειδή ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα έμπαινε στο μοναστήρι και το αγαπημένο παιχνίδι του θα έπρεπε να το αποχωριστεί. Και αφηρημένο, φυσικά, όπως είναι όλα τα ανήλικα αγόρια με ξυρισμένα φρύδια που κάθονται σταυροπόδι πάνω σε έναν κόκκινο καναπέ στην άκρη του δρόμου.

Κοίταξα το ρολόι μου, είχε πάει επτά. Έσκυψα πάνω σου και σου φύσηξα μέσα στα ρουθούνια λίγη ανάσα. Ύστερα μπήκα μέσα, άναψα το φως κι έβαλα να φτιάξω ένα τσάι κεράσι.

(φωτο: Nobuyioshi Araki)

Liquid winter

ARAKI2

.

1. Χτες τη νύχτα ονειρεύτηκα ένα ψευδό ποίημα. Δεν έλεγε το σίγμα. Μιλούσε σαν παιδί. Ήταν ένα ποίημα που απαγγέλλονταν από μόνο του. Προς στιγμήν μου φάνηκε αστείο και αρκετά χαριτωμένο τo περιστατικό. Τώρα που ξημέρωσε καταλαβαίνω πως ζω την εποχή των τραυλών ποιημάτων και πως τα ελαττώματα που αρχικά μου φαίνονται χαριτωμένα κάποτε ξαναγυρνούν λυπημένα και μου σκίζουν την καρδιά. Δεν ξέρω γιατί λυπάμαι τώρα που θυμάμαι το τραυλό μου ποίημα. Ίσως επειδή μου θύμισε μια κουβέντα που μου είχες πει κάποτε, όταν σου έγραψα ένα άλλο ποίημα, που έλεγε όλα τα γράμματα με το όνομά τους: «Πήγα να σου γράψω ‘υπέροχο’, αλλά μου φάνηκε πολύ φτωχή η λέξη. Σαν φτηνό αποσμητικό από το σούπερ μάρκετ. Άλλη λέξη ψάχνω. Θα την βρω». Ήταν μια υπόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ της. Μια υπόσχεση ψευδή(ς).

 2. Κάποτε λέγαμε πως θα πεθάνουμε από έρωτα. Τελικά δεν είμαστε ικανοί ούτε γι’ αυτό. Οι άνθρωποι πεθαίνουν από γεράματα, αρρώστιες, απελπισία, γενναιότητα. Από τον ίδιο τον έρωτα όμως δεν κατάφερε να πεθάνει κανένας. Μόνο να νικηθεί κατάφερε, κι αυτό μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις. «Είμαι ένας ρίψασπις, ένας ηττημένος», λέει ο ήρωας του βιβλίου μου σε μια σελίδα που δεν θυμάμαι ποια είναι, κι όμως κατά βάθος μιλάω μόνο εγώ.

 3. Πάντα είμαστε λίγο μόνοι μας. Ενδεχομένως και πολύ. Παλιότερα πίστευα πως είναι άκαρδη η μοναξιά. Έχω αλλάξει γνώμη. Είναι ένα φυσικό χαρακτηριστικό όπως τα πράσινα μάτια, τα καστανά μαλλιά, το 37 νούμερο παπούτσι ή η κλίση προς την υπερβολή. Όταν έρθει ο καιρός που σιγά σιγά αρχίζουν και απομυθοποιούνται όλες οι έννοιες και οι λέξεις που μέσα τους έχουν ένα συνθετικό της καρδιάς, σημαίνει πως ένα φυσικό χαρακτηριστικό μετατρέπεται αργά και σταθερά σε σιωπηρή αναπηρία.

 4. Αφού το προνόμιο του έρωτα δεν μας κάνει το χατήρι, μπορούμε να γεμίσουμε με μελανιές κάβλας. Έτσι κάνεις όταν δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Η πρόσκρουση μιας σφιγμένης γροθιάς πάνω σε ένα μπράτσο είναι άκρως ερωτική πράξη. Το απειροελάχιστο σημείο του χρόνου κατά το οποίο ξεκινά η επαφή είναι η θέωση δύο συνόλων ιστών που εφάπτονται μεταξύ τους. Σαν να φιλιούνται. Τα αγγίγματα της κάβλας δεν είναι μόνο θωπευτικά. Υπάρχουν κι εκείνα τα άλλα, τα δεύτερα, τα άνευ προνομίων. Διατηρούν στο έπακρο την αξιοπρέπεια της επίγνωσης και μια άγρια δύναμη υπενθύμισης του άλλου τους εαυτού. Τότε που η κάβλα, έτσι όπως την σκεφτόμασταν οι αφελείς, ήταν μια μεμβράνη πλεγμένη από αραχνοΰφαντα ερωτικά χάδια.

 5. Μετά το ψευδό ποίημα ονειρεύτηκα ένα σκοινί. Και τότε σκέφτηκα εκείνη τη γυναίκα με τον κόμπο στο λαιμό που όταν υπέφερε πολύ δεν έκλαιγε, δεν μίλαγε, μόνο έτρεχε να κρυφτεί μέσα σε ένα ξένο σώμα. Την τελευταία φορά που την είδα ήταν όμορφη. Γύρω από το λαιμό της έλαμπαν μικρές σταγόνες ιδρώτα. Όταν την κοίταξα λίγο πιο καλά είδα πως μέσα σε κάθε σταγόνα του ιδρώτα της φύτρωνε ένα λουλούδι. Χαθήκαμε για πάντα όταν τα λουλούδια σχημάτισαν ένα πυκνό κολλάρο γύρω από το κεφάλι της, με πράσινους μίσχους, μωβ άνθη και μια βαριά, θανατερή μυρωδιά. Κάπως έτσι χάνομαι με όλους εκείνους στους οποίους πιστεύω. Κι έπειτα συνεχίζω να τους θυμάμαι και να μιλώ γι’ αυτούς.

Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια*

Φωτογραφία0696

Μια μέρα, εκεί που περπατούσα, είδα ένα αφρόψαρο στα χαλίκια. Ήταν ασημένιο και πολύ αξιοπρεπές. Κατάλαβα πως την προηγούμενη νύχτα έπρεπε να είχε πολύ κύμα, γιατί εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε τραβηχτεί προς τα μέσα και στα βότσαλα υπήρχαν πολλά σκοτωμένα υδρόβια ζώα. Έσκυψα και κοίταξα το αδικοχαμένο αφρόψαρο από κοντά. Όταν τα ζώα είναι τόσο ήσυχα με κάνουν και νιώθω δέος.

Όταν μπήκα στο σπίτι μου, το μεσημέρι, είδα πως στην είσοδο είχε μπει ένα πουλί. Περιστέρι. Παρατήρησα πως το ταίρι του – έτσι ήθελα να το βλέπω – έστεκε στο κατώφλι και παραφύλαγε μπας και συμβεί κάτι κακό. Με πολύ αργές κινήσεις, για να μην το τρομάξω, πήγα στην κουζίνα και του έφερα λίγο από το σουσαμένιο κουλούρι μου. Του έτριψα λίγο πάνω στο χαλί και το παρακολούθησα να τρώει. Ευτυχώς δεν συνέβη αυτό που φοβόμουν. Το πουλί δεν κουτσούλισε χωνεύοντας.

Το απόγευμα ξαναβγήκα στην πόλη και συνάντησα δυο πόδια στην άκρη της ασφάλτου. Μου άρεσαν τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να μην τα φωτογραφίσω. Είδα κόσμο αμέτρητο, αλλά κανένα ζευγάρι πόδια δεν με συγκίνησε τόσο όσο αυτό. Είχαν κάτι πολύ σεμνό και προβληματισμένο, έτσι όπως έστεκαν κολλητά, μονιασμένα μεταξύ τους, κι επίσης μου άρεσε πολύ που τα παπούτσια τους ήταν κάπως φθαρμένα και πρόδιδαν έντονη χρήση και συνήθεια. Τα παπούτσια των ανθρώπων με συναρπάζουν.

Σε ένα στενό λίγο πιο κει, διάβασα ένα σύνθημα στον τοίχο που σκέφτηκα πως ήταν από μόνο του ολόκληρος διάλογος. Κάποιος παραπονιόταν πως ο χώρος ήταν άδειος, και κάποιος άλλος βιάστηκε να τον γεμίσει με βογκητά. Είναι να μην τους αγαπάς μερικές φορές τους ανθρώπους;

Σε ένα άλλο σημείο της πόλης πέρασα μπροστά από το αγαπημένο μου εγκαταλελειμμένο μαγαζί: ένα πρώην χασάπικο, που κάθε φορά που περνάω από μπροστά του κοντοστέκομαι, κοιτάζω τα τσιγκέλια και την πόρτα του ψυγείου του και σκέφτομαι φρικιαστικές εικόνες. Μερικές φορές που δεν ήξερα, στην αρχή, προσπαθούσα να μυρίσω το παλιό αίμα μέσα από το συρματόπλεγμά του, αλλά τελικά κατάλαβα πως οι μυρωδιές φθίνουν με το χρόνο. Κι έτσι μένω πια απλώς να το κοιτάζω χωρίς να περιμένω και πολλά. Είναι όμως πολύ ηδονική αυτή η στιγμή, γιατί αμέσως μετά ονειρεύομαι πως το χασάπικο το παίρνω και το κάνω μπαρ, και μέσα του παίζω Diamanda Galas, Coil, Nick Cave διάφορες άλλες noise μουσικές και οι ψυχές των σφαγίων αγαλλιάζουν και χαίρονται μαζί μας, ξεχνώντας για λίγο το δήμιο που τα έκανε κομμάτια.

Μετά κατηφορίζω προς το αγαπημένο μου καφενείο και πέφτω πάνω στη Ρόζα. Η Ρόζα είναι μια άγνωστη που την είδα μία και μοναδική φορά. Όποτε περνάω όμως από κει την βλέπω με το δικό μου τρόπο. Εγώ την βάφτισα έτσι επειδή σκέφτηκα πως αυτό το όνομα της ταίριαζε πολύ. Δεν την ξαναείδα από τότε, όμως πάνω της αποφάσισα να στήσω ένα καινούριο βιβλίο. Το ξεκίνησα ήδη και η Ρόζα μένει εκεί. Αυτό τον καιρό είναι ερωτευμένη με κάποιον που την απατά με την ίδια της την κόρη. Στην κόρη της έχω δώσει το όνομα της δικής μου κόρης. Παράξενο ε;… Μετά θα δω τι θα συμβεί, κι ομολογώ πως έχω λίγη αγωνία, μιας και ποτέ δεν ξέρω από πριν τη συνέχεια των ιστοριών μου.

Περνώντας από το αρμένικο νεκροταφείο, λέω ένα γεια στην 25χρονη κοπέλα που έχασε τη ζωή της ποιος ξέρει από τι και πάντα, πάντα της λέω να μην στεναχωριέται. Δεν ξέρω τι άλλο να της πω, όλο ψάχνω κι όλο βρίσκω, μα τελευταία στιγμή τα ξεχνάω όλα. Το μόνο που με ανησυχεί είναι τα γόνατά της που θα κουράζονται, έτσι όπως στέκεται πάνω στο μνήμα της και προσπαθεί κάπου να αφήσει ένα λουλούδι. Είναι αγωνιώδες και λυπηρό να θες να προσφέρεις ένα λουλούδι και κανείς να μην είναι εκεί να σου το πάρει από το χέρι.

Λίγο πριν τελειώσω τον περίπατο, αγγίζω με τα δάχτυλα εκείνη την ωραία αφίσα που διακηρύσσει τα ανθρώπινα δικαιώματα με τον πιο παραστατικό τρόπο που έχω δει ποτέ. Την αγγίζω γλυκά, με πολλή τρυφερότητα γιατί μου αρέσουν οι δίκαιες επιφάνειες, ειδικά στη μέση ενός άδικου δρόμου. Στην άκρη άκρη βέβαια, μην την χαλάσω. Ξέρω πως στην πόλη κυκλοφορούν πολλοί ζηλόφθονοι και δειλοί, και πως με την πρώτη ευκαιρία όλο και κάποιος θα απλώσει πάνω της το χέρι του και θα την σκίσει.

*(μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει)

(αφιερωμένο)

Οι ιστορίες της Πέμπτης

staxtes-fassa8_7_13

Με τεράστια χαρά κι έναν ενθουσιασμό που μοιάζει με κόκκινο μπαλόνι, μοιράζομαι μαζί σας τα ευχάριστα νέα.

Από σήμερα, και κάθε πρώτη Πέμπτη του μήνα, εγκαινιάζεται η νέα μου στήλη στις εξαιρετικές Στάχτες μέσα από την οποία θα έχουμε άλλη μια ευκαιρία να κάνουμε βόλτα στην πόλη, στο παρελθόν, στο μέλλον, στα παραμύθια μας και σε κάθε σημείο του χρόνου και του χώρου που θέλει κάτι να μας πει. Παλιές και νέες ιστορίες, εδώ, μαζί, να τις εξερευνήσουμε.

Κόκκινο φανάρι, γωνία Θεμιστοκλέους και Σόλωνος. Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα ανθρώπινο ποτάμι χύνεται προς τα κάτω. Άνθρωποι και ποντίκια. Μια αναίτια βιασύνη κάνει τα βήματά μου να φεύγουν πιο μπροστά. Περπατάω ως συνήθως με το κεφάλι κάτω, κοιτώντας τις πλάκες του πεζοδρομίου. Μπας και μου πούνε μυστικά. Μπας και ανακαλύψω πάνω τους το νόημα του κόσμου. Πέφτω πάνω σου, ζητάω συγγνώμη, λες δεν πειράζει. Ποτέ δεν πειράζουν πολύ οι παράφορες συγκρούσεις μεταξύ αγνώστων στα φανάρια. Σε έψαχνα χωρίς να το ξέρω. Στέκομαι δίπλα σου. Μπαίνω στον προσωπικό σου χώρο. Νομίζω πως κολυμπώ σε μια παχύρευστη λίμνη από λευκό ζελέ. Που δεν έχει πήξει ακόμα. Και μυρίζει ωραία. Ιδρώτα, καυσαέριο, μια λεπτομέρεια από το σπίτι σου και κάτι σε άρωμα από το πρωί. Το δαιμόνιο της όσφρησης με αποσυντονίζει. Χαμηλώνω πάλι το κεφάλι – τι συνήθεια κι αυτή – και το βλέμμα μου πέφτει στο αριστερό σου χέρι. Ηδονοβλεψία δαχτύλων. Εξαίρετος αντίχειρας. Εμπνευστικός. Σωπαίνω. Και τι να πω. Υπομένω αταβιστικά το χρονόμετρο του κόκκινου χρώματος του πεζού σε μικρογραφία που στέκεται απέναντί μας και κανονίζει την πορεία μας. Τα δευτερόλεπτα περνούν. Τα μανίκια μας ακουμπάνε. Το φαρμακείο στη γωνία κλειστό. Δεν παίρνω πια Zoloft, ο ψυ είπε πως βαδίζω με το κεφάλι ψηλά στο δρόμο προς την ελευθερία. Δίπλα μας περαστικοί, σκυλιά, έξεις, πολυκατοικίες. Αναμονή. Πουλιά που κοιτάνε, κίτρινα ταξί, ψευτοαδιαφορία. Κοιτάς με τραχύ τρόπο προς τα πάνω, λες και βιάζεσαι. Έχεις ένα είδος άτσαλης χάρης που με κάνει να θέλω να χαμογελάσω χωρίς να με δεις. Ζούμε μέσα σε ένα κινηματογραφικό καρέ. Σε φοβάμαι λίγο και δεν ξέρω γιατί. Ό, τι νιώθουμε, πάντως, έχει λόγο να υπάρχει, η Φύση δεν κάνει λάθος ποτέ. Πορτοκαλί για τα αυτοκίνητα που έρχονται από δεξιά μας. Ετοιμάζεσαι να διασχίσεις. Θα έμενα κάνα δίωρο ακόμα εδώ, περιμένοντας το επόμενο φανάρι. Και μετά το μεθεπόμενο. Πολλά φανάρια μαζί. Φτάνει να σου αγγίζω το μανίκι. Βλέπω τον κόσμο παραμορφωμένο. Εσένα γίγαντα και εμένα στο μέγεθος του πεζού σε μικρογραφία δίπλα στο παντζάκι σου. Θα μπορούσες να με πατήσεις. Σαν τσίχλα φράουλα, θα μου ταίριαζε νομίζω. Ή σα χτυπημένη μύγα που έσκασε πάνω σε κάποιο παρμπρίζ και παραμέρισε όπως όπως στην άκρη του δρόμου μπας και επιβιώσει. Πράσινο. Ο πεζός σε μικρογραφία μας δίνει σήμα, ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ανοιχτός. Χωρίς πατερίτσες. Διασχίζεις πρώτος, ακολουθώ. Μπορεί να μην φανταστείς ποτέ τι σκεφτόμουν όσο στεκόμουν δίπλα σου. Μπορεί πριν σταματήσεις στο φανάρι να ξέκανες με τη σόλα του παπουτσιού σου μια μύγα που δεν την έλιωσε η ορμή της πτήσης της και η απότομη προσγείωσή της πάνω σε κάποιο παρμπρίζ. Η άσφαλτος πίσω σου πάλλεται. Τη σκηνή τη ζω υπόκωφα. Τα αυτιά μου πονάνε. Διαρκεί μόλις λίγα δευτερόλεπτα και μετά έχουμε περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, εσύ μπροστά κι εγώ πιο πίσω. Απομακρύνεσαι. Η Θεμιστοκλέους είναι η αγαπημένη μου οδός. Σε κάθε πόλη. Χάθηκες, μπορεί να έφτασες κιόλας στο παλιό σφαγείο που ονειρεύομαι κάποτε να το κάνω μπαρ. Σε αποχαιρετώ χαμογελώντας. Νιώθω λίγη πίκρα. Νιώθω συχνά υπερβολικά μα δεν πειράζει. Να είσαι καλά, να γράφεις ωραία ποιήματα, να πίνεις ωραία κρασιά, να μαλώνεις με όποιον μισεί τα ανυπεράσπιστα γατάκια, να ονειρεύεσαι καταιγίδες, οδοφράγματα, σούπερ ήρωες με διαγαλαξιακά μάτια και να νικάς πάντα στις μάχες σας. Θα σε σκέφτομαι καθυστερώντας στα ωραία μετόπισθεν της διαδρομής σου. Και σαν ήρωα του youporn και σαν ρομαντικό ρεμάλι που τρώει τις σάρκες του κάτω από έναν πίνακα του Klimt. Σκουπίδι και θεό μέσα στον πυρετό. Δικό μου. Μπορεί να μη σε ξαναδώ ποτέ. Είναι όμως τεράστια παρηγοριά να ξέρω πως υπάρχεις. Μπαίνω στην πλατεία. Έχεις φύγει ή είσαι κάπου που δεν ξέρω. Ο δρόμος προς την ελευθερία είναι ανοιχτός. Μακάρι να’ πιανε μια βροχή. Πάντα θα λάμπεις κάπου πιο ψηλά από ολόκληρο τον κόσμο στα μάτια μου. Πες γεια σε όσους αγαπάς, κλάψε για ό, τι σε πληγώνει. Εγώ δεν παίρνω πια Zoloft. Έμαθα πώς να μην κλαίω.

ΚΡΑΚ 6

JAPAN

Τα σκαλιά έτριζαν παρότι προσπαθούσε να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο καθώς ανέβαινε στις μύτες των ποδιών του. Οι σανίδες ήταν σάπιες και πολυπατημένες. Τα μικρά υπόκωφα Κρακ! Νόμιζε πως τον χτυπούσαν κατευθείαν στο λαιμό. Ή κάπου πίσω από το στομάχι.

Φτάνοντας στον πέμπτο όροφο έσκυψε στο κατώφλι και αφουγκράστηκε. Μέσα ησυχία. Έριξε μια ματιά στο απέναντι διαμέρισμα. Όλα φαίνονταν ήσυχα κι εκεί. Χτύπησε μαλακά την πόρτα και την περίμενε να εμφανιστεί. Του άνοιξε και τον τράβηξε μέσα. Δε μίλησαν. Ούτε μία λέξη. Έπεσαν στο πάτωμα και έγδυσαν ο ένας τον άλλον βιαστικά. Από το περβάζι, η γάτα τους κοιτούσε αδιάφορα, καπνίζοντας το τσιγάρο της έτσι όπως καπνίζουν τα τσιγάρα τους οι γάτες των παραμυθιών. Έξω σουρούπωνε και η πόλη γέμιζε φώτα. Ένα αεροπλάνο χώριζε τον ουρανό στα δύο χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή στο μισοσκόταδο δίπλα στο φεγγάρι.

«Ξέρεις, όλα αυτά είναι σαν να μην τα ζω πραγματικά. Είναι σαν να συμμετέχω από τη θέση ενός θεατή που εκστασιάζεται με κάτι ξένο», ήταν το μόνο που της είπε λίγο πριν κλείσει πίσω του την πόρτα και την αφήσει πάλι ολομόναχη ανάμεσα σε εφημερίδες, αποτσίγαρα και ανεπίδοτα τσαλακωμένα ραβασάκια.

 

 

Oh, well…

MORYIAMA

Ακούστηκε ένα μεγάλο ΚΡΑΚ! και τότε ήταν η στιγμή που έπεσε και η τελευταία γέφυρα ανάμεσά τους.

(έκτοτε, ο ένας συνέχισε να γράφει ποιήματα και η άλλη ιστορίες για αγρίους και αγίους)

Αρέσει σε %d bloggers: