Monthly Archives: Ιουλίου 2015

Fahrenheit

bibliotheque31(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 14 Ιουλίου 2015)

 
Με στεναχωρούν οι άνθρωποι που αυτοφωτογραφίζονται. Κάτι από τη μοναξιά της κίνησής τους μου ραγίζει το χαμόγελο σαν γυαλάκι, και σκαρφαλώνει στο λαιμό μου από τα τρίσβαθα μιας ανάμνησης που δεν καταφέρνει να αναδυθεί με σαφήνεια και θάρρος. Ούτε σαν απόγνωση ούτε σαν συγκεκριμένο γεγονός εμφανίζεται μπροστά μου η ανάμνηση αυτή. Απλώς με παραλύει καθολικά όταν κάτι από τα πράγματα καταφέρνει και χτυπά μια μυστική, ευαίσθητη χορδή μου που της μοιάζει.
 Μερικές φορές το κάνω κι εγώ – βγάζω φωτογραφίες τον εαυτό μου. Με στεναχωρώ κι εγώ, όπως όλοι οι άλλοι. Οι άνθρωποι δεν διαφέρουν μεταξύ τους στα βασικά, και αυτό είναι τόσο ανακουφιστικό όσο και παράδοξο. Κάτι τέτοιες λεπτομέρειες, όμως, ομολογώ, δεν κατάφεραν ποτέ να ξεσηκώσουν μέσα μου κάτι ισχυρό, διαφωτιστικό ή έστω και ελάχιστα σημαίνον.
 Ένα βράδυ ονειρεύτηκα φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, έγχρωμες κι ασπρόμαυρες, στοιβαγμένες μέσα σε ένα λευκό χαρτονένιο κουτί από γλυκά ή γάντια. Δεν ξέρω πώς γίνεται το ίδιο κουτί να μπορεί να φιλοξενήσει δυο πράγματα τόσο ετερόκλητα, νομίζω όμως πως η αίσθηση ενός ζευγαριού γαντιών σε χρώμα ροζ παστέλ ανάμεσα σε πολλούς μικρούς λευκούς κουραμπιέδες, λερωμένα από ζάχαρη άχνη και αρωματισμένα με μυρωδιά ροδόνερου, μου χρωμάτισε το όνειρο με μια εσάνς γλυκιάς, ρομαντικής μελαγχολίας σαν αυτή που νιώθουν τα νεαρά κορίτσια όταν κοιτάζουν περιοδικά μόδας ή νυφικά, που μετά από χρόνια θα προβάρουν μπροστά στον καθρέφτη μιας επιδέξιας μοδίστρας που θα τους διορθώνει με βελόνα και κλωστή το μπούστο, την αναπνοή, το ξεχείλισμα της καρδιάς τους.
 Εκείνη τη νύχτα οι φωτογραφίες μου ξεχείλιζαν αγάπη και μυρωδιά Φαρενάιτ. Και γελούσαν λίγο μεθυσμένες καθώς έπιναν κάπως περισσότερο ροζέ. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς για το πώς γίνεται να πίνουν κρασί και να γελούν οι φωτογραφίες των ονείρων του. Αρκεί να σκεφτεί πως μέσα τους είναι φυλακισμένες στιγμές από ζωές, ήχοι από φωνές και χρώματα από βλέμματα που κάποτε συνόψιζαν όλες τις γραμματικές του κόσμου και τίποτε δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τα γούστα, τη γεύση και τη διατύπωσή τους.
 Μετά, οι φωτογραφίες μου είπαν «Βάλε μας στη σειρά», κι εγώ τις έβαλα τη μία δίπλα στην άλλη. Η καλύτερή μου, όπως οι κάρτες ποδοσφαιριστών που κάνουν συλλογή τα παιδιά στην Στ’ Δημοτικού, ήταν μια δική σου. Ήταν εκείνη που στεκόσουν πλάτη στο φακό και μου έλεγες, χωρίς να μιλάς, «Μπράβο που σκότωσες το θηρίο, το είχα βάρος στη συνείδησή μου, αλλά τώρα είμαστε καλά».
Αναρωτήθηκα πώς γινόταν και οι φωτογραφίες είχαν συγκεκριμένη φωνή, παρότι λίγο νωρίτερα δεν είχα αναρωτηθεί για τις αλκοολικές τους τάσεις, αλλά μετά κατάλαβα πως στα όνειρα όλα επιτρέπονται και πως μερικά πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά.
 Αν δεν την ακούω ούτε κει τη φωνή σου, κατάλαβα, δεν θα την ακούω πουθενά, και αυτή η ιδέα μου φάνηκε αβάσταχτη, πόνεσε η ψυχή μου – ναι, γίνεται να πονάει μια ψυχή – και τότε ένιωσα μια τεράστια ευγνωμοσύνη για τον ύπνο που μας πλέκει όνειρα κι έτσι μέσα από αυτά μπορώ να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες σου με φωνή, γεύση και προτιμήσεις, και να ακούω ξανά ένα μπράβο από το στόμα σου που μιλάει όπως θυμάμαι μόνο εγώ, λατρευτικά κι απόλυτα, και με μια φωνή που μυρίζει Φαρενάιτ.

Rebus

Δρόμος-270

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 3 Ιουλίου 2015 και στην Bibliotheque στις 6 Ιουλίου 2015)

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες σε νησιά, σε επαρχιακές πόλεις με παραθαλάσσιο γλωσσικό ιδίωμα, σε ταινίες σκηνοθετών που μπερδεύω τα ονόματά τους. Μπορεί να ήταν ο Αγγελόπουλος, μπορεί και ο Νικολαΐδης. Στο φως του σούρουπου, λίγο πριν την μπλε ώρα, με τα κινηματογραφικά λαμπιόνια αναμμένα στη σειρά, λίγο πιο κει, να κρέμονται στο πλαστικό καλώδιο είτε από κολώνες της ΔΕΗ είτε από ξέμπαρκα αρμυρίκια, και ένα λαϊκό βαρύ κι ασήκωτο να γρατζουνάει το βάθος της σκηνής σαν θρηνητικό μουρμουρητό ή σαν υποχρεωτικό καιρικό φαινόμενο πάνω από τα ανθρώπινα κεφάλια.

Ήχοι πιρουνιών στην άκρη του πιάτου, εκπνοές καπνού, μια γυναικεία φωνή με μπόλικη εσάνς έρωτα και εμμηνοπαυσιακής υστερίας, το βαρύ γέλιο ενός μάγκα, κάτι άδοξες προθέσεις συμβιβασμού. Ένα πουλί που πάει για ύπνο. Ένα φέρι μποτ που έρχεται κι ένα άλλο που διασχίζει τη θάλασσα στο βάθος, αβάσταχτα σιωπηλό. Κομματάκια από γυαλί οι σκηνές που θυμάμαι, και ξάφνου μου έρχεται στο νου ένα παλιό μου όνειρο, όπου ανέβαινα λέει τις σκάλες του μετρό στην Πανεπιστημίου και μασούσα το γυάλινο μπουκάλι από το άρωμα ενός περαστικού που με είχε εντυπωσιάσει. Το στόμα μου είχε γεμίσει γυαλιά, μα δεν πονούσα. Ένιωθα μόνο την αδιέξοδη και άοσμη υποχρέωση του ανθρώπου που οφείλει να κάνει το καθήκον του – ακόμα και αν αυτό είναι να μασάει γυαλιά ή να καταπίνει πρόκες – και την άδεια λύπη εκείνου που μόλις ανακάλυψε πως είναι φτιαγμένοι από άνθρακα οι περισσότεροι θησαυροί αυτού του κόσμου.

Θυμάμαι τις παράλληλες γραμμές από το κατά τόπους κακό καλούπιασμα του τσιμέντου, εκεί στις αποβάθρες. Σε όλες τις αποβάθρες που έχει τύχει να δω. Ανάγλυφα ρυάκια αποτρόπαιης σκληρότητας, μπετόν αρμέ επιφάνειες που αν περπατήσεις πάνω τους ξιπόλητος θα σου ματώσουν τις πατούσες. Οι αποβάθρες είναι παράθυρα στον κόσμο, σημεία τομής, τρύπες στη διάπλαση του πλανήτη. Τεχνητές γέφυρες που καλύπτουν κενά που η Φύση θα κάλυπτε βέβαια με τρόπο εντελώς διαφορετικό, ενδεχομένως και καθόλου.

Ζούμε στην παρά φύσιν εποχή μιας μετάλλαξης παντός επιστητού, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται με γυμνό μάτι. Οι αποβάθρες, οι ώρες του ρολογιού, οι κινηματογραφικές αναφορές και τα ανεξήγητα όνειρά μας, οι λέξεις και οι κινήσεις μας, μέχρι και οι τυχαίες μας ματιές σε έναν περαστικό που δεν θα αντικρύσουμε ποτέ ξανά μοιάζουν με τις αφορμισμένες πληγές στο σώμα ενός βαριά τραυματισμένου που υποδύεται τον αλώβητο για να μην αφεθεί να συνειδητοποιήσει πως είναι ήδη ακρωτηριασμένος και πως είναι πλέον για όλα αργά.

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες των λιμανιών και επινοώ απ’ την αρχή τα πρόσωπα επιβατών που έχω λησμονήσει. Αναγραμματίζω τα ονόματα των πλοίων σε αστειότητες και σκέφτομαι εικονικές διαδρομές σε θάλασσες και ακτές μιας τηλεοπτικής διαφήμισης, μιας υπερπροσφοράς σε φυλλάδιο διακοπών ενός τουριστικού γραφείου, μιας παλιάς καρτ ποστάλ, μιας παλιάς εποχής, ενός παλιού εαυτού μου, μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει πού την άφησα, κι αλίμονό μου αν ποτέ μου τη θυμηθώ κι αρχίσω να την ανακρίνω.

Αρέσει σε %d bloggers: