Monthly Archives: Μαρτίου 2014

Κοινωνική συνείδηση

staxtes-fassa13_3_13sepia

.

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 27 Μαρτίου 2014 στο περιοδικό  Στάχτες

στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης

.

Φρέναρε μαλακά στο πορτοκαλί. Στο κόκκινο ήταν κάτω από το φανάρι. Έβγαλε το χέρι έξω από το παράθυρο και συνέχισε να καπνίζει το Μάρλμπορο χαζεύοντας στα πέριξ. Το γνωστό πακιστανάκι πλησίασε κι άρχισε να του σαπουνίζει το παρμπρίζ. Χωρίς να ρωτήσει. Ξιπόλητο. Ως συνήθως. Για λίγο η σκούπα πηγαινοερχόταν σαν παιχνίδι πάνω στο τζάμι. Άσπρος, διάφανος, άσπρος, διάφανος ο κόσμος μπροστά του. Το κορίτσι στράγγιξε τα νερά και του χαμογέλασε με κάτι δόντια σαν φεγγάρια. Εκείνος ψάχτηκε για κάνα ψιλό, πέτυχε ένα πενηντάλεπτο στο βάθος της τσέπης. Το παρέδωσε στην ανήλικη εργάτρια και έβαλε πρώτη ξεκινώντας με το πρώτο πράσινο.Λίγο πιο κάτω, το ίδιο σκηνικό. Φρένο στο πορτοκαλί, νεκρό στο κόκκινο. Το πάρκο πιο κει βούιζε από παιδιά που έτρεχαν κι έπαιζαν αμέριμνα. Η παιδική χαρά έμοιαζε με νηπιαγωγείο. Μια μαμά κρατούσε ένα πράσινο τάπερ και τάιζε σταφύλι ένα μελαχρινό αγόρι. Μια άλλη έτρεχε πίσω από ένα ξανθό κοριτσάκι κουβαλώντας στο χέρι ένα ροζ μπουφάν. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουσε τη φωνή του πωλητή που του πρότεινε χαρτομάντιλα.

«Ένα ευρώ το πακέτο, τζάμπα πράμα, πάρε ένα».

Ψάχτηκε στα γρήγορα, στην ίδια τσέπη ψάρεψε ένα δίευρο. Το παρέδωσε στον έμπορο και παρέλαβε τα χαρτομάντιλα μουρμουρίζοντας «ευχαριστώ». Το φανάρι άναψε.

«Κράτα τα ρέστα, άναψε πράσινο», φώναξε βάζοντας πρώτη.

Στο σπίτι πια, έβγαλε τα παπούτσια και πέταξε τη γραβάτα στον καναπέ. Στην καφετιέρα είχε μείνει καφές από το πρωί. Τον έβαλε κρύο σε μια κούπα και κάθισε κοντά στο παράθυρο. Άρχισε να ανοίγει τους φακέλους που είχε αφήσει στο κατώφλι ο ταχυδρόμος το πρωί. Λογαριασμός κινητού είκοσι ευρώ. Σταθερό ογδόντα πέντε. ΔΕΗ εκατόν τριάντα.

«Πόσα; Το ρημάδι το θερμοσίφωνο πάλι το ξεχάσαμε ανοιχτό;», φώναξε και της έγνεψε να έρθει κοντά του.

Απόδειξη από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα για τη μηνιαία συνεισφορά του. Εθνοκάρτα Φεβρουαρίου. Διαφημιστικό φυλλάδιο για σούπερ προσφορές του γειτονικού Βασιλόπουλου. Φάκελος από την Ένωση Τυφλών Καλλιτεχνών που αγοράζει τις ευχετήριες κάρτες του κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα.

«Έχεις κι ένα γράμμα από το Ινδάκι της Action Aid που υιοθέτησες εκεί στα σύνορα με το Πακιστάν, πώς το λένε το χωριό, είπαμε;», τον ρώτησε πλησιάζοντας κοντά του.

Πήρε το φάκελο από τα χέρια της και έσκισε προσεκτικά την άκρη. Τράβηξε τη ροζ σελίδα. Πάνω πάνω, το Ινδάκι είχε ζωγραφίσει τέσσερις κόκκινες πιπεριές. Στο κάτω μέρος υπέγραφε με το όνομά του. Ταριτγιότι. Τα τελευταία νέα του ήταν ότι πήγαινε σχολείο και είχε αρχίσει να μαθαίνει αγγλικά. Φωτογραφία δεν είχε, με την επόμενη αποστολή θα του έστελναν μία έγχρωμη. Δίπλωσε τη σελίδα και την ξανάβαλε στο φάκελο.

«Θέλεις να πάμε για κάνα ποτό ή προτιμάς να μείνουμε μέσα;», τον ρώτησε μόλις τον είδε πως τελείωσε να κοιτάζει την αλληλογραφία.

«Είμαι κουρασμένος. Ας μείνουμε μέσα. Να ανοίξω κρασί; Έφερα ένα ωραίο», πρότεινε πλησιάζοντας ήδη το ψυγείο.

Σε λίγο έφερε ένα δίσκο με αυτοσχέδια μεζεδάκια που ετοίμασε για συνοδευτικά. Τον ακούμπησε στο τραπέζι κι έβαλε κρασί σε δυο ποτήρια.

«Θες να μιλήσουμε για το θέμα που με απασχολεί εδώ και τόσες μέρες; Τον άλλο μήνα εγκαινιάζεται η πρώτη μου έκθεση ζωγραφικής. Σκέψου! Συμμετοχή σε ομαδική είναι βέβαια, αλλά τα τέσσερα από τα είκοσι έργα είναι δικά μου. Πώς σου φαίνεται;», τη ρώτησε χαμογελώντας.

«Βαριέμαι να συζητάω μαζί σου», του απάντησε δυσαρεστημένη. «Όλο τα ίδια και τα ίδια λες. Όλο για σένα μιλάς! Δεν έχεις κοινωνική συνείδηση. Δεν σε ενδιαφέρουν τα κοινά! Αναρωτιέμαι αν έχεις και οικογενειακή. Κάνα τηλέφωνο τη μάνα σου την πήρες;».

Τσίμπησε ένα από τα χειροποίητα μεζεδάκια του και ρούφηξε μια γουλιά από το κρασί που της είχε προσφέρει. Κοίταξε το σωρό με τα γράμματά του στη διπλανή καρέκλα και απέστρεψε το βλέμμα της. Κάτω από τo μπαλκόνι τους η Αθήνα έσφυζε από ζωή. Είχε σουρουπώσει για τα καλά και στον ουρανό ένα σμήνος πουλιά πέταγε βορείως.

©Μαρία Πετρίτση
εικόνα©Στράτος Φουντούλης, “Αθηναϊκό Αλαλούμ”, 2008

Ο Σελίμ είναι όργιο, μπουνιά και συχώριο

3D

Το αγαπημένο μου Κανάλι αφιέρωσε μια ολόκληρη σελίδα στον Βασιλιά του τρακ.

Για αντίδωρο, ορίστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο, με μπόλικους σωματικούς και ψυχικούς μώλωπες, κάποια νυχτερινά μυστικά, ένα ζευγάρι θολά μάτια και ένα κοριτσίστικο μυαλό που στο πίσω μέρος του κρύβει πάντα λίγη λύπη.

[…]

Πριν λίγο καιρό γνώρισα στο διαδίκτυο μια κοπέλα που τη χτυπάει ο γκόμενός της. Foxy_lady το ψευδώνυμό της, τριανταένα η δεδηλωμένη ηλικία της. Μπορεί στην πραγματικότητα να είναι είκοσι ή σαρανταπέντε, το ίδιο κάνει. Στο ίντερνετ τα πάντα είναι σχετικά. Εμένα με γνωρίζει ως Μπίλυ. Ακόμα και εκεί μέσα χρησιμοποιώ το πραγματικό μου όνομα. Χωρίς περαιτέρω στοιχεία, εννοείται.

“Έχω σοβαρό δεσμό με κάποιον, μπορώ όμως να παίξω μαζί σου ένα αθώο παιχνιδάκι ίσα για να περάσει η ώρα” ήταν η πρώτη της κουβέντα με το που την καλησπέρισα.

Την ρώτησα τι και πώς και μου εξήγησε. Ήταν μαζί του τρία χρόνια. Είπε πως τον αγαπούσε πολύ παρόλο που την κακομεταχειριζόταν και ήξερε πως δεν ήταν αυτό που λέμε άντρας για σπίτι – αυτά ήταν τα λόγια της – άρα μαζί του προφανώς δεν υπήρχε μέλλον. Παρόλα αυτά επέμενε να μιλάει για «σοβαρό δεσμό».

«Μπουνιά και συχώριο ο Σελίμ. Πολύ άγριος», μου είπε και γέλασε μόνη της γράφοντας το γέλιο της. «Χαχαχα».

Θυμήθηκα το στίχο της Σύλβια Πλαθ, όπου λέει πως “κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα” και σκέφτηκα πως από κάτι τέτοιες σχιζοφρενικές συμπεριφορές βουλιάζει στην κόλαση ο κόσμος. Όχι πως θεωρούσα εαυτόν άγιο, όμως η άκομψη υπερβολή της γκόμενας και η περήφανη δήλωση της αρρωστημένης αδυναμίας της με χτύπησαν με δυσάρεστο τρόπο.

Παρόλα αυτά συνέχισα. Της ζήτησα να ανοίξει την κάμερα για να δω πώς ήταν.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Ο βασιλιάς του τρακ – Προδημοσίευση

Petritsi-trak-STAXTES

Ένα απόσπασμα από τον «Βασιλιά του τρακ» προδημοσιεύεται σήμερα στις Στάχτες

[…]

“Bar Σαύρα”. Έτσι. Μισή αγγλικά και μισή ελληνικά η επιγραφή. Όπως πρέπει. Προκάτ μαγαζί με τοίχους από ενισχυμένο κόντρα πλακέ, μέσα στη λίγδα, σκεπή από ελενίτ και στη μαρκίζα το όνομα της ντίβας διαλαλούσε το πρόγραμμα αναβοσβήνοντας. Κόκκινο-σκοτάδι. Κόκκινο-σκοτάδι. Εναλλάξ. Να φωτίζει παλινδρομικά τη νύχτα με βελούδινα χρώματα.

Είσοδος με χαλάκι από πλαστικό γκαζόν, στα σκαλιά είχαν χέσει περιστέρια. Στην πόρτα κανείς. Μέσα ουίσκι τέσσερα ευρώ και ταξιτζήδες. 46ο χιλιόμετρο μιας ξεχασμένης μισοεθνικής οδού. Κατά το ήμισυ ασφαλτοστρωμένη – “το έργο χρηματοδοτήθηκε το έτος 2001 από την Ε.Ε, μπλα μπλα”– και η υπόλοιπη καρόδρομος. Ευκάλυπτοι και άλλα δέντρα τριγύρω, στον ουρανό θρασύ φεγγάρι.

[…]

Για περισσότερα, κλικ στις πορτοκαλί Στάχτες, πιο πάνω.

Χεράκι και φύγαμε.

Ο βασιλιάς του τρακ

3D

Η στιγμή που όλοι περιμέναμε (κάμποσοι, τουλάχιστον – κι εγώ πρώτη απ’ όλους!) ήρθε.

Με τεράστια χαρά και ένα καμάρι ως τα Ιμαλάια, μοιράζομαι μαζί σας τη συγκίνηση και την περηφάνεια μου.

Το καινούριο μου πόνημα θα βρίσκεται σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία της Ελλάδας (τα κακά θα είναι αυτά που δεν θα το έχουν!) από τις 24 Μαρτίου.

«Ο βασιλιάς του τρακ» (εκδόσεις Κέδρος) είναι έτοιμος να εξομολογηθεί.

Να αγαπηθεί, να μοιραστεί, να αλλάξει χέρια και γνώμες, να γίνει φίλος με όσους τον καταλάβουν, και σύντροφος με όσους νιώσουν πως τα χνώτα τους ταιριάζουν κι έχουν κάτι ακόμα να πουν.

Η μεγαλύτερη τιμή που μου έγινε, πέρα από τη συνεργασία μου με έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο που θαυμάζω από παιδί και τώρα που μεγάλωσα νιώθω πολύ άξια και τυχερή που με συμπεριλαμβάνει στους συγγραφείς του (τι όνειρο κι αυτό! τι τρελή αγάπη όταν άγγιζα τα βιβλία του Κέδρου και μέσα μου ξέσπαγαν τσουνάμια θαυμασμού!), ήταν αυτή που μου έκανε ο Γιώργος Δομιανός, που έφτιαξε το υπέροχο εξώφυλλο του μυθιστορήματός μου. «Τα Σταράκια είναι δικά μου», είπε όταν μου έδειξε τη φωτογραφία του, και τότε με έκανε ν’ αγαπήσω το Βασιλιά του τρακ για ένα λόγο πάρα πάνω. Για αυτή την προσωπική, τρυφερή λεπτομέρεια. Για το κρυφό στοιχείο. Μέχρι ώρας είναι το καλύτερο εξώφυλλο της συγγραφικής μου καριέρας, και από καρδιάς τον ευχαριστώ. Χωρίς τον Γιώργο, Ο βασιλιάς του τρακ δεν θα ήταν αυτό που είναι.

Αυτό το βιβλίο το αγαπάω τόσο πολύ που νομίζω πως η καρδιά μου θα σπάσει μόλις το πιάσω στα χέρια.

Αρχίζουμε την αντίστροφη μέτρηση.

Δέκα μέρες έμειναν.

Χεράκι και φύγαμε, πάμε βιβλιοπωλείο!

Το spoiler της έκδοσης και μια προσωπική έμμονη ιδέα

Δεν ξέρω αν κάνω καλά, μα δεν κρατιέμαι. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιγράφονται αρκετοί ήρωες. Η Μιράντα, ο Νύσης, η Ρόζα, η Οφηλία, ο Μπίλυ, η Μαριάνθη, η Ορτανσία. Όλοι τους δύσκολοι και συνάμα φιλικοί. Ολομόναχοι μα και παρέα. Γήινοι αλλά και κάπως ιδεατοί. Άγγελοι και δάιμονες μαζί, αναλόγως τις περιστάσεις. Βλέπουν παράξενα όνειρα, βασανίζονται, τιμούν την ηδονή, τις ανάγκες και τα αισθήματά τους, και ενίοτε δεν διστάζουν να τα κουρελιάσουν, παρόλα αυτά. Κάνουν λάθη που  μετά τα ερωτεύονται και προσπαθούν, όπως μπορεί ο καθένας, να βγει κάτι καλό στο τέλος της ημέρας παρόλες τις κακοτράχαλες εσωτερικές τους διαδρομές. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας αλλά και μιας υποψιασμένης  φαντασίας που είναι σίγουρο ότι μερικά κομμάτια της βρίσκονται μέσα σε όλους μας, ανεξαιρέτως.

Κι εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο: Μέσα μου, αυτή είναι η ιστορία του Μπίλυ, ενός φανταστικού ήρωα που αγαπήθηκε πολύ, βαθιά και αμετακλήτως. Όπως διαπίστωσα περιγράφοντάς τον μεταξύ άλλων στο χαρτί όσο καιρό κάναμε νοερή παρέα, η λογοτεχνία είναι το σπίτι του, ο φυσικός του χώρος, η μικρή προσωπική του ζούγκλα που μέσα της μπορεί να αποκτά σαφή χαρακτηριστικά, συνήθειες, γούστα και αισθήματα. Να δρα ελεύθερα. Να συναρπάζει. Εμένα, τουλάχιστον, μου το ενέπνευσε όλο αυτό και μάλιστα με το πάρα πάνω. Τον Μπίλυ δεν νιώθω πως τον γέννησα. Νιώθω πως κάπου υπήρχε αυτόνομα, και απλώς με άφηνε να μιλώ γι’ αυτόν έτσι, σαν χάρη.

Τυπικά ο επιφανής πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι άλλος, και όχι ο Μπίλυ. Άλλος στέφεται βασιλιάς στη ροή της πλοκής. Άλλος δίνει τον τίτλο στο βιβλίο αυτό, και όχι δίχως λόγο. Κατά βάθος όμως, και παρότι ο ρόλος του παραμένει από την αρχή ως το τέλος διακριτικός – κομπάρσος θα έλεγε κανείς, κάνοντας μέγα λάθος – μέσα στην καρδιά μου αυτό το βιβλίο είναι το λαγούμι του Μπίλυ. Που είναι έντιμος, παράξενος, αυστηρός, με ασυνήθιστα ερωτικά γούστα, δύστροπο χαρακτήρα και μια γοητεία σατανική. Μέσα σε αυτό και μέσα από αυτό το λαγούμι του μιλά, σιωπά, αγαπά, μισεί και κινεί τα νήματα, παραιτείται ή επιμένει. Πολεμά. Κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της παράδοξης διήγησης ως κεντρική (έμμονη) ιδέα. Ζει στη σκιά, έχει όμως τον τρόπο να λάμπει σαν να τον φώτιζαν δεκατρία φεγγάρια.

Ποιος είπε πως ένας συγγραφέας που γεννά ήρωες δεν έχει τις προτιμήσεις του; Πως δεν μπορεί να αγαπά κάποιον περισσότερο από τους άλλους, παρότι σίγουρα τους νοιάζεται όλους εξίσου πολύ; Νομίζω πως στο βιβλίο διακρίσεις δεν έκανα. Ο Μπίλυ περιγράφεται όπως όλοι οι άλλοι χαρακτήρες. Στη συγκίνησή μου και στην τρυφερότητά μου όμως, είναι βέβαιο, η αδυναμία μου είναι αυτός.

Ο Βασιλιάς του τρακ θα καθίσει σε λίγες μέρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων αναπαυτικά, και θα περιμένει παρέα. Χέρια να τον αγγίξουν, μάτια να τον δουν και στομάχια για να τα δέσει με τους όμορφους, περίτεχνους κόμπους του. Σαν μια πολύχρωμη φωτογραφία του Αράκι.

Ο Βασιλιάς του τρακ είναι το πιο τρυφερό βιβλίο μου. Τους ήρωές μου τους αγαπάω πολύ. Τον Μπίλυ τον λατρεύω. Αυτό όμως είναι μυστικό, γι’ αυτό και σας παρακαλώ να μην το πείτε πάρα έξω…

Αρέσει σε %d bloggers: