Category Archives: Αυγή

Μόλεμπεϊκ, η καθημερινότητα στο «γκέτο»

AVGH

(Kείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα στις 30 Νοεμβρίου 2015)

Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις μια πόλη, ή μια γειτονιά, είναι να την περπατήσεις. Στις μέρες μας, η πιο συζητημένη και επίκαιρη γειτονιά των Βρυξελλών είναι το Μόλεμπεϊκ (καθώς σε αυτή, μετά την 13η Νοεμβρίου, έγιναν συλλήψεις εννιά υπόπτων για τις επιθέσεις στο Παρίσι). Κάποτε η περιοχή αυτή αποκαλούνταν «το Μικρό Μάντσεστερ του Βελγίου» λόγω της έντονης βιομηχανικής ανάπτυξης που γνώρισε πριν από έναν περίπου αιώνα, σήμερα όμως έχει τη φήμη πως «χρειάζεσαι διαβατήριο για να περάσεις», και αυτή η φήμη, πέρα από αστεϊσμός είναι σε μεγάλο βαθμό και μια δυσάρεστη πραγματικότητα.
Ο δήμος των ενενήντα πέντε χιλιάδων κατοίκων είναι δομημένος σε δύο κομμάτια που χωρίζονται από τις γραμμές του τρένου. Δυτικά του σιδηροδρομικού σταθμού απλώνεται η αμιγώς οικιστική περιοχή και τα κτίρια της δεκαετίας του ’50 και του ’60, που αρχικά κατοικούνταν αποκλειστικά από Βέλγους. Ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού ανθεί το εμπόριο, η νυχτερινή ζωή, τα θέατρα και το αραβικό φολκλόρ που, όσο διαρκεί το φως της μέρας, προσελκύουν έναν σημαντικό αριθμό τουριστών και επισκεπτών. «Πρόκειται για την ‘αραβική γειτονιά’, που άλλοτε έμοιαζε με το Marrakech, στις μέρες μας όμως κινδυνεύει σοβαρά να μεταμορφωθεί σε ένα νέο Peshawar», τονίζει χαρακτηριστικά η δήμαρχος.
Σήμερα το Μόλεμπεϊκ κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Άραβες, και κατά 80% από Μαροκινούς. Τα μικρομάγαζα, τα εστιατόρια, τα καφενεία και τα σχολεία λειτουργούν κυρίως με τον ντόπιο πληθυσμό. Η περιοχή υπακούει σε άρρητους νόμους οι οποίοι αποτελούν τον καθημερινό κώδικα επικοινωνίας και κοινωνικής δομής του μουσουλμανικού κόσμου. Πολυάριθμα μαροκινά, τούρκικα ή αλγερινά τζαμιά λειτουργούν σε μικρά διαμερίσματα εργατικών πολυκατοικιών, παρότι υπάρχει και κανονικό τζαμί του οποίου ο μιναρές διακρίνεται από όλα τα σημεία της περιοχής. Στα κρεοπωλεία δεν πωλείται χοιρινό κρέας και η τροφοδοσία τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρεία Isla Meat. Σε ορισμένα καφενεία, όπως το γνωστό στην περιοχή L’ Baraka, η παρουσία γυναικών δεν γίνεται εύκολα ανεκτή. Η πώληση αλκοόλ επιτρέπεται σε συγκεκριμένα μόνο σημεία και εξυπηρετεί κυρίως τουριστικούς σκοπούς.
«Όσες φορές έχει πατήσει λευκός στο μαγαζί μου», αναφέρει ο Τζαμάλ, ιδιοκτήτης καφενείου, «είναι για να κάνει κάποιον έλεγχο. Δεν έχω τίποτα εναντίον της πολυπολιτισμικότητας, όμως όλοι μου οι πελάτες είναι Μαροκινοί». Ο Τζαμάλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικού μετανάστη που ήρθε στο Βέλγιο αναζητώντας εργασία και κοινωνική ανέλιξη, όπως πολύς κόσμος που καταφθάνει καθημερινά από την Αλγερία, την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σομαλία. «Ήρθα εδώ για να δουλέψω. Αν ήταν να διάλεγα χώρα με καλό καιρό θα έμενα στην πατρίδα μου. Τουλάχιστον εκεί κάνει ζέστη. Τώρα με τα επεισόδια η μάνα μου ανησυχεί, με παίρνει τηλέφωνο από το Μαρόκο κάθε βράδυ».
Ο γνωστός ηθοποιός Ben Hamidou, σαράντα εννέα ετών, μουσουλμάνος, είναι ένας από τους κύριους εκπροσώπους της τέχνης και της διανόησης στην περιοχή. Έζησε την έξαρση των επιθέσεων των ακροδεξιών στις συνοικίες του Molenbeek του ’80, τις οδομαχίες του ’91, τη δημιουργία των πρώτων αστικών κατοικιών, την εξάπλωση του τσαντόρ, την έξαρση της τζιχάντ. «Παρατηρώ μια εμμονή στις διακρίσεις και την καταπίεση, μια έξαρση της ισλαμοβοφίας», δηλώνει. «Όλα αυτά όμως δεν είναι μοιραία. Δεν καταπολεμούνται με παράπονα και μεμψιμοιρίες. Πρέπει να αναλάβουμε δράση».

«Το Μόλεμπεϊκ το θεωρούσα σπίτι μου για εννέα ολόκληρα χρόνια», δηλώνει ο Φλαμανδός Teun Voeten, πολιτισμικός ανθρωπολόγος και φωτογράφος πολεμικού ρεπορτάζ. «Το 2005, πού ήρθα να μείνω εδώ, ήταν η πιο κακόφημη και φθηνή γειτονιά των Βρυξελλών. Ανήκα στο νέο κύμα των ανθρώπων με πανεπιστημιακή μόρφωση, κατά κανόνα λευκών, των ‘bourgeois bohémiens’, όπως μας αποκαλούσαν οι Βέλγοι. Συνεργαζόμασταν με έναν ντόπιο εργολάβο, τον Χασάν, ο οποίος μια ωραία πρωία εξαφανίστηκε με τα ενενήντα πέντε χιλιάδες ευρώ που του είχαμε πληρώσει για την ανακαίνιση του κτιρίου μας. Μέσα σε εννέα χρόνια κατάλαβα πως η γειτονιά κατοικούνταν κυρίως από φανατισμένους και επικίνδυνους ανθρώπους. Με την ανεργία να φτάνει το 30% οι δρόμοι ήταν γκιλοτίνες. Οι λευκές που κυκλοφορούσαν στο δρόμο ασκεπείς άκουγαν βρισιές και απειλές. Αν τολμούσες να πεις μια κουβέντα για να τις υποστηρίξεις σε φώναζαν ρατσιστή και σου άρχιζαν κατήχηση. Τα εβραϊκά μαγαζιά στη Chaussée de Gand έκλεισαν κακήν κακώς, βανδαλισμένα. Οι ομοφυλόφιλοι της περιοχής έφυγαν άρον άρον, καθώς έπεφταν θύματα βίας κάθε τόσο. Δεν υπήρχε ούτε ένα καφενείο όπου να μπορούσαν να συνυπάρξουν άραβες, μαύροι και λευκοί. Οι παιδικές συμμορίες κυριαρχούσαν στην περιοχή, ασφάλεια δεν ένιωθες πουθενά. Έφυγα από το Μόλεμπεϊκ το 2014 λόγω φόβου. Η κουλτούρα της γειτονιάς μου ήταν η κουλτούρα της άρνησης. Μια αλλιώτικη δυναμική μπορεί να υπάρχει στην Καζαμπλάνκα ή στο Μαρακές, σίγουρα όμως όχι εδώ. Το Μόλεμπεϊκ είναι γεμάτο στενά δρομάκια, φθηνά διαμερίσματα και ιδιωτικά Kashba [τι ν αυτό] όπου οι τζιχαντιστές μπορούν να κρυφτούν ανενόχλητοι. Ο αυτοκινητόδρομος και ο πιο πολυσύχναστος σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης βρίσκονται λίγα λεπτά πιο πέρα, γεγονός που εξασφαλίζει εύκολη οδική πρόσβαση».

Ο Νίκος, Έλληνας δικηγόρος, μόνιμος κάτοικος Βρυξελλών, λέει: «Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του. Υπάρχει ένας αόρατος εχθρός που δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει. Ελπίζουμε να πιάσουν σύντομα τους τρομοκράτες, ξέρουμε όμως πως δεν είναι εύκολο. Η μουσουλμανική κοινότητα των Βρυξελλών είναι τεράστια, και πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν ενσωματωθεί καν στην κοινωνία μας.”
Ο Αντώνης, επίσης μόνιμος κάτοικος Βρυξελλών, προγραμματιστής η/υ, δηλώνει: «Πιστεύω πως έτσι όπως έχουν τα πράγματα για την ώρα τίποτε σοβαρό δεν πρόκειται να συμβεί. Μπαίνουμε όμως σε μια εποχή αμφιβολίας και άγχους. Από την άλλη, αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα για την επίλυση σοβαρών προβλημάτων σε περιοχές όπως το Άντερλεχτ  και το Μόλεμπεϊκ, όπου η εγκληματικότητα είναι υψηλότερη από άλλα σημεία της πόλης».
Οι κάτοικοι του Μόλεμπεϊκ δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ζουν κανονικά τη ζωή τους σύμφωνα με τους κώδικες του πολιτισμού, της ιστορίας και της θρησκείας τους. Μέσα στο κλειστό πλαίσιό τους, συνεχίζουν να διατηρούν τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά τους. Εκπαιδεύουν τα παιδιά τους σύμφωνα με αυτές τις αρχές και φροντίζουν να μην χαθούν οι παραδόσεις τους, όπως τείνει να κάνει κάθε λαός που ζει μακριά από τη χώρα του. Είναι αλήθεια πως εξαιτίας των κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων τους, καθώς και της ταξικής διαφοράς με άλλες εθνότητες της χώρας, η πλήρης ενσωμάτωσή τους στη βελγική κοινωνία δεν είναι αυτονόητη. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητάς του, το Βέλγιο θεωρείται από τα ανεκτικότερα και προοδευτικότερα ευρωπαϊκά κράτη.
Το 2012, στην κεντρική πλατεία της πόλης, την τουριστική Grand Place, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο δέντρο αντικαταστάθηκε από μια φωτεινή κυβιστική κατασκευή από μέταλλο ύψους είκοσι τεσσάρων μέτρων. Πολλοί υποστήριξαν πως αυτό συνέβη μετά από ενστάσεις της μουσουλμανικής κοινότητας που πρότεινε «την κατάργηση αυτού του παγανιστικού συμβόλου, το οποίο με το πέρας του χρόνου εκχριστιανίστηκε από τις εκκλησίες». Τη φήμη αυτή έσπευσε να διαψεύσει ο εκπρόσωπος του Δήμου Βρυξελλών. Η κοινή γνώμη, εντούτοις, αντέδρασε έντονα, δεδομένου ότι μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα όπως οι Βρυξέλλες οφείλει να σέβεται τις παραδόσεις και τις ιδεολογίες όλων των κατοίκων της, εφόσον ακόμη και για τους άθεους το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραμένει ένα εορταστικό σύμβολο.
Η πραγματικότητα είναι πως, για τον τουρίστα, μια βόλτα στα στενά του Μόλεμπεϊκ θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα εμπειρία. Για τους κάτοικους των Βρυξελλών, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα σχεδόν άβατο μουσουλμανικό γκέτο.

Πηγές: POLITICO –  Molenbeek broke my heart, Teun Voeten, 2015
La Libre.be –  Molenbeek, son enérgie et ses démons, François Brabant, 2015
New Diaspora –  Fear and Loathing in Brussels, Katerina Koronaki, 2015

Rita Mitsuko lovers

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της εφημερίδας ΑΥΓΗ στις 6 Ιανουαρίου 2015)

Σπίτια με καμινάδες που μυρίζουν ευκάλυπτο, βρώμικα μυαλά και καθαρά κρύσταλλα, και στους διαδρόμους χαλιά διάσπαρτα με αποκοιμισμένες λέξεις που φοράνε την ταμπέλα της καλοπέρασης και κάνουν πως προωθούν την ευθυμία. Κορίτσια με φανελάκι «I fuck for candy» και αγόρια που δεν σε αφήνουν να τους αγγίξεις τα μαλλιά για να μην τους χαλάσεις το χτένισμα καπνίζουν χασίς και φτηνό αμερικάνικο καπνό στις νότιες γειτονιές της πόλης. Ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα στα μπουρδέλα και στα θέατρα, πέφτει υγρασία στο δρόμο.
Θέλω να μάθω πού ψωνίζουν εσώρουχα οι ντίβες των παραθύρων και να ποζάρω στον καθρέφτη και στον εραστή μου όπως ποζάρουν κι αυτές στους περαστικούς που τις κοιτάζουν σκεπτικοί, χωρίς να τους ενδιαφέρει ο ψυχικός τους κόσμος ή τα άγχη τους, παρά μόνο οι μπούκλες των χειλιών και των μαλλιών τους.

Στη στάση του λεωφορείου περιμένουν μικρομέγαλα παιδιά με ευλύγιστη υπακοή, που μέσα τους μουρμουράνε άσεμνα τραγούδια και το βράδυ, μετά την προσευχή και τη σούπα σέλινο με φέτες φυστικοβούτυρο και μέλι, θα στείλουν υλικό στο youporn, σε έναν διαγωνισμό για νέα ταλέντα. Ένας οδοντίατρος πνίγεται στη σαπίλα ενός φρονιμίτη που αφόρμισε, μια καθαρίστρια σβήνει τα φώτα του κτιρίου που σφουγγάρισε, ένας πιανίστας λαμβάνει αρνητική απάντηση από μια οντισιόν με το ταχυδρομείο, μια μαύρη μαγείρισσα τρίβει το σκούρο δέρμα που της ξεφλούδισε στον αγκώνα. Στο αστυνομικό τμήμα ένας μπάτσος φέρνει Mc Donalds σε χάρτινη σακούλα και στο διπλανό night shop μια Μπαγκλαντεσιανή μητέρα παρακολουθεί ένα λυπηρό σήριαλ με το μωρό στην αγκαλιά της.
Η πόλη σκύβει ένοχα πάνω από τις εισόδους του μετρό και κρυφοκοιτάζει τα νωπά δευτερόλεπτα μιας ποίησης φανατικής, που φοράει σκούφο Nike και αναβλύζει από το στόμα ενός νεαρού που δείχνει να την πιστεύει. Αργότερα, ο ίδιος νεαρός θα στηθεί μπροστά στην πύλη του Ibis ή του Grecotel και θα μετρά τα βήματα των ατάλαντων πελατών που θα μπουν βιαστικά στο 304 ή στο 201 για να ζεστάνουν τα σκεπάσματα που σε λίγο θα κρύψουν την μυστική τους ερωμένη. Εγώ, αφού τα παρατηρήσω και τα καταγράψω όλα αυτά, θα επιστρέψω στην παγίδα της ομορφιάς που οι εμμονές μου μού ανταποδίδουν με περιφρόνηση, και θα συνεχίσω να αφιερώνω εγκαρδίως τις λέξεις μου σε όσους –το πήρα απόφαση πια– δεν διαβάζουν απολύτως τίποτα.

Πάει καιρός από τότε που συνέβησαν όλα αυτά, τα θυμάμαι όμως σαν να ήταν πριν μια ώρα.

Από κείνο το βράδυ που άκουσα για πρώτη φορά σε ένα μπαρ τη φωνή της Ρίτα Μιτσούκο να τραγουδάει στο ντους, άλλαξε η ζωή μου. Όλοι οι κλειστοί χώροι που επισκεπτόμουν μου προκαλούσαν ασφυξία. Έμπαινα και δεν έβλεπα τίποτα, επειδή όλα είχαν γεμίσει υδρατμούς και ερωτικές νυχιές που ξεπλένονταν κάτω από καυτό τρεχούμενο νερό. Κοίταζα στο πάτωμα κι ανάμεσα στα χαλιά έβλεπα σιφώνια να γεμίζουν με το αραιό κόκκινο ζουμί, αφρούς με άρωμα γιαπωνέζικο τριαντάφυλλο και μαύρες σγουρές τρίχες από εφηβαία ή μασχάλες άγνωστων περαστικών.

Πλησίαζα στα παράθυρα της πρόσοψης των διαμερισμάτων και άκουγα τις φωνές των γειτόνων από το φωταγωγό. Άνοιγα τις πόρτες των δωματίων κι έψαχνα τις παχιές λευκές πετσέτες των ξενοδοχείων που τυλίγουν τα κορμιά των εραστών, αφού πρώτα πλυθούν στους ενενήντα και διπλωθούν εξονυχιστικά. Διάβαινα τις εξώπορτες και με έλουζε κρύος ιδρώτας.
Η πλάτη μου κρύωνε, έτσι όπως κρυώνει μια πλάτη που βγαίνει απ’ το χαμάμ, οι παλάμες μου υγραίνονταν. Οι πατούσες μου πλατάγιζαν στο μωσαϊκό έτσι όπως πλαταγίζει μια γλώσσα που τραγουδάει στα γαλλικά ή στη γλώσσα της ζάχαρης ένα υπερβολικά παχύρρευστο τραγούδι.

Άφηνα τότε τα ζουμιά της καραμέλας να μου λούσουν τον εγκέφαλο και με τα χέρια μου σκέπαζα προστατευτικά το υπογάστριό μου. Η Ρίτα Μιτσούκο συνέχιζε να μου τραγουδά εμμονικά, κάνοντας ηλεκτρομαγνητική περμανάντ στην αφόρητα κυρτωμένη συστολή μου.

Εκείνο το βράδυ που άκουσα για πρώτη φορά το τραγούδι αυτό, γνώρισα κι εκείνον.

Δεν τραγουδούσε· ανέπνεε. Κι έτσι όπως μπαινόβγαινε η αναπνοή του σχηματίζονταν οι ήχοι που κατόπιν έφτιαχναν τραγούδια. Σκεφτόμουν την τραχεία του σαν μια μικρή ορχήστρα, και τα πνευμόνια του σαν μια μεγαλύτερη. Η μικρή και η μεγάλη μαζί, συμφωνικές, έφτιαχναν αυτά τα μικρά θαύματα που μου έπαιζε τις νύχτες, όταν απλώς ξάπλωνε δίπλα μου και κοιτούσαμε την φωτεινή επιγραφή να αναβοσβήνει έξω από το παράθυρο.

Από τότε κιόλας ήξερα πως κάποια στιγμή θα χανόμασταν. Μου το είχε πει εξάλλου: «Το ξέρεις, θα χαθούμε».

Ένα βράδυ μου διηγήθηκε μια ιστορία για μια νύχτα που θα περνούσαμε κάποτε, ίσως στο μακρινό ανύπαρκτο μέλλον, σε ένα απομακρυσμένο ξενοδοχείο μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, όπου στο κατώφλι θα τον ρωτούσα: «Μήπως ο Κύριος επιθυμεί μια καλή πουτάνα γι’ απόψε;». Εννοώντας φυσικά πως αυτό το ρόλο θα τον έπαιζα εγώ.

Είχα απορήσει με τον τρόπο που έστηνε εκ των προτέρων τη ζωή μας σε κινηματογραφικά καρέ. Κι ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που με έβαζε να του ζητώ όσα εκείνος ήθελε από μένα.

Χαθήκαμε. Όμως, όπως είχε σαφέστατα δηλώσει πολύ καιρό πριν, ήταν βέβαιο πως δεν θα τον ξεχνούσα ποτέ μου.

Η μεγαλύτερη έκπληξη ήρθε χρόνια μετά, όταν –με εντελώς τυχαίο, σχεδόν τραγελαφικό τρόπο– έμαθα πως το ίδιο συνέβαινε και σε εκείνον. Τις εικονικές ιστορίες που πλάθαμε μαζί, για το μακρινό ανύπαρκτο μέλλον μας, τις χρησιμοποιούσε για να δελεάσει τα επόμενα θύματά του.

Επειδή όμως η τύχη αγαπά τον κλέφτη μα και το θύμα του, έτυχε κάποια από αυτές να πέσει στα χέρια μου με τον πιο παράδοξο τρόπο. Την διάβασα με έκπληξη και μια βαθιά, μαύρη χαρά, και φυσικά απέφυγα να ενημερώσω το καινούριο θήραμά του πως οι σκηνές που πρόβαλλε πάνω του είχαν κοπεί και ραφτεί στα δικά μου απόλυτα μέτρα.

Μου έφτανε που διαπίστωνα, τόσο καιρό μετά, πως ούτε αυτός είχε καταφέρει να γλιτώσει από τον εαυτό του.

Ο καλύτερος τρόπος για να μου στερέψει σήμερα κιόλας ο έρωτας είναι να με προειδοποιείς πως κάποτε θα σου τελειώσει ο δικός σου, μιας και όλοι σου οι έρωτες έτσι τελείωναν: απροειδοποίητα, ξαφνικά, και κανένας δεν κατάφερε να επιβιώσει από την τρομερή εκείνη ασθένεια που σου καίει τα αισθήματα σαν καλώδια της ΔΕΗ και στη θέση τους βάζει μόνον αποφάσεις.

Ενεργοποιείται τότε μέσα μου εκείνος ο αμυντικός μηχανισμός που, σαν δεύτερη φωνή μού ψιθυρίζει: «Τέλειωσέ το πρώτη εσύ και βγες μετά για καμιά βόλτα, για κάνα ποτό, γιατί να αφοσιώνεσαι σε κάτι προτετελεσμένο; Άκου λίγη Ρίτα Μιτσούκο, στην τελική, για να πάρεις θάρρος».

Είναι άλλο να γνωρίζει κανείς πως τίποτε δεν είναι αιώνιο και άλλο να τον προειδοποιούν πως εκείνο που τον συναρπάζει προς το παρόν δεν αναμένεται να επιβιώσει στο μέλλον, επειδή αυτός είναι ο κανόνας. Όλοι γνωρίζουμε πως οι κανόνες είναι μεγάλοι και οι εξαιρέσεις μικρές — και αυτή είναι ίσως η μόνη περίπτωση που ο άνθρωπος, έστω και ανομολόγητα, έστω και κουτά, αποζητά όχι μόνο να συμπεριληφθεί στο πλαίσιο αυτό, αλλά και να ταυτιστεί με το μικρό και όχι με το μεγάλο συστατικό της συμφωνίας.
Όταν τα σκέφτομαι αυτά, νιώθω το αίσθημά μου να τρεκλίζει. Βάφω τα μαλλιά μου αλλιώτικα, φοράω καινούρια ρούχα, αλλάζω τακτικές και ωράρια. Αλλάζω πλευρό και προτιμήσεις.

Γίνομαι η άλλη, η ανταλλακτική. Γίνομαι μια ρόδα σε ένα τρακαρισμένο αυτοκίνητο, που ξέρει πως κάποια χιλιόμετρα πρόκειται να τα διανύσει απλώς και μόνο ως ρεζέρβα. Κι έτσι δεν πολυασχολείται με το ταξίδι της, δεν την νοιάζουν ούτε οι εθνικές οδοί ούτε οι παρακάμψεις.

Γίνομαι μια νύχτα στην πόλη, μια νύχτα που σκεπάζει γλυκά την απώλεια της συστολής και την κάνει να μοιάζει με ένα παλιό, νοσταλγικό τραγούδι της Ρίτα Μιτσούκο που σου γεμίζει ασφυκτικά τα ρουθούνια με πυκνούς υδρατμούς και τα μάτια με βάναυσες εικόνες.

Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετά

AVGH

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 28 Ιουνίου 2014)

Το Σάββατο 28 Ιουνίου, ένα γνωστό αθηναϊκό στέκι, το radiobubble, κλείνει τις πόρτες του. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, όπου μέχρι σήμερα στεγαζόταν και το ραδιοφωνικό στούντιο του ομώνυμου διαδικτυακού σταθμού, αποχαιρετά το κοινό και τους φίλους που εδώ και επτά χρόνια το αγάπησαν, το στήριξαν και μοιράστηκαν εντός του μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια ζωής και όχι μόνο. Από το φθινόπωρο θα βρίσκεται σε αναζήτηση νέου χώρου.

Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών”, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Στο πλευρό του, η Καλλιόπη Τακάκη, ηχολήπτρια και ηθοποιός. Ως ηθοποιός έχει δουλέψει στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Ως ηχολήπτρια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε συναυλίες με γνωστά- άγνωστα συγκροτήματα. Για μικρά χρονικά διαστήματα, συνεργάστηκε στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρουσίαζε μουσικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και στο radiobubble.

Η συνέχεια εδώ

Βρυξέλλες: Η αυταπάτη του αστικού ουράνιου τόξου

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ στις 2 Φεβρουαρίου 2014)

Βρυξέλλες, Ιανουάριος 2014. Στην πρωτεύουσα της Ευρώπης, τις Βρυξέλλες, δεν υπάρχουν μόνο τράπεζες, διεθνείς οργανισμοί, το Atomium και ο Leonidas. Τελευταία παρατηρείται έντονη άνθηση στον τομέα της διασκέδασης, και μάλιστα με άκρως καινοτόμο τρόπο: όλο και περισσότερα trendy μαγαζιά ανοίγουν σε υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης. Θέατρα, μπαρ, εξωτικά εστιατόρια και κλαμπ, που κανονικά θα συναντούσε κανείς σε πιο κεντρικά σημεία, τώρα εμφανίζονται σε γειτονιές μεταναστών, ανάμεσα σε εργατικές κατοικίες και τηλεφωνικές καμπίνες με αφρικανικά και ασιατικά ονόματα.

 Προκειμένου να εξομαλυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η κοινωνική και οικονομική πολυμορφία, η πολιτεία αποφάσισε να προωθήσει την ιδέα της εμπορικής εκμετάλλευσης κάποιων μέχρι πρότινος ανώνυμων λαϊκών περιοχών. Η συγκέντρωση ενός κοινού με οικονομική και μορφωτική υπεροχή σε ένα γκρίζο αστικό τοπίο αποτελεί την νέα επικοινωνιακή πρόκληση: υποτίθεται πως το νέο αίμα, που θα ζωντανέψει τις υποβαθμισμένες ζώνες, είναι ταυτόχρονα το δόλωμα αλλά και η επένδυση για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν αυτή την κοινωνικοοικονομική σύγκλιση.

 «Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες», λέει ο Ντεμπόρ στο βιβλίο του Η κοινωνία του θεάματος. Τα trendy μαγαζιά προσελκύουν μεν πελάτες βορείων προαστίων, τελικά όμως δεν ευνοούν την επαφή με την κοινωνία «της κάτω πλευράς του καναλιού». Η κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ομάδες που τις χωρίζουν οικονομικά και μορφωτικά χάσματα δεν γεφυρώνεται μέσα σε μια glamour επιχείρηση ή χάρη σε αυτήν. Η εικόνα που αφορά τον επισκέπτη του Σαββάτου είναι τελείως διαφορετική από αυτήν του κατοίκου της περιοχής, που είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει ποτέ να καταναλώσει το παραμικρό εκεί μέσα. Στην πράξη φαίνεται πως οι κοσμοπολίτες της αστικής ελίτ δεν γίνεται να ενσωματωθούν τόσο εύκολα με τα λαϊκά στρώματα. Το κοινωνικό τους κεφάλαιο δεν είναι το ίδιο και η ενσωμάτωση, όταν επιτευχθεί, σπανίως είναι διαρκείας.

 «Τα “φυτεμένα” κέντρα διασκέδασης έχουν συνήθως την τάση να διασπούν την κοινωνία», υποστηρίζει ο Daniel Zamora, κοινωνιολόγος στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και αρχισυντάκτης του περιοδικού Radical. «Από τη μια υπάρχει ένα κοινό που στηρίζει αυτό το είδος κατανάλωσης αγκαλιάζοντας τις σχετικές επιχειρήσεις, και από την άλλη υπάρχει ένα δεύτερο το οποίο, λόγω έλλειψης οικονομικών ή άλλων πόρων, στην ουσία εκτοπίζεται από την ίδια του την περιοχή. Συνεπώς, δεν είναι μόνο το αστικό τοπίο που εκχυδαΐζεται, αλλά και οι σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ιστορικά, η χωροταξική συγκέντρωση και η σύμπνοια μεταξύ των λαϊκών τάξεων αποτελεί όπλο χειραφέτησης και αντίστασης. Είναι σημαντικό λοιπόν το όποιο δυναμικό να χρησιμοποιείται σήμερα ως μέσον βελτίωσης των συνθηκών ζωής των κατοίκων, έτσι ώστε να ευνοείται η ισότητα και όχι απλώς να είναι διαχειρίσιμη η ανισότητα».

 Σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οι λαϊκές περιοχές που γίνονται της μόδας χάρη σε μια επικοινωνιακή φούσκα τελικά καταβυθίζονται σε ένα είδος αυτοκαταστροφής. Το φαινόμενο δεν είναι τίποτε άλλο από μια παρενέργεια των νεοφιλελεύθερων οραμάτων που αποσκοπούν στη μεταμόρφωση των αστικών κέντρων σε τόπους κατανάλωσης και ακριβού τουρισμού. Τα κέντρα των μεγαλουπόλεων αντιμετωπίζονται πλέον ως σημεία αναψυχής και όχι παραγωγής. Ο μύθος του «αστικού ουράνιου τόξου» είναι μια ουτοπία που αφορά αποκλειστικά και μόνο τις αναπτυξιακές πολιτικές των μεγάλων δυτικών πρωτευουσών, και όχι την ίδια την κοινωνία.

 —

Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Μιράντα» (Κέδρος, 2012). Διατηρεί το ιστολόγιο http://www.thethreewishes.wordpress.com

Μαριάνθη ντε Φλώρινα

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ στις 25 Δεκεμβρίου 2013)

Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα είχε συνηθίσει να ονειρεύεται αγγέλους και παράξενα έντομα. Χάρη στην ευγενή, όπως έλεγε, καταγωγή της απέφευγε να συζητά ανοιχτά με τους άλλους για όλα αυτά. Κρατούσε όμως λεπτομερές ημερολόγιο ονείρων στο πρώτο συρτάρι της κομόντας της. Μέσα εκεί φύλαγε και τα πατικωμένα λουλούδια ενός καλοκαιριού που θεωρούσε το καλύτερο της ζωής της –το 2008 μάλλον– αποκόμματα εφημερίδων με συνταγές, τσαλακωμένα εισιτήρια από αεροπλάνα και βαπόρια. Το ημερολόγιό της έμοιαζε περισσότερο με λεύκωμα παρά με ημερολόγιο. Όμως αυτό δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερη σημασία.

 Εκείνο το πρωί βγήκε από το σπίτι της αργά. Μπορεί και περασμένες δέκα. Δεν την πείραζε που θα αργούσε στη δουλειά. Για την ακρίβεια την είχαν μόλις απολύσει. Το μόνο που της έμενε ήταν να περάσει από το πρώην γραφείο της και να μαζέψει τα πράγματά της μέσα σε μια κούτα ΝΟΥΝΟΥ, που της είχε πολύ ευγενικά παραχωρήσει το πρώην αφεντικό της. Προς το παρόν δεν την ενοχλούσε η ιδέα της ανεργίας της. Την έβλεπε ως μια εκδοχή ελευθερίας. Το οκτάωρο δεν το συμπάθησε ποτέ και τους συναδέλφους της δεν τους εκτιμούσε. Παρ’ όλα αυτά, όσο είχε δουλειά δούλευε. Ουδέποτε της έτυχε δουλειά που να μην την κάνει.

 Τη Μαριάνθη ντε Φλώρινα την ενοχλούσαν ελάχιστα πράγματα. Αυτό που της έκοβε τα πόδια ήταν οι μυρωδιές της πόλης. Κάθε σημείο απ’ όπου περνούσε της φαινόταν πως βρώμαγε. Ποδαρίλα, σκυλοτροφή, εμετό, ιδρωτίλα, σάπιο καλοκαίρι. Αναρωτήθηκε τι τρώνε οι άνθρωποι και αναδίδουν τέτοιες οσμές στην Αθήνα. Αναρωτήθηκε επίσης αν οι χημικοί ψεκασμοί μεταλλάσσουν τη σύσταση της ατμόσφαιρας και τι κονδύλια διαθέτει ο δήμος για την καθαριότητα της πόλης. Ονειρευόταν κάποτε να ζήσει στη φύση. Ίσως τώρα που ήταν άνεργη να επέστρεφε στο σπίτι που είχε κληρονομήσει στη Φλώρινα. Ίσως ξεκινούσε μια αλλιώτικη ζωή εκεί. Ίσως έκανε τα πάντα.

 Όταν μπήκε στο μετρό οι χρησιμοποιημένες αναπνοές του βαγονιού της έφεραν ασφυξία. Στο διπλανό κάθισμα μια γυναίκα κρατούσε μια τσάντα κρεμμύδια. Πιο κει, μια παρέα εφήβων μασούλαγαν τσίχλα βατόμουρο για να φύγει η τσιγαρίλα. Ένας κουστουμαρισμένος υπάλληλος ιδροκοπούσε μέσα στο κολάρο του πουκαμίσου του που είχε πλυθεί με Essex. Μια μισοκοιμισμένη υπερήλικη ρευόταν κάποιο φρικτό αλλαντικό. Ένας φοιτητής διάβαζε ένα βιβλίο που μύριζε μούχλα. Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα ένιωσε απελπισία.

 «Πρέπει να βρω μια μυρωδιά που να με παρηγορήσει μέχρι να φτάσω στον τόπο της ανεργίας μου», σκέφτηκε έντρομη συγκρατώντας με κόπο την τάση της προς εμετό και μια απρεπή έκφραση αηδίας.

 Τότε ήρθε στο νου της η μυρωδιά του αγγέλου που είχε ονειρευτεί την προηγούμενη νύχτα. Ήταν ένας παράδοξος, έκπτωτος άγγελος με σώμα σκαθαριού και φτερά από κίτρινη δαντέλα. Το αποκορύφωμα της χοντράδας και της απόλυτης μαγείας δηλαδή. Όταν την πλησίασε στο κρεβάτι της κρατώντας στο άγαρμπο χέρι του ένα σπαθί, τα ρουθούνια της πλημμύρισαν από την έξοχη μυρωδιά του.

 «Tribulus terrestris», θυμήθηκε και έκλεισε τα μάτια της.

 Η Μαριάνθη ντε Φλώρινα αφέθηκε στην ευωδιαστή ανάμνηση. Η μυρωδιά του αγγέλου ήταν τώρα το καινούριο αφεντικό της. Η νέα της απασχόληση, εκτός ωραρίου, ενσήμων και υπερωριών, ήταν να διατηρήσει μέσα της ζωντανή αυτή τη μυρωδιά. Όσο πιο πιστά γινόταν. Δεν παρατηρούσε καν τους σταθμούς που άλλαζαν έξω από το παράθυρο του βαγονιού της. Οι γύρω της είχαν πάψει να υπάρχουν.

Λίγο πριν φτάσει στον Πειραιά, φαντάστηκε τον εαυτό της να παίρνει το μπουκάλι της κολόνιας μέσα από τα χέρια του, να το βάζει στο στόμα και να το μασά απολαυστικά. Η μυρωδιά του χοντροκομμένου και εξαίσιου αγγέλου της άλλαζε τη ζωή. Δεν την πείραζαν τα σπασμένα γυαλιά που έτριζαν κάτω από τα δόντια της. Δεν την πείραζε η μπόχα των άλλων. Όσο περνούσε ο καιρός τη Μαριάνθη ντε Φλώρινα την ενοχλούσαν όλο και λιγότερα πράγματα. Ήταν μια εμπνευσμένη άνεργη. Μια ερωτευμένη ποιήτρια. Μια ξένη.

.

 Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Μιράντα» (Κέδρος, 2012). Διατηρεί το ιστολόγιο http://www.thethreewishes.wordpress.com

Οικογενειακές διακοπές

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ την 1η Σεπτεμβρίου 2013)

Το αλυσιδάκι με τον Εσταυρωμένο και το κομπολόι «από καθαρό κεχριμπάρι», δώρο της κουνιάδας από το Ναύπλιο, πηγαινοέρχονταν κάνοντας ένα ρυθμικό τίκι-τίκι πάνω στις στροφές. Έπιασε το δικέφαλο μπρελόκ και το τύλιξε γύρω από το καθρεφτάκι. Μπροστά τους δρόμος. Ούτε τοπία ούτε θέα έβλεπε. Μόνο άσφαλτο. Δίπλα του εκείνη προσπαθούσε να διαβάσει ένα χάρτη. Πίσω τα δίδυμα ήταν σκυμμένα στα ηλεκτρονικά τους. Οι ζώνες ασφαλείας τούς έφταναν ως το λαιμό. Τα πόδια τους αιωρούνταν σαν εκκρεμή μπροστά από το κάθισμα. Από την ώρα που είχαν μπει στο αμάξι δεν είχαν ακουστεί. Η μαγική οθόνη είχε απορροφήσει τις φωνές τους.

 «Χίλιες φορές στο έχω πει, ένα τζι πι ες είναι απαραίτητο», τον κοίταξε στραβά.

 «Παλιά πώς πήγαιναν διακοπές οι άνθρωποι;», πέταξε κι έσφιξε το τιμόνι.

 Ξεφύσησε εκνευρισμένη. Γύρισε και της χαμογέλασε. «Μπλιπ!» έκανε το ηλεκτρονικό. Το μεγαλύτερο –κατά ενάμισι λεπτό– από τα δίδυμα αναφώνησε «γιεςςς!».

 «Άστο το παλιά! Τώρα τι κάνουμε», είπε γράφοντας με το δάχτυλο τη διαδρομή από το Λαούτι μέχρι τη Στεγνή.

 «Όταν πηγαίναμε με τα σακίδια στον Πειραιά και μπουκάραμε σε όποιο πλοίο έφευγε πρώτο χωρίς να ξέρουμε προορισμό δεν σε ανησυχούσε η έλλειψη προσανατολισμού», της απάντησε ψύχραιμα.

 «Δεν είσαι πια είκοσι χρονών, ακόμα και αν νιώθεις έτσι», του έκοψε τη φόρα.

Η φωνή της ήταν στεγνή. Τα φρύδια ανασηκωμένα. Όλα πάνω της γκρίνιαζαν. Έβγαλε φλας και έστριψε στο σταυροδρόμι με το κυκλαδίτικο εκκλησάκι. Κάτω απλώνονταν τα Κιόνια. Έριξε μια ματιά και επανήλθε. Η θέα από τόσο ψηλά του έφερνε ζαλάδα. Έπιασε άκρη και κατέβασε τρίτη. Η ανηφόρα ήταν κουραστική για το Ρενώ του ’95.

 «Κάνε μια στάση όπου μπορείς, θέλω να καπνίσω», είπε κι έβγαλε τη ζώνη της.

Έκανε δεξιά και σταμάτησε σε ένα πλάτωμα γεμάτο γαϊδουράγκαθα και ξερά χόρτα. Τα δίδυμα δεν κατάλαβαν πως το αμάξι σταμάτησε. Οι οθόνες είχαν καταπιεί και την αντίληψή τους. Στην κορυφή του λόφου διέκρινε τα ερείπια ενός ανεμόμυλου και πιο πέρα δυο τρεις περιστερώνες.

 «Επίσης κανόνισε φέτος να αλλάξουμε αμάξι. Ένα 4×4 χρειαζόμαστε τώρα με τα παιδιά. Τι να μας κάνει η σακαράκα;».

 «Κάποτε το γούσταρες, τώρα σε χαλάει;». Άναψε τσιγάρο και την κοίταξε.

 «Τώρα εσύ γιατί καπνίζεις; Για να μου τη σπάσεις;» εκνευρίστηκε.

Ο θυμός δεν της πήγαινε. Την έκανε να φαίνεται άσχημη, κουρασμένη. Επαναληπτική. Στο λιμάνι έμπαινε ένα κρουαζιερόπλοιο. Δίπλα στη γάμπα του πετούσε μια μέλισσα. Τίναξε το πόδι και αποτελείωσε το τσιγάρο του. Πατίκωσε τη γόπα και τεντώθηκε. Το παλιό λουμπάγκο μούγκρισε πάνω στη σπονδυλική του στήλη.

 «Και να βρεις άλλο ξενοδοχείο, με πισίνα. Αυτό που μένουμε είναι χάλια».

 «Στις Κυκλάδες ξενοδοχείο με πισίνα; Θα μας κλείσουν στο τρελάδικο».

 «Με εκνευρίζει η αδιαφορία σου».

 «Όταν μιλάς έτσι με απελπίζεις».

 «Εσύ με απελπίζεις, μιλάς δε μιλάς!»

 Την κοίταξε. Κατάπιε το σάλιο του και έχωσε το πακέτο στην τσέπη της μπλούζας. Τρία τσιγάρα είχαν απομείνει, θα τα κάπνιζε το απόγευμα, με τον καφέ. Κρυφά, γιατί κάθε φορά που τον έβλεπε γκρίνιαζε. Μετά το πρώτο του έμφραγμα, στα σαράντα έξι, ο γιατρός του είχε πει να το κόψει μαχαίρι. Θα το έκοβε. Όποτε μπορούσε.

 Σκέφτηκε τα χρόνια που είχαν περάσει μαζί. Τους πρώτους μήνες του ερωτικού παροξυσμού, την απρόβλεπτη εγκυμοσύνη που επέσπευσε τα πράγματα, τα κυριακάτικα τραπέζια με τα πεθερικά και τους κουμπάρους, τις δόσεις για το σπίτι, το Πάσχα στο εξοχικό της αδερφής της, τα ανιψάκια να πετάνε τα λουκάνικα από το μπάρμπεκιου στο σκύλο, το κάρβουνο που έκαψε το μάτι του σκύλου, τον τυφλό σκύλο που τώρα τον φύλαγε η γειτόνισσα μαζί με τα γεράνια στο μπαλκόνι, την αηδία που του έφερναν τα γεράνια, οι χοντρές γειτόνισσες, τα λιπαρά σαββατοκύριακα με το μουσακά της πεθεράς στο τάπερ, το λουλουδάτο νυχτικό που είχε αντικαταστήσει την αλλοτινή γύμνια της στο κρεβάτι, τη φωνή της που είχε γίνει τσιριχτή, τα είκοσι επιπλέον κιλά πάνω στο πάλαι ποτέ λιγνό σώμα.

 «Ασφυξία».

 «Τι μουρμουράς πάλι; Παραμιλάς; Άντε, μεσημεριάσαμε».

 Μπήκαν στο αμάξι και συνέχισαν προς τη Χώρα. Του είπε ότι αποφάσισε πως στη Στεγνή θα πήγαιναν το απόγευμα. Δεν της απάντησε.

 «Άσε μας να φάμε παγωτό στα Χάγκεν Ντας και άντε να φέρεις μαγιό και πετσέτες από το ξενοδοχείο. Θα πάμε για μπάνιο πριν το φαγητό. Παιδιά, ελάτε!»

Πήρε τα δίδυμα από το χέρι και τον άφησε δίπλα στο περίπτερο, χωρίς να περιμένει απάντηση.

 «Θα μας βρεις εδώ, μην αργήσεις», φώναξε και τράβηξε τον μικρό που προσπαθούσε να κλωτσήσει μια γάτα που έτρωγε σκουπίδια.

 Έβαλε πρώτη και οδήγησε προς το ξενοδοχείο. Χαιρέτισε τη ρεσεψιονίστ και ανέβηκε στο δωμάτιο. Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε τη θάλασσα. Στο βάθος διέκρινε τη Μύκονο, πιο κει τη Σύρο. Κάθισε στη σεζ λονγκ και άναψε τσιγάρο.

 «Θα κάνω όσα σου τη σπάνε», σκέφτηκε. «Θα σβήνω το τσιγάρο μου στο νεροχύτη, θα αφήνω το φλιτζάνι στο τραπέζι, το σώβρακο στο πάτωμα, τις κάλτσες δίπλα στο κρεβάτι, τις εφημερίδες στο σαλόνι, τα φώτα αναμμένα, τη λάντζα άπλυτη, τα γένια μου αξύριστα. Θα κυκλοφορώ γυμνός στο σπίτι, δεν θα λέω καλημέρα στη γειτόνισσα, θα ακούω ροκιές ως το πρωί και θα οδηγώ το Ρενώ μέχρι να πεθάνω».

 Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του. Ήταν αυτή. Τον ρώτησε γιατί αργεί. Βρήκε μια δικαιολογία και της το έκλεισε.

 «Πρέπει να εκραγώ. Όμως ζω στο βάλτο, και στο βάλτο δεν γίνονται εκρήξεις».

Μάζεψε στην τσάντα τα μαγιό και τα μπρατσάκια. Το αντηλιακό, τα βατραχοπέδιλα, τις μάσκες, τις πετσέτες. Σε δέκα λεπτά τους κόρναρε και φουλάρισε τον κλιματισμό. Μπήκαν μέσα. Ξεκίνησε. Λίγο αργότερα έστρωσε τις πετσέτες και φόρεσε τα μπρατσάκια στα παιδιά.

 «Βάλε μου λίγο αντηλιακό», του ζήτησε και έλυσε το κορδόνι του μαγιό της.

Πήρε το Κόπερτον και έλουσε την πλάτη της με λάδι. Άρχισε να την τρίβει μαλακά πάνω κάτω. Οι δίπλες γύρω από τη μέση της φούσκωναν και ξεφούσκωναν σαν φρατζόλες. Ο πισινός της δυο τεράστια βουνά. Τα δίδυμα τσίριζαν στην ακρογιαλιά. Η πλάτη της του φαινόταν ξένη. Ο ήλιος του έκαιγε τα μάτια. Μια Γερμανίδα μιλούσε δυνατά. Ο άντρας της ρευόταν στη διπλανή ξαπλώστρα. Παράτησε το αντηλιακό και άρχισε να τρέχει. Οι πατούσες του τσουρουφλίστηκαν στα βότσαλα. Το κεφάλι του βούιζε σαν δαιμονισμένο. Βούτηξε στο νερό και ορκίστηκε να μην ξαναβγεί ποτέ από ’κει μέσα. Ποτέ. Ποτέ του.

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ στις 14 Ιουλίου 2013)

Τον τελευταίο καιρό είχε κόλλημα με τα ρουμάνικα. Άκουγε διαρκώς εκείνο το τραγούδι με τους Ρουμάνους που ανεβαίνουν με το ασανσέρ, και χαιρόταν. Στη δουλειά υπήρχαν αρκετοί νεοφερμένοι από τη Ρουμανία. Τη γλώσσα τους δεν την καταλάβαινε. Όταν όμως τους άκουγε να μιλάνε με εκείνους τους τραχείς και ακατέργαστους ήχους, είχε την εντύπωση πως άρχιζε να ζει μέσα στο τραγούδι. Πως ήταν μία από αυτούς.

Ένα μεσημέρι ο καινούριος ρουμάνος συνάδελφος μπήκε στο γραφείο της.

«Γιατί δεν βγαίνεις ποτέ έξω εσύ; Όλο γράφεις, γράφεις. Και τι γράφεις;», μίλησε αγγλικά.

Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Καλοσυνάτο πρόσωπο, καθαρό. Τριαντακάτι, γκρι κοστούμι και γαλάζιο πουκάμισο με ένα ανοιχτό κουμπί. Χωρίς γραβάτα.

«Καλώστον. Μεσημέριασε. Πάμε να φάμε;», πρότεινε. Χωρίς να απαντήσει στις ερωτήσεις του.

«Πάμε», είπε εκείνος και περίμενε.

Μπήκαν στο ασανσέρ και μέχρι να φτάσουν δεν μιλούσαν, μόνο κοιτούσαν τα νούμερα που άλλαζαν. Γύρω τους, κάποιοι συνάδελφοι συζητούσαν σε άλλες γλώσσες.

«Το ασανσέρ με τους εμιγκρέδες», σκέφτηκε και χαμογέλασε μόνη της.

Έφτασαν στην καντίνα και στάθηκαν στην ουρά. Πλήρωσαν και έψαξαν για θέση. Η αίθουσα βούιζε από κουβέντες και μαχαιροπίρουνα που χτύπαγαν στα πιάτα.

Κάθισαν αντικριστά, στο βάθος, εκεί που είχε λιγότερο κόσμο. Της είπε για την κόρη του, για το αγγλικό τμήμα που απορροφούσε τα παιδιά των ξένων στο σχολείο, για τα πεθερικά του που «ποτέ δεν μιλάνε στα ίσα» και για τη γυναίκα του, που μεγάλωσε χωρίς σοβαρή κληρονομιά επικοινωνίας όμως την αγαπούσε από μικρός. Φίλους δεν είχαν πολλούς. Ο καιρός που ζούσαν στην Ελλάδα ήταν ελάχιστος.

Κοίταξε τα γαλάζια μάτια του πίσω από τα μικρά γυαλιά, το στρογγυλό κοντοκουρεμένο κεφάλι. Στους ώμους του είχε λίγη πιτυρίδα.

«Ρουμάνικη πιτυρίδα», σκέφτηκε παρατηρώντας ένα ένα τα λευκά σκονάκια.

Τον έβλεπε να σκουπίζεται κάθε τόσο με τη χαρτοπετσέτα και χαιρόταν. Ποτέ της δεν χώνεψε τα λερωμένα στόματα.

«Θες καφέ;», τη ρώτησε μετά.

Ήθελε. Άφησαν τους δίσκους πάνω στη ρόδα με τα άπλυτα και προχώρησαν. Ανέβηκαν στον τελευταίο όροφο του κτιρίου με τα πόδια μετρώντας ο καθένας από μέσα του σκαλοπάτια. Στο ταμείο πέρασε μπροστά της και πλήρωσε τους καφέδες. Καμία ρουμάνικη μυρωδιά δεν έφτασε στα ρουθούνια της. Πήραν τα κυπελάκια και κάθισαν.

«Πες μου μια λέξη στα ρουμάνικα», του ζήτησε.

«Τι θες να μάθεις;».

«Δεν ξέρω… Ο, τι να’ ναι. Πες μου ό, τι σκέφτεσαι πρώτο».

«Degete», της είπε τελικά και κοίταξε τα νύχια της.

«Τι σημαίνει αυτό;», μάζεψε αυτόματα τα χέρια της από το τραπέζι.

«Δάχτυλα», της εξήγησε και στράγγιξε τον καφέ του.

Η καρωτίδα του πετάχτηκε μερικά εκατοστά μπροστά στα μάτια της.

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας, πιθανότητες ευτυχίας.

«Πώς σου ήρθε να μου πεις ειδικά αυτή τη λέξη;», τον ρώτησε.

Έξω, μακριά, περνούσε ένα αεροπλάνο. Κανένας ήχος δεν έφτανε ως τα αυτιά τους. Μόνο μια λευκή γραμμή χάραζε στα δύο τον ουρανό πάνω από την αμερικάνικη πρεσβεία, και έτσι έκλεινε η εικόνα.

«Είδα τα νύχια σου που είναι κόκκινα, και σκέφτηκα αυτό…», είπε ο Ρουμάνος.

Γέλασε με μια απλότητα τραχιά και συναρπαστική, κι έπειτα σταμάτησε.

Κατέβηκαν τα σκαλιά φλυαρώντας. Στο κατώφλι του γραφείου της κοντοστάθηκε.

«Θα ξαναπεράσω να σε πάρω για φαγητό. Αν καταφέρω και σε πείσω να σηκώσεις κεφάλι, δηλαδή…», αστειεύτηκε και έκανε μεταβολή.

Τον παρατήρησε να απομακρύνεται στο διάδρομο και προσπάθησε να διακρίνει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ράτσας του στο περπάτημά του. Νόμισε πως βρήκε.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα.

Μετά, μπήκε στο γραφείο της και έβαλε να ακούσει ξανά το τραγούδι της Λένας Πλάτωνος που μιλούσε για κείνους τους ανθρώπους, τους ανώνυμους, που ανεβαίνουν με το ασανσέρ και μιλάνε ρουμάνικα.

Iris, la fleur de Bruxelles

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ της 19ης Μαΐου 2013)

Η Ίριδα είναι η γηραιότερη άστεγη του μετρό των Βρυξελλών. Κάθε Μάη βγάζει τα χειμωνιάτικα και φορά ένα πουκάμισο με λουλούδια. Αυτό είναι το δικό της καλωσόρισμα στην άνοιξη, ανήμερα στη γιορτή της, όταν η πόλη γεμίζει με ίριδες, το επίσημο σύμβολό της: «Ίρις, το άνθος των Βρυξελλών».

Τα πρωινά διαβάζει τα free press του μετρό και πίνει καφέ στο κυπελάκι. Την καθημερινή της τουαλέτα την κάνει στις εγκαταστάσεις του μετρό, που φτιάχτηκαν για τους υπαλλήλους που πουλάνε εισιτήρια και ανανεώνουν τις συνδρομές των τρένων. Τα Σάββατα βάζει μπουγάδα στους νιπτήρες.

Παλιά δούλευε στην καντίνα ενός νυχτερινού σχολείου. Οι μαθητές ήταν «εργάτες, κομμώτριες και παραγνωρισμένοι φιλόσοφοι». Παρόλο που ήταν ασφαλισμένη, όταν χρειάστηκε να εγχειριστεί στο στομάχι, το νοσοκομείο αναγκάστηκε να το πληρώσει εξ ολοκλήρου η ίδια. Λίγους μήνες αφότου αρρώστησε για δεύτερη φορά, το αφεντικό της την απέλυσε χωρίς αποζημίωση.

Η έξωση από το διαμέρισμά της δεν άργησε να έρθει και η Ίριδα βρέθηκε άξαφνα στο δρόμο. Συγγενείς δεν έχει πια. Οι φίλοι έκαναν πως δεν βλέπουν.

«Όχι πως είχαν και δεν μου έδιναν. Πλούσιος κανείς δεν ήταν. Όμως ο καθένας έχει να αναμετρηθεί με τα δικά του Τάρταρα. Δεν χρειάζεται και τα δικά μου».

Είναι καλότροπη και γαλήνια. Κανένας πανικός στο πρόσωπό της. Καμία εμπάθεια. Παρόλο που έχει ένα και μοναδικό δόντι σκεπασμένο από μαλακά κίτρινα ούλα, δεν ντρέπεται να χαμογελάσει. Το πρόσωπό της φωτίζεται από τη λάμψη του ελεύθερου ανθρώπου, εκείνου που νιώθει πιο δυνατός από τις περιστάσεις και αγαπά τη ζωή. Του αποφασισμένου.

Στην αρχή έμενε σε πάρκα και πλατείες. Χειμώνα-καλοκαίρι στα παγκάκια και στα κατώφλια των μαγαζιών, που όταν έκλειναν εκείνη φώλιαζε κάτω από τις τέντες.

«Τις νύχτες μεθούσαν και μαχαιρώνονταν με σπασμένα μπουκάλια και σουγιάδες. Άκουγαν δυνατά μουσική, έκλεβαν, γέμιζε ο τόπος αστυνόμους. Ούρλιαζαν και βλαστημούσαν, με κατουράγανε, μου έριχναν κλωτσιές και γέλαγαν. Όλο το βόρειο κομμάτι της πόλης γύρισα. Εκεί έχει πολλούς στο δρόμο. Γυναίκες και άντρες ψωνιζόντουσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, κοιμόμουν πάνω στις σύριγγες και στις καπότες. Οι νταβατζήδες έμοιαζαν με τέρατα. Φοβόμουν μέχρι και να τους κοιτάξω. Οι γυναίκες ήταν άσχημες, ταλαιπωρημένες. Έβλεπα τα αυτοκίνητα που σταματούσαν και τις έφτυναν κι έκλαιγα για λογαριασμό τους».

Θυμάται τα παιδικά της χρόνια στην Αρλόν. Την οικογένειά της. Ο πατέρας της ήταν φούρναρης. Κάθε μέρα έτρωγαν μπισκότα, κουλούρια και ζυμωτό ψωμί. Η μητέρα της την έμαθε να ράβει και να πλέκει.

«Η πιο αστεία ήταν η πρώτη μου δουλειά, στο καφενείο του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων. Περνούσαν οι κυρίες μπροστά από το τραπεζάκι μου για να πάνε τουαλέτα, μου άφηναν τα ψιλά και τους έδινα δύο κομμάτια χαρτί. Μετρημένα. Αν κάποια χρειαζόταν περισσότερο έπρεπε να πληρώσει έξτρα. Οι κύριοι ήταν πιο βολικοί, όμως μόλις έβγαιναν κοιτούσα τα χέρια τους και σιχαινόμουν λίγο. Όλα τα ανέχομαι, τη βρωμιά όμως δεν την αντέχω».

Όταν αναπολεί, το πρόσωπό της γίνεται παιδικό. Γεμίζει από μια υπέροχη, αγνή νοσταλγία. Είναι όμορφη με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που ομορφαίνει τους ανθρώπους που παρότι ταλαιπωρούνται δεν νιώθουν μίσος ή κακία. Τους εκτεθειμένους καλοπροαίρετους.

«Είμαι καλά εδώ, δεν παραπονιέμαι. Τώρα με την κρίση ο κόσμος δεν είναι σπάταλος, όμως κάτι γίνεται. Την περνάω. Όταν έρχονται οι φύλακες κάνω πως φεύγω και μετά ξανάρχομαι. Με γνωρίζουν πια, δεν με κυνηγάνε στ’ αλήθεια».

Στην ερώτηση τι χρειάζεται, εκείνη απαντά: «Τσιγάρα». Πιο πολύ και από το φαγητό, η Ίριδα αγαπά το κάπνισμα. Μιλά σεμνά και προσεκτικά. Δεν έχει σχεδόν τίποτα, κι όμως δείχνει να τα έχει όλα.

Κάθε πρωί οι γνωστοί της σκύβουν μπροστά της και την χαιρετούν. Λέει μια καλημέρα και χαμογελά με το μοναδικό της δόντι και τα κίτρινα ούλα της. Με την αγέρωχη ομορφιά της. Η Ίριδα δεν λέει ευχαριστώ σε όσους την κερνούν τσιγάρα ή κάνα ψιλό.

«Que Dieu me protège!» λέει μόνο, και η φράση της έχει διττή σημασία. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ζητά να την προστατέψει κάποιος Θεός ή αν τον ευχαριστεί για την άφθονη φροντίδα που της προσφέρει ήδη. Κανείς δεν θέλει να ρωτήσει — ούτε τολμά. Εξάλλου δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία.

Να κλαις γοερά και σταματημό να μην έχεις

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της εφημερίδας ΑΥΓΗ  και στο left.gr στις 21 Απριλίου 2013)

Ο λόφος του Φιλοπάππου, ή λόφος Μουσών, βρίσκεται απέναντι από την Ακρόπολη. Δίπλα του υψώνονται ο λόφος του Αστεροσκοπείου, ή λόφος Νυμφών, και ο λόφος της Πνύκας. Στην κορυφή του υπάρχει το μνημείο Φιλοπάππου, το οποίο έστησε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ο ύπατος Φιλόπαππος και βάφτισε το λόφο. Ο ίδιος κατηγορήθηκε για υπεροψία όταν άφησε εντολή να ταφεί εκεί, έτσι ώστε μετά θάνατον η τελευταία κατοικία του να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα μνημεία των Θεών που ορθώνονται στους απέναντι λόφους. Χάρη στις ευεργεσίες του στο κράτος των Αθηνών, και στην ευρύτερη προσφορά του στα κοινά, οι Αθηναίοι σεβάστηκαν το θέλημά του.

Το 2002, στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Xώρων Αθηνών, ξεκίνησε μια προσπάθεια ο λόφος να περιφραχθεί, να είναι επισκέψιμος με ωράριο, και στα σχέδια ήταν και η ένταξή του στο ενιαίο εισιτήριο των χώρων της ενοποίησης. Το ελληνικό κράτος αποφάσισε πως έπρεπε να εκμεταλλευτεί οικονομικά την ευρύτερη περιοχή, όπου άλλοτε αγόρευαν ρήτορες και συναθροίζονταν πολίτες για να συζητήσουν περί Δημοκρατίας και κοινών, δίνοντας έτσι ένα σύγχρονο νόημα στην τραγική ειρωνεία, που ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν του Αισχύλου και του Σοφοκλή.

Το κίνημα των κατοίκων που αναπτύχθηκε αμέσως έβαλε φρένο σε αυτά τα σχέδια και η πρόσβαση στο λόφο παραμένει ελεύθερη. Οι λόφοι δεν έγιναν μουσεία. Από απέναντι, οι Θεοί χαμογελούν. Ο αττικός ουρανός λάμπει.

Στους πρόποδες του λόφου υπάρχουν χαράδρες, βράχια και δύσβατα μονοπάτια. Ο τόπος στολίζεται από πεύκα, πουρνάρια και ελιές. Ο αέρας μυρίζει φρέσκο χώμα. Αλλιώτικο εδώ το μεγαλείο. Εκεί που ξεκινά η αναρρίχηση για τα ιερά μνημεία ο διαβάτης συναντά κάποιες χαμηλοτάβανες, φυσικές σπηλιές. Βράχια και πέτρες με ασύμμετρη είσοδο και τραχύ θόλο. Σπηλιές όπου άλλοτε φώλιαζαν ζώα, προστατευμένα κι ευλογημένα από τους Θεούς.

Από τον 5ο π.Χ. αιώνα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Εν έτει 2013, αυτές οι σπηλιές φιλοξενούν ανθρώπους. Δίπλα στη φυλακή του Σωκράτη φωλιάζει σήμερα η απαντοχή εκείνων που δεν στάθηκαν τυχεροί. Των αιφνιδιασμένων. Που δεν προστατεύονται από την πολιτεία ή κάποιον μεγαλόψυχο Θεό. Των κατ’ όνομα απογόνων του Περικλή και του Δημοσθένη.

Μέχρι χθες οι άνθρωποι αυτοί είχαν μια κανονική ζωή. Στο κουδούνι τους ήταν γραμμένο το όνομά τους. Στον τηλεφωνικό κατάλογο είχαν αριθμό. Στο συρτάρι τους βιβλιάριο υγείας και φωτογραφίες από τα παιδικά τους χρόνια. Μέσα σε ελάχιστο καιρό έχασαν τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στις σπηλιές του Φιλοπάππου για να αποφύγουν τις εισόδους πολυκατοικιών, τα πεζοδρόμια, τα πάρκα. Δεν είναι ρήτορες, πολιτικοί ή στρατιωτικοί. Είναι απλοί άνθρωποι, συνηθισμένοι. Η σύγχρονη πολιτεία δεν προστατεύει τους πολίτες της. Ο «πατήρ ανδρών τε θεών» δεν ασχολείται πια με τα παιδιά του.

Υπάρχει κάτι που οι κάτοικοι των σπηλαίων του 21ου αιώνα –περίπου δεκαπέντε στον αριθμό– διατηρούν ακέραιο. Κάτι που θεωρούν ως το υπέρτατο αγαθό και κάνουν το παν για να το προστατέψουν: την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Αυτή είναι η μόνη ηθική αρχή που κρατούν σημαία στην καθημερινότητά τους.

Έστησαν νοικοκυριά με όσα πρόλαβαν να περισώσουν από τα κατασχεμένα σπίτια τους ή με ό,τι βρήκαν στα σκουπίδια. Οι βασικές ανάγκες τους αφορούν μόνο την επιβίωσή τους. Δεν καταδέχτηκαν να ζητιανέψουν τον οίκτο της κοινής γνώμης στο γυαλί ή στα πρωτοσέλιδα. Μαθαίνει γι’ αυτούς μόνο όποιος περνά μπροστά τους. Δεν είναι δειλοί, είναι γενναίοι. Ελπίζουν στο μέλλον. Προτίμησαν αυτή τη ζωή από μια καθημερινότητα πνιγμένη στα χρέη, την αγωνία και τον εξευτελισμό του τοκογλύφου ή του τραπεζίτη που διασύρει, εκβιάζει και τρομοκρατεί μέχρι να αφαιμάξει.

Οι άνθρωποι των σπηλαίων του Φιλοπάππου δεν πάσχουν από σοφιστική υπεροψία. Δεν θεωρούν εαυτόν απόγονο ή κληρονόμο του Πλάτωνα, είναι απλώς παιδιά κάποιων άλλων ανθρώπων. Έφτιαξαν τα σπίτια τους κοντά στα θεμέλια του Ηλιοσκόπιου του Μέτωνα και κοιτάζουν τον ήλιο και το φεγγάρι με γυμνό μάτι. Καλημερίζουν τους διαβάτες που περνούν απ’ το κατώφλι τους κι αν τύχει και το φέρει η στιγμή φιλεύουν τον περαστικό ένα σπιτικό τσίπουρο και διηγούνται μια παλιά ιστορία. Αυτό το ταπεινό τσίπουρο μυρίζει τόσο πολύ «σπίτι», τόσο που βρέχοντας μ’ αυτό τα χείλη σου νιώθεις πως θέλεις να αρχίσεις να κλαις. Να κλαις, να κλαις γοερά, και σταματημό να μην έχεις.

Αρέσει σε %d bloggers: