Monthly Archives: Ιανουαρίου 2015

Το ξενοδοχείο της οδού Μαυρομιχάλη

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 27 Ιανουαρίου 2015)

Παρότι με τον αθλητισμό δεν τα πήγα ποτέ καλά, όταν έμενα στο Πεδίον του Άρεως μου άρεσε να βγαίνω για περπάτημα. Το κέντρο της Αθήνας ήταν ανέκαθεν η τρυφερή ιδιωτική μου ζούγκλα. Και λέω ιδιωτική, εφόσον όσα συνέβαιναν γύρω μου παρακινούσαν μέσα μου διάφορα θηρία και τέρατα να ξυπνήσουν και να πιάσουν δουλειά.
 Το περιβάλλον παρέμενε πάντοτε το ίδιο. Το πλαίσιο δεν άλλαζε. Στον έξω κόσμο, τα Εξάρχεια ήταν τα Εξάρχεια. Μια πλατεία με άγαλμα, συνθήματα, δέντρα, περίπτερα, τζάνκια και τσίκνα. Μέσα στο κεφάλι μου τα Εξάρχεια ήταν επίσης τα Εξάρχεια. Μόνο που δεν είχαν άγαλμα, συνθήματα, δέντρα, περίπτερα, τζάνκια και τσίκνα. Είχαν την ερωτεύσιμη ασχημόφατσα της Γώγου την ώρα που έφτυνε στα μούτρα τον Άσιμο κρατώντας ένα σπασμένο μπουκάλι, τον Ry Cooder που χτυπούσε στα μελίγγια του Σιδηρόπουλου όσο έκανε ακροβατικά στο παράθυρο της Όστριας, το Dada και τις μοιραίες σαραντάρες Εμμανουέλλες στα σκαμπό του, κάποια σκίτσα του Enki Bilal σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η Μπλε πολυκατοικία είχε μετατραπεί σε καταφύγιο μεταλλαγμένων τρυφερών ζόμπι με τα μάτια της Ναστάζια Κίνσκυ, και άλλες τέτοιες ομορφιές. Ένιωθα καλά. Η βόλτα στη ζούγκλα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μου άνοιγε δρόμους.
 Πάνω σε έναν από τους περιπάτους μου ανακάλυψα κι εκείνο το ξενοδοχείο κάπου ανάμεσα στις οδούς Μαυρομιχάλη και Τρικούπη, στο ύψος της Αλεξάνδρας. Μετά, κάθε φορά που περνούσα από κει προσπαθούσα να διακρίνω κάτι μέσα από τη τζαμαρία του. Χωρίς να κοντοστέκομαι ιδιαίτερα, βεβαίως. Λόγω φυσικής συστολής και εξαιτίας του συνήθη δισταγμού μου, απέφευγα να ενδώσω στις ηδονοβλεπτικές μου τάσεις. Αυτή τη βόλτα την έκανα συνήθως απογεύματα, που η φωτεινή επιγραφή του ξενοδοχείου είχε ήδη αρχίσει να αναβοσβήνει. Κόκκινο – μπλε. Κόκκινο φλογερό και μπλε ελεκτρίκ, από κείνο που με ξεκουφαίνει, μιας και είμαι από αυτούς που όχι μόνο βλέπουν αλλά και ακούν, πολύ συχνά, τα χρώματα. Το όνομα του ξενοδοχείου δεν το θυμάμαι πια. Είναι από κείνα τα πράγματα που τα ξεχνάω όταν δυσκολεύομαι να τα θίξω εκ των υστέρων. Ή όταν με λυπούν πολύ και προτιμώ να τα κάνω να σωπάσουν επειδή δεν αντέχω να τους παραχωρώ φωνή και λόγο.
Ένα βράδυ, νωρίς, είχε μόλις αρχίσει να σουρουπώνει, είδα για πρώτη και τελευταία φορά ένα ζευγάρι να ανεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου. Ήταν πιασμένοι χέρι χέρι και έδειχναν ευτυχείς.
 “Οι εραστές του ντελικάτου ξενοδοχείου”, σκέφτηκα παραφράζοντας τον Αρανίτση, καθώς η στάση των σωμάτων, η κίνηση, μια ελαφριά έξαψη στα πρόσωπα, που την διέκρινα φευγαλέα, ή έστω δίψασα να την διακρίνω, απέκλειαν οποιουδήποτε άλλου είδους σχέση μεταξύ τους.
 Δεν ξέρω τι ακριβώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Αν με έτσουξε ένα τσίμπημα ζήλειας ή η άγρια αδρεναλίνη του ανεπίδοτου ηδονικού ενθουσιασμού μου. Ήμουν 45 χρονών, ολομόναχος και παραιτημένος. Σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο δεν είχα καταφέρει να πάω ποτέ.
 Πάντα είχα και ακόμη διατηρώ την ψευδαίσθηση πως ακόμα και σε ξενοδοχεία σαν αυτό, οι άνθρωποι οφείλουν να πηγαίνουν από ανάγκη και έρωτα, κι όχι από απλή λαγνεία. Στα όνειρά μου προσπαθούσα να μοιραστώ λίγη από τη θεόπνευστη, λασπώδη αίγλη των στρωμάτων και των σεντονιών του. Λίγη από την ευωδιαστή αποφορά του ιδρώτα των ντελικάτων εραστών που είχαν την τύχη να φωλιάσουν μέσα του έστω και πρόσκαιρα. Να πουν αλήθειες και ψέματα, να γίνουν τρυφεροί ή απολύτως χυδαίοι, να ζήσουν κάποιες ώρες μέσα σε έναν πρόστυχο ναό που μπορούσε να εξευμενίσει ακόμα και τα πιο ιερά ή τα πιο βάναυσα ένστικτά τους. Η λαγνεία ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου θανάσιμο αμάρτημα. Ακριβώς επειδή μέσα στη σούπα του μυαλού μου την συνδύαζα πάντα με το ετεροθαλές αδελφάκι της, τον έρωτα, που πάντα βάδιζε αγκαζέ με την ανάγκη. Έτσι σκεφτόμουν και αφηνόμουν να παραπλανιέμαι εκουσίως, με τον τρόπο που πιπιλίζει το μαρτύριό του ο μαζοχιστής νομίζοντας πως γεύεται μια καραμέλα κεράσι.
Η αλήθεια είναι πως τα αισθήματα και οι σκέψεις μου δεν είχαν κάτι μεταφυσικό. Δεν είχα θεολογικές ή υπαρξιακές αγωνίες. Ένας απλός καβλωμένος άντρας ήμουν. Πεινούσα για μια μπουκιά αμαρτωλής χαράς σε ένα κατώφλι δωματίου του με μια αγαπημένη γυναίκα. Για ένα κοφτό, άγριο βλέμμα της ρεσεψιονίστ με το σταυρόλεξο και τα ροζ νύχια. Για την κραυγή από μια λουριδιά πάνω σε δυο γυναικείες γάμπες ή για τα βογκητά του οργασμού ενός καταπιεσμένου νοικοκύρη.
 Μια μέρα, παλιά, όταν μπορούσα και ήθελα ακόμη να ελπίζω σε μια εφικτή πραγματικότητα, κάναμε μαζί τη βόλτα μας, εκείνη κι εγώ. Η Ρίτα. Το κορίτσι με τα καστανά μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη. Ο τελευταίος μεγάλος έρωτάς μου.
 Της είχα ζητήσει να μπούμε κι εμείς. Να δούμε πώς είναι οι ναοί για ντελικάτους. Να της αφεθώ να με παιδέψει πάνω στα τραχιά σεντόνια του. Πριν προλάβω να αποσώσω τη φράση μου, γύρισε και είπε:
“Μαζί σου δεν θα περάσω ποτέ κάποιο κατώφλι. Όλα μοναχός σου θα τα διαβείς. Τα τέρατα που ζουν στο πίσω μέρος του μυαλού σου εξυπηρετούν μια δική σου διαστροφή. Εγώ δεν έχω πια καμία δουλειά μαζί τους”.
 Νόμισα πως κάποιος με είχε περιλούσει με ζεματιστό νερό που κυλώντας πάνω μου πάγωνε και μετατρέπονταν σε σταλακτίτες. Μου φάνηκε πως αυτό που συνέβαινε ήταν ό, τι χειρότερο και συνάμα ό, τι ιδανικότερο μπορούσα να διανοηθώ.
Η Ρίτα ήξερε. Με είχε ανιχνεύσει εξαρχής όπως ανιχνεύουν τα μυρμήγκια τη ράτσα τους. Είχε συμφωνήσει να μοιραστούμε γούστα και πρακτικές. Και τώρα, ξαφνικά, είχε αποφασίσει να αποστασιοποιηθεί. Ήμουν ο τελευταίος βασιλιάς της σαδομαζοχιστικής της περιόδου.
 Η απόλυτη ερωτική συντριβή, που σηματοδότησε τον μετέπειτα μοναστικό μου βίο, διαδραματίστηκε στα σκαλιά ενός ξενοδοχείου για ντελικάτους εραστές, στο κέντρο της Αθήνας. Πονούσα βαθιά και ηδονικά. Ένιωθα πως ήμουν έτοιμος να εκσπερματώσω. Δεν μίλησα. Δεν της είπα λέξη, θυμάμαι. Δεν εξέτασα κανένα ενδεχόμενο. Γιατί τότε, γιατί εκεί. Γιατί διάλεξε την πιο σκληρή στιγμή μέσα στη νύχτα και τις πιο ανεξήγητες γεωγραφικές συντεταγμένες της Αθήνας για να αλλάξει γνώμη. Γιατί θέλησε να γίνει τόσο σκληρή μια δυο στιγμές πριν καταφέρουμε κι εμείς να διαβούμε το κατώφλι του ξενοδοχείου των ντελικάτων εραστών και να βυθιστούμε στον παράδεισό του. Ποτέ δεν κατόρθωσα να ξανανιώσω μια τόσο έντονη, διεστραμμένη και θεϊκή ηδονή.
 Από κείνο το βράδυ που συνέβησαν όλα αυτά στα σκαλιά του ξενοδοχείου της οδού Μαυρομιχάλη, έχω μείνει ολομόναχος με τον γυμνό εαυτό μου.

Μαγείρεψα

Κοτοπουλο

Πατατες

Μακαρονια

Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια*

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στο περιοδικό Στάχτες, στις 15 Ιανουαρίου 2015)

*(μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει)

Mια μέρα, εκεί που περπατούσα, είδα ένα αφρόψαρο στα χαλίκια. Ήταν ασημένιο και πολύ αξιοπρεπές. Κατάλαβα πως την προηγούμενη νύχτα έπρεπε να είχε πολύ κύμα, γιατί εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε τραβηχτεί προς τα μέσα και στα βότσαλα υπήρχαν πολλά σκοτωμένα υδρόβια ζώα. Έσκυψα και κοίταξα το αδικοχαμένο αφρόψαρο από κοντά. Όταν τα ζώα είναι τόσο ήσυχα με κάνουν και νιώθω δέος.

Όταν μπήκα στο σπίτι μου, το μεσημέρι, είδα πως στην είσοδο είχε μπει ένα πουλί. Περιστέρι. Παρατήρησα πως το ταίρι του – έτσι ήθελα να το βλέπω – έστεκε στο κατώφλι και παραφύλαγε μπας και συμβεί κάτι κακό. Αν δεν ήταν το επίσημο ταίρι του, θα ήταν σίγουρα μητέρα και γιος. Με πολύ αργές κινήσεις, για να μην το τρομάξω, πήγα στην κουζίνα και του έφερα λίγο σουσαμένιο κουλούρι. Του έτριψα λίγο πάνω στο χαλί και το παρακολούθησα να τρώει. Ευτυχώς δεν συνέβη αυτό που φοβόμουν. Το πουλί δεν κουτσούλισε χωνεύοντας. Ύστερα, τα δυο πουλιά έφυγαν αδιάφορα, αφοσιωμένα στην επόμενη διαδρομή τους.

Το απόγευμα ξαναβγήκα στην πόλη και συνάντησα δυο πόδια στην άκρη της ασφάλτου. Μου άρεσαν τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να μην τα φωτογραφίσω. Είδα κόσμο αμέτρητο να περπατά, όμως κανένα ζευγάρι πόδια δεν με συγκίνησε τόσο όσο αυτό. Είχαν κάτι πολύ σεμνό και προβληματισμένο, έτσι όπως έστεκαν κολλητά, μονιασμένα μεταξύ τους, κι επίσης μου άρεσε πολύ που τα παπούτσια τους ήταν κάπως φθαρμένα και πρόδιδαν έντονη χρήση και συνήθεια. Τα παπούτσια των ανθρώπων με συναρπάζουν με τρόπο σπαρακτικό. Μου μιλάνε με μια φωνή τρυφερή, φτιαγμένη από παραστατικό βελούδο.

Σε ένα στενό λίγο πιο κει, διάβασα ένα σύνθημα στον τοίχο που σκέφτηκα πως ήταν από μόνο του ολόκληρος διάλογος. Κάποιος παραπονιόταν με μαύρο σπρέι πως ο χώρος ήταν άδειος, και κάποιος άλλος βιάστηκε να τον γεμίσει με τα βογκητά ενός κόκκινου μαρκαδόρου. Ο πρώην άδειος χώρος ήταν τώρα ένα θεατρικό σκηνικό, όπου μια ολοκληρωμένη ερωτική πράξη τσάκιζε με δύο χρώματα όλη τη μοναξιά του κόσμου.

Σε ένα άλλο σημείο της πόλης πέρασα μπροστά από το αγαπημένο μου εγκαταλελειμμένο μαγαζί: ένα πρώην χασάπικο, που κάθε φορά που περνάω από μπροστά του κοντοστέκομαι, κοιτάζω τα τσιγκέλια και την πόρτα του ψυγείου του και σκέφτομαι φρικιαστικές εικόνες. Το έχω περιγράψει ξανά, μου αρέσει όμως πού και πού να μιλάω γι’ αυτό σαν να μην με έχει ακούσει κανένας να το κάνω.

Μερικές φορές, στην αρχή, προσπαθούσα να μυρίσω το παλιό αίμα μέσα από το συρματόπλεγμα, αλλά τελικά κατάλαβα πως οι μυρωδιές φθίνουν με το χρόνο. Κι έτσι μένω πια απλώς να το κοιτάζω χωρίς να περιμένω και πολλά. Είναι όμως πολύ ηδονική αυτή η στιγμή, γιατί αμέσως αρχίζω να ονειρεύομαι πως το χασάπικο γίνεται γεμάτο ανάρμοστες και άκρως προσωπικές μουσικές και τότε οι ψυχές των σφαγίων αγαλλιάζουν και χαίρονται, ξεχνώντας για λίγο το δήμιο που τα έκανε κομμάτια.

Μετά κατηφορίζω προς το αγαπημένο μου καφενείο και πέφτω πάνω στη Ρόζα. Η Ρόζα είναι μια άγνωστη που την είδα μία και μοναδική φορά, πριν πολύ καιρό. Όποτε περνάω όμως από κει την βλέπω ξανά και ξανά με το δικό μου τρόπο. Την βάφτισα έτσι επειδή σκέφτηκα πως αυτό το όνομα της ταίριαζε πολύ. Αυτό τον καιρό υποψιάζομαι πως είναι ερωτευμένη με κάποιον που την απατά όμως εκείνη δεν το ξέρει.

Περνώντας από το αρμένικο νεκροταφείο, λέω ένα γεια στην εικοσιπεντάχρονη κοπέλα που έχασε τη ζωή της ποιος ξέρει από τι και πάντα, πάντα της λέω να μην στεναχωριέται. Δεν ξέρω τι άλλο να της πω, όλο ψάχνω κι όλο βρίσκω, μα τελευταία στιγμή τα ξεχνάω όλα, οι λέξεις χάνονται και το στόμα μου μένει άδειο και βουβό. Το μόνο που με ανησυχεί είναι τα γόνατά της που θα κουράζονται, έτσι όπως στέκεται πάνω στο μνήμα της και προσπαθεί κάπου να αφήσει ένα λουλούδι. Είναι αγωνιώδες και λυπηρό να θες να προσφέρεις ένα λουλούδι και κανείς να μην είναι εκεί να σου το πάρει από το χέρι. Ακόμα και αν είσαι ένα μοναχικό επιτύμβιο άγαλμα.

Λίγο πριν τελειώσω τον περίπατο, αγγίζω με τα δάχτυλα εκείνη την ωραία χάρτινη αφίσα που διακηρύσσει τα ανθρώπινα δικαιώματα με τον πιο παραστατικό τρόπο που έχω δει ποτέ μου. Είναι ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί και αρνείται να διακόψει τη νύχτα του για οποιονδήποτε λόγο. “*Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια”, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της, (*μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει). Την αγγίζω γλυκά, με πολλή τρυφερότητα γιατί μου αρέσουν οι δίκαιες επιφάνειες, ειδικά στη μέση ενός άδικου δρόμου. Με τον ίδιο τρόπο συλλογίζομαι πως αγαπώ τους λόγους που κάνουν το αγκάλιασμα των δύο εραστών να μυρίζει βανίλια, παραμερίζοντας προσωρινά τα πιο βάναυσα ένστικτα του δεσμού τους.

Κοιτάζω την αφίσα και χαμογελώ μπροστά της για τελευταία φορά, με την επίγνωση του ανθρώπου που καταλαβαίνει πως η ομορφιά που αντικρίζει στο διάβα του είναι περαστική, όπως όλα τα πράγματα του κόσμου.  Ξέρω πως στην πόλη κυκλοφορούν πολλοί ζηλόφθονοι και δειλοί, και πως με την πρώτη ευκαιρία όλο και κάποιος θα απλώσει πάνω της το χέρι του και θα την σκίσει.

Περίμενα τόσο καιρό, που τελικά έπαψα να περιμένω

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 14 Ιανουαρίου 2015)

[…]
Τι περίμενα ακριβώς;
Να ξαναβρώ εκείνη την άγρια χαρά που είχα την απίστευτη τύχη να ζήσω πριν ένα χρόνο. Να τελειώσει η αγρανάπαυση της συναισθηματικής μου ζωής, να κλείσει η παρένθεση του κόκκινου στοπ, και όλα να ξαναγίνουν όπως ήταν. Έτσι είχαν δείξει οι χρησμοί, κι εγώ είμαι άνθρωπος που πιστεύει όσα του λένε.
Περίμενα τόσο καιρό, που τελικά έπαψα να περιμένω. Κι όλη εκείνη η συναρπαστική ευφορία της πρώτης αναμονής, οι ιστορίες που ξανάφτιαχνα στο κεφάλι μου και τις έβλεπα στο κενό έτσι όπως κοιτάζουμε την οθόνη του σινεμά, άρχισαν να ξεθωριάζουν.
Οι εικόνες που μου είχαν χαριστεί με τόση άγρια χαρά και τέτοιο πάθος έχαναν σιγά σιγά το χρώμα τους, ξεχνούσα τα λόγια του πρωταγωνιστή, τα ξανάφτιαχνα μετά σε φράσεις όπως όπως για να τα κρατήσω λίγο ακόμα δικά μου.
Προσπαθούσα να κρατηθώ από τα κάγκελα εκείνης της πρωταρχικής μου συγκίνησης, και για πολύ καιρό τα κατάφερνα. Πίστευα στο θαύμα.
Είχα ανάγκη να σκέφτομαι πως όλα εξακολουθούσαν να είναι ζωντανά, και ας ζούσαν μόνο μέσα από κινήσεις, εικόνες και λέξεις που πλέον δεν επαναλαμβάνονταν, δεν αυγάτιζαν, δεν ήξερα πού πήγαν.
Μετά από πολύ καιρό, οι εικόνες αποξηράθηκαν. Οι λέξεις βουβάθηκαν. Βρέθηκα να ζω στερημένη. Είχα απορροφήσει όλους τους χυμούς των ευχών και των φαντασιώσεών μου και η νέα κατάσταση γινόταν εξουθενωτική.
Για τη δίψα μου όμως δεν υπήρχε πια αντίδοτο ή τροφή, όσο κι αν είχα ζητήσει. Ούτε λέξεις, ούτε εικόνες, ούτε αγγίγματα. Έπρεπε να επιβιώσω μόνο με τη βεβαιότητα πως ο παράδεισος είχε υπάρξει κάποτε, και πως εγώ τον είχα περπατήσει. Και πως αυτή η γνώση δεν θα τροφοδοτούνταν πια, δεν θα μεγάλωνε, παρόλους τους χρησμούς περί του αντιθέτου. Έπρεπε απλώς να υπάρχει μέσα μου μόνο και μόνο χάρη στο παρελθόν και να βασιλεύει ως τέτοια σαν αξίωμα, χωρίς άλλες αποδείξεις.
Η πίστη μου δεν κλονίστηκε, κατάλαβα όμως πως ζούσα πια σε κλίμα ξηρασίας. Και πως οι καιρικές συνθήκες, ή ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί έστω και ως ψευδαίσθηση ή ευσεβής πόθος, δεν με ευνοούσαν τόσο ώστε να επιστρέψει η ευτυχία του πρώτου καιρού ή να κοπιάσει μια καινούρια.
Κι έτσι αυτό που τόσο καιρό περίμενα, σιγά σιγά έπαψα να το περιμένω. Επειδή κατάλαβα πως δεν θα ξαναρχόταν ποτέ, όσο και αν το ευχόμουν. Μπορούσα να το θυμάμαι όσο ήθελα, να το πιπιλίζω σαν νοερή καραμέλα, αλλά να το ξαναζήσω ή να εξελιχθεί ήταν μάλλον αδύνατον. Ο αποδέκτης παρέμενα εγώ, μα ο πομπός είχε μπει σε συχνότητες που δεν με εμπεριείχαν.
Κι έτσι μια μέρα βρήκα τον εαυτό μου καθισμένο στην όχθη ενός ωραίου ποταμιού, ή και στην άκρη μιας γέφυρας σε ξένη χώρα, ήρεμο, άδειο και γαλήνιο, γεμάτο ευγνωμοσύνη, να χαζεύει τη ζωή.
Δεν παραπονιόταν πια, δεν ζητούσε, δεν έκανε καν μια προσπάθεια να αλλάξει κάτι. Ήταν απλώς λιγάκι λυπημένος και σαφέστατα πιο σοφός. Ήρεμος, αυτάρκης, κι όπως πρώτα μοναχικός. Ξανασυστηθήκαμε και μου είπε ήσυχα και κάπως πικρά, με μια απόχρωση φωνής μάλλον ξεχασμένη: «Θυμάσαι; Στο είχα πει απ’ την αρχή πως στο τέλος μένουμε πάντα μόνοι. Μπορείς, παρόλα αυτά, τα χαράματα, να συνεχίσεις να γράφεις γράμματα στον εαυτό σου».
Μετά συνεχίσαμε να χαζεύουμε τη ζωή και να την αγαπάμε τρυφερά, χωρίς σχέδια, ευχές ή προσδοκίες.
[…]

«Εμένα εσύ είσαι ο Αρανίτσης μου» 4.

Ενός λεπτού σιγή για τον Wolinski

logo( Κείμενο που δημοσιεύτηκε στον εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 10 Ιανουαρίου 2015)

Δεν ξέρω τι γίνεται όταν κλείσει κάποιος τα μάτια του και πάψει να στέλνει αίμα στον εγκέφαλο η καρδιά του. Δεν ξέρω αν κλείνει ο διακόπτης και πέφτει σκοτάδι παντού ή αν κάτι αποχωρίζεται την ύλη του και συνεχίζει προς άλλες κατευθύνσεις. Η λήξη μιας ζωής είναι δυσάρεστη υπόθεση. Όχι μόνο εξαιτίας του μυστηρίου που καλύπτει το μετά αλλά και εξαιτίας της απώλειας που βαραίνει τις πλάτες και την ψυχή αυτών που μένουν πίσω. Είναι τρομακτικό να γνωρίζει κανείς πως δεν θα ξανασυναντηθεί ποτέ με τον οικείο του. Τρομακτικότερο όμως θα ήταν να μην ήταν προγραμματισμένος ο άνθρωπος με αυτή τη θαυμαστή λειτουργία που ονομάζεται μνήμη.

Στην περίπτωση που ο θάνατος αφορά ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ, συνήθως η αντίδραση είναι ψύχραιμη, και αυτό είναι λογικό. Λυπούμαστε αλλά δεν πονάμε για την απώλεια κάποιου με τον οποίο δεν συνδεθήκαμε συναισθηματικά. Η Φύση προίκισε τον άνθρωπο με λογική και συστήματα ψυχικής αυτοάμυνας. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, οι φυσικοί νόμοι διαψεύδονται. Μπορεί να λυπηθεί κάποιος πραγματικά για το θάνατο ανθρώπων που δεν συνάντησε ποτέ του. Να νιώσει πόνο, οργή και αγανάκτηση. Να δακρύσει.

Ο Georges Wolinski δεν ήταν σπουδαιότερος από τον Cabu, τον Tignous, τον Charb, τους φύλακες ή τους γραμματείς της εφημερίδας Charlie Hebdo που σκοτώθηκαν στις 7 Ιανουαρίου στο Παρίσι. Δεν ήταν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από οποιονδήποτε επώνυμο ή ανώνυμο άνθρωπο που χάνει τη ζωή του σε συνθήκες βίας. Οι νεκροί της δολοφονίας του Παρισιού είναι το ίδιο θύματα με όλα τα θύματα της τρομοκρατίας σε ολόκληρο τον πλανήτη ανά τους αιώνες. Απλώς, η απώλεια ενός δημιουργού είναι και η συμβολική απώλεια του πολιτισμού, και αυτό κάνει ακόμα βαθύτερη την τραγωδία.

«Στις μέρες μου το σεξ ήταν ταμπού, γι΄αυτό και πουλούσε», λέει με το γνωστό, πηγαίο χιούμορ του σε μια συνέντευξή του σε γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι. «Σήμερα το σεξ δεν είναι ταμπού, κι όμως πουλάει ακόμα. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί». Και γελάει.

Ο Wolinski ήταν, μεταξύ άλλων, ένας άνθρωπος του πνεύματος που συγκαταλέγονταν στους σημαντικότερους εν ζωή καλλιτεχνικούς δημιουργούς της μεταπολεμικής Γαλλίας, συνιδρυτής του περιοδικού Hara Kiri και βασικό στέλεχος της γαλλικής πολιτικής δημοσιογραφίας από το 1968. Στα κόμιξ του παρακολουθεί κανείς μεταξύ άλλων την διαδρομή και τις περιπέτειες των ιδεών στη Γαλλία, την πορεία της κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού, την κλιμάκωση της πάλης των τάξεων, την εξέλιξη επιφανών προσωπικοτήτων της γαλλικής σκηνής και επικαιρότητας. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός τη δεκαετία του ’80 κυρίως χάρη στα περιοδικά Βαβέλ και Παρά Πέντε, που παρέθεταν συχνότατα κοινωνικοσατιρικές γελοιογραφίες και κόμιξ του.

Αυτά τα δύο περιοδικά – η Βαβέλ κάπως περισσότερο – ήταν το κατώφλι της γνωριμίας μου με την τέχνη του κόμιξ. Μαζί με τρεις τέσσερις άλλους δημιουργούς, ο Wolinski ήταν ο αγαπημένος μου Γάλλος σκιτσογράφος. Καυστικός, απολαυστικός, αστείρευτος, βαθιά συναισθηματικός, με λίγες μονοκοντυλιές ήξερε να περιγράφει με ακρίβεια μια ολόκληρη εποχή, έναν λαό, μια κοινωνία. Η έκφρασή του ήταν λιτή, τολμηρή και γενναία. Με δίδαξε την ομορφιά της αφαίρεσης και την σημασία της καλλιτεχνικής οικονομίας. Γράφοντας κάποια πεζά κείμενα, πολλά χρόνια μετά, ο Wolinski ήταν εκεί για να μου υπενθυμίζει την αξία της απλότητας και την αρετή της λιτής εικόνας.

Κρατώντας, ανάμεσα σε πολύ κόσμο στη μέση μιας πλατείας, ενός λεπτού σιγή μετά τον άδικο χαμό του, αναρωτήθηκα: για ποιον κρατούν οι άνθρωποι ενός λεπτού σιγή σε τέτοιες περιστάσεις; Γιατί σκύβουν το κεφάλι και λυπούνται; Για κείνον που χάθηκε, για κείνον που κοιτάζει ή για αυτούς τους ίδιους, που μπροστά σε έναν οδυνηρό χαμό χρειάζονται για λίγο να μην ακούν ούτε την ίδια τη φωνή τους; Εξάλλου, για έναν άνθρωπο που σάρκασε το πεπρωμένο του είναι φυσικό όσοι τον αγάπησαν να ερμηνεύουν με όρους θυσίας όχι μόνο το έργο του, αλλά και την ίδια τη ζωή του.

Εμένα εσύ είσαι ο Αρανίτσης μου 3.

φωτογÏ-αφία (8)

Χεράκι και φύγαμε.
Όπου θες εσύ.
Δώσμου το χεράκι σου, και μετά βγες με τα κορίτσια.
Θα σε περιμένω πίσω στις δύο και τριάντα ακριβώς.
Και δεν θα σε ρωτήσω μία.
Η ποίησή μου, και οι απάτες μου, γεννιούνται από τη δική σου αλήθεια.

Εμένα εσύ είσαι ο Αρανίτσης μου 2.

JAPANESE_MOM

‘Ησουν δεκατριών και ζούσαμε μαζί στον παράδεισο.
Έπαιζα μουσική με πλήκτρα τα δάχτυλά σου.
Συλλαβίζαμε στίχους μελλοντικούς και μετά σιωπούσαμε.
Το κρεβάτι στρωμένο, το πιάτο προς το μέρος σου.
Η πλάτη σου υπέροχη σε μια φωτογραφία.
Σου διάβαζα Αρανίτση και μου έβαζες Blur.
Δεν είχαμε αμφίβολες υποθέσεις.
Τα χάδια μας αγωγοί εξαερισμού μιας εκλεπτυσμένης οδύνης.
Υποκλινόμουν στις τρυφερές απαιτήσεις σου και προστάτευες ό, τι νόμιζες ευάλωτο στα αισθήματά μου.
Οι κοινές ομολογίες μας δεν διεκδικούσαν ζωτικό χώρο – ήμασταν εμείς, και αυτό αρκούσε.
Ήμουν η Μπλανς και ήσουν το χταπόδι μου.
Ποτέ δεν πάψαμε να είμαστε δυο δράκοι.

Εμένα εσύ είσαι ο Αρανίτσης μου 1.

ΜΠΓΙΟΡΚ

Οι δράκαινες αγαπούν τα δρακάκια τους όσο τίποτα στη γη.
Τα μεγαλώνουν με δρακόντειες αγκαλιές, φιλιά, ζεστά γεύματα και υπαινιγμούς αποθέωσης και καταστροφής.
Τα αφουγκράζονται από την ώρα που γεννιούνται.
Όσο είναι μικρά, τα ταΐζουν στο στόμα λιωμένες λεξούλες και καρδούλες στα κάρβουνα. Μαζί με αγωνιώδη χάδια και ερωτήσεις που δεν θα απαντηθούν ποτέ.
Μόλις μεγαλώσουν τα μυούν στις απολαύσεις της ωμής σάρκας, έτσι όπως ορίζει η Φύση τους και ο πρωταρχικός ρόλος της Μητέρας.
Το βράδυ, πριν κοιμηθούν, τους λένε συναρπαστικά παραμύθια με κουτσές μπαλαρίνες (όλες οι μπαλαρίνες είναι κατά βάθος ελαττωματικές) και βρώμικες υπηρέτριες (όλες οι υπηρέτριες είναι κατά βάθος σιχαμένες).
Τα πείθουν πως είναι πρίγκιπες, άγγελοι, άρχοντες του σκότους.
Τους λένε την αλήθεια σε δόσεις, ντυμένη με ζαχαρωτά γλυκόλογα, και προσπαθούν να κάνουν τη μελλοντική μοναξιά τους λιγότερο πικρή, βρέχοντας την παιδική γλωσσίτσα τους με καραμέλες αποκλειστικής νοστιμιάς, αντιπυρετική λατρεία και σιρόπι για το βήχα με γεύση κερασιού.
Τα συγχαίρουν επιμελώς και γοερά για την δρακοσύνη τους και πριμοδοτούν πάσης φύσεως εκδηλώσεις της ανήμερης ράτσας τους με πάθος και σοφία.
Οι δράκαινες κοιτούν στα μάτια τα δρακάκια τους έτσι όπως δεν μπορούν να κοιτάξουν κανένα άλλο πλάσμα στον κόσμο.
Οι δράκαινες δεν έχουν μυαλό. Παλλόμενες καρδιές έχουν μόνο.

Rita Mitsuko lovers

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της εφημερίδας ΑΥΓΗ στις 6 Ιανουαρίου 2015)

Σπίτια με καμινάδες που μυρίζουν ευκάλυπτο, βρώμικα μυαλά και καθαρά κρύσταλλα, και στους διαδρόμους χαλιά διάσπαρτα με αποκοιμισμένες λέξεις που φοράνε την ταμπέλα της καλοπέρασης και κάνουν πως προωθούν την ευθυμία. Κορίτσια με φανελάκι «I fuck for candy» και αγόρια που δεν σε αφήνουν να τους αγγίξεις τα μαλλιά για να μην τους χαλάσεις το χτένισμα καπνίζουν χασίς και φτηνό αμερικάνικο καπνό στις νότιες γειτονιές της πόλης. Ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα στα μπουρδέλα και στα θέατρα, πέφτει υγρασία στο δρόμο.
Θέλω να μάθω πού ψωνίζουν εσώρουχα οι ντίβες των παραθύρων και να ποζάρω στον καθρέφτη και στον εραστή μου όπως ποζάρουν κι αυτές στους περαστικούς που τις κοιτάζουν σκεπτικοί, χωρίς να τους ενδιαφέρει ο ψυχικός τους κόσμος ή τα άγχη τους, παρά μόνο οι μπούκλες των χειλιών και των μαλλιών τους.

Στη στάση του λεωφορείου περιμένουν μικρομέγαλα παιδιά με ευλύγιστη υπακοή, που μέσα τους μουρμουράνε άσεμνα τραγούδια και το βράδυ, μετά την προσευχή και τη σούπα σέλινο με φέτες φυστικοβούτυρο και μέλι, θα στείλουν υλικό στο youporn, σε έναν διαγωνισμό για νέα ταλέντα. Ένας οδοντίατρος πνίγεται στη σαπίλα ενός φρονιμίτη που αφόρμισε, μια καθαρίστρια σβήνει τα φώτα του κτιρίου που σφουγγάρισε, ένας πιανίστας λαμβάνει αρνητική απάντηση από μια οντισιόν με το ταχυδρομείο, μια μαύρη μαγείρισσα τρίβει το σκούρο δέρμα που της ξεφλούδισε στον αγκώνα. Στο αστυνομικό τμήμα ένας μπάτσος φέρνει Mc Donalds σε χάρτινη σακούλα και στο διπλανό night shop μια Μπαγκλαντεσιανή μητέρα παρακολουθεί ένα λυπηρό σήριαλ με το μωρό στην αγκαλιά της.
Η πόλη σκύβει ένοχα πάνω από τις εισόδους του μετρό και κρυφοκοιτάζει τα νωπά δευτερόλεπτα μιας ποίησης φανατικής, που φοράει σκούφο Nike και αναβλύζει από το στόμα ενός νεαρού που δείχνει να την πιστεύει. Αργότερα, ο ίδιος νεαρός θα στηθεί μπροστά στην πύλη του Ibis ή του Grecotel και θα μετρά τα βήματα των ατάλαντων πελατών που θα μπουν βιαστικά στο 304 ή στο 201 για να ζεστάνουν τα σκεπάσματα που σε λίγο θα κρύψουν την μυστική τους ερωμένη. Εγώ, αφού τα παρατηρήσω και τα καταγράψω όλα αυτά, θα επιστρέψω στην παγίδα της ομορφιάς που οι εμμονές μου μού ανταποδίδουν με περιφρόνηση, και θα συνεχίσω να αφιερώνω εγκαρδίως τις λέξεις μου σε όσους –το πήρα απόφαση πια– δεν διαβάζουν απολύτως τίποτα.

Πάει καιρός από τότε που συνέβησαν όλα αυτά, τα θυμάμαι όμως σαν να ήταν πριν μια ώρα.

Από κείνο το βράδυ που άκουσα για πρώτη φορά σε ένα μπαρ τη φωνή της Ρίτα Μιτσούκο να τραγουδάει στο ντους, άλλαξε η ζωή μου. Όλοι οι κλειστοί χώροι που επισκεπτόμουν μου προκαλούσαν ασφυξία. Έμπαινα και δεν έβλεπα τίποτα, επειδή όλα είχαν γεμίσει υδρατμούς και ερωτικές νυχιές που ξεπλένονταν κάτω από καυτό τρεχούμενο νερό. Κοίταζα στο πάτωμα κι ανάμεσα στα χαλιά έβλεπα σιφώνια να γεμίζουν με το αραιό κόκκινο ζουμί, αφρούς με άρωμα γιαπωνέζικο τριαντάφυλλο και μαύρες σγουρές τρίχες από εφηβαία ή μασχάλες άγνωστων περαστικών.

Πλησίαζα στα παράθυρα της πρόσοψης των διαμερισμάτων και άκουγα τις φωνές των γειτόνων από το φωταγωγό. Άνοιγα τις πόρτες των δωματίων κι έψαχνα τις παχιές λευκές πετσέτες των ξενοδοχείων που τυλίγουν τα κορμιά των εραστών, αφού πρώτα πλυθούν στους ενενήντα και διπλωθούν εξονυχιστικά. Διάβαινα τις εξώπορτες και με έλουζε κρύος ιδρώτας.
Η πλάτη μου κρύωνε, έτσι όπως κρυώνει μια πλάτη που βγαίνει απ’ το χαμάμ, οι παλάμες μου υγραίνονταν. Οι πατούσες μου πλατάγιζαν στο μωσαϊκό έτσι όπως πλαταγίζει μια γλώσσα που τραγουδάει στα γαλλικά ή στη γλώσσα της ζάχαρης ένα υπερβολικά παχύρρευστο τραγούδι.

Άφηνα τότε τα ζουμιά της καραμέλας να μου λούσουν τον εγκέφαλο και με τα χέρια μου σκέπαζα προστατευτικά το υπογάστριό μου. Η Ρίτα Μιτσούκο συνέχιζε να μου τραγουδά εμμονικά, κάνοντας ηλεκτρομαγνητική περμανάντ στην αφόρητα κυρτωμένη συστολή μου.

Εκείνο το βράδυ που άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι αυτό, γνώρισα κι εκείνον.

Δεν τραγουδούσε· ανέπνεε. Κι έτσι όπως μπαινόβγαινε η αναπνοή του σχηματίζονταν οι ήχοι που κατόπιν έφτιαχναν τραγούδια. Σκεφτόμουν την τραχεία του σαν μια μικρή ορχήστρα, και τα πνευμόνια του σαν μια μεγαλύτερη. Η μικρή και η μεγάλη μαζί, συμφωνικές, έφτιαχναν αυτά τα μικρά θαύματα που μου έπαιζε τις νύχτες, όταν απλώς ξάπλωνε δίπλα μου και κοιτούσαμε την φωτεινή επιγραφή να αναβοσβήνει έξω από το παράθυρο.

Από τότε κιόλας ήξερα πως κάποια στιγμή θα χανόμασταν. Μου το είχε πει εξάλλου: «Το ξέρεις, θα χαθούμε».

Ένα βράδυ μου διηγήθηκε μια ιστορία για μια νύχτα που θα περνούσαμε κάποτε, ίσως στο μακρινό ανύπαρκτο μέλλον, σε ένα απομακρυσμένο ξενοδοχείο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, όπου στο κατώφλι θα τον ρωτούσα: «Μήπως ο Κύριος επιθυμεί μια καλή πουτάνα γι’ απόψε;». Εννοώντας φυσικά πως αυτό το ρόλο θα τον έπαιζα εγώ.

Είχα απορήσει με τον τρόπο που έστηνε εκ των προτέρων τη ζωή μας σε κινηματογραφικά καρέ. Κι ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που με έβαζε να του ζητώ όσα εκείνος ήθελε από μένα.

Χαθήκαμε. Όμως, όπως είχε σαφέστατα δηλώσει πολύ καιρό πριν, ήταν βέβαιο πως δεν θα τον ξεχνούσα ποτέ μου.

Η μεγαλύτερη έκπληξη ήρθε χρόνια μετά, όταν –με εντελώς τυχαίο, σχεδόν τραγελαφικό τρόπο– έμαθα πως το ίδιο συνέβαινε και σε εκείνον. Τις εικονικές ιστορίες που πλάθαμε μαζί, για το μακρινό ανύπαρκτο μέλλον μας, τις χρησιμοποιούσε για να δελεάσει τα επόμενα θύματά του.

Επειδή όμως η τύχη αγαπά τον κλέφτη μα και το θύμα του, έτυχε κάποια από αυτές να πέσει στα χέρια μου με τον πιο παράδοξο τρόπο. Την διάβασα με έκπληξη και μια βαθιά, μαύρη χαρά, και φυσικά απέφυγα να ενημερώσω το καινούριο θήραμά του πως οι σκηνές που πρόβαλλε πάνω του είχαν κοπεί και ραφτεί στα δικά μου απόλυτα μέτρα.

Μου έφτανε που διαπίστωνα, τόσο καιρό μετά, πως ούτε αυτός είχε καταφέρει να γλιτώσει από τον εαυτό του.

Ο καλύτερος τρόπος για να μου στερέψει σήμερα κιόλας ο έρωτας είναι να με προειδοποιείς πως κάποτε θα σου τελειώσει ο δικός σου, μιας και όλοι σου οι έρωτες έτσι τελείωναν: απροειδοποίητα, ξαφνικά, και κανένας δεν κατάφερε να επιβιώσει από την τρομερή εκείνη ασθένεια που σου καίει τα αισθήματα σαν καλώδια της ΔΕΗ και στη θέση τους βάζει μόνον αποφάσεις.

Ενεργοποιείται τότε μέσα μου εκείνος ο αμυντικός μηχανισμός που, σαν δεύτερη φωνή μού ψιθυρίζει: «Τέλειωσέ το πρώτη εσύ και βγες μετά για καμιά βόλτα, για κάνα ποτό, γιατί να αφοσιώνεσαι σε κάτι προτετελεσμένο; Άκου λίγη Ρίτα Μιτσούκο, στην τελική, για να πάρεις θάρρος».

Είναι άλλο να γνωρίζει κανείς πως τίποτε δεν είναι αιώνιο και άλλο να τον προειδοποιούν πως εκείνο που τον συναρπάζει προς το παρόν δεν αναμένεται να επιβιώσει στο μέλλον, επειδή αυτός είναι ο κανόνας. Όλοι γνωρίζουμε πως οι κανόνες είναι μεγάλοι και οι εξαιρέσεις μικρές — και αυτή είναι ίσως η μόνη περίπτωση που ο άνθρωπος, έστω και ανομολόγητα, έστω και κουτά, αποζητά όχι μόνο να συμπεριληφθεί στο πλαίσιο αυτό, αλλά και να ταυτιστεί με το μικρό και όχι με το μεγάλο συστατικό της συμφωνίας.
Όταν τα σκέφτομαι αυτά, νιώθω το αίσθημά μου να τρεκλίζει. Βάφω τα μαλλιά μου αλλιώτικα, φοράω καινούρια ρούχα, αλλάζω τακτικές και ωράρια. Αλλάζω πλευρό και προτιμήσεις.

Γίνομαι η άλλη, η ανταλλακτική. Γίνομαι μια ρόδα σε ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο, που ξέρει πως κάποια χιλιόμετρα πρόκειται να τα διανύσει απλώς και μόνο ως ρεζέρβα. Κι έτσι δεν πολυασχολείται με το ταξίδι της, δεν την νοιάζουν ούτε οι εθνικές οδοί ούτε οι παρακάμψεις.

Γίνομαι μια νύχτα στην πόλη, μια νύχτα που σκεπάζει γλυκά την απώλεια της συστολής και την κάνει να μοιάζει με ένα παλιό, νοσταλγικό τραγούδι της Ρίτα Μιτσούκο που σου γεμίζει ασφυκτικά τα ρουθούνια με πυκνούς υδρατμούς και τα μάτια με βάναυσες εικόνες.

Αρέσει σε %d bloggers: