Monthly Archives: Απρίλιος 2014

Ιστορίες της Πέμπτης

d4277-staxtes-bottom_b

.

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στάχτες, στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στις 25 Απριλίου 2014)

 

Θυμάμαι τα μυωπικά κορίτσια των φέρι μπωτ του ’80. Μακριά μαλλιά και τζην ή φούστες-καθρεφτάκια.Με τη σοφία της Περσινής αρραβωνιαστικιάς ή της Ωραίας Ρεμέδιος στο ένα χέρι και στο άλλο ένα τοστ ζαμπόν-τυρί από το κυλικείο του Άγιος Μελέτιος.

Το νοστιμότερο τοστ του κόσμου.

Απόγευμα, Ρίο-Αντίριο, άνθρωποι χωμένοι στην παντόφλα.

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ μπρος πίσω, πίσω μπρος, κάποιο Γιώτα Χι έγερνε πάνω σε μια μοτοσυκλέτα.

Κάθε εποχή ένα μεγάλο μπλε φθινόπωρο με κυματάκι ελαφρώς ανησυχητικό (ειδικά για όσους ανησυχούν με το τίποτα) και χαμηλό βαρομετρικό όρεξης για πάρα κάτω.

Και τα αγόρια – φοιτητές, φαντάροι, εργαζόμενοι σε λογιστικά γραφεία ή γραφεία κηδειών – που άπλωναν τα άρβυλα στους πλαστικούς καναπέδες κι έπιαναν θέση για τρεις.

Περήφανοι για τον αντρισμό τους.

Στα χέρια τους τίποτα. Στα μάτια η ανάγκη της καλοπέρασης με τρόπο σχεδόν εκφοβιστικό.

Κάποτε είχα δει και μια παρέα αστυνομικών, με μπλε στολές και χρυσά κουμπιά, και σειρήτια.

Έπιναν τούρκικο καφέ στο πλαστικό κυπελάκι, που όλο έλιωνε κι όλο τη γλίτωνε τελικά με λίγη παραμόρφωση στις ρίγες, πάνω πάνω.

Κάποιοι κάπνιζαν Καρέλια, οι προχωρημένοι Κάμελ ή Λάκι Στράικ.

Άλλοι με χειροποίητο πουλόβερ σε χρώμα σταχτί, σιωπηλό ιδρώτα στις μασχάλες τους και έναν έρωτα που δεν ευωδόθηκε στην άκρη των ματιών τους.

Στα μεγάφωνα, λαϊκά της Βίκυς Μοσχολιού και της Πόλυς Πάνου. Σε χαμηλή ένταση, βέβαια, να μην ενοχλείται η νύστα.

Τα θαύμαζα όλα αυτά τα παιδιά, παρότι βρισκόμασταν πάνω κάτω στην ίδια ηλικία.

Ακόμα και όσα χαρακτηριστικά διέθετα, ανέκαθεν τα αντίκρυζα με βλέμμα έκθαμβης ξένης.

Τα κορίτσια και τα αγόρια των φέρι μπωτ αποτελούσαν για μένα ξεχωριστή κοινωνική ομάδα.

Παρότι αταίριαστα με όσα είχα κατά νου, είχαν πάνω μου μια επίδραση πολύ συγκεκριμένη και σαφή.

Με έκαναν να πιστεύω στην εξομάλυνση των δακτύλων τους, έτσι όπως τα κοίταζα να καπνίζουν, να τρώνε, να διαβάζουν, να μην κάνουν τίποτα,

και διέλυαν τις υποψίες μου περί ανεπάρκειας πιανιστών στη χώρα.

Τους θαύμαζα μεμψίμοιρα και μαλθακά, και τους άφηνα να χτενίζουν μέσα μου αυτή την χωρίς ιδιαίτερη σημασία έμπνευση που όμως με ευχαριστούσε.

Πού και πού, ο βόμβος της τουρμπίνας του φέρι μπωτ, που κατά τόπους τρανταζόταν ποιος ξέρει πάνω σε ποιο υπόγειο ψυχρό ή θερμό ρεύμα (εγώ οραματιζόμουν θαλάσσια τέρατα και κοσμογονίες με θρήνους και τρόμο γερμανικού εξπρεσιονισμού στα πρώιμά του) έσπαγε στα δύο την ονειροπόληση και με επανέφερε με σχεδόν άσεμνο τρόπο στην πραγματικότητα.

Οι πιανίστριες μετρούσαν τα νωπά δευτερόλεπτα της διαδρομής που υπολείπονταν μέχρι τη στεριά ρίχνοντας βαριεστημένες ματιές στο μικρό τους ρολόι.

Οι πρίγκιπες των πλήκτρων κατέβαιναν οκτάβα και μιλούσαν μεταξύ τους με κάπως άκομψες φωνές.

Οι αστυνομικοί μου φαίνονταν τραχείς, απέλπιδες και καταδικασμένοι και ο καφετζής που φώναζε “τελευταία παραγγελία” μέσα από το κουβούκλιο με τη νέον λάμπα και μάζευε τα Τσακίρης που του είχαν πέσει στον πάγκο, θλιβερός.

Σε λίγο, ο Άγιος Μελέτιος, προστάτης των ραγιάδων και των ανομοιοκατάληκτων ταξιδευτών, αγκομαχούσε να δέσει στην προβλήτα μιας ψεύτικης άνοιξης, εξαφανίζοντας πλέον μέσα μου κάθε ελπίδα και κάθε χρονικό περιθώριο να πιστέψω πραγματικά πως η λύτρωση αυτού του κόσμου κρύβεται στις κλειδώσεις των δακτύλων κάποιων άγνωστων παιδιών και πως από τη μεριά τους θα επέλθει.

© Μαρία Πετρίτση
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Ερμούπολη, Σύρος 2007

 

 

Ανθρωπί

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 18 Απριλίου 2014)

.

Καθόταν δίπλα μου στο θρανίο στα Αγγλικά. Την έλεγαν Τένα, εκ του Παρθένα. Λαϊκή οικογένεια, το σπίτι τους δυο βήματα απ’ το δικό μας. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου – εγώ έξι κι εκείνη επτά – και κάπως αυταρχική. Την θαύμαζα που ήξερε να γράφει μερικές λέξεις πάρα πάνω από μένα, αλλά και την φοβόμουν λίγο, επειδή είχε πάντα τον τρόπο να με κάνει να νιώθω τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά μας ως αξεπέραστο εμπόδιo για ο,τιδήποτε άλλο μας αφορούσε.

Συχνά η δασκάλα των Αγγλικών μας έβαζε να ζωγραφίζουμε γύρω από τις καινούριες λέξεις. Εμένα μου άρεσαν τα γήινα χρώματα: πορτοκαλί, καφέ, κεραμιδί. Και το κίτρινο. Το κίτρινο το είχα ερωτευτεί. Ήταν η πρώτη ξυλομπογιά που τελείωνα πολύ πριν από τις άλλες. Έβαφα ήλιους στην άκρη της σελίδας, στο κέντρο, στη βάση της. Ήθελα ολόκληρη η ζωγραφιά μου να είναι ένας μεγάλος, λαμπερός ήλιος. Και τσαλαπετεινούς ζωγράφιζα, εξωτικά πουλιά σε διάφορες στάσεις: να διαβάζουν, να πετούν, να κοιμούνται.

Εκείνη ζωγράφιζε ανθρωπάκια που τα έβαφε με μια μπογιά που την έλεγε «ανθρωπί». Το χρώμα ανθρωπί δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε το ξανάκουσα ποτέ. Από κείνη το’ μαθα και δικό της παρέμεινε για πάντα.

Δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν όμορφο κοριτσάκι. Με καστανά μαλλιά και λαμπερά μάτια. Δεν έλιωνα για χάρη της, ούτε ήμουν ερωτευμένος, παρόλα αυτά μου τύχαινε να την σκέφτομαι καμιά φορά πριν με πάρει ο ύπνος. Έμοιαζε κάπως με τη μητέρα μου, έτσι νόμιζα τότε τουλάχιστον. Την φανταζόμουν να σκύβει πάνω από το κρεβάτι μου, να με φιλάει στο μέτωπο και να μου λέει «καληνύχτα».

Την είδα τις προάλλες, τυχαία, στην Αθήνα. Ψώνιζε λαμπάδα για τη βαφτιστήρα της, όπως μου είπε χαμογελώντας. Μου είπε επίσης πως παντρεύτηκε έναν βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, πως μένει στην Κηφισιά και πως έχει τρία παιδιά στο ιδιωτικό της γειτονιάς της. Όλα αυτά σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Για μένα δεν με ρώτησε τίποτε. Χάρηκα που μιλήσαμε, και που ευτυχώς δεν έμοιαζε πια καθόλου με τη μητέρα μου.

Φεύγοντας, δίστασα για μια στιγμή. Κάτι μέσα μου με έτρωγε να την ρωτήσω αν θυμόταν το χρώμα «ανθρωπί». Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Ίσως επειδή αν της το έλεγα, αν της ανέφερα εκείνη την παλιά της λόξα, να την έκανα να νιώσει κάπως άβολα. Ή να κάνει πως δεν θυμάται.

Ήταν ντυμένη ως το λαιμό με μια καφετιά, παχουλή γούνα, αληθινή. Φορούσε μαύρα σινιέ γυαλιά που δεν άφηναν τα μάτια της να φανούν. Στα δάχτυλά της έλαμπαν κάμποσα διαμάντια σε μέγεθος κοτρώνας και τα μαλλιά της ήταν πλέον ξανθό σαντρέ46. Μύριζε ένα βαρύ, ακριβό άρωμα που για μια στιγμή με έκανε να νιώσω ναυτία. Μιλούσε βιαστικά και με κείνη την επίκτητη αριστοκρατική προφορά που έχουν τα προάστια της αίγλης. Δεν ξέρω τι άλλο μου είπε, και δεν θέλω καν να προσπαθήσω να θυμηθώ.

Την αποχαιρέτισα ευγενικά, και μου ευχήθηκε «Καλή συνέχεια σε όλα, έτσι;».

Χαμογέλασα και έγνεψα «Ναι». Δεν της μίλησα για κείνη την αρχαία μπογιά. Τι να θυμηθεί από το «ανθρωπί», σκέφτηκα, μια γυναίκα που φαινόταν πως είχε πια ξεχάσει μέχρι και το παραμικρό νόημα της λέξης;

Το πάρτι του Βασιλιά

TRAK_PARTY_AFISAKI_n

Το Σάββατο το βράδυ στις εννιά, μετά την εκπομπή όπου θα μιλήσουμε για την αφεντιά του και θα ακούσουμε τα τραγούδια του, ο Βασιλιάς του τρακ κι εγώ θα σας περιμένουμε στο radiobubble, Ιπποκράτους 146, Εξάρχεια, για ένα πολύ εγκάρδιο πάρτι. Σπουδαίες μουσικές, μπόλικο αλκοόλ, εκλεκτά φαγητά, παλιοί και νέοι φίλοι, σας θέλουμε εκεί. Την ιστορία του βιβλίου θα την φτιάξουν οι παρέες του. Τη χαρά του πάρτι θα μου την δώσετε εσείς.

Χεράκι και φύγαμε!

Αρέσει σε %d bloggers: