Category Archives: 1

Γάλα απ’ το στήθος

(Ένα εικονογραφημένο με ζωγραφιές του Mark Ryden παραμύθι)

Η Σοφία είναι ένα εννιάχρονο αγγελικό νυμφίδιο, άσπιλο κι αμόλυντο από ανθρώπου χέρι. Έχει ροζ καραμελένια χείλη, διάφανα γαλάζια μάτια και κατάξανθα, σχεδόν λευκά, μαλλιά. Ακριβώς ίδια με το αλαβάστρινο δέρμα της. Ο αφαλός της είναι ένας τοσοδά κρατήρας όπου θα μπορούσαν να καλλιεργούνται όστρακα με τα σπανιότερα μαργαριτάρια του  κόσμου.

Τα στήθη της είναι στρογγυλά και γεμάτα γάλα. Οι θηλές της μοιάζουν με ολόφρεσκα ζαχαρωτά έτοιμα να πιπιλιστούν και να λιγώσουν τον ουρανίσκο κάθε ζωντανού οργανισμού του πλανήτη. Ανάμεσα στα ολομέταξα μπούτια της το παρθένο αιδοίο της θυμίζει μωρουδιακό στόμα που κάθε τόσο ανοιγοκλείνει αχόρταγα αναζητώντας την παραδείσια τροφή του: λίγο ευωδιαστό γάλα τριαντάφυλλο ή μερικές σταγόνες υπόλευκου θρεπτικού νέκταρ.

Τα πρωινά και τα μεσημέρια η Σοφία ζει όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της, η ζωή της δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα βράδια όμως, αφού κάνει με θρησκευτική ευλάβεια επανάληψη στα παλιά ποιήματα του Ευγένιου Αρανίτση, εκείνα που εξυμνούν τους αφόρητους παιδικούς έρωτες και τον βαθύ καημό τους, περιμένει την ώρα που οι φίλοι του μπαμπά της τελειώνουν το πούρο τους και τις φιλοσοφικές τους συζητήσεις, και τότε κατεβαίνει στο σαλόνι φορώντας τα πιο παράδοξα κοριτσίστικα φορέματα που σχεδιάστηκαν ποτέ από ανθρώπου χέρι.

Έχει φρεσκάρει τις ολομέταξες μπούκλες της με τη χτένα της και έχει πουδράρει απαλά το μπούστο της με τη μαργαριταρένια πούδρα της μαμάς της. Κινείται με χάρη και σεμνότητα ανάμεσα στους ιδρωμένους μεσήλικες, που στη θέα της γεμίζουν γι’ άλλη μια φορά με λικέρ κεράσι τα κρυστάλλινα ποτήρια τους και παίρνουν βαθιές εισπνοές καθαρίζοντας τη φωνή τους. Τους λέει καλησπέρα και τους χαμογελά.

Είναι τόσο όμορφη κι αγνή που όλοι σεμνύνονται στο πέρασμά της. Χαμηλώνουν το βλέμμα τους και αφήνουν να αρχίσει να ξεκουράζεται χαλαρά η στάση του σώματός τους. Βήχουν και την ρωτούν πώς πήγε στο σχολείο σήμερα και τι καινούριο της έμαθε η δασκάλα. Η ανάσα της, καθώς γέρνει το κεφάλι και τους απαντά ψιθυριστά, ευωδιάζει ροδόνερο και παιδική πείνα.

Κάθεται για λίγο στον μεγάλο καναπέ με τα βελούδινα μπροκάρ, αυτόν που τσιμπάει και γδέρνει ευχάριστα τα γυμνά της μπράτσα, και κάνει πως βαριέται. Οι αναστατωμένοι κύριοι σπεύδουν όπως μπορούν να την κάνουν να μείνει στην αίθουσα μερικά λεπτά πάρα πάνω. Γελούν και την παροτρύνουν να μην φύγει τόσο νωρίς απ’ την παρέα τους, «κρίμα θα’ ναι!». Άλλος της λέει άνοστα αστεία για τον καιρό, άλλος ενδιαφέρεται για την πρόοδό της στη μουσική  και άλλος την ρωτά τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει.

Η Σοφία απαντά σε όλους ευγενικά, με το τακτ και τη γαλήνη που προκύπτουν από την εξαίρετη ανατροφή της. Η φωνή της θυμίζει κελάιδισμα πουλιού και η πάναγνη μα και ανεξήγητα θελκτική εμφάνισή της κάνει τους κυρίους να πείθονται πως μπροστά τους δεν βρίσκεται ένα εννιάχρονο παιδί αλλά ένα παραδείσιο ανεξήγητο πλάσμα βγαλμένο από το πιο κρυφό και ένοχο όνειρό τους.

Ο μπαμπάς και η μαμά της είναι πολύ περήφανοι για την εκλεκτή θυγατέρα τους, το φως της ζωής τους, και δεν της χαλάνε ποτέ χατίρι. Της αγοράζουν δαντελένιους γιακάδες για τα χειροποίητα φουστάνια της, μεταξωτά κοκαλάκια και πολύχρωμες κορδέλες για τα στιλπνά μαλλιά της, ροζ μαξιλάρια για το κρεβάτι της και πολλά, πάμπολλα χνουδωτά ζωάκια για να κοιμάται μαζί τους τις νύχτες.

Μερικές φορές, όταν η Σοφία αρχίσει να χασμουριέται μισοκρύβοντας το στόμα της με το χέρι, κάποιος από τους φίλους του μπαμπά της προσφέρεται να την συνοδεύσει στο δωμάτιό της και να την βοηθήσει να σκεπαστεί με το λουλουδάτο πάπλωμά της. Ανεβαίνουν χέρι χέρι τα ξύλινα σκαλιά και διασχίζουν τον ημιφωτισμένο διάδρομο που οδηγεί στην κάμαρά της.

Λίγο πριν φτάσουν στο κατώφλι της, η Σοφία αφήνει το χέρι του συνοδού της και προπορεύεται. Η αύρα της την ακολουθεί σαν αέρινο μονοπάτι και μεθά λίγο πιο πολύ τον ευγενικό ακόλουθό της. Ο αέρας μυρίζει λιβάνι, γυναικεία ανάγκη και παιδική πονηριά. Ο σκοτεινός διάδρομος φωτίζεται από τη λάμψη της αγγελικής της παρουσίας. Ο ζαλισμένος κύριος την ακολουθεί σιωπηλά χωρίς να ορίζει εκατό τοις εκατό τις πέντε του αισθήσεις.

Όταν η Σοφία μπει στο δωμάτιο, του ζητά να καλύψει με το χέρι του τα μάτια του και να την αφήσει να γδυθεί για να ετοιμαστεί να ξαπλώσει. Εκείνος υπακούει πρόθυμα και καλύπτει τα μάτια του με τα μισάνοιχτα δάχτυλά του. Η Σοφία κατεβάζει τα ρούχα και τα στολίδια της αφήνει τις μεταξωτές κάλτσες της στο πάτωμα, δίπλα στα βαμβακερά εσώρουχά της. Τεντώνει το πάναγνο και αμόλυντο σώμα της προς όλες τις κατευθύνσεις, σκύβει και αναδιπλώνεται, και όταν βεβαιωθεί πως ο ευγενικός φίλος του μπαμπά της έχει θαυμάσει όλες τις γωνίες και όλα τα κοιλώματα του παιδικού της βασιλείου, ξαπλώνει στο πουπουλένιο κρεβάτι της και αγκαλιάζει στοργικά τα χνουδωτά της ζωάκια.

Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της κρέμεται ένας πεντάμορφος Ιησούς, που τις μοναχικές νύχτες η Σοφία γονατίζει μπροστά του ολόγυμνη σαν σκουλήκι, και με δάκρυα στα μάτια του μιλά και του προσεύχεται.

Μερικές φορές νιώθει πως ο Ιησούς παίρνει τη δική της μορφή – πως γίνονται ένα. Αυτός κρατά στα χέρια του το απολωλός πρόβατο σε βιβλική μορφή και την κοιτά με κατανόηση και απροσμέτρητη αγάπη, συγχωρώντας την μεγαλόψυχα για κάθε της φταίξιμο και πονηρή σκέψη.

Αφού τεντωθεί στο πουπουλένιο κρεβάτι της, για να μπορέσει να κοιμηθεί, η Σοφία ζητά από τον ευγενικό άνθρωπο να καθίσει για λίγο δίπλα της και να της πει ένα παραμύθι. Ποτέ και κανένας δεν αρνήθηκε το χατίρι της, και όλοι συναγωνίζονται μεταξύ τους για την πιο εμπνευσμένη νυχτερινή μυθοπλασία.

Η Σοφία ακούει σιωπηλά μισοκλείνοντας τα βελούδινα βλέφαρά της και χασμουριέται απελευθερώνοντας ευωδιαστά σύννεφα παιδικής νύστας και αόρατες σταγόνες πολύτιμου κοριτσίστικου σάλιου. Στην αγκαλιά της τα πολύχρωμα ζωάκια της απολαμβάνουν απαλά τσιμπήματα και θωπείες. Η φωνή του ανθρώπου ραγίζει, χαμηλώνει και υψώνεται ανεξέλεγκτα, το μέτωπο και οι παλάμες του ιδρώνουν – παρόλα αυτά τα πάντα διατηρούν την αξιοπρέπεια και την μαγευτική γλυκύτητά τους.

Πού και πού, όταν το παραμύθι ενεργοποιεί το μητρικό της ένστικτο, η Σοφία νιώθει την ανάγκη να προσφέρει. Τότε φέρνει το χέρι πάνω στην καραμελένια της θηλή και πιέζει με τα δύο δάχτυλα τη ρώγα της, έτσι όπως έχει δει σε περιοδικά της μητέρας και του πατέρα της να κάνουν οι γυναίκες που έχουν μόλις γεννήσει ή και για άλλους λόγους.

Γαλάζιο νερό, κάπως γαλακτώδες και πολύ αρωματικό ξεπηδά τότε από το μαλακό δέρμα της, σαν λεπτός πίδακας ζεστής ευτυχίας. Το σαν-γάλα ζουμάκι του στήθους της διαγράφει την ημικυκλική του τροχιά και προσγειώνεται στο ανοιχτό στόμα του μικρού ζώου που πεινάει περισσότερο απ’ όλα.

Η Σοφία στύβει λίγο ακόμα και πιέζει με τα δάχτυλα τη ρώγα, να βγει καλά καλά και να στραγγίξει εντελώς το σαν-γάλα νέκταρ της, για να μην στάξει μετά εδώ κι εκεί και λερώσει τα σεντόνια. Ανάμεσα στα ορθάνοιχτα πόδια της, το μικρό της αιδοίο πάλλεται σαν ολοζώντανο μύδι. Ανοιγοκλείνει πυρετικά, αφήνοντας μια θεσπέσια μυρωδιά καμένης ζάχαρης να πλημμυρίσει τον αέρα του δωματίου. Είναι ζουμερό και αφράτο, και πολύ συχνά μπαλίτσες με αέρια ή δυο τρεις μικρές σταγόνες γαλακτώδους υγρού ξεχειλίζουν από τα θερμά χείλη του και ποτίζουν τα σεντόνια.

Τότε η Σοφία κοιτάζει τον ευγενικό κύριο κατάματα, αφήνοντας για χάρη του ένα μικρό, κοφτό γελάκι. Αυτός την παρακολουθεί άναυδος προσπαθώντας να διατηρήσει τη θέση του στην καρέκλα σταθερή και την ίδια του τη ζωή καθώς πρέπει.

Το κορίτσι αρχίζει να ντρέπεται, κλείνει τα πόδια, και γυρίζει μπρούμυτα στο κρεβάτι. Λίγες ανεξήγητες τύψεις της γαργαλούν το στομάχι απαλά μα δεν την αποκαρδιώνουν. Αποκοιμιέται σε λίγη ώρα αμίλητη, με τα ζωάκια της αγκαλιά, και τον τουρλωμένο ποπό της να ανεβοκατεβαίνει ανεπαίσθητα σύμφωνα με την αναπνοή της.

Μικρές ολοστρόγγυλες φυσαλίδες αρχίζουν τότε να αναδύονται σαν δώρο εξ ουρανού από την τρυφερή και νόστιμη τρυπούλα του πρωκτού της, γεμίζοντας το δωμάτιο με καλειδοσκοπικά χρώματα και αγγελικά αρώματα.

Δώρα που θα άξιζε να στολίζουν την επιθανάτια έναστρη νύχτα κάθε ευλογημένου θνητού, ως αποχαιρετιστήριο δώρο και παραδείσιο ξεπροβόδισμα εκείνου του γλυκύτατου χερουβείμ που τον συνοδεύει σιωπηλά προς την τελική εξαΰλωσή του.

 

Advertisements

Μαγείρεψα

φωτογραφία

12143280_10153381575677670_6341746544560185803_n

12191065_10153432638932670_1835792405372880387_n

12109028_10153398415577670_8082991830963913708_n

12107124_10153396850447670_6695360151893437282_n

11953106_10153304143327670_4942988266791075108_n

Περί σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας

πορν

.

Έκανα πρόσφατα μια βόλτα από ένα γνωστό πορνογραφικό σάιτ και πέρασα αρκετή ώρα παρακολουθώντας σκηνές πραγμοποίησης ανθρώπων, σαδομαζοχιστικών στιγμιοτύπων και λοιπών βίαιων και ακραίων περιστατικών. Το μότο ήταν σχεδόν παντού το ίδιο: μια υπεραρσενική εξουσία μετατρέπει τη γυναίκα σε ερωτικό αντικείμενο εξευτελίζοντας, υποβιβάζοντας και βασανίζοντάς την προκειμένου να αγγίξουν αμφότεροι ένα σημείο ευφορίας στο οποίο η ηθική του αφέντη και η ηθική του σκλάβου συναντιούνταν σε μια από κοινού έντονη εμπειρία.

Ενίοτε οι ρόλοι αντιστρέφονταν και τη θέση του ισχυρού έπαιρνε μια γυναίκα – αυτό όμως σπανιότερα.

Όλα αυτά διαδραματίζονταν κάθε φορά μέσα σε ένα περιβάλλον άχαρο, ψυχρό, απογυμνωμένο από οποιοδήποτε ίχνος της προσωπικότητας των πρωταγωνιστών, απανθρωποποιημένο, εξοπλισμένο με ευφάνταστα όργανα, παράξενα εργαλεία και έπιπλα αιχμαλώτισης και βασανισμού, ειδικά προσαρμοσμένα στο μενού των «ασκήσεων» στις οποίες επιδίδονταν οι πρωταγωνιστές της εκάστοτε ιστορίας.

Όπως και οι κυρίαρχοι άντρες, οι περισσότερες υποτακτικές γυναίκες δεν είχαν βρεθεί, φυσικά, κατά τύχη σε αυτά τα σκηνικά. Επρόκειτο σαφέστατα για γυναίκες των οποίων η προσωπικότητα είχε αφαιρεθεί οικειοθελώς και ο κύριος σκοπός τους ήταν η αφύπνιση, η υπηρεσία και η ικανοποίηση του αντρικού πόθου.

Αντίστοιχα, επρόκειτο για άντρες που αρέσκονταν σε ακραίες πρακτικές σεξουαλικής διάδρασης, και οι οποίοι προφανώς χρειάζονταν την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος προκειμένου να λειτουργήσουν και να απολαύσουν.

Όσον αφορά τις γυναίκες πρωταγωνίστριες, δεν ξέρω κατά πόσον η ηδονική απόλαυση του πόνου μέχρι σημείου απώλειας των αισθήσεών τους ή η τελική μεταβίβασή τους σε μια άλλη, παραληρηματική νοητική σφαίρα είχε σταθεί η πραγματική αιτία της συμμετοχής τους σε αυτά τα σκηνικά. Αγνοώ επίσης το κατά πόσον ο εξευτελισμός και η ταπείνωσή τους ήταν ικανά να τους προσφέρουν κάποιο είδος λύτρωσης, υποθέτω όμως πως προφανώς σε όλα έβρισκαν κάτι ψυχικά ανακουφιστικό και σωματικά απολαυστικό – κάτι αναγκαίο.

Συνήθως οι συμπεριφορές του είδους κάθε άλλο παρά επιπόλαιες ή αθώες είναι, και μάλλον αποσκοπούν στην κάλυψη κάποιων βαθύτερων αναγκών που αν δεν πληρωθούν κατ’ αυτό τον τρόπο, τα άτομα αδυνατούν να επιβιώσουν φυσιολογικά. Είναι αυτονόητο πως, για κάποιους ανθρώπους, η υπέρτατη σεξουαλική απόλαυση ενδέχεται να περνάει μέσα από τον πόνο, όπως για άλλους περνάει μέσα από την απόλυτη τρυφερότητα, την πλατωνική αφοσίωση ή τις οποιεσδήποτε φετιχιστικές προτιμήσεις.

Σε αυτές τις ταινίες μικρού μήκους οι αδύναμοι και ευάλωτοι ήταν συστηματικά αντικείμενα εκμετάλλευσης, ενώ οι ισχυροί και βίαιοι έπαιζαν το ρόλο του παντοδύναμου αφέντη-κυνηγού που είχε την ελευθερία να κακοποιήσει κατά βούληση το θήραμά του, ικανοποιώντας τόσο το πραγμοποιημένο ον όσο και τον εαυτό του. Είναι αυτονόητο πως η συναινετική συμμετοχή των ενήλικων πρωταγωνιστών σε αυτά τα δρώμενα, και το σαφές πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματιζόταν η πράξη, αφαιρούσε κάθε ίχνος «παρανομίας» ή «αισχρότητας» από τις κινήσεις που κάποιοι επέβαλλαν και κάποιοι υφίσταντο. Επρόκειτο καθαρά για μια δίκαιη συναλλαγή όπου το κάθε μέρος έβγαινε προφανώς με τον τρόπο του κερδισμένος.

Αρχικά σκέφτηκα πως αυτά τα σκοτεινά σκηνικά πατριαρχικής ελευθεριότητας ήταν είτε οι τόποι όπου οι προσωπικότητες και τα αισθήματα στέλνονται για να πεθάνουν επειδή έτσι αποφασίστηκε, είτε τα καθαρτήρια μιας κοινωνίας που, τουλάχιστον δια μέσου αυτών, δεν διστάζει να αποκαλύψει στον έξω κόσμο το πραγματικό της πρόσωπο, και είτε να του βγάλει τη γλώσσα κοροϊδευτικά είτε να γυρίσει το άλλο μάγουλο και να περιμένει αντιδράσεις.

Οι ρόλοι θύτης-θύμα ήταν σαφείς και αυστηρά προκαθορισμένοι, ανεξαρτήτως της όποιας ηθικής ή αισθητικής λειτουργία τους. Το παιχνίδι βασιζόταν ξεκάθαρα στην άσκηση εξουσίας. Το όλο σκηνικό ήταν στημένο ως τέτοιο, οι βαθμίδες ιεραρχίας ήταν ορισμένες εξαρχής και κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την δίκαιη και κοινώς αποδεκτή κατανομή των ρόλων.

Αναρωτήθηκα αν οι διαδικασίες αυτές αποτελούν κομμάτι αναπαραγωγής και στήριξης του κοινωνικού συντηρητισμού, εφόσον λειτουργούν χρησιμοποιώντας ως μέσον τους τον έλεγχο των σωμάτων και τις ιεραρχικές βαθμίδες. Σκέφτηκα μετά πως ο έλεγχος των σωμάτων εν προκειμένω είναι αποτέλεσμα του ελέγχου κάποιων ψυχικών μηχανισμών που λειτουργούν ως προπομποί, και σημείο εκκίνησης της ανάγκης για την υλική πραγμάτωση μιας προσωπικής ιδέας.

Είναι αυτονόητο πως οι άνθρωποι διαθέτουν την ελευθερία να παράγουν, να συμμετέχουν και να απολαμβάνουν αυτό το υλικό, όπως και οποιοδήποτε άλλο. Ο αυτοπεριορισμός της ελευθερίας ή η λογοκρισία δεν θα μπορούσαν παρά να βλάψουν την ιδέα και την πράξη της σεξουαλικής απελευθέρωσης του ατόμου. Συνεπώς, η πορνογραφία του είδους δεν διαφέρει και πολύ από άλλες μορφές έκφρασης, εντέλει.

Ένα επιπλέον σημείο στο οποίο στάθηκα νοερά ήταν εκείνο της απαρχής των πραγμάτων σε αυτό το περιβάλλον σεξουαλικής δραστηριότητας: κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται προγραμματισμένος να ασκεί βασανιστήρια πάνω σε ξένα ή οικεία σώματα προκειμένου να κατορθώσει να εξασφαλίσει την ικανοποίησή του. Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται κατέχοντας τις πολύ συγκεκριμένες τεχνικές άσκησης αυτής της συναινετικής βίας πάνω στον άλλον. Κάποιος τον εκπαιδεύει.

Αντίστοιχα, κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται με την επιθυμία ή την ανάγκη να υποστεί εξευτελισμό ή σωματικό πόνο προκειμένου να αγγίξει την σεξουαλική αποθέωση, τον οργασμό. Κάτι ή κάποιος τον διαπλάθει.

Η σαδομαζοχιστική συμπεριφορά των ατόμων είναι καταρχήν ζήτημα εγκεφαλικό, όπως και οποιαδήποτε άλλη ενστικτική λειτουργία. Καθίσταται τεχνικό σε επόμενο στάδιο, όταν δηλαδή τα άτομα αποφασίσουν ή αναγκαστούν – για οποιονδήποτε λόγο – να κάνουν πράξη αυτή τη νοερή πλευρά της ύπαρξής τους. Τότε, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία γίνεται από τρόπος ζωής μέχρι επάγγελμα.

Οι άνθρωποι είναι βουλησιαρχικά όντα. Επιλέγουν, αποφασίζουν, προτιμούν και πράττουν βάσει όσων βιώνουν, παρατηρούν και ασκούν. Αυτό τους καθιστά τόσο ελεύθερους όσο και υπεύθυνους για τις συνέπειες των επιλογών τους.

Κλείνοντας τον υπολογιστή σκέφτηκα πως εν κατακλείδι, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία είναι, πέρα από τρόπος ζωής για μερικούς, άλλος ένας ικανός τρόπος διασκέδασης για άλλους, ειδικά όταν απεικονίζεται ως ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα και όχι ως βαριά βιομηχανία. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η εμπορική εκμετάλλευση του σεξ μέσω της αγοραίας πορνογραφίας τείνει να καταστεί εργαλείο κοινωνικής και ηθικής χειραγώγησης εφόσον τυγχάνει ολοένα και ευρύτερης μαζικής αποδοχής.

Αντίστοιχα, δεν γίνεται να αρνηθούμε πως, από μια άλλη άποψη, η ιδιωτική άσκηση πορνογραφικού σεξ παρεκκλίσεων, φετιχιστικών συμπεριφορών, και οιωνδήποτε συναινετικών πρακτικών εμπνέουν τους μετέχοντες, θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο δικαίωμα του ατόμου, αλλά έως και επαναστατική πράξη.

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα αυτά, και πέρα από θεωρητικές αναλύσεις ή βερμπαλιστικούς συλλογισμούς, αν δεχτούμε πως η πνευματική αναγέννηση περνάει αναμφισβήτητα μέσα από το σώμα, οφείλει κανείς να παραδεχτεί τουλάχιστον πως η σαδομαζοχιστική πορνογραφία εξιδανικεύει αυτό που ελλιπώς προβάλλει, λειτουργώντας ως διεγερτική χρυσόσκονη στις καθησυχαστικές μας βεβαιότητες, στην ενοχική ηθική και στα στεγανά της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας.

Άρα το να προσπαθεί κανείς να θέσει πρότυπα ομορφιάς, να ακολουθήσει επίκαιρες τάσεις ή να αναζητήσει «μοντέρνους» τρόπους διέγερσης δια μέσου της σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας για το θεαθήναι ή για αστεϊσμό είναι μάλλον μάταιο. Η πορνογραφική κουλτούρα, εν προκειμένω, θα ήταν σαφώς χρησιμότερο να αντιμετωπίζεται σαν έντιμη, συνειδητή επιλογή που στοχεύει στην εμβάθυνση και στην καλλιέργεια ενός φαντασιακού το οποίο δεν αποσκοπεί πουθενά αλλού πέρα από τη βαθιά συγκίνηση, ενίοτε ψυχοθεραπευτική, που το σεξ μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους.

Μαγείρεψα

Κοτοπουλο

Πατατες

Μακαρονια

Ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει

ESTOn

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του περιοδικού έστω, τον Δεκέμβριο 2014)

 

Υπάρχει ένας αλάθητος τρόπος να καυτηριάζεις μια πληγή, ένα συναίσθημα, μια έξη.

Στη διαδικασία αυτή, η δυσφορία είναι φυσικά αναμενόμενη: καμία χειρουργική επέμβαση δεν έχει πλάκα.

Όταν όμως πρόκειται για θέμα ζωής ή θανάτου, σαφώς προτιμάς να διασχίσεις έναν κάμπο με αγκάθια παρά να περιμένεις να βγουν τα φίδια να σε φάνε.

Ο τρόπος αυτός είναι μάλλον απλός ως προς τη σύλληψή του.

Το άρρωστο «κάτι» συνήθως χτυπιέται καλύτερα με τα δικά του μέσα.

Η πληγή χτυπιέται με νυστέρι που την σκάβει λίγο περισσότερο για να την καθαρίσει.

Το συναίσθημα παλεύεται με τα τραγούδια/μέρη/λόγια/εικόνες που το έχτισαν και το συνόδευαν όσο διαρκούσε αμφίπλευρα το πάθος (τόσο ώστε να γίνεις αναίσθητος σε αυτά).

Και η έξη χρειάζεται μια νέα έξη για να αποδομηθεί, και σιγά σιγά να σβήσει.

Είναι σκληρό να πρέπει κάποιες φορές να αποχωρίζεσαι αιφνιδίως πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους που έχεις αγαπήσει βαθιά, ερωτικά κυρίως.

Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως, ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της ανατροπής. Της διάψευσής τους.

Κανένας βέβαια δεν το σκέφτεται αυτό όταν τις εγκαινιάζει.

Όπως οι έφηβοι και οι νεαροί, έτσι και οι ερωτευμένοι οικειοποιούνται το αίσθημα – ή έστω την εντύπωση – της αθανασίας.

Οι νέοι έχουν την ωραία ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατοι σωματικά και ψυχικά, και οι ερωτευμένοι πως η σχέση τους είναι μοναδική, και ποτέ δεν θα λήξει.

Είναι όμορφοι οι θιασώτες του ανέφικτου, ακριβώς επειδή προσδίδουν – έστω και προσωρινά – ένα ανθρώπινο πρόσωπο στις κατεξοχήν απάνθρωπες καταστάσεις: στο χρόνο που περνά και στην φθορά των πάντων.

Διασκεδάζουν τις εντυπώσεις όσων σοφότερων πέρασαν ήδη από εκεί και γνωρίζουν όσα αυτοί αρνούνται να πιστέψουν.

Ενίοτε, τους βοηθούν να παραβλέψουν, ή έστω να λησμονήσουν για λίγο την ματαιότητα της ύπαρξης και να τοποθετηθούν μέσα σε ένα δανεικό ιδανικό πλαίσιο, που ναι μεν δεν τους ανήκει οριστικά, από την άλλη όμως επιδρά ανακουφιστικά, και τους ανανεώνει.

Με την ίδια λαχτάρα και θαυμασμό που ένας γέροντας κρατά στα πόδια του και χαίρεται με ένα μωρό παιδί που του χαμογελά και του μεταδίδει κύματα ζωής και διάρκειας που στην ουσία ο ίδιος δεν έχει , οι ενήλικες επωφελούνται από την έξαψη των νεαρών που θεωρούν πως είναι μοναδικοί και άτρωτοι σε αυτό τον κόσμο. Και αυτό, όχι μόνον όσον αφορά στις ανύπαρκτες ακόμη ρυτίδες τους ή τα ακόμη δροσερά τους χείλη, αλλά και στο εύρος και στην ισχύ των αισθημάτων τους, που τα χειρίζονται και τα επιδεικνύουν ως αναλλοίωτα και μοναδικά στην πλάση.

Τα παραμύθια είναι όμορφα, ποτίζουν τις ψυχές και διευκολύνουν τον ύπνο των δικαίων.

Όσο μεγαλώνουμε και χάνουμε αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων την πίστη μας σε αυτά,

τόσο θεριεύει μέσα και γύρω μας ο κίνδυνος της αναπόφευκτης ξηρασίας.

Όμως σε περιστάσεις σαν αυτήν τα λόγια είναι μάταια, περιττά, και λίγα.

Και τούτο εδώ το κείμενο γράφτηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα σε μια βόρεια πόλη με βροχή,

μόνο και μόνο για να επιχειρήσει να παραπονεθεί διακριτικά,

να βγάλει λίγη πίκρα απέναντι στις προτετελεσμένες διαδρομές που υποχρεούνται να διανύουν όλα τα πράγματα του κόσμου.

Winter in Japan

WINTERinJAPAN

Εκείνο το χειμώνα που θα ζήσουμε στην Ιαπωνία, όλοι οι δρόμοι θα είναι αποκλεισμένοι από τα χιόνια. Θα είναι δύσκολος και μακρύς – έτσι θα λένε οι εκφωνητές στο ραδιόφωνο και θα τρίβουν πίσω απ’ το μικρόφωνο τα χέρια τους, και θα φυσάνε χνώτο στις παλάμες τους πίνοντας σακέ για να ζεσταθούν μέσα στο ραδιοφωνικό σταθμό όπου θα είναι εγκλωβισμένοι. Η πόλη θα είναι ακινητοποιημένη και σιωπηλή. Τίποτε δεν θα κινείται, πέρα από το φως των φαναριών που θα κουνιούνται μπρος πίσω από τον αέρα. Παντού ησυχία και σεβάσμια παγωνιά. Μια παγωνιά αιώνων.

Με κάποιο τρόπο οι προμήθειες που θα υπάρχουν στο κελάρι μας θα επαρκούν για να μας ταΐσουν αρκετές εβδομάδες – μπορεί και μήνες. Μπισκότα καλαμποκιού, κονσέρβες τυριού, ξηροί καρποί, ζάχαρη, παστό χοιρομέρι και ψάρια στο βαρέλι. Τα βράδια θα ανάβουμε το τζάκι, θα καπνίζουμε τα στριφτά τσιγάρα σου και θα πίνουμε ζεστό κρασί. Τότε θα νιώθουμε πως ο κόσμος δεν υπάρχει. Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα μπορούμε να είμαστε ρεαλιστές. Πράγματι, ο κόσμος δεν θα υπάρχει, αφού στην πόλη δεν θα συμβαίνει τίποτα, και την πόρτα μας δεν θα την χτυπά ποτέ κανένας.

Θα ανακαλύψουμε πώς είναι να ζει κανείς μια ξέγνοιαστη ζωή. Ενήλικοι κι ελεύθεροι, αν υποθέσουμε πως αυτό μπορεί στις μέρες μας να υπάρξει. Εγκλωβισμένοι στο αδιέξοδο του χειμώνα, θα καταλάβουμε πόσο ευχάριστες είναι κάποιες μορφές σκλαβιάς και θα απολαμβάνουμε την ομορφιά τους.

Θα πλένω στο χέρι τα μάλλινα πουλόβερ σου και θα μου μαγειρεύεις μπιφτέκια με μανιτάρια και καυτερά μπαχαρικά σε ένα παμπάλαιο τηγάνι. Θα σε ρωτάω ποια είναι η γνώμη σου για την ειλικρίνεια και την απάτη, και θα μου λες πως στο παρελθόν μας κρύβεται ένα τεράστιο απόθεμα υποθηκευμένης αγάπης που δεν γίνεται με τίποτα να εξαπατηθεί. Κάθε μέρα θα χάνουμε και λίγο από τον πολιτισμό που θα έχουμε κουβαλήσει μαζί μας μπαίνοντας σε αυτό τον χειμώνα, και τότε θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε πώς είναι στ’ αλήθεια να ζεις, ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν άνευ όρων. Εξάλλου, και οι δυο θα έχουμε καταλάβει πια πως ο μόνος τρόπος για να κατακτηθεί και να μεγαλώσει ελεύθερα μια αγάπη σαν αυτήν που μου έχεις φυτέψει στην καρδιά, είναι μέσα στην απομόνωση ενός παγερού, δύσβατου ιαπωνικού χειμώνα, όπου ο κόσμος γύρω μας θα έχει πάψει να υπάρχει εντελώς, και ο καθένας μας θα είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του. Ίσως λιγάκι και για τον άλλον. Και ως εκεί.

 

 

Γλυκό σοκολάτα

Ήταν περασμένες επτά όταν βγήκαμε στο μπαλκόνι και καθίσαμε με τα πόδια πάνω στα κάγκελα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις γειτονικές πολυκατοικίες και ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά με διάφανα σύννεφα. Αράξαμε και κοιταχτήκαμε συνωμοτικά.

Οι καρέκλες του σκηνοθέτη άφηναν την πλάτη να βουλιάζει όμορφα στο δροσερό πανί τους. Η πλατεία είχε κόσμο, πολύ κόσμο, ως συνήθως. Στην οδό Θεμιστοκλέους δε νιώθεις ποτέ μοναξιά. Χαζεύαμε τους περαστικούς καπνίζοντας και περιμένοντας να γίνει το κέικ σοκολάτα που ψηνότανε στο φούρνο. Έφτιαξα τούρκικο καφέ με άρωμα μαστίχα, έφερα και δυο σφηνάκια λικέρ μαστίχα χιώτικη ορίτζιναλ για συμπλήρωμα και ανάψαμε καινούρια τσιγάρα ρουφώντας τη μυρωδιά της σοκολάτας από την κουζίνα που έκανε την κουρτίνα να θροΐζει σαν ανοιξιάτικο αεράκι.

Οι γλάστρες μας ήταν καταπράσινες. Η καινούρια σου γαρδένια αρωμάτιζε τον αέρα με μια βαμβακερή μυρωδιά παιδικής ηλικίας. Οι κάκτοι μου κοτσονάτοι και αμυντικοί περίμεναν να πέσει το βράδυ. Οι τριανταφυλλιές και ο δυόσμος τσάκιζαν τα πεζούλια με την ευωδιά τους. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα του Απρίλη, κι εμείς οι δυο απολαμβάναμε ακόμα και το παραμικρό ψιχουλάκι ζωής που περνούσε από μπροστά μας.

Το γλυκό έκαιγε στο φούρνο αλλά δεν κρατιόμασταν. Έβαλα τέσσερα αχνιστά κομμάτια μέσα σε ένα πιάτο και τα περιέλουσα με το σιρόπι μαύρης σοκολάτας που ονειρευόσουν από το πρωί. «Τι καλά που έριξες μέσα αμύγδαλο, κεράσι και λεβάντα!», αναφωνούσες πού και πού με τα δάχτυλα βουτηγμένα στο σιρόπι.

Τρώγαμε μαζί, γελώντας με τις πηρουνομαχίες που ξεσπούσαν όταν σημαδεύαμε την ίδια μπουκιά. Μετά έτρεξες μέσα κι έφερες υποβρύχιο τριαντάφυλλο με παγωμένο νερό, «μισή κουταλίτσα όλο κι όλο, ίσα να φύγει η πικρίλα της σοκολάτας», είπες και ξεκαρδίστηκες σαν τρίχρονο παιδί.

Μιλάγαμε για ώρες, ούτε που κατάλαβα για πότε νύχτωσε.

Με τα πόδια τεντωμένα στα κάγκελα, χωρίς να αλλάξουμε θέση, φλυαρούσαμε ακατάπαυστα παρακολουθώντας ζωή που έκανε παρέλαση στην πλατεία Εξαρχείων. Έφευγε αφήνοντας πίσω της την αύρα του καλοκαιριού που ετοιμαζότανε να ανθίσει. Σκέφτηκα πως η Αθήνα ήταν ανέκαθεν ο αγιάτρευτος έρωτάς μου, ακόμα κι όταν μερικές φορές αρνιόμουν να το παραδεχτώ. Άσχημη, βρώμικη, μεγάλη, συναρπαστική, ασύγκριτη, μαγευτική, απορροφητική σαν αφράτο κουζινόχαρτο που διψάει για χυμένο λάδι.

Σιγά σιγά οι γύρω πολυκατοικίες γέμισαν φωτισμένα παράθυρα και ανεμοκουρτίνες. Κάπως αργότερα το φεγγάρι ανέβηκε σε απόσταση αναπνοής από την πολυκατοικία μας κι εμείς απλώναμε τα χέρια για να το φτάσουμε γελώντας. Μερικά περαστικά συννεφάκια μας ειδοποίησαν πως εκεί ψηλά οι αέρηδες φυσούσαν ζόρικα. Στην πόλη όμως χαμηλά είχε δροσιά, ο αέρας μύριζε άνθος νεραντζιάς ανάμεικτο με το γειτονικό σουβλάκι.

«Μην ανάψεις φως, θα μαζευτούν κουνούπια», μου είπες και μου άπλωσες το χέρι. Με είδες που αναρωτιόμουν και μου είπες εντελώς φυσικά: «Μερικές φορές δεν πας κάπου απλώς φεύγεις από κάπου».

Μονομιάς ένιωσα πως εκείνο το βράδυ οι απορίες και οι ανασφάλειές μου διαλύονταν σαν τη βανίλια τριαντάφυλλο μέσα στο παγωμένο σου νερό. Συνέχισα περίσκεπτη να παρακολουθώ τους αόρατους βοριάδες που κυνηγούσαν τα αθώα συννεφάκια στην άκρη του ουρανού μέχρι που έπεσε δροσιά και τότε σηκωθήκαμε να μπούμε μέσα.

(Στη Μαρία Κ.,  που πίνει καφέ στην Place d’ Armes) 

Το απόσπασμα του Φώτη

Έξω από το παράθυρό μου κάποιος βρίζει θεούς και δαίμονες. Βλαστημάει και χτυπιέται, τρέχα γύρευε γιατί. Πρέπει να είναι πιωμένος, ίσα που στέκεται στα πόδια του.

«Θα σας σκοτώσω όλους, βρωμοκαργιόλες!», κραυγάζει κουνώντας τις μπουνιές του προς πάσα κατεύθυνση.

Τώρα μόλις κλώτσησε έναν κάδο σκουπιδιών και διπλώθηκε στα δύο από τον πόνο. Προφανώς ο κάδος είναι γεμάτος και δεν κουνήθηκε ρούπι. Το έχω συνηθίσει πια όλο αυτό το πανηγύρι, δεν με πειράζει. Τα μεσημέρια μαζεύεται στο δρόμο κάθε καρυδιάς καρύδι και γίνεται χαμός. Μεθυσμένοι, μαστουρωμένοι, σεκλετισμένοι, τρελοί, όλοι εδώ τριγυρνάνε. Τέτοια περιστατικά αποτελούν την ημερήσια διάταξη της ζωής μου. Στην αρχή εντυπωσιαζόμουν, τώρα όμως όλα αυτά μου είναι απλώς αδιάφορα.

Τα βράδια το πεζοδρόμιο γεμίζει γυναίκες. Κάτω από τη λάμπα της ΔΕΗ τριγυρνάνε όλες τους, σαν τις πυγολαμπίδες. Έτσι όπως κόβουν βόλτες πάνω κάτω τα ρούχα τους γυαλίζουν σαν ψεύτικα. Μοιάζουν με κούκλες που κατέβηκαν από το ράφι και βγήκαν παγανιά. Συνήθως περπατάνε δυο δυο πιασμένες αγκαζέ, αλλά πολλές φορές καθεμιά ακολουθεί το δικό της δρομολόγιο. Ο καπνός από τα τσιγάρα τους μου θυμίζει πάχνη ή μικρά σύννεφα που διαλύονται στην καταχνιά. Μερικά βράδια, έτσι όπως κάθομαι και τις κοιτάζω, νομίζω πως βρίσκομαι στο σινεμά και όχι στο δωμάτιό μου.

Οι περισσότερες κοπέλες είναι τακτικές. Έχω αρχίσει και μαθαίνω μέχρι και τα ονόματά τους. Χτες το βράδυ η Σήλια έφυγε με έναν μηχανόβιο που τη γυρόφερνε κάμποση ώρα μέχρι να αποφασίσει να την πάρει και τελικώς επέστρεψε τρεκλίζοντας περασμένα μεσάνυχτα. Καθώς διέσχιζε το δρόμο με τα χοντροτάκουνά της σκόνταψε και σωριάστηκε στην άσφαλτο φαρδιά πλατιά. Τα κορίτσια ορμήσανε και τη σηκώσανε σα σακί. Ο περιπτεράς έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο και έτρεξε να της βρέξει το πρόσωπο αλλά αυτή τον έδιωξε χειρονομώντας άγαρμπα. Λένε πως είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της μα εκείνη είναι καψούρα με έναν πελάτη που έρχεται και την παίρνει κάθε Σάββατο με τη Μερσεντές του, κι έτσι δεν του δίνει σημασία. Δεν ξέρω βέβαια αν όλα αυτά είναι αλήθεια ή απλές φήμες κι ούτε ρωτάω περαιτέρω.

Στο πόστο της περίμενε η Λίνα, που τον τελευταίο καιρό δε σταυρώνει πελάτη για πελάτη. Η Λίνα είναι κοντή και αδύνατη, με μαύρα μαλλιά και σκουλαρίκι στη μύτη. Είναι δεν είναι σαράντα κιλά. Είναι τόσο χλωμή που λες πως πάσχει από Μεσογειακή Αναιμία. Μοιάζει με μαθήτρια λυκείου που έκανε κοπάνα από τα Λατινικά και κατέβηκε στους δρόμους.

Χτες την παρακολουθούσα καθώς γυρόφερνε αμίλητη το περίπτερο και κάθε που περνούσε αυτοκίνητο πεταγότανε στο δρόμο και άνοιγε το χέρι της σα βεντάλια μπροστά στο παρμπρίζ. Φαίνεται άκεφη τώρα τελευταία, δεν ξέρω γιατί, κι ίσως αυτό να το καταλαβαίνουν οι πελάτες και να αποφεύγουν τα πολλά πολλά μαζί της. Λένε πως είναι χωμένη ως το λαιμό στην ηρωίνη και πως κάνει πεζοδρόμιο μόνο και μόνο για να εξασφαλίζει τη δόση της. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα πάντως είναι πως η Λίνα δείχνει να αισθάνεται διαρκώς ένοχη αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το γιατί.

Η Πωλίνα είναι Νιγηριανή. Είναι η μόνη ξένη στην περιοχή, όλες οι υπόλοιπες λένε πως είναι Ελληνίδες. Εγώ ξέρω πως οι μισές είναι Αλβανές και οι άλλες μισές Ρωσίδες, αλλά δε μου πέφτει λόγος, οπότε γιατί να ασχοληθώ; Καμιά φορά, τα απογεύματα, η Πωλίνα πλησιάζει στο παράθυρο και λέμε καμιά κουβέντα. Έχει ένα γιο τριών χρονών που μένει με τη μάνα της σε μια γκαρσονιέρα στα Λαδάδικα. Άντρα δεν έχει. Μαζεύει λεφτά για να αγοράσει σπίτι και σκέφτεται σε δυο τρία χρόνια να παρατήσει το πεζοδρόμιο και να ανοίξει κομμωτήριο. Τις προάλλες μου έλεγε πως έχει σπουδάσει κομμώτρια στην πατρίδα της και πως διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα για να ανοίξει δική της επιχείρηση. Μόνο τα φράγκα δεν έχει, γι’ αυτό και κάνει αυτή τη δουλειά μέχρι να τακτοποιηθεί και να φύγει.

Η Έλσα είναι η γηραιότερη της παρέας. Κοντεύει τα σαράντα κι είναι ακόμα στο κλαρί. Οι άλλες την κοροϊδεύουν πίσω από την πλάτη της γιατί το πρόσωπό της είναι σπασμένο και τα βυζιά της πλαδαρά. Ντύνεται πιο φανταχτερά απ’ όλες, ίσως για να αντισταθμίσει αυτή τη διαφορά. Κάθε βράδυ εμφανίζεται με διαφορετικό χρώμα περούκα και κάτι χοντρά δαχτυλίδια που κάνουν τα δάχτυλά της να μοιάζουν με πάγκους παιχνιδιών. Τα μπούτια της ξεπροβάλλουν σαν παραγεμισμένα λουκάνικα κάτω από τη στενή φούστα και την κάνουν να φαίνεται κάπως αστεία. Έτσι όπως βηματίζει αργά και κουνιστά στο δρόμο μοιάζει με κούκλα, από εκείνες τις φουσκωτές που πουλάνε στα σεξομάγαζα. Όταν γελάει ο δρόμος αντηχεί από τη βραχνή φωνή της που είναι σα να βγαίνει από πηγάδι. Αν δεν την δει κανείς πως είναι αυτή μπορεί να νομίσει ότι γελάει άντρας.

Θυμάμαι ένα βράδυ έσκασε μύτη ένα πρεζόνι και άρχισε να φοβερίζει τα κορίτσια με ένα σουγιά για να τους πάρει την είσπραξη. Τις στρίμωξε δίπλα στα ουρητήρια του πάρκου και χειρονομούσε προς το μέρος τους σαν παλαβός. Ο περιπτεράς δεν έβγαλε άχνα, στην πλατεία ψυχή. Εγώ καθόμουν ως συνήθως στο παράθυρο και χάζευα την κίνηση πίσω από την κουρτίνα. Μόλις είδα την Πωλίνα να ανοίγει την τσάντα της και να του χώνει ένα μάτσο χαρτονομίσματα στο χέρι άνοιξα το τζάμι κι έβαλα μια φωνή που τους έκανε όλους να μείνουν κόκαλο.

«Ουστ από δω, ρε αλήτη!», φώναξα βγάζοντας έξω το κεφάλι. «Θα φωνάξω την αστυνομία, τσακίσου από δω ρεμάλι», και πάτησα και μια σφυριξιά που κουφάθηκε το σύμπαν.

Ήμουν με τη φανέλα και το σώβρακο, αλλά δεν χαμπάριαζα Χριστό. Αν χρειαζόταν δεν το είχα σε τίποτα να σαλτάρω στο δρόμο και να τον πάρω στο κατόπι. Το πρεζόνι τα χρειάστηκε. Το ‘βαλε στα πόδια και χάθηκε στο πάρκο ώσπου να πεις κύμινο.

Μετά από αυτό οι κοπέλες μαζεύτηκαν μπουλούκι μπροστά στο περίπτερο και φωνάζανε. Το μόνο που παρατήρησα έπειτα ήταν πως ο περιπτεράς συνέχισε να λουφάρει κάνοντας την πάπια και μετά από λίγο κατέβασε ρολά κι έφυγε.

Εδώ και τόσους μήνες που ζω στη Θεσσαλονίκη οι μόνες μου παρτίδες με κόσμο είναι με τα κορίτσια της γειτονιάς. Με αυτές λέω καμιά κουβέντα πού και πού. Με τη γειτονιά κρατάω αποστάσεις. Στο εργοστάσιο δεν έχω πάρε δώσε με κανέναν. Πάω, κάνω τη δουλειά μου και μετά γυρίζω σπίτι μου. Με τους συναδέλφους δε θέλω και πολλά πολλά, άλλωστε δεν έχω βρει και κανέναν που να μου ταιριάζει. Προτιμώ να είμαι μόνος μου παρά με κάποιον που δεν θα έκανα πραγματικά κέφι.

Στο διαμέρισμά μου είμαι ευχαριστημένος. Είναι κεντρικό και φτηνό. Όταν το νοίκιασα είχε κάμποσα μερεμέτια που τα κανόνισα μόνος μου σιγά σιγά κι έτσι είχα μια μικρή έκπτωση στο νοίκι. Έκανα τα βαψίματα, έτριψα το πάτωμα που έμοιαζε με καψαλισμένο αλουμινόχαρτο και πέρασα καινούρια πλακάκια στην κουζίνα.

Μαγειρεύω κάνα φαγάκι πού και πού, αλλά συνήθως τσιμπάω έξω. Τα βράδια χαζεύω λίγο στην τηλεόραση, ακούω ραδιόφωνο ή ρίχνω πασιέντζες μέχρι να νυστάξω και να πέσω για ύπνο. Τα Σαββατοκύριακα κάνω γενική καθαριότητα και τα ψώνια της εβδομάδας από τη λαϊκή. Όποτε έχω κέφι κάνω και καμιά βόλτα στην παραλία, πίνω κάνα καφέ και διαβάζω εφημερίδα. Τον υπόλοιπο καιρό μένω μέσα, διαβάζω τα γράμματα, χαζεύω τα κορίτσια στο δρόμο ή δεν κάνω απολύτως τίποτα.

Την τελευταία φορά που έφερα την Έλσα στο σπίτι ήταν πριν κάνα μήνα. Συνήθως αποφεύγω να καλώ την ίδια κοπέλα δεύτερη φορά, τουλάχιστον όχι συνεχόμενα. Εκείνες τις μέρες όμως περνάγαμε καλά μαζί, κι έτσι έκανα μια εξαίρεση. Η αλήθεια είναι πως το σεξ δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου.  Στο κρεβάτι πέφτω σχεδόν υποχρεωτικά, ίσως πιο πολύ επειδή έτσι συνηθίζεται ή για να μην έχουνε να λένε παρά επειδή το χρειάζομαι.

Τις προάλλες που καθίσαμε παρέα και τα λέγαμε μου ανοίχτηκε ακόμα πιο πολύ. Ένιωσα πως εκείνο το βράδυ αρχίσαμε να γινόμαστε πραγματικοί φίλοι. Πλησιάσαμε ο ένας τον άλλον με έναν παράξενο τρόπο, σχεδόν ανησυχητικά ανθρώπινο για τα προσωπικά μου δεδομένα. Μου μίλησε για το σπίτι της, για τα παιδικά της χρόνια, για τον αδερφό της που ήταν από άλλη μάνα και που τον ερωτεύτηκε μέχρι θανάτου κάπου στα δεκατέσσερα. Αφού έγινε ό, τι έγινε μεταξύ τους, κάποια στιγμή μαθεύτηκαν τα μαντάτα στο χωριό και ξέσπασε ο μεγάλος καυγάς που την ανάγκασε να τα μαζέψει και να φύγει άρον άρον. Νύχτα και στα κρυφά, ολομόναχη. Κι ο αδερφός να κάνει πως δεν την ξέρει.

«Αυτό με πείραξε χειρότερα απ’ όλα. Μου’ κανε την καρδιά κομμάτια», μου είπε κατεβάζοντας τη μια ρακή μετά την άλλη. «Ας είχε γίνει ό, τι έγινε, φτάνει να ήξερα πως όλο αυτό το νταραβέρι άξιζε κάτι και πως η ζωή μου δεν είχε καταστραφεί για μια παραμύθα».

Εγώ δεν ήξερα τι να της πω. Καλά καλά ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να βοηθήσω όταν χρειάζεται, πού να δώσω και συμβουλές στον κόσμο; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να της ανοίξω την καρδιά μου όπως είχε κάνει και αυτή. Ποτέ μέχρι τότε δεν είχα μιλήσει σε κάποιον τόσο ειλικρινά. Ούτε καν στο Χρήστο που είναι φίλος από τα παιδικά μου χρόνια και ξέρω πως θα έβαζε για μένα το χέρι στη φωτιά.

Της είπα για τη μάνα μου, για τα γράμματα του πατέρα, για τη ζωή μου στο χωριό. Όλη νύχτα καθόταν και άκουγε τα εσώψυχά μου. Ήμασταν συγκινημένοι και όλα φαίνονταν παράξενα οικεία. Κάπως έτσι ξεστόμισα κι αυτό που ποτέ άλλοτε δεν είχα τολμήσει να ομολογήσω σε άνθρωπο όλα αυτά τα χρόνια. Δεν μέτρησα τα λόγια μου, της μίλησα ελεύθερα, δίχως να φοβάμαι. Με το που τέλειωσα την κουβέντα μου ένιωσα πως εκείνο το αβάσταχτο βάρος που με έπνιγε από μικρό παιδί είχε κάνει μονομιάς φτερά αφήνοντάς με επιτέλους να αναπνεύσω ελεύθερα.

Η Έλσα δεν αντέδρασε μπροστά στα νέα. Νομίζω πως δεν ξαφνιάστηκε καν. Παρέμεινε ήρεμη, με το χέρι της να σκεπάζει συνέχεια το δικό μου, χαμογελώντας βουβά. Ένιωθα πως η σιωπή της είχε μια ανεξήγητη σοφία, ένα βάρος σημαντικό και ανεξιχνίαστο. Ήταν μια σιωπή πιο φλύαρη κι από ένα εκατομμύριο λέξεις. Ανάψαμε κι άλλα τσιγάρα, ήπιαμε κι άλλη ρακή. Προς τα χαράματα πέρασε το χέρι της γύρω από τους ώμους μου και με φίλησε με κάτι που έμοιαζε με πραγματική αγάπη, ξαφνικά.

«Το είχα καταλάβει από την πρώτη στιγμή που σε είδα. Απόψε αναγνώρισες για πρώτη φορά τον εαυτό σου, κι αυτό μόνο σε καλό μπορεί να σου βγει», ήταν το μόνο που μου είπε κλείνοντας αθόρυβα πίσω της την πόρτα.

Εκείνο το βράδυ η Έλσα δεν δέχτηκε λεφτά. Βγήκε από το σπίτι μου κοιτώντας με γλυκά, με ένα χαμόγελο όμοιο με εκείνο που θυμόμουν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του φύλακα αγγέλου της πλαστικής εικονίτσας που κρεμόταν πάνω από το κρεβάτι μου όταν ήμουν παιδί και φοβόμουν τα σκοτάδια, τις σκιές, τη μητέρα μου και τα ανομολόγητα μυστικά.

Αν…

Αν ήταν όλα διαφορετικά, τι θα θέλαμε να αλλάξουμε στον κόσμο;///Ένας φίλος μου έλεγε χτες: «Εκείνη την εποχή χτύπαγα το κεφάλι μου στον τοίχο με μανία. Αλύπητα! Ήξερα πως είτε αυτό το κεφάλι έπρεπε να σπάσει είτε αυτός ο τοίχος να φύγει από κει. Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε…»///Ο ίδιος φίλος, τσιτάροντας μια ατάκα από ένα γνωστό βιβλίο, μου είπε πως είναι ειδικός στο να χάνει το χρόνο του και αυτή τη στιγμή είναι απασχολημένος με το να προετοιμάζει ήσυχα ήσυχα το επόμενο λάθος του///Μιλήσαμε πολύ, το απόγευμα ήταν γεμάτο και ζάμπλουτο, αληθινά πληρωτικό///Του εξήγησα πως όταν βρισκόμαστε μαζί έχω πάντα την εντύπωση πως τούτη εδώ η πόλη δεν είναι άδεια///Και πως τον βρίσκω σπουδαίο επειδή το βλέμμα του τρέχει σε χίλια σημεία ταυτόχρονα, ίδια με το μυαλό του///Κατεβάζαμε τα ποτήρια το ένα μετά το άλλο και κουβεντιάζαμε ζωηρά, καθισμένοι αντικριστά σε ένα ξύλινο τραπεζάκι που κάποιος μαγαζάτορας είχε βγάλει στο πεζοδρόμιο///Ο δρόμος ήταν ψιλοήσυχος, ο αέρας μύριζε κάποιο άγνωστο άνθος///Ακόμα και άγνωστα όμως, τα άνθη ευωδιάζουν γλυκά σε όποιο γεωγραφικό πλάτος και μήκος κι αν βρίσκεται κανείς///Η άνοιξη ήταν φίλη μου χτες, μου φέρθηκε ωραία///«Έχασα την πτήση μου για Αθήνα επειδή εξερράγη ένα ηφαίστειο στην Ισλανδία και γέμισε ο ουρανός με τσιμεντόσκονη«, μου είπε έκθαμβος///Σε πόσους ανθρώπους μπορεί να συμβεί αυτή η παράλογη σκηνή κάποια στιγμή στη ζωή τους και μετά να καθίσουν να την διηγηθούν σε κάποιον, αναρωτήθηκα///Περνάει χρόνος, φεύγει σα νεράκι, σκορπίζονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα οι ώρες και οι μέρες, χαϊδεύοντάς μας τον ώμο απαλά///Όποιος καταλάβει κατάλαβε, το φιλικό χάδι δεν επαναλαμβάνεται αυτούσιο για δεύτερη φορά///Ένας άλλος φίλος μου, πριν λίγες μέρες, κατέβηκε στο κέντρο μια πόλης για να με δει, και η πρώτη κουβέντα που μου είπε ήταν: «Και η μάνα μου να με παρακάλαγε, εδώ δεν θα ερχόμουν///Κι όμως, ήξερε πως αν δεν βλεπόμασταν εκείνο το βράδυ έστω για μία ώρα με το ρολόι, δεν θα βλεπόμασταν για μήνες. Επέστρεψε λοιπόν την καθορισμένη βραδινή ώρα στη γειτονιά όπου εργάζεται ολημερίς και την οποία σιχαίνεται κυριολεκτικά, στήθηκε δίπλα στον «πιο σιχαμερό περιπτερά του κόσμου» και μόλις με είδε με φώναξε με το ονοματεπώνυμό μου και με πήρε αγκαζέ///Ήπιαμε μπίρες και καφέδες, εξομολογηθήκαμε μυστικά, χαζέψαμε τους περαστικούς στην ανηφόρα, γκρινιάξαμε και κουτσομπολέψαμε και στο τέλος αγκαλιαστήκαμε και είπαμε εις το επανειδείν με τα μάτια και την καρδιά γεμάτη///Αν όλα ήταν διαφορετικά τι θα θέλαμε να αλλάξουμε στον κόσμο;///Όπως και να ήταν τα πράγματα, προσωπικά το μόνο που δεν θα άλλαζα ποτέ είναι οι εντιμότατοι φίλοι μου///Αυτοί οι δυο και μερικοί άλλοι, παλιόπαιδα κανονικά, για τους οποίους θα μιλήσω σε άλλο καρέ, και που δίχως αυτούς νιώθω διαρκώς πως μου λείπει ένα χέρι, ένα πόδι, το μισό μου μυαλό και ολόκληρη η χαρά μου///Τα σέβη μου.

(Αν…τώνη και Γιώργο, το άσμα στο loud παρακαλώ)

Ένας κινηματογραφικός έρωτας

Αυτά τα δύο χρόνια που κράτησε η σχέση μας ήμασταν καλά μαζί. Τον αγαπούσα και το ήξερε. Μπορεί να μην είμαι άνθρωπος των παχουλών λέξεων, οι πράξεις μου όμως πίστευα ότι μιλούσαν για μένα. Κι από πλευράς του έπαιρνα κάτι που έμοιαζε με αγάπη, ακόμα κι αν δεν ήμουν ποτέ σίγουρη για όσα είχε τελικά μέσα στο νου του. Μου αρκούσε όμως αυτό που μου έδινε, με είχε εκπαιδεύσει να βολεύομαι με το ελάχιστο. Όποιος μας έβλεπε μαζί μας έλεγε πως μοιάζαμε σα να είχαμε βγει από παλιά ελληνική ταινία. Το βράδυ που μου είπε πως σκόπευε να φύγει οριστικά κόντεψα να μείνω στην καρέκλα.

«Χαραμιζόμαστε. Πέφτουν τα’ άστρα μέσ’ τη λασπουριά, μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι, μωρό μου», είπε και άνοιξε ένα καινούριο πακέτο Καρέλια. «Αύριο την κάνω, γυρίζω πίσω. Αξίζω κάτι καλύτερο και είναι κρίμα να αφήνω το χρόνο να περνάει έτσι άσκοπα εδώ πάνω. Τέρμα τα ψέματα, ως εδώ οι δυο μας».

Ήταν ωραίος τύπος, τον γούσταρα. Ντυνόταν πάντοτε στα μαύρα και άκουγε μετά μανίας  Τσιτσάνη, Σαββόπουλο, Βαμβακάρη και Παπαδόπουλο. Είχε ένα βλέμμα σκοτεινό που κάποιες φορές φωτιζόταν παράξενα και ζωντάνευε σα φλόγα ξαφνικά. Κάπνιζε πολύ και έπινε μετρημένα. Είχε ωραία φωνή, βελούδινη, πολύ ερωτική. Σκεφτόταν πολύ και μίλαγε λίγο. Γι’ αυτό και κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του ένιωθα πως έπρεπε όχι απλώς να τον ακούσω μα να τον αφουγκραστώ κυριολεκτικά. Όχι μόνο για το νόημα αλλά και για τον ήχο.

Εκείνο το βράδυ τα πίναμε σε μια ταβέρνα της γειτονιάς, σχεδόν κουτούκι. Πηγαίναμε συχνά εκεί, ήταν δίπλα μας και φτηνά. Παλιότερα, θυμάμαι, στο ίδιο μαγαζί, με πείραζε για την καταγωγή μου μιας και αυτός τύγχανε πρωτευουσιάνος, έπαιζε μαζί μου με στιχάκια σαν τη γάτα με το ποντίκι υπονοώντας πόσο του άρεσα και πόσο με με ήθελε –ποτέ δεν εκδήλωνε μεγαλοφώνως και καθαρά τα συναισθήματά του, πάντα με τραγούδια μου μιλούσε. Όταν καμιά φορά ερχότανε στο κέφι μου τραγουδούσε  ένα παλιό του Βαμβακάρη κι εγώ έλιωνα από μέσα μου, αλλά απέξω φρόντιζα να παραμένω κυρία. Νομίζω πως έτσι με ήθελε. Κι έτσι προσπαθούσα να είμαι.

Δεν κατάλαβα τι συνέβη και άλλαξαν τα πράγματα μεταξύ μας. Τι στράβωσε και θέλησε να φύγει. Το μόνο που μου είπε εκείνο το βράδυ ήταν πως δεν γινόταν εμείς οι δυο να συνεννοηθούμε, πως ήμασταν τελείως ασύμβατοι, πως θέλαμε διαφορετικά πράγματα και πως δεν θα ταιριάζαμε ποτέ για πάρα πέρα.

Εκείνη την ώρα ένιωσα σαν το χαρμάνι που ξέμενε από τσιγάρα. Τον κοίταξα σα να ήταν η ετοιμοθάνατη γόπα μου και προσπάθησα να γεμίσω τα πνευμόνια μου με τα υπολείμματα καπνού πριν γίνει στάχτη η ζωή μου.

«Άκου», συνέχισε λίγο πριν εξαφανιστεί για πάντα. «Κουράστηκα, μπάφιασα τόσα χρόνια εδώ κι εκεί. Καιρός να αράξω κάπου μια και καλή. Κι απ’ ό, τι φαίνεται αυτό το κάπου δεν είναι για μας τους δυο, άρα η ιστορία κάπου εδώ καταλήγει. Εσύ γουστάρεις αυτόν εδώ τον τόπο, εγώ πνίγομαι και φεύγω γι’ αλλού. Γυρίζω πίσω».

Με χαιρέτησε χωρίς να παραλείψει να με ευχαριστήσει για όλα τα καλά που είχαμε περάσει μαζί. Σαν καρφιά οι λέξεις του στα αυτιά μου. Το γνωστό ειρωνικό του ύφος, η ωραία του φωνή, ο κυνικός του τόνος, όλα γνώριμα. Κι όλα παράξενα μακρινά άξαφνα. Η καρδιά μου σκορπιζόταν σε χίλια κομμάτια αλλά το στόμα μου παρέμεινε κλειστό. Δεν θα έδινα δικαίωμα να με δει να κλαίω. Είχα καιρό γι’ αυτά, από την επόμενη κιόλας μέρα.

Χάθηκε στο πάρκο αφήνοντάς με να τα βγάλω πέρα μόνη με την επιστροφή μου στο σπίτι. Από δω κι εμπρός, άλλωστε, θα έπρεπε πια να τα βγάζω πέρα κάθε μέρα μόνη μου. Φαινόταν ξέγνοιαστος, μπορεί και κεφάτος. Εντυπωσιακά άνετος.

Πήρα το δρόμο του γυρισμού χωρίς να κοιτάξω καν πίσω μου. Την ίδια στιγμή, η σκηνή της αναχώρησής του, καθώς έτρεχα με χίλια πάνω στα ενδεχόμενα, είχε ήδη γίνει μακρινό παρελθόν μέσα στη σκέψη μου. Βρισκόμουν ήδη στο επόμενο στάδιο όπου μετά από καιρό, μόνη μου λέει στο σπίτι, τραγουδούσα ένα από τα παλιά ρεμπέτικα που του άρεσαν τόσο πολύ και κανόνιζα τις επόμενες κινήσεις της ζωής μου. Μακριά του. Ελεύθερη.

Όταν συνειδητοποίησα ποιο τραγούδι μου είχε κολλήσει απόρησα λίγο, αλλά το αντιπαρήλθα πάραυτα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν ήξερα αν στο επόμενο καρέ το όνομά μου θα ήταν Στεφανία, Λόλα ή Νατάσσα. Μου έφτανε που ήμουν εικοσιδύο χρονών κι έξω από την ασπρόμαυρη οθόνη μου η ζωή συνεχιζόταν πολύχρωμη.

Αρέσει σε %d bloggers: