Category Archives: Δρόμος της Αριστεράς

Άννα της Τασκένδης

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 28 Απριλίου 2016)

 

Η μνήμη δεν είναι η μυστική θυρίδα της Ιστορίας. Πολύ συχνά γίνεται ο παραμορφωτικός καθρέφτης της. Ή η παρασυμπαθητική μελάνη με την οποία χρωματίζουμε καμιά φορά όσα δεν αντέχουμε να θυμόμαστε έτσι ακριβώς όπως συνέβησαν ή προτιμούμε να αλλοιώνουμε την πραγματική τους εικόνα. Κυρίως για λόγους αυτοπροστασίας, τις περισσότερες φορές, και λιγότερο από αμέλεια ή επιπολαιότητα. Άλλοτε βέβαια μπορεί να συμβεί και από απλό συμφέρον.

Το ταξίδι της ζωής δεν το κάνουμε για να μπορέσουμε κάποτε να φτάσουμε στον τάφο μας ασφαλείς και μέσα σε ένα καλοδιατηρημένο, αρυτίδωτο σώμα, αλλά κυρίως για να μπορούμε να ξεγλιστράμε προς όλες τις πλευρές, πλήρως εξαντλημένοι, φωνάζοντας “μα τι ωραία βόλτα!”. Στο τέλος, τα ενθυμήματα από την πορεία αυτής της βόλτας, είτε θετικά είναι είτε αρνητικά, αποτελούν τις μοναδικές μας αποσκευές που αντιστέκονται στο χρόνο και μας ανήκουν ανεπιστρεπτί. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κανείς τις αναμνήσεις του εξαρτάται από πολλά πράγματα. Κυρίως όμως από το ποιον και τα βιώματά του.

Το ειδικό βάρος μιας ανάμνησης είναι τελείως διαφορετικό από αυτό της σκέψης. Άλλο είναι να θυμάσαι κάτι ή κάποιον και άλλο να τον σκέφτεσαι. Το πρώτο έρχεται φυσικά, το δεύτερο ανήκει στη σφαίρα της επιλογής και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη. Όσο περνά ο καιρός και συμβαίνουν τα πράγματα, όσο γερνάω και διαπιστώνω πως μου λιγοστεύουν οι αντοχές, τόσο περισσότερο ο νους μου γυρνά στην Άννα.

Ήμουν πέντε χρονών, τότε. Ζούσαμε ήδη στην Τασκένδη. Ήταν η πρώτη χρονιά που θα πήγαινα σχολείο και ένιωθα φρικτά. Φοβόμουν ακόμη και να σηκώσω το κεφάλι. Η μητέρα μου με είχε ντύσει με ένα πράσινο φόρεμα με κόκκινα λουλούδια και μου είχε χτενίσει τα μαλλιά κοτσιδάκια. Ποδιές δεν φορούσαμε ακόμα, αυτά ξεκινούσαν από το Δημοτικό. Εγώ άρχιζα μόλις το νηπιαγωγείο.

Εκείνο το πρωί με άφησε μπροστά στην είσοδο του σχολείου και μου έδωσε ένα σακουλάκι κάστανα για το διάλειμμα. Δεν ήθελα να φύγει, αλλά μου είχε εξηγήσει πως οι γονείς απαγορευόταν να μπουν μέσα και πως αν ησύχαζα στο τέλος θα περνούσα καλά. Με φίλησε και με έσπρωξε προς την πόρτα. Έπειτα μου κούνησε το χέρι και μου είπε πως θα με περίμενε εκεί μετά το σχολείο.

Έκανα μερικά βήματα στο προαύλιο και κοντοστάθηκα μην ξέροντας πού να πάω. Γύρω μου έβλεπα κι άλλα παιδιά που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τους γονείς τους. Ένα κοριτσάκι με γκρι φόρεμα, μάλλον φτιαγμένο από παλιό σακί, έκλαιγε δυνατά. Πιο δυνατά απ’ όλους. Η μητέρα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει, όμως εκείνο φώναζε “πάρε με!” και τραβιόταν προς τα πίσω. Με τα πολλά εκείνη έχασε την ψυχραιμία της, έβαλε τις φωνές και τελικά άστραψε στην κόρη της ένα δυνατό χαστούκι. Το παιδί σταμάτησε να κλαίει, κατέβασε το κεφάλι και προχώρησε προς τα σκαλιά της εισόδου χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Εγώ παρακολουθούσα μαρμαρωμένη.

Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι πλησίασα το κορίτσι και πιάσαμε κουβέντα. Ήθελα οπωσδήποτε να γίνω φίλη της. Αφενός μου είχε φανεί πολύ συμπαθητική, αφετέρου ένιωθα πως όφειλα να της προσφέρω τη στήριξή μου, και ας ήμασταν συνομήλικες. Της έδωσα μερικά κάστανα που τα δέχτηκε πρόθυμα. Έπειτα καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια δεν χωρίσαμε ούτε στιγμή. Η Άννα η Εβραία έγινε μου φίλη κι εγώ δική της.

“Η Λαοκρατία είναι η καινούρια καλύτερή μου φίλη”, είπε το μεσημέρι στη μητέρα της για μένα, εκείνη όμως δεν φάνηκε να δίνει και πολλή σημασία.

Στα μαθήματα η Άννα ήταν αδύναμη. Παρόλο που περνούσαμε αρκετές ώρες μελετώντας, πότε στο σπίτι της και πότε στο δικό μου, την επόμενη μέρα ήταν σαν να τα είχε ξεχάσει όλα. Έπαιρνε κακούς βαθμούς και γενικώς δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τη δασκάλα. Αργότερα, οι καθηγητές την συμβούλευαν να προσπαθήσει να μάθει κάποια τέχνη και να αφήσει τα γράμματα. Το έβρισκα εγκληματικό και δεν σταματούσα να της το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία.

Οι γονείς της Άννας εργάζονταν σε ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο. Είχαν έρθει λίγο πριν από εμάς στην Τασκένδη. Η καταγωγή τους ήταν από τη Μακεδονία. Ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι φτιαγμένο από χώμα, μερικά τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας. Ήταν ένα μονόπατο κτίσμα βαμμένο με ασβέστη, που στην αυλή του είχε μια οξιά και ένα δέντρο που έμοιαζε με πλάτανο. Έξω από τα τζάμια είχε κάτι σταυρωτά κάγκελα, που ο πατέρας της τα είχε βάψει μαύρα και με φόβιζαν επειδή μου θύμιζαν φυλακή.

Ο πατέρας της ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Κάθε φορά που μας έβλεπε να μελετούμε στην κουζίνα ερχόταν από πάνω μας και μας έλεγε πως ήταν αγωνιστής, ένας από αυτούς που “είχαν πάει να πιάσουν τους ουρανούς για να ξεπλύνουν το αίσχος της Βάρκιζας”.

“Εγώ είμαι παρτιζάνος”, φώναζε. “Νιώθω στο πετσί μου τις βουρδουλιές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού”.

Μετά κατέρρεε στο μοναδικό ντιβάνι του σπιτιού και ροχάλιζε σαν τρένο. Αργότερα κυκλοφόρησε πως παρόλα όσα έλεγε, ο ίδιος ανήκε στη χρουστσωφική κλίκα, όμως κάτι τέτοια με την Άννα δεν τα θίγαμε ποτέ. Ούτε τότε ούτε μετά. Ποτέ μας.

Κάθε μεσημέρι η μητέρα της έφερνε στο σπίτι φαγητό με κουπόνια. Τα χρήματα που έπαιρναν από το εργοστάσιο δεν τους έφταναν. Ο πατέρας της ξόδευε τα περισσότερα στο κρασί. Ήταν δυστυχισμένος και ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Δεν φαινόταν να νοιάζεται και πολύ για την οικογένειά του. Ούτε καν για τον εαυτό του. Η Άννα μου έλεγε πως τα βράδια που γύριζε μεθυσμένος  έβαζε τις φωνές και πολλές φορές τις έδερνε χωρίς λόγο.

Παρόλο που ήμασταν καρδιακές φίλες, η Άννα δεν ήθελε να έρχεται στο σπίτι μου. Αν και φαινόταν να συμπαθεί πολύ τη μητέρα μου, τον πατριό μου τον φοβόταν επειδή ήταν Ρώσος. Τις ελάχιστες φορές που κατόρθωσα να την πείσω, επέμενε να κλεινόμαστε στο δωμάτιό μου και να διαβάζουμε εκεί μέσα. Παρότι ήξερα πως μπορεί και να πεινούσε, αρνιόταν σχεδόν πάντα να δοκιμάσει κάτι από την κουζίνα μας. Μόνο όταν είχαμε σταφιδόψωμο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τότε δεχόταν να φάει, και θυμάμαι ολοκάθαρα πως τσιμπούσε ακόμη και τα ψίχουλα σαν πουλάκι. Εγώ απέφευγα να τρώω στο σπίτι τους επειδή ήξερα πως οι μπουκιές ήταν μετρημένες. Όποτε έφερνε η μητέρα της τίποτε καρύδια ή αμύγδαλα, δεχόμουν να με φιλέψουν απλώς και μόνο από ευγένεια. Πάντα είχα όμως την αγωνία πως κάθε μου μπουκιά ήταν μία λιγότερη για την Άννα κι έτσι ποτέ δεν ευχαριστήθηκα το κέρασμα.

Μια μέρα η Άννα ήρθε στο σχολείο κλαμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο. Πηγαίναμε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τα μαθήματα δεν μας άφηναν πολύ χρόνο για συζήτηση και βόλτες. Επιπλέον, τον τελευταίο καιρό διαβάζαμε η καθεμιά στο σπίτι της. Η Άννα βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές και διάβαζε τη νύχτα, όταν της έμενε λίγος ελεύθερος χρόνος. Εγώ, παρόλο που επίσης βοηθούσα τη μητέρα μου, προτιμούσα να διαβάζω το απόγευμα κι έτσι αλλάξαμε την συνήθειά μας να μελετάμε μαζί.

“Χτες το βράδυ με χτύπησε ο πατέρα μου”, μου είπε μετά από χίλια παρακάλια εκείνο το πρωί. “Μου έσπασε το δόντι μου, και τώρα δεν θα βγάλω άλλο”, μουρμούρισε και ανασήκωσε το μπλαβιασμένο ούλο της δείχνοντάς μου ένα κενό στη θέση του κυνόδοντα.

Εκείνη την ώρα κόντεψα να τρελαθώ. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή. Την καθησύχασα όπως όπως και περίμενα με το ζόρι να τελειώσει το μάθημα για να τρέξω στο εργοστάσιο όπου δούλευε ο πατέρας της. Μόλις τον είδα να αστειεύεται με τους συναδέλφους του πάνω από μια σιδερένια ρόδα που στριφογύριζε δίπλα από κάτι αχνιστά καζάνια, πλησίασα κοντά του και τον τράβηξα από το μανίκι. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Οι άλλοι εργάτες σάστισαν. Έπεσε παγωμάρα. Κανείς δεν μίλαγε.

Στάθηκα μπροστά του και τον κοίταξα. Κατάλαβε τι ήθελα εκεί. Πριν προλάβει να πει ο, τιδήποτε σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, πλησίασα το πρόσωπό του και τον έφτυσα με όλη μου τη δύναμη φωνάζοντας “ντροπή σου!”. Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά όμως εγώ έσκυψα πιο χαμηλά και παρόλο που τρέκλισα προς στιγμήν, τελικά ξεγλίστρησα μακριά του. ‘Ήμουν δεκαοκτώ χρονών και ήταν πάνω από εξήντα. Το έβαλα στα πόδια πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό. Οι εργάτες γύρω του γελούσαν. Άκουσα τις βρισιές και τις απειλές του από μακριά. Η φωνή του έμοιαζε με γαύγισμα λυσσασμένου σκύλου. Τον μισούσα.

Εκείνο το βράδυ η Άννα κοιμήθηκε στο σπίτι μας. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω και πολλά στους δικούς μου. Οι μώλωπες στο πρόσωπό της ήταν εύγλωττοι. Περάσαμε ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας. Κάπου κάπου έβαζε τα κλάματα και χωνόταν στην αγκαλιά μου. Προσπαθούσα να την παρηγορώ κάθε λεπτό, έστυβα το μυαλό μου να βρω μια λύση. Το μόνο που θυμάμαι να της επαναλαμβάνω χίλιες φορές ήταν πως δεν θα έφευγα από κοντά της και πως δεν θα την άφηνα μόνη της ποτέ.

Η Άννα ήταν αδύναμος χαρακτήρας, μου θύμιζε ένα μεγάλο αθώο παιδί. Είχε τη γλυκύτητα και την απλότητα του καλού ανθρώπου, εκείνου που ο νους του δεν χωράει το κακό. Την αγαπούσα σαν αδελφή, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Την προστάτευα όσο περισσότερο μπορούσα καθημερινά, επειδή ένιωθα πως αυτό περίμενε από μένα και επειδή μου ήταν πολύτιμη. Ήμουν ο φύλακας άγγελός της και ήταν η συντροφιά μου. Ήξερα πως είχε κάποια νοητική υστέρηση. Δεν ήταν κάτι υπερβολικό, όμως η διανοητική της ηλικία ήταν κάπως χαμηλότερη από την κανονική μας. Παρόλα αυτά, η παρουσία της στη ζωή μου μού έδινε χαρά, με γέμιζε γαλήνη. Την έβρισκα έξυπνη με έναν λεπτό τρόπο, διαφορετικό. Ο χρόνος που περνούσαμε μαζί ήταν για μένα κερδισμένος χρόνος. Θεσπέσιος.

Σαν τώρα τα θυμάμαι. Κάθε μέρα την σκέφτομαι και μελαγχολώ.

Το επόμενο πρωί την άφησα να κοιμάται στο κρεβάτι μου και πήγα μόνη μου σχολείο. Μου φάνηκε υπερβολικά κουρασμένη και αδύναμη. Επιπλέον, το πρόσωπό της ήταν σε κακά χάλια, κάπως χειρότερα από την προηγούμενη μέρα που είχε συμβεί η σκηνή. Το μεσημέρι που γύρισα στο σπίτι έτρεξα αμέσως να την δω. Η μητέρα μου δεν είχε γυρίσει ακόμα, ο πατριός μου έλειπε στη Μόσχα για δουλειές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντίκρισα ένα θέαμα που μου πάγωσε το αίμα.

Η Άννα κρεμόταν από ένα σκοινί που είχε δέσει στο φως του δωματίου και δίπλα της ήταν πεσμένη η καρέκλα που χρησιμοποιούσα για κομοδίνο στο κρεβάτι μου. Ακόμα θυμάμαι την κραυγή μου, το καρδιοχτύπι και τον τρόμο μου. Νόμισα πως η γη έφευγε κάτω από τα πόδια μου και πως κινδύνευα να πέσω.

Άρπαξα το νεκρό σώμα και προσπάθησα να την ανασηκώσω στον αέρα κλαίγοντας. Το δέρμα της ήταν παγωμένο, τα μάτια της κλειστά. Κατάλαβα πως ήταν πλέον αργά. Στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από τα πόδια της, υπήρχε μια μικρή λίμνη. Κατάλαβα πως η Άννα είχε κατουρηθεί και η σκέψη με έκοψε σε χίλια μυτερά, απαίσια κομμάτια.

Έπεσα στο κρεβάτι όπου την προηγούμενη νύχτα είχαμε κοιμηθεί μαζί και άρχισα να ουρλιάζω σαν λύκος. Έσφιγγα τα δόντια μου τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα τα σπάσω. Χτυπιόμουν και έκλαιγα με μανία, έφτυνα σάλια και έδερνα το στρώμα με τις γροθιές. Σκεφτόμουν πως έδερνα εκείνον και χτύπαγα όλο και πιο δυνατά. Με απερίγραπτο μίσος. Σαν τρελή. Ήθελα να τον σκοτώσω.

Λίγο αργότερα, όταν συνήλθα κάπως και προσπάθησα να ψυχραιμήσω για να δω τι θα κάνω με την καταστροφή, είδα ένα λευκό χαρτάκι χωμένο κάτω από το μαξιλάρι της. Το ξεδίπλωσα, διάβασα την ανορθόγραφη φράση της και μετά ξανάρχισα να κλαίω, απολύτως συντετριμμένη και δυστυχής:

“Σηγγνώμη που πέθανα εδώ, όμως αν το έκανα στο σπίτη η μάνα μου θα έτρωγε κσύλο για τις ζυμιές, και δε θέλω”.

Rebus

Δρόμος-270

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 3 Ιουλίου 2015 και στην Bibliotheque στις 6 Ιουλίου 2015)

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες σε νησιά, σε επαρχιακές πόλεις με παραθαλάσσιο γλωσσικό ιδίωμα, σε ταινίες σκηνοθετών που μπερδεύω τα ονόματά τους. Μπορεί να ήταν ο Αγγελόπουλος, μπορεί και ο Νικολαΐδης. Στο φως του σούρουπου, λίγο πριν την μπλε ώρα, με τα κινηματογραφικά λαμπιόνια αναμμένα στη σειρά, λίγο πιο κει, να κρέμονται στο πλαστικό καλώδιο είτε από κολώνες της ΔΕΗ είτε από ξέμπαρκα αρμυρίκια, και ένα λαϊκό βαρύ κι ασήκωτο να γρατζουνάει το βάθος της σκηνής σαν θρηνητικό μουρμουρητό ή σαν υποχρεωτικό καιρικό φαινόμενο πάνω από τα ανθρώπινα κεφάλια.

Ήχοι πιρουνιών στην άκρη του πιάτου, εκπνοές καπνού, μια γυναικεία φωνή με μπόλικη εσάνς έρωτα και εμμηνοπαυσιακής υστερίας, το βαρύ γέλιο ενός μάγκα, κάτι άδοξες προθέσεις συμβιβασμού. Ένα πουλί που πάει για ύπνο. Ένα φέρι μποτ που έρχεται κι ένα άλλο που διασχίζει τη θάλασσα στο βάθος, αβάσταχτα σιωπηλό. Κομματάκια από γυαλί οι σκηνές που θυμάμαι, και ξάφνου μου έρχεται στο νου ένα παλιό μου όνειρο, όπου ανέβαινα λέει τις σκάλες του μετρό στην Πανεπιστημίου και μασούσα το γυάλινο μπουκάλι από το άρωμα ενός περαστικού που με είχε εντυπωσιάσει. Το στόμα μου είχε γεμίσει γυαλιά, μα δεν πονούσα. Ένιωθα μόνο την αδιέξοδη και άοσμη υποχρέωση του ανθρώπου που οφείλει να κάνει το καθήκον του – ακόμα και αν αυτό είναι να μασάει γυαλιά ή να καταπίνει πρόκες – και την άδεια λύπη εκείνου που μόλις ανακάλυψε πως είναι φτιαγμένοι από άνθρακα οι περισσότεροι θησαυροί αυτού του κόσμου.

Θυμάμαι τις παράλληλες γραμμές από το κατά τόπους κακό καλούπιασμα του τσιμέντου, εκεί στις αποβάθρες. Σε όλες τις αποβάθρες που έχει τύχει να δω. Ανάγλυφα ρυάκια αποτρόπαιης σκληρότητας, μπετόν αρμέ επιφάνειες που αν περπατήσεις πάνω τους ξιπόλητος θα σου ματώσουν τις πατούσες. Οι αποβάθρες είναι παράθυρα στον κόσμο, σημεία τομής, τρύπες στη διάπλαση του πλανήτη. Τεχνητές γέφυρες που καλύπτουν κενά που η Φύση θα κάλυπτε βέβαια με τρόπο εντελώς διαφορετικό, ενδεχομένως και καθόλου.

Ζούμε στην παρά φύσιν εποχή μιας μετάλλαξης παντός επιστητού, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται με γυμνό μάτι. Οι αποβάθρες, οι ώρες του ρολογιού, οι κινηματογραφικές αναφορές και τα ανεξήγητα όνειρά μας, οι λέξεις και οι κινήσεις μας, μέχρι και οι τυχαίες μας ματιές σε έναν περαστικό που δεν θα αντικρύσουμε ποτέ ξανά μοιάζουν με τις αφορμισμένες πληγές στο σώμα ενός βαριά τραυματισμένου που υποδύεται τον αλώβητο για να μην αφεθεί να συνειδητοποιήσει πως είναι ήδη ακρωτηριασμένος και πως είναι πλέον για όλα αργά.

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες των λιμανιών και επινοώ απ’ την αρχή τα πρόσωπα επιβατών που έχω λησμονήσει. Αναγραμματίζω τα ονόματα των πλοίων σε αστειότητες και σκέφτομαι εικονικές διαδρομές σε θάλασσες και ακτές μιας τηλεοπτικής διαφήμισης, μιας υπερπροσφοράς σε φυλλάδιο διακοπών ενός τουριστικού γραφείου, μιας παλιάς καρτ ποστάλ, μιας παλιάς εποχής, ενός παλιού εαυτού μου, μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει πού την άφησα, κι αλίμονό μου αν ποτέ μου τη θυμηθώ κι αρχίσω να την ανακρίνω.

Για ποιον γράφτηκε ο Εθνικός Ύμνος και λίγοι στίχοι

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 14 Φεβρουαρίου 2014)

.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.
Για την Ελευθερία που έχει πρόσωπο και κρατά σπαθί στο χέρι. Για την Ελλάδα των γυμναστικών επιδείξεων, της λιτανείας του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη, της παρέλασης της 25ης Μαρτίου.
Του αγιασμού, της σχολικής φωτογραφίας, της μπλε ποδιάς. Της μπάντας στην πλατεία. Του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου, της καθαρεύουσας και του πολυτονικού. Του Τσεκλένη και του Πατίστα. Της γραμματικής και της ορθογραφίας. Το ύψιλον δασύνεται, μακρό προ βραχέως περισπάται. Της Μεγάλης Εβδομάδας και των Χαιρετισμών, της ορθόδοξης βάπτισης νεογνών σε μπρούτζινη κολυμπήθρα. Του Δεκαπενταύγουστου και του Ψυχοσάββατου, του θυμιατού πάνω στο μνήμα.
Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.
Των λαϊκών ασμάτων του μεσημεριού και του ακάλυπτου που μυρίζει καλαμαράκια. Του Νεοφύτου, του Αγάθωνος, της Αθανασίας, της Κυριακής των Προπατόρων. Του τούρκικου καφέ, των τούρκικων λέξεων, της τουρκοκρατίας. Των Ιονίων νησιών και της Θράκης. Της Μεταπολίτευσης και του Πολυτεχνείου. Του Ρετιρέ και του Λούνα Παρκ, πέντε κρίκοι ένα τάλιρο, δραχμές στο βιβλιάριο της Εθνικής Τραπέζης. Του Τσαρούχη, του Πετρόπουλου, του Κουν, της Μελίνας. Του παπά, του δάσκαλου, του γιατρού και του δικηγόρου. Της εκδρομής με το αυτοκίνητο στη Βουλγαρία. Της Αλεξίου, του Νταλάρα, του Σαββόπουλου, του Νικολαΐδη. Της νύφης με τα τούλια και του αρραβώνα με τα στέφανα πάνω στο εικόνισμα σταυρωτά. Των πεθερικών στη μπροστινή θέση.
Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή, δεν είν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.
Των κρατικών νοσοκομείων με τις βάρδιες κάτω από τις νέον λάμπες, τις γόπες Καρέλια πίσω από τη σκάλα, τις νοσοκόμες με τα πεταλούδα γυαλιά. Του φαγητού της μαμάς, της προίκας, της δασκάλας με τα χρυσά μάτια και του λεβέντη της Τρούμπας. Του τσαμπουκά, του φιλότιμου, της φραπεδιάς, της ελληνικής φιλοξενίας. Των αμετάφραστων εννοιών και των ηχοποιημένων λέξεων. Του Οδυσσέα του Πολυμήχανου και του Ευγένιου Αρανίτση. Του Μελιγαλά και του Κρυφού Σχολειού, του ΕΑΜ, του Ζέρβα, της Ιοκάστης και του Φλωράκη. Της Καίτης Γαρμπή και της Νένας Βενετσάνου. Της σπανακόπιτας, του κομπολογιού και του Παστίτσιου. Του Λουκή και της Μαλβίνας, του Τσιτσάνη και του Μάρκου. Των σεισμών.
Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.
Της Έλλης Λαμπέτη, του Δημήτρη Χορν και της Τίνας Σπάθη. Του σταυρού κάτω απ΄ τα εικονίσματα, του σταυρού κάτω απ΄ τα κύματα, της ευχής της μάνας. Της Αγίας Λαύρας και του Κρυφού Σχολειού. Του αιώνιου φοιτητή, του φλώρου, του ροκά, του φρικιού, της ακμής στο κούτελο μέχρι τα τριάντα. Των Εξαρχείων, των ουζερί, των παραλιακών οδών, της εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου. Των ιερομαρτύρων και των μπράβων, των λαϊκών μαγαζιών στο πλάι του δρόμου, των κοριτσιών που τις νύχτες βάζουν κουφέτα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους.
΄Ολοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.
Των καρδιαγγειακών επεισοδίων, της μεσογειακής διατροφής, του οίνου που ευφραίνει καρδίας. Της πιτυρίδας, της ονυχοφαγίας, των υπέρβαρων παιδιών. Της Αρκαδίας. Του Καραμανλή, του Παπανδρέου, των Δώδεκα Θεών. Των γιασεμιών και της αστακομακαρονάδας, της πολυκατοικίας χωρίς πετρέλαιο, του Εκράν και της Ριβιέρα, του Ντεπό. Της εποχής των δολοφόνων και της εποχής των παχιών αγελάδων.
Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως από μία μεριά και απ’ άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.
Του Βαλκανιζατέρ. Των πλακάτ, των μολότοφ, της Lacta και των Ζωνιανών. Της συγκίνησης και του κόμπου στο λαιμό μπροστά σε όλους. Της φωνής, της χειρονομίας, του ξερόλα, του κουβαρντά, της Κατίνας. Της πρέφας και του ταβλιού, του νυχτερινού μπάνιου. Της Αγια Σοφιάς. Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, της Ευρώπης, της ρεζέρβας. Του μπουζουκιού, του Χαμένου Αδελφού, του Μεγαλέξαντρου και της γοργόνας.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν’ πολλές, πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Του Δροσίνη. Της λεμονιάς, της ελιάς, του γλυκού του κουταλιού και του άρπα κόλλα. Του Χατζιδάκι. Του δε βαριέσαι και του έλα να σε πάρω αγκαλιά. Του σου ορκίζομαι στα μάτια μου, του αττικού ουρανού, του Πλάτωνα και της γαλανόλευκης. Του σήκω χόρεψε κουκλί μου. Της εθνικής παλιγγενεσίας. Της εξόδου του Μεσολογγίου. Της Σπάρτης και της Αθήνας. Του Βασανίζομαι.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Ενός λεπτού σιγή για τον Wolinski

logo( Κείμενο που δημοσιεύτηκε στον εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 10 Ιανουαρίου 2015)

Δεν ξέρω τι γίνεται όταν κλείσει κάποιος τα μάτια του και πάψει να στέλνει αίμα στον εγκέφαλο η καρδιά του. Δεν ξέρω αν κλείνει ο διακόπτης και πέφτει σκοτάδι παντού ή αν κάτι αποχωρίζεται την ύλη του και συνεχίζει προς άλλες κατευθύνσεις. Η λήξη μιας ζωής είναι δυσάρεστη υπόθεση. Όχι μόνο εξαιτίας του μυστηρίου που καλύπτει το μετά αλλά και εξαιτίας της απώλειας που βαραίνει τις πλάτες και την ψυχή αυτών που μένουν πίσω. Είναι τρομακτικό να γνωρίζει κανείς πως δεν θα ξανασυναντηθεί ποτέ με τον οικείο του. Τρομακτικότερο όμως θα ήταν να μην ήταν προγραμματισμένος ο άνθρωπος με αυτή τη θαυμαστή λειτουργία που ονομάζεται μνήμη.

Στην περίπτωση που ο θάνατος αφορά ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ, συνήθως η αντίδραση είναι ψύχραιμη, και αυτό είναι λογικό. Λυπούμαστε αλλά δεν πονάμε για την απώλεια κάποιου με τον οποίο δεν συνδεθήκαμε συναισθηματικά. Η Φύση προίκισε τον άνθρωπο με λογική και συστήματα ψυχικής αυτοάμυνας. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, οι φυσικοί νόμοι διαψεύδονται. Μπορεί να λυπηθεί κάποιος πραγματικά για το θάνατο ανθρώπων που δεν συνάντησε ποτέ του. Να νιώσει πόνο, οργή και αγανάκτηση. Να δακρύσει.

Ο Georges Wolinski δεν ήταν σπουδαιότερος από τον Cabu, τον Tignous, τον Charb, τους φύλακες ή τους γραμματείς της εφημερίδας Charlie Hebdo που σκοτώθηκαν στις 7 Ιανουαρίου στο Παρίσι. Δεν ήταν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από οποιονδήποτε επώνυμο ή ανώνυμο άνθρωπο που χάνει τη ζωή του σε συνθήκες βίας. Οι νεκροί της δολοφονίας του Παρισιού είναι το ίδιο θύματα με όλα τα θύματα της τρομοκρατίας σε ολόκληρο τον πλανήτη ανά τους αιώνες. Απλώς, η απώλεια ενός δημιουργού είναι και η συμβολική απώλεια του πολιτισμού, και αυτό κάνει ακόμα βαθύτερη την τραγωδία.

«Στις μέρες μου το σεξ ήταν ταμπού, γι΄αυτό και πουλούσε», λέει με το γνωστό, πηγαίο χιούμορ του σε μια συνέντευξή του σε γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι. «Σήμερα το σεξ δεν είναι ταμπού, κι όμως πουλάει ακόμα. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί». Και γελάει.

Ο Wolinski ήταν, μεταξύ άλλων, ένας άνθρωπος του πνεύματος που συγκαταλέγονταν στους σημαντικότερους εν ζωή καλλιτεχνικούς δημιουργούς της μεταπολεμικής Γαλλίας, συνιδρυτής του περιοδικού Hara Kiri και βασικό στέλεχος της γαλλικής πολιτικής δημοσιογραφίας από το 1968. Στα κόμιξ του παρακολουθεί κανείς μεταξύ άλλων την διαδρομή και τις περιπέτειες των ιδεών στη Γαλλία, την πορεία της κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού, την κλιμάκωση της πάλης των τάξεων, την εξέλιξη επιφανών προσωπικοτήτων της γαλλικής σκηνής και επικαιρότητας. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός τη δεκαετία του ’80 κυρίως χάρη στα περιοδικά Βαβέλ και Παρά Πέντε, που παρέθεταν συχνότατα κοινωνικοσατιρικές γελοιογραφίες και κόμιξ του.

Αυτά τα δύο περιοδικά – η Βαβέλ κάπως περισσότερο – ήταν το κατώφλι της γνωριμίας μου με την τέχνη του κόμιξ. Μαζί με τρεις τέσσερις άλλους δημιουργούς, ο Wolinski ήταν ο αγαπημένος μου Γάλλος σκιτσογράφος. Καυστικός, απολαυστικός, αστείρευτος, βαθιά συναισθηματικός, με λίγες μονοκοντυλιές ήξερε να περιγράφει με ακρίβεια μια ολόκληρη εποχή, έναν λαό, μια κοινωνία. Η έκφρασή του ήταν λιτή, τολμηρή και γενναία. Με δίδαξε την ομορφιά της αφαίρεσης και την σημασία της καλλιτεχνικής οικονομίας. Γράφοντας κάποια πεζά κείμενα, πολλά χρόνια μετά, ο Wolinski ήταν εκεί για να μου υπενθυμίζει την αξία της απλότητας και την αρετή της λιτής εικόνας.

Κρατώντας, ανάμεσα σε πολύ κόσμο στη μέση μιας πλατείας, ενός λεπτού σιγή μετά τον άδικο χαμό του, αναρωτήθηκα: για ποιον κρατούν οι άνθρωποι ενός λεπτού σιγή σε τέτοιες περιστάσεις; Γιατί σκύβουν το κεφάλι και λυπούνται; Για κείνον που χάθηκε, για κείνον που κοιτάζει ή για αυτούς τους ίδιους, που μπροστά σε έναν οδυνηρό χαμό χρειάζονται για λίγο να μην ακούν ούτε την ίδια τη φωνή τους; Εξάλλου, για έναν άνθρωπο που σάρκασε το πεπρωμένο του είναι φυσικό όσοι τον αγάπησαν να ερμηνεύουν με όρους θυσίας όχι μόνο το έργο του, αλλά και την ίδια τη ζωή του.

Διακοπές πολυτελείας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα http://www.e-dromos.gr/ στις 27 Σεπτεμβρίου 2014)

Η πολυτέλεια είναι ελλειπτική. Επιβάλλεται χωρίς στολίδια, συμπληρώματα και υπεραφθονία ύλης και υπηρεσιών. Δεν λαμβάνει υπόψη της καταστάσεις και τάσεις που θα της στερούσαν κάτι από την λιτή της επιβλητικότητα. Η πολυτέλεια είναι γυμνή. Κρύβει μέσα της μια σπάνια σοφία.

Η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια τοπία πολυτελείας. Ένα από αυτά είναι οι Οθωνοί, ένα μικρό νησί στο βορειοδυτικότερο σημείο της χώρας,  το μεγαλύτερο από τα τρία Διαπόντια νησιά της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, πάνω από την Κέρκυρα .

Το νησί, με έκταση 10,8 Km2, είναι καταπράσινο, κυρίως ορεινό, με ανώτερο υψόμετρο το Μεροβίγκλι (393 μ.) και με βραχώδεις ακτές αλλά και μικρές αμμώδεις παραλίες. Το χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους διακόσιους. Κύριες ασχολίες τους ο τουρισμός, η μελισσοκομία και η αλιεία. Παλιότερα ασχολούνταν με την ελαιοπαραγωγή, τώρα όμως τα δύο χιλιάδες ελαιόδεντρα του νησιού, τα οποία παράγουν την «ελαία την μικρόκαρπο», με μεγάλη περιεκτικότητα λαδιού υψηλής ποιότητας, μένουν ανεκμετάλλευτα.

Μέρα παρά μέρα, νωρίς το απόγευμα, ο Πήγασος αφήνει επιβάτες και τρόφιμα στο λιμάνι του νησιού, τον Άμμο. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης είναι σχεδόν παράλογη. Ούτε ένα τουριστικό μαγαζί , ούτε ένα περίπτερο, ούτε μία ξαπλώστρα, ούτε ένα beach bar. Μόνο μια καταπράσινη πλαγιά πάνω από μια αμμώδη παραλία, λίγα χαμηλά κτίσματα σε παραδοσιακή αρχιτεκτονική, κάποιες ψαροταβέρνες, και το καφέ της Νίνας.

Η Νίνα είναι η πρώτη γνωριμία των Οθωνών. Και να θέλει, ο επισκέπτης δεν μπορεί να της ξεφύγει. Πιάνει αμέσως φιλίες με όλο τον κόσμο που καταφθάνει. Λέει καλημέρα και κάθεται στο τραπέζι σου με μια κούπα καφέ κι ένα τσιγάρο στο χέρι. «Ψάχνετε δωμάτιο; Στου Μανόλη θα πάτε! Πάω να τον βρω». Είναι φιλόξενη με την άνεση και το κέφι όχι μόνο του επαγγελματία που ψάχνει πελατεία, αλλά και του ανθρώπου που ευχαριστιέται τον άγνωστο να τον κάνει γνωστό, με τη ζωντάνια και το κέφι ενός παιδιού που δεν βαριέται να κάνει φίλους.

Κατάγεται από την Κέρκυρα και φέτος άνοιξε το πιο γραφικό καφενείο του νησιού μέσα «σε μια παλιά αποθήκη που ξαναφτιάχτηκε από την αρχή, με δικό μου γούστο». «Στον Άμμο», το όνομά του. Δίπλα της ο άντρας της, ο Νίκος, πρώην υπάλληλος στη ΔΕΗ Οθωνών και νυν μελισσοκόμος, παρακολουθεί τη συζήτηση μειδιώντας.

Στο καφενείο της η Νίνας, όπου πηγαινοέρχονται διαρκώς ντόπιοι και ξένοι, προσφέρονται μέλι από τα μελίσσια του Νίκου, χειροποίητα γλυκά και λικέρ από φρούτα που μαζεύει η ίδια στο δάσος. Συσκευασμένα προϊόντα αρνείται να σερβίρει. «Θα φτιάξω λεμονόπιτα, όμως πρέπει να πάω στις λεμονιές. Του εμπορίου είναι κερωμένα, η γεύση τους δεν είναι καλή. Το λικέρ κούμαρο σ’ αρέσει;». Μαζί με τον καφέ κερνάει σπιτικά αμυγδαλωτά ή τα μπισκότα της ημέρας.

Η Νίνα δεν έχει κουζίνα που θα δικαιολογούσε παροχές εστιατορίου. Ένα μεσημέρι όμως, αργά, στο καφενείο της φάγαμε το καλύτερο μεσημεριανό του Αυγούστου. «Ξεχαστήκατε και κλείσανε; Έχω αυγά από τις κότες μου για μια ομελέτα, πάω να δω αν έμειναν ντοματίνια στη γλάστρα, να κόψω και λίγο ζυμωτό ψωμί και να βάλω μια τηγανιά πατάτες απ’ αυτές που έβγαλα χτες από το περιβόλι».  Τα σουπλά ήταν κομμάτια κουζινόχαρτο και στη γυάλινη κανάτα φρέσκο πηγαδίσιο νερό. Το τραπέζι της Νίνας ήταν πολυτελείας. Γύρω μας, Ιταλοί και ντόπιοι γελούσαν μαζί χωρίς να νοιάζονται για το περασμένο της ώρας.

Όταν η συζήτηση στρέφεται στα πολιτικά, λέει: «Ήμουν στο ψηφοδέλτιο του Νικολούζου, αλλά δεν βγήκα. Δεν πειράζει, αρκεί που η Κέρκυρα ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ». Μιλάει για τους Οθωνούς που έμειναν χωρίς σχολείο αφού έφυγαν όλα τα παιδιά, για την ιστορία των πειρατών και των φιδιών που κάποτε απειλούσαν το νησί, για μια ωραία έκθεση ζωγραφικής που παραμένει κλειστή λόγω έλλειψης προσωπικού και για το γιατρό, που πότε είναι πότε δεν είναι σε υπηρεσία.

Η δωρική λιτότητα του τοπίου, τα κρυστάλλινα νερά που μυρίζουν θυμάρι, οι μικροί σιωπηλοί οικισμοί γύρω από το βουνό, ο έναστρος ουρανός που αφήνει να φαίνονται χιλιάδες αστέρια τις νύχτες, οι όμορφοι άνθρωποι των Οθωνών, η εγκάρδια φιλοξενία της Νίνας, είναι ψηφίδες αγαλλίασης που κάνουν το μεγάλο μωσαϊκό του τόπου αυτό που είναι. Ένας προορισμός πολυτελείας για όσους θέλουν να περάσουν λίγο καιρό σε έναν τόπο λιτό και αγνό, σε μια κοινωνία παλιακή και ταυτόχρονα πολύ μπροστά από την εποχή μας .

Από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 28 Ιουνίου 2014)

“Σε μια εποχή όπου το όνειρο της επιτυχίας, κάθε είδους επιτυχίας, έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήματα εκτός από τον εαυτό του, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε με βάση το οποίο να μετρήσουν τα επιτεύγματά τους, εκτός από τα επιτεύγματα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση και επιδοκιμασία, και η ποιότητα αυτής της έγκρισης έχει υποστεί από μόνη της πολλές σημαντικές αλλαγές“.

Αυτά λέει ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο του “Η κουλτούρα του ναρκισσισμού“, και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, η φράση θα μπορούσε να αναφέρεται στο radiobubble. Σκληρή και άκαμπτη η πραγματικότητα, παρόλα αυτά οι άξιοι επιβιώνουν και προχωρούν. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, μαζί με το γνωστό πατάρι απ’ όπου εξέπεμπε και το “διαγαλαξιακό ραδιόφωνο” του σταθμού, κλείνει το Σάββατο 28 Ιουνίου. Μέσα στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να θεωρείται, ήδη, ιστορικό στέκι. Κέρδισε την αγάπη μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που, ενίοτε, δεν δίσταζε να ταξιδέψει και από άλλες χώρες για να παρευρεθεί σε κάποια εκδήλωση, και το θαυμασμό των “συναδέλφων” του, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της ουσίας αυτού του μαγαζιού και υποκλίθηκαν στο πρωτοποριακό του ύφος.

Η συνέχεια εδώ

Ανθρωπί

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 18 Απριλίου 2014)

.

Καθόταν δίπλα μου στο θρανίο στα Αγγλικά. Την έλεγαν Τένα, εκ του Παρθένα. Λαϊκή οικογένεια, το σπίτι τους δυο βήματα απ’ το δικό μας. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου – εγώ έξι κι εκείνη επτά – και κάπως αυταρχική. Την θαύμαζα που ήξερε να γράφει μερικές λέξεις πάρα πάνω από μένα, αλλά και την φοβόμουν λίγο, επειδή είχε πάντα τον τρόπο να με κάνει να νιώθω τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά μας ως αξεπέραστο εμπόδιo για ο,τιδήποτε άλλο μας αφορούσε.

Συχνά η δασκάλα των Αγγλικών μας έβαζε να ζωγραφίζουμε γύρω από τις καινούριες λέξεις. Εμένα μου άρεσαν τα γήινα χρώματα: πορτοκαλί, καφέ, κεραμιδί. Και το κίτρινο. Το κίτρινο το είχα ερωτευτεί. Ήταν η πρώτη ξυλομπογιά που τελείωνα πολύ πριν από τις άλλες. Έβαφα ήλιους στην άκρη της σελίδας, στο κέντρο, στη βάση της. Ήθελα ολόκληρη η ζωγραφιά μου να είναι ένας μεγάλος, λαμπερός ήλιος. Και τσαλαπετεινούς ζωγράφιζα, εξωτικά πουλιά σε διάφορες στάσεις: να διαβάζουν, να πετούν, να κοιμούνται.

Εκείνη ζωγράφιζε ανθρωπάκια που τα έβαφε με μια μπογιά που την έλεγε «ανθρωπί». Το χρώμα ανθρωπί δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε το ξανάκουσα ποτέ. Από κείνη το’ μαθα και δικό της παρέμεινε για πάντα.

Δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν όμορφο κοριτσάκι. Με καστανά μαλλιά και λαμπερά μάτια. Δεν έλιωνα για χάρη της, ούτε ήμουν ερωτευμένος, παρόλα αυτά μου τύχαινε να την σκέφτομαι καμιά φορά πριν με πάρει ο ύπνος. Έμοιαζε κάπως με τη μητέρα μου, έτσι νόμιζα τότε τουλάχιστον. Την φανταζόμουν να σκύβει πάνω από το κρεβάτι μου, να με φιλάει στο μέτωπο και να μου λέει «καληνύχτα».

Την είδα τις προάλλες, τυχαία, στην Αθήνα. Ψώνιζε λαμπάδα για τη βαφτιστήρα της, όπως μου είπε χαμογελώντας. Μου είπε επίσης πως παντρεύτηκε έναν βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, πως μένει στην Κηφισιά και πως έχει τρία παιδιά στο ιδιωτικό της γειτονιάς της. Όλα αυτά σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Για μένα δεν με ρώτησε τίποτε. Χάρηκα που μιλήσαμε, και που ευτυχώς δεν έμοιαζε πια καθόλου με τη μητέρα μου.

Φεύγοντας, δίστασα για μια στιγμή. Κάτι μέσα μου με έτρωγε να την ρωτήσω αν θυμόταν το χρώμα «ανθρωπί». Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Ίσως επειδή αν της το έλεγα, αν της ανέφερα εκείνη την παλιά της λόξα, να την έκανα να νιώσει κάπως άβολα. Ή να κάνει πως δεν θυμάται.

Ήταν ντυμένη ως το λαιμό με μια καφετιά, παχουλή γούνα, αληθινή. Φορούσε μαύρα σινιέ γυαλιά που δεν άφηναν τα μάτια της να φανούν. Στα δάχτυλά της έλαμπαν κάμποσα διαμάντια σε μέγεθος κοτρώνας και τα μαλλιά της ήταν πλέον ξανθό σαντρέ46. Μύριζε ένα βαρύ, ακριβό άρωμα που για μια στιγμή με έκανε να νιώσω ναυτία. Μιλούσε βιαστικά και με κείνη την επίκτητη αριστοκρατική προφορά που έχουν τα προάστια της αίγλης. Δεν ξέρω τι άλλο μου είπε, και δεν θέλω καν να προσπαθήσω να θυμηθώ.

Την αποχαιρέτισα ευγενικά, και μου ευχήθηκε «Καλή συνέχεια σε όλα, έτσι;».

Χαμογέλασα και έγνεψα «Ναι». Δεν της μίλησα για κείνη την αρχαία μπογιά. Τι να θυμηθεί από το «ανθρωπί», σκέφτηκα, μια γυναίκα που φαινόταν πως είχε πια ξεχάσει μέχρι και το παραμικρό νόημα της λέξης;

Ο βυθός της κοινωνίας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 15 Φεβρουαρίου 2014)

Εννέα παιδιά και τρεις γυναίκες βούλιαξαν στον πάτο του Αιγαίου. Αυτή είναι η τελευταία παραλαβή του βυθού, την ώρα που ο ελεύθερος αέρας της Ελλάδας δεν αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα για όλους. Οι άνθρωποι μπορούν να αναπνέουν μόνο αν έχουν στην τσέπη τους χαρτιά. Χαρτιά με σφραγίδες, υπογραφές, παράβολα και ημερομηνίες. Οι παράνομοι, οι λαθρομετανάστες, οι ξένοι, οι άτυχοι, οι ανώνυμοι, εκείνοι που έχουν άδειες τσέπες και ρημαγμένη καταγωγή θα είναι κατατρεγμένοι εσαεί. Θα γίνεται ο βίος τους αβίωτος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, θα βουλιάζουν. Κι αν δεν βουλιάζουν από μόνοι τους, πάντα θα βρίσκεται ένας φιλότιμος υπάλληλος να τους δώσει μια χείρα βοηθείας. Με ένα νόμο, με ένα κουπί, με μια σιδηρογροθιά, το αποτέλεσμα μετράει.

Η ερημιά του πολιτισμού και οι ανθρώπινοι νόμοι έχουν το πιο απάνθρωπο πρόσωπο που θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί κάποιος. Σχήμα οξύμωρο πια οι έννοιες και οι αρχές που προορίζονταν να γίνουν η περιγραφή και η απεικόνιση ενός δίκαιου κόσμου. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι μαγνητάκια στο ψυγείο. Μπιχλιμπιδάκια που χρησιμεύουν μόνο ως διακοσμητικοί υπαινιγμοί για τη δημιουργία εντυπώσεων πάνω σε μια ψυχρή, αδυσώπητη, κενή επιφάνεια που δεν αποσκοπεί στη βελτίωση ή στο αυγάτισμα της ζωής, παρά μόνο στην διαιώνιση των παγιωμένων εσωτερικών δομών της που με το πέρας του χρόνου μόνο πιο νοσηρές – έως θανατηφόρες – τείνουν να καθίστανται για όλους.

Η προπαγάνδα του κράτους λειτουργεί ικανοποιητικά.Η παρανομοποίηση της εργασίας των μεταναστών εργατών είναι η μαγική λύση σε ένα επιπλέον πρόβλημα που «αμαυρώνει» την δημόσια εικόνα μιας χώρας υπό κατάρρευση, η οποία προσπαθεί να πιαστεί από τα μαλλιά της για να μην πνιγεί και αυτή. Όχι αμέσως, τουλάχιστον. Εφόσον δεν μπορεί κάποιος να σφραγίσει με τσιμέντο τα σύνορα, όπως άλλοι βουλώνουν τρύπες, ας σφραγίσει το μέλλον των ανθρώπων που επιχειρούν να τα διασχίσουν. Η δικαιοσύνη κόβεται και ράβεται στα μέτρα εκείνων που έχουν την αξίωση και τα μέσα για να την χρησιμοποιούν. Και λειτουργεί ρολόι.

Ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας θρηνεί για το ανθρώπινο πένθος των κατεστραμένων. Αγανακτεί μπροστά στις εικόνες του τρόμου και της συμφοράς. Από την άλλη πλευρά, οι φίλοι του κράτους αναζητούν δικαιολογίες και φτηνές απαντήσεις στην ερώτηση που θα έκανε ακόμη κι ένα παιδί: «Γιατί;». Η απάντηση είναι απλή, είναι όμως αμφίβολο αν θα τολμήσει ποτέ κάποιος να την δώσει. Επειδή ο σκληρός πυρήνας του κράτους οφείλει να παραμείνει στο απυρόβλητο, να μην λογοδοτεί ποτέ. Στην Ελλάδα της τρόικας και των συνεργατών της θα κατασκευάζονται ένοχοι, θα δολοφονούνται αθώοι, θα παραπληροφορείται η κοινωνία και θα απομυζάται ο λαός. Επειδή αυτό συμφέρει τα αφεντικά του λαού και τους χειριστές του μέλλοντός του. Αυτή είναι η συμφωνία.

Η διαχείριση της κρίσης που προκάλεσε και διαιωνίζει ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός θα γίνεται με τρομοκρατία, ασέλγεια, καταστολή και βαρβαρότητα. Τέλος τα δικαιώματα και οι ελευθερίες. Κοινωνικός δαρβινισμός παντού. Στις φυλακές, στα σύνορα, στις γειτονιές, στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στο υποθηκευμένο μέλλων των αγέννητων παιδιών. Η ομερτά πρέπει να επιβληθεί ως καθολικός νόμος. Η άμισθη εργασία προωθείται ως μοντέρνα εναλλακτική και εκλεκτό προνόμιο: τα εγχώρια σκλαβοπάζαρα χωράνε μόνο Έλληνες – οι «λαθραίοι» ούτε αυτό δεν θα πάρουν. Ο σκληρός πυρήνας του κράτους φροντίζει επαρκώς γι’ αυτό, όπως και για τόσα άλλα. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένας μυθικός τόπος παραδείσιας ομορφιάς και μεγάλης ιστορίας. Μπορεί να γίνει και ένα υπερσύγχρονο, πλήρως εξοπλισμένο και τρομακτικό κολαστήριο. Με αποδεικτικά στοιχεία. Φωτογραφίες, συνεντεύξεις, σχόλια, μαύρες γραμμές πάνω σε ονόματα πρώην ζωντανών που βγήκαν απ’ τη μέση. Με ατού στην τσέπη τις στατιστικές και τα χρονοδιαγράμματα αφανισμού, λαμπερά παράσημα, σε περιόδους πολέμου, ειρήνης, κρίσης, προεδρίας

Οδός Χριστουγέννων

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 21 Δεκεμβρίου 2013)

Η πόλη κολυμπά στην αβαθή θάλασσα μιας χειμωνιάτικης γιορτής. Οι άνθρωποι περπατούν με τα χέρια στις τσέπες. Κρυώνω, και σου λέω να μπούμε σε ένα μαγαζί με χρωματιστά μπουκάλια και μυρωδιά κρασιού. Στην πόρτα κουδουνίζει ένας μίνι τάρανδος με αγιοβασιλιάτικο καπέλο. Πίσω από τη βιτρίνα με τις ακρυλικές υποσχέσεις ένας μυστικός κόσμος κρυφοκοιτά. Αχνές φωτογραφίες από εγκαταλελειμμένα λούνα παρκ, ζωγραφιστά τρενάκια, καρουσέλ, βατραχάκια μπρούτζινα, σβούρες και παιχνίδια που δεν ανήκουν πουθενά. Σπάνια βιβλία που κάποτε ξάπλωναν πάνω σε ράφια όλο μούχλα και τερμίτες, βινύλια Λιλί Μαρλέν, Ντέμης Ρούσσος και Ζορμπάς δίπλα στις παλιές επιτυχίες της Μπαρμπαρά και του Μπρασένς, υφασμάτινες σημαίες από μέρη μακρινά, άκυρα χαρτονομίσματα και κέρματα παλαιάς κοπής, ζωγραφιές λαδομπογιά σε τοίχους που ξεφτίζουν, ο Μπωντλέρ, ο Λόρδος Μπάιρον, η Έντιθ Πιάφ σε κοιτάζουν κατάματα και αναμένουν ένα κρυφό σου άγγιγμα καθώς θα ανεβαίνεις τα σκαλιά.

Χαραγμένοι τοίχοι – με πρόκα, σουγιαδάκι ή κάτι άλλο αιχμηρό – ονόματα και ημερομηνίες, «Ερμίνα + Αλέξανδρος = αγάπη για πάντα». Δωμάτια κελιά. Που κάποτε φιλοξενούσαν άλλους. Μια δραματική σβάστικα λαξευμένη ανάμεσα σε αμέτρητα εβραϊκά ονόματα, πολυέλαιοι με χρωματιστά λαμπιόνια, καμένα μερικά, έπιπλα με δαντελωτά χειροποίητα σχέδια, μαξιλάρια από ρουμπινί βελούδο και ήθη χαμηλά. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στολισμένο με κόκκινα λαμπιόνια φεγγοβολά. Χαμένες αγάπες, ίντριγκες, πάθη μεθυστικά – ανείπωτες λέξεις. Η μουσική του λόγου. Ένα γραμμόφωνο κι ένα τζουκ μποξ όλο δακτυλικά αποτυπώματα λίγο πιο πέρα, ρετρό χρυσοποίκιλτοι καθρέφτες σε κάθε γωνιά. Μια τρομπέτα καταγής στις σανίδες. Ένας μικρός Ιησούς στη φάτνη του.

Ο χώρος μοιάζει με θεατρικό σκηνικό. Σκαλιά, σκαλάκια και τρυφερές ξύλινες σκάλες συνδέουν άναρχα τα επίπεδα και στις στροφές του λαβύρινθου τρίζουν γέρικα και μαλακά. Ποτέ ένα τρίξιμο δεν με συγκίνησε τόσο αφόρητα. Ποτέ δεν θαύμασα τόσο γλυκά μια τυχαία σκλήθρα που στεκόταν όρθια ανάμεσα στις λουλουδένιες πλάτες δυο σκουριασμένων καρφιών. Η άγρια χαρά ενός περαστικού έρωτα ποτέ δεν στόχευσε τόσο απρόσμενα όσο ένα παιδιάστικο χαμόγελο στην αρχή της σκάλας.

Κορνίζες παλιακές με απολυτήρια υπέργηρων τεθνεώτων πίσω από το γυαλί, ερωτικά γράμματα μιας άλλης εποχής γραμμένα με αληθινό μελάνι, παράσημα από ανδρικά στήθη που πολέμησαν σε χιονισμένα βουνά, γυναικείες δαντέλες αραχνοΰφαντες, που κάποτε έκαναν τα έφηβα αγόρια του τελευταίου θρανίου μιας κρύας τάξης να ονειροπολούν στη θέα και στα αινίγματά τους. Κάλαντα σε διάφορες γλώσσες, παιδιά με τριγωνάκια ανεβοκατεβαίνουν χαρούμενα. Πάνω στα γυάλινα ράφια, μπουκάλια με παλιά αλκοόλ και αναμνηστικά ξεχασμένα από κάποιους περασμένους πότες περιμένουν ένα χέρι να απλωθεί. Οι λιγοστοί θαμώνες ψιθυρίζουν μεταξύ τους και κοιτάζουν τα νέα πρόσωπα με δυσπιστία.

Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι που ταιριάζει πολύ στους ρομαντικούς. Στην καρδιά της πόλης, με σκέψεις μπερδεμένες και προθέσεις θολές. Στην άκρη ενός αμέθυστου δρόμου που μουρμουρίζει σαν επίμονη αγκαλιά. Παίρνουμε ακόμη ένα κονιάκ ή ένα λικέρ κεράσι; Μια σταλιά. Ίσα να λάμψει ένα δάκρυ στο ποτήρι. Θα μου μιλήσεις για θέματα καρδιάς και θα σου πω τα οδυνηρά μυστικά μου.

Παράξενες μέρες, αλάξευτες. Η οδός Χριστουγέννων χαμογελά. Στην Καζαμπλάνκα στάζει σκουριασμένη βροχή. Κι από την Αγία Πετρούπολη νεώτερον ουδέν, παρόλες τις παραινέσεις. Στο Φες η κόκκινη άμμος στροβιλίζεται ανάμεσα στα πήλινα τούβλα των οχυρών. Στο Τζαϊπούρ οι έμποροι υφασμάτων πουλάνε τα σάρι μισοτιμής πάνω στους πάγκους. Η Τσάινα Τάουν γέμισε νεοϋορκέζικες ακρίδες και ξεδιάντροπες πόρνες των τριών δολαρίων που κλαίνε πνιχτά. Τα ηφαίστεια της Αγίας Λουκίας κοχλάζουν. Η βασίλισσα του Σαβά συνεχίζει να θρηνεί τον χαμένο εραστή της που την αποκαλούσε “πριγκίπισσα” και της χάιδευε τους αστραγάλους και την κοιλιά. Ο κόλπος των Καρχαριών γέμισε τυφλά χρυσόψαρα. Στο Γαλάζιο Όρος οι μοναχοί εξορύσσουν κρυστάλλους αλατιού που μοιάζουν με καλειδοσκόπια. Στην Γκραν Πλας οι έφηβοι μαθητές ενός σχολείου κάθονται καταγής και τραγουδάνε τζινγκλ μπελς και διάφορα τέτοια. Στο Ράιντορφ ένας άντρας πίνει ουίσκι με πάγο και παρόλο που βρέχει παραμένει στεγνός. Η Κέρκυρα δεν μάθαμε ποτέ σε ποιον ανήκει. Η καινούρια χρονιά θα λέγεται 2014.

Εμείς τραγουδάμε χωρίς επώνυμα αισθήματα για ένα τρένο που φεύγει.

Μια απειροελάχιστη ταλάντωση σε μεγάλα ύψη

Hells_Canyon_Oregon

Δίπλα στα σπήλαια του Όρεγκον, στο Φορτ Ροκ και στο Πέισλεϊ. Εκεί θα ζούμε. Σε ένα ισόγειο σπίτι με κήπο και μια ξύλινη βεράντα με θέα προς την ανατολή. Τα πρωινά θα χαζεύουμε τον ποταμό Κολούμπια που θα μεταφέρει γιγάντιους κορμούς δέντρων, σάπια λάστιχα αυτοκινήτων και νεαρούς κάστορες που θα ακροβατούν από τη μια όχθη στην άλλη, και τα άσπρα σύννεφα στον γαλάζιο αμερικάνικο ουρανό. Θα χαιρετάμε τα ποταμόπλοια που δεν θα μας βλέπουν, θα τα βλέπουμε όμως εμείς και θα μας φτάνει. Θα ζούμε επιτέλους μια αμέριμνη, αληθινή ζωή. Αυτό που έλεγες πάντα. Θα έχουμε μάθει τις καλλιέργειες και τα αρδευτικά συστήματα της περιοχής και θα εξασφαλίζουμε την τροφή μας. Τα γύρω χωράφια θα είναι γεμάτα καλαμπόκια, γλυκοπατάτες, μαρούλια και ηλιόσπορο. Όλα θα τα περιποιούμαστε εμείς οι ίδιοι, με τα χέρια μας. Δεν θα μας νοιάζει να λερωθούμε. Θα τα πουλάμε μετά στη λαϊκή του Φορτ Κλάτσοπ, που θα γίνεται κάθε Τετάρτη δίπλα στο χειμερινό σταθμό ανεφοδιασμού και θα παίρνουμε φρούτα, παστό και όσπρια από κείνα που προτιμάς.

Τους χειμώνες θα μας επισκέπτονται οι περαστικοί γουνέμποροι και θα τους ανταλλάσσουμε λίγο πετρέλαιο και μερικά λουκάνικα για λίγα ψήγματα χρυσού. Δεν θα αγοράζουμε γούνες εμείς, μόνο λουκάνικα και πετρέλαιο θα χρειαζόμαστε για τη λάμπα που θα μας φέγγει τις νύχτες που θα μου διαβάζεις τα Άνθη του Κακού απ’ το πρωτότυπο και θα μου λες πόσο παράταιρο είναι το γούστο μου με το περιβάλλον – δεν θα με νοιάζει όμως και πολύ. Επειδή δεν θα έχει σημασία.

Όταν κουράζεσαι, θα σου λέω ιστορίες για τους ινδιάνους Ουμπκούα που έζησαν πριν από πολλά χρόνια στην περιοχή και θα σου ζωγραφίζω σκηνές από το κυνήγι και την αλιεία πάνω σε αυτοσχέδιους χάρτες θησαυρών, που θα τους χρωματίζω με ώχρες και χέννα. Τα βράδια θα ψήνουμε καλαμπόκια και λουκάνικα στη φωτιά και θα πίνουμε το ουίσκι που θα μας έχει προμηθεύσει εκείνος ο κυνηγός που θα περνά κάθε τόσο για να μας παζαρέψει το χρυσάφι που θα βρίσκουμε στη δυτική όχθη. Δεν θα πατήσουμε ποτέ το πόδι μας στο Φορτ Αστόρια. Ούτε θα γυρίσουμε ποτέ σε πόλη με αυτοκινητόδρομους, βενζινάδικα, φαστ φουντ, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλεία. Δεν θα ξέρουν ούτε οι φίλοι μας πού βρισκόμαστε. Οι περισσότεροι θα νομίζουν πως έχουμε πεθάνει.

Θα ζήσουμε έτσι για πολύ καιρό στην πολιτεία των καστόρων, μέχρι που δεν θα μπορούμε να το κάνουμε πια, και τότε, ηττημένοι και ευτυχείς, θα φτιάξουμε τη βαλίτσα μας και θα επιστρέψουμε στο Σάλεμ. Εκεί θα περιμένουμε το τέλος του χρόνου τρώγοντας σούπα και παρατηρώντας τον Ειρηνικό από ένα δωμάτιο με πράσινες κουρτίνες στον τελευταίο όροφο του οίκου ευγηρίας που θα είναι και το τελευταίο μας σπίτι. Πιασμένοι χέρι χέρι, καθισμένοι στην άκρη του κρεβατιού. Εσύ κι εγώ. Μαζί. Δυο αγαπημένοι, διαψευσμένοι, ρομαντικοί μοναχικοί που δεν κατάφεραν να ξεφύγουν από αυτό που είναι.

(αφιερωμένο)

Αρέσει σε %d bloggers: