Monthly Archives: Απρίλιος 2017

Η τρίχα

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/63823 στις 23 Απριλίου 2017)

Είναι οδυνηρή η στιγμή που διαπιστώνεις πως κάποιος που μέχρι πρότινος σε αγαπούσε, ή νόμιζες πως σε αγαπούσε, πλέον εύχεται το θάνατό σου. Έναν θάνατο που μπορεί να μην αφορά άμεσα την υλική σου υπόσταση, αλλά την ύπαρξή σου εντός κι εκτός του κόσμου του. Στέκεσαι τότε λυπημένος μπροστά σε εκείνο που ήταν και δεν είναι πια, και αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι και τα αισθήματά τους να είναι τόσο ευμετάβλητα και ασταθή. Απάντηση δεν βρίσκεις συχνά, μόνο εικασίες μπορείς να κάνεις και αυτές χωρίς την παραμικρή βεβαιότητα πως αντικατοπτρίζουν κάτι αληθινό.

Εκείνο το πρωί ξύπνησα με έναν βαρύ και πολύ συγκεκριμένο πόνο στο κεφάλι. Όπως όταν χτυπάμε κάπου και φουσκώνει καρούμπαλο ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων.

Άγγιξα με το χέρι το πονεμένο σημείο και διαπίστωσα πως πάνω από το μέτωπο, βαθιά στο τριχωτό της κεφαλής είχε φυτρώσει μια ατσαλένια τρίχα. Ήταν λεπτή και έμοιαζε με τα υπόλοιπα μαλλιά μου. Έφτανε ως τη μέση της πλάτης μου, ολόισια και στιλπνή. Η μεταλλική ρίζα της με πονούσε, και όταν προσπάθησα να την τραβήξω διαπίστωσα πως ήταν αδύνατον να μετακινηθεί από το κεφάλι μου. Έτρεξα στο μπάνιο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Η ατσαλένια τρίχα ήταν εκεί – αμετακίνητη, γυαλιστερή και σκληρή. Και ήταν όντως τρίχα!

Την ανασήκωσα και την κοίταξα καλά. Ήταν πράγματι ένα συνηθισμένο κομμάτι σύρμα που είχε ριζώσει στο κεφάλι μου. Η εικόνα μου φάνηκε απίστευτη και εντελώς εφιαλτική, παρόλα αυτά παρέμεινα ψύχραιμη. Αναρωτήθηκα πώς είχε συμβεί αυτό και αν όσα ζούσα ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Δεν μου έχει συμβεί να δω ποτέ ανθρώπους με μεταλλικά μαλλιά, ούτε καν σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Πόσω δε μάλλον στην καθημερινή ζωή.

Έπιασα τη βάση της και προσπάθησα να την στρίψω μπρος πίσω, έτσι όπως λυγίζουμε ένα σύρμα όταν θέλουμε να το τσακίσουμε σε ένα σημείο και να κοπεί. Ήταν αδύνατον. Η τρίχα παρέμενε γερά ριζωμένη στο κεφάλι μου. Κατάλαβα πως έπρεπε να βρω άλλο τρόπο. Τότε το μάτι μου έπεσε στο ψαλίδι ραπτικής που χρησιμοποιούσε η μητέρα μου για να κόβει ρούχα. Δεν ξέρω γιατί βρισκόταν στο μπάνιο, πάντως ήταν εκεί. Το άρπαξα και προσπάθησα να κόψω την τρίχα λίγα εκατοστά πάνω από τα υπόλοιπα μαλλιά μου. Να την κουρέψω. Και πάλι αδύνατον. Ήταν τόσο σκληρή που ένιωσα πως αν επέμενα, σε λίγο θα έσπαγα το ψαλίδι.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα. Παράτησα το ψαλίδι στο νιπτήρα και έτρεξα ν΄ ανοίξω. Ένας από μηχανής θεός στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με στολή πού θύμιζε κάτι ανάμεσα σε τραυματιοφορέα και πυροσβέστη. Χωρίς πολλά πολλά, κατάλαβα πως είχε έρθει για να με βοηθήσει. Δεν τον ρώτησα πώς είχε μάθει τι συμβαίνει ούτε ποιος τον έστειλε να με γλιτώσει από το μαρτύριο της σιδερένιας τρίχας. Δεν μπήκε καν στον κόπο να μου εξηγήσει.

Μου ζήτησε να καθίσω σε μια καρέκλα και να μείνω ακίνητη. Υπάκουσα χωρίς να σχολιάσω. Όλα συνέβαιναν με έναν απολύτως φυσικό τρόπο που δεν μου δημιουργούσε καμία αγωνία. Ο άντρας στάθηκε μπροστά μου, και ψηλάφισε την άκρη της μύτης μου. Είπε «θα την κόψω από δω». Διαμαρτυρήθηκα πως η τρίχα μου βρισκόταν στο κεφάλι και όχι στη μύτη μου, και πως το βαρύ σιδερένιο εργαλείο που κρατούσε στο χέρι του ήταν άσχετο με αυτό που έπρεπε να γίνει. Έμοιαζε με κλειδί συνεργείου, ή γιγάντιο κατσαβίδι, και πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον τρία κιλά. Αν έπεφτε στη μύτη μου θα μου την έσπαγε σε χίλια κομμάτια.

Ο άντρας μου είπε να μην μιλάω και να κρατήσω την αναπνοή μου για πέντε δευτερόλεπτα, ενόσω εκείνος θα στόχευε το σημείο όπου θα χτυπούσε με το εργαλείο του. Τον άκουσα να μετράει αντίστροφα από το πέντε μέχρι το ένα. Ψιθυριστά. Στο μηδέν πήρε βαθιά ανάσα και κατέβασε με φόρα το εργαλείο μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν ένιωσα τίποτα.

«Τελειώσαμε», μου είπε και μου έτεινε τη σιδερένια τρίχα μου.

Πήρα το σύρμα και το κοίταξα. Μετά άγγιξα την άκρη της μύτης μου και ένιωσα μια ιδέα μεταλλικής ρίζας που βαθούλωνε κάπως από το υπόλοιπο δέρμα. Έτρεξα στο μπάνιο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ο σωτήρας μου είχε δίκιο. Η μύτη μου είχε απλώς ένα μικρό μεταλλικό στίγμα και το κεφάλι μου ήταν καθαρό. Έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει και όλο αυτό το ανεξήγητο σκηνικό ήταν σαν να μην συνέβη ποτέ.

Το σαλόνι του σπιτιού μου ήταν τώρα γεμάτο κόσμο. Κάθισα στον καναπέ και περιεργάστηκα τα άγνωστα πρόσωπα που όμως δεν μου δημιουργούσαν την παραμικρή ανασφάλεια ή περιέργεια. Κάποιος με πλησίασε και άρχισε να με φιλάει στα χείλη. Με φιλούσε γλυκά, πολύ απαλά και όμορφα. Μου άρεσε πολύ. Κάποια στιγμή απομάκρυνε το πρόσωπό του, με κοίταξε και μου είπε:

«Σ’ αγαπώ μόνο για σήμερα. Αύριο θα θέλω να είσαι κάτι άλλο, που όμως δεν θα είσαι κι ούτε θα αντέχεις να γίνεις. Τότε θα σε απαρνηθώ και θα ευχηθώ το θάνατό σου».

Στο χέρι του κρατούσε τη μεταλλική τρίχα μου και έπαιζε μαζί της. Την τύλιγε γύρω από τα δάχτυλά του και την έκανε να μοιάζει με ταλαιπωρημένο ελατήριο. Με κοιτούσε ήσυχα και έδειχνε ήρεμος και σίγουρος για τον εαυτό του. Κατάλαβα πως ήταν δική του.

Σηκώθηκα από τον καναπέ και τότε ένιωσα πως κατά μήκος των μηρών μου, εσωτερικά, κυλούσε κάτι ζεστό. Έσκυψα και είδα μια γραμμή αίμα να στάζει στους αστραγάλους μου, και μετά στο πάτωμα. Κάλυψα όπως όπως το σώμα μου με ένα μαξιλάρι από τον καναπέ και έτρεξα στο μπάνιο. Δεν πονούσα ούτε ένιωθα πανικό. Μόνο μια βαθιά λύπη. Έμεινα αρκετή ώρα εκεί, προσπαθώντας να θυμηθώ απ’ την αρχή και να εξηγήσω όλα όσα είχαν γίνει.

Απάντηση δεν βρήκα, ομολογώ. Μόνο εικασίες έκανα, και αυτές χωρίς την παραμικρή βεβαιότητα πως αντικατόπτριζαν κάτι αληθινό.

 

Γάλα απ’ το στήθος

(Ένα εικονογραφημένο με ζωγραφιές του Mark Ryden παραμύθι)

Η Σοφία είναι ένα εννιάχρονο αγγελικό νυμφίδιο, άσπιλο κι αμόλυντο από ανθρώπου χέρι. Έχει ροζ καραμελένια χείλη, διάφανα γαλάζια μάτια και κατάξανθα, σχεδόν λευκά, μαλλιά. Ακριβώς ίδια με το αλαβάστρινο δέρμα της. Ο αφαλός της είναι ένας τοσοδά κρατήρας όπου θα μπορούσαν να καλλιεργούνται όστρακα με τα σπανιότερα μαργαριτάρια του  κόσμου.

Τα στήθη της είναι στρογγυλά και γεμάτα γάλα. Οι θηλές της μοιάζουν με ολόφρεσκα ζαχαρωτά έτοιμα να πιπιλιστούν και να λιγώσουν τον ουρανίσκο κάθε ζωντανού οργανισμού του πλανήτη. Ανάμεσα στα ολομέταξα μπούτια της το παρθένο αιδοίο της θυμίζει μωρουδιακό στόμα που κάθε τόσο ανοιγοκλείνει αχόρταγα αναζητώντας την παραδείσια τροφή του: λίγο ευωδιαστό γάλα τριαντάφυλλο ή μερικές σταγόνες υπόλευκου θρεπτικού νέκταρ.

Τα πρωινά και τα μεσημέρια η Σοφία ζει όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της, η ζωή της δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα βράδια όμως, αφού κάνει με θρησκευτική ευλάβεια επανάληψη στα παλιά ποιήματα του Ευγένιου Αρανίτση, εκείνα που εξυμνούν τους αφόρητους παιδικούς έρωτες και τον βαθύ καημό τους, περιμένει την ώρα που οι φίλοι του μπαμπά της τελειώνουν το πούρο τους και τις φιλοσοφικές τους συζητήσεις, και τότε κατεβαίνει στο σαλόνι φορώντας τα πιο παράδοξα κοριτσίστικα φορέματα που σχεδιάστηκαν ποτέ από ανθρώπου χέρι.

Έχει φρεσκάρει τις ολομέταξες μπούκλες της με τη χτένα της και έχει πουδράρει απαλά το μπούστο της με τη μαργαριταρένια πούδρα της μαμάς της. Κινείται με χάρη και σεμνότητα ανάμεσα στους ιδρωμένους μεσήλικες, που στη θέα της γεμίζουν γι’ άλλη μια φορά με λικέρ κεράσι τα κρυστάλλινα ποτήρια τους και παίρνουν βαθιές εισπνοές καθαρίζοντας τη φωνή τους. Τους λέει καλησπέρα και τους χαμογελά.

Είναι τόσο όμορφη κι αγνή που όλοι σεμνύνονται στο πέρασμά της. Χαμηλώνουν το βλέμμα τους και αφήνουν να αρχίσει να ξεκουράζεται χαλαρά η στάση του σώματός τους. Βήχουν και την ρωτούν πώς πήγε στο σχολείο σήμερα και τι καινούριο της έμαθε η δασκάλα. Η ανάσα της, καθώς γέρνει το κεφάλι και τους απαντά ψιθυριστά, ευωδιάζει ροδόνερο και παιδική πείνα.

Κάθεται για λίγο στον μεγάλο καναπέ με τα βελούδινα μπροκάρ, αυτόν που τσιμπάει και γδέρνει ευχάριστα τα γυμνά της μπράτσα, και κάνει πως βαριέται. Οι αναστατωμένοι κύριοι σπεύδουν όπως μπορούν να την κάνουν να μείνει στην αίθουσα μερικά λεπτά πάρα πάνω. Γελούν και την παροτρύνουν να μην φύγει τόσο νωρίς απ’ την παρέα τους, «κρίμα θα’ ναι!». Άλλος της λέει άνοστα αστεία για τον καιρό, άλλος ενδιαφέρεται για την πρόοδό της στη μουσική  και άλλος την ρωτά τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει.

Η Σοφία απαντά σε όλους ευγενικά, με το τακτ και τη γαλήνη που προκύπτουν από την εξαίρετη ανατροφή της. Η φωνή της θυμίζει κελάιδισμα πουλιού και η πάναγνη μα και ανεξήγητα θελκτική εμφάνισή της κάνει τους κυρίους να πείθονται πως μπροστά τους δεν βρίσκεται ένα εννιάχρονο παιδί αλλά ένα παραδείσιο ανεξήγητο πλάσμα βγαλμένο από το πιο κρυφό και ένοχο όνειρό τους.

Ο μπαμπάς και η μαμά της είναι πολύ περήφανοι για την εκλεκτή θυγατέρα τους, το φως της ζωής τους, και δεν της χαλάνε ποτέ χατίρι. Της αγοράζουν δαντελένιους γιακάδες για τα χειροποίητα φουστάνια της, μεταξωτά κοκαλάκια και πολύχρωμες κορδέλες για τα στιλπνά μαλλιά της, ροζ μαξιλάρια για το κρεβάτι της και πολλά, πάμπολλα χνουδωτά ζωάκια για να κοιμάται μαζί τους τις νύχτες.

Μερικές φορές, όταν η Σοφία αρχίσει να χασμουριέται μισοκρύβοντας το στόμα της με το χέρι, κάποιος από τους φίλους του μπαμπά της προσφέρεται να την συνοδεύσει στο δωμάτιό της και να την βοηθήσει να σκεπαστεί με το λουλουδάτο πάπλωμά της. Ανεβαίνουν χέρι χέρι τα ξύλινα σκαλιά και διασχίζουν τον ημιφωτισμένο διάδρομο που οδηγεί στην κάμαρά της.

Λίγο πριν φτάσουν στο κατώφλι της, η Σοφία αφήνει το χέρι του συνοδού της και προπορεύεται. Η αύρα της την ακολουθεί σαν αέρινο μονοπάτι και μεθά λίγο πιο πολύ τον ευγενικό ακόλουθό της. Ο αέρας μυρίζει λιβάνι, γυναικεία ανάγκη και παιδική πονηριά. Ο σκοτεινός διάδρομος φωτίζεται από τη λάμψη της αγγελικής της παρουσίας. Ο ζαλισμένος κύριος την ακολουθεί σιωπηλά χωρίς να ορίζει εκατό τοις εκατό τις πέντε του αισθήσεις.

Όταν η Σοφία μπει στο δωμάτιο, του ζητά να καλύψει με το χέρι του τα μάτια του και να την αφήσει να γδυθεί για να ετοιμαστεί να ξαπλώσει. Εκείνος υπακούει πρόθυμα και καλύπτει τα μάτια του με τα μισάνοιχτα δάχτυλά του. Η Σοφία κατεβάζει τα ρούχα και τα στολίδια της αφήνει τις μεταξωτές κάλτσες της στο πάτωμα, δίπλα στα βαμβακερά εσώρουχά της. Τεντώνει το πάναγνο και αμόλυντο σώμα της προς όλες τις κατευθύνσεις, σκύβει και αναδιπλώνεται, και όταν βεβαιωθεί πως ο ευγενικός φίλος του μπαμπά της έχει θαυμάσει όλες τις γωνίες και όλα τα κοιλώματα του παιδικού της βασιλείου, ξαπλώνει στο πουπουλένιο κρεβάτι της και αγκαλιάζει στοργικά τα χνουδωτά της ζωάκια.

Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της κρέμεται ένας πεντάμορφος Ιησούς, που τις μοναχικές νύχτες η Σοφία γονατίζει μπροστά του ολόγυμνη σαν σκουλήκι, και με δάκρυα στα μάτια του μιλά και του προσεύχεται.

Μερικές φορές νιώθει πως ο Ιησούς παίρνει τη δική της μορφή – πως γίνονται ένα. Αυτός κρατά στα χέρια του το απολωλός πρόβατο σε βιβλική μορφή και την κοιτά με κατανόηση και απροσμέτρητη αγάπη, συγχωρώντας την μεγαλόψυχα για κάθε της φταίξιμο και πονηρή σκέψη.

Αφού τεντωθεί στο πουπουλένιο κρεβάτι της, για να μπορέσει να κοιμηθεί, η Σοφία ζητά από τον ευγενικό άνθρωπο να καθίσει για λίγο δίπλα της και να της πει ένα παραμύθι. Ποτέ και κανένας δεν αρνήθηκε το χατίρι της, και όλοι συναγωνίζονται μεταξύ τους για την πιο εμπνευσμένη νυχτερινή μυθοπλασία.

Η Σοφία ακούει σιωπηλά μισοκλείνοντας τα βελούδινα βλέφαρά της και χασμουριέται απελευθερώνοντας ευωδιαστά σύννεφα παιδικής νύστας και αόρατες σταγόνες πολύτιμου κοριτσίστικου σάλιου. Στην αγκαλιά της τα πολύχρωμα ζωάκια της απολαμβάνουν απαλά τσιμπήματα και θωπείες. Η φωνή του ανθρώπου ραγίζει, χαμηλώνει και υψώνεται ανεξέλεγκτα, το μέτωπο και οι παλάμες του ιδρώνουν – παρόλα αυτά τα πάντα διατηρούν την αξιοπρέπεια και την μαγευτική γλυκύτητά τους.

Πού και πού, όταν το παραμύθι ενεργοποιεί το μητρικό της ένστικτο, η Σοφία νιώθει την ανάγκη να προσφέρει. Τότε φέρνει το χέρι πάνω στην καραμελένια της θηλή και πιέζει με τα δύο δάχτυλα τη ρώγα της, έτσι όπως έχει δει σε περιοδικά της μητέρας και του πατέρα της να κάνουν οι γυναίκες που έχουν μόλις γεννήσει ή και για άλλους λόγους.

Γαλάζιο νερό, κάπως γαλακτώδες και πολύ αρωματικό ξεπηδά τότε από το μαλακό δέρμα της, σαν λεπτός πίδακας ζεστής ευτυχίας. Το σαν-γάλα ζουμάκι του στήθους της διαγράφει την ημικυκλική του τροχιά και προσγειώνεται στο ανοιχτό στόμα του μικρού ζώου που πεινάει περισσότερο απ’ όλα.

Η Σοφία στύβει λίγο ακόμα και πιέζει με τα δάχτυλα τη ρώγα, να βγει καλά καλά και να στραγγίξει εντελώς το σαν-γάλα νέκταρ της, για να μην στάξει μετά εδώ κι εκεί και λερώσει τα σεντόνια. Ανάμεσα στα ορθάνοιχτα πόδια της, το μικρό της αιδοίο πάλλεται σαν ολοζώντανο μύδι. Ανοιγοκλείνει πυρετικά, αφήνοντας μια θεσπέσια μυρωδιά καμένης ζάχαρης να πλημμυρίσει τον αέρα του δωματίου. Είναι ζουμερό και αφράτο, και πολύ συχνά μπαλίτσες με αέρια ή δυο τρεις μικρές σταγόνες γαλακτώδους υγρού ξεχειλίζουν από τα θερμά χείλη του και ποτίζουν τα σεντόνια.

Τότε η Σοφία κοιτάζει τον ευγενικό κύριο κατάματα, αφήνοντας για χάρη του ένα μικρό, κοφτό γελάκι. Αυτός την παρακολουθεί άναυδος προσπαθώντας να διατηρήσει τη θέση του στην καρέκλα σταθερή και την ίδια του τη ζωή καθώς πρέπει.

Το κορίτσι αρχίζει να ντρέπεται, κλείνει τα πόδια, και γυρίζει μπρούμυτα στο κρεβάτι. Λίγες ανεξήγητες τύψεις της γαργαλούν το στομάχι απαλά μα δεν την αποκαρδιώνουν. Αποκοιμιέται σε λίγη ώρα αμίλητη, με τα ζωάκια της αγκαλιά, και τον τουρλωμένο ποπό της να ανεβοκατεβαίνει ανεπαίσθητα σύμφωνα με την αναπνοή της.

Μικρές ολοστρόγγυλες φυσαλίδες αρχίζουν τότε να αναδύονται σαν δώρο εξ ουρανού από την τρυφερή και νόστιμη τρυπούλα του πρωκτού της, γεμίζοντας το δωμάτιο με καλειδοσκοπικά χρώματα και αγγελικά αρώματα.

Δώρα που θα άξιζε να στολίζουν την επιθανάτια έναστρη νύχτα κάθε ευλογημένου θνητού, ως αποχαιρετιστήριο δώρο και παραδείσιο ξεπροβόδισμα εκείνου του γλυκύτατου χερουβείμ που τον συνοδεύει σιωπηλά προς την τελική εξαΰλωσή του.

 

Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει

https://www.youtube.com/watch?v=giUfgHcN0oQ

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/63516 στις 7 Απριλίου 2017)

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα μεγάλο παζλ. Ενώνεις κομματάκια, συνδυάζεις καμπύλες και γωνίες, υπολογίζεις φόρμες και προχωράς. Στήνεις ένα τελικό αποτέλεσμα στο μυαλό σου, γίνεσαι αρχιτέκτονας και χτίστης μαζί. Δοκιμάζεις συνεχώς ταιριάσματα, που άλλα πετυχαίνουν και άλλα πέφτουν στο κενό. Ο σκοπός είναι να προχωράει το έργο, να σε πείθει για το μέλλον του, να σε τροφοδοτεί με ικανοποίηση και χαρά βλέποντάς το να προοδεύει.

Αυτό που λέμε πρόοδος δεν είναι απαραίτητα ο σχηματισμός μιας ευχάριστης εικόνας. Μπορεί αυτό που απεικονίζεται να είναι από θεσπέσιο μέχρι δυσάρεστο ή ενοχλητικό στην όψη. Δεν είναι όλα για όλους, και παρότι ένα παζλ συνήθως ψυχαγωγεί, ενδέχεται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις ο στόχος να είναι απλώς η ολοκλήρωσή του και όχι η τελική τέρψη μπροστά στην εικόνα του.
Αν λείπει κάποιο κομμάτι, αν παράπεσε στο πάτωμα, στο ντουλάπι ή στο κουτί, το παζλ μένει ανολοκλήρωτο. Σε αυτή την περίπτωση είτε ψάχνεις το χαμένο ταίριασμα, είτε εγκαταλείπεις το έργο. Εξαρτάται πόσο θέλεις να ολοκληρώσεις το παζλ ή αν τελικά σου είναι αδιάφορο, ως άλλο ένα παιχνίδι κατασκευής που εύκολα το παρατάς για να ξεκινήσεις κάτι άλλο.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, και δη οι ερωτικές, κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο.
Όσο το αγαπώμενο πρόσωπο σε τροφοδοτεί με εικόνες, ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα, όσο σε συναρπάζει, σε κινητοποιεί να επιχειρήσεις την επόμενη κίνηση, να πας το έργο λίγο πιο πέρα. Σε κάνει να θέλεις να επιδιώξεις και να δεις την πρόοδο, σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και σε τροφοδοτεί ψυχικά για το επόμενο βήμα. Κι αυτό, επειδή η ψυχολογική προετοιμασία των παικτών είναι μια αλληλένδετη με τις κινήσεις τους διαδικασία, που έχει ως καύσιμο την ανταπόκριση, τον συναισθηματικό ανεφοδιασμό, την τέρψη μπροστά σε κάτι που συνεχίζει να αναπτύσσεται και να σημαίνει κάτι σπουδαίο.

Ο εραστής που αισθάνεται αγαπημένος, κατέχει τα εφόδια για να κάνει την επόμενη κίνηση αγάπης. Αυτά τα εφόδια είναι ανίκητα, τίποτε δεν μπορεί να τα υπερβεί, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες. Έχει σύμμαχο, συμπαίκτη που τον κάνει να νιώθει ισχυρός, αήττητος, και χίλιους λόγους για να συνεχίσει να επιδιώκει το μέλλον. Άρα είναι και ο ίδιος μάχιμος και δυναμικός, και συμμετέχει ενεργά σε αυτό τον ωραίο αγώνα.

Συνήθως δεν έχουν σημασία οι δηλώσεις, σε περιπτώσεις σαν αυτές. Οι ερωτευμένοι λένε πολλά. Σημασία έχουν οι πράξεις. Η έμπρακτη απόδειξη πως η όποια σχέση περπατάει προς τα μπρος, ακόμη και να κάποιες φορές συμβαίνουν πισωγυρίσματα. Τι είναι αυτό που ακολουθεί ανεξάντλητα και απρόσκοπτα ανοδική πορεία, εξάλλου; Στη Φύση όλα συμβαίνουν κυκλικά, παράλληλα, ταυτόχρονα, αλλά και ετεροχρονισμένα ή και αντίθετα. Η Φύση είναι το βασίλειο και η δόξα της εντροπίας.

Το ερωτικό παζλ πρέπει να κινείται, να ζει, να ανασαίνει. Να πείθει πως έχει λόγο να συνεχιστεί. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να μείνει στη μέση είναι ένας από τους δύο, ή και οι δύο, να νιώσουν και να δείξουν πως το έργο δεν έχει μέλλον και ζωή. Όχι να το πουν ή απλώς να το αισθανθούν: να το αποδείξουν.

Ο ερώμενος που τυχόν αποφασίσει να επιμείνει στην πάλη της διαδικασίας για κάποια πρόοδο δεν θα πειστεί ποτέ πως οφείλει να τα παρατήσει, εάν ο ερών δεν του αποδείξει πως η αγάπη και η όρεξή του έχει πια στερέψει, και άρα δεν είναι πλέον ερώμενος. Τότε δεν χρειάζεται άλλου είδους αποδείξεις – τις αποδείξεις τις ζει στο πετσί και στο είναι του. Σε κάθε βλέμμα που ακουμπά στον κόσμο. Επειδή μένει ακάλυπτος, στερημένος. Το εσωτερικό καύσιμό του λιγοστεύει και κάποια στιγμή δεν έχει παρά να το αναγνωρίσει και να συμμορφωθεί, μιας και δεν έχει πια τα εφόδια ή τη δύναμη να κάνει βήμα. Αναγκάζεται τότε να προσγειωθεί σε μια νέα πραγματικότητα, στεγνή και απογυμνωμένη από τα στολίδια των αισθημάτων που ζεσταίνουν την ψυχή, κενή από το ωραίο και δυσεύρετο εκείνο νόημα που άλλοτε έθρεφε σαν μωρό που θεριεύει το αίσθημα που έδενε τους δυο ανθρώπους.

Το ζωοποιό γάλα μιας ερωτικής σχέσης είναι η διάχυτη αγάπη, η εικόνα και η ιδέα της συναισθηματικής εγγύτητας και τη ανάγκης που κάνει τους εραστές ανίκητους και θεϊκούς. Και, κυρίως, ενωμένους. Η ανταλλαγή άυλων κυρίως υλικών, δηλαδή, που μόνο αυτά καταφέρνουν να κάνουν έναν άνθρωπο να αισθάνεται αθάνατος μπροστά στο θάνατο της αγάπης.

«Προειδοποιήθηκε, έλαβε εξηγήσεις, κι όμως επιμένει». Είναι μια διαδικασία άμυνας, ή έστω της ιδέας της, για κείνον που δεν θέλει να παραδεχτεί την πραγματικότητα της μοναξιάς που ακολουθεί μια σχέση χωρίς αίσιο τέλος. Δεν διαρκεί πολύ η διαδικασία αυτή, και αυτό είναι επιβεβαιωμένο. Ο καιρός θεραπεύει τις πληγές, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θεραπεύει και τις ελπίδες.
Εδώ δικαιώνεται η γνωστή κινηματογραφική ρήση εκλογίκευσης: «Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει».

Εκείνος που αναγκάζεται να υποστεί μια εξέλιξη της πραγματικότητας που τον κάνει και πονάει, που αρχικά την αρνείται και βάζει στόχο να την ανατρέψει προς το καλύτερο, κάποτε καταλαβαίνει το άτοπο των προσπαθειών του. Και συμμορφώνεται. Θωρακίζεται. Βλέπει καθαρά. Καταλαβαίνει. Κι έτσι μπαίνει σε λειτουργία αυτοάμυνας, παύει να επιμένει, το πείσμα του ξεθωριάζει, φθίνει, γίνεται μαλθακό. Μέχρι που σταματάει οριστικά να υπάρχει.

Το σημάδι που αφήνει ο έρωτας πάνω του λειαίνεται σιγά σιγά, σαν βοτσαλάκι στην παραλία. Παραμένει εκεί μόνο και μόνο για να του υπενθυμίζει απλώς πως και οι χειρότερες πληγές κλείνουν κάποτε, και πως ο πόνος λήγει.

Τότε, και μόνο τότε τελειώνουν και οι ανθρώπινες σχέσεις. Όταν η ελπίδα της ύπαρξης του ζωοποιού συναισθήματος στα έγκατα της ψυχής του άλλου αρχίσει να καταρρέει. Μόνο έτσι παύει να ζει και στην ψυχή του έτερου εραστή.

Έτσι, ο έρωτας καταλήγει να συμμορφώνεται με τους κανόνες του παζλ. Αν οι παίκτες δεν επιδιώξουν να ξαναβρούν τα χαμένα κομμάτια, αν η ανάγκη και η επιθυμία τους για ολοκλήρωση της εικόνας αποδειχθούν ανίσχυρες και περιορισμένες, τότε το παζλ μένει ημιτελές. Κλείνεται στο κουτί του διαλυμένο και τη θέση του καταλαμβάνει ένα καινούριο παιχνίδι. Ή και κανένα.
Στους έρωτες συμβαίνει το ίδιο: αν οι συνοδοιπόροι πάψουν να νιώθουν και να πείθουν για την ανάγκη τους να εξελιχτεί η όποια σχέση, αν δείξουν πως η ένωσή τους δεν τους είναι πια ακριβή, τότε εκείνη κλείνεται σε ένα κουτί, χάνει τη δομή και τη δύναμή της, και γίνεται ανάμνηση ή και λησμονημένος χρόνος, κηλίδα στα έγκατα μιας αποξενωμένης από τον άλλον ψυχικής κατασκευής. Ολόιδια με ένα παλιό σημάδι ιλαράς πάνω σε ένα μάγουλο ή σε ένα χέρι.

Αρέσει σε %d bloggers: