Category Archives: Βιβλία

Το μυρμήγκι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10892  στις 22 Φεβρουαρίου 2017)

Είναι ένα μυρμήγκι που προχωράει μακριά από τα υπόλοιπα. Σκύβω καλύτερα και το παρατηρώ. Μαύρο, μεγαλούτσικο, με μακριές κεραίες και δαγκάνες. Έχω τινάξει το σακουλάκι της τυρόπιτας στο χώμα και κάθομαι στο πεζούλι. Παρακολουθώ τις ορδές των φίλων του να σπεύδουν. Άλλα καταπιάνονται με τα μεγαλύτερα φύλλα σφολιάτας, μερικά με κάτι μικροσκοπικά κομματάκια τυρί. Το δικό μου μυρμήγκι κινείται απόμερα, κουνάει πάνω κάτω τις κεραίες του και σταματάει απότομα μόλις συναντήσει κάποιο άλλο. Πιάνω ένα κομματάκι φύλλο και το ρίχνω μπροστά του. Φρενάρει, το επεξεργάζεται και αλλάζει πορεία. Το μυρμήγκι μου δεν πεινάει, αψηφά τον κίνδυνο, δεν έχει αίσθηση του καθήκοντος, είναι τρελό.

Είμαι επτά χρονών και όταν δεν κάθομαι στο θρανίο μου, στη λεκάνη της τουαλέτας ή στο τραπέζι της κουζίνας μου αρέσει να κάθομαι στο πλατύσκαλο του σπιτιού ή στο πεζούλι δίπλα από τις λεμονιές και να παρατηρώ τα μυρμήγκια. Ξέρω πως υπάρχουν διάφορες φυλές. Καφετιά, μαύρα, μικρά, μεγάλα, φτερωτά, πλατυκέφαλα. Στο χώμα της αυλής μας κυκλοφορούν διάφορα από αυτά. Νομίζω πως όλα μοιάζουν μεταξύ τους. Αν εξαιρέσεις το χρώμα και το μέγεθος, θα έλεγα πως το χώμα κατοικείται αυστηρά από ολόιδια σπιτικά μυρμήγκια.

Πολλές φορές παρακολουθώ πού καταλήγει μια σειρά μυρμηγκιών και φτάνω μέχρι τη φωλιά τους. Έχω προσπαθήσει να δω τι υπάρχει μέσα στον σκοτεινό κρατήρα, όμως είναι αδύνατον. Η τρύπα είναι πολύ μικρή, δεν φαίνεται τι έχει μέσα. Παλιότερα μου είχε συμβεί να πατήσω πάνω σε μυρμηγκοφωλιές και να χαλάσω το μικρό βουναλάκι σκόνης και χώματος που τις περιβάλλει. Πλέον προσέχω περισσότερο και δεν κάνω τέτοια λάθη.

Το μυρμήγκι μου ξεμακραίνει από τα υπόλοιπα και αδιαφορεί για τα αποφάγια που έχω ρίξει μπροστά του. Αναρωτιέμαι γιατί το κάνει αυτό, την ώρα που οι δικοί του σκοτώνονται να μαζέψουν προμήθειες για το χειμώνα. Κάποτε είχα δει ένα μυρμήγκι να σέρνει έναν κόκκο σιταριού τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από κείνο. Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, ήταν ένα άλλο, που έσερνε μια νεκρή μέλισσα που στα μάτια του θα πρέπει να φάνταζε τουλάχιστον σαν τον γίγαντα Γκρισίνο. Άλλα κουβαλάνε κατσαρίδες, σκαθάρια, ψίχα ψωμιού, φτυμένες πατάτες, κουκούτσια, μέχρι και το ξεραμένο καύκαλο από μια πληγή που είχα ξύσει κάποτε και όταν το πέταξα μπροστά τους σκοτώθηκαν να το αρπάξουν και ν’ αρχίσουν να τρέχουν.

Είναι μεσημέρι και ο ήλιος με χτυπάει κατακούτελα. Κάνει ζέστη και πιο κει η μάνικα ποτίζει σιγανά τα λουλούδια της μάνας μου. Το συνηθίζει να αφήνει ανοιχτή τη βρύση για να ποτίζονται λίγο λίγο τα φυτά όταν βαριέται να ποτίσει κανονικά. Πολύ συχνά γεμίζει ο τόπος λάσπες.

Σκύβω πάνω από το τρελό μυρμήγκι και το πιάνω. Πάει να μου γλιτώσει αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να μην του σπάσω τα πόδια, και γενικώς να μην το λιώσω κατά λάθος. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Ξαφνικά νιώθω πως ξύπνησα, η μεσημεριανή ζαλάδα έχει περάσει.

Με το άλλο χέρι αρπάζω μια καρφίτσα που μόλις ανακάλυψα στα χώματα και καρφώνω στη μέση το μυρμήγκι. Η άκρη της καρφίτσας μου τρυπάει λίγο το δάχτυλο αλλά όχι τόσο βαθιά ώστε να τρέξει αίμα. Το σουβλισμένο μυρμήγκι μου κουνιέται σαν τρελό. Το φέρνω μπροστά στα μάτια μου και το κρατάω έτσι όπως έχω δει να κρατάνε οι γυναίκες ένα λουλούδι ή τα άλλα παιδιά το γλειφιτζούρι τους. Το κάνω γύρους στον αέρα. Αυτό συνεχίζει να κουνάει χέρια και πόδια σαν παλαβό. Αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει τι του συνέβη.

Σε λίγο βαριέμαι το παιχνίδι μου κι αρχίζω να πεινάω. Πετάω το καρφιτσωμένο μυρμήγκι πιο κει και μπαίνω στο σπίτι. Δεν κάνω καν τον κόπο να το πατήσω για να βάλω ένα τέλος στο βάσανό του, μιας και δεν μου περνάει καν απ’ το μυαλό καν πως το μυρμήγκι μπορεί να πονάει.

Αργά το απόγευμα ξαναβγαίνω στην αυλή και αναρωτιέμαι τι να απέγινε η αυτοσχέδια σούβλα μου. Επιστρέφω στο σημείο του μαρτυρίου και ψάχνω να το βρω. Η καρφίτσα πουθενά. Το παρτέρι έχει γεμίσει λάσπες. Κλείνω τη μάνικα που τρέχει απ’ το πρωί και ξανακάθομαι στη θέση μου, στο πεζούλι. Σκύβω κοντά στη γη και μυρίζω τη σκόνη. Κοιτάζω κάτω από τα πόδια μου και φτύνω λίγο σάλιο γεμάτο μπουρμπουλήθρες και υπολείμματα μακαρονιών. Δεκάδες μυρμήγκια μαζεύουν τροφή για το χειμώνα.

 

Μαγείρεψα και άλλα ποιήματα

Εξωφυλλο

Το καινούριο μαγειρικοποιητικοπαράδοξο βιβλιαράκι είναι γεγονός.

Κι απ’ ό, τι φαίνεται, πέρα από χάρτινο είναι και αγαπησιάρικο.

Ο Θάνος Τριάντα γράφει δυο λόγια για το καλωσόρισμα.

Ο Νίκος Πριόβολος, επίσης.

Ν. Σαραντάκος: Ο Βασιλιάς του τρακ και οι τίτλοι από την τελευταία φράση

3D

[…]

Για να βάλω και κάποιους κανόνες, ζητάμε μυθιστορήματα ή διηγήματα ή και θεατρικά έργα που η τελευταία τους φράση να περιέχει τον τίτλο τους. Το βιβλίο της Πετρίτση ικανοποιεί τις προδιαγραφές, αφού η τελευταία φράση (“Είμαι ο βασιλιάς του τρακ”) περιέχει και τον τίτλο (Ο βασιλιάς του τρακ). Με τα διηγήματα, μπορεί ο τίτλος του διηγήματος να μην είναι και τίτλος του βιβλίου, θα το δεχτούμε όμως. Ποιήματα νομίζω ότι θα είναι αρκετά, αλλά αν βρείτε θα τα δεχτούμε κι αυτά.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Το πάρτι του Βασιλιά

TRAK_PARTY_AFISAKI_n

Το Σάββατο το βράδυ στις εννιά, μετά την εκπομπή όπου θα μιλήσουμε για την αφεντιά του και θα ακούσουμε τα τραγούδια του, ο Βασιλιάς του τρακ κι εγώ θα σας περιμένουμε στο radiobubble, Ιπποκράτους 146, Εξάρχεια, για ένα πολύ εγκάρδιο πάρτι. Σπουδαίες μουσικές, μπόλικο αλκοόλ, εκλεκτά φαγητά, παλιοί και νέοι φίλοι, σας θέλουμε εκεί. Την ιστορία του βιβλίου θα την φτιάξουν οι παρέες του. Τη χαρά του πάρτι θα μου την δώσετε εσείς.

Χεράκι και φύγαμε!

Ο βασιλιάς του τρακ – Προδημοσίευση

Petritsi-trak-STAXTES

Ένα απόσπασμα από τον «Βασιλιά του τρακ» προδημοσιεύεται σήμερα στις Στάχτες

[…]

“Bar Σαύρα”. Έτσι. Μισή αγγλικά και μισή ελληνικά η επιγραφή. Όπως πρέπει. Προκάτ μαγαζί με τοίχους από ενισχυμένο κόντρα πλακέ, μέσα στη λίγδα, σκεπή από ελενίτ και στη μαρκίζα το όνομα της ντίβας διαλαλούσε το πρόγραμμα αναβοσβήνοντας. Κόκκινο-σκοτάδι. Κόκκινο-σκοτάδι. Εναλλάξ. Να φωτίζει παλινδρομικά τη νύχτα με βελούδινα χρώματα.

Είσοδος με χαλάκι από πλαστικό γκαζόν, στα σκαλιά είχαν χέσει περιστέρια. Στην πόρτα κανείς. Μέσα ουίσκι τέσσερα ευρώ και ταξιτζήδες. 46ο χιλιόμετρο μιας ξεχασμένης μισοεθνικής οδού. Κατά το ήμισυ ασφαλτοστρωμένη – “το έργο χρηματοδοτήθηκε το έτος 2001 από την Ε.Ε, μπλα μπλα”– και η υπόλοιπη καρόδρομος. Ευκάλυπτοι και άλλα δέντρα τριγύρω, στον ουρανό θρασύ φεγγάρι.

[…]

Για περισσότερα, κλικ στις πορτοκαλί Στάχτες, πιο πάνω.

Χεράκι και φύγαμε.

Ο βασιλιάς του τρακ

3D

Η στιγμή που όλοι περιμέναμε (κάμποσοι, τουλάχιστον – κι εγώ πρώτη απ’ όλους!) ήρθε.

Με τεράστια χαρά και ένα καμάρι ως τα Ιμαλάια, μοιράζομαι μαζί σας τη συγκίνηση και την περηφάνεια μου.

Το καινούριο μου πόνημα θα βρίσκεται σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία της Ελλάδας (τα κακά θα είναι αυτά που δεν θα το έχουν!) από τις 24 Μαρτίου.

«Ο βασιλιάς του τρακ» (εκδόσεις Κέδρος) είναι έτοιμος να εξομολογηθεί.

Να αγαπηθεί, να μοιραστεί, να αλλάξει χέρια και γνώμες, να γίνει φίλος με όσους τον καταλάβουν, και σύντροφος με όσους νιώσουν πως τα χνώτα τους ταιριάζουν κι έχουν κάτι ακόμα να πουν.

Η μεγαλύτερη τιμή που μου έγινε, πέρα από τη συνεργασία μου με έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο που θαυμάζω από παιδί και τώρα που μεγάλωσα νιώθω πολύ άξια και τυχερή που με συμπεριλαμβάνει στους συγγραφείς του (τι όνειρο κι αυτό! τι τρελή αγάπη όταν άγγιζα τα βιβλία του Κέδρου και μέσα μου ξέσπαγαν τσουνάμια θαυμασμού!), ήταν αυτή που μου έκανε ο Γιώργος Δομιανός, που έφτιαξε το υπέροχο εξώφυλλο του μυθιστορήματός μου. «Τα Σταράκια είναι δικά μου», είπε όταν μου έδειξε τη φωτογραφία του, και τότε με έκανε ν’ αγαπήσω το Βασιλιά του τρακ για ένα λόγο πάρα πάνω. Για αυτή την προσωπική, τρυφερή λεπτομέρεια. Για το κρυφό στοιχείο. Μέχρι ώρας είναι το καλύτερο εξώφυλλο της συγγραφικής μου καριέρας, και από καρδιάς τον ευχαριστώ. Χωρίς τον Γιώργο, Ο βασιλιάς του τρακ δεν θα ήταν αυτό που είναι.

Αυτό το βιβλίο το αγαπάω τόσο πολύ που νομίζω πως η καρδιά μου θα σπάσει μόλις το πιάσω στα χέρια.

Αρχίζουμε την αντίστροφη μέτρηση.

Δέκα μέρες έμειναν.

Χεράκι και φύγαμε, πάμε βιβλιοπωλείο!

Το spoiler της έκδοσης και μια προσωπική έμμονη ιδέα

Δεν ξέρω αν κάνω καλά, μα δεν κρατιέμαι. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιγράφονται αρκετοί ήρωες. Η Μιράντα, ο Νύσης, η Ρόζα, η Οφηλία, ο Μπίλυ, η Μαριάνθη, η Ορτανσία. Όλοι τους δύσκολοι και συνάμα φιλικοί. Ολομόναχοι μα και παρέα. Γήινοι αλλά και κάπως ιδεατοί. Άγγελοι και δάιμονες μαζί, αναλόγως τις περιστάσεις. Βλέπουν παράξενα όνειρα, βασανίζονται, τιμούν την ηδονή, τις ανάγκες και τα αισθήματά τους, και ενίοτε δεν διστάζουν να τα κουρελιάσουν, παρόλα αυτά. Κάνουν λάθη που  μετά τα ερωτεύονται και προσπαθούν, όπως μπορεί ο καθένας, να βγει κάτι καλό στο τέλος της ημέρας παρόλες τις κακοτράχαλες εσωτερικές τους διαδρομές. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας αλλά και μιας υποψιασμένης  φαντασίας που είναι σίγουρο ότι μερικά κομμάτια της βρίσκονται μέσα σε όλους μας, ανεξαιρέτως.

Κι εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο: Μέσα μου, αυτή είναι η ιστορία του Μπίλυ, ενός φανταστικού ήρωα που αγαπήθηκε πολύ, βαθιά και αμετακλήτως. Όπως διαπίστωσα περιγράφοντάς τον μεταξύ άλλων στο χαρτί όσο καιρό κάναμε νοερή παρέα, η λογοτεχνία είναι το σπίτι του, ο φυσικός του χώρος, η μικρή προσωπική του ζούγκλα που μέσα της μπορεί να αποκτά σαφή χαρακτηριστικά, συνήθειες, γούστα και αισθήματα. Να δρα ελεύθερα. Να συναρπάζει. Εμένα, τουλάχιστον, μου το ενέπνευσε όλο αυτό και μάλιστα με το πάρα πάνω. Τον Μπίλυ δεν νιώθω πως τον γέννησα. Νιώθω πως κάπου υπήρχε αυτόνομα, και απλώς με άφηνε να μιλώ γι’ αυτόν έτσι, σαν χάρη.

Τυπικά ο επιφανής πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι άλλος, και όχι ο Μπίλυ. Άλλος στέφεται βασιλιάς στη ροή της πλοκής. Άλλος δίνει τον τίτλο στο βιβλίο αυτό, και όχι δίχως λόγο. Κατά βάθος όμως, και παρότι ο ρόλος του παραμένει από την αρχή ως το τέλος διακριτικός – κομπάρσος θα έλεγε κανείς, κάνοντας μέγα λάθος – μέσα στην καρδιά μου αυτό το βιβλίο είναι το λαγούμι του Μπίλυ. Που είναι έντιμος, παράξενος, αυστηρός, με ασυνήθιστα ερωτικά γούστα, δύστροπο χαρακτήρα και μια γοητεία σατανική. Μέσα σε αυτό και μέσα από αυτό το λαγούμι του μιλά, σιωπά, αγαπά, μισεί και κινεί τα νήματα, παραιτείται ή επιμένει. Πολεμά. Κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της παράδοξης διήγησης ως κεντρική (έμμονη) ιδέα. Ζει στη σκιά, έχει όμως τον τρόπο να λάμπει σαν να τον φώτιζαν δεκατρία φεγγάρια.

Ποιος είπε πως ένας συγγραφέας που γεννά ήρωες δεν έχει τις προτιμήσεις του; Πως δεν μπορεί να αγαπά κάποιον περισσότερο από τους άλλους, παρότι σίγουρα τους νοιάζεται όλους εξίσου πολύ; Νομίζω πως στο βιβλίο διακρίσεις δεν έκανα. Ο Μπίλυ περιγράφεται όπως όλοι οι άλλοι χαρακτήρες. Στη συγκίνησή μου και στην τρυφερότητά μου όμως, είναι βέβαιο, η αδυναμία μου είναι αυτός.

Ο Βασιλιάς του τρακ θα καθίσει σε λίγες μέρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων αναπαυτικά, και θα περιμένει παρέα. Χέρια να τον αγγίξουν, μάτια να τον δουν και στομάχια για να τα δέσει με τους όμορφους, περίτεχνους κόμπους του. Σαν μια πολύχρωμη φωτογραφία του Αράκι.

Ο Βασιλιάς του τρακ είναι το πιο τρυφερό βιβλίο μου. Τους ήρωές μου τους αγαπάω πολύ. Τον Μπίλυ τον λατρεύω. Αυτό όμως είναι μυστικό, γι’ αυτό και σας παρακαλώ να μην το πείτε πάρα έξω…

Αφιερωμένο εξαιρετικά

 

(Στον Δημήτρη Κολοκοντέ που με έμαθε να διαβάζω και στη Φιλομένα που πάντα με ωθεί)

Είμαι σχεδόν σίγουρη πως για έναν συγγραφέα η αφιέρωση στην δεύτερη σελίδα του βιβλίου του σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό απ’ ό, τι για έναν αναγνώστη. Αφιερώνοντας το βιβλίο του σε έναν τρίτο, ο συγγραφέας κλείνει το μάτι σε κάποιον που ο αναγνώστης δεν μπορεί καν να φανταστεί το πώς και το γιατί έτυχε αυτής της ειδικής μεταχείρισης ή τι χρώμα παλτό φοράει. Μου έχει τύχει να συναντήσω ξένες αφιερώσεις που με άφησαν με το στόμα ανοιχτό. Χάρη στην τρυφερότητα, την στοργή, την ευγνωμοσύνη, τον ερωτισμό του απέπνεαν. Άλλες ήταν πιο δυσανάγνωστες, κάποιες σπάνιες ομολογώ πως κατάφεραν να μου περάσουν μέχρι και απαρατήρητες εξαιτίας του μυστικιστικού τους χαρακτήρα. Όταν δεν καταλαβαίνω σε τι και σε ποιον αναφέρεται ο συγγραφέας που αφιερώνει, προτιμώ να αφήνω το βιβλίο και τους συντελεστές αυτής της μυστικής συνεννόησης στην ησυχία τους. Στο κάτω κάτω κανείς δεν με προσέλαβε για σπιούνο των αισθημάτων ή των προτιμήσεών του και ούτε με έθελξε ποτέ ο ρόλος αυτός.

(Στον Αντρέα, δίχως τέλος)

Ως αναγνώστρια έχω σταθεί πολύ τυχερή, το παραδέχομαι. «Στο όμορφο χαμόγελο της Μαρίας», μου έγραψε στον Ιανό ο Λουδοβίκος των Ανωγείων ένα απόγευμα που αφιέρωνε στο ισόγειο τα βιβλία του. «Στη Μαρία, με μια τριαξονική νταλίκα ευχές και ταρατατζούμ φιλιά», είπε η Σοφία Νικολαΐδου στη δεύτερη σελίδα ενός δικού της βιβλίου, πριν λίγο καιρό. «Στη Μαρία Πετρίτση, με θερμές ευχές για καλή επιτυχία και καλή συνέχεια σε όλα», μου χάρισε ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος πάνω στο προηγούμενο βιβλίο του, το οποίο κυκλοφόρησε λίγες εβδομάδες πριν από το δεύτερο δικό μου. ‘Happy Satyrday’, σημείωσε με μαύρο μελάνι ο Jhonn Balance των αγαπημένων μου COIL, ένα Σάββατο σε μια συναυλία, πάνω σε ένα ξένο βιβλίο που μου χάρισε υπεραγαπημένο χέρι. Όταν διάβασα την – κατά τη γνώμη μου – ανορθόγραφη λέξη, απόρησα. Δεν ήξερε ο Άγγλος πώς γράφεται το Σάββατο στη γλώσσα του; Λίγο μετά κατάλαβα την σατανική λεπτομέρεια του ιδιοφυούς καλλιτέχνη που δεν μου ευχόταν Καλό Σάββατο, αλλά αναφερόταν σε κάτι πολύ πιο ανόσιο και διεγερτικό, το οποίο εκ πρώτης όψεως έμοιαζε με όμορφο λάθος. Αυτές είναι δυο τρεις από τις αφιερώσεις που τυχαίνει να θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Είμαι σίγουρη πως εάν ψάξω στη βιβλιοθήκη μου, θα χαμογελάσω τρυφερά πάνω από κάμποσες ακόμα σελίδες 2 και θα θυμηθώ διάφορες εξαιρετικές στιγμές σπουδαίων αφιερώσεων και ευγενών αισθημάτων.

(Στους γονείς μου)

Ως συγγραφέας οφείλω να ομολογήσω πως τα βιβλία μου τα αφιερώνω χωρίς υπονοούμενα σε ανθρώπους που αγαπώ. Οι αφιερώσεις μου είναι ακρυπτογράφητες. Ηλίου φαεινότερο το νόημά τους. Στον Δημήτρη Κολοκοντέ, που είναι ένας πρόωρα χαμένος πρώτος εξάδελφος, ο οποίος με μύησε στην τέχνη της ανάγνωσης και στην λεπταισθησία του καλού έντυπου υλικού και των μηνυμάτων του. Πάνω στον «Ξένο» κοιτάζω ακόμη καμιά φορά την ωραία υπογραφή του. Στη Φιλομένα, τη μοναχοκόρη μου, το λαμπερότερο άστρο στο στερέωμα χωρίς αμφιβολία, που πάντα με ωθεί να γράφω, να δημιουργώ, να υπερίπταμαι της πραγματικότητας που μόνο εκείνη ξέρει κατά καιρούς πόσο με δυσκολεύει και που της χρωστάω αιώνια χάρη για την συντροφικότητα και την κατανόησή της. Στον Αντρέα, το γιο μου, που είναι η προσωποποίηση της χαράς, μια όαση ευδαιμονίας στη ζωή μου, ένα μελλοντικό όνειρο με χαρακτηριστικά παραμυθένιου παρόντος, μια χάρη που μου έκανε ο ουρανός όταν κάποτε ήμουν αγνή και αθώα. Στους γονείς μου, έτσι λιτά κι απέριττα. Από αγάπη, ευγνωμοσύνη και χαρά. Στους ανθρώπους που δίχως αυτούς δεν θα είχα καν την ευκαιρία να εξασκώ την πιο υψηλή τέχνη της ζωής μου: την ανάγνωση. Ατόφια αισθήματα, χωρεμένα σε τρεις σπαρτιάτικες λέξεις, που αρκούν και περισσεύουν για να συνεννοηθούμε μια χαρά .

 

  

 (Στον πατέρα μου, που στις 20 Σεπτεμβρίου 2012 έγινε αστέρι)

Έτσι χαρίζω την αύρα των βιβλίων μου. Σαν μικρές, στιγμιαίες σκέψεις. Τόσο απλά, ανθρώπινα και προβλέψιμα. Κανένα μυστήριο, καμία μαγεία, δηλαδή. Κανένα κρυμμένο μήνυμα απερίγραπτης βαρύτητας και σημασίας. Απλή μνεία σε ανθρώπους που μου είναι σημαντικοί και με αυτό τον τρόπο επιχειρώ να τους πω «ευχαριστώ» για όσα έχουν κάνει και για όσα σημαίνουν για μένα. Τόσο εύκολα και τόσο ταπεινά.  Είναι λίγος ο τρόπος μου, και το συναισθάνομαι, παρόλα αυτά μου ταιριάζει γάντι, κι έτσι τον ακολουθώ. Εξάλλου, αυτό είναι για μένα και το υπέρτατο μυστικό της ανάγνωσης, το μεγαλύτερό της κέρδος: η απλή ευχαρίστηση χάρη σε λίγες χάρτινες σελίδες, κάποιες στιγμές ευδαιμονίας και βαθιάς ικανοποίησης, λίγη ανόθευτη απόλαυση για να αισθάνομαι πως ζω καλά και πως αυτό που κάνω με γεμίζει. Στην τελική, ποιος είπε πως ως συγγραφέας θα έπρεπε να νιώθω και να φέρομαι διαφορετικά απ’ ό, τι κάνω ως εμμονική αναγνώστρια λογοτεχνικών και άλλων βιβλίων;

(Η ανάρτηση είναι συμμετοχή στο διιστολογικό αφιέρωμα με θέμα «Αφιερώσεις σε βιβλία», για το μπλογκ Αφιερώσεις συγγραφέων)

Μιράντα ήρθες;…

.

Ναι…

.

Η Μιράντα εκκινήθηκε από το ομώνυμο τραγούδι του ΚΒ που για πολύ καιρό μου γάζωνε το νου σαν ραπτομηχανή. Το άκουγα εμμονικά, αποκλειστικά αυτό, και κάθε φορά η ακρόαση ξεκινούσε σαν να αποκαλύπτονταν μπροστά μου ένα νέο επίγειο θαύμα. Πολλά από όσα ζουν οι ήρωες της ιστορίας πηγάζουν από προσωπικά βιώματα που, με τη βοήθεια του χρόνου, ξεθώριασαν κάπως, εξημερώθηκαν, χρωματίστηκαν πάλι από την αρχή και έγιναν εμφανίσιμα. Κάποια άλλα απορρέουν 100% από τη σφαίρα του φανταστικού.  Ορισμένα γεγονότα μπλέκονται κάπως παράξενα μεταξύ τους και καταλήγουν σε κάτι καινούριο, απροσδιόριστο, παρόλα αυτά -ελπίζω- ενδιαφέρον για το μάτι του αναγνώστη που όταν πάρει στα χέρια του αυτό το βιβλίο μπορεί και να νιώσει λιγάκι φίλος της.

Με μεγάλη χαρά σας παρουσιάζω τη Μιράντα και την παρέα της, ένα μπουλούκι ηθοποιών που ταξιδεύουν στον κόσμο και ενηλικιώνονται ξανά και ξανά, με διάφορους τρόπους, μέσα από διάφορα αισθήματα και μετά από κάμποσα παθήματα. Η ενηλικίωση είναι δύσκολη υπόθεση, σε όποια ηλικία και αν επέρχεται.

Και έτσι περνά η γλυκιά εφηβεία, αφήνοντας πίσω της λουλούδια κι αστεία…

Εύχομαι να την συμπαθήσετε, έστω και λίγο. Προσωπικά,  τη Μιράντα την αγαπάω πολύ.

http://www.kedros.gr/main.php?manufacturers_id=1914

.

Πιτσουνάκι μου

Και τώρα τα δυο μας, πιτσουνάκι μου… Θυμάσαι τότε που έσκαγες μύτη ξαφνικά, χωρίς να έχεις ειδοποιήσει κανέναν, και τρέχαμε αξημέρωτα να φύγουμε από το νοικιασμένο δυάρι με τους τρεις συγκατοίκους, για να μη μας ακούνε και να μη μας βλέπουνε, οι Χριστιανοί; Θυμάσαι που πάντα διάλεγες ξενοδοχεία δίπλα σε σταθμούς, και δωμάτια με καθρέφτη στον τοίχο, «να φαίνεται και το παραμικρό, γιατί στα παραμικρά κρύβεται όλη η καύλα»; Θυμάσαι πιτσουνάκι μου που δεν είχαμε φράγκο για κάστανα ή χοτ ντογκ, αλλά το κρασί μας ήταν εμφιαλωμένο και ποτέ δεν καταδεχτήκαμε τα χύμα ξεπλύματα των μαγαζιών; Τι θαυμάσια πολυτέλεια, τι θάρρος…

Θυμάσαι πιτσουνάκι μου τις σοφίτες και τα ενοικιαζόμενα στα νησιά, που τα καλοκαίρια κλείναμε τα παράθυρα και λιώναμε ολόγυμνοι στον ιδρώτα, αλλά δε γινόταν αλλιώς γιατί θα μας έστελναν οι γείτονες την αστυνομία, και γύρω υπήρχαν και παιδιά και τι μας φταίγαν; Θυμάσαι τι όμορφα που ήταν;… Δεν θυμάσαι ε;…

Πάει καιρός πια που μόνο στα Χίλτον και στα Κάραβελ με τραβολογάς, πιτσουνάκι μου, με γόβα στιλέτο αντί για τα Σταράκια τα παλιά, με φορεματάκι σινιέ αντί για το τρύπιο τζην μου, και όλο κάνουμε πως παίζουμε το αντρόγυνο, και όλο βάζουμε τα δυνατά μας… Τότε δεν βάζαμε τίποτα, πιτσουνάκι μου, δεν χρειαζόταν, μόνο έμπαινε ο ένας μέσα στον άλλον, τέρμα βαθιά, και οι δυο μαζί σε μια άλλη διάσταση. Ολόδική μας.

Τσιμπάγανε τα σεντόνια, παγώναμε και έσταζε η βρύση τότε, πιτσουνάκι μου, αλλά ποιος είχε αυτιά για κάτι άλλο πέρα από ξεφωνίσματα ηδονής και μουρμουρητά ευγνωμοσύνης; Τώρα από τα κομψά ηχεία του κάθε Παλάς ακούγεται Βέρντι, μη σου πω και Μπαχ αργά τη νύχτα, οι μοκέτες έχουν πέλος πέντε εκατοστών με το υποδεκάμετρο, οι τουαλέτες πήζουν στο σαπουνάκι Κριστιάν Ντιόρ και τα μπουρνούζια ζυγίζουν ένα τόνο.

Μόνο που τώρα τις κραυγές δεν τις βγάζουμε εμείς, πιτσουνάκι μου, αλλά τις ακούμε υποχρεωτικά από τα διπλανά δωμάτια όπου κάτι αξιοθαύμαστο συμβαίνει. Άλλοτε τις έλεγες «συνάδελφοι», τώρα τις λες «πουτάνες».

Τι έγινε; Μας χαλάει η καύλα του διπλανού, πιτσουνάκι μου; Μας έχει χαλάσει γενικώς κάτι; Γιατί, μωρό μου; Γιατί τρέμεις και σκιρτάς; Φοβάσαι που σου παραπλησίασα στον κρόταφο την κάννη; Εσύ δεν έλεγες μια ζωή πως από τα όπλα μου περίμενες σφαίρες και θάνατο αλλά το μόνο που ακουγόταν τελικά ήταν το ψεύτικο «μπαμ!» από το αστείο σημαιάκι;

Ε λοιπόν, για σένα το κάνω πιτσουνάκι μου. Μόνο για σένα.

Πήρα αληθινό πιστόλι, κανονικό – για κοίταξέ το! Με σφαίρες μεταλλικές, κι αλύγιστη, σκληρή σκανδάλη.

Σκάνδαλο πια αυτή η ζωή, πιτσουνάκι μου. Ζωή σκυλίσια. Κι εγώ βαρέθηκα να είμαι διαρκώς άλλο ένα εξημερωμένο ζωάκι στο προσωπικό σου τσίρκο, να μ’ έχεις να με δείχνεις στο κοινό και όλοι να χειροκροτούν ενθουσιασμένοι. Τέρμα τα νεροπίστολα με τα σημαιάκια και το ηλίθιο «μπαμ!» που δεν τρόμαζε κανέναν. Τέρμα τα λουξ ξενοδοχεία με τις παλιές συναδέλφισσες που γίνανε πουτάνες, τέρμα οι γκριμάτσες και τα γαμώτο! πάνω στο χύσιμο του διπλανού. Τέρμα η όλη μας ξεφτίλα.

Πάρε μια σφαίρα, πιτσουνάκι μου, κι ας είναι όλη δική σου.

Τότε που είχα όπλα διαφορετικά, δεν χρειαζόμουν σφαίρες και κροτάφους. Αλλά γελούσες, ήξερες, και δεν φοβήθηκες ποτέ. Την είχες φυλαγμένη την καρδιά σου.

Τώρα που αφοπλίστηκα για τα καλά, ήρθε η ώρα να σου δείξω πώς κάνει ένα όπλο όταν εκπυρσοκροτεί στ’ αλήθεια. Κατευθείαν στο κεφάλι, αφού μας τελείωσε η καρδιά.

Τσιρίζω και στοχεύω.

Τώρα θα δεις τι είναι όπλο που εκπυρσοκροτεί δίπλα σε ένα μυαλό σαν το δικό σου, λαμπερό μου αστέρι. Ειδικά μέσα στα χέρια μιας πρώην ερωτικής συναδέλφισσας, που η τελευταία λέξη που θα ακούσει από το στόμα σου θα είναι ένα πλούσιο και έντρομο, αληθινό «Πουτάνα!».

Πιτσουνάκι μου.

.

(αφιερωμένο εξαιρετικά στον φίλο μου τον Σ., που κάτι μου έλεγε το πρωί για σπα, τιμές, κι απόδραση σε λουξ ξενοδοχεία)

Σεξ, ρακόμελα και ξύλο

(Μια παράλογη, προβληματική, ανεξήγητη και κατά 90% αληθινή ερωτική ιστορία)

Όταν γνωριστήκαμε ήταν 25 χρονών, κι εγώ 31. Φορούσε ροκαμπίλι γυαλιά και φαινόταν πολύ αγχωμένη. Οι φίλοι της – αγόρια οι περισσότεροι –  την αγαπούσαν, σχεδόν την προστάτευαν, φοβόντουσαν μην τους σαλτάρει εντελώς με τέτοια μυαλά που κουβαλούσε.

Η γνωριμία μας είχε σαφή προσανατολισμό. Την φανταζόμουν διαρκώς πεσμένη στα τέσσερα κι εγώ ριγμένος στα γόνατα, ο μισός μέσα της και ο άλλος μισός σκυμμένος πάνω της, με τα χέρια μου να χαστουκίζουν το γυμνό της σώμα και τα δόντια μου να χώνονται στη λευκή σάρκα του σβέρκου της.

Εκείνη με έβλεπε σαν τον διανοητικό ηγέτη που δίπλα του θα καλλιεργούσε όσα πίστευε πως είχε μέσα της αλλά οι συνηθισμένοι άντρες αδυνατούσαν να καταλάβουν. Θεωρούσε πως μαζί μου θα ζούσε μια παράξενη ζωή. Ταυτοχρόνως την κολάκευε ιδιαίτερα η προτίμησή μου, ειδικά όταν την εκδήλωνα σε ανοιχτό χώρο. Με θαύμαζε και με ήθελε. Μου ήταν αρκετό.

Γνωριστήκαμε καλοκαίρι. Μεθυσμένοι και οι δυο. Σε ένα μπαρ στην παραλία. Ήταν κάπως αστεία, αλλά μου άρεσε ο κώλος της. Οι καμπύλες των ώμων της, τα κορακίσια  μαλλιά της. Τα σαρκώδη χείλη της που από την πρώτη στιγμή μου θύμιζαν την Tracy Chapman. Χόρευε καλά. Και αγχωνόταν. Η αγωνία της με διασκέδαζε. Τα πάντα μπορούσαν να την αγχώσουν. Ακόμα κι ένα φύλλο που έπεφτε στο χώμα ή ένα πουλί που πετούσε υπερβολικά κοντά στη γη. Γελούσε εύκολα και κάπνιζε λίγο. Μετά άρχισε να καπνίζει πολύ. Μελαγχολούσε με το παραμικρό και ήταν εξίσου εύκολα  ικανή να ξεχάσει την όποια λύπη της αν κάτι της αποσπούσε την προσοχή από αυτό που σκεφτόταν.

Μιλούσε καλά Αγγλικά και της άρεσε η μαύρη σοκολάτα. Τα βράδια φτιάχναμε ρακόμελα και ακούγαμε Nick Cave. «Του μοιάζεις», μου έλεγε και μου άναβαν τα λαμπάκια από εκνευρισμό. Καταλήγαμε στο κρεβάτι της, πάνω σε μια μάλλινη ροζ κουβέρτα με κρόσσια που τσίμπαγε και μου φαινόταν εξαιρετικά ενοχλητική. Φώναζε στο κρεβάτι – ευχαριστιόταν την κάθε στιγμή. Πολλές φορές της έκλεινα το στόμα με την παλάμη, την χαστούκιζα στο πρόσωπο να το βουλώσει, την απειλούσα πως θα την σκότωνα. Συνήθως δεν μάσαγε. Χτύπαγε γροθιά στο μαχαίρι. Με τελείωνε το πείσμα της, φτιαχνόμουν με τον τσαμπουκά της. Αγωνιούσε και καύλωνε, κι αυτό μου φαινόταν μεγαλειώδες.

Ένα χρόνο μετά μέναμε στο ίδιο σπίτι, οι φίλοι της με σιχαίνονταν, οι δικοί μου την μισούσαν. Σε μια παρτούζα που κάναμε με κάτι νεόφερτους στη σχολή, ο κάμεραμαν που όλο το βράδυ την τράβαγε γκρο πλαν της πρότεινε να την στείλει σε κάτι φίλους του μιας διαφημιστικής που έψαχναν μοντέλα. Έφυγε με δυο δόντια λιγότερα αφού τον πλάκωσα στα κλωτσίδια και στις μπουνιές. Εκείνη με κοιτούσε ψύχραιμα από την άκρη του κρεβατιού, ενώ ένας μικρός σκλάβος της έγλυφε τα δάχτυλα των ποδιών καθώς του χάιδευε το μαλλιαρό του κεφάλι. Απόρησα τι συνέβαινε με το άγχος της, στριμώχτηκα με την άνεσή της. Δεν είπα τίποτα. Ήταν όμως η τελευταία φορά που ανέχτηκα να την πηδήξει άλλος.

Γύρω στην άνοιξη συνέβη το ατύχημα που μου γάμησε το φελέκι. Τρέχαμε με 200 στην εθνική, με τρεις μονάδες αλκοόλ στο αίμα, με βροχή και κωλόκαιρο. Εκείνη δεν έγδαρε ούτε αγκώνα. Εγώ κόλλησα στο καροτσάκι δια παντός. Εξακολουθούμε να μένουμε μαζί, να πίνουμε ρακόμελα και να τρώμε αγγλικά φασόλια  και ροσμπήφ κονσέρβα, σαν εκείνο που λέει ότι έφερνε ο πατέρας της στο σπίτι όταν ήταν μικρή. Οι δίσκοι του Cave έγιναν σιντί των Coil, τα ροκαμπίλι γυαλιά θάφτηκαν σε κάποιο συρτάρι. Τώρα φοράει φακούς επαφής και παριστάνει την κοκκινομάλλα. Ο κώλος της εξακολουθεί να μου φαίνεται καυλωτικός. Οι ώμοι της παραμένουν ωραίοι. Όταν τσαντίζομαι βρίζω θεούς και δαίμονες, της αλλάζω το ξεσταύρι στα μπινελίκια. Πλησιάζει, γονατίζει στα τέσσερα και με αφήνει να ξεσπάω πάνω της μέχρι να ησυχάσω. Στο σεξ κάνει πλέον αυτή τα πιο πολλά, συνεχίζει όμως να φωνάζει όπως και τότε.

Το μόνο που με σκοτώνει είναι αυτή η γαλήνη που διακρίνω κάποιες φορές στο βλέμμα της. Μόνο αυτό με στέλνει. Αναρωτιέμαι τι συνέβη και πού στο διάολο πήγε εκείνο το άγχος της, το παλιό. Εκείνη η εύφλεκτη αγωνία που την έκανε να μοιάζει με ετοιμόγεννη πυρκαγιά. Εκείνη η ωραία της τρεμούλα την ώρα που προσπερνούσε κάποιον και ανησυχούσε για την ίδια της τη μυρωδιά, μπας και άφηνε ξωπίσω της ιδρώτα. Εκείνο το μαύρο πέπλο που σκέπαζε τα μάτια της όταν δεν την κοιτούσα. Τώρα πια είμαι εγώ εκείνος που αγωνιά. Για την κάθε μέρα που ξημερώνει και την εξημερώνει.

Μόνο αυτό έχει αλλάξει από τον πρώτο καιρό που την ερωτεύτηκα και η ζωή μας ήταν μια παράλογη γιορτή γεμάτη σεξ, ρακόμελα και ξύλο. Μόνο αυτό στάθηκε αρκετό για να αντιστραφούν οι ρόλοι. Γιατί, στην ουσία πλέον, η σχέση μας είναι απλώς και μόνο η ανάμνηση μιας ωραίας, αγέρωχης αγριότητας που κάποτε ένωσε δυο ζώα αχόρταγα που σήμερα τρέφονται πια το ένα με τη θλίψη, τον εκνευρισμό και την ανάγκη του άλλου. Και κατά βάθος  ίσως, και ανεξήγητα, συνεχίζουν κατά κάποιο παράξενο τρόπο να αγαπιούνται. Τρέχα γύρευε γιατί ή ως πότε…

.

(Στην Κ. και στον Φ., του νησιού, που κάποτε έπιναν ρακόμελα, έκαναν άγριο σεξ και έπαιζαν ξύλο)

Αρέσει σε %d bloggers: