Monthly Archives: Απρίλιος 2018

The Three Wishes

threewishes1

 

Όλες οι ιστορίες από τις  staxtes

Όλες οι ιστορίες από την Bibliotheque

 

 

 

 

 

 

Μια βόλτα

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 11 Μαρτίου 2018)

Ξέρεις τι ονειρεύομαι;
Μια βόλτα στο Ντιτρόιτ. Νύχτα. Ανάμεσα σε έρημα κτίρια και άδειους δρόμους.
Μια βόλτα ανατριχιαστική.

Εκεί που τα φανάρια αναβοσβήνουν ακόμα από μόνα τους, μιας και φεύγοντας δεν σκέφτηκε να τα σβήσει κανένας.
Και που στις γωνίες των τετραγώνων εμφανίζονται απρόβλεπτα κάτι άγρια πουλιά.

Να κοιτάζω μέσα σε σκοτεινά παράθυρα και να βλέπω σκονισμένα έπιπλα, πατώματα με ρωγμές, αράχνες στα ταβάνια.
Παλιές φωτογραφίες στους τοίχους και κουζινικά σκεύη πεσμένα στο πάτωμα, κάτω από την επιμονή μιας γάτας ή ενός ποντικού που έψαχνε πώς να τραφεί.
Μπορεί και κάποιο ρουχαλάκι παιδικό ή μια σχισμένη αρβύλα.
Κάτι με αναμνήσεις, τέλος πάντων, που να καταφέρει να με κάνει να συγκινηθώ.

Να μπαίνω σε εγκαταλελειμμένα εργοστάσια ζάχαρης και να τρίζουν οι σόλες των παπουτσιών μου.
Να απολαμβάνω το κριτς! της πατούσας σε ολόκληρο το σώμα μου και να εισπνέω τη μούχλα της κλεισούρας και μιας παλιάς γλυκύτητας που έμεινε εκκρεμής.
Να νιώθω ευγνωμοσύνη.

Θα μου άρεσε να περπατάω μπροστά σε βικτωριανά σπίτια με δαντελωτά κουρτινάκια και ξύλινα κατώφλια. Κάπως τρομακτικά.
Και σε χωράφια άσπαρτα, γεμάτα ζώα που δεν ζητάνε και πολλά για να επιβιώσουν.
Να καπνίζω με την πλάτη κολλημένη σε μια κολώνα ηλεκτροδότησης και να διαβάζω τα σχισμένα αποκόμματα των εφημερίδων που κάποτε κόλλησαν κατά λάθος στην πίσσα του κορμού της.
Που περιγράφουν τα νέα μιας πολύ παλιάς εποχής. Που προειδοποιούν για κάτι που έχει ήδη παρέλθει

.
Θα μου άρεσε να διακρίνω τα φώτα μιας διπλανής πόλης πιο μακριά, και στο σημείο όπου ο μαύρος ορίζοντας θα βάφεται πορτοκαλί.
Να βάλω σημάδι για να ξέρω πως κάπου εκεί η μοναξιά έχει κατά προσέγγιση υποστεί τα όριά της.

Κλείσε τα γιαπωνέζικα μάτια σου τώρα, και δες τι εννοούσα.

 

Όνειρο που φεύγει είν’ η ζωή

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις staxtes στις 22 Μαρτίου 2018)

Εκείνη την ημέρα, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του μετρό, διαπίστωσε πως έβγαινε σε μια άδεια πόλη. Ήταν μόνη της. Στο χέρι της κρατούσε ένα μαύρο τηλέφωνο, από κείνα τα παλιά με το στρογγυλό καντράν και τα λευκά νούμερα. Χωρίς καλώδιο.

Το άφησε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να περπατά στην άσφαλτο – γύρω της η πόλη έμοιαζε με σταματημένο καρέ. Καμία κίνηση, κανένας ήχος. Ούτε καν τα σύννεφα δεν πετούσαν στον ουρανό. Έκανε λίγα βήματα και τότε είδε μπροστά στα πόδια της μια διάφανη πλαστική σακούλα με νερό. Στο πάνω μέρος ήταν δεμένος ένας χοντρός κόμπος. Μέσα κολυμπούσαν δύο ψάρια. Της φάνηκαν κάπως υπερτροφικά για να προέρχονται ή να προορίζονται για κάποια γυάλα, δεν ήταν καν χρυσόψαρα. Τα άφησε εκεί και περπάτησε κι άλλο.

Συνέχισε να προχωρά μέχρι που είδε το κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού.

Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το μεγάλο ρολόι. Ήταν σταματημένο στις 3. Παρατήρησε πως στα πλάγια του, δεξιά κι αριστερά, υπήρχαν δύο μεγάλα φτερά. Της ήρθαν στο νου τα Φτερά του Έρωτα, αλλά πέρα από αυτή τη σκέψη τίποτε περισσότερο δεν παρέπεμπε στην ταινία. Στον ουρανό τα σύννεφα είχαν ζωντανέψει και τώρα έτρεχαν σε γρήγορη κίνηση προς το βορρά. Μπήκε στο σταθμό και κατευθύνθηκε προς το βάθος.

Στο τέλος του διαδρόμου, εκεί που ήταν η καφετέρια, είδε τον Tom Waits και τον τον Iggy Pop που έπιναν burbon και καφέ. Κάπνιζαν στριφτά τσιγάρα, στο τραπέζι έχασκε ανοιχτός ένας καπνός Drum κι ένας zippo, και γύρω τους κανείς.

Ήξερε πως η σκηνή ήταν από την ταινία του Jarmusch, Coffee & Cigarettes. Η μόνη διαφορά ήταν πως η εικόνα τους ήταν παραμορφωμένη, έτσι όπως παραμορφώνεται καμιά φορά στο σινεμά η κόπια και τη βλέπεις να βγάζει όξινες μπουρμπουλήθρες στην οθόνη, και να τρυπάει, να καίγεται, να λιώνει.

Αρέσει σε %d bloggers: