Category Archives: Δρόμος της Αριστεράς

Το χέρι που όπλισε την κάμερα

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο δρόμο της Αριστεράς στις 28 Σεπτεμβρίου 2013)

Για το Πρώτο Θέμα που δημοσίευσε την διαβόητη φωτογραφία του Παύλου Φύσσα λίγο πριν ξεψυχήσει αιμόφυρτος από χέρι νεοναζί γράφτηκαν πολλά. Για τους πενήντα χιλιάδες αιμοδιψείς συμπατριώτες μας που έσπευσαν στα περίπτερα να αγοράσουν το έντυπο, και για όσους αναδημοσίευσαν τη φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα, άλλα τόσα. Για τους πεντακόσιες χιλιάδες ψηφοφόρους της ΧΑ που την έβαλαν στη Βουλή ξαναχύθηκε αναδρομικά πολύ μελάνι. Για την αιφνίδια, ματωμένη «αφύπνιση» της πολιτείας απέναντι στον κίνδυνο του φασισμού τυπώθηκαν σελίδες επί σελίδων. Για την σκοπιμότητα ή όχι της δημοσίευσης του ντοκουμέντου, αναπτύχθηκαν άπειρες πολεμικές. Για τον άνθρωπο που τράβηξε αυτή τη φωτογραφία δεν ειπώθηκε τίποτα.

Δεν αναφέρθηκε κάπου το όνομά του. Αγνοείται πόσα χρήματα πήρε ως αμοιβή για να πουλήσει την επίμαχη φωτογραφία. Δεν μαθεύτηκε ποιος ήταν ο ρόλος του στο σημείο του φόνου, για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί, πώς και αν αντέδρασε – πέρα από το να φωτογραφίσει το έγκλημα και κατόπιν να διοχετεύσει τη φωτογραφία στην αγορά. Δεν απαθανάτισε τη στιγμή του φόνου ή το πρόσωπο του φονιά. Απαθανάτισε το θύμα την ώρα που ψυχορραγούσε στην άσφαλτο. Έβγαλε ένα άρτιο, ασφαλές πορτρέτο.

Ό, τι και να λένε οι εφημερίδες, τα κοινωνικά δίκτυα και οι περαστικοί στις γειτονιές, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Ένας νέος άνθρωπος έχασε τη ζωή του και κάποιος από τους παρόντες απαθανάτισε το ψυχορράγημα και στη συνέχεια εκπόρνευσε το υλικό του. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρει κανείς ποιος είναι, τι δουλειά κάνει, ποια είναι η ηλικία του, πώς είναι το πρόσωπό του. Η ιστορία της εν λόγω φωτογραφίας δεν διαφέρει από αυτές που ακούγονται κάθε φορά που αποκαλύπτεται ένα καινούριο δίκτυο πορνείας: τραβήχτηκε την κατάλληλη στιγμή, έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με lifestyle φυλλάδα, πουλήθηκε, τυπώθηκε και βγήκε φτιασιδωμένη στα πεζοδρόμια αποφέροντας, χάρη στην πορνογραφική χροιά της, επιπλέον κέρδη στον προαγωγό της.

Μετά από όλα αυτά, αναρωτιέται κανείς: πώς είναι αυτός ο άνθρωπος που, ενώ μπροστά στα μάτια του συνέβαινε ένα έγκλημα, είχε την ψυχραιμία να οπλίσει την κάμερα και να ρίξει άλλη μια σφαίρα στον χτυπημένο; Τι σκεφτόταν εκείνο το δευτερόλεπτο που κεντράριζε την εικόνα του μέσα στο κάδρο του φακού; Πώς χτυπούσε η καρδιά του; Ποια δύναμη εμπόδισε το χέρι του να τρέμει από φρίκη και τα μάτια του να θολώσουν από τρόμο και δάκρυα; Πώς κατάφερε να παραμείνει στην απέναντι πλευρά της ζωής; Πώς ένιωσε τρεις μέρες μετά τις διαπραγματεύσεις, βλέποντας το εκτρωματικό έργο του κρεμασμένο στα τσιγκέλια του περιπτέρου και ακούγοντας τη μητέρα του δολοφονημένου να οδύρεται για το σφαγμένο παιδί της;

Αυτός ο ηθικά λεηλατημένος άνθρωπος, ανώνυμος και κρυμμένος, έχει το κουράγιο και κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια ξέροντας πως βρήκε τρόπο να ξεδιψάσει την άρρωστη ανάγκη τους για κανιβαλισμό ή να προσβάλλει ακόμα χειρότερα την αξιοπρέπειά τους. Μπορεί ανάμεσά τους να ψάχνει προδοτικά το επόμενο θύμα του. Μπορεί να νιώθει θριαμβευτής και έξυπνος – εξάλλου έβγαλε λεφτά από το θάνατο ενός αθώου. Αγνοεί όμως πως τελικά δεν κοιτάζει μόνο τους πελάτες του που αρέσκονται σε εικόνες σφαγείου ή κρύβουν μέσα τους ένστικτα φρίκης και αποτροπιασμού. Κοιτάζει κατά πρόσωπο ολόκληρη την κοινωνία. Μια κοινωνία που έχει πολλούς σαν αυτόν, αλλά και κάμποσους που δεν του μοιάζουν καθόλου.

Ξεχνά πως παρότι τα θηρία σαν και του λόγου του είναι ένα κομμάτι του κοινωνικού ιστού, στη ζούγκλα κυκλοφορούν και άλλου είδους ζώα. Είναι ασεβής τόσο απέναντι στη ζωή όσο και στο θάνατο. Τα χέρια του είναι λερωμένα. Κράτησε μια κάμερα, και με το ίδιο σαρκοβόρο ένστικτο του δολοφόνου που τράβηξε μαχαίρι, εκείνος τράβηξε και, στη φυλλάδα που μέχρι πρότινος προωθούσε τους φασίστες ως ποπ σύμβολα, πούλησε έναντι ενός ή πολλών πινακίων φακής αυτή τη φωτογραφία. Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώος. Επειδή είναι Απάνθρωπος. Απέναντί του, όμως, στέκονται Άνθρωποι που τον περιφρονούν και είναι αντίπαλοί του. Άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο ματωμένο κέρδος και δεν ορκίζονται σε αυτό. Κάποτε θα έρθει η ώρα που θα το αντιληφθεί, όπως και όλοι εκείνοι που τόσο καιρό πατούν επί πτωμάτων νομίζοντας πως δικαιούνται να μακελεύουν κατά το δοκούν μια ολόκληρη λαβωμένη κοινωνία.

Κάποτε θα αντιστραφούν οι ρόλοι και η δικαιοσύνη θα πάψει να είναι διακοσμητική. Αυτός θα είναι ένας φόρος τιμής στο φωτογραφημένο αίμα του Παύλου Φύσσα και όλων εκείνων που έχασαν και χάνουν τη ζωή τους σε μια εποχή αδικίας και αλληλοσπαραγμού.

Οι «προοδευτικοί» της ισοπέδωσης

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 14 Σεπτεμβρίου 2013)

Περί Αρχαίων Ελληνικών ο λόγος και, παρότι η άποψη αυτή έρχεται σε ρήξη με την τάση της εποχής έτσι όπως εκφράζεται από όλες σχεδόν τις πολιτικές και μη γωνιές του διαδικτύου και του Τύπου, τολμώ να πω ότι είμαι από εκείνους τους παρωχημένους παλιοχαρακτήρες που δεν επικροτούν την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών από τα σχολεία.

Νιώθω τεράστια ικανοποίηση όταν, ως πάλαι ποτέ τριτοδεσμίτισσα, είμαι σήμερα σε θέση να διαβάσω – έστω και με μια σχετική δυσκολία πλέον – κάποιο απόσπασμα της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στο πρωτότυπο. Παρότι ο καιρός που έχει περάσει από τότε που διδασκόμουν το μάθημα των Αρχαίων στο σχολείο είναι αρκετός και έχει επιφέρει φθορές στις γνώσεις μου, κάποιες γερές βάσεις δεν έχουν κλονιστεί, κι έτσι καταφέρνω να κατανοώ το νόημά του. Αυτό το τελευταίο το θεωρώ αληθινό προτέρημα και χαίρομαι βαθιά όταν το βρίσκω μπροστά μου.

Θα ήθελα το ίδιο και για τα παιδιά μου. Και για όλα τα ελληνόπουλα. Ας τους δίνεται η ευκαιρία να ενσταλάσσεται μέσα τους αυτή η γνώση, και αν κρίνουν κάποτε πως δεν την θέλουν τελικά, ας μην την αξιοποιήσουν ποτέ τους. Ας υπάρχει όμως, έστω και σιωπηλά. Όπως και κάθε γνώση, άχρηστη δεν θα την θεωρούσα για κανένα λόγο.

Τα Αρχαία Ελληνικά δεν θεωρώ πως είναι νεκρή γλώσσα, εφόσον από αυτά γεννήθηκε και πάνω τους στηρίζεται η Νέα Ελληνική γλώσσα. Αν καταργηθεί η θεμελιωμένη γνώση μιας γλώσσας, άρα και οι ρίζες της, είναι αναπόφευκτο αυτή η γλώσσα να διαλυθεί ει τα εξ ων συνετέθη σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, πέφτοντας στην παγίδα ενός γλωσσικού χυλού που θα ξεχειλώνει προς πάσα κατεύθυνση και χωρίς τον παραμικρό σεβασμό σε δομή, σύνταξη, λεξιλόγιο και ετυμολογικούς κανόνες. Τότε μιλάμε για μια γλώσσα πειραματόζωο, που βέβαια είναι μετρημένη η διάρκεια ζωής του.

Στο πλαίσιο των παλαιομοδίτικων προτιμήσεών μου, δεν μπορώ επίσης να αντισταθώ στον αυθόρμητο θαυμασμό που αισθάνομαι όταν συναντώ κάποιον που, είτε από τις σχολικές του εμπειρίες είτε από προσωπικό γούστο, μελέτησε και αγαπά τα Αρχαία. Εξίσου θαυμάζω και εκείνον που κατανοεί τις νότες του πενταγράμμου, τις μαθηματικές εξισώσεις ή τους νόμους της Φυσικής.

Δεν νιώθω υποχρεωμένη να αισθάνομαι ντροπή για την Ιστορία της χώρας μου, ούτε γλωσσικά ούτε πολιτιστικά ούτε κοινωνικά. Είναι αυτή που είναι, με τα συν και τα πλην της. Νιώθω υποχρεωμένη μόνο να την γνωρίζω. Ντροπή αισθάνομαι αποκλειστικά και μόνο με το κατάντημα των αξιών, των ιδεών και της ίδιας της κοινωνίας έτσι όπως διαμορφώθηκε και συνεχίζει να διαμορφώνεται από κάτι δήθεν προοδευτικούς ιδεοληπτικούς φανφαρόνους σαν την κυρία Ρεπούση, που θεωρούν συνώνυμο της προόδου και του όποιου δήθεν εκσυγχρονισμού την αποδόμηση και την παραποίηση κάθε παράδοσης και κάθε ιστορικού παρελθόντος που δεν συνάδει προς τα «ευρωπαϊκά πρότυπα» που τίθενται από τους – εγχώριους και εισαγόμενους – κατακτητές της χώρας μου.

Ένας λαός είναι πρωτίστως η γλώσσα του. Οι Έλληνες που δεν θα ξέρουν να μιλάνε Ελληνικά, θα κατέχουν όμως απταίστως και με πτυχίο Ιδιωτικής Σχολής την Αγγλική, Γερμανική ή Κινέζικη γλώσσα – γιατί εκεί οδηγούμαστε με τόση καινοτομία – θα είναι έρμαιο και βέβαια ευκολότερη λεία για εκείνους που ονειρεύονται την επικράτηση της παγκοσμιοποίησης, την εξάλειψη των εθνικών ταυτοτήτων και τελικά την κατάργηση της Ιστορίας των λαών, έτσι ώστε να τους χειρίζονται και να τους διαχειρίζονται καλύτερα.

Πολλές κακές λέξεις είπα μαζεμένες, και κινδυνεύω να κακοχαρακτηριστώ. Παρόλα αυτά, κάτι λέξεις σαν αυτές – χώρα, Αρχαία, παράδοση – στους προσωπικούς μου κώδικες αξιών κατέχουν περίοπτη θέση. Σκοπεύω να τις αφήσω εκεί. Ως έχουν. Και ας κακοχαρακτηριστώ.

Η αποθήκη της Ιστορίας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 7 Σεπτεμβρίου 2013)

Όσο περνάει ο καιρός και μεγαλώνω, βλέπω ότι μοιάζω όλο και περισσότερο με κάτι μεσήλικες που, ενώ έχουν αλλάξει σαράντα και πενήντα φορές τομάρι, κατά βάθος παραμένουν τα ίδια αμετανόητα παιδιά. Νοσταλγώ όλο και λιγότερα, όλο και πιο απλά πράγματα, που στην πλειοψηφία τους είναι λεπτομέρειες κάποιων εικόνων που παλιά μπορεί να μου περνούσαν μέχρι και απαρατήρητες. Έτσι νόμιζα, τουλάχιστον. Όσα ήταν αυτονόητα τη στιγμή που συνέβαιναν, τώρα αποτελούν συλλεκτικές σκέψεις για μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί και μαζί της πήρε τη γλυκύτητα ενός καιρού που πλέον επανέρχεται μόνο στα όνειρα. Ή στις ευχές μου.

Μια γέρικη γάτα στο λιακωτό το μεσημέρι, η δροσιά της φτέρνας πάνω στο τσιμέντο του λινού πριν πατήσουμε σταφύλια, η μυρωδιά από το πρώτο λάδι στο λιοτρίβι, η καμένη ντομάτα στο χείλος του τηγανιού όπου μαγειρευόταν ο καγιανάς, το ξύλινο τραπέζι κάτω από τη μεγάλη κληματαριά, τα βαρέλια στην ταβέρνα της οδού Θεοτόκη, τα χέρια κάποιων αγαπημένων, οι φωνές τους, ένα γαλάζιο πουκάμισο πάνω τους. Μια ρυτίδα. Το μοιρολόι της γιαγιάς για τους ξενιτεμένους της, το ρολόι του παππού κρεμασμένο στο ξύλο του κρεβατιού του, τα ματωμένα γόνατα των φίλων όταν παίζαμε κρυφτό, το νυχτολούλουδο στην άκρη της μάντρας του πατρικού. Η ραπτομηχανή της μάνας μου, η μυρωδιά του πατέρα μου, οι χορτόσουπες που έβραζαν στο γκαζάκι του πλυσταριού, το μαγκάνι πάνω στο πηγάδι της αυλής, που όλο μας φώναζαν «φύγε από ‘κει, μην πέσεις!».

Και ο κόσμος, οι φίλοι, οι παλιοί συντοπίτες που διάβαιναν το κατώφλι ενός σπιτιού που επίσης ανήκει πλέον στη σφαίρα της νοσταλγίας και της αμετάκλητης απώλειας. Άνθρωποι-εικόνες πια, με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά και περιφραστικές ιστορίες, σκορπισμένες στο βελούδινο παρελθόν. Ωραίοι ήρωες ενός παλαιού σκηνικού που έμοιαζε με περιπέτεια σε συνέχειες, στο view master. Συχνά πυκνά ο απόηχος της φωνής τους κουδουνίζει στα αυτιά μου σαν ζωντανός. Διακρίνω – παρότι θολά– το χρώμα των ματιών τους, θυμάμαι ένα ρούχο που φορούσαν μια φορά που τους συνάντησα, ξαναγεύομαι νοερά ένα φίλεμα που μου πρόσφεραν με αγάπη. Λυπάμαι εκ των υστέρων για τις πίκρες τους και χαμογελάω στα κρυφά με τις αρχαίες χαρές τους.

Θυμάμαι τον εαυτό μου, παιδί, να κοιτάζει τη ζωή από κάπου πιο χαμηλά από το επίπεδο των μεγάλων – αλλά και αρκετών μικρών. Συνήθως στεκόμουν στην άκρη του κάδρου όπου πρωταγωνιστούσαν πιο βροντόφωνες παρουσίες. Ήθελα να φαίνομαι όσο γίνεται λιγότερο για να μπορώ να παρατηρώ τους άλλους με την ησυχία μου. Ο μύλος που άλεθε από τότε κιόλας μέσα μου την πραγματικότητα, λειτουργούσε πυρετωδώς πριν καν συνειδητοποιήσω πως η πραγματικότητα είναι κάτι που υπάρχει, με σάρκα και οστά. Και δικό της γραφικό χαρακτήρα. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, νομίζω πως μερικές εικόνες τρύπωναν από μόνες τους στο νου μου, επειδή διαισθητικά κάτι μέσα μου ήξερε πως όλα αυτά μια μέρα θα τα ήθελα πίσω.

Πρόκειται για έναν κόσμο εξατμισμένο, και για μια ηλικία που νοσταλγώ επειδή ξέρω πως δεν θα γυρίσει. Κάθε τόσο επινοώ αιτίες για να την περιγράψω και να υπενθυμίσω στον εαυτό μου πως δεν χάθηκαν όλα, κάτι έμεινε πίσω, κάτι ζει. Επιστρέφοντας πια ως ενήλικη στα πάτρια, ξαναζώ το ρημέηκ αυτής της ηλικίας με ευγνωμοσύνη. Έστω και στο περίπου, με όσο το δυνατόν λιγότερες παραλλαγές και μετρημένες αλλοιώσεις.

«Αν έχεις χάσει την ψυχή σου και το ξέρεις, τότε έχει μείνει λίγη ακόμα ψυχή για να χάσεις», λέει ο Τσαρλς Μπουκώφσκι. Όταν με πιάνει νοσταλγία και αναπολώ το παρελθόν που με περιγράφει, νιώθω αυτό ακριβώς. Πως μαζί με όσα πέρασαν, έχω χάσει και ένα κομμάτι της ψυχής μου. Όταν λοιπόν μνημονεύω όσα και όσους έφυγαν, το αντίδωρό τους προς εμένα είναι ένα και μοναδικό: η σπουδαία εκείνη αίσθηση πως έχω λίγη ακόμα ψυχή, που κάποτε μπορεί να λειτουργήσει ως καύσιμο σε μια νοσταλγική διάθεση του μέλλοντος. Κι έτσι, εκείνα τα χαμένα κομμάτια του παζλ, νιώθω πως τα ξαναβρίσκω. Τα τοποθετώ στην τσέπη μου, μαζί με τα καινούρια, κι εύχομαι κάποτε να τα ξαναχάσω, να τα ξαναβρώ, κι όσο ζω να μην σταματήσουν να υπάρχουν. Εξάλλου τι άλλο μπορεί να είναι το παρόν, αν όχι η αποθήκη της Ιστορίας του μέλλοντος;

Καλοκαίρι στην πόλη

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 3 Αυγούστου 2013)

Για τον περισσότερο κόσμο, οι γαλάζιες ακρογιαλιές, τα βελούδινα ηλιοβασιλέματα δίπλα στο κύμα, τα γραφικά ουζερί κάτω από τις βουκαμβίλιες ενός νησιώτικου στενού και η δροσιά του καταλύματος σε μια καταπράσινη πλαγιά γεμάτη έλατα φέτος είναι απλώς εικόνες μιας καρτ ποστάλ που καταφθάνει με το ταχυδρομείο κι από πίσω, ένας τυχερός που κατάφερε να αποδράσει, γράφει «Ήλιος και θάλασσα της Αστυπάλαιας, πολλά φιλιά». Ειδάλλως, είναι απλώς νοσταλγικές ματιές σε παλιές φωτογραφίες ή κουνημένα πλάνα γεμάτα αναμνήσεις από ένα παλιό καλοκαίρι που όλα ήταν διαφορετικά.

Για τους ανθρώπους των πόλεων το φετινό καλοκαίρι ανθίζει στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, στους κήπους και στις αυλές όσων διαθέτουν λίγα μέτρα χώμα μπροστά από το κατώφλι τους. Οι βουκαμβίλιες στολίζουν τους ακάλυπτους. Οι παρέες τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους κάτω από μια υφασμάτινη τέντα που κόβει τον ήλιο και τα βλέμματα των ξένων. Αντί για θαλερά έλατα, στις γλάστρες των μπαλκονιών θεριεύουν γιασεμιά και φτέρες. Στα θερινά σινεμά προβάλλονται ταινίες σε Α’ και Β’ προβολή και ο αέρας μυρίζει ποπ κορν και καλαμπόκι. Στα πάρκα και στις πλατείες οι θαμώνες ενδίδουν στη μέθη του θέρους, που κάνει τον κόσμο πιο ωραίο. Τα βράδια, το σκοτάδι της πόλης τρυπούν οι κάφτρες των τσιγάρων και οι πυγολαμπίδες που στολίζουν τις λάμπες της ΔΕΗ. Τα πρωινά ο ήλιος υπενθυμίζει πως, παρά τα όποια μας δεινά, έχουμε ακόμα την τύχη να ζούμε σε έναν τόπο όπου συμβαίνει ένα όμορφο, αληθινό καλοκαίρι. Όσα χρειαζόμαστε υπάρχουν εδώ.

Γεύσεις βασικές, αγαπημένες, τροφή για το σώμα και την ψυχή, χρειάζονται. Που να θυμίζουν θέρος. Μια βανίλια υποβρύχιο, δυο κουταλιές βύσσινο μαζί με τον καφέ, ένας πλούσιος ντάκος, καρπούζι, δυόσμος, μέλι, και τα εδέσματα γίνονται εξωτικά. Απλές χαρές, πληρωτικές. Μια εφημερίδα κάτω από μια σκιά, βόλτες στους δρόμους με τα παρτέρια και τα σιντριβάνια. Πάρκα όπου αντηχούν παιδικές φωνές και μουσικές από ένα τρανζιστοράκι που επιμένει. Πλατεία Μαβίλη, Υμηττός, Ερμού, Εξάρχεια, Κεραμικός, Ψυρρή, Αριστοτέλους. Φεγγάρι μεγάλο και λαμπερό, Φιλοπάππου, Χίλια δέντρα, Μπιτ Παζάρ. Γλυφάδα ή Σούνιο τα Σαββατοκύριακα, βουτιές και άμμος στις πατούσες. Δεν θέλει πολλά κάποιος για να νιώσει ικανοποιημένος. Λίγα και καλά αρκούν – και αυτά τα βασικά, υπάρχουν.

Στιγμές που αντιστέκονται στην κατήφεια της εποχής, χρειάζονται. Από κείνες τις εγκάρδιες,  που παραμερίζουν τη δύστροπη καθημερινότητα μέσα από απλά τεχνάσματα ευτυχίας. Μικροί θησαυροί, προσιτοί σε όλους. Ένας περίπατος χωρίς προορισμό σε μια περιοχή χωρίς τουρίστες. Ένα κυριακάτικο τραπέζι. Λίγες ώρες οικειότητας και μπόλικη αγάπη. Για αντίδωρο, αρκεί ένα βάζο με χειροποίητο γλυκό, ένα καλό βιβλίο, ένας βασιλικός που ψάχνει τη θέση του στο τραπεζάκι της βεράντας, ένα μπουκέτο λουλούδια από το παρτέρι. Έτσι γεννιέται κι έτσι μεταδίδεται η θαλπωρή και η χαρά της προσφοράς. Έτσι εξαπλώνεται η ομορφιά μιας ανθρωπιάς που κυριαρχεί με την απλότητά της. Αυτή είναι η αλάθητη συνταγή που νοστιμίζει ένα τρυφερό, αστικό καλοκαίρι.

Αλληλεγγύη σε όσους η τύχη δεν ευνόησε, χρειάζεται. Να γίνουμε όλοι μια αλυσίδα. Κοινωνικές κουζίνες, εθελοντισμός, συμπαράσταση σε όσους έχουν ανάγκη. Το νεύμα ενός αγνώστου που πλέον δεν πεινά, ένα άγγιγμα στο χέρι από ένα παιδί που απέκτησε ένα παιχνίδι, η ευγνωμοσύνη στα μάτια ενός ασθενή που δέχτηκε μια φιλική επίσκεψη, μια καλημέρα από έναν γείτονα που θέλει να νιώσει πως δεν είναι μόνος. Να τα καρυκεύματα της θερινής ζωής στην πόλη, που κάνουν το καλοκαίρι να μοιάζει όλο και περισσότερο με παραδείσια εποχή.

«Ζούμε σ’ έναν κόσμο μαγικό, με φόντο την Ακρόπολη και το Λυκαβηττό», λέει ένα παλιό τραγούδι. Οι άνθρωποι της πόλης, συνηθισμένοι να βιαζόμαστε και να αγκομαχάμε, αναγκασμένοι να παλεύουμε νυχθημερόν με το τσιμεντένιο τέρας, συχνά ξεχνάμε αυτό το μοναδικό δώρο που μας χαρίστηκε από τη Φύση. Το προνόμιο να ζούμε κάτω από τον ήλιο της Ελλάδας. Αυτό το καλοκαίρι λοιπόν, είναι καιρός να θυμηθούμε. Και να αγαπήσουμε το κλεινόν άστυ που, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, θα ήταν όμορφο να μην το δούμε σαν εχθρό μας.

Δακρυσμένες εικόνες

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 13 Ιουλίου 2013)

Πηγαίνεις Γ’ Δημοτικού. Μέσα από το παράθυρο του ισογείου κοιτάζεις τα χελιδόνια και τις κορυφές των πεύκων που είναι γεμάτες κουκούλια, γέρικες κάμπιες και μελλοντικές πεταλούδες. Ο δάσκαλος παραδίδει πατριδογνωσία. Σημειώνει με λευκή κιμωλία στον πίνακα νομούς, ποτάμια, οροσειρές και κλιματολογικές συνθήκες. Μαθαίνεις τα σύνορα και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας χώρας που ονομάζεται πατρίδα και σε αυτήν, χωρίς καν να το ξέρεις, ποντάρεις ήδη πολλά. Το βράδυ, στο κρεβάτι σου, ξαναβλέπεις τις εικόνες της ημέρας όπως βλέπεις τις εικόνες του view master σου. Καμία δεν δακρύζει. Όλες χαμογελούν. Είναι αγνές εικόνες.

Πηγαίνεις Γ’ Γυμνασίου. Έξω από το παράθυρο βλέπεις τα σύννεφα στον ουρανό που καθώς περνάς τις τάξεις κι ανεβαίνεις επίπεδο έρχονται όλο και πιο κοντά σου, και τις νταλίκες που τρέχουν στην εθνική οδό Πατρών – Κορίνθου. Ονειρεύεσαι πως ένα πρωί θα μπουκάρεις σε μία από αυτές και θα το σκάσεις. Από το μάθημα της Αγωγής του πολίτη, που απευθύνεται στους πολίτες μιας χώρας υπό εξαφάνιση, από την Κοσμογραφία που περιγράφει κόσμους και πλανήτες που δεν υπάρχουν πια, από την επαρχιώτικη μιζέρια που λιμνάζει μέσα σου κι έχει να κάνει με όσα νόμιζες και σιγά σιγά παύεις να νομίζεις. Στο ράδιο ο φορτηγατζής ακούει λαϊκά κι εσύ κοιτάζεις τα χωριά της Πελοποννήσου να μένουν πίσω. Οι μαγικές εικόνες των μελλοντικών σου διαδρομών σε κάνουν να χαμογελάς καθώς η ανάσα σου θολώνει το τζάμι. Καμία από αυτές τις εικόνες δεν είναι απίθανη. Όλες ενδέχεται να συμβούν χάρη στο τολμηρό εφηβικό σου μάτι. Είναι ωραίες εικόνες.

Πηγαίνεις Γ’ Πανεπιστημίου. Έξω από τη Γραμματεία βλέπεις διαδηλωτές, πανό και κλούβες. Έχεις μέρες να φας κανονικό φαγητό. Τρέφεσαι με πατατάκια και πορτοκαλάδες απ’ το μηχάνημα. Οι συμφοιτητές κάνουν βάρδιες στην κατάληψη. Κοιμάστε πάνω σε φέιγ βολάν και υπνόσακους που τα καλοκαίρια γεμίζουν άμμο και φύλλα από τα αρμυρίκια της Ανάφης και της Αμοργού. Γράφετε προκηρύξεις, κατεβάζετε ψηφίσματα, μαθαίνετε τι γίνεται στον έξω κόσμο χάρη στο Φέισμπουκ και στο Τουήτερ. Κάτι ακούγεται για άρση του πανεπιστημιακού ασύλου, για επέμβαση των ΜΑΤ, για μια υπουργική απόφαση που καταλύει το Σύνταγμα. Κοιτάζεις τα πρόσωπα των συντρόφων σου, λίγο πριν σας πετάξουν έξω. Όσο περίσκεπτα και να’ ναι, οι εικόνες τους σου γεμίζουν την ψυχή. Είναι μαγικές εικόνες.

Δεν πηγαίνεις πουθενά. Είναι Τρίτη, Ιούλιος του 2013 κι είσαι πια μεγάλος. Μόλις σε απέλυσαν από τη δουλειά επειδή το εργοστάσιο κλείνει. Έξω ο κόσμος θυμίζει καζάνι γεμάτο εκρηκτικά. Μέσα, ένας εικοσαεννιάχρονος αργοπεθαίνει από ασφυξία. Κακοποιοί σκοτώνουν κόσμο με το νόμο, πλούσιοι ροκανίζουν το υστέρημα φτωχών, άνθρωποι πεθαίνουν επειδή δεν αντέχουν να ζήσουν. Στη μικρή οθόνη ενός ιδιωτικού καναλιού μια εικόνα δακρύζει μπροστά στη μίζερη πραγματικότητα. Έχεις καταλάβει πως τα σύγχρονα θαύματα της πίστης αφορούν πια εικονικές τηλεπερσόνες και όχι εικονίσματα. Δεν απορείς με τα κροκοδείλια δάκρυά της. Δεν σε εντυπωσιάζει η άψογης αισθητικής συγκίνησή της. Εξάλλου το μακιγιάζ της δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Είναι αδιάβροχο, παντός καιρού, αντέχει σε στιγμιαίες περφόρμανς συμπόνιας. Στο γυαλί, ένα dream team σχεδιάζει το επόμενο success story του. Στο δρόμο, ένας άστεγος πεινάει δίπλα σε ένα άδειο ΑΤΜ και το πρόσωπο ενός παιδιού χαράζει ένα σπασμένο μπουκάλι. Είναι φρικτές εικόνες.

Άλλαξαν οι εικόνες της ζωής σου από τότε που ήσουν μικρός. Δακρύζουν για λάθος λόγο, γελάνε χωρίς λόγο, δεν σου απευθύνουν το λόγο, δεν έχουν καν λόγο. Σκέφτεσαι κάποιες άλλες εικόνες, μυστικές, που ζουν μέσα σου και τις νύχτες σε τυλίγουν σαν προστατευτικά σεντόνια. Στη φόδρα τους έχει ράψει τις αντοχές σου και όσο πείσμα σου έμεινε από παλιά. Ποντάρεις πάνω τους για να μην το βάλεις στα πόδια. Η έξοδος κινδύνου θα είναι η τελευταία σου διαφυγή. Οι δακρυσμένες εικόνες του μυαλού σου είναι το μόνο σου καύσιμο σε μια εποχή απαντοχής. Είναι γενναίες εικόνες.

Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημρίδα δρόμος της Αριστεράς στις 29 Ιουνίου 2013)

Σήμερα ο Νίκος Νικολαΐδης είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και πέθανε το 2007, λίγα μόλις χρόνια πριν αρχίσουν να εκδηλώνονται ευρέως οι πάσης φύσεως κοινωνικοπολιτικές ασθένειες της εποχής μας. Μέχρι τότε πρόλαβε να γράψει τον Οργισμένο Βαλκάνιο και να γυρίσει, μεταξύ άλλων, τη Γλυκιά Συμμορία, την Πρωινή Περίπολο, Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, το Singapore Sling και το The Zero Years.

Εμπνευσμένος αρχικά από την δεκαετία του ’50, σκιαγράφησε με εξαιρετική ακρίβεια το ζόφο της εποχής που άφησε πίσω του, αλλά και μίας άλλης εποχής, την οποία δεν πρόλαβε μεν να δει, παρόλα αυτά διέβλεψε πως, εφόσον η Ιστορία επαναλαμβάνεται, δεν ήταν πολύ μακριά από το κατώφλι μας. Όπως και συνέβη. Μπλέκοντας την επίγνωση με την διορατικότητα, ο σκηνοθέτης κινηματογράφησε το φιλμ νουάρ της σύγχρονης Ελλάδας, έτσι όπως αυτό προβάλλεται λίγο μετά το θάνατό του. Δυστυχώς όχι στην οθόνη ή στο πανί αλλά στην απτή καθημερινότητά μας.

Όπως και το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού, οι κινηματογραφικοί ήρωες του Νικολαΐδη ζουν στο μεταίχμιο μιας εποχής και μιας ετοιμόρροπης ψυχολογίας. Ακροβατούν ανάμεσα στα όριά τους, που είναι ασαφή και εξαντλημένα. Βιώνουν παράλογες και ακραίες καταστάσεις που τους εξουθενώνουν. Ρισκάρουν τα πάντα σε μια αμφίβολη παρτίδα παίζοντας το τελευταίο τους χαρτί, γιατί ξέρουν ότι αυτή είναι η μόνη λύση. Παλεύουν με κάθε λογής εξουσίες, είτε σε πλατείες είτε σε υπόγεια. Βασανίζονται από τα φαντάσματα του παρελθόντος και ποντάρουν τα πάντα στη συντροφικότητα και στην ελπίδα που γεννά το σώμα και οι εξάρσεις του πνεύματος που κατάφερε να επιβιώσει. Αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο καλό και στο κακό, και είναι δυστυχώς ελάχιστοι αυτοί που γλιτώνουν. Εκείνοι οι ελάχιστοι εναργείς είναι οι μόνοι που ενδέχεται να επιβιώσουν και να αναλάβουν μέσα από τα συντρίμμια του παλιού κόσμου να χτίσουν μια καινούρια ζωή. Ο ρεαλισμός της τέχνης του σκηνοθέτη είναι η περιγραφή της εποχής μας έτσι όπως συμβαίνει στους δρόμους, στα πάρκα, στα σπίτια και στις ψυχές.

Οι ήρωες του Νικολαΐδη δείχνουν κουρασμένοι, απαθείς και παραιτημένοι. Συχνά μοιάζουν να βουλιάζουν στην απελπισία του έξω κόσμου και στα προσωπικά τους αδιέξοδα. Είναι εξοικειωμένοι με το θάνατο, επειδή έτσι είναι αναγκασμένοι. Τα νοερά παιχνίδια τους είναι η κινητήρια δύναμή τους. Ακόμα κι όταν δείχνουν νεκροί, δεν σταματούν να καταστρώνουν σχέδια και να επινοούν λύσεις. Χάρη σε αυτά τους τα τεχνάσματα τα βγάζουν πέρα με το ζοφερό παρόν και προσπαθούν να κερδίσουν πόντους για το δυσδιάκριτο μέλλον. Μέσα τους, κάποιοι παραμένουν παραδείσια πουλιά. Άλλοι αφήνονται να τους καταπιεί η λάσπη. Στο τέλος επιβιώνουν όσοι δεν παρέδωσαν τα όπλα στις βεβαιότητες της εποχής και όσοι κράτησαν μέσα τους ζωντανή έστω και μια παράδοξη ελπίδα.

Ξαναβλέποντας τις ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη δεν μπορεί κανείς παρά να συνδέσει τις εικόνες της εικαστικής δημιουργίας με εκείνες της καθημερινότητας. Οι Έλληνες του 2013 είναι οι πρωταγωνιστές ενός εκκεντρικού φιλμ νουάρ που προβάλλεται σαν οιωνός. Ή σαν αναμενόμενη τιμωρία. Όπως και στις ταινίες, το παρόν προετοιμάστηκε στα μουλωχτά από κάποιους που ποτέ δεν φανέρωσαν το αληθινό τους πρόσωπο στην οθόνη. Οι κομπάρσοι επιδιώκουν την κάθαρση μέσα σε ένα τοπίο θολό, όπου τα νήματα κινούν οι αφανείς πρωταγωνιστές μιας άδικης συνωμοσίας. Κάποιοι θα παραμείνουν παραδείσια πουλιά. Κάποιοι άλλοι θα χαθούν στη λάσπη. Οι τίτλοι του τέλους θα λένε κάτι που εκ των προτέρων δεν γνωρίζει κανείς. Η ελπίδα όμως, έστω και σαν υπονοούμενο, θα παραμείνει ζωντανή μόνο χάρη στα κουρέλια που επιμένουν, προσπαθούν, και παρόλη τη μαυρίλα της εποχής, εκείνα τραγουδάνε ακόμα.

Από τις πίστες στην πολιτική

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε σην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 8 Ιουνίου 2013)

Το να θεωρείται πως άνθρωποι σαν τον Νότη Σφακιανάκη ή τον Γιάννη Πλούταρχο – οι άρχοντες της λαϊκής πίστας και του μερακλωμένου γαρύφαλλου – δεν δικαιούνται να εκφέρουν άποψη επί παντός επιστητού είναι λάθος. Γνώμη μπορεί να έχει ο καθένας για ο, τιδήποτε νιώθει πως τον αφορά. Οι λαϊκοί καλλιτέχνες έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με τους έντεχνους, τους κλασικούς, τους ροκ και τους μεταμοντέρνους συναδέλφους τους. Αρκεί να το κάνουν με σύνεση και αυτογνωσία. Η εξαρχής περιφρόνησή τους μόνο και μόνο εξαιτίας της ταμπέλας του «σκυλάδικου» ή της εμπορευματοποιημένης καλλιτεχνικής τους διαδρομής είναι μάλλον ελιτίστικη και καταχρηστική.

Με τις πρόσφατες δηλώσεις τους, οι μέχρι πρότινος δήθεν «απολίτικοι» καλλιτέχνες επιχείρησαν να προσαρμόσουν τη θεωρία των άκρων σε μια σύγχρονη «αντισυστημική» εκδοχή. Όπως και διάφοροι άλλοι συνάδελφοί τους – ο Πέτρος Γαϊτάνος ή ο Σταμάτης Γονίδης, για παράδειγμα – εξομοιώνουν εμμέσως πλην σαφώς και εντελώς εκλαϊκευτικά την «άκρα αριστερά» με την «άκρα δεξιά». Υιοθετώντας την προπαγάνδα των μνημονιακών περί «ακροκινούμενων ομάδων» και «δημοκρατικού τόξου», οι λαϊκοί αοιδοί καταλήγουν να υποστηρίζουν τελικά το πρώτο, επιρρίπτοντας κάθε ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της χώρας στους «κακούς πολιτικούς». Συνεπώς, εφόσον οι εν ενεργεία πολιτικοί αρχηγοί είναι ανίκανοι και ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης άκρας αριστεράς είναι μάλλον απίθανος προς το παρόν, νομιμοποιείται η ψήφος στη ΧΑ, η οποία τελικά «αν είναι να πάρει την εξουσία για το καλό της πατρίδας, καλά θα κάνει να την πάρει κι εμείς θα την ψηφίσουμε».

Παραγκωνίζεται βέβαια το γεγονός πως η ΧΑ δρα ως δολοφόνος με σαφές πρότυπο τη ναζιστική ιδεολογία. Όπως επίσης και το γεγονός πως η κοινωνία αποτελείται και από ανθρώπους που κινδυνεύουν από τις πρακτικές της ΧΑ και των ομοίων της, και όχι μόνο από «πελάτες που τα σπάνε λεβέντικα», «μπράβους που καθαρίζουν στα δύσκολα» και «νονούς της νύχτας με γεμάτο πορτοφόλι και σεκλέτια που πνίγονται στο ουίσκι και στα σουξέ». Αυτό είναι ένα φόντο που αφορά αποκλειστικά τις πίστες τους. Παρόλα αυτά, οι ευθύνες που εκ των υστέρων επιρρίπτουν αυτά τα δημόσια πρόσωπα στους πολιτικούς οι οποίοι είναι «οι μόνοι υπεύθυνοι» και προωθούν την άνθιση της καπιταλιστικής κοινωνίας και το στραγγαλισμό του λαού, αποτελούν αντιφατικό επιχείρημα, εφόσον αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί είναι, μεταξύ άλλων, το κοινό που τους αποθέωνε τόσα χρόνια στον χώρο εργασίας τους και οι ίδιοι φαίνονταν να το απολαμβάνουν. Όταν ένα υπολογίσιμο μέρος της εθνικής οικονομίας στηριζόταν στα άνθη και στις φιάλες που απλόχερα κατανάλωναν αυτοί οι πολιτικοί στα μαγαζιά όπου τραγουδούσαν οι δημοφιλείς καλλιτέχνες και στο συνεπακόλουθο μάρκετινγκ, η ιδέα της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν φαινόταν να τους ενοχλεί ιδιαίτερα. Το σύστημα τους ευνοούσε και αυτοί το επικροτούσαν με αφιερώσεις, κολακευτικές δηλώσεις σε συνεντεύξεις και φιλικά χτυπήματα στον ώμο.

Τώρα κάτι άλλαξε, και αποφάσισαν να στραφούν εναντίον μιας μερίδας χεριών από κείνα που τους τάιζαν τόσα χρόνια. Ενδεχομένως, με αυτό τον τρόπο, επιδιώκουν να δηλώσουν άμοιροι ευθυνών ή έστω μετανοημένοι. Παραβλέπουν βέβαια το γεγονός πως από το κακό πάνε στο χειρότερο και πως, ως δημόσια πρόσωπα, οφείλουν να μελετάνε προσεκτικότερα τα λόγια τους εφόσον η γνώμη τους έχει απήχηση σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Οι επιπόλαιες κουβέντες είναι επικίνδυνες. Το να θέλεις να στρέψεις την κοινή γνώμη υπέρ μιας ναζιστικής οργάνωσης μόνο αθώο δεν είναι. Το να αλλάζεις γνώμη είναι θεμιτό. Διαφέρει όμως παρασάγγας από το να προωθείς απόψεις και συμπεριφορές που όχι μόνο έρχονται σε πλήρη ρήξη με όσα με πίστη πρέσβευες επί μακρόν αλλά βάζουν και σε αμετάκλητο κίνδυνο μια ολόκληρη κοινωνία, δίνοντας φτερά στους φασίστες.

PIGS, Gastarbeiter και στρατηγικές πολέμου

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς της 27ης Απριλίου 2013)

Από όλες τις σαρωτικές αλλαγές που αναμένεται να πλήξουν το σύστημα της Μέσης Εκπαίδευσης τον Σεπτέμβριο του 2013 την εντυπωσιακότερη καινοτομία αποτελεί ίσως η πρόταση του γερμανικού κράτους για σύσταση Επαγγελματικού Λυκείου απευθείας συνδεδεμένου με τα γερμανικά εργοστάσια. Αυτό σημαίνει πως η γερμανική κυβέρνηση αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις της Γερμανίας, ανοιχτές στους αποφοίτους των αντίστοιχων ελληνικών Επαγγελματικών Λυκείων των οποίων η έδρα θα βρίσκεται κατά προτεραιότητα στις περιοχές που θα ενταχθούν στην ΕΟΖ (Αν. Μακεδονία, Θράκη).

Το 1960, όταν υπογράφτηκε η πρώτη συμφωνία «Περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία», η χώρα άδειασε από το εργατικό δυναμικό της. Περισσότεροι από 400.000 Έλληνες μετανάστευσαν στις φάμπρικες και στα ανθρακωρυχεία της Γερμανίας. Από το εγχείρημα εξαιρούνταν οι ασθενείς και οι αριστεροί.

Αντίθετα με τις προσδοκίες τους, η ζωή που τους περίμενε στο Έσσεν, στο Μόναχο και σε άλλες γερμανικές πόλεις ήταν – εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις – δύσκολη. Στέγαση είτε σε Χάιμ – δηλαδή παράγκες κοντά ή και μέσα στο εργοστάσιο – είτε σε εστίες που θύμιζαν στρατώνες και σε προσφυγικές κατοικίες, ημερομίσθια που φυσικά δεν εξασφάλιζαν πολυτέλειες και ανέσεις, πολύωρη και σκληρή δουλειά, δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες.

Τα πρότυπα είχαν καταρρεύσει. Οι Έλληνες Θεοί που είχαν στο νου τους οι Γερμανοί παρουσιάζονταν τώρα μπροστά τους ως θλιβεροί εργάτες. Η Γη της Επαγγελίας που ονειρεύονταν οι μετανάστες της ελληνικής επαρχίας ή και της πρωτεύουσας αποδεικνύονταν φρούδα ελπίδα. Πέρα από τις δύσκολες επαγγελματικές συνθήκες και συνθήκες διαβίωσης, η γερμανική κοινωνία στάθηκε ιδιαίτερα αυστηρή με τους «Γκασταρμπάιτερ», δηλαδή τους μετανάστες, και σε γενικότερο πλαίσιο. Για παράδειγμα, όποιος κρίνονταν ανεπιθύμητος απελαύνονταν αμέσως, εφόσον όσα χρόνια και να είχε περάσει στη Γερμανία, παρέμενε ως το τέλος ένας χωρίς δικαιώματα Άουσλάντερ, δηλαδή αλλοδαπός. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται και σαν βρισιά.

Οι σημερινοί PIGS, δηλαδή οι χώρες του οικονομικά προβληματικού Νότου που δρομολογείται να τροφοδοτήσουν με εργατικό δυναμικό τις γερμανικές επιχειρήσεις, ήταν τα αλλοτινά διαβόητα Schweine. Κατά περίεργη σύμπτωση, τόσο το ακρωνύμιο όσο και η γερμανική λέξη, σημαίνουν «γουρούνια». Κατά δεύτερη περίεργη σύμπτωση, η οικονομικά κυρίαρχη χώρα ήταν και παραμένει και στις δύο περιπτώσεις η Γερμανία.

Οι Γερμανοί είναι ένας λαός που την όποια ανάπτυξή του την οφείλει σε μεγάλο βαθμό στην αυστηρή κοινωνική και πολιτική του οργάνωση. Οι στρατηγικές ανάπτυξής τους, όπως και οι στρατηγικές πολέμου τους, εκτός από τέλεια προσχεδιασμένες είναι και αδίστακτες. Δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι καθώς και η επανένωση των δύο Γερμανιών το αποδεικνύουν εξάλλου.

Ο Σόιμπλε δήλωσε πρόσφατα πως οι υπόλοιπες χώρες «ζηλεύουν τη Γερμανία επειδή έχει ισχυρή οικονομία». Από τους πρώτους κιόλας μήνες της κρίσης δε οι Γερμανοί, και κάποιοι άλλοι βόρειοι κριτές, χαρακτήρισαν τους Έλληνες «τεμπέληδες και αργόσχολους». Είναι σαφές πως κάθε μέρα που περνά οι θέσεις εργασίας στην Ελλάδα μειώνονται και η ανεργία εκτοξεύεται. Ο Νότος ασθενεί. Ο Βορράς το εκμεταλλεύεται και δολώνει. Όσοι μεταναστεύουν το κάνουν λοιπόν για σαφείς, συγκεκριμένους λόγους και ως επί το πλείστον υποχρεωτικά.

Στην περίπτωση της ισχυρής και αξιοζήλευτης Γερμανίας ποιος ακριβώς είναι βαθύτερος λόγος για τον οποίο ευνοούνται οι μετακινήσεις εργατικού δυναμικού των PIGS στα εδάφη της; Έχει ανάγκη η κραταιά χώρα, ή οποιαδήποτε χώρα, από «αργόσχολους τεμπέληδες»; Ή μήπως ιδρύει Επαγγελματικά Λύκεια έτσι ώστε οι Έλληνες εργάτες – αργότερα και οι υπόλοιποι νότιοι ιθαγενείς – να είναι επαρκώς καταρτισμένοι για τις γερμανικές φάμπρικες και έτσι το «προϊόν» να εξάγεται και ταυτόχρονα να εισάγεται με εγγύηση από τον κατασκευαστή του; Πόσα «τεμάχια» χρειάζεται να μεταφερθούν στα εργοστάσια του Έσσεν, της Φραγκφούρτης και του Μονάχου προκειμένου η αποικία να επανδρώσει επαρκώς το κέντρο; Πόσο θα ωφελήσει αυτή η κίνηση τη γερμανική οικονομία και πόσο θα βλάψει την ελληνική;

Όταν μία χώρα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, δεν την σώζει κάποιος κάνοντάς της αφαίμαξη με το γάντι. Η αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό παρουσιάζεται πλέον ως μοναδική απάντηση στη φτώχεια και στη μάστιγα της ανεργίας στην Ελλάδα. Βέβαια, αυτοί που την προσφέρουν σήμερα συνεισέφεραν προηγουμένως στην εξαθλίωση της εγχώριας οικονομίας και φρόντισαν ώστε εσωτερικά να μην υπάρχουν αμέτρητες επαγγελματικές ευκαιρίες. Έτσι, μπορούν να εκμεταλλεύονται – μεταξύ άλλων – το εργατικό δυναμικό της και να προωθούν «σωτήριες» λύσεις για την ανεργία της.

Είναι άλλο να μεταναστεύει κάποιος από επιλογή και άλλο από ανάγκη. Είναι αυτονόητο πως οι εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες δεν είναι παντού και πάντοτε οι ίδιες. Σήμερα η Γερμανία, μέσω των συγκεκριμένων Λυκείων της, ετοιμάζεται να βάλει τους Έλληνες σε μια αλυσίδα παραγωγής για εργάτες Β’ κατηγορίας που θα απορροφηθούν από τα εργοστάσιά της. Ως σύγχρονοι Γκασταρμπάιτερ, δηλαδή. Πολλοί βλέπουν το ενδεχόμενο ως ύστατη λύση στο οικονομικό αδιέξοδο που επικρατεί. Άλλοι στέκονται πιο δύσπιστοι μπροστά του.

Οι καταβολές και η ιστορική μνήμη των λαών είναι μάταιο να περιφρονούνται. Βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να εκδηλωθούν και να συνετίσουν εκείνον που τις αψηφά. Λαμβανομένου τούτου υπόψιν, κατανοεί κανείς τα κίνητρα και τις μεθόδους της Γερμανίας, τη θέση των Ελλήνων αλλά και το τελικό αποτέλεσμα που κάποια στιγμή, μοιραία, θα επιβεβαιώσει τον γενικό κανόνα όλων των προηγούμενων κατακτητικών πολέμων που αυτή η χώρα επιχείρησε εναντίον μας. Κάπως έτσι θα λήξει και ο τωρινός. Αυτό ονομάζεται νομοτέλεια, ή αλλιώς δικαιοσύνη.

Το ιταλικό «όχι» που έκανε την έκπληξη

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς της 2ας Μαρτίου 2013)

Την ώρα που η Ευρώπη κλυδωνίζεται και η ρημαγμένη Ελλάδα της κρίσης αδειάζει σαν μυρμηγκοφωλιά που έπιασε φωτιά, την ώρα που η Κύπρος εμπλέκεται σε ένα αδιέξοδο πολιτικό παιχνίδι με προδιαγεγραμένο αποτέλεσμα, η Ιταλία αντιστέκεται στην κυριαρχία του Βερολίνου ψηφίζοντας στις εκλογές έναν «κωμικό» και έναν «μαφιόζο». Μας εκπλήσσει. Ακούγεται ευτράπελο, μπορεί όμως και να μην είναι.

Στην ουσία, σε αυτές τις πρόσφατες εκλογές οι Ιταλοί ψήφισαν πρωτίστως με κριτήρια κοινωνικής και εθνικής συνείδησης. Με λίγα λόγια αρνήθηκαν να συμβάλλουν στη γερμανοποίηση της χώρας τους. Είπαν ένα εύηχο και σαφές «όχι» στην ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, που εδώ και χρόνια καλπάζει αγέρωχα προς την άσκηση πλήρους οικονομικού ελέγχου στις αγορές αποσαθρώνοντας τη δημοκρατία και κλονίζοντας εντέλει την κοινή ευρωπαϊκή υπόσταση. Η ιταλική γλώσσα είναι όμορφη – ακόμα ομορφότερη όταν αρνείται.

Λίγο πριν αναδυθεί το κίνημα των αγανακτισμένων στις ελληνικές πλατείες οι Ισπανοί σήκωναν πανό: «Ησυχία, οι Έλληνες κοιμούνται». Την εποχή που οι γερμανόφιλοι υπάλληλοι του μνημονίου εναλλάσσονται αλυσιδωτά στον ελληνικό πρωθυπουργικό θώκο – Παπανδρέου, Παπαδήμος, Σαμαράς – ο ιταλικός λαός αρνείται να γίνει συνεργός στην επίτευξη των εθνικών στόχων της κυρίαρχης Γερμανίας. Οι συσχετισμοί ισχύος φαίνονται να αλλάζουν, ή έστω να τίθενται υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

Ο Μπερλουσκόνι, τον οποίο ουσιαστικά εξανάγκασαν οι ευρωπαίοι εταίροι σε παραίτητη δημιουργώντας πλαστά στοιχεία κατάρρευσης της ιταλικής οικονομίας, επιστρέφει στα πράγματα ως ανάχωμα στα γερμανικά σχέδια για επικυριαρχία στην ΕΕ. Ο Γκρίλο δεν είναι απλώς ένας πρώην κωμικός που διασκεδάζει: πείθει το λαό και κερδίζει ψήφους. Το πρώτο ρήγμα εμφανίζεται. Οι Ιταλοί κρίνουν πως η υπαγωγή τους στη γερμανική πολιτική δεν φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστική ως μελλοντική προοπτική και ανατρέπουν τα προγνωστικά. Η Ιταλία έχει πάψει προ πολλού να είναι «γελοία». Είναι η πρώτη χώρα που αρνείται να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στους σύγχρονους «σωτήρες» και να υπαχθεί στους «λυτρωτικούς» μηχανισμούς της Τρόικας .

Στην πολιτική δεν υπάρχει αθωότητα. Ο Μπερλουσκόνι φέρεται «αντιευρωπαϊκά» εκπροσωπώντας την ιταλική αστική τάξη που δυσανασχετεί με την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας. Ο Γκρίλο είναι εκείνος που την κατάλληλη στιγμή, πολύ εύστοχα και σαφώς πιο έντιμα, πρότεινε εκ νέου δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Ιταλίας στην ευρωζώνη, έχοντας πιάσει προηγουμένως τον παλμό της έντονα δυσαρεστημένης κοινωνίας. Τελικά το μήνυμα από την Ιταλία είναι σαφές και ανατρεπτικό: ο λαός απέδειξε με την ψήφο του ότι δεν εμπιστεύεται τη λύτρωσή του στα χέρια των ευρωπαίων τεχνοκρατών και τραπεζιτών οι οποίοι είναι οι μόνοι υπαίτιοι της σημερινής κρίσης.

«Για να λυτρωθείς ο ίδιος, θα πρέπει πρώτα να λυτρωθείς από την ιδέα της λύτρωσης», λέει ο Ν. Καζαντζάκης. «Τα αόρατα νήματα είναι οι δυνατότεροι δεσμοί», συμφωνεί μαζί του ο Φ. Νίτσε.

Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου εδώ και μισό αιώνα εκλέγονται πρωθυπουργοί συνεργάτες και απόγονοι πρωθυπουργών, αυτή την κρίσιμη στιγμή ο λαός θα έπρεπε να απαγκιστρωθεί από την όποια ιδέα έξωθεν λύτρωσής του και να σκεφτεί ελεύθερα. Αποφεύγοντας να ξαναπέσει στην παγίδα των πάλαι ποτέ «δοκιμασμένων» στεγανών που σήμερα πάσχουν από τερατογονία, να αναρωτηθεί επιτέλους σοβαρά για τις οικείες ανεπίσημες οικογενειακές μαφίες που τον διοικούν και για τους «εταίρους-σωτήρες» που τις στηρίζουν. Οι μαφίες χωρίς ταμπέλες και διακριτικά είναι συχνά οι χειρότερες που μπορούν να υπάρξουν.

Τα «μαλακισμένα»

villa.Amalia

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς της 19ης Ιανουαρίου, στο Βαθύ Κόκκινο της 19ης Ιανουαρίου και στο tvxs.gr της 20ής Ιανουαρίου 2013 )

Εμείς. Είμαστε τα «μαλακισμένα» των κρατικοδίαιτων δημοσιογράφων, το κακό σπυρί της κρατικής μηχανής. Οι ανυπάκουοι. Γεννηθήκαμε πριν λίγα χρόνια αλλά είναι σαν να ξέρουμε τον κόσμο από παλιά. Δείχνουμε μικροί και λίγοι αλλά είμαστε μεγάλοι και πολλοί. Έχουμε καθαρό κεφάλι, θάρρος και όρεξη για ζωή. Το βλέμμα μας δεν είναι πειραγμένο. Έχουμε τον τρόπο να παραμένουμε διαυγείς. Υποστηρίζουμε όσους νιώθουμε πως κέρδισαν με άξιο τρόπο την εμπιστοσύνη μας και όχι για να τιμωρήσουμε τους αντιπάλους. Στις παρέες μας δεν διηγούμαστε ιστορίες από το στρατό, ανέκδοτα του Λαζόπουλου ή πώς κατατροπώσαμε την καργιόλα στο ΙΚΑ που μας είπε να περιμένουμε στην ουρά.

Στη βιβλιοθήκη μας έχουμε βιβλία που γράφτηκαν για να διαβαστούν και να διδάξουν, και όχι για να εξυπηρετήσουν. Στο τραπέζι μας έχουμε φίλους, αγάπες και ποτήρια γεμάτα καλό, φτηνό κρασί. Δεν πίνουμε από κυριλέ μπουκάλια νοθευμένα με κώνειο. Δεν βλέπουμε τηλεόραση, δεν χειροκροτούμε τους διάσημους αστέρες της πίστας με το όνομα στη μαρκίζα λαμπερό. Εμείς θαυμάζουμε τα δικά μας, ανέστια αστέρια, που στολίζουν τις νύχτες τον ουρανό και φωτίζουν όμορφα το σκοτάδι. Δεν είμαστε φανατισμένοι οπαδοί. Δεν κουνάμε σημαίες, δάχτυλα ή πολύξερα κεφάλια.

Τα αδέσποτα στους δρόμους δεν τα κλωτσάμε, σκύβουμε και τους κόβουμε ένα κομμάτι κουλούρι από εκείνο που τρώμε κι εμείς, και περιμένουμε δίπλα τους μήπως πεινάνε ακόμα. Με τους μελαμψούς με το ξενόφερτο βλέμμα και τις μαϊμούδες Αρμάνι στα Προπύλαια δεν κάνουμε αστεία, παζάρια ή την πλάκα μας. Δεν νιώθουμε ανώτεροι από αυτούς. Τους κερνάμε ένα τσιγάρο και μια καλημέρα φιλική. Στα μάτια τους βλέπουμε αισθήματα και όχι τον εχθρό ή ένα παιχνίδι.

Μπροστά στον άνθρωπο που απλώνει το χέρι διστακτικά γονατίζουμε για να μοιραστούμε αυτό που υπάρχει λέγοντας μια αυτονόητη, ανθρώπινη καλημέρα. Ακόμα και τον δεσμοφύλακά μας είμαστε ικανοί να καλημερίσουμε. Πίσω από τα κάγκελα, μέσα στο μπουντρούμι. Εμείς. Οι οπαδοί μιας ουτοπίας που κάποτε θα σώσει τον κόσμο και τότε θα νιώσουμε σαν μικροί θεοί που συνεχίζουν να καυγαδίζουν με το χρόνο.

Στις διαβάσεις δεν ενοχλούμαστε από τους ανυπόμονους – είμαστε με το μέρος όσων αδημονούν. Οι αιτίες της αγανάκτησής μας είναι άλλες. Δεν μας αρέσουν οι παιδικές χαρές με το πλαστικό γκαζόν και τα αλουμινένια κάγκελα ασφαλείας. Φυτεύουμε δέντρα και φτιάχνουμε ελεύθερα περιβόλια εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Κάνουμε αντάρτικο χαράς στο κέντρο της πόλης και βάζουμε τα παιδιά να μυρίσουν αληθινά λουλούδια, να πιάσουν χώμα, να κοιτάξουν ένα μυρμήγκι να περνά.

Ακούμε μουσικές και ζούμε ιστορίες και ζωές που μιλάνε στην καρδιά και όχι στην τσέπη μας. Οι αυτοκτονίες, οι συλλήψεις, οι μαύρες μπλούζες, τα κίτρινα έντυπα και οι παρεξηγημένες αποχρώσεις μιας πάλαι ποτέ κόκκινης ματιάς που ξεθώριασε και ακροβατεί φλερτάροντας με την αχρωματοψία είναι για μας μαστίγια που μας τσούζουν καθημερινά. Είμαστε τα αγρίμια της εποχής, που πάνω στις πλάτες μας θέλουμε να σηκώσουμε τα βάρη όλου του κόσμου. Οι ρατσιστές, οι άγριοι, οι πουλημένοι δεν θα μας εξημερώσουνε ποτέ. Επειδή νιώθουμε ικανοί. Γενναίοι. Αήττητοι.

Μπαίνουμε σε άδεια σπίτια και τα γεμίζουμε με όνειρα και ζωή. Ζωγραφίζουμε με όμορφα χρώματα τη λύπη της αδειοσύνης και του πένθους. Στα δωμάτια των έρημων σπιτιών, εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο σιωπή και μούχλα εμείς φτιάχνουμε ήχους, εικόνες, αιτίες για μεγάλα Ναι. Οι μέρες μας μοιάζουν με ανεμοθύελλες, που σαρώνουν την αιθαλομίχλη της στέρησης. Στη θέση της ήττας θέλουμε να βάλουμε έναν γαλάζιο, ελεύθερο ουρανό. Θα γίνει!

Τα συρματοπλέγματα των ισχυρών θέλουμε να τα κάνουμε οάσεις. Είμαστε ανυπάκουοι και πεισματάρηδες. Μέσα μας ξέρουμε να καιγόμαστε από ασίγαστες φωτιές. Σαν όμορφα φυτίλια που κανείς δεν κατάφερε να τα χώσει σε ένα μπουκάλι και να τα κάνει καταστροφή. Από τα δικά μας μπουκάλια ρέει η έμπνευση, το ξεδίψασμα, το γλυκό μούδιασμα της αγάπης για τη ζωή. Τους τοίχους μας στολίζουν πράσινοι κισσοί, ωραία γκράφιτι, οι στίχοι του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη και της Γώγου. Όχι λογότυπα και διαφημίσεις.

Η δική μας αλητεία μοιάζει με γιορτή. Δεν ραγίζει καρδιές και τζαμαρίες. Τσακίζει τις άρρωστες προκαταλήψεις και τη βία όσων ασχημονούν. Οι εχθροί μας σπάνε την πόρτα μας, εμείς σπάμε το φόβο της εποχής μας. Εμείς. Τα «μαλακισμένα», οι καταληψίες και οι αντιρρησίες που κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια, που αντιστεκόμαστε, λέμε Όχι, τρώμε ξύλο, φτύνουμε βρισιές, ενοχλούμε, υπάρχουμε! Εμείς. Που χαμογελάμε και χαιρετάμε τον κόσμο μέσα από την κλούβα, με τις χειροπέδες βραχιόλια στους ασίγαστους καρπούς, επειδή ξέρουμε πως θα νικήσουμε. Και πως η ζωή είναι μάχη, πείσμα και ελπίδα.

Εμείς. Που όταν κλαίμε, από τον ουρανό πέφτουν κατακόκκινες νιφάδες. Που όταν στην πηχτή αιθαλομίχλη της φτώχειας δεν βλέπουμε μονάχα τη μόλυνση του περιβάλλοντος αλλά και την τελετή λήξης της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. Που, παρόλα αυτά, κρατάμε ζωντανή μέσα μας την ευχή αυτός ο κόσμος να αλλάξει κάποτε, παρόλους τους φόβους και τους ιερούς χρησμούς. Είμαστε οι φίλοι του Κεμάλ, αλλά δεν προχωράμε με φωτιά και με μαχαίρι στους δρόμους τα πρωινά. Δεν είμαστε νικημένα ξεφτέρια, είμαστε ανίκητοι αγωνιστές. Δεν κρατάμε ξίφη στα χέρια μας τις νύχτες, εμπιστευόμαστε μόνο τη δύναμη της σφιγμένης γροθιάς.

Εμείς. Ο αντίλαλος του τσαλαπατημένου ανίσχυρου που νιώθει και ξαναγίνεται ισχυρός. Οι διάδοχοι του χειμώνα, οι οπαδοί της άνοιξης. Ενώνουμε τις φωνές μας με τον λαθρεπιβάτη από το Πακιστάν, με τον κουρασμένο γέροντα από τα βάθη του χρόνου, με την καταπιεσμένη νοικοκυρά από το ημιυπόγειο και με το πεινασμένο παιδί από το γειτονικό σχολείο. Γινόμαστε όλοι μία και μοναδική φωνή. Τρομερή, σαν εκείνη τη λαλιά που κάποτε ξεσήκωνε καταιγίδες στην πλατεία και στα στενά. Μια φωνή που ακούγεται παντού, ταράζει, ξεβολεύει, εκνευρίζει, αντιστέκεται. Εμείς. Οι αντιρρησίες. Τα «μαλακισμένα» του 21ου αιώνα. Τα υπερβολικά. Το μπούμερανγκ στα μούτρα των ελεεινών. Η μόνη ελπίδα.

 

Αρέσει σε %d bloggers: