‘Ενα γιαπωνέζικο παραμύθι

MANDRAGORAS51(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 51 του περιοδικού Μανδραγόρας τον Δεκέμβριο 2014)

Στο ιερό Yakasa, στο Τόκιο, τα φύλλα των δέντρων είναι κόκκινα. Το κόκκινο ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου χρώμα. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να κυλιέμαι στο παχύ φύλλωμα μπροστά από το παρεκκλήσι του ναού και να προσποιούμαι πως είμαι μια μπάλα πλυσίματος, σαν αυτές που χρησιμοποιούσαν παλιά για να διαχέεται παντού η μπογιά και να βάφονται ομοιόμορφα τα ρούχα στο πλυντήριο. Δεν θυμάμαι πώς ήξερα γι’ αυτές, – μπορεί να είχα δει κάποια διαφήμιση σε ένα περιοδικό της μητέρας μου, που ονειρευόταν κάποια μέρα από γκέισα να γίνει Ευρωπαία.

Με τάιζε φασόλια, ρυζομακάρονα και ψάρι στον ατμό. Οι πιο νόστιμες γεύσεις της ζωής μου έμπαιναν στο στόμα μου μέσα από φανταστικά παραμύθια όπου οι άνθρωποι έτρωγαν μπαλάκια από μοσχαρίσιο κρέας με σάλτσα, πίτες με τυρί και παγωτά από αληθινό γάλα. Το σπίτι μας είχε ψάθινη οροφή και πορώδεις τοίχους. Στο πεζούλι πριν την έξοδο ποτίζαμε τρία βαθυπράσινα μπονζάι που μου άρεσαν πολύ.

Τα κιμονό μου ήταν πολύχρωμα και φτηνά – ποτέ από αληθινό μετάξι. Έμαθα να παίζω Hichiriki και να τραγουδώ σωστά. Το έτος του Φλοιού, η μητέρα μου αποφάσισε να με παντρέψει με τον πρώτο πελάτη της που το όνομά του θα άρχιζε από Τ. Είχε αρκετούς, τις νύχτες τους άκουγα από δίπλα να τραγουδούν και να μουγκανίζουν σιγανά, σαν μεθυσμένα ελάφια. Τελικά με πάντρεψε με κείνον που αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους. Ήταν πολεμιστής και πέθανε έξι μήνες αργότερα από ελονοσία.

“Το κιμονό της πτώσης”, σκεφτόμουν την πρώτη νύχτα του γάμου μου, κάτι λιγότερο από δέκα επτά ετών. Έντυσα την πτώση με ένα κόκκινο φύλλωμα όπως εκείνο που έβλεπα στο παρεκκλήσι του ναού Yakasa, κι έτσι την έκανα να μην πονά πολύ. Έπειτα, έγινα μια μπάλα πλυσίματος που διαχέει παντού τη μπογιά και κάνει να βάφονται ομοιόμορφα τα ρούχα.

Το όνομά μου το απέκτησα εντελώς τυχαία. Γεννήθηκα την ώρα 00:00 και, όπως συμβαίνει πάντα στο μεταίχμιο δύο ημερών, με βάφτισαν με το όνομα της εκπαιδευόμενης νοσοκόμας που εμφανίστηκε μπροστά στη μητέρα μου όταν με παρέδωσε σαν συστημένο δέμα. Aiko. «Το παιδί του έρωτα». Θα ήθελα να με είχαν βαφτίσει “Μαργαριτάρι” ή “Πριγκίπισσα κύλισης”, μιας και οι γονείς μου ποτέ δεν υπήρξαν ερωτευμένοι, άρα το όνομα ήταν παραπλανητικό. Χαίρομαι όμως που αισθάνθηκαν ελεύθεροι να εφαρμόσουν το έθιμο και να τονώσουν το ηθικό της μαθητευόμενης που, απ’ ό, τι είπαν, λίγους μήνες αργότερα πνίγηκε μέσα στη μπανιέρα της, όταν ένα από τα χρυσόψαρα που κολυμπούσαν γύρω της μπήκε στο στόμα της και γλίστρησε στον οισοφάγο.

Η μνήμη μου είναι φορτωμένη με νυχτερινές εικόνες. Τα όνειρά μου αδιαφανή. Αλλάζω συνεχώς μορφή αναλόγως τις περιστάσεις και τις καιρικές συνθήκες, στις οποίες ήμουν ευαίσθητη από παιδί. Για παράδειγμα, άλλοτε γίνομαι ένα τρομαγμένο ευρωπαϊκό περιστέρι που αργοπεθαίνει από ενοχές στον τρούλο μιας εκκλησίας όπου τσακίστηκε ένας άγγελος και άλλοτε μια αλάνα που μέσα της κλωτσάνε μια μπάλα από κουρέλια κάτι αγόρια με πληγωμένα γόνατα και εγωισμό.

Τις νύχτες με βροχή, όταν το καλοκαίρι στο Τόκιο βρυχάται, τυλίγομαι στο άθικτο, λευκό σεντόνι μιας ξεχασμένης παιδικής χαράς και αναπολώ όλα τα είδη λουλουδιών που αντίκρισα στη ζωή μου. Τις ορχιδέες δεν τις συμπάθησα ποτέ. Στα γενέθλιά μου ο πατέρας μου μού χάριζε γιασεμιά – και μόνο αυτά θυμάμαι. Αυτά κι εκείνον, λίγο πριν εξαφανιστεί με κείνο το πλοίο που τον πήρε από εμάς και τον ταξίδεψε σε μέρη που δεν γνωρίζω το όνομά τους.

Μέσα στο νου μου υπάρχει μια ανάμνηση που μου κλονίζει κάπως τη ζωή. Τη μέρα που γεννήθηκα, στο διπλανό καλάθι είχαν ένα ασουλούπωτο μωρό. Άσχημο, κατάχλωμο, πρόχειρο σαν κακό αντίγραφο ενός πίνακα του Hokusai. Ήταν σαν να φώναζε “παρακαλώ χρησιμοποιείστε με το συντομότερο δυνατόν”, επειδή ήξερε πως σε λίγο επρόκειτο να πεθάνει. Δεν ξέρω πώς το θυμάμαι αυτό. Πολλά πράγματα συμβαίνουν ανεξήγητα στη ζωή μου. Η μνήμη μου είναι μια χειριστή συλλογή γεγονότων της ζωής και η καθημερινότητά μου μια περίληψη που καταγράφεται αυτομάτως στο εξώφυλλο του άλμπουμ.

Ιχνηλατώντας τα γεγονότα της αναδρομής βλέπω το κακομούτσουνο μωρό των πρώτων ημερών της ζωής μου να μου χαμογελάει. “ Aiko , Aiko ”, μου φωνάζει με βιασύνη σκαθαριού που έπιασε φωτιά, και συνεχίζει να τραγουδά το όνομά μου με μια φωνή σαν βολή, που για λίγο με τρομάζει. Μετά, μου ζητά συγγνώμη για την αναστάτωση και με αποχαιρετά με μια χορευτική κίνηση έκτακτης ομορφιάς, που στην ουσία ξέρω καλά πως δεν έχει να κάνει τίποτε με το βαθύτερο ποιόν του.

Τις νύχτες του χιονιού μου αρέσει να διαβάζω ιστορίες για δυτικά καλαμποκοχώραφα και βιογραφίες Αμερικανών αλκοολικών συγγραφέων. Τα απογεύματα αποστηθίζω haiku του Siki και του Bashō πίνοντας νερό χρωματισμένο με λίγη ροζ τέμπερα – παρότι μετά μου γαργαλάει το στομάχι και μου στερεί κάθε όρεξη ή ευθυμία. Όπως όλα τα κορίτσια της γενιάς μου, μπορώ να γίνω νευρωτική ή αισθησιακή, να φοράω ψεύτικους φακούς επαφής με γεύση βανίλια, να τραγουδάω δυνατά το σούρουπο και άλλα τέτοια. Το μόνο που κάνω όμως, είναι μια ευχή μπροστά από τη γέφυρα Hama Hiroyuki-San τις Τετάρτες. Μόνο αυτή η ευχή με ανακουφίζει και με κάνει να νιώθω εναργής και αισιόδοξη για το μέλλον.

Εκτός από την παραδοσιακή ιαπωνική μουσική, προτιμώ τη ζωντανή τοπική Shamisen, που τα κουδούνια και τα τύμπανά της μοιάζουν με θρόισμα φύλλων σε έρημο δρόμο. Όταν ακούω κάποιο τραγούδι από αυτά, νιώθω γενναία. Τότε, παρατηρώ τον κόσμο και τους περαστικούς, και όποια συμπεριφορά κυκλοφορεί γύρω μου ελεύθερη την προσκαλώ να έρθει και να με νικήσει. Στην ήττα είμαι πάρα πολύ καλή. Είναι η μικρή, προσωπική μου νίκη.

Φοβάμαι το δίσεκτο έτος των Ιχθύων, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος δίπλα στο ποτάμι με τα χέλια, και τις συναντήσεις με συγγενείς από την πλευρά της μητέρας μου την εποχή των βροχών. Το Τόκιο είναι για μένα μια τραγανή πόλη που τα φθινόπωρα κινδυνεύει να ξεραθεί από την ανυδρία. Γι’ αυτό και φροντίζω να ποτίζω τα πεζοδρόμια και τις κενές θέσεις πάρκινγκ με το ευωδιαστό σάλιο μου, όταν έχω τελειώσει πια μια ολόκληρη γρανίτα κεράσι, και με το ζεστό μου κάτουρο, όταν γυρνώ μισομεθυσμένη σπίτι μου τα βράδια. Αυτή είναι μια μικρή παρασπονδία, μια σχεδόν παιδιάστικη σκανταλιά, που δεν έχω εκμυστηρευτεί σε κανέναν. Πιστεύω όμως πως, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, τα σωματικά υγρά μου μάλλον στολίζουν παρά βρωμίζουν την πόλη μου.

Εκτός από τα γιασεμιά, αγαπώ και τα yukata, κάτι όμορφα λουλούδια που ανθίζουν νωρίς το απόγευμα, και την άλλη μέρα ξεψυχάνε. Δεν ξεχνώ ποτέ να λιβανίζω με θυμίαμα τις Κυριακές στις 10:35 – ώρα ιερή – και να ράβω στα ρούχα μου από ένα καινούριο θηλυκό κουμπί μία βδομάδα πριν από τα γενέθλιά μου. Όταν ήμουν μικρή νόμιζα πως θα παντρευτώ έναν κατασκευαστή ποταμών αρκετά μεγαλύτερο από μένα, που όμως θα με ανακούφιζε τρομερά, εφόσον θα ήταν αυτός που, για πρώτη φορά, είτε θα απομάκρυνε τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από τις γύρω περιοχές είτε θα έσωζε τα χέλια από τις ηλεκτρικές εκκενώσεις που προκαλούν οι ατέλειες των απρόσεκτων ανθρώπων. Τελικά παντρεύτηκα εκείνο τον πολεμιστή, που τον νίκησαν τα λεπιδόπτερα και οι Dragon Fly προνύμφες.

Tις αποχρώσεις των φύλλων όταν κοκκινίζουν, τη φωνή της θερμότητας μέσα σε ένα τραγούδι, την επικάλυψη ενός λωτού με τανίνη, ένα παιδί που το βάφτισαν “Γδούπο”: αυτά θα έπρεπε να σκέφτομαι και να ονειροπολώ. Ή να φροντίζω την εξωτερική ομορφιά μου. Μα αντί να αρέσκομαι απλώς στην ευχαρίστηση, όπως οι δυτικές τουλάχιστον γυναίκες, οι ποθητές, που ερεθίζουν και κατακτούν χειροπιαστά εκείνον που τους αρέσει, κι έπειτα τις αναπολεί δια παντός κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες, εγώ κάθομαι και μαγειρεύω αινίγματα, που όσο και να πασχίζει ασταμάτητα κανένας δεν δύναται να λύσει.

Έχω πάντοτε όρεξη για βόλτες στο ύπαιθρο, νωπά κεράσια και στίχους από το haiku του βατράχου. Μου αρέσουν τα μεταξωτά κιμονό και η ιδέα πως μπορώ να ομορφαίνω την κάθε μέρα μου με την πρακτική χαλάρωσης που τη λένε «διαταγή φίλτρου σε Shii-» στο σαλόνι. Ξέρω να φτιάχνω μάσκες αργίλου που αναζωογονούν την επιδερμίδα, ξέρω να χορεύω το χορό του φωτός. Δεν παύω στιγμή να σκέφτομαι τα καρβουνιασμένα χέλια στο ποτάμι.

Το ξέρεις, αγάπη μου, πως κάποια μέρα θα συναντηθούμε. Για σένα κάθομαι αυτή την άβολη στιγμή και τα διηγούμαι όλα αυτά, και γεμίζει το στόμα μου κλωστές από λέξεις και σάλιο. Κάπου ενδιάμεσα από τις πόλεις που ζούμε σήμερα, ίσως μια νύχτα απόσταση το πολύ, στη γη της καλοσύνης, πάνω σε μια γέφυρα με μισοσβησμένα φώτα. Εκεί θα σε βρω. Και τότε, θα φύγει αμέσως ο εφιάλτης της μοναξιάς, επειδή οι εφιάλτες θα τρέμουν όταν θα μας βλέπουν μαζί, εσένα κι εμένα, και δεν θ’ αντέξουν την συνάντησή μας.

Θα ζούμε σε ένα ξύλινο σπίτι κοντά σε ένα δάσος από μπαμπού, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Τόκιο.

Θα σου μαγειρεύω νόστιμα φαγητά και σπάνια γλυκίσματα, και θα σε ποτίζω ροδόνερο, sake και πράσινο τσάι. Γονατιστή θα στέκομαι μπροστά σου, σε στάση λατρείας και σεβασμού, και κάθε σταγόνα του ποτού που θα υπολείπεται, θα την ρουφάω κατευθείαν από τα χείλη σου σαν νέκταρ.

Την πρώτη μέρα της συνάντησής μας, αγάπη μου, την ώρα που ο μεσημεριανός ήλιος θα ζεσταίνει τα πόδια μας μέσα απ’ το παράθυρο, εσύ θα καπνίζεις σκεπασμένος ως τη μέση με μια παλιά κουβέρτα κι εγώ θα τρώω κάτι μικρά κομματάκια σοκολάτας μέσα από ένα φλιτζάνι του τσαγιού. Θα έχουμε ήδη κάποιες ώρες κοινής ζωής, θα νιώθουμε αρκετά εξοικειωμένοι μεταξύ μας. Θα συζητάμε για τον Balthus, τα σύννεφα και το παρελθόν σου, και τότε θα σου εξηγήσω πως είσαι ένας αυθεντικός καλλιτέχνης σε αυτό με το οποίο καταπιάνεσαι, αφού τις πράξεις σου δεν θα διανοηθώ ποτέ να τις συγκρίνω με κάποιου άλλου.

Μετά, αγάπη μου, μόλις πέσει το σούρουπο, θα σου διηγηθώ την ιστορία του νόθου γιου εκείνου του υαλοπώλη στο παλαιό Edo, του Shunshō, που έφτιαχνε περίφημους ζωγραφιστούς καθρέφτες, κι όταν ήταν μικρός νόμιζε πως τον έλεγαν Tokitarō και πως στην προηγούμενή του ζωή ήταν χταπόδι στα βάθη του Seto Naikai.

Ο Edo ήταν δυστυχής. Ποτέ δεν ξεπέρασε τον έρωτα του πατέρα του για την αδελφή του, την Ōi, που επίσης ζωγράφιζε σαν άγγελος και είχε στην πλάτη της χαραγμένο ένα ολοζώντανο ψάρι με λέπια και χρυσή ουρά. Ήταν, βλέπεις, και αυτός τρελά ερωτευμένος μαζί της. Η καρδιά του μάτωνε όταν τους έβλεπε μέσα από τη σχισμή του χάρτινου παραβάν του εργαστηρίου, ανάμεσα σε σπασμένα γυαλιά και ραγισμένους καθρέφτες, να φιλιούνται και να βλέπουν το χάραμα με κλειστά, μεθυσμένα μάτια.

Το ψάρι στην πλάτη της Ōi του φαινόταν πως ζωντάνευε και τότε, με τη δύναμη της σκέψης του προσπαθούσε να κάνει όλα τα ποντίκια του υπονόμου που βρωμούσε στο κατώφλι τους να βγουν από τα γλιδερά νερά τους και να το κατασπαράξουν, βυθίζοντας την αγγελική αδελφή σε μια λίμνη από κατάμαυρο, ζεματιστό αίμα.

Τη δεύτερη μέρα, θα σου διηγηθώ την ιστορία της Tosa Geiko. Μιας φρικτά παραμορφωμένης ζογκλέζ από την Οζάκα, κόρης μιας πεντάμορφης κι ενός νάνου από την ίδια μητέρα, που από τότε που γεννήθηκε στο τσίρκο του Φεγγαριού ήθελε να περπατάει αλλιώτικα από όλους τους ανθρώπους που συναντούσε. Εκείνη ήθελε να πηγαίνει πάντοτε ενάμισι βήμα μπροστά κι ένα πίσω, όμως όλο έχανε το τέμπο της και συνεχώς παραπατούσε.

Ήταν αυτή που δεν αθετούσε ποτέ τις υποσχέσεις της κι έκανε συνεχώς το λάθος να πιστεύει πως το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους. Οι ακροβάτες την κορόιδευαν, οι θηριοδαμαστές την αγαπούσαν. Τα πρωινά πετούσε στον αέρα κορίνες και σπαθιά, και τα απογεύματα κατάπινε φλεγόμενα στιλέτα. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα αρσενικά παιδιά και πότε πότε έκλαιγε κρυφά όταν θυμόταν πως δεν θα γεννούσε ποτέ ένα δικό της. Τις νύχτες έβλεπε παράξενα όνειρα και μετά το κεφάλι της γέμιζε με γέλια, κλάματα, γελοίες σκέψεις, και σάλια. Ήθελε ν’ αποκτήσει κάποτε μια συνταγή για ένα νόστιμο κέικ ρυζιού και μια υφασμάτινη κόκκινη ομπρέλα. Στη μέση της παράστασης στεκόταν στις μύτες των ποδιών, τραβούσε πάνω της τα φώτα των προβολέων, και με τραγουδιστή φωνή ρωτούσε το κοινό της:

» Πείτε μου τη γνώμη σας! Πείτε ειλικρινά. Θέλω να μάθω αν είμαι αναλώσιμη, ανακυκλώσιμη, ή απλή ρεζέρβα σε όχημα πλανόδιου εστιατορίου. Θα είναι μια τελεσίδικη απόφαση σταθερότητας, δίπλα σε μια εικονική πραγματικότητα που όλο πέφτει. Πείτε μου, πείτε μου σας παρακαλώ ποια νομίζετε πως είμαι! Παρακαλώ, παρακαλώ, απολαύστε ελεύθερα το θέαμα, όμως μην ξανα υποσχεθείτε πίστη στις αρετές μου».

Την τρίτη μέρα, αγάπη μου, θα σου χαρίσω μια γλάστρα με μοβ μιμόζες. Θα φροντίσω να είναι όμορφες, με αμέτρητες σφαιρικές ταξιανθίες. Ανεμώνη η Ιαπωνική, είναι το βαφτιστικό τους. Το ήξερες πως στον τόπο μου τις ανεμώνες μας τις εμβολιάζουμε από μικρές για να διαλέξουμε το χρώμα που θα έχουν σε ολόκληρη τη ζωή τους; Και πως τα φύλλα τους αποξηραίνονται στον ήλιο και όταν γεράσουν για τα καλά τα ρίχνουμε στο τσάι μας για να φτιαχτεί το είδος «ορτανσία»; Τσάι ορτανσία, περγαμόντο και κερασιά θα σε ποτίζω τα απογεύματα, που ευωδιάζουν καρπό και ιστορία. Έτσι θα νιώθουν θαλπωρή τα σπλάχνα και τα ρουθούνια σου τους παγερούς χειμώνες.

Τις άλλες μέρες της ζωής μας, αγάπη μου, θα είμαι η μεταφράστρια και η χορογράφος της χαράς σου. Θα σου διηγούμαι ιστορίες για τα παιδιά μας που θα γεννηθούν τα καταιγιστικά και απρόβλεπτα έτη του Φιδιού και του Δράκου. Οι Κινέζοι σοφοί έλεγαν πως είναι έτη δύσχρηστα και αιχμηρά, εγώ όμως ξέρω πως θα είναι λαμπερά και αισιόδοξα. Γεμάτα λάμψη. Τα δύο μας παιδιά θα έχουν όμορφες φωνές, ολόιδιες με φωνές πουλιών, στιλπνά μαλλιά και μάτια κατάμαυρα και λαμπερά, σαν τα δικά σου. Θα τα ντύνουμε με κατακόκκινα κιμονό με κεντημένους δράκους και ψάρια, και θα τους διδάξουμε μουσική, ιστορία, φιλοσοφία και μαθηματικά. Θα τα μάθουμε να αγαπούν τις ζωγραφιές του Yamamoto και τα γλυπτά του Gechu. Εσύ θα τους μιλάς και για τα αστέρια, τις νύχτες που θα ταξιδεύετε απ’ το χάρτη στον ουρανό. Όταν σε ρωτούν, σε πολύ τρυφερή ηλικία, «Τι κάνει τα αστέρια να λάμπουν ;», δεν θα τους μιλάς για τα ισότοπα, τα σωματίδια της ηλεκτρικής ενέργειας, την αντιύλη, τα νετρίνα, τη μετατροπή της μάζας σε ενέργεια, τις ακτίνες γάμα, ή τη μεταστοιχείωση. Θα τους λες πως τα αστέρια τα κάνει να λάμπουν η αγάπη των προγόνων μας που δεν ζουν πια εδώ, φέγγουν όμως στο σύμπαν για να μπορούν να μας κοιτάζουν πιο καθαρά την ώρα που κοιμόμαστε και να ευλογούν τα όνειρά μας. Την αλήθεια θα τους την φυλάξουμε για αργότερα, όταν θα είναι πια σε θέση να μην κλονίζονται από την πραγματικότητα και τα προτετελεσμένα χαρακτηριστικά της.

Θα σου κάνω δώρο ένα λευκό Ακίτα, αγάπη μου, μέλος της μεγαλύτερης από τις επτά ιαπωνικές φυλές ανά τους αιώνες. Θα το βαφτίσεις Hachikō, σαν τον όγδοο ευοίωνο πρίγκιπα της Ōdate, που ήξερε και άντεχε να μένει για πάντα πιστός. Θα το πηγαίνεις βόλτες σε δρόμους με όμορφα γλυπτά, σε σιδηροδρομικούς σταθμούς και στην αποβάθρα. Θα βλέπετε μαζί τα ποταμόπλοια να περνούν και θα του διαβάζεις φωναχτά τα ονόματά τους. Η σχέση σας θα είναι φωτεινή σαν εκείνο το χειμωνιάτικο πρωί που θα συναντηθούμε στη γέφυρα του μεγάλου πύργου. Έτσι ευημερούν οι πρίγκιπες του Τόκιο και αγαπούν για πάντα τον κύριό τους.

Μην του διηγηθείς όμως ποτέ την ιστορία της Shibuya, αγάπη μου. Ο Hachikō κρύβει στο αίμα του τις προγονικές του αναμνήσεις, και έτσι τον πληγώνουν αρκετά. Οι Ιάπωνες λένε πως τα σκυλιά της ράτσας του είναι θαρραλέα σαν σαμουράι και συνάμα τρυφερά σαν γατάκια, με μεταξένια καρδιά αλλά και αλύγιστα σαν ατσάλι. Συνέχισε να τον αγαπάς και να τον προστατεύεις απ’ τη φύση του, ακόμα κι όταν σου δείχνει πως είναι το τελευταίο πράγμα στη γη που έχει ή θα έχει ποτέ ανάγκη.
Τις Κυριακές θα πηγαίνουμε στην αγορά της κάτω πόλης. Η Asakusa είναι πια η μόνη περιοχή στο Τόκιο όπου το παρόν είναι συμφιλιωμένο με το παρελθόν μας. Θα προσευχόμαστε στο βουδιστικό ναό και θα σου διηγούμαι λίγο λίγο την ιστορία του, που κρατάει από τον έβδομο αιώνα. Μετά θα ψωνίζουμε λωτούς και σουσάμια από τους υπαίθριους πωλητές της Kaminarimon ή του Nakamise και θα κοιτάζουμε τα όμορφα κιμονό που φοράνε οι γκέησες και πώς φορτώνουν τα ψώνια τους πάνω στα jinrikisha. Εμείς τέτοια δεν θα χρησιμοποιούμε ποτέ. Τα δυο μας πόδια θα μας πηγαίνουν όπου θέλουμε, και όχι τα πόδια κάποιου δυστυχή που με δυο ρόδες και όσο κουράγιο του απέμεινε σέρνει στις πλάτες του τα βάρη όλου του κόσμου.

Στην Asakusa, πολύ παλιά, υπήρχαν kabuki θέατρα και φτηνά μπορντέλα. Πολλές φορές, τα βράδια πριν κοιμηθώ η μητέρα μου μού διηγούνταν ιστορίες για νεαρά κορίτσια και άσχημους γέρους με βίαιη καρδιά και βαθύ πορτοφόλι, που αγαπούσαν το όπιο και τις πιο δύσκολες στάσεις της Shunga. Παραξενευόμουν με όσα άκουγα, δεν ήμουν παρά κοριτσάκι. Ακόμα και σήμερα, καμιά φορά, παραξενεύομαι κάπως με τα βίτσια των ανθρώπων.

Τις νύχτες που θα μένουμε ξάγρυπνοι, αγάπη μου, θα μου διηγείσαι ιστορίες από το παρελθόν σου. Η αγαπημένη μου θα είναι αυτή του πρώτου σου έρωτα, του πιο μεγάλου.

» Δημόσια έργα, κατεδαφίσεις, μεταφορές, ραντεβού, χαρτομαντεία, λίστες πρώην γάμου, μανικιούρ-πεντικιούρ, διήγηση φανταστικών στιγμιοτύπων, ιαπωνική τελετουργία τσαγιού, καταχρήσεις, ψευδορκία, συνταγές, σεξουαλικές παρεκτροπές, διαφυγόντα κέρδη, αισθησιακό μασάζ, όλα με ενδιέφεραν», θα μου λες. Έτσι θα ξεκινά πάντα η ιστορία.
«Ένα από όλα αυτά να εντόπιζα κάπου, φρόντιζα να προκαλέσω και τα υπόλοιπα. Ήταν εντυπωσιακό πόσο εύκολα τις έκανα να γλιστράνε εκεί που ήθελα. Τις έπειθα πως πάνω τους διάβαζα ένα ανάρμοστα ελκυστικό βιβλίο: στην ουσία το βιβλίο το έγραφα εγώ. Μερικές φορές τις έβαζα να μοιάζουν και μεταξύ τους. Άλλοτε το έκαναν και άλλοτε το αφήναμε για μετά. Κι έτσι ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Κάνα δυο από αυτές μου έγραψαν ολόκληρα βιβλία – τόσο βαθιά τις έκανα να με ερωτευτούν. Μέχρι που κάποια στιγμή βαριόμουν τον θρίαμβο, και ξανάρχιζα να αναζητώ τον επόμενο τοίχο που πάνω του θα έσπαζαν μούτρα, αντιστάσεις και αντοχές. Ήταν η αγαπημένη μου ασχολία. Με συνάρπαζε τόσο που σχεδόν πίστευα σε θαύματα. Ή έστω, προσπαθούσα να πιστέψω. Κατά βάθος ήξερα πως το μοναδικό θαύμα της ζωής μου ζούσε σε ένα σπίτι όπου δεν μπορούσα να πάω για καιρό, ντυμένο με πρόχειρα ρούχα, καθημερινά, λιγάκι γερασμένο πια, με επιλεκτική αμνησία στο μυαλό και χέρια γεμάτα ζυμωμένο κιμά που στη μία ακριβώς θα κατέληγε στο φούρνο των τραυματισμένων αναμνήσεών μου».

Εκεί θα κάνεις μια μικρή παύση, αγάπη μου, βυθισμένος σε μια πραγματικότητα αλλοτινή, σχεδόν ξένος μαζί μου. Θα την αντέχω κάθε φορά την ιστορία σου, και ας νιώθω μαχαιριές στην καρδιά από ζήλεια και θλίψη για όσα ένιωσες και δεν θα τα ξανανιώσεις ίδια.

«Κανείς δεν ήξερε πόσο την αγαπούσα», θα συνεχίζεις κι εγώ θα δαγκώνομαι, ποτέ όμως δεν θα σου δείξω πόσο με πονά εκείνος ο πρώτος έρωτας που είχε φωλιάσει στην ψυχή σου.

«Κανείς δεν φαντάστηκε ποτέ το μέγεθος της θέωσης και το εύρος της καταστροφής που ζούσα πλάι της τις νύχτες. Κανείς δεν σκέφτηκε πόσο μαρτυρικά ήταν τα πρωινά που ξυπνούσαμε στο ίδιο .σπίτι κι αναγκαζόμασταν να παριστάνουμε τους φυσιολογικούς. Ήμουν μόλις δέκα πέντε χρόνων – ήμουν το αγοράκι της και ήταν το μελλοντικό εφαλτήριο για κάθε πράξη και για κάθε σκέψη μου. Ούτε κείνη καταλάβαινε, ίσως, παρότι και εντελώς τρελή ή ερωτευμένη να είναι μια γυναίκα, μπορεί να υποπτευθεί τι σημαίνουν οι πράξεις της και πώς διαπλάθουν ένα συνεπαρμένο παιδί που δεν διανοείται τι του συμβαίνει.

Περίμενα τις νύχτες να πει το όνομά μου. Κρυφάκουγα και υπέφερα μέχρι να συμβεί. Είτε όταν ξάπλωνε δίπλα της εκείνος, είτε όταν ήθελε να με καλέσει κοντά της, όποτε έλειπε αυτός. «Έλα», μου έλεγε, και ανασήκωνε το σεντόνι. Αγκαλιαζόμασταν γλυκά. Την λάτρευα σε κάθε στιγμή της παρανοϊκής επαφής μας. Ήθελα να την ακούω να εξαϋλώνεται κάτω από τα χάδια και τη λατρεία μου, έτσι όπως λαχταρά ένας έφηβος την επικύρωση της αμετάκλητης υποδοχής του σε έναν κόσμο παράφορων ενηλίκων. Κάθε της ήχος, κάθε της σκίρτημα με διέλυε και με έκανε ακόμα πιο θεϊκό, ακόμα πιο ανήμπορο από όσο γινόταν να καταλάβω τότε. Ακριβώς επειδή με έκανε να νιώθω ικανός. Ικανός για κάτι που ήταν εντελώς εκτός του ρόλου μου, εντελώς παράταιρο με την κατάστασή μας. Ήταν η μόνη γυναίκα που λάτρεψα τόσο ανύποπτα. Η μόνη που δεν χτύπησα ποτέ μου», θα καταλήγεις πάντοτε, και πάντοτε θα εντοπίζω στη φράση αυτή, την τόσο τραγική και τρυφερή συνάμα, τα βαθύτερα αίτια του έρωτά μου για σένα.

Μέσα σε αυτήν θα συλλαβίζω πάντοτε την ανάγκη σου να αγαπηθείς μα και τα βήματα που σε οδήγησαν να θες να δείχνεις τόσο απρόσιτος και σκληρός και, παρόλες τις απόπειρές σου για την εγγύτητα που συνήθως επιδιώκουν δυο άνθρωποι που συναντιούνται κι επιχειρούν το μέγιστο, σε σημάδεψαν με αυτή την απόλυτη μοναξιά που θα σέρνεις μέσα σου ως την τελευταία ώρα της ζωής σου.

Μετά θα συνεχίζεις με ιστορίες άγριες, που θα τις ακούω κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη. Θα μου μιλάς για γυναίκες όμορφες, άσχημες, πλούσιες, φτωχές, όλες δικές σου. Για τους πληρωμένους ευρωπαϊκούς σου έρωτες, τις μικρές καταστροφές σου. Και για τις αλλόκοτες συνήθειες που αποκτούν οι άνθρωποι όταν ζουν έτσι όπως έζησες εσύ την σπάνια, φαντασμαγορική ζωή σου. Στο πλάι σου θα ονειρεύομαι υγρά υπόγεια με κλουβιά, χέρια δεμένα με αλυσίδες, πλάτες οργωμένες από το «καμουτσίκι που τους άρεσε πολύ», σκλαβωμένες φωνές, εικόνες της σπατάλης μα και της απελευθέρωσής σου, μικρές σταγόνες κυριαρχίας και θέωσης, πάνω σε κορμιά που είμαι σίγουρη πως ουδέποτε θα σε ξεχάσουν.

Μόλις τελειώνουν όλα αυτά, αγάπη μου, θα νιώθω μια παράξενη ευδαιμονία. Κάθε φορά την ίδια. Ξέρω πως μια μέρα από τη ζωή σου δεν καλύπτεται ούτε από τα πιο αχαλίνωτα όρια ολόκληρης της φαντασίας μου. Μέσα σε σένα όμως θα έχω βρει έναν κρυμμένο μου εαυτό, τολμηρό και εύφλεκτο, έτοιμο να τινάξει τα όρια και τις ήπιες συνήθειές του στον αέρα. Από την άλλη πλευρά, ξέρω πως είσαι ο μόνος άνθρωπος που θα μπορούσε ποτέ να φυτέψει στις πλάτες μου τα φτερά που χρειαζόμουν ανέκαθεν για να τολμήσω να πετάξω. Είσαι το κέρδος. Το κέρδος μου. Παρότι οι ιδιαίτερες συνήθειες και τα βίτσια των ανθρώπων με τρομάζουν, όπως σου είπα και πριν, μαζί σου ξέρω πως τα ρίσκα μου δεν θα είναι άτυχα ούτε αβαθή. Ξέρω πως η ηδονή της οδύνης σου θα με συναρπάσει και πως η δική σου ψυχική κατάσταση θα είναι για μένα ένα καινούριο είδος θρησκείας.

Κι έτσι θα περνά ο καιρός, αγάπη μου, από εκείνη την χειμωνιάτικη μέρα που εσύ κι εγώ θα συναντηθούμε στη γέφυρα με τα μισοσβησμένα φώτα. Με παιδιά ντυμένα με κόκκινα κιμονό, μιμόζες και ιστορίες από το τσίρκο, περιπάτους στην παλιά αγορά του Τόκιο, νύχτες γεμάτες δικές μας και ξένες ιστορίες. Ώρες γλυκόπικρες, δικές μας, αγαπημένες. Και στιγμές όπου η ένωσή μας θα ξοδεύεται σιγανά, σε έργα και ημέρες, έτσι όπως στάζει το μέλι από την κηρήθρα μέσα στου μελισσοκόμου την ανοιχτή παλάμη.

Ύστερα ξέρω τι θα συμβεί. Εγώ θα βυθίζομαι στον έρωτα και στην αφοσίωση όλο και πιο πολύ. Θα έρχομαι όλο και πιο κοντά σου, την ώρα που εσύ θα μου φεύγεις μακριά. Λίγο λίγο, σιγά σιγά. Θα φεύγεις μακριά μου. Χωρίς να το παραδέχεσαι καν, μέχρι που να μην γίνεται πια να μην το αποδεχτούμε. Μην απορείς, έτσι συμβαίνει, αγάπη μου, με όλα τα είδη των ερώτων. Κάποιος χάνεται κάπως νωρίτερα στην ομίχλη της κατάκτησης που κάποτε φάνταζε ο διαυγέστερος σκοπός της ζωής του.

Στην αρχή θα αρνηθώ να το πιστέψω. Θα φέρνω στον εαυτό μου αντιρρήσεις, θα αρνούμαι να το δω ως κάτι οριστικό. Η σταθερή και ήρεμη απομάκρυνσή σου, θα είναι ο καλύτερος τρόπος για να με κάνεις να υποταχτώ. Κάποιο φθινοπωρινό απόγευμα θα σταθώ μπροστά σου πληγωμένη και σοβαρή, χωρίς ούτε ένα δάκρυ στα μάγουλα, και θα σε κάνω να δεις πόσο η αγάπη μου για σένα δεν έχει όρια ούτε κατευθύνσεις. Θα κάνω χώρο να περάσει ο δισταγμός σου, ενδέχεται μάλιστα να ψάξω τρόπους να σε ωθήσω σε αυτό που κατά βάθος θα νιώθω ότι θες. Θα υποκλιθώ στην γενναία φύση σου αναγνωρίζοντας ως αρετή την προχειρότητά σου. Δεν θα ζητήσω τα ρέστα των υποσχέσεών σου που θα έχουν μείνει λειψές. Δεν θα διεκδικήσω κάτι από τη ζωή σου. Δεν θα σε βαρύνω καν με τις απορίες μου, μιας και θα με έχεις εκπαιδεύσει στη σιωπή και στην μη προσμονή της ενέργειάς σου.

Θα συνεχίσεις να μου λείπεις σπαρακτικά. Θα εξακολουθώ να σε αγαπώ βαθιά και να αισθάνομαι πως η συνάντησή μας ήταν ευεργεσία πολύ καιρό αφότου θα έχουμε πια χαθεί εντελώς από τα κοινά μαγικά μας τοπία. Κάποτε θα περάσουν οι εποχές, έτσι όπως περνούν τα πάντα, και όλα θα γίνουν πιο απαλά, λιγότερο αιχμηρά, κάπως πιο ανώδυνα μέσα στην καρδιά μου. Θα πάψω να σε βλέπω σε κάθε γωνιά της πόλης μου, σε κάθε μυστικό πέρασμα των νοερών διαδρομών μου. Θα κάθομαι στον καναπέ και δεν θα σε νιώθω στο πλάι μου, θα ποτίζω τα λουλούδια στον κήπο μου και δεν θα σε μυρίζω στα πέταλά τους.

Στο τέλος του παραμυθιού η σκέψη σου θα είναι για μένα ό, τι η ζάχαρη άχνη στα ευρωπαϊκά σου γλυκά. Ένα όμορφο στολίδι που θα κάνει πιο αξιοπρόσεχτη τη μεγάλη διαδρομή μου στον κόσμο. Μια ανάμνηση που θα σκέφτομαι τρυφερά σαν μέρος του εαυτού μου. Ένα άφθαρτο κομμάτι αφοσίωσης ανάμεσα σε χίλιες δυο στιγμές ζωής μέσα στο θησαυροφυλάκιο του παρελθόντος.

Κι έτσι θα τελειώσει αυτή η όμορφη ιστορία που σκέφτηκα για μας, αγάπη μου.

Όπως λήγουν εξάλλου πάμπολλες ερωτικές ιστορίες στον κόσμο.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Ιανουαρίου 5, 2015, in Μανδραγόρας and tagged . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: