Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια*

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στο περιοδικό Στάχτες, στις 15 Ιανουαρίου 2015)

*(μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει)

Mια μέρα, εκεί που περπατούσα, είδα ένα αφρόψαρο στα χαλίκια. Ήταν ασημένιο και πολύ αξιοπρεπές. Κατάλαβα πως την προηγούμενη νύχτα έπρεπε να είχε πολύ κύμα, γιατί εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε τραβηχτεί προς τα μέσα και στα βότσαλα υπήρχαν πολλά σκοτωμένα υδρόβια ζώα. Έσκυψα και κοίταξα το αδικοχαμένο αφρόψαρο από κοντά. Όταν τα ζώα είναι τόσο ήσυχα με κάνουν και νιώθω δέος.

Όταν μπήκα στο σπίτι μου, το μεσημέρι, είδα πως στην είσοδο είχε μπει ένα πουλί. Περιστέρι. Παρατήρησα πως το ταίρι του – έτσι ήθελα να το βλέπω – έστεκε στο κατώφλι και παραφύλαγε μπας και συμβεί κάτι κακό. Αν δεν ήταν το επίσημο ταίρι του, θα ήταν σίγουρα μητέρα και γιος. Με πολύ αργές κινήσεις, για να μην το τρομάξω, πήγα στην κουζίνα και του έφερα λίγο σουσαμένιο κουλούρι. Του έτριψα λίγο πάνω στο χαλί και το παρακολούθησα να τρώει. Ευτυχώς δεν συνέβη αυτό που φοβόμουν. Το πουλί δεν κουτσούλισε χωνεύοντας. Ύστερα, τα δυο πουλιά έφυγαν αδιάφορα, αφοσιωμένα στην επόμενη διαδρομή τους.

Το απόγευμα ξαναβγήκα στην πόλη και συνάντησα δυο πόδια στην άκρη της ασφάλτου. Μου άρεσαν τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να μην τα φωτογραφίσω. Είδα κόσμο αμέτρητο να περπατά, όμως κανένα ζευγάρι πόδια δεν με συγκίνησε τόσο όσο αυτό. Είχαν κάτι πολύ σεμνό και προβληματισμένο, έτσι όπως έστεκαν κολλητά, μονιασμένα μεταξύ τους, κι επίσης μου άρεσε πολύ που τα παπούτσια τους ήταν κάπως φθαρμένα και πρόδιδαν έντονη χρήση και συνήθεια. Τα παπούτσια των ανθρώπων με συναρπάζουν με τρόπο σπαρακτικό. Μου μιλάνε με μια φωνή τρυφερή, φτιαγμένη από παραστατικό βελούδο.

Σε ένα στενό λίγο πιο κει, διάβασα ένα σύνθημα στον τοίχο που σκέφτηκα πως ήταν από μόνο του ολόκληρος διάλογος. Κάποιος παραπονιόταν με μαύρο σπρέι πως ο χώρος ήταν άδειος, και κάποιος άλλος βιάστηκε να τον γεμίσει με τα βογκητά ενός κόκκινου μαρκαδόρου. Ο πρώην άδειος χώρος ήταν τώρα ένα θεατρικό σκηνικό, όπου μια ολοκληρωμένη ερωτική πράξη τσάκιζε με δύο χρώματα όλη τη μοναξιά του κόσμου.

Σε ένα άλλο σημείο της πόλης πέρασα μπροστά από το αγαπημένο μου εγκαταλελειμμένο μαγαζί: ένα πρώην χασάπικο, που κάθε φορά που περνάω από μπροστά του κοντοστέκομαι, κοιτάζω τα τσιγκέλια και την πόρτα του ψυγείου του και σκέφτομαι φρικιαστικές εικόνες. Το έχω περιγράψει ξανά, μου αρέσει όμως πού και πού να μιλάω γι’ αυτό σαν να μην με έχει ακούσει κανένας να το κάνω.

Μερικές φορές, στην αρχή, προσπαθούσα να μυρίσω το παλιό αίμα μέσα από το συρματόπλεγμα, αλλά τελικά κατάλαβα πως οι μυρωδιές φθίνουν με το χρόνο. Κι έτσι μένω πια απλώς να το κοιτάζω χωρίς να περιμένω και πολλά. Είναι όμως πολύ ηδονική αυτή η στιγμή, γιατί αμέσως αρχίζω να ονειρεύομαι πως το χασάπικο γίνεται γεμάτο ανάρμοστες και άκρως προσωπικές μουσικές και τότε οι ψυχές των σφαγίων αγαλλιάζουν και χαίρονται, ξεχνώντας για λίγο το δήμιο που τα έκανε κομμάτια.

Μετά κατηφορίζω προς το αγαπημένο μου καφενείο και πέφτω πάνω στη Ρόζα. Η Ρόζα είναι μια άγνωστη που την είδα μία και μοναδική φορά, πριν πολύ καιρό. Όποτε περνάω όμως από κει την βλέπω ξανά και ξανά με το δικό μου τρόπο. Την βάφτισα έτσι επειδή σκέφτηκα πως αυτό το όνομα της ταίριαζε πολύ. Αυτό τον καιρό υποψιάζομαι πως είναι ερωτευμένη με κάποιον που την απατά όμως εκείνη δεν το ξέρει.

Περνώντας από το αρμένικο νεκροταφείο, λέω ένα γεια στην εικοσιπεντάχρονη κοπέλα που έχασε τη ζωή της ποιος ξέρει από τι και πάντα, πάντα της λέω να μην στεναχωριέται. Δεν ξέρω τι άλλο να της πω, όλο ψάχνω κι όλο βρίσκω, μα τελευταία στιγμή τα ξεχνάω όλα, οι λέξεις χάνονται και το στόμα μου μένει άδειο και βουβό. Το μόνο που με ανησυχεί είναι τα γόνατά της που θα κουράζονται, έτσι όπως στέκεται πάνω στο μνήμα της και προσπαθεί κάπου να αφήσει ένα λουλούδι. Είναι αγωνιώδες και λυπηρό να θες να προσφέρεις ένα λουλούδι και κανείς να μην είναι εκεί να σου το πάρει από το χέρι. Ακόμα και αν είσαι ένα μοναχικό επιτύμβιο άγαλμα.

Λίγο πριν τελειώσω τον περίπατο, αγγίζω με τα δάχτυλα εκείνη την ωραία χάρτινη αφίσα που διακηρύσσει τα ανθρώπινα δικαιώματα με τον πιο παραστατικό τρόπο που έχω δει ποτέ μου. Είναι ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί και αρνείται να διακόψει τη νύχτα του για οποιονδήποτε λόγο. “*Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια”, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της, (*μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει). Την αγγίζω γλυκά, με πολλή τρυφερότητα γιατί μου αρέσουν οι δίκαιες επιφάνειες, ειδικά στη μέση ενός άδικου δρόμου. Με τον ίδιο τρόπο συλλογίζομαι πως αγαπώ τους λόγους που κάνουν το αγκάλιασμα των δύο εραστών να μυρίζει βανίλια, παραμερίζοντας προσωρινά τα πιο βάναυσα ένστικτα του δεσμού τους.

Κοιτάζω την αφίσα και χαμογελώ μπροστά της για τελευταία φορά, με την επίγνωση του ανθρώπου που καταλαβαίνει πως η ομορφιά που αντικρίζει στο διάβα του είναι περαστική, όπως όλα τα πράγματα του κόσμου.  Ξέρω πως στην πόλη κυκλοφορούν πολλοί ζηλόφθονοι και δειλοί, και πως με την πρώτη ευκαιρία όλο και κάποιος θα απλώσει πάνω της το χέρι του και θα την σκίσει.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Ιανουαρίου 15, 2015, in Στάχτες and tagged , . Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: