Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 11 Μαΐου 2016)

[Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν
πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως,
κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα]
 
 
 
Η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να πλησιάζει πολύ. Στηρίχτηκε στο κούφωμα της μπαλκονόπορτας με ανοιχτά χέρια και πόδια, και περίμενε έτσι όπως περιμένουμε ένα μεγάλο κύμα μέσα στη βάρκα ή έναν μετασεισμό. Ο ουρανός γύρω από το κτίριο φωτιζόταν ήδη από την υπερφυσική λάμψη του ιπτάμενου πλανήτη. Το σκοτάδι έμοιαζε με κάτι άγνωστο, είχε σχεδόν αλλοιωθεί. Η νύχτα είχε γίνει απόσπασμα φωτός, ο αέρας μετακινούνταν σπασμωδικά ξεσηκώνοντας φύλλα και σκουπίδια. Η εικόνα έμοιαζε να ανασαίνει.
 «Θα έρθει τελικά. Τι αγωνία», σκέφτηκε και ένας έκτακτος παλμός της τάραξε την καρδιά.
Το φεγγάρι βρισκόταν πια σε απόσταση αναπνοής. Στύλωσε το βλέμμα της και παρατήρησε την ανώμαλη γρανιτένια επιφάνεια που πλησίαζε. Μικροί γκριζόμαυροι κρατήρες χάλαγαν την όποια αρμονία υπέθετε κανείς κοιτώντας το από μακριά. Το φεγγάρι ήταν αλλιώτικο από αυτό που έδειχνε από την ασφαλή απόστασή του. Μια πέτρινη μάζα χωρίς την παραμικρή γοητεία. Η ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας φαινόταν πια ολοκάθαρα, λουσμένη με ένα σχεδόν εκτυφλωτικό, ανοίκειο φως. Η γυναίκα αναρωτήθηκε αν ο ήλιος θα συνέχιζε να το φωτίζει σαν προβολέας ακόμη κι όταν όλα γύρω του θα είχαν καταστραφεί. Και αν είναι φυσιολογικό όλα να αλλάζουν πρόσωπο όταν μας πλησιάσουν σε απόσταση αναπνοής.
Η πέτρινη μάζα πλησίασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έσπασε τις κεραίες του κτιρίου και τσάκισε ένα μεγάλο κομμάτι της τσιμεντένιας πλάκας. Συντρίμμια εκτινάχτηκαν ολόγυρα. Κρότοι χάλασαν τη σιωπή. Μια μυρωδιά από θειάφι απλώθηκε τριγύρω.
«Το φεγγάρι μυρίζει αποσύνθεση, είναι σκαμμένο από νεκρά ηφαίστεια και τρέχει σαν δαιμονισμένο», σκέφτηκε η γυναίκα σφίγγοντας τα δόντια της.
Έπειτα ο εκτροχιασμένος πλανήτης συνέχισε την κυκλική πορεία του αφήνοντας ξωπίσω του σοβάδες, κομμάτια τούβλων και τσαλακωμένα σύρματα. Η εικόνα έμοιαζε με σκηνή πολέμου.
Σε λίγο όλα ξανάγιναν φυσιολογικά. Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε κάτι βίαιο και βιαστικό. Μια αίσθηση άγχους και μια αίσθηση κενού, κάπως υπερβολική και παγωμένη. Η γυναίκα σκέφτηκε πως αυτή η σκηνή θα μπορούσε να είναι καρέ κινηματογραφικής ταινίας και πως ήταν κρίμα που κανένας σκηνοθέτης δεν είχε προλάβει να την δει.
Μπήκε στο δωμάτιο, τράβηξε την κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κρύωνε και ήταν νευρική, η ανησυχία την εμπόδιζε να βολευτεί στο μαξιλάρι. Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε την πλάτη του κοριτσιού που βρισκόταν δίπλα της. Άγγιξε έναν έναν τους σπονδύλους, όλη τη ραχοκοκαλιά. Ένιωσε τη θέρμη του ακίνητου σώματος να μεταδίδεται στα ακροδάχτυλά της σαν απτή αγάπη.
Το κορίτσι μετακινήθηκε απαλά, γυρνώντας προς το μέρος της. Η γυναίκα σκέφτηκε πως το μόνο άξιο πράγμα που είχε ποτέ ήταν κάτι τέτοιες θρυμματισμένες στιγμές όπου ένα ξέφρενο φεγγάρι ή ένα αιφνίδιο συναίσθημα κατάφερναν να διαταράξουν την κατά τ’ άλλα απολύτως ατάραχη ζωή της.
«Ήρθε το φεγγάρι; Κρίμα που το έχασα…», ψέλλισε μισοκοιμισμένο το κορίτσι.
Η γυναίκα χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω δεν υπήρχε τίποτα. Νύχτα σαν κενό μέσα από μια λεπτή κουρτίνα. Το φεγγάρι είχε γίνει απώλεια, ένα γεγονός χαμένο, μια σιωπή.
 Μετά ακούμπησε το βλέμμα στο σώμα που ξάπλωνε δίπλα της στο σεντόνι σε απόσταση αναπνοής. Ένα θαμπό φως, σαν κατάλοιπο της προηγούμενης λάμψης, έκανε τις μικρές καμπύλες να μοιάζουν με ουράνια σώματα. Ήταν λυπημένη με τον τρόπο που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως, κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα.
 «Ήρθε, ναι. Πέρασε. Κοιμήσου τώρα, σε λίγο ξημερώνει», μουρμούρισε, και σκέφτηκε τα κομμάτια των σοβάδων, τα θρυμματισμένα τούβλα και τα λυγισμένα σίδερα στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας που είχε αφήσει πίσω του ο εκτροχιασμένος πλανήτης που όλοι οι μακρινοί νόμιζαν πως ήταν κατακίτρινος, όμορφος και σταθερός.
 
 
Advertisements

About Theorema

Είμαι η Άντζελα Ανακόντα aka @FearOfFireflies

Posted on Μαΐου 11, 2016, in Bibliotheque. Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: