Rebus

Δρόμος-270

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 3 Ιουλίου 2015 και στην Bibliotheque στις 6 Ιουλίου 2015)

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες σε νησιά, σε επαρχιακές πόλεις με παραθαλάσσιο γλωσσικό ιδίωμα, σε ταινίες σκηνοθετών που μπερδεύω τα ονόματά τους. Μπορεί να ήταν ο Αγγελόπουλος, μπορεί και ο Νικολαΐδης. Στο φως του σούρουπου, λίγο πριν την μπλε ώρα, με τα κινηματογραφικά λαμπιόνια αναμμένα στη σειρά, λίγο πιο κει, να κρέμονται στο πλαστικό καλώδιο είτε από κολώνες της ΔΕΗ είτε από ξέμπαρκα αρμυρίκια, και ένα λαϊκό βαρύ κι ασήκωτο να γρατζουνάει το βάθος της σκηνής σαν θρηνητικό μουρμουρητό ή σαν υποχρεωτικό καιρικό φαινόμενο πάνω από τα ανθρώπινα κεφάλια.

Ήχοι πιρουνιών στην άκρη του πιάτου, εκπνοές καπνού, μια γυναικεία φωνή με μπόλικη εσάνς έρωτα και εμμηνοπαυσιακής υστερίας, το βαρύ γέλιο ενός μάγκα, κάτι άδοξες προθέσεις συμβιβασμού. Ένα πουλί που πάει για ύπνο. Ένα φέρι μποτ που έρχεται κι ένα άλλο που διασχίζει τη θάλασσα στο βάθος, αβάσταχτα σιωπηλό. Κομματάκια από γυαλί οι σκηνές που θυμάμαι, και ξάφνου μου έρχεται στο νου ένα παλιό μου όνειρο, όπου ανέβαινα λέει τις σκάλες του μετρό στην Πανεπιστημίου και μασούσα το γυάλινο μπουκάλι από το άρωμα ενός περαστικού που με είχε εντυπωσιάσει. Το στόμα μου είχε γεμίσει γυαλιά, μα δεν πονούσα. Ένιωθα μόνο την αδιέξοδη και άοσμη υποχρέωση του ανθρώπου που οφείλει να κάνει το καθήκον του – ακόμα και αν αυτό είναι να μασάει γυαλιά ή να καταπίνει πρόκες – και την άδεια λύπη εκείνου που μόλις ανακάλυψε πως είναι φτιαγμένοι από άνθρακα οι περισσότεροι θησαυροί αυτού του κόσμου.

Θυμάμαι τις παράλληλες γραμμές από το κατά τόπους κακό καλούπιασμα του τσιμέντου, εκεί στις αποβάθρες. Σε όλες τις αποβάθρες που έχει τύχει να δω. Ανάγλυφα ρυάκια αποτρόπαιης σκληρότητας, μπετόν αρμέ επιφάνειες που αν περπατήσεις πάνω τους ξιπόλητος θα σου ματώσουν τις πατούσες. Οι αποβάθρες είναι παράθυρα στον κόσμο, σημεία τομής, τρύπες στη διάπλαση του πλανήτη. Τεχνητές γέφυρες που καλύπτουν κενά που η Φύση θα κάλυπτε βέβαια με τρόπο εντελώς διαφορετικό, ενδεχομένως και καθόλου.

Ζούμε στην παρά φύσιν εποχή μιας μετάλλαξης παντός επιστητού, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται με γυμνό μάτι. Οι αποβάθρες, οι ώρες του ρολογιού, οι κινηματογραφικές αναφορές και τα ανεξήγητα όνειρά μας, οι λέξεις και οι κινήσεις μας, μέχρι και οι τυχαίες μας ματιές σε έναν περαστικό που δεν θα αντικρύσουμε ποτέ ξανά μοιάζουν με τις αφορμισμένες πληγές στο σώμα ενός βαριά τραυματισμένου που υποδύεται τον αλώβητο για να μην αφεθεί να συνειδητοποιήσει πως είναι ήδη ακρωτηριασμένος και πως είναι πλέον για όλα αργά.

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες των λιμανιών και επινοώ απ’ την αρχή τα πρόσωπα επιβατών που έχω λησμονήσει. Αναγραμματίζω τα ονόματα των πλοίων σε αστειότητες και σκέφτομαι εικονικές διαδρομές σε θάλασσες και ακτές μιας τηλεοπτικής διαφήμισης, μιας υπερπροσφοράς σε φυλλάδιο διακοπών ενός τουριστικού γραφείου, μιας παλιάς καρτ ποστάλ, μιας παλιάς εποχής, ενός παλιού εαυτού μου, μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει πού την άφησα, κι αλίμονό μου αν ποτέ μου τη θυμηθώ κι αρχίσω να την ανακρίνω.

Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Ιουλίου 6, 2015, in Δρόμος της Αριστεράς and tagged . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: