Το ξενοδοχείο της οδού Μαυρομιχάλη

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 27 Ιανουαρίου 2015)

Παρότι με τον αθλητισμό δεν τα πήγα ποτέ καλά, όταν έμενα στο Πεδίον του Άρεως μου άρεσε να βγαίνω για περπάτημα. Το κέντρο της Αθήνας ήταν ανέκαθεν η τρυφερή ιδιωτική μου ζούγκλα. Και λέω ιδιωτική, εφόσον όσα συνέβαιναν γύρω μου παρακινούσαν μέσα μου διάφορα θηρία και τέρατα να ξυπνήσουν και να πιάσουν δουλειά.
 Το περιβάλλον παρέμενε πάντοτε το ίδιο. Το πλαίσιο δεν άλλαζε. Στον έξω κόσμο, τα Εξάρχεια ήταν τα Εξάρχεια. Μια πλατεία με άγαλμα, συνθήματα, δέντρα, περίπτερα, τζάνκια και τσίκνα. Μέσα στο κεφάλι μου τα Εξάρχεια ήταν επίσης τα Εξάρχεια. Μόνο που δεν είχαν άγαλμα, συνθήματα, δέντρα, περίπτερα, τζάνκια και τσίκνα. Είχαν την ερωτεύσιμη ασχημόφατσα της Γώγου την ώρα που έφτυνε στα μούτρα τον Άσιμο κρατώντας ένα σπασμένο μπουκάλι, τον Ry Cooder που χτυπούσε στα μελίγγια του Σιδηρόπουλου όσο έκανε ακροβατικά στο παράθυρο της Όστριας, το Dada και τις μοιραίες σαραντάρες Εμμανουέλλες στα σκαμπό του, κάποια σκίτσα του Enki Bilal σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η Μπλε πολυκατοικία είχε μετατραπεί σε καταφύγιο μεταλλαγμένων τρυφερών ζόμπι με τα μάτια της Ναστάζια Κίνσκυ, και άλλες τέτοιες ομορφιές. Ένιωθα καλά. Η βόλτα στη ζούγκλα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μου άνοιγε δρόμους.
 Πάνω σε έναν από τους περιπάτους μου ανακάλυψα κι εκείνο το ξενοδοχείο κάπου ανάμεσα στις οδούς Μαυρομιχάλη και Τρικούπη, στο ύψος της Αλεξάνδρας. Μετά, κάθε φορά που περνούσα από κει προσπαθούσα να διακρίνω κάτι μέσα από τη τζαμαρία του. Χωρίς να κοντοστέκομαι ιδιαίτερα, βεβαίως. Λόγω φυσικής συστολής και εξαιτίας του συνήθη δισταγμού μου, απέφευγα να ενδώσω στις ηδονοβλεπτικές μου τάσεις. Αυτή τη βόλτα την έκανα συνήθως απογεύματα, που η φωτεινή επιγραφή του ξενοδοχείου είχε ήδη αρχίσει να αναβοσβήνει. Κόκκινο – μπλε. Κόκκινο φλογερό και μπλε ελεκτρίκ, από κείνο που με ξεκουφαίνει, μιας και είμαι από αυτούς που όχι μόνο βλέπουν αλλά και ακούν, πολύ συχνά, τα χρώματα. Το όνομα του ξενοδοχείου δεν το θυμάμαι πια. Είναι από κείνα τα πράγματα που τα ξεχνάω όταν δυσκολεύομαι να τα θίξω εκ των υστέρων. Ή όταν με λυπούν πολύ και προτιμώ να τα κάνω να σωπάσουν επειδή δεν αντέχω να τους παραχωρώ φωνή και λόγο.
Ένα βράδυ, νωρίς, είχε μόλις αρχίσει να σουρουπώνει, είδα για πρώτη και τελευταία φορά ένα ζευγάρι να ανεβαίνει τα σκαλιά της εισόδου. Ήταν πιασμένοι χέρι χέρι και έδειχναν ευτυχείς.
 “Οι εραστές του ντελικάτου ξενοδοχείου”, σκέφτηκα παραφράζοντας τον Αρανίτση, καθώς η στάση των σωμάτων, η κίνηση, μια ελαφριά έξαψη στα πρόσωπα, που την διέκρινα φευγαλέα, ή έστω δίψασα να την διακρίνω, απέκλειαν οποιουδήποτε άλλου είδους σχέση μεταξύ τους.
 Δεν ξέρω τι ακριβώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Αν με έτσουξε ένα τσίμπημα ζήλειας ή η άγρια αδρεναλίνη του ανεπίδοτου ηδονικού ενθουσιασμού μου. Ήμουν 45 χρονών, ολομόναχος και παραιτημένος. Σε ένα τέτοιο ξενοδοχείο δεν είχα καταφέρει να πάω ποτέ.
 Πάντα είχα και ακόμη διατηρώ την ψευδαίσθηση πως ακόμα και σε ξενοδοχεία σαν αυτό, οι άνθρωποι οφείλουν να πηγαίνουν από ανάγκη και έρωτα, κι όχι από απλή λαγνεία. Στα όνειρά μου προσπαθούσα να μοιραστώ λίγη από τη θεόπνευστη, λασπώδη αίγλη των στρωμάτων και των σεντονιών του. Λίγη από την ευωδιαστή αποφορά του ιδρώτα των ντελικάτων εραστών που είχαν την τύχη να φωλιάσουν μέσα του έστω και πρόσκαιρα. Να πουν αλήθειες και ψέματα, να γίνουν τρυφεροί ή απολύτως χυδαίοι, να ζήσουν κάποιες ώρες μέσα σε έναν πρόστυχο ναό που μπορούσε να εξευμενίσει ακόμα και τα πιο ιερά ή τα πιο βάναυσα ένστικτά τους. Η λαγνεία ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου θανάσιμο αμάρτημα. Ακριβώς επειδή μέσα στη σούπα του μυαλού μου την συνδύαζα πάντα με το ετεροθαλές αδελφάκι της, τον έρωτα, που πάντα βάδιζε αγκαζέ με την ανάγκη. Έτσι σκεφτόμουν και αφηνόμουν να παραπλανιέμαι εκουσίως, με τον τρόπο που πιπιλίζει το μαρτύριό του ο μαζοχιστής νομίζοντας πως γεύεται μια καραμέλα κεράσι.
Η αλήθεια είναι πως τα αισθήματα και οι σκέψεις μου δεν είχαν κάτι μεταφυσικό. Δεν είχα θεολογικές ή υπαρξιακές αγωνίες. Ένας απλός καβλωμένος άντρας ήμουν. Πεινούσα για μια μπουκιά αμαρτωλής χαράς σε ένα κατώφλι δωματίου του με μια αγαπημένη γυναίκα. Για ένα κοφτό, άγριο βλέμμα της ρεσεψιονίστ με το σταυρόλεξο και τα ροζ νύχια. Για την κραυγή από μια λουριδιά πάνω σε δυο γυναικείες γάμπες ή για τα βογκητά του οργασμού ενός καταπιεσμένου νοικοκύρη.
 Μια μέρα, παλιά, όταν μπορούσα και ήθελα ακόμη να ελπίζω σε μια εφικτή πραγματικότητα, κάναμε μαζί τη βόλτα μας, εκείνη κι εγώ. Η Ρίτα. Το κορίτσι με τα καστανά μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη. Ο τελευταίος μεγάλος έρωτάς μου.
 Της είχα ζητήσει να μπούμε κι εμείς. Να δούμε πώς είναι οι ναοί για ντελικάτους. Να της αφεθώ να με παιδέψει πάνω στα τραχιά σεντόνια του. Πριν προλάβω να αποσώσω τη φράση μου, γύρισε και είπε:
“Μαζί σου δεν θα περάσω ποτέ κάποιο κατώφλι. Όλα μοναχός σου θα τα διαβείς. Τα τέρατα που ζουν στο πίσω μέρος του μυαλού σου εξυπηρετούν μια δική σου διαστροφή. Εγώ δεν έχω πια καμία δουλειά μαζί τους”.
 Νόμισα πως κάποιος με είχε περιλούσει με ζεματιστό νερό που κυλώντας πάνω μου πάγωνε και μετατρέπονταν σε σταλακτίτες. Μου φάνηκε πως αυτό που συνέβαινε ήταν ό, τι χειρότερο και συνάμα ό, τι ιδανικότερο μπορούσα να διανοηθώ.
Η Ρίτα ήξερε. Με είχε ανιχνεύσει εξαρχής όπως ανιχνεύουν τα μυρμήγκια τη ράτσα τους. Είχε συμφωνήσει να μοιραστούμε γούστα και πρακτικές. Και τώρα, ξαφνικά, είχε αποφασίσει να αποστασιοποιηθεί. Ήμουν ο τελευταίος βασιλιάς της σαδομαζοχιστικής της περιόδου.
 Η απόλυτη ερωτική συντριβή, που σηματοδότησε τον μετέπειτα μοναστικό μου βίο, διαδραματίστηκε στα σκαλιά ενός ξενοδοχείου για ντελικάτους εραστές, στο κέντρο της Αθήνας. Πονούσα βαθιά και ηδονικά. Ένιωθα πως ήμουν έτοιμος να εκσπερματώσω. Δεν μίλησα. Δεν της είπα λέξη, θυμάμαι. Δεν εξέτασα κανένα ενδεχόμενο. Γιατί τότε, γιατί εκεί. Γιατί διάλεξε την πιο σκληρή στιγμή μέσα στη νύχτα και τις πιο ανεξήγητες γεωγραφικές συντεταγμένες της Αθήνας για να αλλάξει γνώμη. Γιατί θέλησε να γίνει τόσο σκληρή μια δυο στιγμές πριν καταφέρουμε κι εμείς να διαβούμε το κατώφλι του ξενοδοχείου των ντελικάτων εραστών και να βυθιστούμε στον παράδεισό του. Ποτέ δεν κατόρθωσα να ξανανιώσω μια τόσο έντονη, διεστραμμένη και θεϊκή ηδονή.
 Από κείνο το βράδυ που συνέβησαν όλα αυτά στα σκαλιά του ξενοδοχείου της οδού Μαυρομιχάλη, έχω μείνει ολομόναχος με τον γυμνό εαυτό μου.
Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Ιανουαρίου 28, 2015, in Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink. 1 σχόλιο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: