Monthly Archives: Μαΐου 2014

Tosa Geiko

Tokyo_Geisha

Θέλω να πάω 1,5 βήμα μπροστά, αλλά όλο χάνω το τέμπο μου, κάτι στις ώρες με αποσταθεροποιεί συνεχώς, με αποσυντονίζει. Με λένε Tosa Geiko. Από παλιά ήμουν αυτή που δεν αθετούσε ποτέ τις υποσχέσεις της κι έκανε συνεχώς το λάθος να πιστεύει πως το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους (πράγμα που με πληγώνει βαθιά, όπως το μαύρισμα χωρίς αστεία).
Θέλω να πάω 1,5 βήμα μπροστά αλλά όλο κάτι γίνεται και μου χαλάει το πλάνο. Μετά, το κεφάλι μου γεμίζει με γέλια, κλάματα, γελοίες σκέψεις, σάλια. Αναρωτιέμαι πότε και από ποιον θα κληθούν να αποφανθούν οι άνθρωποι της λατρείας και άλλοι σοφοί αν η συμπεριφορά μου μοιάζει με κέικ ρυζιού ή με μια κόκκινη ομπρέλα στο Τόκυο ένα απόγευμα που βρέχει. Θέλω να μάθω αν είμαι αναλώσιμη, ανακυκλώσιμη, ή απλή ρεζέρβα σε όχημα πλανόδιου εστιατορίου. Θα είναι μια τελεσίδικη απόφαση, δίπλα σε μια εικονική πραγματικότητα που όλο πέφτει.
Η φωνή της θερμότητας, η επικάλυψη ενός λωτού με τανίνη, ένα παιδί που το βάφτισαν «γδούπο»: αυτά θα έπρεπε να σκέφτομαι και να ονειροπολώ. Μα αντί να αρέσκομαι απλώς στην ευχαρίστηση, όπως οι δυτικές τουλάχιστον γυναίκες, οι ποθητές, που ερεθίζουν και κατακτούν χειροπιαστά εκείνον που τους αρέσει, κι έπειτα τις αναπολεί δια παντός κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες, εγώ κάθομαι και μαγειρεύω αινίγματα (με σόγια, αλεύρι ρυζιού και έναν βαθύ οργασμικό βρυχηθμό από ένα πρώην έφηβο λιοντάρι), που την εποχή των βροχών – η εποχή μας, αλίμονο! – κανένας δεν δύναται να λύσει.

Παρακαλώ, παρακαλώ, απολαύστε ελεύθερα, όμως μην ξανα υποσχεθείτε.

Tokyo anyway/Aretsou

JAPAN

[…]

Εκείνη η εποχή ήταν παράξενη. Μετρούσα τις μέρες λες και είχα χάσει το μέτρημα. Τις βάφτιζα με χρώματα, όχι με ονόματα. Ημέρα μωβ, ημέρα λουλακί, ημέρα χαλκοπράσινη. Έβγαινα στο δρόμο και έπιανα φιλίες με τα αδέσποτα και τους περιπτεράδες. Χάιδευα τα κεφάλια των σκυλιών και ανατρίχιαζα στην ιδέα πως το βράδυ είχα φάει την ξαδέρφη τους σουβλάκι απ’ την καντίνα στο λιμάνι. Μιλούσα μετά με τους ξενύχτηδες στα κουβούκλια, με κερνούσαν τσιγάρο και σακέ, καθόμουν κι εγώ και άκουγα τις θλιβερές τους ιστορίες. Κοίταζα τα μάτια τους, τις μικρές σχισμές της όρασής τους απ΄ όπου δεν ανέτειλλε ο ήλιος αλλά μόνο κουρασμένες εικόνες σπασμένες στα δυο. Απομνημόνευα τις θολές τους φωνές και έφτιαχνα παιδικά τραγούδια. Πριν προλάβουν να στηθούν, τα είχα κιόλας ξεχάσει.

Μετά ξανάπαιρνα το δρόμο και χάζευα τις ταμπέλες που δείχνουν την κατεύθυνση. Σκεφτόμουν πόσα μάτια τις είχαν συμβουλευτεί, πόσα χέρια στο τιμόνι είχαν καθοδηγήσει. Μέρη που δεν θα επισκεφτώ ποτέ. Βλέμματα που δεν θα εντοπίσω. Δεν ένιωθα κανένα συναίσθημα, όλα ήταν αδιάφορα, γλυκά και οικεία. Περαστικά, σαν παραίσθηση. Ακόμα και όσα έβλεπα για πρώτη μου φορά, τα ένιωθα λίγο δικά μου. Με κείνο τον τρόπο τον ευχάριστο, τον αφηρημένο, που θεωρεί κάποιος δικά του όσα δεν τον παραξενεύουν, όσα αν δεν υπήρχαν καν μπορεί και να μην τον ένοιαζε επειδή δεν θα το παρατηρούσε.

Τον σκεφτόμουν διαρκώς, ακόμα κι όταν νόμιζα πως δεν τον σκεφτόμουν. Έβρισκε τρόπο να ενσωματώνεται παντού. Στο γαμψό κάγκελο ενός σπιτιού, στο βρεγμένο πηλό μιας γλάστρας, στο κορνάρισμα ενός φορτηγού, στο ξεβαμμένο νύχι μιας κοπέλας στη στάση του μετρό, στο πέταγμα ενός πουλιού κάπου πολύ μακριά μου. Με λένε Aretsou και ήμουν βέβαιη πως θυμόταν το όνομά μου. Ήξερα όμως πως ακόμα κι αν συναντιόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο δεν θα με αναγνώριζε πια. Αυτό ναι, το είχα φροντίσει. Δεν θα έβλεπε πάνω μου τίποτε από όσα είχα πασχίσει να του δείξω παλιότερα, όταν ο σκοπός της ζωής μου ήταν η δική του αποδοχή όπως η καραμέλα που δίνει ο αφέντης στο σκυλάκι. Τίποτε δεν θα διέκρινε. Ούτε τις υπερβολές, ούτε την προθυμία, ούτε την βαθιά ανάγκη μου για το σκοτεινό του χάος. Μια περιπλανώμενη εικόνα θα έβλεπε, που θα την προσπέρναγε το δίχως άλλο αδιάφορα, μπορεί και με λίγη ανεκτικότητα, και αυτό είν’ όλο. Έτσι όπως αντιλαμβανόμαστε κι έπειτα αδιαφορούμε ευγενικά για κάποιον που μας σκούντηξε κατά λάθος με τον αγκώνα του και ζήτησε συγγνώμη σε μια ξένη γλώσσα, την ώρα που διασχίζουμε την διάβαση μιας κεντρικής οδού στη μέση του Τόκυο, της Νίκαιας, της Καβάλας.

[…]

Διαφημιστικό διάλειμμα

ahelnew81_small

Κάποτε πίστευα στα αυταπόδεικτα πράγματα. Όπως όλοι οι καθυστερημένοι ρομαντικοί ή έστω όσοι εθελοτυφλούν σκοπίμως. Η ανακούφιση του αυταπόδεικτου με γλίτωνε από απορίες, έρευνες και αμφιβολίες. Με τον καιρό έμαθα πως τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν – και αν υπάρχουν είναι τόσο σπάνια που είναι μάλλον απίθανο να τα εντοπίσω εγκαίρως. Όσα οι θετικοί της σκέψης θα μου αντιπρότειναν με πάθος, δεν θα κατάφερναν παρά να διασκεδάσουν προσωρινά τη δυσπιστία μου.

530179_10150648622502670_719162669_9370404_1766965265_n

Υπάρχουν τόσοι πολλοί όμορφοι άνθρωποι στον κόσμο που είναι άδικο να παραπονιόμαστε για έλλειψη ομορφιάς. Από ένα σημείο και μετά η ομορφιά αποκτά διακλαδώσεις. Και επίπεδα δυσκολίας. Γίνεται περίπλοκη. Και τότε τα σαλιγκάρια επιστρέφουν στο κουκούλι τους και περιμένουν κάτι νέο να φανεί. Ίσως λιγότερο όμορφο, για τα μέτρα τους, αλλά σαφώς πιο εφικτό για μια πραγματικότητα που το έχει ανάγκη.

01.1063_3_3

Το πάθος είναι κάτι που νομοτελειακά επιστρέφει στον πομπό του. Εκκινείται από αυτόν, διαπερνά τον αποδέκτη, αιωρείται για λίγο στο κενό και στο τέλος ξαναγυρνά στην πηγή του. Το πάθος δεν μπορεί να γίνει δώρο. Είναι σαν το βλέμμα. Το εκτοξεύεις, χαϊδεύει την εικόνα, και στο τέλος ξαναγίνεται δικό σου ώσπου να το πας κάπου αλλού. Και έτσι περνά ο καιρός, μέχρι την επόμενη φορά που θα το ελευθερώσεις, σαν το σκυλάκι που παίζει χαρούμενα κουνώντας την ουρά του στο πάρκο ώσπου να επιστρέψει στον αφέντη του που σφύριξε και να πάνε σπίτι.

Nobuyoshi_Araki_Doll

Κουτό πράγμα οι αφιερώσεις. Πάνω σε βιβλία, δίσκους, χαρτοπετσέτες, οπουδήποτε. Το μόνο που εξυπηρετούν είναι ένας πρόσκαιρος ενθουσιασμός και μια μουχλιασμένη νοσταλγία μετά από καιρό, όταν όλα έχουν τελειώσει. Μία και μοναδική που φύλαξα κάποτε, πίσω από έναν καθρέφτη, ανέχεται το χάδι μου κάθε φορά που τη βλέπω. Οι άλλες μηδέν. Μηδέν εις το πηλίκον.

Araki.3

Είναι τερατώδης η ψυχραιμία που είμαστε προγραμματισμένοι να δείχνουμε σε δύσκολες στιγμές. Τόσο που σχεδόν έχω πάψει να ανησυχώ για όλα.

Wams

Ένα διαφημιστικό διάλειμμα ήταν όλα αυτά, μην ξεγελαστείτε.

Bondage

petritsi15_5_14

.

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 15 Μαΐου 2014, στη στήλη «Ιστορίες της Πέμπτης», στις Στάχτες)

.

Στην αυλή του σπιτιού ο άντρας έχει ξαπλώσει κάτω από το αυτοκίνητο και προσπαθεί να διορθώσει μια βλάβη. Με μια αδέξια κίνησή του, το κατσαβίδι του τρυπάει το χέρι. Ο άντρας το πετάει δίπλα του στο χιόνι και αρχίζει να γλύφει την παλάμη του βρίζοντας. Στο παράθυρο εμφανίζεται το κεφάλι μιας γυναίκας. Είναι μακιγιαρισμένη, χτενισμένη και ντυμένη όπως στη δεκαετία του ’60.-Έλα μέσα. Είναι ανώφελο, ποτέ δεν πρόκειται να πάρει μπρος.

-Περίμενε, νομίζω πως αυτή τη φορά θα δουλέψει.

-Κάνει κρύο. Έλα μέσα. Δεν θα δουλέψει ποτέ σου λέω! Φυλακισμένοι θα μείνουμε για πάντα…

Ο άντρας σηκώνεται, μπαίνει στο σπίτι και αρχίζει να ξεπλένει το χέρι του στο νεροχύτη. Η γυναίκα κάθεται στον καναπέ και τον κοιτάζει. Δείχνει αυστηρή. Ο άντρας αποφεύγει να την κοιτάξει στα μάτια. Το σπίτι είναι επίσης διακοσμημένο όπως στη δεκαετία του ’60. Η λουλουδένια ταπετσαρία είναι από το ίδιο ύφασμα με την κορδέλα των μαλλιών της. Ο καναπές είναι λαχανί όπως το φόρεμά της. Ο άντρας φοράει πορτοκαλί πουλόβερ και στενό μαύρο παντελόνι. Στα μαλλιά του γυαλίζουν ίχνη μπριγιαντίνης. Κάθεται σε μια πορτοκαλί πολυθρόνα και κοιτάζει τη γυναίκα. Φαίνεται να νιώθει ένοχος, μπορεί και κάπως απελπισμένος. Τα πρόσωπά τους είναι σαν κέρινα.

-Εσύ φταις που δεν θα φύγουμε ποτέ από δω μέσα!…

-Εσύ θέλησες να πιάσουμε αυτό το σπίτι, καλή μου, εγώ απλώς συμφώνησα.

-Κι αυτό το σαράβαλο, δεν θα φτιαχτεί ποτέ! Για πάντα κολλημένοι σε αυτή την ακινησία θα μείνουμε!

-Θα το φτιάξω. Άσε με να δοκιμάσω μια τελευταία φορά αύριο, μόνο αυτό σου ζητάω.

-Βαρέθηκα να ελπίζω μάταια. Τελευταία φορά, αύριο. Αν και το αποτέλεσμα το γνωρίζουμε ήδη…

Εκείνη τη στιγμή ακούγονται βήματα. Πολύ δυνατά. Το έδαφος τρέμει σαν να γίνεται σεισμός. Το ζευγάρι σηκώνεται πανικόβλητο. Κάθονται σε δυο πολυθρόνες, ο ένας δίπλα στον άλλο, και δένουν τις ζώνες ασφαλείας τους. Οι πολυθρόνες στερεώνονται στο πάτωμα με ειδικά δερμάτινα λουριά που τις εμποδίζουν να μετακινούνται. Όπως και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα του σπιτιού. Τα μπιμπελό είναι κολλημένα πάνω στα ράφια. Τα κάδρα στους τοίχους επίσης.

Περιμένουν. Η στιγμή φαντάζει αιώνια.

Σε ένα σπίτι στην Γροιλανδία, μια κοπέλα βγαίνει από το μπάνιο. Στο κεφάλι της είναι διπλωμένη σαν τυρμπάν μια λευκή πετσέτα. Το σώμα της είναι τυλιγμένο σε μία παρόμοια. Πλησιάζει στο ράφι πάνω από το τζάκι, παίρνει στο χέρι της την κρυστάλλινη μπάλα με το σπιτάκι και την αναποδογυρίζει. Έπειτα παρατηρεί το χιόνι να πέφτει απαλά πάνω στο μικροσκοπικό σπίτι και να κατακάθεται πάνω στην σκεπή και στον κήπο.

Ένα πορτοκαλί αυτοκίνητο με λαχανί καθίσματα είναι παρατημένο μπροστά στο σπίτι. Από το παράθυρο του σαλονιού διακρίνονται οι μικροσκοπικές φιγούρες ενός ζευγαριού που κάθεται σε δυο πολυθρόνες. Η κορδέλα στα μαλλιά της γυναίκας είναι ίδια με την ταπετσαρία του δωματίου. Όλα μέσα στην κρυστάλλινη μπάλα θυμίζουν δεκαετία του ’60. Αυτό είναι το αγαπημένο παιχνίδι της κοπέλας. Πλησιάζει και κοιτάζει από κοντά τη χιονόμπαλα. Μέσα από το γυαλί το μάτι της διακρίνεται παραμορφωμένο, εφιαλτικά μεγάλο. Το παιχνίδι αυτό είναι το μόνο πράγμα που κληρονόμησε από τη μητέρα της.

Μέσα στο σπίτι με την λουλουδάτη ταπετσαρία όλα έχουν ησυχάσει. Το ζευγάρι κάθεται ακόμα στις πολυθρόνες με τις ζώνες ασφαλείας δεμένες. Κοιτάζονται αμίλητοι και περιμένουν να σταματήσει το χιόνι που αραιώνει έξω από το παράθυρο. Το πάτωμα δεν τρέμει πια. Ο σεισμός πέρασε. Μπορούν πλέον να λύσουν τα λουριά τους.

Η κοπέλα με το λευκό τυρμπάν ανοίγει το παράθυρο και κοιτάζει προς το βάθος του χωραφιού. Όλα είναι χιονισμένα. Στην άκρη της λίμνης διακρίνει ένα αγόρι που προσπαθεί να επιδιορθώσει μια βάρκα. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος και το τοπίο έρημο.

-Έλα μέσα! Θα σε πιάσει το καινούριο χιόνι και μετά δεν θα μπορείς να κάνεις βήμα, του φωνάζει. Έλα να παίξεις με την κρυστάλλινη σφαίρα μου, είναι πιο διασκεδαστικό!

Εκείνος στρέφεται προς το μέρος της και της φωνάζει κάτι που δεν ακούγεται. Μετά από λίγο η κοπέλα κλείνει το παράθυρο και ο νεαρός σηκώνεται και αρχίζει να περπατά προς το σπίτι. Μικρές νιφάδες χιονιού πέφτουν μαλακά γύρω του. Σαν ψεύτικες.

©ΜαρίαΠετρίτση
Εικόνα: “Bondage” by Ater Crudus on Flickr, via Creative Commons

Ο άντρας και ο Μέρφυ

Yayoi_Kusama

.

(Φωτογραφία Yayoi Kusama, Japan)

.

Ο σπάνιος και μυστήριος άντρας είχε ταλέντα. Πολλά ταλέντα, που τα έπαιζε στα δάχτυλα σαν τα ζάρια ή σαν τις χάντρες ενός κομπολογιού. Στο παρελθόν μπορεί και να είχε υπάρξει τζογαδόρος, να έβαζε στοιχήματα, να πόνταρε σε δυνατά άλογα, να σημάδευε την τράπουλα, να κέρδιζε συνεχώς. Μπορεί να σάδιζε γυναίκες, να προστάτευε παιδιά και γατιά, να περνούσε απέναντι γέρους. Να έγραφε ωραία ποιήματα, να σήκωνε κόκκινα πανό, να έσωζε με τον τρόπο τους τους ανθρώπους. Μπορεί βέβαια και τίποτε απ’ όλα αυτά: μπορεί να είχε απλώς υπερανεπτυγμένη φαντασία και τεράστια αποθέματα οργής και ζήλου, που τον έκαναν να προβάλλει όσα οι άλλοι ήθελαν να δουν πάνω στο προσωπικό, επεξεργασμένο είδωλό του.

Ο σπάνιος και μυστήριος άντρας ήταν άλλοτε σοβαρός και έγκυρος, και άλλοτε φευγάτος, εξαγριωμένος και επιθετικός. Ήξερε να γίνεται συναρπαστικός και μεγαλειώδης.  Δεν μάσαγε τα λόγια του όταν ο κόμπος έφτανε στο χτένι της γοητείας ή της πλήξης του, και ένιωθε πως έπρεπε να αφήσει στο κατώφλι την προσωπικότητα που εκδήλωνε στους πολλούς και να φορέσει την άλλη, την παράξενη και εξόχως θελκτική, που προόριζε για λίγους. Κουβέντες προβαρισμένες πολλάκις, και άρα στατιστικά επιτυχείς, ιστορικό πλούσιο σαν το θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ Μακ Ντακ, εξαίσιο και σπάνιας αισθητικής ύφος, προφίλ περιπετειώδες και σχεδόν μυστικιστικό. Είχε μια ικανότητα επικοινωνίας που άγγιζε τα όρια της παράκρουσης όταν, τις μεταμεσονύκτιες κυρίως ώρες, αλλά όχι αποκλειστικά, υπερέβαινε σε ποικιλία εικόνων και σκέψεων ακόμα και σκηνοθέτες όπως ο Λαρς φον Τρίερ ή ο Πήτερ Γκρηναγουέη στα καλύτερά του.

Ο σπάνιος και μυστήριος άντρας ήξερε να πλάθει ταυτότητες, να σκηνοθετεί ζωές, θεατρικές παραστάσεις, ονειρώξεις και έμμονες ιδέες. Ήξερε να γίνεται ο ίδιος έμμονη ιδέα όταν ένα παιχνίδι τον ενδιέφερε πολύ. Είχε ταλέντο και στο σενάριο. Άφηνε να εννοείται πως οι συμπαίκτες του είναι συναρπαστικοί, σπάνιοι, άξιοι και σπουδαίοι. Οι καλύτεροι πρωταγωνιστές για ιστορίες μικρού και μεγάλου μήκους. Μαγείρευε τα μυστικά του υλικά και έκανε πιο νόστιμη τη ζωή τους. Ήξερε να κολακεύει την ενδόμυχη εκείνη ματαιοδοξία που έχουν οι άνθρωποι οι οποίοι, για κάποιον ευκρινή ή αδιευκρίνιστο λόγο, νιώθουν ιδιαίτεροι, εξαιρετικοί. Και παραγνωρισμένοι. Ή προσπαθούν να αισθανθούν έτσι, για λόγους προσωπικούς, που αφορούν μονάχα τους ίδιους. Τους έκανε λοιπόν να νιώθουν τιμημένοι με την προτίμηση, ή και την αδυναμία  που έδειχνε να τρέφει στο πρόσωπό τους και σύντομα τους ανάγκαζε να τον χρειάζονται πολύ. Τους έδενε με νοερές αλυσίδες που τις γυάλιζε με ωραίο λεξιλόγιο, υφολογικές πατέντες και μια υπόνοια μυστηρίου και αβεβαιότητας για το μέλλον, που όπως είναι αναμενόμενο λειτουργούσε πάντα διεγερτικά στη συνείδηση των ανυποψίαστων διψασμένων.

Το σπουδαιότερο όπλο του σπάνιου και μυστήριου άντρα, πέρα από το υφολογικό του κοστούμι και το εξεζητημένο λεξιλόγιο της φαντασίας του όταν έστηνε τα σκηνικά της επικοινωνίας με εξόχως αγέρωχο και θελκτικό τρόπο, ήταν η επιθυμία του να μένουν όλα μυστικά. Κάνοντας την κίνηση της εκμυστήρευσης, όχι μόνο προκαλούσε την έξαψη της φαντασίας των άλλων, αλλά κέρδιζε και την αιώνια αφοσίωσή τους. Η μανία του γινόταν χάρη. Η εκτόνωσή του υπέρτατος σκοπός. Ήξερε να κινεί τα νήματα, τα οποία άλλοτε ήταν καλλιτεχνικά σκοινιά και άλλοτε ιστοί αράχνης. Ο σπάνιος και μυστήριος άντρας ήταν άγριος και αφυπνισμένος, ενίοτε όμως ήξερε να γίνεται τρυφερός και αθώος σαν άβγαλτο σχολιαρόπαιδο ή σαν νεογέννητο μωρό. Τα καρέ του ήταν πάντοτε φωτογραφικά. Καμία λεπτομέρεια δεν ακούγονταν παράταιρη, τίποτε δεν έδειχνε περιττό στις όποιες αναφορές του. Γνώριζε για τις τέχνες, τα γράμματα, την κοινωνία, τις φιλοσοφικές θεωρίες και τα μουσικά ρεύματα. Ήξερε πολλά για τον κόσμο μα και τον υπόκοσμο. Με λίγα λόγια, ο σπάνιος μυστήριος άντρας ήταν ευφυής, ιδανικός και θεόπνευστος. Τόσο ιδανικός που κανένας δεν έβαζε με το νου του πως πίσω από την όλη τελειότητα κρυβόταν απλώς και μόνο μια απάτη. Τόσο θεόπνευστος που κανένας δεν αμφισβητούσε την αγέρωχη και δυσεύρετη εικόνα που νόμιζε πως είχε την τύχει να εξερευνεί. Τόσο ευφυής που ξεγελούσε ακόμη και τον εαυτό του.

Το οικοδόμημα καταρρίφθηκε ξαφνικά, όταν ο τέλειος παίκτης, υπερβολικά σίγουρος για την εύνοια της τύχης προς το πρόσωπό του, άρχισε να γίνεται υπεροπτικά απρόσεκτος. Το φιάσκο αποκαλύφθηκε όταν, αμελής και μάλλον εφησυχασμένος, δεν έλαβε υπόψιν ένα νόμο που θα όφειλε να σέβεται και να υπολογίζει με θρησκευτική προσήλωση και ιερό σεβασμό. Ο Μέρφυ τον εκδικήθηκε κάπως αστεία, ίσως με τον τρόπο που εκδικούνται τα σκανταλιάρικα και χαριτωμένα παιδιά. Λασκάροντας λιγάκι τις βίδες του άρματός του, σχεδόν απροειδοποίητα και μάλλον χαιρέκακα, του χάλασε το αγαπημένο του στημένο παιχνίδι και τον έπαψε από φίλο και ευνοούμενό του. Τον άφησε έκθετο. Γυμνό.

Οι δανεικές ζωές είναι κάτι που δεν μας ανήκει. Αργά ή γρήγορα κάποιος μας τις ζητά πίσω, τις απαιτεί. Σε άλλη περίπτωση απλώς έρχεται μια αποφράδα μέρα που το παραμύθι αποκαλύπτεται, και ο Παράδεισος γίνεται έρημος, και ψυχορραγεί. Με τον ίδιο τρόπο, για παράδειγμα, κι ένα όμορφο μα ξένο ρούχο κάποτε οφείλει να επιστρέφεται. Και αν δεν επιστραφεί, είναι βέβαιο πως, με κάποιο τρόπο, αργά ή γρήγορα, κάτι θα συμβεί και θα μαθευτεί τελικά πως ανήκει σε κάποιον άλλον. Ο σπάνιος και μυστήριος άντρας ήταν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα, παρότι άφηνε να εννοηθεί πως ήταν φτιαγμένος από τσιμέντο. Η περσόνα του ήταν πρόχειρη και παροδική. Οι ιστορίες του ήταν αντιγραμμένες. Οι προτάσεις του εικονικές. Ο χαρακτήρας του επινοημένος και φαύλος. Το δόσιμό του ρηχό. Ο πλούτος του κάλπικος. Ο συναρπαστικός εαυτός του ψεύτης και λειψός.

Συν τοις άλλοις, ο σπάνιος και μυστήριος άντρας συντηρούσε την πείνα των άλλων σκάρτα υλικά. Καλλιεργούσε εκτάσεις πάνω σε ανθρώπινα μυαλά, κλέβοντας σπόρους από ξένα χωράφια. Τους παρουσίαζε για πρωτότυπη τροφή, ολόδική του, και κατάφερνε να γίνεται πιστευτός. Κατά βάθος όμως, ήταν ολόκληρος μια απελπισία. Ακόμα και τα δώρα που του χάριζαν οι άνθρωποι τα ανακύκλωνε παρουσιάζοντάς τα ως δικές του προσφορές αγάπης. Ποτέ δεν υπολόγισε για παράδειγμα πως κάποιο από αυτά, θα μπορούσε με σκανδαλώδη και εντελώς απρόσμενο τρόπο, να καταλήξει κάποτε στα χέρια του αρχικού του αποστολέα με παραχαραγμένη υπογραφή.

Όμως ο Μέρφυ είναι πολύ άτακτο παιδί, και αγαπά τις φάρσες και τους φαύλους κύκλους. Προηγουμένως, βέβαια, φροντίζει να μας έχει προειδοποιήσει, και είναι δικό μας θέμα να έχουμε ανοιχτά αυτιά. Παίζοντας λοιπόν ένα διπλό παιχνίδι στο σπάνιο και μυστήριο άντρα, κάποια μέρα ο Μέρφυ άφησε την αλήθεια να φανεί και έκανε να πάει στραβά το σχέδιό του. Η δανεισμένη ζωή, οι ξένες εμπειρίες, η κλεμμένη προσωπικότητα και να ανακυκλωμένα δώρα της αφοσίωσης και της πίστης κάποιων αφελών, έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και τελικά δεν τον κάλυπταν με την παραμικρή αίγλη. Δεν του χάριζαν γοητεία και μοναδικότητα. Δεν ήταν άσσοι στο μανίκι αλλά αξιολύπητα πειστήρια της άδειας του ζωής.  Εξαπατώντας τους άλλους με ξένα προνόμια, ανακυκλώνοντας αρετές και χάρες που από κάπου είχαν κλαπεί, κατάφερνε για κάμποσο καιρό να είναι ο Βασιλιάς του τρακ τους.
Από εκείνο το ηλιόλουστο πρωί που ο Μέρφυ ξύπνησε με κέφια, ο δήθεν σπάνιος και μυστήριος άντρας από πρόσωπο λατρείας και μοναδική ευχή μετατράπηκε απλώς σε ένα τρυφερό, αξιοθρήνητο, βρώμικο κουρέλι.

 —

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: