Daily Archives: 30 Νοεμβρίου, 2017

There is no Santa Claus

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Staxtes στις 30 Νοεμβρίου 2017)

Υπάρχει ένας αλάθητος τρόπος να καυτηριάζεις μια πληγή, ένα συναίσθημα, μια έξη.

Στη διαδικασία αυτή, η δυσφορία είναι φυσικά αναμενόμενη: καμία χειρουργική επέμβαση δεν έχει πλάκα.

Όταν όμως πρόκειται για θέμα ζωής ή θανάτου, σαφώς προτιμάς να διασχίσεις έναν κάμπο με αγκάθια παρά να περιμένεις να βγουν τα φίδια να σε φάνε.

Ο τρόπος αυτός είναι μάλλον απλός ως προς τη σύλληψή του.

Το άρρωστο «κάτι» συνήθως χτυπιέται καλύτερα με τα δικά του μέσα.

Η πληγή χτυπιέται με νυστέρι που την σκάβει λίγο περισσότερο για να την καθαρίσει.

Το συναίσθημα παλεύεται με τα τραγούδια/μέρη/λόγια/εικόνες που το έχτισαν και το συνόδευαν όσο διαρκούσε αμφίπλευρα το πάθος (τόσο ώστε να γίνεις αναίσθητος σε αυτά).

Και η έξη χρειάζεται μια νέα έξη για να αποδομηθεί, και σιγά σιγά να σβήσει.

Είναι σκληρό να πρέπει κάποιες φορές να αποχωρίζεσαι αιφνιδίως πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους που έχεις αγαπήσει βαθιά.

Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως, ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της ανατροπής. Της διάψευσής τους.

Κανένας βέβαια δεν το σκέφτεται αυτό όταν τις εγκαινιάζει.

Όπως οι έφηβοι και οι νεαροί, έτσι και οι ερωτευμένοι οικειοποιούνται το αίσθημα – ή έστω την εντύπωση – της αθανασίας.

Οι νέοι έχουν την ωραία ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατοι σωματικά και ψυχικά, και οι ερωτευμένοι πως η σχέση τους είναι μοναδική, και ποτέ δεν θα λήξει.

Είναι όμορφοι οι θιασώτες του ανέφικτου, ακριβώς επειδή προσδίδουν – έστω και προσωρινά – ένα ανθρώπινο πρόσωπο στις κατεξοχήν απάνθρωπες καταστάσεις: στο χρόνο που περνά και στην φθορά των πάντων.

Διασκεδάζουν τις εντυπώσεις όσων σοφότερων πέρασαν ήδη από εκεί και γνωρίζουν όσα αυτοί αρνούνται να πιστέψουν.

Ενίοτε, τους βοηθούν να παραβλέψουν, ή έστω να λησμονήσουν για λίγο την ματαιότητα της ύπαρξης και να τοποθετηθούν μέσα σε ένα δανεικό ιδανικό πλαίσιο, που ναι μεν δεν τους ανήκει οριστικά, από την άλλη όμως επιδρά ανακουφιστικά, και τους ανανεώνει.

Με την ίδια λαχτάρα και θαυμασμό που ένας γέροντας κρατά στα πόδια του και χαίρεται με ένα μωρό παιδί που του χαμογελά και του μεταδίδει κύματα ζωής και διάρκειας που στην ουσία ο ίδιος δεν έχει , οι ενήλικες επωφελούνται από την έξαψη των νεαρών που θεωρούν πως είναι μοναδικοί και άτρωτοι σε αυτό τον κόσμο. Και αυτό, όχι μόνον όσον αφορά στις ανύπαρκτες ακόμη ρυτίδες τους ή τα ακόμη δροσερά τους χείλη, αλλά και στο εύρος και στην ισχύ των αισθημάτων τους, που τα χειρίζονται και τα επιδεικνύουν ως αναλλοίωτα και μοναδικά στην πλάση.

Τα παραμύθια είναι όμορφα, ποτίζουν τις ψυχές και διευκολύνουν τον ύπνο των δικαίων.

Όσο μεγαλώνουμε και χάνουμε αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων την πίστη μας σε αυτά,

τόσο θεριεύει μέσα και γύρω μας ο κίνδυνος της αναπόφευκτης ξηρασίας.

Όμως σε περιστάσεις σαν αυτήν τα λόγια είναι μάταια, περιττά, και λίγα.

Και τούτο εδώ το κείμενο γράφτηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα σε μια βόρεια πόλη με βροχή, μόνο και μόνο για να επιχειρήσει να παραπονεθεί διακριτικά, να βγάλει λίγη πίκρα απέναντι στις προτετελεσμένες διαδρομές που υποχρεούνται να διανύουν όλα τα πράγματα του κόσμου.

*

©Μαρία Πετρίτση

Paradise Circus

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 30 Νοεμβρίου 2017)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φαγοπωλείο που έμοιαζε με τσίρκο. Οι σερβιτόροι φορούσαν στολές θηριοδαμαστών και οι σερβιτόρες έμοιαζαν με ακροβάτριες. Στην κουζίνα οι κατσαρόλες ήταν μαγικά καπέλα και στα ράφια τα κρασιά ήταν φυλαγμένα σε δοκιμαστικούς σωλήνες. Οι πελάτες φορούσαν εντυπωσιακά ρούχα και φανταχτερά κοσμήματα, που έβρισκαν στο βεστιάριο της εισόδου δωρεάν.

Παντού υπήρχαν καθρέφτες, πολύχρωμα φωτάκια, κεριά, βελούδινα μαξιλάρια, σημαιάκια, τροχοί της τύχης, καρουσέλ και κρυστάλλινες σφαίρες. Οι μουσικοί κυκλοφορούσαν σαν σαλτιμπάγκοι ανάμεσα στα τραπέζια χορεύοντας και παίζοντας φλογέρα, ντέφι και βιολί. Η τραγουδίστρια, μια όμορφη κοπέλα με αφόρητα γλυκό βλέμμα και λαχταριστό κορμί, τους ακολουθούσε ημίγυμνη, χαρίζοντας λουλούδια στους πιο γοητευτικούς πελάτες. Πότε πότε έκανε ακροβατικά παίζοντας με τις κλωστές που έδενε σφιχτά στα χέρια της, και δίπλωνε το σώμα της σαν λάστιχο αποφεύγοντας με κομψούς ελιγμούς τις μύτες των μαχαιριών που οι μουσικοί εκτόξευαν επιτήδεια προς το μέρος της.

Στην ξύλινη σκάλα έπεφτε ένα διάφανο πέπλο που χώριζε τη σάλα από τα καμαρίνια των ζογκλέρ, που έμοιαζαν με κλόουν, και ήταν κοντοί σαν νάνοι. Όταν το φαγοπωλείο γέμιζε κόσμο, οι ζογκλέρ έβγαιναν όλοι μαζί και αντάλλασσαν μεταξύ τους καθαρά και βρώμικα πιάτα και ποτήρια, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει για πότε βρίσκονταν από το τραπέζι στην κουζίνα και τούμπαλιν.

Στο μενού υπήρχαν πιάτα σπάνιων γεύσεων, φτιαγμένα με μυρωδικά και εξωτικά μπαχάρια, και τα ποτήρια εκτός από ζεστό ρουμπινί κρασί γέμιζαν και με πολύχρωμα μεθυστικά κοκτέηλ. Στο φαγοπωλείο δεν σερβίρονταν ποτέ πιάτα με κρέας, και αυτό ήταν το μοναδικό σημείο όπου η ιδιοκτήτρια, που υπεραγαπούσε τα ζώα, διαχώριζε τη θέση της από το κλασικό σαρκοβόρο τσίρκο έτσι όπως το ξέρουμε ή το έχουμε ακούσει.

Η μαγεία και η παραξενιά του τσίρκου-φαγοπωλείου έφερνε ευφορία και χαλάρωση στους πελάτες, που αργά τη νύχτα μεταμορφώνονταν στους αγαπημένους τους ήρωες και ζούσαν δικές τους στιγμές. Άλλοι προτιμούσαν τις παιδικές σκηνές και άλλοι έβρισκαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν τις πιο ενήλικες φαντασιώσεις τους. Όλοι έφευγαν λίγο πριν χαράξει, ευχαριστημένοι και απαλλαγμένοι, έστω και προσωρινά, από το άγχος της καθημερινής τους ταυτότητας.

Οι γείτονες αγνοούσαν την ύπαρξη του μαγικού φαγοπωλείου, στο οποίο μπορούσε κανείς να βρεθεί περνώντας μέσα από μια μυστική πόρτα, χτισμένη στο πίσω μέρος ενός μπακάλικου. Μόνο οι ιδιοκτήτες του μαγαζιού γνώριζαν την ύπαρξη του μυστικού περάσματος, και οι αφοσιωμένοι πελάτες που, κυρίως τα Σάββατα, αφού πρώτα ψώνιζαν τα τσιγάρα και την τεκίλα τους από τον γλυκομίλητο μπακάλη, κατέβαιναν τα σκαλιά του μαγικού φαγοπωλείου, με τον ίδιο τρόπο που η Αλίκη είχε γλιστρήσει παλιότερα στην είσοδο της Χώρας των Θαυμάτων.

Το φαγοπωλείο αυτό λειτουργούσε επί χρόνια στην ίδια γειτονιά, και ήταν μοναδικό στο είδος του. Ακούγονται ιστορίες πολλές για όλα αυτά τα χρόνια που χάρισε στους πελάτες του χαρά και μαγεία, αλλά αυτές τις ανακαλύπτει κανείς τυχαία, κρυφακούγοντας από το διπλανό τραπεζάκι σε ένα αδιάφορο συνοικιακό καφέ. Έτσι μαθαίνει πολλά, μέσα από διηγήσεις τρίτων που σύχναζαν κάποτε εκεί, και σήμερα το αναπολούν με την τρυφερή νοσταλγία θεατή περιπλανώμενου τσίρκου που μέσα σε λίγες μέρες μάζεψε τις σκηνές και τα καμαρίνια του κι έφυγε για άλλη πόλη.

 

Αρέσει σε %d bloggers: