Monthly Archives: Ιανουαρίου 2017

Το φωτάκι

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 26 Ιανουαρίου 2017 – απόσπασμα)

[…]

Η Μισέλ – καλλιτεχνικό όνομα, φορεμένο ειδικά για την περίσταση –  άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία.Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη παιδική ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μισέλ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μισέλ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μισέλ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μισέλ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μισέλ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν ζωντανές ηλεκτρικές κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες σπαρταριστά από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Advertisements

Η ομορφιά των αντιθέσεων

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 17 Ιανουαρίου 2017)

Να περπατάς στα χιόνια με κατάμαυρα ρούχα.
Να στολίζεις με πάναγνη σαντιγί ένα διαβολικά σοκολατένιο γλυκό.
Να βλέπεις χρωματιστά όνειρα μια αφώτιστη νύχτα.
Να διαισθάνεσαι το θρίαμβο του νικητή έρωτα στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης.
Να περιφέρεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο με κλειστά παράθυρα στο κέντρο μιας μεγαλούπολης.
Να υποκύπτεις με παιδική αθωότητα στη μαύρη μαγεία ενός αισθήματος ενηλίκων.
Να ζωγραφίζεις το μεγάλο χάρτη της εξωστρέφειας ιχνογραφώντας τα μικρά σημεία της εσωστρέφειάς σου.
Να λες από σεμνότητα ναι σε κάποιον που χρειάζεται το αντίθετο του όχι.
Να θυμάσαι επίμονα όσα με την απουσία τους θα κινδύνευαν να ξεχαστούν.

Το τέλος του κόσμου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 7 Ιανουαρίου 2017)

Η πόλη είναι λεηλατημένη και βρωμάει ψοφίμι και αποκαΐδια.

Τα κορίτσια-Μάνγκα λικνίζονται αισχρά για να ερεθίσουν τα άγρια ράπερ αγόρια.

Φορούν πρόστυχα ρούχα και είναι βαμμένα με απόκοσμα χρώματα, νεκρικά. Τα πρόσωπά τους είναι σχεδόν παραμορφωμένα.

Τα αγόρια μοιάζουν με λυκόσκυλα, έχουν εμφυτεύματα, τροχισμένα δόντια και βλέμμα ναρκομανή. Ορμάνε χωρίς δεύτερη σκέψη, κατακρεουργούν τους ανυποψίαστους και ζητωκραυγάζουν.

Νικητής είναι αυτός που προλαβαίνει να ρουφήξει πιο πολύ αίμα απ’ όλους σε χρόνο μηδέν.

Το έπαθλο είναι πάντα ένα τσόκερ με σκουριασμένες πρόκες, που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην επόμενη θυσία.

Οι συμμορίες των πόλεων μοιάζουν με άγριες αγέλες. Τρομοκρατούν τους ελάχιστους φιλήσυχους πολίτες και διαλύουν το περιβάλλον τους.

Όλα έχουν κάτι φαντασμαγορικά αρρωστημένο και ψεύτικο, κάπως αποτυχημένα κινηματογραφικό.

Ο αέρας μυρίζει οινόπνευμα και κάνναβη, στους δρόμους καίγονται σκουπίδια.

Τα λάστιχα ενός πολεμικού οχήματος χαράζουν με μαύρο χρώμα την άσφαλτο και η εξάτμιση πυροβολεί σαν στούκας.

Τα μαγαζιά είναι λεηλατημένα, τα δάση ξερά, ο ουρανός μολυβένιος, βρώμικος. Τα πουλιά στέκονται στα σύρματα, χιτσοκικά και λιμασμένα. Τα σύννεφα ραδιενεργά.

Τρελοί, μασκαράδες, απατεώνες, σάτιροι με σιδεροπρίονα στα χέρια ξεμοναχιάζουν έφηβα παιδιά και τους κόβουν τα πόδια ή τα γεννητικά όργανα.

Μια ακραία δυσκολία, ένα μεθυστικό μίσος, ο μεγαλομανής ερωτισμός του φόβου, μια σκηνή σεξουαλικής τρομολαγνείας, ένας τραγικός θάνατος συμβαίνουν κάπου πιο πέρα.

Σε ένα πρώην γραφείο τελετών με μουχλιασμένους τοίχους το αίμα έχει ταγκή γεύση και είναι ζεστό. Το σάλιο και τα σπέρμα είναι λευκά σαν το χιόνι. Ο ήχος της γροθιάς σκάει πάνω στο μάγουλο, ηδονή το κρακ! ενός σπασμένου οστού. Ο πόνος αγιοποιείται, εξιδανικεύεται, προσφέρεται σαν θεία κοινωνία στους πιστούς ενός νέου δόγματος χωρίς σαφές καταστατικό.

Τα μέλη είναι ακρωτηριασμένοι δολοφόνοι που διψούν για εκδίκηση και φόνους.

Στις σοφίτες των σπιτιών τα μικρά παιδιά μεγαλώνουν με ταινίες πορνό και γαριδάκια. Οι μητέρες πίνουν ουίσκι και θηλάζουν στα τέσσερα τα μωρά τους, ενώ ταυτόχρονα κάποιος άγνωστος χώνει μπαστούνια του χόκεϊ, ρολά από χαρτί τουαλέτας και οικόσιτα χάμστερ στον πρωκτό τους.

Μια τρομερή ιστορία λαγνείας εκτυλίσσεται στο υπόγειο ενός ερειπωμένου σπιτιού στη δυτική άκρη της πόλης (ο έρωτας είναι αποκηρυγμένη λέξη και το αστικό κέντρο εμπόλεμη ζώνη).

Οι τρεις εραστές είναι νευρωτικοί. Ζουν στο έλεος των φόβων που τους τέρπουν. Εκτονώνονται με σεξουαλικές πρακτικές που τους προκαλούν αγωνία και ακραίο σωματικό πόνο.

Μια τραγική ένταση φέρνει όλα τα πράγματα στο ζενίθ τους. Μικρές δόσεις σχιζοφρένειας γεμίζουν τις κινήσεις τους, οδηγώντας τους στην κατάρρευση. Οι στιγμές του ξεπεσμού, της σωματικής εξάντλησης, της ψυχικής κόπωσης προσδίδουν μια ακόμα πιο διεστραμμένη αξία στη μοναδικότητα της επαφής τους.

Έξω συμμορίες κανιβάλων και κακοποιών που μοιάζουν με σακατεμένα ρομπότ σκορπούν τη φρίκη σαν αστείο. Συμμορίες παπάδων ληστεύουν τα παγκάρια των εκκλησιών. Συμμορίες προαγωγών λιώνουν τα κορίτσια τους στο ξύλο.

Δεν υπάρχει κάποια κορυφή που πρέπει να κατακτηθεί σε αυτή την κοινωνική ιεραρχία. Ο ξεπεσμός της νοσηρότητας είναι ο μόνος σκοπός.

Πίσω απ’ όλα σιγοβράζει μια τραγική ένταση. Ο καιρός περνά με ανυπολόγιστες δαπάνες κάθε είδους ενέργειας και ευνοεί την όποια προσπάθεια παραβίασης της ακεραιότητας των όντων.

Οι νύχτες αντηχούν από σατανικά γέλια, χορούς, όργια, ουρλιαχτά. Οι ανθρωποθυσίες αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη, οι δήμιοι χλευάζουν και κομματιάζουν κάθε ηθικό σκοπό.

Οι μέρες είναι φρικαλέες, δαιμονικά συμπαγείς, αλλοτριωμένες πάνω στο ρολόι. Η επιβίωση με υγιείς όρους είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Κάθε μέρα που περνά τα όντα γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα αδύναμα. Βυθίζονται στην παράνοια και στην παρακμή χωρίς να νιώθουν τύψεις.

Το τελευταίο μωρό που γεννιέται καίγεται ζωντανό σε μια οργιαστική τελετή καθώς ένας τυφλός ιεροσκόπος, ο τελευταίος μακρινός απόγονος του τελευταίου νόμιμου ιερομάντη των Ελευσινίων μυστηρίων, προσεύχεται υπέρ της επικράτησης της μεγάλης σύγχυσης και του μεγαλείου της αποστροφής.

Το τέλος του κόσμου πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και το σύμπαν κοχλάζει ανεξέλεγκτο, εξαγριωμένο

Αρέσει σε %d bloggers: