Category Archives: Στάχτες

Χριστούγεννα στην πόλη

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10494 στις 22 Δεκεμβρίου 2016)

Βεράντες και κοπέλες απαστράπτουσες από χάρη και καλλιέπεια, υπερσύγχρονος πολιτισμός, πεζοδρόμια με ηλεκτρονικά εκδοτήρια εισιτηρίων για ένα όνειρο μικρό, μυστικές ευχές για ένα όνειρο μεγάλο///Γιγαντοαφίσες με δαντελωτά εσώρουχα και ημιπολύτιμες ευχές, λαμπερά αυτοκίνητα εν κινήσει, γούνινοι γιακάδες πάνω σε μάγουλα ροδαλά, επαίτες που μιλούν σε γλώσσες αλλότριες, περίλυπα κι απορημένα περιστέρια, κορίτσια-παγίδες από άλλα έτη φωτός, τυφλοί που διασχίζουν διαβάσεις, πρόχειρο γεύμα υπαίθρου αχνιστό, χιόνι πέφτει από ψηλά, και Χριστούγεννα συμβαίνουν///Ευχές που έγιναν πραγματικότητα, πραγματικότητα που παρέμεινε ευχή. Ολόγυρα η ζωή προχωρά. Όπως και να’ χει, ένα είναι το μόνο σίγουρο, να το θυμάσαι: εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος///Κυανή και άλικη η πόλη, με χρυσαφένια φώτα στις αιχμές και ασημόσκονη στις εσοχές της///Μόνο ο ουρανός παρέμεινε γκριζωπός, για να ταιριάζει πιο καλά με τις προβλέψεις και τις εικασίες///Τα οπτικά εφέ καλπάζουν αγέρωχα στη μεγάλη πλατεία, η φάτνη με τα ζωντανά πλήρης σανού και καβαλίνας, μιλιούνια οι τουρίστες από ξένες χώρες μακρινές, κλείσε τα μάτια, μάτια μου, θα αστράψει το φλας, μη στραβωθείς, δεν κάνει///Εκατό σακούλες υπό μάλης αγωνιούν, μια στάλα κρύο στάζει στην άκρη της μύτης, δυο πατούσες υγρές διαμαρτύρονται, ατέλειωτοι οι δρόμοι αυτής της πόλης, όλων των πόλεων που δεν γνωρίσαμε ποτέ, ατέλειωτες και οι φωνές που λαχταράμε ν’ακούμε///Αν είχα ένα βασίλειο θα το αντάλλασσα με λίγο μέλι στον πάτο μιας ζεστής τσικουδιάς στην ταβέρνα ενός ορεινού χωριού χαμηλών ταχυτήτων και βαρομετρικών, αλλά δεν έχω///Στην έξοδο μιας όμορφης στοάς τρεις αγιοβασίλισσες μοιράζουν σοκολατάκια σε χρυσαφένιο χαρτί  -σπεύδουν τα παιδάκια περιχαρή, η χαρά της γεύσης αυτής απ’ τα παλιά είναι το δώρο μου για σένα///Σαν μερτικό ελέους γεύσου το, γλυκαντικό παρηγορίας με φρούτα του πάθους για τους απαθείς, ίσως και λίγη (π)άχνη για τους ρομαντικούς και τους απογοητευμένους///Κάποιοι δεν θα γυρίσουν φέτος στα πάτρια ευλαβικά, δεν έχουν πάτρια ούτε ευλάβεια, οι γιορτές θα είναι  κάπως πιο γυμνές απ’ ό, τι στα χρόνια τα παλιά που γύρω από ένα τραπέζι ο θρίαμβος του δείπνου εξάγνιζε δεινά και αμαρτίες///Πάλαι ποτέ οι εποχές που οι ενοχές τσακίζονταν κάτω από ένα κρυστάλλινο γοβάκι μόνο και μόνο επειδή κάποιο λάθος διαπράχθηκε λόγω χαράς ή έστω εν αγνοία///Παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι όπου δεν υπήρχαν όρια ανοχής παρά μόνον ευχές κι επιθυμίες///Τώρα τα λάθη κι οι αμαρτίες δεν παραβλέπονται, παρακωλύονται από το γήρας ή και τις συμβάσεις του. Βαραίνουν σαν το έσχατο στάχυ στην καμπούρα της καμήλας που κινάει για τη Βηθλεέμ και μόλις κάτσει πάνω της μοναχικό, όσο λιγοστό κι αν είναι, τα ποδάρια της λυγίζουν και το άθλιο ζώο σωριάζεται ηττημένο καταγής///Με το πρώτο χάραμα της επόμενης χρονιάς πάθη και λάθη θα ημερέψουν και, ως οφείλουν από καταβολής κόσμου, θα βυθιστούν και πάλι στα σκότη μιας αναβολής και μιας επίχρυσης ελπίδας για κάτι που δεν έγινε αρκετά σωστά, για όσα θα μπορούσαν να είχαν πάει καλύτερα μα έμειναν στην ίδια τάξη///Το ανθρώπινο δράμα εν οίστρω και φέτος, ξοδεύεται σε ευχετήριες αποστολές και φρεσκογυαλισμένα χαμόγελα πολλαπλών διαδρομών που καταλήγουν σε εορταστικά αδιέξοδα άνευ αποζημίωσης ή δικαιώματος αλλαγής///Με το γραμμάριο η συμμετοχή στις ζωές των άλλων που κατοικοεδρεύουν πια πολύ μακριά για να μας πιάσουν στοργικά το χέρι και να μας διδάξουν την αγάπη γι’ άλλη μια φορά. Μας βαρέθηκε η ψυχή τους, δεν είμαστε αρκετοί, και οι άνθρωποι συχνά μοιάζουν με τράπεζες, και οι τράπεζες δεν αγαπούν τους ανθρώπους///Πονάνε οι ευάλωτοι στις γωνιές της γης, και στις καμπύλες ο φόβος φυλάει τα έρμα με στολή στρατιωτικού φρουρού που εποπτεύει έναν ούτως ή άλλως ανύποπτο χώρο και χρόνο///Ό, τι μπορούμε κάνουμε, κι αν δεν είναι αρκετό ας είναι ο πλησίον μας επιεικής μαζί μας///Με ό, τι αποθέματα μείνανε ρεζέρβα θα περάσουμε φέτος τις γιορτές, κι αν κάποιος από μηχανής αναγεννηθείς Θεός θελήσει να φανεί μεγαλόψυχος και να σκορπίσει δώρα κι ελεημοσύνη, τότε μπορεί και να κερδίσουμε το μυθικό φλουρί και όλα να γίνουν πιο ωραία///Χρόνια πολλά και φέτος σε όλους μας, και ας είναι η χρονιά που περιμένει στα σκαριά κάπως στοργικότερη από αυτήν που εκπνέει με βία.

 

Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 9 Δεκεμβρίου 2016)

 

Στους ανθρώπους αρέσει να διηγούνται τις ιστορίες τους. Τους αρέσει να αυτοπεριγράφονται, να ομολογούν και να εξομολογούνται, χωρίς να γίνονται απαραιτήτως εμφανώς εξομολογητικοί ή να βυθίζονται στο μελόδραμα ή στη ματαιοδοξία. Κάποιες φορές αυτές οι ιστορίες καταφέρνουν να ταράξουν τα νερά μιας κανονικότητας αναμενόμενης και τετριμμένης, μιας και οι ανθρώπινες διηγήσεις μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν παράτολμες, εξεζητημένες, απρόσμενα προσωπικές. Και να μας εκπλήξουν.

Ένα κορίτσι που συνοδεύεται παντού από έναν αόρατο φίλο που την προστατεύει. Μια μετανάστρια που δεν φοβάται να ριζώσει σε μια χέρσα πατρίδα. Ένας μεσόκοπος αστός που θέλει να αλλάξει τη φύση του και να μεταμορφωθεί σε ψάρι. Μια ένοικος πολυκατοικίας που τις νύχτες γίνεται dj για τους πεθαμένους. Μια υπέργηρη που ονειρεύεται ένα χρωματιστό λούνα παρκ. Μια ερωμένη που έχει προβλέψει το τέλος της ερωτικής σχέσης της πριν καν συναντήσει τον εραστή της. Ένας σκύλος που αγαπήθηκε και αγάπησε τους ανθρώπους όσο κανείς. Ένα τραγικό ατύχημα που λυτρώνει την ομορφιά από το σιδερένιο κλουβί της. Μια αιφνίδια ομολογία που, μετά θάνατον, θα δικαιώσει έναν αδικημένο. Ένα μικρό κορίτσι που νομίζει πως τα φταίει όλα αυτό. Ένας μεγάλος έρωτας που σκοντάφτει πάνω στους γυάλινους τοίχους μιας σατανικής συνομωσίας. Μια γυναίκα που ονειρεύεται να γίνει Θεός για μία μέρα, και γίνεται. Ένας κρεατοφάγος που προτιμά τις μερίδες του σενιάν. Ένας νοσταλγός του παρελθόντος που βάφει το μέλλον με ρετρό χρώματα. Μια μητέρα που φεύγει για διακοπές για πάντα. Ένας άνθρωπος με διπλή ταυτότητα που κάνει παρέα με τα σφάγια μιας κρεαταγοράς. Ένα μωρό που δεν γεννιέται ποτέ αλλά κανείς δεν ξέρει πού έχει καταλήξει. Ένα παιδί που κάνει τον θάνατο παιχνίδι. Δυο παιδικές φίλες που γίνονται υποσημείωση στα ιστορικά βιβλία. Μια νοικοκυρά που οραματίζεται μια ζωή σαν πόστερ. Και άλλα πολλά.

Η ανάγκη για μεταμόρφωση, η δυσδιάκριτη αθωότητα ενός μυστηριώδους ονείρου, οι μαγικές ευχές κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων που υστερούν σε αληθοφάνεια μα καταλήγουν στην έκπληξη που προκύπτει από την ευχέρεια κινήσεων του απελπισμένου ή του πολύ ισχυρού. Ένα ταξίδι στους θαυμαστούς ακάλυπτους χώρους της ζωής κάποιων αδιάφορων περαστικών που δεν θα τους δίναμε ποτέ σημασία. Μια κλεφτή ματιά στις σκέψεις εκείνων που προτιμούν τη σιωπή από το λόγο. Μια συλλογή διηγημάτων που κλιμακώνει και αποκλιμακώνει την ένταση της διήγησης των ιστοριών της με τον τρόπο που ένας πιανίστας πατάει τα πλήκτρα και παράγει ήχους, μουσική. Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliotheque.

Τορτελίνι αλα κρεμ

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10268 στις 24 Νοεμβρίου 2016)

 

Την βλέπω που ανακατεύει το νερό και μου’ ρχεται να φωνάξω. Τη γυναίκα μου, την Ειρήνη. Είκοσι χρόνια μαζί, ένα φαγητό δεν έμαθε να μαγειρεύει. Ούτε βραστό αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη, και μου καμώνεται για μαγείρισσα περιωπής με ένα πάκο τορτελίνια. Σκίζει το χαρτί του Knorr και πετάει τον κύβο στην κατσαρόλα. Μετά ανακατεύει ξανά να πάει παντού η μυρωδιά, έτσι λέει. Δεν αντέχω πια, δε γίνεται άλλο, έσκασα, απόψε θα της το πω. Όλα θα της τα ξεράσω. Να ξεμπερδεύω. Να ανασάνω. Να φύγει από πάνω μου αυτή η συμφορά.

«Μύρισε να δεις τι ωραία που ευωδιάζει το φαΐ», λέει και μου δείχνει με την κουτάλα το βραστό νερό με τα πρασινοκόκκινα ίχνη – αυτό που ονομάζει «φαΐ».

Δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω και τραβάω μια μυτιά σα να ρούφαγα κόκα. Τους σιχαίνομαι τους κύβους Knorr, μου φέρνουν αναγούλα.

«Ωραίο», της λέω ξεροβήχοντας και της χαμογελάω κι από πάνω.

Πρέπει να τελειώνω με όλα αυτά. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να φερθώ σαν άντρας. Ωραία, έγινε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που ερωτεύεται άλλη. Έγκλημα έκανα στην τελική ή μήπως το κυνήγησα κιόλας; Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, αδέρφια γίναμε! Ίδιο αίμα. Πηδιέσαι όμως με την αδερφή σου; Είναι ποτέ δυνατόν; Όχι πως με τη Σοφία έμπλεξα μόνο για το σεξ, εννοείται. Τα βλέπω όλα σοβαρά, έρωτας βαρβάτος. Στην αρχή ήταν μια γλυκιά ιδέα, ένα καλό κρεββάτι, λίγη παρέα τις ώρες της μοναξιάς. Σιγά σιγά άρχισα να κολλάω μαζί της. Την σκεφτόμουν συνεχώς, έκανα δέκα ρεηφρές την ώρα στο κινητό μπας κι έστειλε μέηλ, δεν κοιμόμουν τις νύχτες. Οδηγούσα και της αφιέρωνα τραγούδια ενώ δεν ήταν εκεί, μιλάγαμε, της έλεγα και μου απαντούσε, στο μυαλό μου πανικός. Μια δεύτερη ζωή μες στο κεφάλι μου, ακόμα πιο ζωντανή από την πρώτη. Και οι κλεμμένες μας στιγμές, ευτυχία…

«Τα τορτελίνια επιπλέουν. Λες να έγιναν; Μάλλον. Έτσι γράφει στο πακέτο», με ρωτάει και με κοιτάζει σαν να ξέρει τι σκέφτομαι. Σαν να με διαβάζει.

«Σβήσε τη φωτιά και σούρωσέ τα», της απαντώ και την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως θέλω να της φέρω την κατσαρόλα στο κεφάλι. Ή να χώσω μέσα το κεφάλι μου εγώ. Καλύτερη ιδέα.

«Η κρέμα γάλακτος με το ροκφόρ πόση ώρα πρέπει να βράσει; Να τρίψω σκόρδο τώρα ή μετά;», ρωτάει με φωνή αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και με πιάνει ζαλάδα.

«Λιώσε στην κρέμα το τυρί, ανακάτεψέ τα κάνα τέταρτο σε σιγανή φωτιά με ξύλινο κουτάλι, ρίξε μανιτάρια, μπέικον, αλατοπίπερο και στο τέλος λίγο βούτυρο και μια πρέζα σκόρδο», απαγγέλλω τη συνταγή που υποτίθεται πως είχε αναλάβει να μαγειρέψει.

Είναι ενοχλητική και κάπως απωθητική. Παρόλα αυτά δεν την μισώ. Απλώς τώρα πια την βρίσκω αδιάφορη, κρύα, εκνευριστική, ασέξουαλ. Κάποτε την ερωτεύτηκα μέχρι θανάτου, σήμερα απλώς την ανέχομαι και μελαγχολώ. Μπορεί και αυτή το ίδιο.

Η Σοφία περιμένει να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

«Αν της το πεις επιτέλους», μου ξεκαθάρισε, «μπορούμε να μείνουμε μαζί από το ίδιο βράδυ. Αν διστάσεις ξανά, έληξε – θα πάω πίσω στο νησί και μη με ψάξεις».

Να μην την ψάξω…

«Έλα λίγο μωρέ να δεις τη σάλτσα», με φωνάζει η γυναίκα μου και σπεύδω σαν κουρδισμένο ρομπότ κοντά της.

Η σάλτσα έχει δέσει, τα υλικά έχουν γίνει ένα μεταξύ τους, οι μυρωδιές έχουν συγχωνευτεί. Ένας χυλός που μυρίζει όλα τα υλικά μαζί και κανένα χώρια. Όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά. Όπως και οι ζωές μας.

Την κοιτάζω που σερβίρει στην κουζίνα μας. Με τα γνωστά μαχαιροπίρουνα, τα οικεία πιάτα, τα παλιά μας ποτήρια. Στο τραπέζι που αγοράσαμε μαζί μια μέρα στο Μοναστηράκι. Στην κοινή κουζίνα μας. Σκέφτομαι το βόλεμα των γυαλικών μέσα στα ντουλάπια. Των σεντονιών στο συρτάρι. Των ρούχων στις κρεμάστρες. Των βιβλίων στα ράφια. Το δικό μου δίπλα της, μέσα στο σπίτι αυτό. Το βόλεμά μας. Τεράστιο μαρτύριο το ξεβόλεμα από ένα βόλεμα σαν αυτό, σκέτη αγωνία η ανασφάλεια του άλλου. Είμαι δειλός, ένα φοβισμένο και παραιτημένο πλάσμα, θα έπρεπε να ντρέπομαι και το ξέρω. Όμως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αυτός είμαι, κι είναι πια αργά για αλλαγές. Κι αν η Σοφία με παρατήσει και καταρρεύσω μετά; Αν στραβώσει κάτι;

Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως η ζωή μου είναι στρωμένη, σίγουρη, σαφής. Αν με τη Σοφία δεν τα βρούμε στη συγκατοίκηση, στα οικονομικά, στις διακοπές ή όπου, τι κάνω εγώ μετά; Αν με βαρεθεί και με στείλει στο διάολο; Είναι μόλις τριάντα εννιά χρονών. Η ζωή μπροστά της. Εγώ πάτησα τα πενήντα πέντε, δεν είμαι και στην πρώτη μου νιότη, τα προβλήματα υγείας ολοένα και πιο πολλά, η ψυχική μου άνεση στενεύει. Παρόλο τον έρωτα και το ωραίο σεξ, παρόλη την κάβλα, παρόλο μου τον θαυμασμό για το λαχταριστό σώμα της και το λαμπερό μυαλό της, είμαι τώρα για νεανικές περιπέτειες, για πρόβες δεσμών και για δοκιμές ζωής;…

«Τρώμε, αγάπη μου», φωνάζει από μέσα η γυναίκα μου, και τότε ξέρω μέσα μου πως ούτε και φέτος θα χωρίσω.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 20 Οκτωβρίου 2016)

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού εμφανίζονται για τελευταία φορά φέτος στην πλαζ με ζακετάκι στην τσάντα τους, χρωματιστά παρεό και βαμμένο πρόσωπο. Διώχνουν κομψά τα ίχνη του φθινοπωρινού ιδρώτα που κατακάθισε πάνω τους στη διαδρομή από το σπίτι ως  την παραλία και κάνουν σαν να μην συνέβη τίποτε. Στη ζωή τους, στη μέρα τους, στον κόσμο.

Τινάζουν ανέμελα τις καλοσιδερωμένες σατινένιες κλάρες τους και απλώνουν στις ξαπλώστρες τα υφάσματά τους με το θάρρος της γυναίκας που έχει πάψει πια να προσπαθεί καθώς δεν έχει τίποτε να χάσει. Ούτε και να κερδίσει.

Ανάβουν τσιγάρο και πίνουν Πλωμάρι χωρίς ενδοιασμούς. Καπνίζουν κοιτώντας εξ αποστάσεως τον στιβαρό ναυαγοσώστη που φωνάζει: «Λουτσίντες, όλες έξω τώρα! Ο όμιλος δεν με πληρώνει για να σας σώζω, για να σας κοιτάζω είμαι εδώ. Λουτσίντες! Όλες έξω, έρχεται κύμα!».

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν έχουν όνομα. Είναι όλες τους απλώς «κυρίες». Κάποτε κάποιος μπορεί να τους έλεγε «Ρόζα, Ροζαλία, πάμε μαζί στη συναυλία», ή «Έλσα σε φοβάμαι, Έλσα σ’ αγαπώ» κοιτώντας τες στα μάτια. Τώρα πια όμως κανένας δεν τους λέει σ’ αγαπώ, κανένας δεν τις χρειάζεται δίπλα του σε μια συναυλία. Κανείς δεν τις κοιτάζει στα μάτια προσμένοντας κάτι.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού ζουν κυρίως τα μεσημέρια. Στις πλαζ, λαϊκές κατά προτίμηση, γιατί εκεί περνούν όσο απαρατήρητες χρειάζεται ώστε να μπορούν οι ίδιες να παρατηρούν με την ησυχία τους τον κόσμο. Διαβάζουν λάιφσταιλ περιοδικά με τις νέες τάσεις του χειμώνα ή και τίποτε. Ελάχιστα νοιάζονται για τα τεκταινόμενα σε πεδία που δεν τις αφορούν προσωπικά.

Απλώνουν λάδι ή κρέμα στα κρεμασμένα μπράτσα τους χαϊδεύοντας το γερασμένο δέρμα με την ηδυπάθεια του ανέγγιχτου από χρόνια, εκείνου που μόνον ο ίδιος μπορεί πλέον να ασκήσει πάνω στο παλαιό σώμα του την αφή.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν σκέφτονται μόνο τις διακοπές ή το καλοκαίρι που έφυγε. Αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο σκέφτονται και τη συνέχεια. Τι θα ήταν άλλωστε οι διακοπές χωρίς μια Συνέχεια που θα τους επέτρεπε να την διακόψουν;

Βρέχουν λίγο τα βαμμένα νύχια τους στο κύμα αναδεύοντας τον αφρό με τα ωραία τους δάχτυλα, κάποιες επιχειρούν και μια βουτιά στα νερά της ακτής προσέχοντας ιδιαιτέρως να μην επιτρέψουν σε κάποια σταγόνα αλατόνερου να αλλοιώσει την περιποιημένη βαφή Σαντρέ νούμερο 76 και την επιμελώς φορμαρισμένη μιζανπλί που έφεραν μαζί τους από το σπίτι.

Μιλούν μεταξύ τους για τον καιρό που χάλασε με φωνές που θυμίζουν τιτίβισμα πουλιών, ανταλλάσσουν παλιά και νέα ανασηκώνοντας διακριτικά το πεσμένο ραντάκι του σουτιέν και απευθύνονται στο γκαρσόνι στον πληθυντικό για το επόμενο ποτήρι ούζο. Αν ήταν νύχτα θα έπιναν βερμούτ ή καμπάρι, τα μεσημέρια όμως ο ήλιος, έστω και ασθενικός, αποζητά μια γεύση λυκίσκου και λίγο πικάντικο μεζέ.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν ελπίζουν σε τίποτε. Κανείς δεν τους στέλνει φιλιά κλείνοντας το τηλέφωνο, η οθόνη του κινητού τους δεν αφυπνίζεται ποτέ από ένα αναπάντεχο γραπτό μήνυμα, στο γραμματοκιβώτιο πάνε χρόνια πια που δεν λαμβάνουν ένα γράμμα.

Τίποτε μέσα τους δεν αγριεύει μια έναστρη νύχτα που περπατούν στα πλακόστρωτα ή ανάμεσα στο μπάνιο και την κουζίνα. Οι φεγγαράδες δεν τις αφορούν γιατί έχουν πάψει προ πολλού να τις μαγεύουν.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν είναι θλιμμένες. Πίσω από τα ευμεγέθη γυαλιά τους κρύβουν βλέμματα υπνωτιστικά. Είναι όμορφες επειδή διαθέτουν το θάρρος και την ψυχραιμία που τους δώρισε ο χρόνος περνώντας από πάνω τους πότε ευεργετικά και πότε ισοπεδώνοντάς τες –δεν έχει και τόση σημασία, όχι πια. Άντεξαν σε άλλη μία εναλλαγή εποχής, και αυτό είναι το μόνο σημαντικό. Μα μόνο αυτές το ξέρουν.

Αυτές οι γυναίκες νιώθουν μια αξιοθαύμαστη αυτάρκεια καθισμένες στις πλαστικές καρέκλες της πλαζ. Καμία σχέση με τις νέες. Κάτι πάνω τους θυμίζει την άνεση και την χάρη των αγγέλων που παρατηρούν τον κόσμο από ψηλά χωρίς ποτέ να πρέπει να έρθουν σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού είναι έξυπνες, μας έχουν κοροϊδέψει.

Κάτω από τον επιδερμικό εκβιασμό μιας επικείμενης ημερομηνίας λήξης κρύβουν μια ακόμα σοβαρότερη αξιοπρέπεια και μια συναρπαστική δύναμη που κανέναν νεκρό δεν θα χαρακτήριζε ποτέ. Όταν αποφασίσουν να αισθανθούν, όποιο κι αν είναι το συναίσθημά τους, το κάνουν με τρόπο που θα κέρδιζε μια εφηβεία ή και μια μέση ηλικία, εύκολα, ανώδυνα, ρουά ματ. Απλώς εμείς δεν το βλέπουμε. Επειδή οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν θέλουν να το αφήσουν να εκτεθεί στα μάτια μας τόσο εύκολα. Για τους δικούς τους λόγους, που δεν μας αφορούν. Κι έτσι παραμένουμε τυφλοί μέσα στο φθινοπωρινό μεσημέρι παρατηρώντας τες από μακριά, εικάζοντας γι’ αυτές τα μύρια όσα.

Ποιος είπε όμως πως τα πράγματα που δεν φαίνονται δεν είναι ζωντανά;

Βάζει κανείς το χέρι στη φωτιά πως όσα δεν βλέπεις δεν υπάρχουν;

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού θα μειδιούσαν με τις αγωνίες μας.

«Αστεία παιδιά», θα μας έλεγαν, «Ησυχάστε. Θα έρθει ή ώρα που θα καταλάβετε κι εσείς ότι είναι τα ύστερα, και μόνον αυτά, εκείνα που τιμούν τα πρώτα».

Και τότε, έτσι εύκολα απλά, η απομυθοποίηση των εικόνων του καλοκαιριού έρχεται σεμνά και μας ξυπνά από τον λήθαργο της παιδικής μας ηλικίας αφήνοντάς μας να ξυπνήσουμε ένα όμορφο πρωί και γύρω μας να έχει γίνει πια μια οποιαδήποτε φθινοπωρινή Πέμπτη.

Βάσει παλαιότητας

staxtes-fassa13_3_13sepia

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Τα χείλη του ήταν τόσο μαύρα που στο τέλος γίνονταν ασημί. Σαν το ασημί που βγαίνει όταν μουτζουρώνεις με μολύβι για πολλή ώρα ένα χαρτί και τελικά η μουτζαλιά γίνεται ασημόμαυρη, και λάμπει. Ή και λίγο μπλε, αν έχεις καλλιτεχνικό μάτι και επιμένεις να υπεραναλύεις τα χρώματα και τους δερματικούς ιριδισμούς τους.

Το όνομά του ήταν δύσκολο για όποιον δεν είναι συνηθισμένος στα αφρικάνικα ονόματα, ο ίδιος όμως δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να το προφέρει διαφορετικά για να το ακούσει καλύτερα η λευκή που καθόταν δίπλα του και σιγόπινε το ρούμι της καπνίζοντας ευρωπαϊκά τσιγάρα.

«Οι φίλοι μου με σέβονται επειδή είμαι η γηραιότερος της παρέας», είπε και μισόκλεισε τα φλεγόμενα μάτια του. Από το απέναντι τραπέζι τρεις κατάμαυροι άντρες κοίταζαν σιωπηλά. «Έτσι είναι στη φυλή μας. Δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Οι νεώτεροι σέβονται τους γηραιότερους, και οι γηραιότεροι ηγούνται των νεώτερων – δεν υπάρχει ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν».

Κοίταξε για λίγη ώρα το ποτήρι του, σαν να το διάβαζε. Χωρίς να μιλάει. Μετά σηκώθηκε, πήρε από το χέρι τη λευκή γυναίκα, έκαναν μερικά βήματα και άρχισαν να χορεύουν στο κέντρο της πίστας. Κάτι ήσυχο, σχεδόν ρομαντικό. Ήχοι της ζούγκλας ζώων και ανθρώπων, απόηχοι των παρανοήσεων ενός μικρού καλοκαιριού που έφευγε λίγο λίγο. Ένας πίνακας του Λουστάλ. Μια σκηνή από ταινία με άγριες στέπες και αρπακτικά. Λίγοι στίχοι από ένα παλιό τραγούδι της Κούμπα Γκάουλο. Η μουσική γεννούσε εικόνες.

Από την άκρη του ξύλινου πάγκου, κάτω από τις λάμπες με το θαμπό, κίτρινο φως, σαν αυτά που μένουν αναμμένα στα παιδικά δωμάτια όταν τα μωρά πέφτουν για ύπνο, οι μαύρες γυναίκες τους κοιτούσαν με καχυποψία. Ήταν όμορφες και χρωματιστές. Ντυμένες με τα σπάνια φυτά της στέπας, τα εξαίσια λουλούδια της άγριας φύσης, τις εικόνες μιας υπέροχης παγανιστικής γιορτής. Γυναίκες τυλιγμένες σε μια ζωή που ανήκε μόνο σε κείνες και στις άγριες φυλές τους.

Οι μαύρες γυναίκες είχαν συνηθίσει να απαιτούν και να απολαμβάνουν την προσοχή των αντρών που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί και στη ζωή τους. Ο χώρος αυτός ήταν ως τότε ένα ιερό άβατο για τους ξένους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν δικό τους να χορεύει με μια λευκή και αυτό τους φαινόταν απίστευτο, έμοιαζε με παράπτωμα, ένα μεταφυσικό λάθος. Η σκηνή είχε κάτι το εξοργιστικό όσο και κινηματογραφικά ερεθιστικό. Ήταν σχεδόν ανεξήγητη, σαν παραβιασμένο έθιμο που σε κάνει να φοβάσαι και να απορείς τι θ’ απογίνεις την άλλη μέρα.

Το ζευγάρι συνέχισε να χορεύει χωρίς να ενοχλείται από τα αιχμηρά βλέμματα που, εξάλλου, δεν φαινόταν να διακρίνει ουδόλως. Η μουσική, η ώρα και το ρούμι κυλούσαν ήσυχα, γλυκά, μέσα στη νύχτα. Οι μαύρες γυναίκες σχολίαζαν τη σκηνή με βαριές, εκνευρισμένες φωνές και τραχιά λόγια, που παρόλα αυτά δεν κατάφερναν να ραγίσουν τη γαλήνη της στιγμής. Στο ρεφραίν του τραγουδιού, ο άντρας έσκυψε απότομα και φίλησε τη λευκή γυναίκα στα χείλη. Λικνίστηκαν γι’ άλλη μια στιγμή κι έπειτα στάθηκαν ακίνητοι στο κέντρο της πίστας. Την ένιωσε να κουρνιάζει στο στέρνο του και την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά, έτσι όπως τυλίγει κανείς με τα χέρια του ένα απροστάτευτο παιδί που φοβάται για τους σωστούς ή τους λάθος λόγους. Μετά την πήρε από το χέρι και κάθισαν στο τραπέζι, αθόρυβα και αδιάφορα, έτσι όπως είχαν σηκωθεί.

Αντάλλαξαν δυο τρεις κουβέντες ακόμα, που χάθηκαν στα βάθη της μελωδίας ενός καινούριου τραγουδιού και στην αψιά γεύση που αφήνει το ρούμι στο στόμα τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Σε λίγη ώρα, το ίδιο απρόσμενα με τον ερχομό της, η λευκή βγήκε από το μαύρο μαγαζί και χάθηκε στην ευρωπαϊκή νύχτα.

Ο μαύρος αρχηγός έμεινε με τη σεβαστική παρέα του και τις μαινάδες με τα άφρο χτενίσματα και τα ολοστρόγγυλα αφρικάνικα βυζιά, να προσπαθεί να ιεραρχήσει βάσει παλαιότητας τα χρώματα των στομάτων που ενώνονται, τους ήχους των αλλότριων φιλιών και τις λέξεις μιας ξένης, πρόσκαιρης καλοκαιρινής γλώσσας που δεν θα ξαναμιληθεί ποτέ της.

Βάσει παλαιότητας. Ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν δεν υπάρχει.

Άννα της Τασκένδης

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 28 Απριλίου 2016)

 

Η μνήμη δεν είναι η μυστική θυρίδα της Ιστορίας. Πολύ συχνά γίνεται ο παραμορφωτικός καθρέφτης της. Ή η παρασυμπαθητική μελάνη με την οποία χρωματίζουμε καμιά φορά όσα δεν αντέχουμε να θυμόμαστε έτσι ακριβώς όπως συνέβησαν ή προτιμούμε να αλλοιώνουμε την πραγματική τους εικόνα. Κυρίως για λόγους αυτοπροστασίας, τις περισσότερες φορές, και λιγότερο από αμέλεια ή επιπολαιότητα. Άλλοτε βέβαια μπορεί να συμβεί και από απλό συμφέρον.

Το ταξίδι της ζωής δεν το κάνουμε για να μπορέσουμε κάποτε να φτάσουμε στον τάφο μας ασφαλείς και μέσα σε ένα καλοδιατηρημένο, αρυτίδωτο σώμα, αλλά κυρίως για να μπορούμε να ξεγλιστράμε προς όλες τις πλευρές, πλήρως εξαντλημένοι, φωνάζοντας “μα τι ωραία βόλτα!”. Στο τέλος, τα ενθυμήματα από την πορεία αυτής της βόλτας, είτε θετικά είναι είτε αρνητικά, αποτελούν τις μοναδικές μας αποσκευές που αντιστέκονται στο χρόνο και μας ανήκουν ανεπιστρεπτί. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κανείς τις αναμνήσεις του εξαρτάται από πολλά πράγματα. Κυρίως όμως από το ποιον και τα βιώματά του.

Το ειδικό βάρος μιας ανάμνησης είναι τελείως διαφορετικό από αυτό της σκέψης. Άλλο είναι να θυμάσαι κάτι ή κάποιον και άλλο να τον σκέφτεσαι. Το πρώτο έρχεται φυσικά, το δεύτερο ανήκει στη σφαίρα της επιλογής και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη. Όσο περνά ο καιρός και συμβαίνουν τα πράγματα, όσο γερνάω και διαπιστώνω πως μου λιγοστεύουν οι αντοχές, τόσο περισσότερο ο νους μου γυρνά στην Άννα.

Ήμουν πέντε χρονών, τότε. Ζούσαμε ήδη στην Τασκένδη. Ήταν η πρώτη χρονιά που θα πήγαινα σχολείο και ένιωθα φρικτά. Φοβόμουν ακόμη και να σηκώσω το κεφάλι. Η μητέρα μου με είχε ντύσει με ένα πράσινο φόρεμα με κόκκινα λουλούδια και μου είχε χτενίσει τα μαλλιά κοτσιδάκια. Ποδιές δεν φορούσαμε ακόμα, αυτά ξεκινούσαν από το Δημοτικό. Εγώ άρχιζα μόλις το νηπιαγωγείο.

Εκείνο το πρωί με άφησε μπροστά στην είσοδο του σχολείου και μου έδωσε ένα σακουλάκι κάστανα για το διάλειμμα. Δεν ήθελα να φύγει, αλλά μου είχε εξηγήσει πως οι γονείς απαγορευόταν να μπουν μέσα και πως αν ησύχαζα στο τέλος θα περνούσα καλά. Με φίλησε και με έσπρωξε προς την πόρτα. Έπειτα μου κούνησε το χέρι και μου είπε πως θα με περίμενε εκεί μετά το σχολείο.

Έκανα μερικά βήματα στο προαύλιο και κοντοστάθηκα μην ξέροντας πού να πάω. Γύρω μου έβλεπα κι άλλα παιδιά που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τους γονείς τους. Ένα κοριτσάκι με γκρι φόρεμα, μάλλον φτιαγμένο από παλιό σακί, έκλαιγε δυνατά. Πιο δυνατά απ’ όλους. Η μητέρα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει, όμως εκείνο φώναζε “πάρε με!” και τραβιόταν προς τα πίσω. Με τα πολλά εκείνη έχασε την ψυχραιμία της, έβαλε τις φωνές και τελικά άστραψε στην κόρη της ένα δυνατό χαστούκι. Το παιδί σταμάτησε να κλαίει, κατέβασε το κεφάλι και προχώρησε προς τα σκαλιά της εισόδου χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Εγώ παρακολουθούσα μαρμαρωμένη.

Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι πλησίασα το κορίτσι και πιάσαμε κουβέντα. Ήθελα οπωσδήποτε να γίνω φίλη της. Αφενός μου είχε φανεί πολύ συμπαθητική, αφετέρου ένιωθα πως όφειλα να της προσφέρω τη στήριξή μου, και ας ήμασταν συνομήλικες. Της έδωσα μερικά κάστανα που τα δέχτηκε πρόθυμα. Έπειτα καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια δεν χωρίσαμε ούτε στιγμή. Η Άννα η Εβραία έγινε μου φίλη κι εγώ δική της.

“Η Λαοκρατία είναι η καινούρια καλύτερή μου φίλη”, είπε το μεσημέρι στη μητέρα της για μένα, εκείνη όμως δεν φάνηκε να δίνει και πολλή σημασία.

Στα μαθήματα η Άννα ήταν αδύναμη. Παρόλο που περνούσαμε αρκετές ώρες μελετώντας, πότε στο σπίτι της και πότε στο δικό μου, την επόμενη μέρα ήταν σαν να τα είχε ξεχάσει όλα. Έπαιρνε κακούς βαθμούς και γενικώς δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τη δασκάλα. Αργότερα, οι καθηγητές την συμβούλευαν να προσπαθήσει να μάθει κάποια τέχνη και να αφήσει τα γράμματα. Το έβρισκα εγκληματικό και δεν σταματούσα να της το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία.

Οι γονείς της Άννας εργάζονταν σε ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο. Είχαν έρθει λίγο πριν από εμάς στην Τασκένδη. Η καταγωγή τους ήταν από τη Μακεδονία. Ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι φτιαγμένο από χώμα, μερικά τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας. Ήταν ένα μονόπατο κτίσμα βαμμένο με ασβέστη, που στην αυλή του είχε μια οξιά και ένα δέντρο που έμοιαζε με πλάτανο. Έξω από τα τζάμια είχε κάτι σταυρωτά κάγκελα, που ο πατέρας της τα είχε βάψει μαύρα και με φόβιζαν επειδή μου θύμιζαν φυλακή.

Ο πατέρας της ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Κάθε φορά που μας έβλεπε να μελετούμε στην κουζίνα ερχόταν από πάνω μας και μας έλεγε πως ήταν αγωνιστής, ένας από αυτούς που “είχαν πάει να πιάσουν τους ουρανούς για να ξεπλύνουν το αίσχος της Βάρκιζας”.

“Εγώ είμαι παρτιζάνος”, φώναζε. “Νιώθω στο πετσί μου τις βουρδουλιές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού”.

Μετά κατέρρεε στο μοναδικό ντιβάνι του σπιτιού και ροχάλιζε σαν τρένο. Αργότερα κυκλοφόρησε πως παρόλα όσα έλεγε, ο ίδιος ανήκε στη χρουστσωφική κλίκα, όμως κάτι τέτοια με την Άννα δεν τα θίγαμε ποτέ. Ούτε τότε ούτε μετά. Ποτέ μας.

Κάθε μεσημέρι η μητέρα της έφερνε στο σπίτι φαγητό με κουπόνια. Τα χρήματα που έπαιρναν από το εργοστάσιο δεν τους έφταναν. Ο πατέρας της ξόδευε τα περισσότερα στο κρασί. Ήταν δυστυχισμένος και ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Δεν φαινόταν να νοιάζεται και πολύ για την οικογένειά του. Ούτε καν για τον εαυτό του. Η Άννα μου έλεγε πως τα βράδια που γύριζε μεθυσμένος  έβαζε τις φωνές και πολλές φορές τις έδερνε χωρίς λόγο.

Παρόλο που ήμασταν καρδιακές φίλες, η Άννα δεν ήθελε να έρχεται στο σπίτι μου. Αν και φαινόταν να συμπαθεί πολύ τη μητέρα μου, τον πατριό μου τον φοβόταν επειδή ήταν Ρώσος. Τις ελάχιστες φορές που κατόρθωσα να την πείσω, επέμενε να κλεινόμαστε στο δωμάτιό μου και να διαβάζουμε εκεί μέσα. Παρότι ήξερα πως μπορεί και να πεινούσε, αρνιόταν σχεδόν πάντα να δοκιμάσει κάτι από την κουζίνα μας. Μόνο όταν είχαμε σταφιδόψωμο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τότε δεχόταν να φάει, και θυμάμαι ολοκάθαρα πως τσιμπούσε ακόμη και τα ψίχουλα σαν πουλάκι. Εγώ απέφευγα να τρώω στο σπίτι τους επειδή ήξερα πως οι μπουκιές ήταν μετρημένες. Όποτε έφερνε η μητέρα της τίποτε καρύδια ή αμύγδαλα, δεχόμουν να με φιλέψουν απλώς και μόνο από ευγένεια. Πάντα είχα όμως την αγωνία πως κάθε μου μπουκιά ήταν μία λιγότερη για την Άννα κι έτσι ποτέ δεν ευχαριστήθηκα το κέρασμα.

Μια μέρα η Άννα ήρθε στο σχολείο κλαμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο. Πηγαίναμε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τα μαθήματα δεν μας άφηναν πολύ χρόνο για συζήτηση και βόλτες. Επιπλέον, τον τελευταίο καιρό διαβάζαμε η καθεμιά στο σπίτι της. Η Άννα βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές και διάβαζε τη νύχτα, όταν της έμενε λίγος ελεύθερος χρόνος. Εγώ, παρόλο που επίσης βοηθούσα τη μητέρα μου, προτιμούσα να διαβάζω το απόγευμα κι έτσι αλλάξαμε την συνήθειά μας να μελετάμε μαζί.

“Χτες το βράδυ με χτύπησε ο πατέρα μου”, μου είπε μετά από χίλια παρακάλια εκείνο το πρωί. “Μου έσπασε το δόντι μου, και τώρα δεν θα βγάλω άλλο”, μουρμούρισε και ανασήκωσε το μπλαβιασμένο ούλο της δείχνοντάς μου ένα κενό στη θέση του κυνόδοντα.

Εκείνη την ώρα κόντεψα να τρελαθώ. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή. Την καθησύχασα όπως όπως και περίμενα με το ζόρι να τελειώσει το μάθημα για να τρέξω στο εργοστάσιο όπου δούλευε ο πατέρας της. Μόλις τον είδα να αστειεύεται με τους συναδέλφους του πάνω από μια σιδερένια ρόδα που στριφογύριζε δίπλα από κάτι αχνιστά καζάνια, πλησίασα κοντά του και τον τράβηξα από το μανίκι. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Οι άλλοι εργάτες σάστισαν. Έπεσε παγωμάρα. Κανείς δεν μίλαγε.

Στάθηκα μπροστά του και τον κοίταξα. Κατάλαβε τι ήθελα εκεί. Πριν προλάβει να πει ο, τιδήποτε σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, πλησίασα το πρόσωπό του και τον έφτυσα με όλη μου τη δύναμη φωνάζοντας “ντροπή σου!”. Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά όμως εγώ έσκυψα πιο χαμηλά και παρόλο που τρέκλισα προς στιγμήν, τελικά ξεγλίστρησα μακριά του. ‘Ήμουν δεκαοκτώ χρονών και ήταν πάνω από εξήντα. Το έβαλα στα πόδια πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό. Οι εργάτες γύρω του γελούσαν. Άκουσα τις βρισιές και τις απειλές του από μακριά. Η φωνή του έμοιαζε με γαύγισμα λυσσασμένου σκύλου. Τον μισούσα.

Εκείνο το βράδυ η Άννα κοιμήθηκε στο σπίτι μας. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω και πολλά στους δικούς μου. Οι μώλωπες στο πρόσωπό της ήταν εύγλωττοι. Περάσαμε ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας. Κάπου κάπου έβαζε τα κλάματα και χωνόταν στην αγκαλιά μου. Προσπαθούσα να την παρηγορώ κάθε λεπτό, έστυβα το μυαλό μου να βρω μια λύση. Το μόνο που θυμάμαι να της επαναλαμβάνω χίλιες φορές ήταν πως δεν θα έφευγα από κοντά της και πως δεν θα την άφηνα μόνη της ποτέ.

Η Άννα ήταν αδύναμος χαρακτήρας, μου θύμιζε ένα μεγάλο αθώο παιδί. Είχε τη γλυκύτητα και την απλότητα του καλού ανθρώπου, εκείνου που ο νους του δεν χωράει το κακό. Την αγαπούσα σαν αδελφή, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Την προστάτευα όσο περισσότερο μπορούσα καθημερινά, επειδή ένιωθα πως αυτό περίμενε από μένα και επειδή μου ήταν πολύτιμη. Ήμουν ο φύλακας άγγελός της και ήταν η συντροφιά μου. Ήξερα πως είχε κάποια νοητική υστέρηση. Δεν ήταν κάτι υπερβολικό, όμως η διανοητική της ηλικία ήταν κάπως χαμηλότερη από την κανονική μας. Παρόλα αυτά, η παρουσία της στη ζωή μου μού έδινε χαρά, με γέμιζε γαλήνη. Την έβρισκα έξυπνη με έναν λεπτό τρόπο, διαφορετικό. Ο χρόνος που περνούσαμε μαζί ήταν για μένα κερδισμένος χρόνος. Θεσπέσιος.

Σαν τώρα τα θυμάμαι. Κάθε μέρα την σκέφτομαι και μελαγχολώ.

Το επόμενο πρωί την άφησα να κοιμάται στο κρεβάτι μου και πήγα μόνη μου σχολείο. Μου φάνηκε υπερβολικά κουρασμένη και αδύναμη. Επιπλέον, το πρόσωπό της ήταν σε κακά χάλια, κάπως χειρότερα από την προηγούμενη μέρα που είχε συμβεί η σκηνή. Το μεσημέρι που γύρισα στο σπίτι έτρεξα αμέσως να την δω. Η μητέρα μου δεν είχε γυρίσει ακόμα, ο πατριός μου έλειπε στη Μόσχα για δουλειές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντίκρισα ένα θέαμα που μου πάγωσε το αίμα.

Η Άννα κρεμόταν από ένα σκοινί που είχε δέσει στο φως του δωματίου και δίπλα της ήταν πεσμένη η καρέκλα που χρησιμοποιούσα για κομοδίνο στο κρεβάτι μου. Ακόμα θυμάμαι την κραυγή μου, το καρδιοχτύπι και τον τρόμο μου. Νόμισα πως η γη έφευγε κάτω από τα πόδια μου και πως κινδύνευα να πέσω.

Άρπαξα το νεκρό σώμα και προσπάθησα να την ανασηκώσω στον αέρα κλαίγοντας. Το δέρμα της ήταν παγωμένο, τα μάτια της κλειστά. Κατάλαβα πως ήταν πλέον αργά. Στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από τα πόδια της, υπήρχε μια μικρή λίμνη. Κατάλαβα πως η Άννα είχε κατουρηθεί και η σκέψη με έκοψε σε χίλια μυτερά, απαίσια κομμάτια.

Έπεσα στο κρεβάτι όπου την προηγούμενη νύχτα είχαμε κοιμηθεί μαζί και άρχισα να ουρλιάζω σαν λύκος. Έσφιγγα τα δόντια μου τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα τα σπάσω. Χτυπιόμουν και έκλαιγα με μανία, έφτυνα σάλια και έδερνα το στρώμα με τις γροθιές. Σκεφτόμουν πως έδερνα εκείνον και χτύπαγα όλο και πιο δυνατά. Με απερίγραπτο μίσος. Σαν τρελή. Ήθελα να τον σκοτώσω.

Λίγο αργότερα, όταν συνήλθα κάπως και προσπάθησα να ψυχραιμήσω για να δω τι θα κάνω με την καταστροφή, είδα ένα λευκό χαρτάκι χωμένο κάτω από το μαξιλάρι της. Το ξεδίπλωσα, διάβασα την ανορθόγραφη φράση της και μετά ξανάρχισα να κλαίω, απολύτως συντετριμμένη και δυστυχής:

“Σηγγνώμη που πέθανα εδώ, όμως αν το έκανα στο σπίτη η μάνα μου θα έτρωγε κσύλο για τις ζυμιές, και δε θέλω”.

Ο άνθρωπος που κοίταζε τα Lonarid να περνούν

 

staxtes-fassa13_3_13sepia

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 24 Μαρτίου 2016)

Στεκόταν στην άσφαλτο, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, και κοίταζε τον πράσινο σταυρό να αναβοσβήνει. Μόνος του. Το Φαρμακείο διανυκτέρευε. Πού και πού, ο φαρμακοποιός που καθόταν πίσω από το ταμείο με μια εφημερίδα στο χέρι, σήκωνε το κεφάλι κι έριχνε κοφτές ματιές στο δρόμο.

Ψιλόβροχο, μεσάνυχτα, σε μια επαρχιακή ελληνική πόλη. Σαράντα εκκλησιών και Κοραή γωνία. Παλιά ήταν εκεί η ΕΒΓΑ του Τάσου και όλοι έλεγαν πως ήταν καλύτερα έτσι – άγνωστο γιατί. Ίσως ο Τάσος να ήταν πιο συμπαθητικός από τον φαρμακοποιό, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς φήμες.

Συνέχισε να στέκεται αναποφάσιστος στην άκρη του δρόμου. Η άσφαλτος γυάλιζε σαν να την είχαν αλείψει με μια πηχτή, άχρηστη γλίτσα. Ο ουρανός βαρύς. Ψιλόβρεχε από το απόγευμα. Μια εκνευριστική βροχή που οι σταγόνες της έμοιαζαν με μικρές απαίσιες καρφίτσες.

Τα περαστικά αυτοκίνητα τον κατάβρεχαν με απόνερα καθώς περνούσαν. Το παντελόνι του λούτσα στις λάσπες. Κάποιος φρέναρε απότομα δίπλα του, κόρναρε θυμωμένα και έφτυσε μια βρισιά. Ο ήχος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου τον τάραξε κάπως.

Γύρισε το κεφάλι κι έριξε μια ματιά στο διερχόμενο προσπαθώντας να καταλάβει. Ο οδηγός συνέχισε να βρίζει χειρονομώντας προς το μέρος του. Το πρόσωπό του έσταζε μίσος. Δεν ακουγόταν τίποτα. Οι κουβέντες ανακυκλώθηκαν μέσα στο αμάξι και στο τέλος κόλλησαν σαν χαλκομανία πάνω στα θολωμένα τζάμια. Τις φαντάστηκε τότε να στάζουν παχύρρευστες, ένα με τις χρησιμοποιημένες αναπνοές που έντυναν το βρώμικο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου, και χαμογέλασε.

Απέστρεψε το βλέμμα και παρέμεινε ακίνητος.

Το ΙΧ έφυγε μαρσάροντας. Όσα συνέβαιναν γύρω του δεν φαίνονταν να τον νοιάζουν και πολύ. Ταλαντεύτηκε για λίγο και αποτόλμησε μισό βήμα προς τα μπρος. Εκείνη την ώρα ο φαρμακοποιός έκλεισε την εφημερίδα του και χασμουρήθηκε σαν γάτος. Το λευκό νέον στο ταβάνι του Φαρμακείου τρεμόπαιξε για μια στιγμή και μετά επανήλθε. Μέσα από τη τζαμαρία όλα έδειχναν λιγάκι θαμπά. Η μετέωρη στιγμή διαλύθηκε σαν κρύσταλλο που πέφτει πάνω του ένας ταύρος και το θρυμματίζει. Το βήμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Επανέφερε τα πόδια του στην προηγούμενη θέση τους και ξαναπήρε τη γνωστή στάση. Ένιωθε πως ζούσε μια στιγμή-μεταίχμιο. Μια σημαντική στιγμή της νύχτας όπου όλα εξελίσσονταν σε αργή κίνηση, κάπως σαν μουδιασμένα. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πάρει επιτέλους μιαν απόφαση, να αφήσει να συμβεί ή να μην συμβεί κάτι.

Απέστρεψε το βλέμμα και κοίταξε τον ουρανό. Είδε έναν κόκκινο σταυρό να αναβοσβήνει ρυθμικά. Στο ίδιο μέγεθος με τον σταυρό του Φαρμακείου. Την ήξερε από παλιά αυτή την αντανακλαστική λειτουργία των ματιών. Όταν κοιτάζεις για πολλή ώρα ένα πράσινο αντικείμενο, αν αποστρέψεις το βλέμμα το βλέπεις να εμφανίζεται μπροστά σου σαν κόκκινη σκιά. Και τούμπαλιν.

«Απόψε θα ονειρευτώ έναν φλεγόμενο ουρανό, ή δυο πουλιά με ανθρώπινα πρόσωπα», χαμογέλασε μόνος του και άφησε την κόκκινη αντανάκλαση να σβήσει σιγά σιγά από τα μάτια του μέχρι που χάθηκε εντελώς.

Η ανάγκη να πάρει ή να μην πάρει μιαν απόφαση διαλύθηκε μέσα του ως δια μαγείας. Όλα πλέον ήταν απλά.

Θυμήθηκε πως την προηγούμενη νύχτα είχε ονειρευτεί σαν γλυπτό το σώμα μιας κότας φτιαγμένο από νεκρά φίδια, κάτι που ήταν, λέει, η ενσάρκωση του Απόλυτου Κακού.
Το όνειρο του έφερε μια πικρή γεύση στο στόμα.

Ένας οξύς όνος στη μέση τον σούβλισε ξαφνικά κάνοντάς τον να αλλάξει στάση. Άνοιξε τη παλάμη και έσφιξε το σημείο όπου υπολόγισε πως βρίσκονται τα νεφρά. Ο φαρμακοποιός σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε στη βιτρίνα. Ήταν φαλακρός και φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Από την τσέπη της λευκής του ρόμπας προεξείχε ένας μαύρος λεπτός φακός. Ήταν η ενσάρκωση του παραδοσιακού φαρμακοτρίφτη, ποντικομούρης, κοντός και με ξινισμένη φάτσα. Κόλλησε τη μύτη στο τζάμι, κοίταξε προς το μέρος του, μετά έστρεψε το βλέμμα στο βάθος του δρόμου, έλεγξε την κλειδωμένη πόρτα και επέστρεψε στο πόστο του ξαναπιάνοντας την διαβασμένη εφημερίδα.

Πήρε βαθιά αναπνοή και έτριψε το πλευρό του. Ο πόνος έμοιαζε να εξασθενεί. Η βροχή συνέχιζε να τον τρυπά σαν ορδή από λυσσασμένες καρφίτσες. Τα αυτοκίνητα έριχναν πάνω του φώτα και λασπόνερα. Ο πράσινος σταυρός αναβόσβηνε νευρωτικά. Η ώρα περνούσε. Το πιο ενοχλητικό ήταν τα μαλλιά του, που κολλούσαν στο μέτωπό του και έσταζαν ρυάκια στο πρόσωπό του. Σκούπισε με τη ράχη της παλάμης τη μύτη του, αναμειγνύοντας μύξες και βροχόνερα. Έπειτα ξερόβηξε σιγανά και αφοσιώθηκε στα διαφημιστικά πόστερ της βιτρίνας. Korres, Betadine, Vichy, μια ανακοίνωση αιμοδοσίας του Ερυθρού Σταυρού, μια κρέμα αδυνατίσματος πάνω σε κάτι καλλίγραμμα πόδια.

Όλη αυτή την ώρα δεν σκεφτόταν τίποτα. Απλώς ζούσε τη ζωή του όρθιος, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, σε μια επαρχιακή οδό, μπροστά από ένα διανυκτερεύον Φαρμακείο με αντιπαθητικό υπάλληλο. Όλα ήταν απλά. Αυτό όμως κανείς δεν μπορούσε να το καταλάβει.

«Το να μπήγεις μούζικες μέσα στις εικόνες που θα γεμίσει με λέξεις κάποιος άλλος είναι κακό γιατί η εικόνα είναι πια δική του και πρέπει να μείνει άδεια. Αλλά ο κακός εγώ είναι πιο δυνατός από μένα και διέταξε: “βάλε αυτό που άκουγες όσο κοιτούσες αυτόν εκεί κάτω“», σκέφτηκε ο κάτοικος του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, και σε λίγο στο σαλόνι του σπιτιού του αντήχησε η μελωδία του Keeping It.

Τόσην ώρα στεκόταν πίσω από το τζάμι και παρατηρούσε τον μυστήριο άγνωστο που μούσκευε στην άκρη της ασφάλτου, μπροστά στο Φαρμακείο. Μελετούσε τη στάση του σώματός του, την αναποφασιστικότητα των νοερών κινήσεων, τα μουσκεμένα χαρακτηριστικά του. Τις πτυχές της καμπαρντίνας του πάνω στην κυρτή πλάτη.

Πήρε την κάμερα, τράβηξε μια φωτογραφία την παράλληλη πραγματικότητα και την κοίταξε. Ο άνθρωπος-μεταίχμιο διακρινόταν σαν εμβόλιμη κουκκίδα μέσα στο δρόμο. Θαμπή.

Η ζέστη του δωματίου τον έκανε να νιώθει θαλπωρή αλλά και μια απροδιόριστη αγωνία. Γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι.

Είχε βαρεθεί τόσην ώρα να κοιτάζει τον μετέωρο ασθενή της ασφάλτου. Επίσης φοβόταν πως, αργά ή γρήγορα, κάποιος απρόσεκτος οδηγός κινδύνευε να τον κάνει λιώμα μέσα στο υγρό σκοτάδι, και κάτι τέτοια όχι μόνο τον τρόμαζαν, αλλά του υπενθύμιζαν με τον πιο άγριο τρόπο πως για μερικά πράγματα απλώς δεν υπάρχει καμία μα απολύτως καμία θεραπεία.

Οι κομμώτριες

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 14 Ιανουαρίου 2016)

Ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το  ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν έμαθα ποτέ, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

‘Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;΄ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. ΄Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει δήθεν τυχαία το βυζί στη μούρη;΄.

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Ήταν κάπως χυδαίοι. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου.  Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της.

Ταξίδι στην Κέρκυρα

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 19 Νοεμβρίου 2015)

ου τυχαίνει καμιά φορά. Σπανίως, αλλά μου τυχαίνει. Εκεί που περιμένω στην πιάτσα με τα ταξί, να εμφανίζεται πελάτης που έχω ξαναπάρει κούρσα. Τους αναγνωρίζω αμέσως, φυσικά. Είμαι φυσιογνωμιστής. Ονόματα δεν συγκρατώ, πρόσωπα όμως δεν ξεχνάω. Συνήθως είναι πελάτες που παίρνω από τα ΚΤΕΛ ή την πλατεία Καραϊσκάκη και κάνουν σταθερά την ίδια διαδρομή. Αυτές είναι οι καλύτερες πιάτσες του κέντρου. Αράζω εκεί με τους άλλους και λέμε καμιά κουβέντα μέχρι να αδειάσουν τα λεωφορεία στο σταθμό και να αρχίσει το μεροκάματο ή το νυχτοκάματο, αναλόγως.

Την είδα που βγήκε απ’ το μετρό. Παρόλο που κόντευε να βραδιάσει φόρεσε το μαύρο γυαλί και σήκωσε το χέρι. Ήμουν πρώτος στη σειρά. Κύλησα δυο τρία μέτρα στο ρελαντί, κατέβηκα και της άνοιξα την πόρτα. Μπήκε χωρίς να με χαιρετήσει. Έβαλα μπρος και την κοίταξα μέσα από το καθρεφτάκι. Περίμενα. Θυμόμουν πως την έλεγαν Λαοκρατία. Παράξενο όνομα, το είχα συγκρατήσει από την άλλη φορά.

“Πάλι εσείς”, πέταξε ανέκφραστα. “Ε λοιπόν, από την πρώτη κιόλας στιγμή που σας είδα, τότε, σκέφτηκα πως έχετε όψη μεταπράτη”.

Με θυμόταν.

“Τι εννοείτε;  Κάνω το μεσάζοντα σε καμιά βρωμοδουλειά και δεν το κατάλαβα;”, νευρίασα και άναψα τσιγάρο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να προσβληθώ αμέσως ή να περιμένω να μου εξηγήσει τι εννοούσε.

“Κυψέλη”, είπε τελικά.

Έβγαλα φλας και βγήκα στο δρόμο. Η κίνηση είχε κόψει κάπως, αλλά η βροχή δεν βοηθούσε και πολύ. Πηγαίναμε σαν τις κότες. Οδηγούσα χαλαρά, τσεκάροντας δεξιά κι αριστερά τους περαστικούς στα πεζοδρόμια.

“Όχι , αφήστε το”, με πρόλαβε.

Κατάλαβα πως δεν ήθελε διπλή κούρσα.

“Μάλιστα “, συμμορφώθηκα αμέσως.

“Πάμε δεξιά στην Πατησίων”, μουρμούρισε λίγο πριν βγάλω φλας αριστερά προς Αλεξάνδρας.

Πάλι ξεφεύγαμε από το δρομολόγιο. Όπως και την προηγούμενη φορά, που ήθελε να πάει στην Σπετσών μέσω Δροσοπούλου. Έκανα έναν ελιγμό αυτοκτονίας και έστριψα δεξιά. Ένας γιωταχής μου κόρναρε και με μούντζωσε.

“Έχετε καλά αντανακλαστικά”, μου έκανε το κομπλιμάν της. “Τα Χριστούγεννα όμως με αρρωσταίνουν. Η Αθήνα απόψε μου φαίνεται θλιβερή. Φώτα και ψεύτικα αστέρια στα καλώδια της ΔΕΗ, βιτρίνες, σακούλες στα χέρια των ανθρώπων. Ευχαρίστως θα την άδειαζα μονομιάς”.

“Την πόλη;”, ρώτησα.

“Μάλιστα. Την πόλη. Και τώρα θα ήθελα να με πάτε να δω τη θάλασσα, αν δεν σας πειράζει. Άλλαξα γνώμη”, είπε.

Σκέφτηκα πως έπρεπε να ήταν εντελώς τρελή και πως αυτό που λέμε “γνώμη” στην περίπτωσή της ήταν κάτι που άλλαζε υπερβολικά συχνά.

Σκέφτηκα να πάω προς Πειραιά. Η κίνηση μπούκωνε τους δρόμους, η Αθήνα πάθαινε νευρικό κλονισμό. Θυμήθηκα την κηδεία του εγγονού της. Εκεί που είχε πει ότι πήγαινε την προηγούμενη φορά, πριν καταλήξουμε σε κείνο το ξενοδοχείο. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν. Στο ράδιο έπαιζε κάτι ροκιές από τα νιάτα μου. Έξω έβρεχε πολύ και είχε σκοτεινιάσει τελείως. Τα μαγαζιά έκλειναν και ο κόσμος αραίωνε. Δυνάμωσα το καλοριφέρ. Ήταν ωραία.

“Τα Χριστούγεννα η Κέρκυρα μοιάζει με καράβι. Τα απογεύματα φυσάει ο Σιρόκος και μυρίζει ο τόπος αγιοσύνη και θαλπωρή. Οι κυράδες μαγειρεύουν ντρέδουλες και μελομακάρονα και ανήμερα ψήνουν γαλοπούλες και αρνί με δάφνες και σταφίδα. Την παραμονή τα παιδιά ξεχύνονται στα καντούνια μαζί με τις μπάντες της Φιλαρμονικής και λένε τα κάλαντα. Απογειώνεται η πλατεία από τις φωνές και τις τρομπέτες. Οι νοικοκυρές φιλεύουν τον κόσμο κουμκουάτ στο χαρτί, αμύγδαλα και κουραμπιέδες. Έχουμε δικά μας κάλαντα εμείς στα χωριά, δεν τα ξέρετε εσείς εδώ στο Νότο”.

Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει ξαφνικά και θυμήθηκα το νησί μου. Μονολογούσα λες και δεν ήταν άλλος στο ταξί. Ένιωθα μεγάλη νοσταλγία.

Λίγο πριν το λιμάνι, στα είκοσι μέτρα μπροστά από το ταξί, είδα ένα σκυλί που κούτσαινε στο δρόμο. Κατέβασα ταχύτητα και το προσπέρασα σιγανά. Δεν ήθελα να το τρομάξω. Ένιωθα να με μπουκώνει μια παράξενη λύπη. Στη θάλασσα αχνοφαίνονταν τα φώτα από τα αραγμένα καράβια. Πεζός κανείς. Πάχνη. Το Ιόνιο πέλαγος ήταν πολύ μακριά από μένα.

“Σπύρος λοιπόν”, μάντεψε χωρίς να με ρωτήσει το όνομά μου. Με είχε ακούσει. “Πάμε στην Κέρκυρα; Μπορείτε τώρα;”.

Δεν κατάλαβα αν το εννοούσε ή αν μου έκανε πλάκα.

“Ναι, βάζω πέμπτη και σε κάνα δίωρο θα είμαστε εκεί. Κρατηθείτε!”, αστειεύτηκα επειδή μου φάνηκε πως αυτό ήταν ό, τι πιο ασφαλές μπορούσα να κάνω.

“Πάμε στο αεροδρόμιο. Θα πάρουμε την πρώτη πτήση που θα βρούμε, κάποια πρέπει να υπάρχει. Θα πάμε στο νησί, θα πιούμε ένα κρασί σε μια ταβέρνα που θυμάστε από παλιά και το πρωί επιστρέφουμε”, συνέχισε. “Δεν μπορεί, θα έχετε κι εσείς τις προσωπικές σας αναμνήσεις “.

Γύρισα και την κοίταξα. Νύχτα.

Έβγαλα φλας και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Φύσαγε πολύ. Η βροχή έσκαγε πάνω στα τζάμια. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν σταγόνες από τη θάλασσα, καθαρή αλμύρα. Μετά είδα την εικόνα ενός αχινού που τον παίρνει ο αέρας και προσγειώνεται στο παρμπρίζ, με τα αγκάθια να διαπερνούν το τζάμι και να χώνονται μέσα. Με πιάνει πότε πότε κάτι αλλόκοτο, και φαντάζομαι παράξενες εικόνες.

Χωρίς να ρωτήσω τίποτα έβαλα πρώτη και ξεκινήσαμε. Αν ήταν εκείνη μία φορά τρελή εγώ μπορούσα να γίνω δέκα. Σε μια ώρα ήμασταν στο αεροδρόμιο, με τα εισιτήρια της τελευταίας πτήσης στο χέρι. Είχα χρόνια να πάω στο νησί. Όλα μου φαίνονταν απίστευτα. Λες και δεν τα ζούσα.

Μπήκαμε στο αεροπλάνο και καθίσαμε στις θέσεις μας.

“Όταν ήμουν μικρός στον Άη Μαθιά λέγαμε τα κάλαντα και με τα φραγκοδίφραγκα αγοράζαμε φλογέρες. Είναι κάτι σιροπιαστά γλυκά με σουσάμι και μαύρη σταφίδα, δεν ξέρω πώς τα λέτε εσείς. Η μάνα μου μας φόραγε τα καλά μας, για να μην εκτεθεί στη γειτονιά, και τρέχαμε με τον αδελφό μου από το χάραμα ως τη νύχτα. Μόλις γυρίζαμε, ανάβαμε το τζάκι και ψήναμε κάστανα και κουκουνάρια. Ο πατέρας μου έβαζε πατάτες και πορτοκαλόφλουδες στη θράκα και η μάνα σέρβιρε το αρνί με τις πατάτες και τη σούπα δίπλα στη φωτιά. Οι παππούδες μας έπιναν κρασί κι έλεγαν ιστορίες από την Κατοχή. Εμείς σαστίζαμε. Το γκρέμισε πρόπερσι ο αδερφός μου το σπίτι, έχτισε διώροφο, τίποτα από τα παλιά δεν έμεινε εκεί πάνω. Τον πόνεσα τον τόπο μου, τόσα χρόνια έχω να πατήσω…”.

“Είστε από ένα χωριό που το λένε Άγιο Ματθαίο, λοιπόν”, σχολίασε η ονειροπαρμένη. “Πριν γίνει μαθητής του Ιησού, ο Ματθαίος ήταν τελώνης στη Γαλιλαία, άνθρωπος αμαρτωλός, το ξέρατε;”.

Ξερόβηξα και σήκωσα τους ώμους. Δεν ήξερα κι ούτε με ένοιαζε να μάθω.

Αυτή συνέχισε να χαζεύει το σκοτάδι σα να μην υπήρχα δίπλα της. Έμοιαζε να μη νοιάζεται για τίποτα. Κοίταξα τα μαύρα ρούχα της και το χέρι όπου την προηγούμενη φορά είχε το διαμαντένιο δαχτυλίδι. Είδα πως έλειπε από το δάχτυλό της. Τα χέρια της ήταν τελείως γυμνά. Μου άρεσαν έτσι όπως τα είχε ακουμπήσει στα γόνατά της με τις παλάμες προς τον ουρανό. Αναρωτήθηκα αν της άρεσε να προσεύχεται ή αν η κίνηση ήταν τυχαία.

Η πτήση κράτησε ελάχιστα ή έτσι μου φάνηκε. Με το που φτάσαμε στο Ιωάννης Καποδίστριας πήραμε ταξί και κατεβήκαμε στην πόλη. Μαυρίλα παντού, εκτός από τα στολίδια του δημάρχου στα δέντρα και στις κολώνες. Η πλατεία άδεια, στους δρόμους ψυχή. Στον κόλπο της Γαρίτσας ερημιά. Μόνο κύματα και σκοτάδια. Το Ιόνιο στα καλύτερά του. Είχε βρέξει και στην Κέρκυρα όλα ήταν μουσκεμένα και καθαρά. Ένιωθα μια ζεστή ταραχή στα σπλάχνα μου, ένα λίγωμα ωραίο. Τα γόνατά μου τρέκλιζαν. Αν δεν ντρεπόμουν την κυρά θα άρχιζα να κλαίω. Με τον τόπο αυτό υπήρξα ανέκαθεν βαριά ερωτευμένος.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα κατεβήκαμε τα σκαλιά του γερο Γισδάκη και πιάσαμε τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, κάτω από τα παλιά βαρέλια. Χάρηκα που το ταβερνείο ήταν ακόμα εκεί. Το βρήκα εύκολα, περισσότερο με την ανάμνηση παρά με τον προσανατολισμό μου. Φάγαμε μπουρδέτο με πιλάφι, κατσικίσιο τυρί και σαλάτα λάχανο με άνηθο και λεμόνι. Ήπιαμε κρασί από το βαρέλι με το καπνισμένο ξύλο, το καλό. Τσουγκρίζαμε και το κατεβάζαμε μονομιάς, σα νεράκι.

Σιγά σιγά ξαναθυμόμουν τις μυρωδιές και τις γεύσεις του νησιού και μέσα μου ξέσπαγε θρήνος. Ο ταβερνιάρης καθόταν αμίλητος στη γωνιά και έπινε χωρίς να ασχολείται. Μου φάνηκε γερασμένος αλλά ήσυχος. Μισοφευγάτος. Αυτή δε μίλαγε πολύ. Πού και πού άφηνε το πιρούνι της και τσιμπολογούσε λίγο ψωμί. Όταν το έκανε αυτό μου θύμιζε εκείνο το χτυπημένο σκυλί στο δρόμο, στην Αθήνα. Όμως αυτό δεν της το είπα. Χάρη σε κείνη την αλλοπρόσαλλη γυναίκα βρισκόμουν μετά από τόσο καιρό στο νησί. Δεν ήθελα να σχολιάσω τίποτα.

Αφού φάγαμε και ήπιαμε σκέφτηκα πως κάπου έπρεπε να βγάλουμε τη νύχτα μας. Με τα λεφτά που είχε επιμείνει να μου ξεχρεώσει τη χαμένη βάρδιά μου μπορούσα να την πάω στο Καβαλιέρι. Το καλύτερο ξενοδοχείο του νησιού. Ήταν και παρέμενε, αν έκρινα από τη φωτοχυσία και την κόκκινη μοκέτα της εισόδου. Αυτή όμως δεν τα ήθελε τα κυριλέ ξενοδοχεία, δεν της άρεσαν καθόλου τα “δωμάτια-μπουτίκ”.

Έτσι είπε.

“Αν θέλετε πάμε στο λιμάνι  να περιμένουμε το χάραμα και μετά να πάρουμε το πρώτο αεροπλάνο για πίσω”, πρότεινε. “Το φαγητό ήταν πολύ καλό, και το κρασί διαμάντι. Μπορεί να συνεχιστεί το ίδιο υπέροχα αυτή η βραδιά με μια βόλτα στην πόλη”.

“Πάμε να κλείσουμε τα μάτια μας δυο ώρες πριν φύγουμε ξανά”, την παρότρυνα σχεδόν παραιτημένος.

Με είδε που ήμουν κατάκοπος και στο τέλος δέχτηκε να πάμε σε κάνα φτηνό ξενοδοχείο στο λιμάνι. Διάλεξε ένα παρακμιακό ερείπιο που πριν τριάντα χρόνια γνώριζε δόξες και τιμές, τώρα πια όμως φαινόταν τελειωμένο. Περνούσαμε απέξω και μόλις το είδε έδειξε με το δάχτυλο “εκεί”. Απόρησα που δεν το είχαν σφραγίσει οι αρχές πριν αρχίσουν να πέφτουν τα μπαλκόνια σε κεφάλια. Στην είσοδο κρεμόταν μια γκρεμοτσακισμένη ταμπέλα με το όνομα. “Constantinople”.

“Εάλω η Πόλις”, κατάπια όπως όπως τη σκέψη μου, ξέροντας πως κάθε κουβέντα μου είχε διλπή σημασία, γι’ αυτό ήταν καλύτερα να την κρατάω για τον εαυτό μου.

Μπήκαμε μούσκεμα από τη βροχή και πήραμε ένα κλειδί από τον ρεσεψιονίστ που καθόταν στον ξύλινο πάγκο. Ήταν ένας υπέργηρος λακωνικός Κερκυραίος ντυμένος σαν Εγγλέζος ευγενής του περασμένου αιώνα. Δίπλα του μια γυναίκα με κάτασπρα σγουρά μαλλιά , σαν μάγισσα από κακό παραμύθι, έπλεκε με το βελονάκι της μια ροζ παιδική κουβέρτα. Η σκηνή μου φάνηκε εφιαλτική. Αν την έβλεπε ο Ευγένιος Αρανίτσης θα μεγαλουργούσε.

Μετά τα διαδικαστικά με τις ταυτότητες και τα λοιπά ο ρεσεψιονίστ μας καληνύχτισε και ξανάπιασε την εφημερίδα του. Η γριά συνέχισε να πλέκει.

Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε με τα σκαλιά. Το μυαλό μου βούιζε από σκόρπιες σκέψεις. Κομματάκια σκέψεων, για την ακρίβεια, όχι ολόκληρες σκέψεις. Μια νύχτα σαν αυτή, με καταιγίδα και βοριάδες στο νησί, μετά από αιώνες ξενιτιάς στην Αθήνα, βρισκόμουν με μια άγνωστη γυναίκα στο πιο τιποτένιο ξενοδοχείο της πόλης, να συναντώ μισότρελους Κερκυραίους και να πίνω καπνιστό κρασί από τα βαρέλια του ταβερνιάρη φίλου του πατέρα μου που δεν με αναγνώρισε καν. Όλα έμοιαζαν τελείως παρανοϊκά. Αν ξυπνούσα το επόμενο πρωί και καταλάβαινα πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε συμβεί, θα είχα δει τουλάχιστον το καλύτερο όνειρο της ζωής μου.

Στο δωμάτιο έκανε ζέστη. Μια σόμπα έκαιγε πετρέλαιο και μύριζε βαριά. Το περιβάλλον θύμιζε σοσιαλιστικό ρεαλισμό, είχε κάτι το αγέρωχα υπερήφανο και συνάμα εντελώς νοσηρό. Ξέφτια στα κουφώματα, λερή μοκέτα κάτω, καμπινεδάκι με μπιντέ από κείνους τους αρχαίους, τους μπρούτζινους, και στη γωνιά μια ξύλινη ντουλάπα ίδια με κείνη την προικώα της γιαγιάς μου, στο χωριό, που όταν της έτριζαν τα πορτόφυλλα ξυπνούσαν και πεθαμένο.

Από τα παράθυρα έμπαινε ο θόρυβος της προκυμαίας όπου λυσσομανούσαν τα κύματα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και τα καράβια ήταν φωτισμένα και θαμπά. Στο Βίδο, απέναντι, σκοτάδι.

Ξάπλωσα κοντά της και άπλωσα το χέρι έτσι όπως κάνουμε όταν γνωριζόμαστε καλά με κάποιον και μπορούμε να τον καλέσουμε δίπλα μας. Κούρνιασε στην αγκαλιά μου σαν παιδί. Τα μαλλιά της μύριζαν καπνό και χειμώνα. Η ανάσα της κρασί και παλιό τρόμο.

“Ησύχασε”, της μίλησα για πρώτη φορά στον ενικό και γύρισα προς τη μεριά της.

Την αγκάλιασα πιο σφιχτά και άρχισα να την φιλάω στο στόμα. Με αγκάλιασε κι εκείνη. Έγλειψα τα χείλη της απαλά, με τον τρόπο που γλύφει όμορφα η γάτα το γατάκι. Ήταν ζεστή και φιλόξενη. Με συγκινούσε. Θυμήθηκα πως την προηγούμενη φορά είχε κλάψει πάνω στον έρωτα και φοβήθηκα μη γίνει κάτι και μου ξανασπάσει. Ήξερα πως ήταν ραγισμένη και γεμάτη μυστικά. Κι αν δεν το ήξερα, το μάντευα. Φαινόταν. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη μυστικά, σαν εκείνα τα καράβια στο λιμάνι, που για μια στιγμή τα φαντάστηκα – ποιος ξέρει γιατί – γεμάτα μελαμψούς λαθρεπιβάτες.

Δεν συνέβη τίποτα απ’ όσα φοβόμουν. Σμίξαμε αμίλητοι, με κάτι που έμοιαζε με αληθινή αγάπη, ακόμα και ανάμεσα σε δυο άγνωστους. Αυτή τη φορά δεν έκλαψε, ούτε σηκώθηκε να φύγει στη μέση. Ήταν πιο ήρεμη και πιο απλή, με έκανε να νιώθω πως με είχε ανάγκη. Αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως μετά, κουρνιασμένη στην αγκαλιά μου.

Το πρωί ήπιαμε καφέ και περπατήσαμε στο λιμάνι. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζόμαυρα σύννεφα. Πάνω από τα κεφάλια μας έκρωζαν γλάροι και κοράκια. Κοίταζα το φρούριο πάνω στο λόφο του και δεν έλεγα να το χορτάσω. Και το πλακόστρωτο, τις μικρές λακκούβες με τα απόνερα της νύχτας, τα παρτέρια με τα γυμνά δέντρα, τα ανταριασμένα νερά του λιμανιού, τα πεσμένα κερκυραϊκά φύλλα.

“Ο Τσε αγαπούσε πολύ τον ποιητή Ευγένιο Αρανίτση”, μου είπε ξαφνικά και η φωνή της έμοιαζε να έχει βγει από μια μαύρη τρύπα. “Το ξέρατε πως είναι Κερκυραίος; Ευγένιος και αυτός, όπως ο εγγονός μου…”.

“Από ποιητές δεν ξέρω και πολλά, ο Αρανίτσης όμως είναι πιο γνωστός στον τόπο του κι από τις πέτρες”, της είπα και απόρησα που ένιωθα τόσο τρυφερά για κείνη. “Το μόνο που ξέρω είναι πως όταν μεσημεριάζει τον Αύγουστο πάνω από την Κέρκυρα τα σύννεφα στάζουν αίμα και μυρίζουν θυμίαμα, και πως κάποτε στα μέρη αυτά ζωγράφιζε αγγέλους με κόκκινα φτερά ο Τσαρούχης. Αυτός είναι επίσης πολύ γνωστός, τον ξέρουν και οι πέτρες κι ας μην είναι συντοπίτης μας”.

Δεν απάντησε. Ήθελα να την πάρω αγκαλιά μα δεν τόλμησα να την πλησιάσω. Θυμήθηκα τα λόγια της. Κατάλαβα γιατί με έλεγε μεταπράτη. Όποτε συναντιόμασταν ήταν σα να ήμουν ο καιροσκόπος ενδιάμεσος για κάτι που έμοιαζε με ύπουλη, προσωρινή ανακωχή ανάμεσα στην πραγματική ζωή και στον εαυτό της.

Περπατήσαμε ως την άκρη του μόλου, εκεί που αράζουν τα γέρικα φέρι μπωτ που δεν μετράνε πια ταξίδια. Στάθηκε σύριζα στο κράσπεδο και τότε φοβήθηκα μη δώσει μια και πέσει. Έβγαλε τότε από την τσέπη της ένα κομμάτι από το χθεσινοβραδινό ψωμί κι άρχισε να το τρίβει στους γλάρους. Άπλωνε τα χέρια της και έριχνε τα ψίχουλα στον ουρανό. Τα πουλιά μαζεύτηκαν γύρω μας σα μέλισσες και έτρωγαν αυτό που τους πετούσε. Αυτή φαινόταν επιτέλους να ηρεμεί. Αν της άλλαζα όνομα εκείνη τη στιγμή θα την βάφτιζα Γαλήνη. Και θα ήταν ένα περιστέρι που εξόκειλε στο κατώφλι του σπιτιού μου, όπως τότε που ήμουν παιδί κι όλο έμπαιναν πουλιά από την ανοιχτή πόρτα στην Κασσιόπη. Ή ένα από κείνα τα γέρικα φέρι μπωτ, που δεν μετράνε πια ταξίδια, στο λιμάνι της Κέρκυρας.

Ας είναι τα νησιά σου ελαφριά, Ιόνιο πέλαγος“, απήγγειλε τότε ένα στίχο του Κερκυραίου ποιητή και προχώρησε μπροστά, αφηρημένη.

Εγώ έμεινα στο πεζούλι μόνος μου, να την κοιτάζω να ξεμακραίνει και να μη μπορώ πια να υπολογίσω τον καιρό. Να μη μπορώ καν να μετρήσω ούτε τα δέκα μου δάχτυλα, που άξαφνα μου φάνηκαν να μυρμηγκιάζουν από κάτι που έμοιαζε με δίψα ξαφνική και μια παράξενη, ξενόφερτη ανάγκη.

Έκτοτε δεν την ξαναείδα.

Τις νύχτες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ

d4277-staxtes-bottom_b(Kείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 15 Οκτωβρίου 2015)

Η Γιουλίκα δουλεύει στις καλλιέργειες πιπεριάς στην Ανδραβίδα και τις νύχτες δυσκολεύεται να κοιμηθεί.

Η παρακμή είναι ευλογία. Σε βοηθά να δεις ποιος πραγματικά είσαι και πόσο βαστούν τα κότσια σου. Όταν με χτύπησε ο καρκίνος και άρχισα τα νταραβέρια με γιατρούς, χημειοθεραπείες και ξεράσματα, κατάλαβα το νόημα της ζωής. Το νόημα της ζωής είναι η ζωή η ίδια. Που μας δίνεται μία κι άλλη καμία. Έπρεπε όμως να φτάσω ως το αμήν για να καταλάβω αυτό το απλό πράγμα. Το κουτό. Πιο πριν ούτε που το φανταζόμουν. Έτσι είναι οι αλήθειες μας. Όσο κάθονται όμορφα όμορφα μπροστά στα μάτια μας και δεν μας ενοχλούν, τις περιφρονούμε. Όταν μία από αυτές ραγίσει, έτσι όπως ραγίζει το κρύσταλλο στην πόρτα που δεν το είδες και πήγες και το κουτούλησες, τότε καταλαβαίνουμε τη διαφορά. Και τότε γινόμαστε απλοί. Σοφοί και απλοί, όπως είναι ο προορισμός μας.

Όσο κράτησε αυτή η περιπέτεια, έμαθα κι άλλα. Πολλά. Όπως, για παράδειγμα, ότι οι κατά συρροήν ετοιμοθάνατοι ανασταίνονται πολύ εύκολα. Στο νοσοκομείο γνώρισα γυναίκες με το ίδιο πρόβλημα, που μόλις περνούσαν το κατώφλι πέθαιναν χειρότερα απ’ ό, τι στην καρέκλα του νοσοκομείου με τη φλέβα ανοιχτή να στάζει η χημεία. Για να πεθάνουν μαζί τους και οι αθώοι τους, οι μανάδες, οι άντρες και οι γιοί τους. Για να μοιραστούν τη συμφορά τους με τους ανθρώπους τους, λες και η συμφορά είναι κέικ που το κόβεις σε μερίδες και το κερνάς στον κόσμο για να το φάτε όλοι μαζί και να φχαριστηθείτε.

Κάποιες από αυτές έκρυβαν κάτω από το μανίκι το κουράγιο που με τα μάτια μου τις έβλεπα να δείχνουν μέσα, και στον έξω κόσμο παρίσταναν τις ανήμπορες, τις σκοτωμένες, ξέσκιζαν τις σάρκες των υγιών λες κι έφταιγαν αυτοί για τη δική τους ταλαιπωρία. Όχι πως είναι εύκολα πράγματα αυτά, προς Θεού. Κατάρα είναι. Οι διπλοί ρόλοι όμως με ρίχνουν. Την άλλη μέρα, στη λαϊκή ή στο καθαριστήριο, όταν γύρω δεν υπήρχε γνωστό μάτι και γνωστό αυτί, μιλούσαν με κουράγιο και θάρρος, όπως έπρεπε. Κι όλο έλεγαν πως είμαστε πιο δυνατές, το κακό δεν θα περάσει και τέτοια. Μου συνέβη κάμποσες φορές, δεν υπερβάλλω.
Από την άλλη, δεν θέλω να γίνομαι ξινή. Η ξινίλα είναι άδοξη, και με μαυρίζει. Μερικές φορές παραείμαι αυστηρή με τους άλλους επειδή έτσι έχω μάθει να είμαι και με τον εαυτό μου. Και αυτό είναι τρομακτικό. Καμιά φορά σκέφτομαι πως τις αρρώστιες μας τις επινοούμε μόνοι μας, και μόνοι μας τις προκαλούμε, από αγωνία και μοναξιά. Επειδή έχουμε ανάγκη να ασχοληθεί κάποιος μαζί μας, να γίνουμε το κέντρο του κόσμου του έστω και με αυτό τον τρόπο της αυτοκαταστροφής μας.

Κατά κάποιο τρόπο τιμωρούμε τον εαυτό μας για τις ελλείψεις μας, ποντάροντας στη μαγική εμφάνιση κάποιου που θα μας πάρει κάτω απ’ τη φτερούγα του, και θα μας πει «δεν πειράζει, τιμωρήθηκες που νιώθεις μοναξιά, αρρώστησες, και τώρα θα σε παρηγορήσω». Μπορεί κι εκείνες οι γυναίκες να εκλιπαρούσαν για λίγη στοργή. Μπορεί να έσερναν μέσα τους ερημιά αιώνων.

Τρία χρόνια τώρα, είπαν πως παραμένω καθαρή. Και τα δυο βυζιά στη θέση τους. Οι γιατροί με διαβεβαίωσαν πως από μόνη μου έκανα την περισσότερη δουλειά, μιας και πάντοτε έδειχνα σθένος. Έκτοτε προχωράω πεζή, κι εντελώς προσγειωμένη στην πραγματικότητα. Ξέρω πως ένα τρέκλισμα είναι υπόθεση δευτερολέπτων και πως δεν θέλει πολύ για να συμβεί.

Χτες τη νύχτα ονειρεύτηκα πως κρατούσα στην αγκαλιά μου ένα μωρό. Ένα νεογέννητο κορίτσι ήταν, που κολυμπούσε στα σιρόπια. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, πάντως το μωρό έσταζε σιρόπι. Καθόμασταν σε ένα σπίτι που δεν έχω ξαναδεί και είχα στεναχώρια, μήπως και νομίσουν οι γύρω μου πως εγώ έφταιγα που το μωρό κολλιάριζε και δεν ήταν καθαρό.

Μετά το πήρα παραμάσχαλα και έφυγα μέσα στη νύχτα. Όταν, μετά από ώρα, κατάλαβα πως το μωρό μου είχε πέσει και πως κάτω από τη μασχάλη μου είχα μόνο την κουβέρτα του, παραφρόνησα. Άρχισα να ψάχνω παντού σαν τρελή. Τότε, μέσα στο μυαλό μου, το παιδί έγινε αγόρι και κατάλαβα πως οι γονείς του ήταν ο Ε. και η Ι. από τα παλιά. Το μωρό είχε τα μάτια της συγχωρεμένης της Ι. Καταγάλανα και καθαρά. Και όλοι μαζί , ζώντες και τεθνεώτες, αρχίσαμε να ζούμε σε μια τοξική πόλη, όπου ό, τι κι αν ακουμπούσες ήταν θανατηφόρο, κι εμένα μου άρεσε να σέρνω το δάχτυλο στην κόχη των σκουπιδοτενεκέδων και να δοκιμάζω την τύχη μου για να δω αν θα μολυνθώ.

Στην Ανδραβίδα κατέληξα πέρυσι χάρη σε μια φίλη μου, την Ερμιόνη, που ήρθε από τους Άγιους Σαράντα με τον άντρα της κάμποσους μήνες πριν ανοίξουν οι δουλειές κι αρχίσουν να χρειάζονται χέρια στα χωράφια. Στην Αλβανία ήμουν δασκάλα μα με απέλυσαν επειδή ένας πατέρας με μήνυσε για βίαιη συμπεριφορά απέναντι στο γιο του. Η κατηγορία ευσταθούσε κατά το ήμισυ. Συνεχίζω πάντως να σκέφτομαι πως το βρωμόπαιδο τις άξιζε τις ξυλιές του. Στην Ελλάδα έγινα εργάτρια. Ήσυχη δουλειά. Η ζωή εδώ είναι απλή, επαναληπτική, χωρίς αναταραχές ή εκπλήξεις.

Το πρωί πιάνω δουλειά στις πέντε ακριβώς. Δεν με ενόχλησε ποτέ το πρωινό ξύπνημα. Αυτό που δεν αντέχω είναι τα ξενύχτια. Τα μεσημέρια, αργά, μόλις κάνουμε το διάλειμμα από τις πιπεριές, πάμε με τα κορίτσια και τρώμε στο μαγειρείο δίπλα στο γραφείο τελετών, που είναι δίπλα στο χωράφι. Είναι όλες τους ευγενικές, σχέσεις όμως δεν έχουμε ιδιαίτερες. Τις περισσότερες φορές δεν μιλάμε καν, πέρα από τα βασικά της επικοινωνίας. Καθεμιά χάνεται στις σκέψεις της και στο τέλος σηκωνόμαστε και φεύγουμε για την επόμενη βάρδια, σαν κουρδισμένα στρατιωτάκια. Στο χωράφι συνεχίζω την κουβέντα με τον εαυτό μου. Άλλες τραγουδάνε, άλλες μουρμουρίζουν, άλλες δεν κάνουν τίποτα – εγώ πάω πιο πέρα τις σκέψεις μου.

Θα ήθελα να είχα κάποιον να του μιλάω για τα σχέδιά μου. Να του διηγούμαι την κοινή μας ζωή σε ένα μέλλον που δεν είναι καν σίγουρο πως πρόκειται να υπάρξει.

«Θα ζούμε σε ένα σπίτι χωρίς θεμέλια, χωρίς γείτονες, χωρίς φόρους», θα του έλεγα.

«Οι έγνοιες μας αφορούν μονάχα το μεσημεριανό φαγητό, τα βραδινά ποτά και τους νυχτερινούς οργασμούς μας. Η κυριότερη ασχολία μας θα είναι ο εντοπισμός και η καταγραφή νέων πλανητών.
Θα τους βρίσκουμε όμορφα ονόματα που δεν θα τα μάθει ποτέ κανένας. Ο χρόνος θα είναι κάτι σχετικό και σίγουρα πιο φιλικό προς τον χρήστη από τον γνωστό χρόνο. Η αυτάρκεια της απομόνωσής μας θα μας βοηθήσει να μας καταλάβουμε καλύτερα. Μπορεί και να μας μάθουμε απ’ την αρχή».

«Καμία προσπάθεια δεν πέφτει στο κενό», θα μου έλεγε εκείνος, και θα πότιζε αμέριμνος τα λουλούδια την ώρα που εγώ θα του παίζω στο πιάνο μια μελωδία που θα είχε νοσταλγήσει.
Σήμερα το πρωί μου συνέβη κάτι περίεργο. Την ώρα που βούρτσιζα τα δόντια μου μπροστά στον καθρέφτη και σκεφτόμουν μια ιστορία που αγαπώ πολύ, είχα ένα déjà vu.

-Πώς θα τελειώσουν όλα αυτά; ρώτησα τον εαυτό μου.
-Δεν θυμάμαι, μου απάντησε.

Νευρίασα λίγο για όλη αυτή την άγνοια που με περιβάλλει. Έλεγα πως καθώς περνούν τα χρόνια θα γινόμουν όλο και πιο σοφή. Τελικά η αμνησία μου κερδίζει έδαφος ακόμα και σε θέματα τόσο προσωπικά όσο οι προηγούμενες ζωές μου. Βαθιά μέσα μου ξέρω πως κάτι τέτοιες στιγμές μιλάω με μια μετεμψύχωσή μου που έχει έρθει από το παρελθόν επειδή είναι η ώρα να μου πει κάτι. Επειδή είναι η ώρα της.

Κάποτε γνώριζα κάποιον που πίστευε στη μετεμψύχωση. Ήταν ευκατάστατος, και του άρεσε να με φροντίζει. Πέρα από ευκατάστατος ήταν και ικανός. Μπαινόβγαινε χωρίς να το ξέρει στα δωμάτια του νου των ανθρώπων, όμως επίσης χωρίς να το ξέρει άφηνε ξωπίσω του κάποια ίχνη. Μερικά ήταν αόρατα με γυμνό μάτι. Άλλα απαιτούσαν τόσο εξασκημένη όραση, που κατέληγαν να ακυρώνουν όλων σχεδόν των ειδών τα βλέμματα.

«Τι είναι αυτή η ιστορία με τα διπλά γυαλιά;» με είχε ρωτήσει έξω από έναν γιαπωνέζικο κήπο όπου είχαμε πιει κόκκινο κρασί και είχαμε φάει ριζότο και μια τάρτα τυριών, την τελευταία φορά που βρεθήκαμε.

«Κοντινή και μακρινή όραση», ήταν η απάντηση, που βέβαια δεν αφορούσε εκείνα τα άλλου είδους ίχνη.

Ελάχιστα τον ενδιέφεραν όμως όλα αυτά. Γι’ αυτό συνέχισε απλώς να μπαινοβγαίνει. Μέχρι που με βαρέθηκε, και άλλαξε στέκια. Εντωμεταξύ είχα προλάβει να τον θελήσω.

Αυτή την ιστορία σκεφτόμουν το πρωί κι έκανα την ερώτηση στον εαυτό μου. Νευρίασα που δεν θυμόταν την απάντηση, από την άλλη βέβαια μπορεί και να τον εμπόδισε η μετεμψύχωσή μου από κάποιο παράλληλο σύμπαν να ομολογήσει την κατάληξη των πραγμάτων. Το κακό είναι πως όσα προσποιούμαι πως αγνοώ ,τα γνωρίζω ήδη. Απλώς μερικές φορές αναζητώ αιτίες για να κάνω πως τα ξεχνώ και να δοκιμάσω μήπως και γίνεται να αλλάξει η ροή των πραγμάτων χάρη σε κάποια μαγική σκέψη.

Τις νύχτες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ. Κι όταν τελικώς τα καταφέρω, τα όνειρά μου έρχονται σαν μαύρα πουλιά μέσα απ’ το κεφάλι μου και με ξυπνούν. Έχω δει κοράκια να πετάνε στον ουρανό, ποτέ όμως να ξεπηδάνε μέσα από ανθρώπινα κεφάλια. Τα όνειρά μου είναι τέτοιου είδους. Ανύπαρκτα για τον κόσμο, ανησυχητικά για μένα. Όπως μπορεί να είναι εκατομμύρια άλλα όνειρα μέσα σε εκατομμύρια άλλα κεφάλια, δηλαδή. Δεν διεκδικώ δικαίωμα σε κάποια διαφορετικότητα. Ούτε πιστεύω πως είμαι μοναδική. Εξάλλου, στα δέκα παράλληλα χωροχρονικά σύμπαντα που ζούμε ταυτοχρόνως, είμαι βέβαιη πως οι υπόλοιποι εαυτοί μου – άλλος μωρό, άλλος μεσήλικος και άλλος υπέργηρος – τα έχουν βαρεθεί πλέον όλα.

Αρέσει σε %d bloggers: