London kills me

ARBUSblaze-star1

(φωτογραφία: Diane Arbus)

(Κείμενο που γράφτηκε για την εκπομπή του radiobubble «Είμαστε ευαίσθητοι και όχι σαν τα μούτρα σας», και εκφωνήθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2014)

Όλη τη νύχτα έβρεχε.

«Πάντα βρέχει στο Λονδίνο», μου είπε και πήρε μια ροζ λίμα από το τραπέζι της.

«Τι την θέλεις τη λίμα»; Τη ρώτησα. «Εσύ δεν κάνεις ποτέ μανικιούρ. Το κορόιδευες μάλιστα! Άρχισες τώρα;».

«Είναι για να μην σε γδέρνω όταν σε χαϊδεύω», απάντησε και κάθισε σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.

Κατάλαβα πως δεν μου έλεγε αλήθεια, όμως δεν θέλησα να δώσω συνέχεια.

Από το σπίτι της περνούσε κατά καιρούς πολύς κόσμος. Ξένη ήταν η λίμα, και δεν ήθελε να μου το πει. Όμως δεν με ενδιέφερε να την στριμώξω.

Σηκώθηκα, άναψα τσιγάρο –καπνίζαμε πολύ σε κείνο το δωμάτιο – και στάθηκα από πάνω της. Κατάλαβα πως την ενοχλούσα, μάλλον της έκοβα το λιγοστό φως, και έκανα μερικά βήματα προς το άλλο παράθυρο, που είχε θέα στον κήπο. Μια μικρή λίμνη γεμάτη βρόχινο νερό, κάνα δυο αγάλματα που πάνω τους φύτρωναν βρύα και λειχήνες, κάτι βαρέλια με φυτά, σανίδες η μια πάνω στην άλλη, και βροχή.

Αδιάκοπη λονδρέζικη βροχή, που μούλιαζε τον τόπο.

Γύρισα και την κοίταξα.

Φορούσε ένα μπλε φανελάκι με μια λευκή επιγραφή, κι από κάτω ήταν γυμνή.

Είχε ανάψει ένα τσιγάρο και κάπνιζε κοιτώντας το δρόμο. Έφερα γύρω το βλέμμα μου και παρατήρησα το χώρο. Παλιές καρτ ποστάλ από πρώην εραστές της, φωτογραφίες των δικών της, σημειώματα που σκέφτηκα πως αν την ρωτούσα ποιος της τα έγραψε σίγουρα θα έβρισκε κάτι πρόχειρο να μου πει, ένα χαρτόκουτο με το όνομά της και το όνομα κάποιου πρώην της στολισμένο με χοντρό μαρκαδόρο και καρδούλες, ρούχα, χαρτιά, υπολογιστής, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι.

Σκέφτηκα πως ο χώρος της της ταίριαζε.

Πρακτική ζωή, ευκίνητη, μόνο με τα σημαίνοντα να την ακολουθούν.

Δεν θέλησα να σκεφτώ πόσες λεπτομέρειες φύλαγε εκεί μέσα και δεν μπορούσα να τις διακρίνω, φυσικά. Είμαι μαζοχιστής, όμως αυτή η γυναίκα με σκλήραινε. Δεν της αφηνόμουν. Έβγαζε από μέσα μου ένστικτα αυτοσυντήρησης που σπανίως τα έχω νιώσει με άλλους ανθρώπους.

Σκέφτηκα πως η ιστορία μας ήταν κομμάτι ενός προϋπάρχοντος κόσμου που δεν ανακαλύφθηκε ακόμη εντελώς.

Της άρεσε να μιλά με κομπορρημοσύνη. Πολλές φορές μου είχε πει «σ’ αγαπώ, είσαι το παν για μένα, είσαι μοναδικός», παρόλα αυτά ήξερα πως εκείνες τις στιγμές δεν προσπαθούσε να πείσει εμένα, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθα πως το είχε ανάγκη.

Την άφηνα να λέει, με την υποχωρητικότητα και την συγκατάβαση των ερωτευμένων που όμως διατηρούν στο έπακρο την επίγνωση της κατάστασής τους.

Δεν υπήρχε κάτι που να μην το είχε κάνει ή να μην το είχε δει αυτή η γυναίκα.

Μοναδικά πράγματα ή άνθρωποι δεν γινόταν να υπάρξουν πλέον στη ζωή της.

Μπορεί από εκεί ακριβώς, από αυτή τη διαπίστωση να πήγαζε η ενστικτώδης παρόρμησή μου να της αντιστέκομαι και να μην αφήνομαι στα μαγικά της κόλπα.

Μου άρεσε η θέρμη της, η όρεξή της να συναρπάσει και να συναρπαστεί. Η αφοσίωσή της στην ιδέα του σεξ, που τώρα ήθελε να την αναμείξει και με μια εσάνς έρωτα, προφανώς αντιλαμβανόμενη τη δική μου ανάγκη για κάτι σαν αυτό. Η ακόρεστη τάση της στην υπερβολή, στην ψιλοκολακεία, σε όσα η πείρα της είχε διδάξει πως συγκινούν τους ανθρώπους και τους κάνουν να νιώθουν καλά.

Παρότι ήταν ντόπια, πάνω της δεν είχα διακρίνει ούτε για μια στιγμή το περίφημο εγγλέζικο φλέγμα. Μου άρεσε όσο και με παραξένευε αυτό.

Το προηγούμενο βράδυ είχαμε περπατήσει για πολλή ώρα στο ποτάμι.

Είχε επιμείνει να μου κάνει στοματικό σεξ σε ανοιχτό χώρο, δείχνοντάς μου για άλλη μια φορά την τάση της προς την υπερβολή και την ελαφρότητα των κινήσεών της.

Έπειτα κατηφορίσαμε χέρι χέρι κατά μήκος της πλατφόρμας και μου εξήγησε τα αξιοθέατα. Έδειχνε αξιομνημόνευτη υπομονή κάθε που σταματούσα για να φωτογραφίσω τον Τάμεση και τα γύρω κτίρια. Σχεδόν όση δείχνω κι εγώ όταν προσπαθεί να με ποτίσει με κάτι που είναι εξώφθαλμα διαφορετικό απ’ ό, τι νομίζει, και όμως επιμένει να ποτιστώ με αυτό ως το κόκκαλο.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και αφού περάσαμε από διάφορα μαγαζιά που κανένα δεν ήταν της αρεσκείας μου όμως απέφυγα να λογομαχήσω γι’ αυτό, καταλήξαμε στο δωμάτιό της:

Ανάμεσα στα ίχνη των παλιών της εραστών, στις φωτογραφίες της, στα αποτσίγαρα και τη μυρωδιά της πηχτής, λονδρέζικης βροχής.

Την αγκάλιασα με την απόγνωση και συνάμα την επίγνωση που έχει ένας χειμερινός κολυμβητής που βουτάει σε ένα παγωμένο ποτάμι. Ήξερα πως θα μπορούσε να με παρασύρει και να πνιγώ, από την άλλη όμως, εκείνο το παράξενο ένστικτο επιβίωσης που μου ξυπνούσε, με έκανε να μην φοβάμαι.

Σε άλλη περίπτωση θα έλεγα πως όσα ζούσα μαζί της εγώ, ήταν σα να τα ζούσε κάποιος άλλος. Ή πολλοί μαζί, σε διαφορετικές στιγμές του χρόνου.

Όσο και να προσπαθούσα, δεν κατάφερνα να νιώσω πραγματικά πως αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να μου ανήκει.

Παρόλα αυτά, ένιωθα ζεστά, το κορμί της έμοιαζε με μια μικρή φωλιά για τραυματισμένα ζώα.

«Μόλις γίνεις καλά θα σε αφήσω στο δάσος, εκεί που σε βρήκα δηλαδή, για να συνεχίσεις γερός τη ζωή σου», θα μπορούσε να μου πει.

Το μόνο που μου είπε όμως ήταν τρυφερά λόγια αγάπης, από κείνα που λένε μεταξύ τους οι εραστές, ανάκατα με κάποιες λέξεις κάβλας.

Μας κοίταξα από ψηλά, από το ταβάνι του δωματίου της, μετά από τη στέγη, κι έπειτα από την Αφροδίτη, που νωρίτερα είχαμε κοιτάξει μαζί στον ουρανό, με τον ίδιο τρόπο που την είχε κοιτάξει και με αμέτρητους άλλους, πριν από μένα, και με τον ίδιο τρόπο που θα την κοίταζε και με τους επόμενους, μετά.

Είδα ξανά εκείνα τα δυο κομμάτια ενός προϋπάρχοντος κόσμου που πάνω τους έφεραν ίχνη από τα παλιά.

Δυο ανθρώπους που είχαν αναγνωριστεί σαν τα μυρμήγκια μεταξύ τους. Και που τώρα, πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι στο βόρειο Λονδίνο, πλεγμένοι σε μία κοινή αγκαλιά, περιτριγυρισμένοι από μικρά και μεγάλα ψέματα, παλιές ιστορίες, ανομολόγητα ή ομολογημένα μυστικά και κάθε είδους ανάγκη που λύνει και δένει σαν σχοινί, προσπαθούσαν να βρουν και να ενώσουν τις αιχμές με τις οποίες θα δοκίμαζαν να ξεγελάσουν τον ίλιγγο του χρόνου και την πραγματικότητα.

Και να πιστέψουν, παρότι ολομόναχοι και προσωρινοί, σε κείνο το απίστευτο, απατηλό, ανυπέρβλητο «μαζί για πάντα».

Έστω μέχρι το επόμενο πρωί.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Ιανουαρίου 30, 2014, in Χωρίς κατηγορία and tagged , , . Bookmark the permalink. 4 Σχόλια.

  1. Μιαν ανασφάλεια την ένιωσα,δε λέω.

  2. Η πρώτη session είναι δωρεάν.
    Μπορεί και η δεύτερη.
    Μόλις εξαρτηθεί ο πελάτης, χτυπάμε με μαστίγιο (τις τιμές…).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: