Category Archives: Στάχτες

Το μυρμήγκι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10892  στις 22 Φεβρουαρίου 2017)

Είναι ένα μυρμήγκι που προχωράει μακριά από τα υπόλοιπα. Σκύβω καλύτερα και το παρατηρώ. Μαύρο, μεγαλούτσικο, με μακριές κεραίες και δαγκάνες. Έχω τινάξει το σακουλάκι της τυρόπιτας στο χώμα και κάθομαι στο πεζούλι. Παρακολουθώ τις ορδές των φίλων του να σπεύδουν. Άλλα καταπιάνονται με τα μεγαλύτερα φύλλα σφολιάτας, μερικά με κάτι μικροσκοπικά κομματάκια τυρί. Το δικό μου μυρμήγκι κινείται απόμερα, κουνάει πάνω κάτω τις κεραίες του και σταματάει απότομα μόλις συναντήσει κάποιο άλλο. Πιάνω ένα κομματάκι φύλλο και το ρίχνω μπροστά του. Φρενάρει, το επεξεργάζεται και αλλάζει πορεία. Το μυρμήγκι μου δεν πεινάει, αψηφά τον κίνδυνο, δεν έχει αίσθηση του καθήκοντος, είναι τρελό.

Είμαι επτά χρονών και όταν δεν κάθομαι στο θρανίο μου, στη λεκάνη της τουαλέτας ή στο τραπέζι της κουζίνας μου αρέσει να κάθομαι στο πλατύσκαλο του σπιτιού ή στο πεζούλι δίπλα από τις λεμονιές και να παρατηρώ τα μυρμήγκια. Ξέρω πως υπάρχουν διάφορες φυλές. Καφετιά, μαύρα, μικρά, μεγάλα, φτερωτά, πλατυκέφαλα. Στο χώμα της αυλής μας κυκλοφορούν διάφορα από αυτά. Νομίζω πως όλα μοιάζουν μεταξύ τους. Αν εξαιρέσεις το χρώμα και το μέγεθος, θα έλεγα πως το χώμα κατοικείται αυστηρά από ολόιδια σπιτικά μυρμήγκια.

Πολλές φορές παρακολουθώ πού καταλήγει μια σειρά μυρμηγκιών και φτάνω μέχρι τη φωλιά τους. Έχω προσπαθήσει να δω τι υπάρχει μέσα στον σκοτεινό κρατήρα, όμως είναι αδύνατον. Η τρύπα είναι πολύ μικρή, δεν φαίνεται τι έχει μέσα. Παλιότερα μου είχε συμβεί να πατήσω πάνω σε μυρμηγκοφωλιές και να χαλάσω το μικρό βουναλάκι σκόνης και χώματος που τις περιβάλλει. Πλέον προσέχω περισσότερο και δεν κάνω τέτοια λάθη.

Το μυρμήγκι μου ξεμακραίνει από τα υπόλοιπα και αδιαφορεί για τα αποφάγια που έχω ρίξει μπροστά του. Αναρωτιέμαι γιατί το κάνει αυτό, την ώρα που οι δικοί του σκοτώνονται να μαζέψουν προμήθειες για το χειμώνα. Κάποτε είχα δει ένα μυρμήγκι να σέρνει έναν κόκκο σιταριού τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από κείνο. Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, ήταν ένα άλλο, που έσερνε μια νεκρή μέλισσα που στα μάτια του θα πρέπει να φάνταζε τουλάχιστον σαν τον γίγαντα Γκρισίνο. Άλλα κουβαλάνε κατσαρίδες, σκαθάρια, ψίχα ψωμιού, φτυμένες πατάτες, κουκούτσια, μέχρι και το ξεραμένο καύκαλο από μια πληγή που είχα ξύσει κάποτε και όταν το πέταξα μπροστά τους σκοτώθηκαν να το αρπάξουν και ν’ αρχίσουν να τρέχουν.

Είναι μεσημέρι και ο ήλιος με χτυπάει κατακούτελα. Κάνει ζέστη και πιο κει η μάνικα ποτίζει σιγανά τα λουλούδια της μάνας μου. Το συνηθίζει να αφήνει ανοιχτή τη βρύση για να ποτίζονται λίγο λίγο τα φυτά όταν βαριέται να ποτίσει κανονικά. Πολύ συχνά γεμίζει ο τόπος λάσπες.

Σκύβω πάνω από το τρελό μυρμήγκι και το πιάνω. Πάει να μου γλιτώσει αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να μην του σπάσω τα πόδια, και γενικώς να μην το λιώσω κατά λάθος. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Ξαφνικά νιώθω πως ξύπνησα, η μεσημεριανή ζαλάδα έχει περάσει.

Με το άλλο χέρι αρπάζω μια καρφίτσα που μόλις ανακάλυψα στα χώματα και καρφώνω στη μέση το μυρμήγκι. Η άκρη της καρφίτσας μου τρυπάει λίγο το δάχτυλο αλλά όχι τόσο βαθιά ώστε να τρέξει αίμα. Το σουβλισμένο μυρμήγκι μου κουνιέται σαν τρελό. Το φέρνω μπροστά στα μάτια μου και το κρατάω έτσι όπως έχω δει να κρατάνε οι γυναίκες ένα λουλούδι ή τα άλλα παιδιά το γλειφιτζούρι τους. Το κάνω γύρους στον αέρα. Αυτό συνεχίζει να κουνάει χέρια και πόδια σαν παλαβό. Αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει τι του συνέβη.

Σε λίγο βαριέμαι το παιχνίδι μου κι αρχίζω να πεινάω. Πετάω το καρφιτσωμένο μυρμήγκι πιο κει και μπαίνω στο σπίτι. Δεν κάνω καν τον κόπο να το πατήσω για να βάλω ένα τέλος στο βάσανό του, μιας και δεν μου περνάει καν απ’ το μυαλό καν πως το μυρμήγκι μπορεί να πονάει.

Αργά το απόγευμα ξαναβγαίνω στην αυλή και αναρωτιέμαι τι να απέγινε η αυτοσχέδια σούβλα μου. Επιστρέφω στο σημείο του μαρτυρίου και ψάχνω να το βρω. Η καρφίτσα πουθενά. Το παρτέρι έχει γεμίσει λάσπες. Κλείνω τη μάνικα που τρέχει απ’ το πρωί και ξανακάθομαι στη θέση μου, στο πεζούλι. Σκύβω κοντά στη γη και μυρίζω τη σκόνη. Κοιτάζω κάτω από τα πόδια μου και φτύνω λίγο σάλιο γεμάτο μπουρμπουλήθρες και υπολείμματα μακαρονιών. Δεκάδες μυρμήγκια μαζεύουν τροφή για το χειμώνα.

 

Το φωτάκι

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 26 Ιανουαρίου 2017 – απόσπασμα)

[…]

Η Μισέλ – καλλιτεχνικό όνομα, φορεμένο ειδικά για την περίσταση –  άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία.Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη παιδική ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μισέλ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μισέλ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μισέλ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μισέλ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μισέλ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν ζωντανές ηλεκτρικές κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες σπαρταριστά από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Χριστούγεννα στην πόλη

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10494 στις 22 Δεκεμβρίου 2016)

Βεράντες και κοπέλες απαστράπτουσες από χάρη και καλλιέπεια, υπερσύγχρονος πολιτισμός, πεζοδρόμια με ηλεκτρονικά εκδοτήρια εισιτηρίων για ένα όνειρο μικρό, μυστικές ευχές για ένα όνειρο μεγάλο///Γιγαντοαφίσες με δαντελωτά εσώρουχα και ημιπολύτιμες ευχές, λαμπερά αυτοκίνητα εν κινήσει, γούνινοι γιακάδες πάνω σε μάγουλα ροδαλά, επαίτες που μιλούν σε γλώσσες αλλότριες, περίλυπα κι απορημένα περιστέρια, κορίτσια-παγίδες από άλλα έτη φωτός, τυφλοί που διασχίζουν διαβάσεις, πρόχειρο γεύμα υπαίθρου αχνιστό, χιόνι πέφτει από ψηλά, και Χριστούγεννα συμβαίνουν///Ευχές που έγιναν πραγματικότητα, πραγματικότητα που παρέμεινε ευχή. Ολόγυρα η ζωή προχωρά. Όπως και να’ χει, ένα είναι το μόνο σίγουρο, να το θυμάσαι: εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος///Κυανή και άλικη η πόλη, με χρυσαφένια φώτα στις αιχμές και ασημόσκονη στις εσοχές της///Μόνο ο ουρανός παρέμεινε γκριζωπός, για να ταιριάζει πιο καλά με τις προβλέψεις και τις εικασίες///Τα οπτικά εφέ καλπάζουν αγέρωχα στη μεγάλη πλατεία, η φάτνη με τα ζωντανά πλήρης σανού και καβαλίνας, μιλιούνια οι τουρίστες από ξένες χώρες μακρινές, κλείσε τα μάτια, μάτια μου, θα αστράψει το φλας, μη στραβωθείς, δεν κάνει///Εκατό σακούλες υπό μάλης αγωνιούν, μια στάλα κρύο στάζει στην άκρη της μύτης, δυο πατούσες υγρές διαμαρτύρονται, ατέλειωτοι οι δρόμοι αυτής της πόλης, όλων των πόλεων που δεν γνωρίσαμε ποτέ, ατέλειωτες και οι φωνές που λαχταράμε ν’ακούμε///Αν είχα ένα βασίλειο θα το αντάλλασσα με λίγο μέλι στον πάτο μιας ζεστής τσικουδιάς στην ταβέρνα ενός ορεινού χωριού χαμηλών ταχυτήτων και βαρομετρικών, αλλά δεν έχω///Στην έξοδο μιας όμορφης στοάς τρεις αγιοβασίλισσες μοιράζουν σοκολατάκια σε χρυσαφένιο χαρτί  -σπεύδουν τα παιδάκια περιχαρή, η χαρά της γεύσης αυτής απ’ τα παλιά είναι το δώρο μου για σένα///Σαν μερτικό ελέους γεύσου το, γλυκαντικό παρηγορίας με φρούτα του πάθους για τους απαθείς, ίσως και λίγη (π)άχνη για τους ρομαντικούς και τους απογοητευμένους///Κάποιοι δεν θα γυρίσουν φέτος στα πάτρια ευλαβικά, δεν έχουν πάτρια ούτε ευλάβεια, οι γιορτές θα είναι  κάπως πιο γυμνές απ’ ό, τι στα χρόνια τα παλιά που γύρω από ένα τραπέζι ο θρίαμβος του δείπνου εξάγνιζε δεινά και αμαρτίες///Πάλαι ποτέ οι εποχές που οι ενοχές τσακίζονταν κάτω από ένα κρυστάλλινο γοβάκι μόνο και μόνο επειδή κάποιο λάθος διαπράχθηκε λόγω χαράς ή έστω εν αγνοία///Παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι όπου δεν υπήρχαν όρια ανοχής παρά μόνον ευχές κι επιθυμίες///Τώρα τα λάθη κι οι αμαρτίες δεν παραβλέπονται, παρακωλύονται από το γήρας ή και τις συμβάσεις του. Βαραίνουν σαν το έσχατο στάχυ στην καμπούρα της καμήλας που κινάει για τη Βηθλεέμ και μόλις κάτσει πάνω της μοναχικό, όσο λιγοστό κι αν είναι, τα ποδάρια της λυγίζουν και το άθλιο ζώο σωριάζεται ηττημένο καταγής///Με το πρώτο χάραμα της επόμενης χρονιάς πάθη και λάθη θα ημερέψουν και, ως οφείλουν από καταβολής κόσμου, θα βυθιστούν και πάλι στα σκότη μιας αναβολής και μιας επίχρυσης ελπίδας για κάτι που δεν έγινε αρκετά σωστά, για όσα θα μπορούσαν να είχαν πάει καλύτερα μα έμειναν στην ίδια τάξη///Το ανθρώπινο δράμα εν οίστρω και φέτος, ξοδεύεται σε ευχετήριες αποστολές και φρεσκογυαλισμένα χαμόγελα πολλαπλών διαδρομών που καταλήγουν σε εορταστικά αδιέξοδα άνευ αποζημίωσης ή δικαιώματος αλλαγής///Με το γραμμάριο η συμμετοχή στις ζωές των άλλων που κατοικοεδρεύουν πια πολύ μακριά για να μας πιάσουν στοργικά το χέρι και να μας διδάξουν την αγάπη γι’ άλλη μια φορά. Μας βαρέθηκε η ψυχή τους, δεν είμαστε αρκετοί, και οι άνθρωποι συχνά μοιάζουν με τράπεζες, και οι τράπεζες δεν αγαπούν τους ανθρώπους///Πονάνε οι ευάλωτοι στις γωνιές της γης, και στις καμπύλες ο φόβος φυλάει τα έρμα με στολή στρατιωτικού φρουρού που εποπτεύει έναν ούτως ή άλλως ανύποπτο χώρο και χρόνο///Ό, τι μπορούμε κάνουμε, κι αν δεν είναι αρκετό ας είναι ο πλησίον μας επιεικής μαζί μας///Με ό, τι αποθέματα μείνανε ρεζέρβα θα περάσουμε φέτος τις γιορτές, κι αν κάποιος από μηχανής αναγεννηθείς Θεός θελήσει να φανεί μεγαλόψυχος και να σκορπίσει δώρα κι ελεημοσύνη, τότε μπορεί και να κερδίσουμε το μυθικό φλουρί και όλα να γίνουν πιο ωραία///Χρόνια πολλά και φέτος σε όλους μας, και ας είναι η χρονιά που περιμένει στα σκαριά κάπως στοργικότερη από αυτήν που εκπνέει με βία.

 

Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 9 Δεκεμβρίου 2016)

 

Στους ανθρώπους αρέσει να διηγούνται τις ιστορίες τους. Τους αρέσει να αυτοπεριγράφονται, να ομολογούν και να εξομολογούνται, χωρίς να γίνονται απαραιτήτως εμφανώς εξομολογητικοί ή να βυθίζονται στο μελόδραμα ή στη ματαιοδοξία. Κάποιες φορές αυτές οι ιστορίες καταφέρνουν να ταράξουν τα νερά μιας κανονικότητας αναμενόμενης και τετριμμένης, μιας και οι ανθρώπινες διηγήσεις μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν παράτολμες, εξεζητημένες, απρόσμενα προσωπικές. Και να μας εκπλήξουν.

Ένα κορίτσι που συνοδεύεται παντού από έναν αόρατο φίλο που την προστατεύει. Μια μετανάστρια που δεν φοβάται να ριζώσει σε μια χέρσα πατρίδα. Ένας μεσόκοπος αστός που θέλει να αλλάξει τη φύση του και να μεταμορφωθεί σε ψάρι. Μια ένοικος πολυκατοικίας που τις νύχτες γίνεται dj για τους πεθαμένους. Μια υπέργηρη που ονειρεύεται ένα χρωματιστό λούνα παρκ. Μια ερωμένη που έχει προβλέψει το τέλος της ερωτικής σχέσης της πριν καν συναντήσει τον εραστή της. Ένας σκύλος που αγαπήθηκε και αγάπησε τους ανθρώπους όσο κανείς. Ένα τραγικό ατύχημα που λυτρώνει την ομορφιά από το σιδερένιο κλουβί της. Μια αιφνίδια ομολογία που, μετά θάνατον, θα δικαιώσει έναν αδικημένο. Ένα μικρό κορίτσι που νομίζει πως τα φταίει όλα αυτό. Ένας μεγάλος έρωτας που σκοντάφτει πάνω στους γυάλινους τοίχους μιας σατανικής συνομωσίας. Μια γυναίκα που ονειρεύεται να γίνει Θεός για μία μέρα, και γίνεται. Ένας κρεατοφάγος που προτιμά τις μερίδες του σενιάν. Ένας νοσταλγός του παρελθόντος που βάφει το μέλλον με ρετρό χρώματα. Μια μητέρα που φεύγει για διακοπές για πάντα. Ένας άνθρωπος με διπλή ταυτότητα που κάνει παρέα με τα σφάγια μιας κρεαταγοράς. Ένα μωρό που δεν γεννιέται ποτέ αλλά κανείς δεν ξέρει πού έχει καταλήξει. Ένα παιδί που κάνει τον θάνατο παιχνίδι. Δυο παιδικές φίλες που γίνονται υποσημείωση στα ιστορικά βιβλία. Μια νοικοκυρά που οραματίζεται μια ζωή σαν πόστερ. Και άλλα πολλά.

Η ανάγκη για μεταμόρφωση, η δυσδιάκριτη αθωότητα ενός μυστηριώδους ονείρου, οι μαγικές ευχές κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων που υστερούν σε αληθοφάνεια μα καταλήγουν στην έκπληξη που προκύπτει από την ευχέρεια κινήσεων του απελπισμένου ή του πολύ ισχυρού. Ένα ταξίδι στους θαυμαστούς ακάλυπτους χώρους της ζωής κάποιων αδιάφορων περαστικών που δεν θα τους δίναμε ποτέ σημασία. Μια κλεφτή ματιά στις σκέψεις εκείνων που προτιμούν τη σιωπή από το λόγο. Μια συλλογή διηγημάτων που κλιμακώνει και αποκλιμακώνει την ένταση της διήγησης των ιστοριών της με τον τρόπο που ένας πιανίστας πατάει τα πλήκτρα και παράγει ήχους, μουσική. Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliotheque.

Τορτελίνι αλα κρεμ

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10268 στις 24 Νοεμβρίου 2016)

 

Την βλέπω που ανακατεύει το νερό και μου’ ρχεται να φωνάξω. Τη γυναίκα μου, την Ειρήνη. Είκοσι χρόνια μαζί, ένα φαγητό δεν έμαθε να μαγειρεύει. Ούτε βραστό αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη, και μου καμώνεται για μαγείρισσα περιωπής με ένα πάκο τορτελίνια. Σκίζει το χαρτί του Knorr και πετάει τον κύβο στην κατσαρόλα. Μετά ανακατεύει ξανά να πάει παντού η μυρωδιά, έτσι λέει. Δεν αντέχω πια, δε γίνεται άλλο, έσκασα, απόψε θα της το πω. Όλα θα της τα ξεράσω. Να ξεμπερδεύω. Να ανασάνω. Να φύγει από πάνω μου αυτή η συμφορά.

«Μύρισε να δεις τι ωραία που ευωδιάζει το φαΐ», λέει και μου δείχνει με την κουτάλα το βραστό νερό με τα πρασινοκόκκινα ίχνη – αυτό που ονομάζει «φαΐ».

Δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω και τραβάω μια μυτιά σα να ρούφαγα κόκα. Τους σιχαίνομαι τους κύβους Knorr, μου φέρνουν αναγούλα.

«Ωραίο», της λέω ξεροβήχοντας και της χαμογελάω κι από πάνω.

Πρέπει να τελειώνω με όλα αυτά. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να φερθώ σαν άντρας. Ωραία, έγινε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που ερωτεύεται άλλη. Έγκλημα έκανα στην τελική ή μήπως το κυνήγησα κιόλας; Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, αδέρφια γίναμε! Ίδιο αίμα. Πηδιέσαι όμως με την αδερφή σου; Είναι ποτέ δυνατόν; Όχι πως με τη Σοφία έμπλεξα μόνο για το σεξ, εννοείται. Τα βλέπω όλα σοβαρά, έρωτας βαρβάτος. Στην αρχή ήταν μια γλυκιά ιδέα, ένα καλό κρεββάτι, λίγη παρέα τις ώρες της μοναξιάς. Σιγά σιγά άρχισα να κολλάω μαζί της. Την σκεφτόμουν συνεχώς, έκανα δέκα ρεηφρές την ώρα στο κινητό μπας κι έστειλε μέηλ, δεν κοιμόμουν τις νύχτες. Οδηγούσα και της αφιέρωνα τραγούδια ενώ δεν ήταν εκεί, μιλάγαμε, της έλεγα και μου απαντούσε, στο μυαλό μου πανικός. Μια δεύτερη ζωή μες στο κεφάλι μου, ακόμα πιο ζωντανή από την πρώτη. Και οι κλεμμένες μας στιγμές, ευτυχία…

«Τα τορτελίνια επιπλέουν. Λες να έγιναν; Μάλλον. Έτσι γράφει στο πακέτο», με ρωτάει και με κοιτάζει σαν να ξέρει τι σκέφτομαι. Σαν να με διαβάζει.

«Σβήσε τη φωτιά και σούρωσέ τα», της απαντώ και την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως θέλω να της φέρω την κατσαρόλα στο κεφάλι. Ή να χώσω μέσα το κεφάλι μου εγώ. Καλύτερη ιδέα.

«Η κρέμα γάλακτος με το ροκφόρ πόση ώρα πρέπει να βράσει; Να τρίψω σκόρδο τώρα ή μετά;», ρωτάει με φωνή αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και με πιάνει ζαλάδα.

«Λιώσε στην κρέμα το τυρί, ανακάτεψέ τα κάνα τέταρτο σε σιγανή φωτιά με ξύλινο κουτάλι, ρίξε μανιτάρια, μπέικον, αλατοπίπερο και στο τέλος λίγο βούτυρο και μια πρέζα σκόρδο», απαγγέλλω τη συνταγή που υποτίθεται πως είχε αναλάβει να μαγειρέψει.

Είναι ενοχλητική και κάπως απωθητική. Παρόλα αυτά δεν την μισώ. Απλώς τώρα πια την βρίσκω αδιάφορη, κρύα, εκνευριστική, ασέξουαλ. Κάποτε την ερωτεύτηκα μέχρι θανάτου, σήμερα απλώς την ανέχομαι και μελαγχολώ. Μπορεί και αυτή το ίδιο.

Η Σοφία περιμένει να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

«Αν της το πεις επιτέλους», μου ξεκαθάρισε, «μπορούμε να μείνουμε μαζί από το ίδιο βράδυ. Αν διστάσεις ξανά, έληξε – θα πάω πίσω στο νησί και μη με ψάξεις».

Να μην την ψάξω…

«Έλα λίγο μωρέ να δεις τη σάλτσα», με φωνάζει η γυναίκα μου και σπεύδω σαν κουρδισμένο ρομπότ κοντά της.

Η σάλτσα έχει δέσει, τα υλικά έχουν γίνει ένα μεταξύ τους, οι μυρωδιές έχουν συγχωνευτεί. Ένας χυλός που μυρίζει όλα τα υλικά μαζί και κανένα χώρια. Όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά. Όπως και οι ζωές μας.

Την κοιτάζω που σερβίρει στην κουζίνα μας. Με τα γνωστά μαχαιροπίρουνα, τα οικεία πιάτα, τα παλιά μας ποτήρια. Στο τραπέζι που αγοράσαμε μαζί μια μέρα στο Μοναστηράκι. Στην κοινή κουζίνα μας. Σκέφτομαι το βόλεμα των γυαλικών μέσα στα ντουλάπια. Των σεντονιών στο συρτάρι. Των ρούχων στις κρεμάστρες. Των βιβλίων στα ράφια. Το δικό μου δίπλα της, μέσα στο σπίτι αυτό. Το βόλεμά μας. Τεράστιο μαρτύριο το ξεβόλεμα από ένα βόλεμα σαν αυτό, σκέτη αγωνία η ανασφάλεια του άλλου. Είμαι δειλός, ένα φοβισμένο και παραιτημένο πλάσμα, θα έπρεπε να ντρέπομαι και το ξέρω. Όμως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αυτός είμαι, κι είναι πια αργά για αλλαγές. Κι αν η Σοφία με παρατήσει και καταρρεύσω μετά; Αν στραβώσει κάτι;

Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως η ζωή μου είναι στρωμένη, σίγουρη, σαφής. Αν με τη Σοφία δεν τα βρούμε στη συγκατοίκηση, στα οικονομικά, στις διακοπές ή όπου, τι κάνω εγώ μετά; Αν με βαρεθεί και με στείλει στο διάολο; Είναι μόλις τριάντα εννιά χρονών. Η ζωή μπροστά της. Εγώ πάτησα τα πενήντα πέντε, δεν είμαι και στην πρώτη μου νιότη, τα προβλήματα υγείας ολοένα και πιο πολλά, η ψυχική μου άνεση στενεύει. Παρόλο τον έρωτα και το ωραίο σεξ, παρόλη την κάβλα, παρόλο μου τον θαυμασμό για το λαχταριστό σώμα της και το λαμπερό μυαλό της, είμαι τώρα για νεανικές περιπέτειες, για πρόβες δεσμών και για δοκιμές ζωής;…

«Τρώμε, αγάπη μου», φωνάζει από μέσα η γυναίκα μου, και τότε ξέρω μέσα μου πως ούτε και φέτος θα χωρίσω.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 20 Οκτωβρίου 2016)

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού εμφανίζονται για τελευταία φορά φέτος στην πλαζ με ζακετάκι στην τσάντα τους, χρωματιστά παρεό και βαμμένο πρόσωπο. Διώχνουν κομψά τα ίχνη του φθινοπωρινού ιδρώτα που κατακάθισε πάνω τους στη διαδρομή από το σπίτι ως  την παραλία και κάνουν σαν να μην συνέβη τίποτε. Στη ζωή τους, στη μέρα τους, στον κόσμο.

Τινάζουν ανέμελα τις καλοσιδερωμένες σατινένιες κλάρες τους και απλώνουν στις ξαπλώστρες τα υφάσματά τους με το θάρρος της γυναίκας που έχει πάψει πια να προσπαθεί καθώς δεν έχει τίποτε να χάσει. Ούτε και να κερδίσει.

Ανάβουν τσιγάρο και πίνουν Πλωμάρι χωρίς ενδοιασμούς. Καπνίζουν κοιτώντας εξ αποστάσεως τον στιβαρό ναυαγοσώστη που φωνάζει: «Λουτσίντες, όλες έξω τώρα! Ο όμιλος δεν με πληρώνει για να σας σώζω, για να σας κοιτάζω είμαι εδώ. Λουτσίντες! Όλες έξω, έρχεται κύμα!».

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν έχουν όνομα. Είναι όλες τους απλώς «κυρίες». Κάποτε κάποιος μπορεί να τους έλεγε «Ρόζα, Ροζαλία, πάμε μαζί στη συναυλία», ή «Έλσα σε φοβάμαι, Έλσα σ’ αγαπώ» κοιτώντας τες στα μάτια. Τώρα πια όμως κανένας δεν τους λέει σ’ αγαπώ, κανένας δεν τις χρειάζεται δίπλα του σε μια συναυλία. Κανείς δεν τις κοιτάζει στα μάτια προσμένοντας κάτι.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού ζουν κυρίως τα μεσημέρια. Στις πλαζ, λαϊκές κατά προτίμηση, γιατί εκεί περνούν όσο απαρατήρητες χρειάζεται ώστε να μπορούν οι ίδιες να παρατηρούν με την ησυχία τους τον κόσμο. Διαβάζουν λάιφσταιλ περιοδικά με τις νέες τάσεις του χειμώνα ή και τίποτε. Ελάχιστα νοιάζονται για τα τεκταινόμενα σε πεδία που δεν τις αφορούν προσωπικά.

Απλώνουν λάδι ή κρέμα στα κρεμασμένα μπράτσα τους χαϊδεύοντας το γερασμένο δέρμα με την ηδυπάθεια του ανέγγιχτου από χρόνια, εκείνου που μόνον ο ίδιος μπορεί πλέον να ασκήσει πάνω στο παλαιό σώμα του την αφή.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν σκέφτονται μόνο τις διακοπές ή το καλοκαίρι που έφυγε. Αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο σκέφτονται και τη συνέχεια. Τι θα ήταν άλλωστε οι διακοπές χωρίς μια Συνέχεια που θα τους επέτρεπε να την διακόψουν;

Βρέχουν λίγο τα βαμμένα νύχια τους στο κύμα αναδεύοντας τον αφρό με τα ωραία τους δάχτυλα, κάποιες επιχειρούν και μια βουτιά στα νερά της ακτής προσέχοντας ιδιαιτέρως να μην επιτρέψουν σε κάποια σταγόνα αλατόνερου να αλλοιώσει την περιποιημένη βαφή Σαντρέ νούμερο 76 και την επιμελώς φορμαρισμένη μιζανπλί που έφεραν μαζί τους από το σπίτι.

Μιλούν μεταξύ τους για τον καιρό που χάλασε με φωνές που θυμίζουν τιτίβισμα πουλιών, ανταλλάσσουν παλιά και νέα ανασηκώνοντας διακριτικά το πεσμένο ραντάκι του σουτιέν και απευθύνονται στο γκαρσόνι στον πληθυντικό για το επόμενο ποτήρι ούζο. Αν ήταν νύχτα θα έπιναν βερμούτ ή καμπάρι, τα μεσημέρια όμως ο ήλιος, έστω και ασθενικός, αποζητά μια γεύση λυκίσκου και λίγο πικάντικο μεζέ.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν ελπίζουν σε τίποτε. Κανείς δεν τους στέλνει φιλιά κλείνοντας το τηλέφωνο, η οθόνη του κινητού τους δεν αφυπνίζεται ποτέ από ένα αναπάντεχο γραπτό μήνυμα, στο γραμματοκιβώτιο πάνε χρόνια πια που δεν λαμβάνουν ένα γράμμα.

Τίποτε μέσα τους δεν αγριεύει μια έναστρη νύχτα που περπατούν στα πλακόστρωτα ή ανάμεσα στο μπάνιο και την κουζίνα. Οι φεγγαράδες δεν τις αφορούν γιατί έχουν πάψει προ πολλού να τις μαγεύουν.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν είναι θλιμμένες. Πίσω από τα ευμεγέθη γυαλιά τους κρύβουν βλέμματα υπνωτιστικά. Είναι όμορφες επειδή διαθέτουν το θάρρος και την ψυχραιμία που τους δώρισε ο χρόνος περνώντας από πάνω τους πότε ευεργετικά και πότε ισοπεδώνοντάς τες –δεν έχει και τόση σημασία, όχι πια. Άντεξαν σε άλλη μία εναλλαγή εποχής, και αυτό είναι το μόνο σημαντικό. Μα μόνο αυτές το ξέρουν.

Αυτές οι γυναίκες νιώθουν μια αξιοθαύμαστη αυτάρκεια καθισμένες στις πλαστικές καρέκλες της πλαζ. Καμία σχέση με τις νέες. Κάτι πάνω τους θυμίζει την άνεση και την χάρη των αγγέλων που παρατηρούν τον κόσμο από ψηλά χωρίς ποτέ να πρέπει να έρθουν σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού είναι έξυπνες, μας έχουν κοροϊδέψει.

Κάτω από τον επιδερμικό εκβιασμό μιας επικείμενης ημερομηνίας λήξης κρύβουν μια ακόμα σοβαρότερη αξιοπρέπεια και μια συναρπαστική δύναμη που κανέναν νεκρό δεν θα χαρακτήριζε ποτέ. Όταν αποφασίσουν να αισθανθούν, όποιο κι αν είναι το συναίσθημά τους, το κάνουν με τρόπο που θα κέρδιζε μια εφηβεία ή και μια μέση ηλικία, εύκολα, ανώδυνα, ρουά ματ. Απλώς εμείς δεν το βλέπουμε. Επειδή οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν θέλουν να το αφήσουν να εκτεθεί στα μάτια μας τόσο εύκολα. Για τους δικούς τους λόγους, που δεν μας αφορούν. Κι έτσι παραμένουμε τυφλοί μέσα στο φθινοπωρινό μεσημέρι παρατηρώντας τες από μακριά, εικάζοντας γι’ αυτές τα μύρια όσα.

Ποιος είπε όμως πως τα πράγματα που δεν φαίνονται δεν είναι ζωντανά;

Βάζει κανείς το χέρι στη φωτιά πως όσα δεν βλέπεις δεν υπάρχουν;

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού θα μειδιούσαν με τις αγωνίες μας.

«Αστεία παιδιά», θα μας έλεγαν, «Ησυχάστε. Θα έρθει ή ώρα που θα καταλάβετε κι εσείς ότι είναι τα ύστερα, και μόνον αυτά, εκείνα που τιμούν τα πρώτα».

Και τότε, έτσι εύκολα απλά, η απομυθοποίηση των εικόνων του καλοκαιριού έρχεται σεμνά και μας ξυπνά από τον λήθαργο της παιδικής μας ηλικίας αφήνοντάς μας να ξυπνήσουμε ένα όμορφο πρωί και γύρω μας να έχει γίνει πια μια οποιαδήποτε φθινοπωρινή Πέμπτη.

Βάσει παλαιότητας

staxtes-fassa13_3_13sepia

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Τα χείλη του ήταν τόσο μαύρα που στο τέλος γίνονταν ασημί. Σαν το ασημί που βγαίνει όταν μουτζουρώνεις με μολύβι για πολλή ώρα ένα χαρτί και τελικά η μουτζαλιά γίνεται ασημόμαυρη, και λάμπει. Ή και λίγο μπλε, αν έχεις καλλιτεχνικό μάτι και επιμένεις να υπεραναλύεις τα χρώματα και τους δερματικούς ιριδισμούς τους.

Το όνομά του ήταν δύσκολο για όποιον δεν είναι συνηθισμένος στα αφρικάνικα ονόματα, ο ίδιος όμως δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να το προφέρει διαφορετικά για να το ακούσει καλύτερα η λευκή που καθόταν δίπλα του και σιγόπινε το ρούμι της καπνίζοντας ευρωπαϊκά τσιγάρα.

«Οι φίλοι μου με σέβονται επειδή είμαι η γηραιότερος της παρέας», είπε και μισόκλεισε τα φλεγόμενα μάτια του. Από το απέναντι τραπέζι τρεις κατάμαυροι άντρες κοίταζαν σιωπηλά. «Έτσι είναι στη φυλή μας. Δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Οι νεώτεροι σέβονται τους γηραιότερους, και οι γηραιότεροι ηγούνται των νεώτερων – δεν υπάρχει ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν».

Κοίταξε για λίγη ώρα το ποτήρι του, σαν να το διάβαζε. Χωρίς να μιλάει. Μετά σηκώθηκε, πήρε από το χέρι τη λευκή γυναίκα, έκαναν μερικά βήματα και άρχισαν να χορεύουν στο κέντρο της πίστας. Κάτι ήσυχο, σχεδόν ρομαντικό. Ήχοι της ζούγκλας ζώων και ανθρώπων, απόηχοι των παρανοήσεων ενός μικρού καλοκαιριού που έφευγε λίγο λίγο. Ένας πίνακας του Λουστάλ. Μια σκηνή από ταινία με άγριες στέπες και αρπακτικά. Λίγοι στίχοι από ένα παλιό τραγούδι της Κούμπα Γκάουλο. Η μουσική γεννούσε εικόνες.

Από την άκρη του ξύλινου πάγκου, κάτω από τις λάμπες με το θαμπό, κίτρινο φως, σαν αυτά που μένουν αναμμένα στα παιδικά δωμάτια όταν τα μωρά πέφτουν για ύπνο, οι μαύρες γυναίκες τους κοιτούσαν με καχυποψία. Ήταν όμορφες και χρωματιστές. Ντυμένες με τα σπάνια φυτά της στέπας, τα εξαίσια λουλούδια της άγριας φύσης, τις εικόνες μιας υπέροχης παγανιστικής γιορτής. Γυναίκες τυλιγμένες σε μια ζωή που ανήκε μόνο σε κείνες και στις άγριες φυλές τους.

Οι μαύρες γυναίκες είχαν συνηθίσει να απαιτούν και να απολαμβάνουν την προσοχή των αντρών που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί και στη ζωή τους. Ο χώρος αυτός ήταν ως τότε ένα ιερό άβατο για τους ξένους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν δικό τους να χορεύει με μια λευκή και αυτό τους φαινόταν απίστευτο, έμοιαζε με παράπτωμα, ένα μεταφυσικό λάθος. Η σκηνή είχε κάτι το εξοργιστικό όσο και κινηματογραφικά ερεθιστικό. Ήταν σχεδόν ανεξήγητη, σαν παραβιασμένο έθιμο που σε κάνει να φοβάσαι και να απορείς τι θ’ απογίνεις την άλλη μέρα.

Το ζευγάρι συνέχισε να χορεύει χωρίς να ενοχλείται από τα αιχμηρά βλέμματα που, εξάλλου, δεν φαινόταν να διακρίνει ουδόλως. Η μουσική, η ώρα και το ρούμι κυλούσαν ήσυχα, γλυκά, μέσα στη νύχτα. Οι μαύρες γυναίκες σχολίαζαν τη σκηνή με βαριές, εκνευρισμένες φωνές και τραχιά λόγια, που παρόλα αυτά δεν κατάφερναν να ραγίσουν τη γαλήνη της στιγμής. Στο ρεφραίν του τραγουδιού, ο άντρας έσκυψε απότομα και φίλησε τη λευκή γυναίκα στα χείλη. Λικνίστηκαν γι’ άλλη μια στιγμή κι έπειτα στάθηκαν ακίνητοι στο κέντρο της πίστας. Την ένιωσε να κουρνιάζει στο στέρνο του και την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά, έτσι όπως τυλίγει κανείς με τα χέρια του ένα απροστάτευτο παιδί που φοβάται για τους σωστούς ή τους λάθος λόγους. Μετά την πήρε από το χέρι και κάθισαν στο τραπέζι, αθόρυβα και αδιάφορα, έτσι όπως είχαν σηκωθεί.

Αντάλλαξαν δυο τρεις κουβέντες ακόμα, που χάθηκαν στα βάθη της μελωδίας ενός καινούριου τραγουδιού και στην αψιά γεύση που αφήνει το ρούμι στο στόμα τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Σε λίγη ώρα, το ίδιο απρόσμενα με τον ερχομό της, η λευκή βγήκε από το μαύρο μαγαζί και χάθηκε στην ευρωπαϊκή νύχτα.

Ο μαύρος αρχηγός έμεινε με τη σεβαστική παρέα του και τις μαινάδες με τα άφρο χτενίσματα και τα ολοστρόγγυλα αφρικάνικα βυζιά, να προσπαθεί να ιεραρχήσει βάσει παλαιότητας τα χρώματα των στομάτων που ενώνονται, τους ήχους των αλλότριων φιλιών και τις λέξεις μιας ξένης, πρόσκαιρης καλοκαιρινής γλώσσας που δεν θα ξαναμιληθεί ποτέ της.

Βάσει παλαιότητας. Ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν δεν υπάρχει.

Άννα της Τασκένδης

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 28 Απριλίου 2016)

 

Η μνήμη δεν είναι η μυστική θυρίδα της Ιστορίας. Πολύ συχνά γίνεται ο παραμορφωτικός καθρέφτης της. Ή η παρασυμπαθητική μελάνη με την οποία χρωματίζουμε καμιά φορά όσα δεν αντέχουμε να θυμόμαστε έτσι ακριβώς όπως συνέβησαν ή προτιμούμε να αλλοιώνουμε την πραγματική τους εικόνα. Κυρίως για λόγους αυτοπροστασίας, τις περισσότερες φορές, και λιγότερο από αμέλεια ή επιπολαιότητα. Άλλοτε βέβαια μπορεί να συμβεί και από απλό συμφέρον.

Το ταξίδι της ζωής δεν το κάνουμε για να μπορέσουμε κάποτε να φτάσουμε στον τάφο μας ασφαλείς και μέσα σε ένα καλοδιατηρημένο, αρυτίδωτο σώμα, αλλά κυρίως για να μπορούμε να ξεγλιστράμε προς όλες τις πλευρές, πλήρως εξαντλημένοι, φωνάζοντας “μα τι ωραία βόλτα!”. Στο τέλος, τα ενθυμήματα από την πορεία αυτής της βόλτας, είτε θετικά είναι είτε αρνητικά, αποτελούν τις μοναδικές μας αποσκευές που αντιστέκονται στο χρόνο και μας ανήκουν ανεπιστρεπτί. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κανείς τις αναμνήσεις του εξαρτάται από πολλά πράγματα. Κυρίως όμως από το ποιον και τα βιώματά του.

Το ειδικό βάρος μιας ανάμνησης είναι τελείως διαφορετικό από αυτό της σκέψης. Άλλο είναι να θυμάσαι κάτι ή κάποιον και άλλο να τον σκέφτεσαι. Το πρώτο έρχεται φυσικά, το δεύτερο ανήκει στη σφαίρα της επιλογής και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη. Όσο περνά ο καιρός και συμβαίνουν τα πράγματα, όσο γερνάω και διαπιστώνω πως μου λιγοστεύουν οι αντοχές, τόσο περισσότερο ο νους μου γυρνά στην Άννα.

Ήμουν πέντε χρονών, τότε. Ζούσαμε ήδη στην Τασκένδη. Ήταν η πρώτη χρονιά που θα πήγαινα σχολείο και ένιωθα φρικτά. Φοβόμουν ακόμη και να σηκώσω το κεφάλι. Η μητέρα μου με είχε ντύσει με ένα πράσινο φόρεμα με κόκκινα λουλούδια και μου είχε χτενίσει τα μαλλιά κοτσιδάκια. Ποδιές δεν φορούσαμε ακόμα, αυτά ξεκινούσαν από το Δημοτικό. Εγώ άρχιζα μόλις το νηπιαγωγείο.

Εκείνο το πρωί με άφησε μπροστά στην είσοδο του σχολείου και μου έδωσε ένα σακουλάκι κάστανα για το διάλειμμα. Δεν ήθελα να φύγει, αλλά μου είχε εξηγήσει πως οι γονείς απαγορευόταν να μπουν μέσα και πως αν ησύχαζα στο τέλος θα περνούσα καλά. Με φίλησε και με έσπρωξε προς την πόρτα. Έπειτα μου κούνησε το χέρι και μου είπε πως θα με περίμενε εκεί μετά το σχολείο.

Έκανα μερικά βήματα στο προαύλιο και κοντοστάθηκα μην ξέροντας πού να πάω. Γύρω μου έβλεπα κι άλλα παιδιά που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τους γονείς τους. Ένα κοριτσάκι με γκρι φόρεμα, μάλλον φτιαγμένο από παλιό σακί, έκλαιγε δυνατά. Πιο δυνατά απ’ όλους. Η μητέρα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει, όμως εκείνο φώναζε “πάρε με!” και τραβιόταν προς τα πίσω. Με τα πολλά εκείνη έχασε την ψυχραιμία της, έβαλε τις φωνές και τελικά άστραψε στην κόρη της ένα δυνατό χαστούκι. Το παιδί σταμάτησε να κλαίει, κατέβασε το κεφάλι και προχώρησε προς τα σκαλιά της εισόδου χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Εγώ παρακολουθούσα μαρμαρωμένη.

Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι πλησίασα το κορίτσι και πιάσαμε κουβέντα. Ήθελα οπωσδήποτε να γίνω φίλη της. Αφενός μου είχε φανεί πολύ συμπαθητική, αφετέρου ένιωθα πως όφειλα να της προσφέρω τη στήριξή μου, και ας ήμασταν συνομήλικες. Της έδωσα μερικά κάστανα που τα δέχτηκε πρόθυμα. Έπειτα καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια δεν χωρίσαμε ούτε στιγμή. Η Άννα η Εβραία έγινε μου φίλη κι εγώ δική της.

“Η Λαοκρατία είναι η καινούρια καλύτερή μου φίλη”, είπε το μεσημέρι στη μητέρα της για μένα, εκείνη όμως δεν φάνηκε να δίνει και πολλή σημασία.

Στα μαθήματα η Άννα ήταν αδύναμη. Παρόλο που περνούσαμε αρκετές ώρες μελετώντας, πότε στο σπίτι της και πότε στο δικό μου, την επόμενη μέρα ήταν σαν να τα είχε ξεχάσει όλα. Έπαιρνε κακούς βαθμούς και γενικώς δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τη δασκάλα. Αργότερα, οι καθηγητές την συμβούλευαν να προσπαθήσει να μάθει κάποια τέχνη και να αφήσει τα γράμματα. Το έβρισκα εγκληματικό και δεν σταματούσα να της το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία.

Οι γονείς της Άννας εργάζονταν σε ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο. Είχαν έρθει λίγο πριν από εμάς στην Τασκένδη. Η καταγωγή τους ήταν από τη Μακεδονία. Ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι φτιαγμένο από χώμα, μερικά τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας. Ήταν ένα μονόπατο κτίσμα βαμμένο με ασβέστη, που στην αυλή του είχε μια οξιά και ένα δέντρο που έμοιαζε με πλάτανο. Έξω από τα τζάμια είχε κάτι σταυρωτά κάγκελα, που ο πατέρας της τα είχε βάψει μαύρα και με φόβιζαν επειδή μου θύμιζαν φυλακή.

Ο πατέρας της ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Κάθε φορά που μας έβλεπε να μελετούμε στην κουζίνα ερχόταν από πάνω μας και μας έλεγε πως ήταν αγωνιστής, ένας από αυτούς που “είχαν πάει να πιάσουν τους ουρανούς για να ξεπλύνουν το αίσχος της Βάρκιζας”.

“Εγώ είμαι παρτιζάνος”, φώναζε. “Νιώθω στο πετσί μου τις βουρδουλιές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού”.

Μετά κατέρρεε στο μοναδικό ντιβάνι του σπιτιού και ροχάλιζε σαν τρένο. Αργότερα κυκλοφόρησε πως παρόλα όσα έλεγε, ο ίδιος ανήκε στη χρουστσωφική κλίκα, όμως κάτι τέτοια με την Άννα δεν τα θίγαμε ποτέ. Ούτε τότε ούτε μετά. Ποτέ μας.

Κάθε μεσημέρι η μητέρα της έφερνε στο σπίτι φαγητό με κουπόνια. Τα χρήματα που έπαιρναν από το εργοστάσιο δεν τους έφταναν. Ο πατέρας της ξόδευε τα περισσότερα στο κρασί. Ήταν δυστυχισμένος και ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Δεν φαινόταν να νοιάζεται και πολύ για την οικογένειά του. Ούτε καν για τον εαυτό του. Η Άννα μου έλεγε πως τα βράδια που γύριζε μεθυσμένος  έβαζε τις φωνές και πολλές φορές τις έδερνε χωρίς λόγο.

Παρόλο που ήμασταν καρδιακές φίλες, η Άννα δεν ήθελε να έρχεται στο σπίτι μου. Αν και φαινόταν να συμπαθεί πολύ τη μητέρα μου, τον πατριό μου τον φοβόταν επειδή ήταν Ρώσος. Τις ελάχιστες φορές που κατόρθωσα να την πείσω, επέμενε να κλεινόμαστε στο δωμάτιό μου και να διαβάζουμε εκεί μέσα. Παρότι ήξερα πως μπορεί και να πεινούσε, αρνιόταν σχεδόν πάντα να δοκιμάσει κάτι από την κουζίνα μας. Μόνο όταν είχαμε σταφιδόψωμο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τότε δεχόταν να φάει, και θυμάμαι ολοκάθαρα πως τσιμπούσε ακόμη και τα ψίχουλα σαν πουλάκι. Εγώ απέφευγα να τρώω στο σπίτι τους επειδή ήξερα πως οι μπουκιές ήταν μετρημένες. Όποτε έφερνε η μητέρα της τίποτε καρύδια ή αμύγδαλα, δεχόμουν να με φιλέψουν απλώς και μόνο από ευγένεια. Πάντα είχα όμως την αγωνία πως κάθε μου μπουκιά ήταν μία λιγότερη για την Άννα κι έτσι ποτέ δεν ευχαριστήθηκα το κέρασμα.

Μια μέρα η Άννα ήρθε στο σχολείο κλαμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο. Πηγαίναμε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τα μαθήματα δεν μας άφηναν πολύ χρόνο για συζήτηση και βόλτες. Επιπλέον, τον τελευταίο καιρό διαβάζαμε η καθεμιά στο σπίτι της. Η Άννα βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές και διάβαζε τη νύχτα, όταν της έμενε λίγος ελεύθερος χρόνος. Εγώ, παρόλο που επίσης βοηθούσα τη μητέρα μου, προτιμούσα να διαβάζω το απόγευμα κι έτσι αλλάξαμε την συνήθειά μας να μελετάμε μαζί.

“Χτες το βράδυ με χτύπησε ο πατέρα μου”, μου είπε μετά από χίλια παρακάλια εκείνο το πρωί. “Μου έσπασε το δόντι μου, και τώρα δεν θα βγάλω άλλο”, μουρμούρισε και ανασήκωσε το μπλαβιασμένο ούλο της δείχνοντάς μου ένα κενό στη θέση του κυνόδοντα.

Εκείνη την ώρα κόντεψα να τρελαθώ. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή. Την καθησύχασα όπως όπως και περίμενα με το ζόρι να τελειώσει το μάθημα για να τρέξω στο εργοστάσιο όπου δούλευε ο πατέρας της. Μόλις τον είδα να αστειεύεται με τους συναδέλφους του πάνω από μια σιδερένια ρόδα που στριφογύριζε δίπλα από κάτι αχνιστά καζάνια, πλησίασα κοντά του και τον τράβηξα από το μανίκι. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Οι άλλοι εργάτες σάστισαν. Έπεσε παγωμάρα. Κανείς δεν μίλαγε.

Στάθηκα μπροστά του και τον κοίταξα. Κατάλαβε τι ήθελα εκεί. Πριν προλάβει να πει ο, τιδήποτε σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, πλησίασα το πρόσωπό του και τον έφτυσα με όλη μου τη δύναμη φωνάζοντας “ντροπή σου!”. Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά όμως εγώ έσκυψα πιο χαμηλά και παρόλο που τρέκλισα προς στιγμήν, τελικά ξεγλίστρησα μακριά του. ‘Ήμουν δεκαοκτώ χρονών και ήταν πάνω από εξήντα. Το έβαλα στα πόδια πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό. Οι εργάτες γύρω του γελούσαν. Άκουσα τις βρισιές και τις απειλές του από μακριά. Η φωνή του έμοιαζε με γαύγισμα λυσσασμένου σκύλου. Τον μισούσα.

Εκείνο το βράδυ η Άννα κοιμήθηκε στο σπίτι μας. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω και πολλά στους δικούς μου. Οι μώλωπες στο πρόσωπό της ήταν εύγλωττοι. Περάσαμε ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας. Κάπου κάπου έβαζε τα κλάματα και χωνόταν στην αγκαλιά μου. Προσπαθούσα να την παρηγορώ κάθε λεπτό, έστυβα το μυαλό μου να βρω μια λύση. Το μόνο που θυμάμαι να της επαναλαμβάνω χίλιες φορές ήταν πως δεν θα έφευγα από κοντά της και πως δεν θα την άφηνα μόνη της ποτέ.

Η Άννα ήταν αδύναμος χαρακτήρας, μου θύμιζε ένα μεγάλο αθώο παιδί. Είχε τη γλυκύτητα και την απλότητα του καλού ανθρώπου, εκείνου που ο νους του δεν χωράει το κακό. Την αγαπούσα σαν αδελφή, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Την προστάτευα όσο περισσότερο μπορούσα καθημερινά, επειδή ένιωθα πως αυτό περίμενε από μένα και επειδή μου ήταν πολύτιμη. Ήμουν ο φύλακας άγγελός της και ήταν η συντροφιά μου. Ήξερα πως είχε κάποια νοητική υστέρηση. Δεν ήταν κάτι υπερβολικό, όμως η διανοητική της ηλικία ήταν κάπως χαμηλότερη από την κανονική μας. Παρόλα αυτά, η παρουσία της στη ζωή μου μού έδινε χαρά, με γέμιζε γαλήνη. Την έβρισκα έξυπνη με έναν λεπτό τρόπο, διαφορετικό. Ο χρόνος που περνούσαμε μαζί ήταν για μένα κερδισμένος χρόνος. Θεσπέσιος.

Σαν τώρα τα θυμάμαι. Κάθε μέρα την σκέφτομαι και μελαγχολώ.

Το επόμενο πρωί την άφησα να κοιμάται στο κρεβάτι μου και πήγα μόνη μου σχολείο. Μου φάνηκε υπερβολικά κουρασμένη και αδύναμη. Επιπλέον, το πρόσωπό της ήταν σε κακά χάλια, κάπως χειρότερα από την προηγούμενη μέρα που είχε συμβεί η σκηνή. Το μεσημέρι που γύρισα στο σπίτι έτρεξα αμέσως να την δω. Η μητέρα μου δεν είχε γυρίσει ακόμα, ο πατριός μου έλειπε στη Μόσχα για δουλειές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντίκρισα ένα θέαμα που μου πάγωσε το αίμα.

Η Άννα κρεμόταν από ένα σκοινί που είχε δέσει στο φως του δωματίου και δίπλα της ήταν πεσμένη η καρέκλα που χρησιμοποιούσα για κομοδίνο στο κρεβάτι μου. Ακόμα θυμάμαι την κραυγή μου, το καρδιοχτύπι και τον τρόμο μου. Νόμισα πως η γη έφευγε κάτω από τα πόδια μου και πως κινδύνευα να πέσω.

Άρπαξα το νεκρό σώμα και προσπάθησα να την ανασηκώσω στον αέρα κλαίγοντας. Το δέρμα της ήταν παγωμένο, τα μάτια της κλειστά. Κατάλαβα πως ήταν πλέον αργά. Στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από τα πόδια της, υπήρχε μια μικρή λίμνη. Κατάλαβα πως η Άννα είχε κατουρηθεί και η σκέψη με έκοψε σε χίλια μυτερά, απαίσια κομμάτια.

Έπεσα στο κρεβάτι όπου την προηγούμενη νύχτα είχαμε κοιμηθεί μαζί και άρχισα να ουρλιάζω σαν λύκος. Έσφιγγα τα δόντια μου τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα τα σπάσω. Χτυπιόμουν και έκλαιγα με μανία, έφτυνα σάλια και έδερνα το στρώμα με τις γροθιές. Σκεφτόμουν πως έδερνα εκείνον και χτύπαγα όλο και πιο δυνατά. Με απερίγραπτο μίσος. Σαν τρελή. Ήθελα να τον σκοτώσω.

Λίγο αργότερα, όταν συνήλθα κάπως και προσπάθησα να ψυχραιμήσω για να δω τι θα κάνω με την καταστροφή, είδα ένα λευκό χαρτάκι χωμένο κάτω από το μαξιλάρι της. Το ξεδίπλωσα, διάβασα την ανορθόγραφη φράση της και μετά ξανάρχισα να κλαίω, απολύτως συντετριμμένη και δυστυχής:

“Σηγγνώμη που πέθανα εδώ, όμως αν το έκανα στο σπίτη η μάνα μου θα έτρωγε κσύλο για τις ζυμιές, και δε θέλω”.

Ο άνθρωπος που κοίταζε τα Lonarid να περνούν

 

staxtes-fassa13_3_13sepia

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 24 Μαρτίου 2016)

Στεκόταν στην άσφαλτο, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, και κοίταζε τον πράσινο σταυρό να αναβοσβήνει. Μόνος του. Το Φαρμακείο διανυκτέρευε. Πού και πού, ο φαρμακοποιός που καθόταν πίσω από το ταμείο με μια εφημερίδα στο χέρι, σήκωνε το κεφάλι κι έριχνε κοφτές ματιές στο δρόμο.

Ψιλόβροχο, μεσάνυχτα, σε μια επαρχιακή ελληνική πόλη. Σαράντα εκκλησιών και Κοραή γωνία. Παλιά ήταν εκεί η ΕΒΓΑ του Τάσου και όλοι έλεγαν πως ήταν καλύτερα έτσι – άγνωστο γιατί. Ίσως ο Τάσος να ήταν πιο συμπαθητικός από τον φαρμακοποιό, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς φήμες.

Συνέχισε να στέκεται αναποφάσιστος στην άκρη του δρόμου. Η άσφαλτος γυάλιζε σαν να την είχαν αλείψει με μια πηχτή, άχρηστη γλίτσα. Ο ουρανός βαρύς. Ψιλόβρεχε από το απόγευμα. Μια εκνευριστική βροχή που οι σταγόνες της έμοιαζαν με μικρές απαίσιες καρφίτσες.

Τα περαστικά αυτοκίνητα τον κατάβρεχαν με απόνερα καθώς περνούσαν. Το παντελόνι του λούτσα στις λάσπες. Κάποιος φρέναρε απότομα δίπλα του, κόρναρε θυμωμένα και έφτυσε μια βρισιά. Ο ήχος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου τον τάραξε κάπως.

Γύρισε το κεφάλι κι έριξε μια ματιά στο διερχόμενο προσπαθώντας να καταλάβει. Ο οδηγός συνέχισε να βρίζει χειρονομώντας προς το μέρος του. Το πρόσωπό του έσταζε μίσος. Δεν ακουγόταν τίποτα. Οι κουβέντες ανακυκλώθηκαν μέσα στο αμάξι και στο τέλος κόλλησαν σαν χαλκομανία πάνω στα θολωμένα τζάμια. Τις φαντάστηκε τότε να στάζουν παχύρρευστες, ένα με τις χρησιμοποιημένες αναπνοές που έντυναν το βρώμικο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου, και χαμογέλασε.

Απέστρεψε το βλέμμα και παρέμεινε ακίνητος.

Το ΙΧ έφυγε μαρσάροντας. Όσα συνέβαιναν γύρω του δεν φαίνονταν να τον νοιάζουν και πολύ. Ταλαντεύτηκε για λίγο και αποτόλμησε μισό βήμα προς τα μπρος. Εκείνη την ώρα ο φαρμακοποιός έκλεισε την εφημερίδα του και χασμουρήθηκε σαν γάτος. Το λευκό νέον στο ταβάνι του Φαρμακείου τρεμόπαιξε για μια στιγμή και μετά επανήλθε. Μέσα από τη τζαμαρία όλα έδειχναν λιγάκι θαμπά. Η μετέωρη στιγμή διαλύθηκε σαν κρύσταλλο που πέφτει πάνω του ένας ταύρος και το θρυμματίζει. Το βήμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Επανέφερε τα πόδια του στην προηγούμενη θέση τους και ξαναπήρε τη γνωστή στάση. Ένιωθε πως ζούσε μια στιγμή-μεταίχμιο. Μια σημαντική στιγμή της νύχτας όπου όλα εξελίσσονταν σε αργή κίνηση, κάπως σαν μουδιασμένα. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πάρει επιτέλους μιαν απόφαση, να αφήσει να συμβεί ή να μην συμβεί κάτι.

Απέστρεψε το βλέμμα και κοίταξε τον ουρανό. Είδε έναν κόκκινο σταυρό να αναβοσβήνει ρυθμικά. Στο ίδιο μέγεθος με τον σταυρό του Φαρμακείου. Την ήξερε από παλιά αυτή την αντανακλαστική λειτουργία των ματιών. Όταν κοιτάζεις για πολλή ώρα ένα πράσινο αντικείμενο, αν αποστρέψεις το βλέμμα το βλέπεις να εμφανίζεται μπροστά σου σαν κόκκινη σκιά. Και τούμπαλιν.

«Απόψε θα ονειρευτώ έναν φλεγόμενο ουρανό, ή δυο πουλιά με ανθρώπινα πρόσωπα», χαμογέλασε μόνος του και άφησε την κόκκινη αντανάκλαση να σβήσει σιγά σιγά από τα μάτια του μέχρι που χάθηκε εντελώς.

Η ανάγκη να πάρει ή να μην πάρει μιαν απόφαση διαλύθηκε μέσα του ως δια μαγείας. Όλα πλέον ήταν απλά.

Θυμήθηκε πως την προηγούμενη νύχτα είχε ονειρευτεί σαν γλυπτό το σώμα μιας κότας φτιαγμένο από νεκρά φίδια, κάτι που ήταν, λέει, η ενσάρκωση του Απόλυτου Κακού.
Το όνειρο του έφερε μια πικρή γεύση στο στόμα.

Ένας οξύς όνος στη μέση τον σούβλισε ξαφνικά κάνοντάς τον να αλλάξει στάση. Άνοιξε τη παλάμη και έσφιξε το σημείο όπου υπολόγισε πως βρίσκονται τα νεφρά. Ο φαρμακοποιός σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε στη βιτρίνα. Ήταν φαλακρός και φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Από την τσέπη της λευκής του ρόμπας προεξείχε ένας μαύρος λεπτός φακός. Ήταν η ενσάρκωση του παραδοσιακού φαρμακοτρίφτη, ποντικομούρης, κοντός και με ξινισμένη φάτσα. Κόλλησε τη μύτη στο τζάμι, κοίταξε προς το μέρος του, μετά έστρεψε το βλέμμα στο βάθος του δρόμου, έλεγξε την κλειδωμένη πόρτα και επέστρεψε στο πόστο του ξαναπιάνοντας την διαβασμένη εφημερίδα.

Πήρε βαθιά αναπνοή και έτριψε το πλευρό του. Ο πόνος έμοιαζε να εξασθενεί. Η βροχή συνέχιζε να τον τρυπά σαν ορδή από λυσσασμένες καρφίτσες. Τα αυτοκίνητα έριχναν πάνω του φώτα και λασπόνερα. Ο πράσινος σταυρός αναβόσβηνε νευρωτικά. Η ώρα περνούσε. Το πιο ενοχλητικό ήταν τα μαλλιά του, που κολλούσαν στο μέτωπό του και έσταζαν ρυάκια στο πρόσωπό του. Σκούπισε με τη ράχη της παλάμης τη μύτη του, αναμειγνύοντας μύξες και βροχόνερα. Έπειτα ξερόβηξε σιγανά και αφοσιώθηκε στα διαφημιστικά πόστερ της βιτρίνας. Korres, Betadine, Vichy, μια ανακοίνωση αιμοδοσίας του Ερυθρού Σταυρού, μια κρέμα αδυνατίσματος πάνω σε κάτι καλλίγραμμα πόδια.

Όλη αυτή την ώρα δεν σκεφτόταν τίποτα. Απλώς ζούσε τη ζωή του όρθιος, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, σε μια επαρχιακή οδό, μπροστά από ένα διανυκτερεύον Φαρμακείο με αντιπαθητικό υπάλληλο. Όλα ήταν απλά. Αυτό όμως κανείς δεν μπορούσε να το καταλάβει.

«Το να μπήγεις μούζικες μέσα στις εικόνες που θα γεμίσει με λέξεις κάποιος άλλος είναι κακό γιατί η εικόνα είναι πια δική του και πρέπει να μείνει άδεια. Αλλά ο κακός εγώ είναι πιο δυνατός από μένα και διέταξε: “βάλε αυτό που άκουγες όσο κοιτούσες αυτόν εκεί κάτω“», σκέφτηκε ο κάτοικος του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, και σε λίγο στο σαλόνι του σπιτιού του αντήχησε η μελωδία του Keeping It.

Τόσην ώρα στεκόταν πίσω από το τζάμι και παρατηρούσε τον μυστήριο άγνωστο που μούσκευε στην άκρη της ασφάλτου, μπροστά στο Φαρμακείο. Μελετούσε τη στάση του σώματός του, την αναποφασιστικότητα των νοερών κινήσεων, τα μουσκεμένα χαρακτηριστικά του. Τις πτυχές της καμπαρντίνας του πάνω στην κυρτή πλάτη.

Πήρε την κάμερα, τράβηξε μια φωτογραφία την παράλληλη πραγματικότητα και την κοίταξε. Ο άνθρωπος-μεταίχμιο διακρινόταν σαν εμβόλιμη κουκκίδα μέσα στο δρόμο. Θαμπή.

Η ζέστη του δωματίου τον έκανε να νιώθει θαλπωρή αλλά και μια απροδιόριστη αγωνία. Γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι.

Είχε βαρεθεί τόσην ώρα να κοιτάζει τον μετέωρο ασθενή της ασφάλτου. Επίσης φοβόταν πως, αργά ή γρήγορα, κάποιος απρόσεκτος οδηγός κινδύνευε να τον κάνει λιώμα μέσα στο υγρό σκοτάδι, και κάτι τέτοια όχι μόνο τον τρόμαζαν, αλλά του υπενθύμιζαν με τον πιο άγριο τρόπο πως για μερικά πράγματα απλώς δεν υπάρχει καμία μα απολύτως καμία θεραπεία.

Οι κομμώτριες

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 14 Ιανουαρίου 2016)

Ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το  ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν έμαθα ποτέ, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

‘Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;΄ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. ΄Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει δήθεν τυχαία το βυζί στη μούρη;΄.

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Ήταν κάπως χυδαίοι. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου.  Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της.

Αρέσει σε %d bloggers: