Category Archives: Bibliotheque

Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει

https://www.youtube.com/watch?v=giUfgHcN0oQ

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/63516 στις 7 Απριλίου 2017)

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα μεγάλο παζλ. Ενώνεις κομματάκια, συνδυάζεις καμπύλες και γωνίες, υπολογίζεις φόρμες και προχωράς. Στήνεις ένα τελικό αποτέλεσμα στο μυαλό σου, γίνεσαι αρχιτέκτονας και χτίστης μαζί. Δοκιμάζεις συνεχώς ταιριάσματα, που άλλα πετυχαίνουν και άλλα πέφτουν στο κενό. Ο σκοπός είναι να προχωράει το έργο, να σε πείθει για το μέλλον του, να σε τροφοδοτεί με ικανοποίηση και χαρά βλέποντάς το να προοδεύει.

Αυτό που λέμε πρόοδος δεν είναι απαραίτητα ο σχηματισμός μιας ευχάριστης εικόνας. Μπορεί αυτό που απεικονίζεται να είναι από θεσπέσιο μέχρι δυσάρεστο ή ενοχλητικό στην όψη. Δεν είναι όλα για όλους, και παρότι ένα παζλ συνήθως ψυχαγωγεί, ενδέχεται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις ο στόχος να είναι απλώς η ολοκλήρωσή του και όχι η τελική τέρψη μπροστά στην εικόνα του.
Αν λείπει κάποιο κομμάτι, αν παράπεσε στο πάτωμα, στο ντουλάπι ή στο κουτί, το παζλ μένει ανολοκλήρωτο. Σε αυτή την περίπτωση είτε ψάχνεις το χαμένο ταίριασμα, είτε εγκαταλείπεις το έργο. Εξαρτάται πόσο θέλεις να ολοκληρώσεις το παζλ ή αν τελικά σου είναι αδιάφορο, ως άλλο ένα παιχνίδι κατασκευής που εύκολα το παρατάς για να ξεκινήσεις κάτι άλλο.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, και δη οι ερωτικές, κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο.
Όσο το αγαπώμενο πρόσωπο σε τροφοδοτεί με εικόνες, ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα, όσο σε συναρπάζει, σε κινητοποιεί να επιχειρήσεις την επόμενη κίνηση, να πας το έργο λίγο πιο πέρα. Σε κάνει να θέλεις να επιδιώξεις και να δεις την πρόοδο, σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και σε τροφοδοτεί ψυχικά για το επόμενο βήμα. Κι αυτό, επειδή η ψυχολογική προετοιμασία των παικτών είναι μια αλληλένδετη με τις κινήσεις τους διαδικασία, που έχει ως καύσιμο την ανταπόκριση, τον συναισθηματικό ανεφοδιασμό, την τέρψη μπροστά σε κάτι που συνεχίζει να αναπτύσσεται και να σημαίνει κάτι σπουδαίο.

Ο εραστής που αισθάνεται αγαπημένος, κατέχει τα εφόδια για να κάνει την επόμενη κίνηση αγάπης. Αυτά τα εφόδια είναι ανίκητα, τίποτε δεν μπορεί να τα υπερβεί, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες. Έχει σύμμαχο, συμπαίκτη που τον κάνει να νιώθει ισχυρός, αήττητος, και χίλιους λόγους για να συνεχίσει να επιδιώκει το μέλλον. Άρα είναι και ο ίδιος μάχιμος και δυναμικός, και συμμετέχει ενεργά σε αυτό τον ωραίο αγώνα.

Συνήθως δεν έχουν σημασία οι δηλώσεις, σε περιπτώσεις σαν αυτές. Οι ερωτευμένοι λένε πολλά. Σημασία έχουν οι πράξεις. Η έμπρακτη απόδειξη πως η όποια σχέση περπατάει προς τα μπρος, ακόμη και να κάποιες φορές συμβαίνουν πισωγυρίσματα. Τι είναι αυτό που ακολουθεί ανεξάντλητα και απρόσκοπτα ανοδική πορεία, εξάλλου; Στη Φύση όλα συμβαίνουν κυκλικά, παράλληλα, ταυτόχρονα, αλλά και ετεροχρονισμένα ή και αντίθετα. Η Φύση είναι το βασίλειο και η δόξα της εντροπίας.

Το ερωτικό παζλ πρέπει να κινείται, να ζει, να ανασαίνει. Να πείθει πως έχει λόγο να συνεχιστεί. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να μείνει στη μέση είναι ένας από τους δύο, ή και οι δύο, να νιώσουν και να δείξουν πως το έργο δεν έχει μέλλον και ζωή. Όχι να το πουν ή απλώς να το αισθανθούν: να το αποδείξουν.

Ο ερώμενος που τυχόν αποφασίσει να επιμείνει στην πάλη της διαδικασίας για κάποια πρόοδο δεν θα πειστεί ποτέ πως οφείλει να τα παρατήσει, εάν ο ερών δεν του αποδείξει πως η αγάπη και η όρεξή του έχει πια στερέψει, και άρα δεν είναι πλέον ερώμενος. Τότε δεν χρειάζεται άλλου είδους αποδείξεις – τις αποδείξεις τις ζει στο πετσί και στο είναι του. Σε κάθε βλέμμα που ακουμπά στον κόσμο. Επειδή μένει ακάλυπτος, στερημένος. Το εσωτερικό καύσιμό του λιγοστεύει και κάποια στιγμή δεν έχει παρά να το αναγνωρίσει και να συμμορφωθεί, μιας και δεν έχει πια τα εφόδια ή τη δύναμη να κάνει βήμα. Αναγκάζεται τότε να προσγειωθεί σε μια νέα πραγματικότητα, στεγνή και απογυμνωμένη από τα στολίδια των αισθημάτων που ζεσταίνουν την ψυχή, κενή από το ωραίο και δυσεύρετο εκείνο νόημα που άλλοτε έθρεφε σαν μωρό που θεριεύει το αίσθημα που έδενε τους δυο ανθρώπους.

Το ζωοποιό γάλα μιας ερωτικής σχέσης είναι η διάχυτη αγάπη, η εικόνα και η ιδέα της συναισθηματικής εγγύτητας και τη ανάγκης που κάνει τους εραστές ανίκητους και θεϊκούς. Και, κυρίως, ενωμένους. Η ανταλλαγή άυλων κυρίως υλικών, δηλαδή, που μόνο αυτά καταφέρνουν να κάνουν έναν άνθρωπο να αισθάνεται αθάνατος μπροστά στο θάνατο της αγάπης.

«Προειδοποιήθηκε, έλαβε εξηγήσεις, κι όμως επιμένει». Είναι μια διαδικασία άμυνας, ή έστω της ιδέας της, για κείνον που δεν θέλει να παραδεχτεί την πραγματικότητα της μοναξιάς που ακολουθεί μια σχέση χωρίς αίσιο τέλος. Δεν διαρκεί πολύ η διαδικασία αυτή, και αυτό είναι επιβεβαιωμένο. Ο καιρός θεραπεύει τις πληγές, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θεραπεύει και τις ελπίδες.
Εδώ δικαιώνεται η γνωστή κινηματογραφική ρήση εκλογίκευσης: «Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει».

Εκείνος που αναγκάζεται να υποστεί μια εξέλιξη της πραγματικότητας που τον κάνει και πονάει, που αρχικά την αρνείται και βάζει στόχο να την ανατρέψει προς το καλύτερο, κάποτε καταλαβαίνει το άτοπο των προσπαθειών του. Και συμμορφώνεται. Θωρακίζεται. Βλέπει καθαρά. Καταλαβαίνει. Κι έτσι μπαίνει σε λειτουργία αυτοάμυνας, παύει να επιμένει, το πείσμα του ξεθωριάζει, φθίνει, γίνεται μαλθακό. Μέχρι που σταματάει οριστικά να υπάρχει.

Το σημάδι που αφήνει ο έρωτας πάνω του λειαίνεται σιγά σιγά, σαν βοτσαλάκι στην παραλία. Παραμένει εκεί μόνο και μόνο για να του υπενθυμίζει απλώς πως και οι χειρότερες πληγές κλείνουν κάποτε, και πως ο πόνος λήγει.

Τότε, και μόνο τότε τελειώνουν και οι ανθρώπινες σχέσεις. Όταν η ελπίδα της ύπαρξης του ζωοποιού συναισθήματος στα έγκατα της ψυχής του άλλου αρχίσει να καταρρέει. Μόνο έτσι παύει να ζει και στην ψυχή του έτερου εραστή.

Έτσι, ο έρωτας καταλήγει να συμμορφώνεται με τους κανόνες του παζλ. Αν οι παίκτες δεν επιδιώξουν να ξαναβρούν τα χαμένα κομμάτια, αν η ανάγκη και η επιθυμία τους για ολοκλήρωση της εικόνας αποδειχθούν ανίσχυρες και περιορισμένες, τότε το παζλ μένει ημιτελές. Κλείνεται στο κουτί του διαλυμένο και τη θέση του καταλαμβάνει ένα καινούριο παιχνίδι. Ή και κανένα.
Στους έρωτες συμβαίνει το ίδιο: αν οι συνοδοιπόροι πάψουν να νιώθουν και να πείθουν για την ανάγκη τους να εξελιχτεί η όποια σχέση, αν δείξουν πως η ένωσή τους δεν τους είναι πια ακριβή, τότε εκείνη κλείνεται σε ένα κουτί, χάνει τη δομή και τη δύναμή της, και γίνεται ανάμνηση ή και λησμονημένος χρόνος, κηλίδα στα έγκατα μιας αποξενωμένης από τον άλλον ψυχικής κατασκευής. Ολόιδια με ένα παλιό σημάδι ιλαράς πάνω σε ένα μάγουλο ή σε ένα χέρι.

Γείτονες

  • (Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62906 στις 9 Μαΐου 2017)
  • Πού και πού, στο παράθυρο του τρίτου ορόφου με τα ξύλινα πατζούρια και τις κόκκινες κουρτίνες της πολυκατοικίας επί της οδού Μακρυγιάννη, σε μια επαρχιακή πόλη που δεν έχει σημασία το όνομά της, εμφανίζεται ένα λιγνό κορίτσι. Τα απογεύματα βγαίνει στο στενό μπαλκονάκι, κοιτάζει την πλατεία και τα γύρω στενά κι έπειτα ξαναμπαίνει μέσα και βάζει νερό για τσάι. Συνήθως περπατά ξυπόλητη και κυκλοφορεί με ένα κοντομάνικο φανελάκι. Όταν βράσει το νερό, βυθίζει στο φλυτζάνι της το σακουλάκι Lipton και παρατηρεί το διάφανο υγρό να βάφεται καφέ. Εισπνέει με ανακούφιση τη μυρωδιά που αναδίνεται και κάθεται στην μοναδική καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Περιμένει να κρυώσει το τσάι της κι έπειτα αρχίζει να το ρουφά με μικρές κοφτές γουλιές. Όλη αυτή την ώρα ένας πράσινος μικρός παπαγάλος φτερουγίζει μέσα στο κεφάλι της. Μόλις πιεί το τσάι της γονατίζει μπροστά στα εικονίσματα και κάνει προσευχή.

    Στον πρώτο όροφο του σπιτιού κατοικεί μια ηλικιωμένη. Τα πατζούρια του υπνοδωματίου της είναι σπασμένα αυτό όμως δεν φαίνεται να την ενοχλεί. Στην πλευρά της κουζίνας σκαρφαλώνει ένας κισσός που η κυρία καμαρώνει συνεχώς. Κάθε βδομάδα τον ποτίζει με ένα πλαστικό μπουκάλι από κόκα κόλα, εκτός αν βρέξει ενδιάμεσα, οπότε δεν χρειάζεται να κατέβει ως το ισόγειο. Στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού λάμπει ένα μαβί ρουμπίνι καθώς αδειάζει τις τελευταίες σταγόνες στη ρίζα του φυτού. Τα απογεύματα της αρέσει να τραγουδάει Βαμβακάρη.
    Εννιά χρονών και ολομόναχος στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Το απόγευμα, μετά το σχολείο, βγαίνει στο μπαλκόνι και απλώνει στο μάρμαρο τα Lego του μέχρι να έρθουν σπίτι οι γονείς του.

    Φτιάχνει πύργους και αποθήκες, με φανταχτερά χρώματα οπωσδήποτε, με κομψά σχήματα και μεγάλες εισόδους. Κάποτε ονειρεύεται να χτίσει μια ολόκληρη πόλη από Lego. Τότε είναι σίγουρο πως θα χρησιμοποιήσει μόνο κόκκινα και πράσινα τουβλάκια και μέσα θα βάλει πολλά Play Mobil. Η πόλη που θα χτίσει θα είναι πυκνοκατοικημένη και γεμάτη ουρανοξύστες. Από τον τελευταίο όροφο του πιο ψηλού κτιρίου θα κοιτάζει τα υπόλοιπα κτίρια και θα γελάει δυνατά. Η πόλη θα είναι όλη δική του. Τέτοια σκέφτεται καθώς ολοκληρώνει ένα διώροφο γκαράζ για οχήματα της πυροσβεστικής.

    (Η απέναντι μονοκατοικία έχει βαφτεί πρόσφατα. Οι τοίχοι του σαλονιού, εσωτερικά, έχουν το χρώμα της μανόλιας και τα πατζούρια είναι κυπαρισί. Τα υπόλοιπα είναι όλα άσπρα. Ο κήπος είναι γεμάτος γλάστρες και δέντρα, και στην άκρη γαβγίζει ένα σκυλί.«Έτσι γινότανε στην πόλη εκείνα τα χρόνια, πέτρινα όλα, καλοφτιαγμένα. Πενήντα χρόνια ζήσαμε στο σπίτι, μέχρι που πέθανε η γριά και το έγραψε του γιου μου. Εκείνος το άφηκε να ρημάξει, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης. Εμένα με πήγε στης αδερφής μου αρχικά, να το νοικιάσει δήθεν και τέτοια. Μόλις πέθανε κι αυτή, με πέταξε εδώ μέσα. Ερήμωσε το σπίτι, σαρκοφάγα λουλούδια και περικοκλάδες ξεπεταχτήκανε από τα παράθυρα, γέμισε ο κήπος φίδια και πόντικες – έτσι μαθαίνω. Ούτε το φροντίζουν, ούτε τίποτα. Ο ίδιος μου τα λέει. Αν έβλεπε η γιαγιά του την κατάντια του θα τον έκανε τ’ αλατιού. Εγώ δεν δύναμαι, χήρα γυναίκα είμαι, έχω διαβήτη και διάφορες παθήσεις, χάνω μέρα με τη μέρα την όρασή μου και το κουτσό πόδι ασθενεί. Το σπίτι μου το θυμάμαι, και τα νέα μου τα λέει αυτός, μια φορά στο τόσο που μου φέρνει σοκολάτες για διαβητικούς και καινούριες παντόφλες. Καλύτερα έτσι. Αναπολώ τη μανόλια κι οδύρομαι. Ας πάω μέσα τώρα, έπιασε αγιάζι και κάπως σα να κρύωσα».
    Η γυναίκα τελειώνει να σκέφτεται και μπαίνει στο δωμάτιό της. Το γηροκομείο όπου ζει της παρέχει όλες τις ανέσεις που θα της εξασφαλίσουν άλλη μία ήρεμη νύχτα ζωής.)

    Το ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας με τα ξύλινα πατζούρια είναι κατάλευκο και σχεδόν άδειο. «Στο πάτωμα είχε πήλινες γλάστρες με χρωματιστά κεριά και στους τοίχους κολλημένα χαρτόνια με ζωγραφιές της. Κοιμότανε κατάχαμα σε ένα στρώμα γεμάτο μαξιλάρες. Από το ταβάνι κρεμότανε μια μαριονέττα με φορεσιά μαρκησίας και ανακατεμένα μαλλιά. Γυρνούσαμε από το μπαρ κι αρχίζαμε. Δεν λέγαμε λέξη. Γδυνόταν σιωπηλά και με τραβούσε πάνω της. Κάθε νύχτα εναλλάξ, άγριο γαμήσι, τρυφερό γαμήσι, εγώ την ήθελα σαν τρελός κι εκείνη με ρούφαγε. Είχε κάτι παράξενο και αυτή η ίδια αλλά και το μέρος όπου βρισκόμασταν. Σαν να μην ήταν κομμάτια της πραγματικότητας. Σαν να το είχα φανταστεί το σκηνικό. Το σπίτι της δεν μύριζε τίποτα. Τα χαράματα με σήκωνε να φύγω. Απότομα, ξαφνικά. Μια μέρα της είπα πως την αγαπούσα και πως ήθελα να μείνω εκεί. Με έσπρωξε στην πόρτα λέγοντάς μου με παγωμένη φωνή: “Έρωτες και παραμύθια. Αν μείνεις εδώ θα γνωριστούμε, κι όσα περισσότερα μαθαίνεις για κάποιον τόσο πιο γρήγορα χάνεις το ενδιαφέρον σου για κείνον. Οι καβλωτικές παραμύθες θέλουν ανώνυμους συμπαίκτες. Πρέπει να είναι άγριες, γεμάτες απανθρωπιά. Αν μάθω πώς σε λένε και τι σ’ αρέσει για πρωινό, μ’ έχασες, εξημερώθηκες. Δεν έχω λόγο να σε κρατήσω”».

Μέρες νοσοκομείου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62594 στις 24 Φεβρουαρίου 2017)

 

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1985. Ημερολόγιο.

Απόψε το βράδυ βγήκα με τον Έντεχνο. Κατά διαβολική σύμπτωση είναι τα γενέθλιά μου: κλείνω τα δεκαέξι, αλλά δεν το ξέρει κανείς στο μπαρ, εκτός από τη φίλη μου. Ήρθαμε νωρίς και αράξαμε για ποτό στους καναπέδες. Οι τρεις μας. Κρατά στα χέρια του τη φωτογραφική μηχανή του και προσπαθεί διαρκώς να με βγάλει φωτογραφία αλλά εγώ όλο του λέω να περιμένει γιατί δεν είμαι έτοιμη. Φόρεσα το καλό κόκκινο πουλόβερ μου κι έπιασα τα μαλλιά μου αλογοουρά –δεν είμαι και χάλια. Ήθελα όμως να πάω στην τουαλέτα να βαφτώ λίγο, να φαίνομαι πιο ερωτική. Εκείνος με στοχεύει με την κάμερα και κάνει πως βγάζει φωτογραφίες, αλλά τελικά αυτό νομίζω πως είναι απλώς μια δικαιολογία για να με κοιτάζει με την άνεσή του.

Τον Έντεχνο τον γνώρισα ένα βράδυ στο μπαρ όπου έπαιζε μουσική. Μου την έπεσε πολύ επιθετικά, με τσαμπουκά και ολίγη αγένεια. Όχι καμάκι, απλώς ατάκες που έδειχναν εξαιρετική αντιπάθεια προς το μέρος μου. Φαινόταν πως δεν με γούσταρε, κάτι του έκανα μάλλον και του την έσπαγα χοντρά. Δεν με άντεχε. Ό, τι έλεγα, εκείνος το αντίθετο. Ένα κομμάτι του ζήτησα μια μέρα και ίσα που δεν μου πέταξε το βινύλιο στα μούτρα. Πολλή τσαντίλα, δεν καταλάβαινα γιατί. Η κολλητή μου επέμενε πως ο Έντεχνος με γούσταρε και του έβγαινε έτσι, αλλά εγώ ήμουν σίγουρη πως έλεγε ό, τι να’ ναι.

Ένα βράδυ με ρώτησε αν ακούω ελληνικά, κι εγώ, μπασμένη στο κλίμα του φτυσίματός του, του απάντησα πως ακούω μόνο ντίσκο. Έτσι, για να του τη σπάσω. Έπαθε πλάκα, από εκείνη τη στιγμή με κοίταζε και φρίκαρε. Εγώ ψιλοδιασκέδαζα με τη φάση, μου άρεσε να του την μπαίνω και να τον εκνευρίζω. Πέρασε λίγος καιρός και το βιολί βιολάκι. Της κολλητής μου ούτε που της έδινα σημασία όταν έσκιζε τα ρούχα της πως ο Έντεχνος είχε κολλήσει και δεν ήξερε πώς να φερθεί λόγω γουσταρίσματος.

Ένα βράδυ μείναμε στο μπαρ ως αργά και τελικά καταλήξαμε με παρέα σε ένα ξενυχτάδικο της εθνικής οδού, με σκυλάδικα, ξένα του θανάτου και γαβ γκαρσόνες να μοιράζουν μπόμπες σε ψηλά ποτήρια. Εγώ δεν είχα ξαναπάει ποτέ σε τέτοιο μαγαζί, αλλά ήταν μαζί ο Μάκης με το αμάξι του κι έτσι μας πήγε για πλάκα να δούμε πώς είναι. Τον Έντεχνο δεν τον περιμέναμε, αλλά τελικά έσκασε μύτη μαζί με ένα άλλο παιδί από το μπαρ.

Καθίσαμε όλοι μαζί και πιάσαμε την κουβέντα. Πιο κει οι άλλοι μιλάγανε ένας Θεός ξέρει για τι, κι εγώ με τον Έντεχνο πιάσαμε κουβέντα για τα σχολεία και τους καθηγητές μας. Του έκανα την καμπόση, πως και καλά εγώ πήγαινα σε καλύτερο σχολείο από εκείνο που είχε βγάλει αυτός, πως το δικό του ήταν της πλάκας τότε, κι άλλα τέτοια χαζά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι με είχε πιάσει και κόμπλαρα του κερατά. Έλεγα μαλακίες γιατί δεν μπορούσα να βρω τα λόγια να πω αυτό που σκεφτόμουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Φερόμουν σα βλάκας γιατί δεν μπορούσα να φερθώ αλλιώς. Αυτός με άκουγε χαμογελώντας και κάθε τόσο μου έλεγε: «Είσαι μια ψηλομύτα κότα, τίγκα στην έπαρση!». Μετά με ρώτησε πόσων χρονών είμαι ακριβώς, αλλά δεν απάντησα, δεν είναι ανάγκη να ξέρει και τα πάντα.

Η νύχτα συνεχίστηκε μέσα στην κόντρα. Σε κάποια φάση που φωνάζαμε για ώρα ο ένας στο αυτί του άλλου ο Έντεχνος γυρνάει και μου σκάει ένα φιλί που κόντεψε να με στείλει στον άλλο κόσμο. Έτσι, στο ξαφνικό. Χωρίς προειδοποίηση, γύρισε και κόλλησε το στόμα του στο δικό μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, ένιωθα απίστευτη ζαλάδα κι εκείνος εκεί, να συνεχίζει να με φιλάει διαολεμένα καλά, χωρίς να με ακουμπάει αλλού –ούτε το χέρι δεν μου έπιασε. Τρελάθηκα. Δεν κατάλαβα τι μου είχε σκάσει στο ξαφνικό, είχα πάθει πλακάρα, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ένιωθα να τον θέλω όλο και περισσότερο.

Στο διάλειμμα των φιλιών συνεχίζαμε το κράξιμο, αγώνας δρόμου οι ατάκες μας, πέφτανε σαν πρόκες μέσα στο τεντωμένο αυτί κι έπειτα ξανά μανά τα γλωσσόφιλα της κόλασης και το στομάχι κόμπος. Σε κάποια φάση ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται, λυγίσανε τα γόνατά μου, έφαγα μια δυνατή σκουντιά από την κολλητή μου και σηκωθήκαμε και φύγαμε χωρίς να πούμε ούτε καληνύχτα.

Έκανα μέρες να ξαναδώ τον Έντεχνο, δεν είχα κουράγιο να βγω αμέσως μετά από εκείνο το βράδυ. Κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας νόμιζα πως θα έσπαγε η καρδιά μου. Ζούσα και ξαναζούσα τα φιλιά μας, μύριζα το μάγουλό του, έβλεπα τα μάτια του. Ένιωθα μια αφόρητη ένταση, έναν πανικό εντελώς ανεξήγητο. Τον σκεφτόμουν και το βλέμμα του γινόταν χταπόδι που με έσφιγγε να με πνίξει. Έπαιρνα βαθιές ανάσες για να κατορθώσω να λειτουργήσω, τον σκεφτόμουν ασταμάτητα κάθε λεπτό, επίμονα, διαρκώς, τόσο κόλλημα με τον τύπο. Το πιο περίεργο είναι πως δεν ήταν από τα αγόρια που μου αρέσουν συνήθως. Δεν είχε τίποτα από όσα θεωρούσα γοητευτικά μέχρι τώρα. Ίσως αυτό να τον έκανε ακόμα πιο ακαταμάχητο στο κεφάλι μου, το γεγονός δηλαδή πως δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό του έβρισκα και τράβαγα τέτοιο ζόρι μαζί του. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, πέρασα μερικές μέρες νοσοκομείου μέχρι να τον ξαναδώ. Σαν άρρωστη.

Ένα βράδυ, κάτι μέρες μετά, πήγαμε για ποτό στο γνωστό μπαράκι μαζί με τη φιλενάδα μου, ξέροντας πως θα τον δούμε εκεί. Τις προηγούμενες μέρες δεν της είχα πει με λεπτομέρειες τι ζημιά είχα πάθει με τον τύπο γιατί ήμουν σίγουρη πως θα με έκραζε. Συνεχώς μου λέει πως φλασάρω σε άσχετους, πως είμαι έτοιμη να ενδώσω απερίσκεπτα σε όποιον μου κάνει κλικ, και διάφορα τέτοια. Την ψιλοφοβόμουν γιατί αναγνωρίζω πως με ξέρει καλά, προτίμησα λοιπόν να το παίξω πιο άνετη από όσο ήμουν και να κρατήσω την ψυχραιμία μου.

Όταν τον είδαμε κόντεψε να μου πέσει το ποτήρι με τη μπύρα. Μετά από αρκετή ώρα πήγαιν’ έλα, πέρασε με μια γαβάθα γεμάτη σύκα και μας πρόσφερε από ένα, σα να μην έτρεχε μία. Ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Όλο το βράδυ προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να κάνω την αδιάφορη. Πέτυχε. Όσα βλέμματά του έπιανα με το πλάι των ματιών μου απέφυγα να τα ανταποδώσω. Τον κοιτούσα μόνο όταν είχε στραμμένο το βλέμμα κάπου αλλού. Έμεινα με την κολλητή μου όλο το βράδυ χωρίς να πάω ούτε για κατούρημα. Αν με πετύχαινε πουθενά είμαι σίγουρη πως θα έπεφτα στην αγκαλιά του. Γι’ αυτό δεν το κούνησα ούτε λεπτό από δίπλα της.

Προχτές το βράδυ τον είδα σε ένα άλλο μαγαζί με τους φίλους του. Κώλωσα αλλά παρέμεινα σοβαρή. Προς μεγάλη μου έκπληξη με πλησίασε και μου ζήτησε με τη μία το τηλέφωνό μου. Του το έδωσα με την ψυχή στο στόμα και απόψε βγήκαμε την πρώτη μας βόλτα μαζί. Φόρεσα το κόκκινο πουλόβερ γιατί όλοι μου λένε πως μου πάει πολύ. Προσπάθησα να γίνω όσο πιο όμορφη γινόταν. Μέχρι να περάσει η ώρα και να τον δω είχα ταχυκαρδία και ήμουν όλο νεύρα. Τώρα χαλάρωσα κάπως. Ελπίζω να πάει καλά η βραδιά. Ευτυχώς αύριο δεν έχουμε σχολείο κι έτσι θα μπορέσω να αργήσω κάπως απόψε.

Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω από αυτόν τον τύπο, μάλλον τίποτα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό μεταξύ μας, ξέρω μόνο πως είναι τόσο σέξι που με κάνει και ξεχνάω κάθε σκοπό, παραλογίζομαι.

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στις τουαλέτες. Ήρθα να βαφτώ αλλά τελικά έγραψα το κατεβατό μου κι ακόμα άβαφτη είμαι. Θα κόψω τη σελίδα αυτή τώρα και θα την χώσω στο μπουφάν της κολλητής μου καθώς θα βγαίνουμε έξω από το μαγαζί με τον Έντεχνο. Θα μπορέσει να διαβάσει όσα σκέφτηκα και όσα δεν τόλμησα να της πω από αγωνία μήπως μου βάλει τις φωνές και από ανασφάλεια για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ψιλοντρεπόμουν κιόλας, για να πω την αλήθεια. Καταλαβαίνω γιατί με κράζει κάθε τόσο και πως θέλει μόνο το δικό μου καλό. Με αγαπάει και την αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά πού και πού χρειάζεται να της τα γράφω για να τα ακούει καλύτερα. Πρέπει να ξέρει. Πρέπει. Μερικές φορές της λέω να μην αναζητά νοήματα και κρυμμένα μηνύματα εκεί όπου δεν υπάρχουν μα αυτή ούτε που με λαμβάνει υπόψη. Νομίζει πως ό, τι κι αν πω είναι γεμάτο πράγματα και θάματα που προσπαθώ να κρύψω γι’ αυτό και τα κωδικοποιώ και μετά προσπαθεί να εξηγήσει το κάθε τι.

Καμία σχέση. Τώρα λοιπόν, θα της δώσω αυτήν εδώ τη σελίδα για να δει τι σημαίνει νόημα…

Είμαι σίγουρη πως θα με καταλάβει, κι αυτό για μένα μετράει πολύ. Μπορώ να πω περισσότερο κι από τον Έντεχνο. Κι ας τον γουστάρω σαν άρρωστη, κι ας ζω για πάρτη του μέρες νοσοκομείου.

 

Η ομορφιά των αντιθέσεων

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 17 Ιανουαρίου 2017)

Να περπατάς στα χιόνια με κατάμαυρα ρούχα.
Να στολίζεις με πάναγνη σαντιγί ένα διαβολικά σοκολατένιο γλυκό.
Να βλέπεις χρωματιστά όνειρα μια αφώτιστη νύχτα.
Να διαισθάνεσαι το θρίαμβο του νικητή έρωτα στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης.
Να περιφέρεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο με κλειστά παράθυρα στο κέντρο μιας μεγαλούπολης.
Να υποκύπτεις με παιδική αθωότητα στη μαύρη μαγεία ενός αισθήματος ενηλίκων.
Να ζωγραφίζεις το μεγάλο χάρτη της εξωστρέφειας ιχνογραφώντας τα μικρά σημεία της εσωστρέφειάς σου.
Να λες από σεμνότητα ναι σε κάποιον που χρειάζεται το αντίθετο του όχι.
Να θυμάσαι επίμονα όσα με την απουσία τους θα κινδύνευαν να ξεχαστούν.

Το τέλος του κόσμου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 7 Ιανουαρίου 2017)

Η πόλη είναι λεηλατημένη και βρωμάει ψοφίμι και αποκαΐδια.

Τα κορίτσια-Μάνγκα λικνίζονται αισχρά για να ερεθίσουν τα άγρια ράπερ αγόρια.

Φορούν πρόστυχα ρούχα και είναι βαμμένα με απόκοσμα χρώματα, νεκρικά. Τα πρόσωπά τους είναι σχεδόν παραμορφωμένα.

Τα αγόρια μοιάζουν με λυκόσκυλα, έχουν εμφυτεύματα, τροχισμένα δόντια και βλέμμα ναρκομανή. Ορμάνε χωρίς δεύτερη σκέψη, κατακρεουργούν τους ανυποψίαστους και ζητωκραυγάζουν.

Νικητής είναι αυτός που προλαβαίνει να ρουφήξει πιο πολύ αίμα απ’ όλους σε χρόνο μηδέν.

Το έπαθλο είναι πάντα ένα τσόκερ με σκουριασμένες πρόκες, που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην επόμενη θυσία.

Οι συμμορίες των πόλεων μοιάζουν με άγριες αγέλες. Τρομοκρατούν τους ελάχιστους φιλήσυχους πολίτες και διαλύουν το περιβάλλον τους.

Όλα έχουν κάτι φαντασμαγορικά αρρωστημένο και ψεύτικο, κάπως αποτυχημένα κινηματογραφικό.

Ο αέρας μυρίζει οινόπνευμα και κάνναβη, στους δρόμους καίγονται σκουπίδια.

Τα λάστιχα ενός πολεμικού οχήματος χαράζουν με μαύρο χρώμα την άσφαλτο και η εξάτμιση πυροβολεί σαν στούκας.

Τα μαγαζιά είναι λεηλατημένα, τα δάση ξερά, ο ουρανός μολυβένιος, βρώμικος. Τα πουλιά στέκονται στα σύρματα, χιτσοκικά και λιμασμένα. Τα σύννεφα ραδιενεργά.

Τρελοί, μασκαράδες, απατεώνες, σάτιροι με σιδεροπρίονα στα χέρια ξεμοναχιάζουν έφηβα παιδιά και τους κόβουν τα πόδια ή τα γεννητικά όργανα.

Μια ακραία δυσκολία, ένα μεθυστικό μίσος, ο μεγαλομανής ερωτισμός του φόβου, μια σκηνή σεξουαλικής τρομολαγνείας, ένας τραγικός θάνατος συμβαίνουν κάπου πιο πέρα.

Σε ένα πρώην γραφείο τελετών με μουχλιασμένους τοίχους το αίμα έχει ταγκή γεύση και είναι ζεστό. Το σάλιο και τα σπέρμα είναι λευκά σαν το χιόνι. Ο ήχος της γροθιάς σκάει πάνω στο μάγουλο, ηδονή το κρακ! ενός σπασμένου οστού. Ο πόνος αγιοποιείται, εξιδανικεύεται, προσφέρεται σαν θεία κοινωνία στους πιστούς ενός νέου δόγματος χωρίς σαφές καταστατικό.

Τα μέλη είναι ακρωτηριασμένοι δολοφόνοι που διψούν για εκδίκηση και φόνους.

Στις σοφίτες των σπιτιών τα μικρά παιδιά μεγαλώνουν με ταινίες πορνό και γαριδάκια. Οι μητέρες πίνουν ουίσκι και θηλάζουν στα τέσσερα τα μωρά τους, ενώ ταυτόχρονα κάποιος άγνωστος χώνει μπαστούνια του χόκεϊ, ρολά από χαρτί τουαλέτας και οικόσιτα χάμστερ στον πρωκτό τους.

Μια τρομερή ιστορία λαγνείας εκτυλίσσεται στο υπόγειο ενός ερειπωμένου σπιτιού στη δυτική άκρη της πόλης (ο έρωτας είναι αποκηρυγμένη λέξη και το αστικό κέντρο εμπόλεμη ζώνη).

Οι τρεις εραστές είναι νευρωτικοί. Ζουν στο έλεος των φόβων που τους τέρπουν. Εκτονώνονται με σεξουαλικές πρακτικές που τους προκαλούν αγωνία και ακραίο σωματικό πόνο.

Μια τραγική ένταση φέρνει όλα τα πράγματα στο ζενίθ τους. Μικρές δόσεις σχιζοφρένειας γεμίζουν τις κινήσεις τους, οδηγώντας τους στην κατάρρευση. Οι στιγμές του ξεπεσμού, της σωματικής εξάντλησης, της ψυχικής κόπωσης προσδίδουν μια ακόμα πιο διεστραμμένη αξία στη μοναδικότητα της επαφής τους.

Έξω συμμορίες κανιβάλων και κακοποιών που μοιάζουν με σακατεμένα ρομπότ σκορπούν τη φρίκη σαν αστείο. Συμμορίες παπάδων ληστεύουν τα παγκάρια των εκκλησιών. Συμμορίες προαγωγών λιώνουν τα κορίτσια τους στο ξύλο.

Δεν υπάρχει κάποια κορυφή που πρέπει να κατακτηθεί σε αυτή την κοινωνική ιεραρχία. Ο ξεπεσμός της νοσηρότητας είναι ο μόνος σκοπός.

Πίσω απ’ όλα σιγοβράζει μια τραγική ένταση. Ο καιρός περνά με ανυπολόγιστες δαπάνες κάθε είδους ενέργειας και ευνοεί την όποια προσπάθεια παραβίασης της ακεραιότητας των όντων.

Οι νύχτες αντηχούν από σατανικά γέλια, χορούς, όργια, ουρλιαχτά. Οι ανθρωποθυσίες αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη, οι δήμιοι χλευάζουν και κομματιάζουν κάθε ηθικό σκοπό.

Οι μέρες είναι φρικαλέες, δαιμονικά συμπαγείς, αλλοτριωμένες πάνω στο ρολόι. Η επιβίωση με υγιείς όρους είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Κάθε μέρα που περνά τα όντα γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα αδύναμα. Βυθίζονται στην παράνοια και στην παρακμή χωρίς να νιώθουν τύψεις.

Το τελευταίο μωρό που γεννιέται καίγεται ζωντανό σε μια οργιαστική τελετή καθώς ένας τυφλός ιεροσκόπος, ο τελευταίος μακρινός απόγονος του τελευταίου νόμιμου ιερομάντη των Ελευσινίων μυστηρίων, προσεύχεται υπέρ της επικράτησης της μεγάλης σύγχυσης και του μεγαλείου της αποστροφής.

Το τέλος του κόσμου πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και το σύμπαν κοχλάζει ανεξέλεγκτο, εξαγριωμένο

Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 9 Δεκεμβρίου 2016)

 

Στους ανθρώπους αρέσει να διηγούνται τις ιστορίες τους. Τους αρέσει να αυτοπεριγράφονται, να ομολογούν και να εξομολογούνται, χωρίς να γίνονται απαραιτήτως εμφανώς εξομολογητικοί ή να βυθίζονται στο μελόδραμα ή στη ματαιοδοξία. Κάποιες φορές αυτές οι ιστορίες καταφέρνουν να ταράξουν τα νερά μιας κανονικότητας αναμενόμενης και τετριμμένης, μιας και οι ανθρώπινες διηγήσεις μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν παράτολμες, εξεζητημένες, απρόσμενα προσωπικές. Και να μας εκπλήξουν.

Ένα κορίτσι που συνοδεύεται παντού από έναν αόρατο φίλο που την προστατεύει. Μια μετανάστρια που δεν φοβάται να ριζώσει σε μια χέρσα πατρίδα. Ένας μεσόκοπος αστός που θέλει να αλλάξει τη φύση του και να μεταμορφωθεί σε ψάρι. Μια ένοικος πολυκατοικίας που τις νύχτες γίνεται dj για τους πεθαμένους. Μια υπέργηρη που ονειρεύεται ένα χρωματιστό λούνα παρκ. Μια ερωμένη που έχει προβλέψει το τέλος της ερωτικής σχέσης της πριν καν συναντήσει τον εραστή της. Ένας σκύλος που αγαπήθηκε και αγάπησε τους ανθρώπους όσο κανείς. Ένα τραγικό ατύχημα που λυτρώνει την ομορφιά από το σιδερένιο κλουβί της. Μια αιφνίδια ομολογία που, μετά θάνατον, θα δικαιώσει έναν αδικημένο. Ένα μικρό κορίτσι που νομίζει πως τα φταίει όλα αυτό. Ένας μεγάλος έρωτας που σκοντάφτει πάνω στους γυάλινους τοίχους μιας σατανικής συνομωσίας. Μια γυναίκα που ονειρεύεται να γίνει Θεός για μία μέρα, και γίνεται. Ένας κρεατοφάγος που προτιμά τις μερίδες του σενιάν. Ένας νοσταλγός του παρελθόντος που βάφει το μέλλον με ρετρό χρώματα. Μια μητέρα που φεύγει για διακοπές για πάντα. Ένας άνθρωπος με διπλή ταυτότητα που κάνει παρέα με τα σφάγια μιας κρεαταγοράς. Ένα μωρό που δεν γεννιέται ποτέ αλλά κανείς δεν ξέρει πού έχει καταλήξει. Ένα παιδί που κάνει τον θάνατο παιχνίδι. Δυο παιδικές φίλες που γίνονται υποσημείωση στα ιστορικά βιβλία. Μια νοικοκυρά που οραματίζεται μια ζωή σαν πόστερ. Και άλλα πολλά.

Η ανάγκη για μεταμόρφωση, η δυσδιάκριτη αθωότητα ενός μυστηριώδους ονείρου, οι μαγικές ευχές κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων που υστερούν σε αληθοφάνεια μα καταλήγουν στην έκπληξη που προκύπτει από την ευχέρεια κινήσεων του απελπισμένου ή του πολύ ισχυρού. Ένα ταξίδι στους θαυμαστούς ακάλυπτους χώρους της ζωής κάποιων αδιάφορων περαστικών που δεν θα τους δίναμε ποτέ σημασία. Μια κλεφτή ματιά στις σκέψεις εκείνων που προτιμούν τη σιωπή από το λόγο. Μια συλλογή διηγημάτων που κλιμακώνει και αποκλιμακώνει την ένταση της διήγησης των ιστοριών της με τον τρόπο που ένας πιανίστας πατάει τα πλήκτρα και παράγει ήχους, μουσική. Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliotheque.

Η υψηλή τέχνη του φλερτ

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 13 Νοεμβρίου 2016)

Το φλερτ είναι η ζάχαρη άχνη της libido. Ένας ακαριαίος μυστικός έρωτας – κεραυνοβόλος, ευχάριστος και ημιτελής, άρα κάπως παιδαριώδης θα έλεγαν λανθασμένα οι πιο πρακτικοί – με σαφές σημείο εκκίνησης και συγκεκριμένο τερματικό σημείο. Είναι ένας στιγμιαίος εντυπωσιασμός και η έκφρασή του που καλλωπίζει το χρόνο. Στην πιο σωστή μορφή του μπορεί να διαρκέσει από μερικά δευτερόλεπτα έως και λίγα λεπτά. Σπανίως κάπως πάρα πάνω. Δεν αποσκοπεί απαραιτήτως σε κάποια ερωτική έξαψη διαρκείας σε συνέχειες, με συνέχεια, για τη συνέχεια. Αντιθέτως, συνήθως υμνεί την κομψή ασυνέχεια μιας διαδικασίας που σε άλλη περίπτωση θα οδηγούσε πιθανώς σε χειροπιαστές αποδείξεις του πάθους.

Το φλερτ είναι το αισθησιακό πυροτέχνημα του μινιμαλισμού της ερωτικής επικοινωνίας. Φίλοι του είναι η ευγένεια, η λεπτότητα, το χιούμορ. Είναι το μέσον για να διανύσει κανείς τη μυστική απόσταση που συνδέει την κωμική πλευρά του χαρακτήρα του με την αντίπερα όχθη της, που είναι η σοβαρότατη διάθεση για το θελκτικό ερωτικό κάλεσμα που επιτάσσει κατά καιρούς η Φύση. Το φλερτ είναι η έκφραση της ανάγκης για αισθησιακή επικοινωνία, και μια απόδειξη της ανθρώπινης πίστης στην πρώτη εντύπωση που ακινητοποιεί και μαγεύει. Είναι η ωραία διέξοδος ενός ερωτικού καλέσματος που, για οποιονδήποτε λόγο, επιλέγει αυτό τον τρόπο για να εκδηλωθεί.

Το φλερτ είναι το παραδείσιο παζλ των αισθήσεων. Ένα διανοητικό σταυρόλεξο για ικανούς παίκτες. Μια ερωτική δαντέλα που υφαίνεται λέξη λέξη, βλέμμα βλέμμα, σιωπή σιωπή. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας που υμνεί την διακριτική επαφή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους οι οποίοι ξεχώρισαν ο ένας τον άλλον και αλληλοδιαλέχτηκαν, συνήθως μέσα σε πλήθος άλλων, για να διανύσουν από κοινού μια σύντομη απολαυστική διαδρομή εγρήγορσης και συγκίνησης. Το φλερτ είναι μια χαρούμενη αντίληψη της ζωής, ένα παιχνίδι. Απέχει πολύ από την έλλειψη σθένους των απαισιόδοξων και από την συμπλεγματική περιφρόνηση των κυνικών. Όταν ασκείται ως η καλή τέχνη που είναι, το φλερτ είναι πράξη θαρραλέα, συγκροτημένη, ευγενής.

«Δεν βγαίνω, πια, τα βράδια γιατί δεν φλερτάρουν οι άνθρωποι. Τι νόημα έχει να βγεις αν δεν φλερτάρεις;», έλεγε η Μελίνα Μερκούρη. Το φλερτ είναι μια κίνηση φιλική, αβρή, εκλεπτυσμένη. Δίνει ουσία σε μια νυχτερινή έξοδο, απαλύνει μια δύσκολη μέρα, μουδιάζει μια αρνητική διάθεση, εξευμενίζει μια διάθεση θλιμμένη. Σαγηνεύει με τη γλυκύτητά του και ευεργετεί με την αίσθηση που αφήνει πίσω του ακόμα και όταν έχει πια τελειώσει. Είναι το αθώο στολίδι μιας ανθρώπινης επαφής που ασκείται με κομψό και έξυπνο τρόπο, κλείνοντας υπαινικτικά το μάτι στους αποφασισμένους και χαϊδεύοντας απαλά τους αναποφάσιστους.

Ουδείς δικαιούται να κακοχαρακτηρίσει ή να δυσαρεστηθεί από κάποιον που χρωματίζει την ατμόσφαιρα μιας συνάντησης φλερτάροντας διακριτικά, ασκώντας την σκανταλιάρικη διπλωματία μιας ερωτοτροπίας που ξεκινά και καταλήγει στο λόγο περνώντας μέσα από τις κοιλάδες και τις χαράδρες της αναστάτωσης του υπογαστρίου, του στομαχιού, του οισοφάγου, των ματιών, της άκρης των δακτύλων.

Το φλερτ είναι απαλλαγμένο από την ενοχή. Θυμίζει παιδικό όνειρο που αφήνει την πραγματικότητα ανέπαφη, αρωματίζοντάς την απλώς με μια φευγαλέα, αόρατη μυρωδιά κάποιων παράδοξων συνδυασμών που αναστατώνουν χωρίς να εξηγούνται. Είναι δαιμόνιο, σκλαβωτικό, συναρπάζει. Αναζωογονεί με την εφευρετικότητα και την ηδονική του ευωδία που καμία σχέση δεν είχε ποτέ με την σαφή προστυχιά ή τα συνώνυμά της. Το φλερτ υπενθυμίζει και επικυρώνει την ιδέα της αγνότητας της φαντασίας και του πάθους. Τα πρώιμα στάδια της ερωτικής επαφής. Τις καλές πλευρές του εαυτού μας.

Το φλερτ, παρότι μάλλον σημειολογικό άθλημα, δεν περιφρονεί τις σαρκικές ηδονές. Αντιθέτως, όταν ασκείται με ταλέντο και ανεμελιά, τις υπονοεί και ενδεχομένως τις προετοιμάζει. Η μυστική μαγεία του κρύβεται στη σαφή, λεπτεπίλεπτη γραμμή που το διαχωρίζει από το αμιγές ερωτικό κάλεσμα. Το φλερτ είναι το χαμογελαστό χερουβείμ που φτερουγίζει γύρω απ΄ τη φωτιά ενός πάθους που δεν έχει ανάψει ακόμα. Δεν είναι όμως μια άγονη απόλαυση, είναι ο πυρήνας της ερωτικής επικοινωνίας στην πιο αγνή μορφή της. Από αυτό ενδέχεται να προκύψουν όλα ή τίποτα, και τούτο είναι άλλο ένα ευγενές χαρακτηριστικό της ύπαρξής του. Το φλερτ είναι ένα αριστοκρατικό, υψηλό, ανυπόμονο κάλεσμα ζωής. Ένα ρομαντικό και κάπως θεατρικό άπλωμα του χεριού, μια σεμνή υπόκλιση, ένα όσο χρειάζεται τολμηρό νεύμα προς κάποιον που κοιτάζει.

>3

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 12 Οκτωβρίου 2016)

Τι ειπώθηκε μεταξύ μας και τι ώρα ήταν, τι φορούσαμε εκείνη τη στιγμή, πού καθόμασταν, πόσα τσιγάρα είχαμε καπνίσει.

Μαγνητάκια στο ψυγείο – Βαρκελώνη, Αθήνα, Παρίσι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Μαγιόρκα, Βερολίνο – και εικόνες μιας παλιότερης ζωής σε ράγες και αερογραμμές.

Το ίδιο δωμάτιο γέμισε με τόσες διαφορετικές ιστορίες. Πού να χωρέσουν όλα αυτά, ποιος να ξέρει;

Χαμόγελα και τόποι που θυμόμαστε καλά πόσο αγαπήσαμε, κομματάκια ζωής που πέρασε γλυκά και αστραπιαία.

Το χέρι σου στο χέρι μου, στο άλλο χέρι μια σημαιούλα παιδική, ή ένα γεροντικό μπαστούνι.

 

Πότε παύει κάποιος να αγαπά; Πότε συμφιλιώνεται με την ιδέα της απώλειας; Πότε μεγαλώνει; Πότε ό, τι έχει του αρκεί για να μην θέλει τίποτε άλλο;

Όσα μας έφταναν παλιά, τώρα βγάλαμε στα πόδια φτερά, τρέχουμε γρήγορα, και δεν μας φτάνουν.

Τα προσπερνάμε λοιπόν κι έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν είναι πια τόσο σπουδαία. Μπορούμε και χωρίς.

Αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, ρούχα ξεχασμένα στην κρεμάστρα, ένα σημείωμα με μπλε στυλό, μια μυρωδιά που δεν λέει να φύγει από το χώρο.

«Σ΄αγαπώ». «Χρόνια πολλά». «Σε ευχαριστώ που μ’ αγαπάς όπως είμαι κι όπως δεν είμαι». «>3».

Φωτογραφικά περιστατικά στον τοίχο, στημένα λες και πάνε για εκτέλεση, να τα στολίζουμε μετά με άνθη, στεφάνια και κορδέλες φωσφοριζέ ή λαστιχάκια.

Αναμνηστικές επαναλήψεις φράσεων, χειρονομιών, τόνων μιας ωραίας φωνής, φλασιές που σκάνε σαν βεγγαλικά στο πίσω μέρος του αυχένα.

Τι είχαμε, τι χάσαμε, απλώς τα ξεπεράσαμε.

Είμαστε γενναίοι, αποφασιστικοί, γουώριορς, τίποτε δεν μας λυγίζει.

Άνθρωποι ατσαλάκωτοι και σκληροί απέναντι σε ανθρώπους που έχουν διαρκώς στα μάτια νερό, κι ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χέρια.

 

Χαμένα κλειδιά για σπίτια που δεν πρόλαβαν να μοιραστούν, στο μπρελόκ ένα γούρι σε σχήμα ζαριού και μια μικρή Γιαπωνέζα Eriko.

Πόσα φθινόπωρα έρωτα στα χρόνια της χολέρας θα γιορτάζαμε φέτος; Ποια ήταν τα φωτεινότερα σημεία του καιρού; Τι χρώμα είχαν;

Πέθανε η Σούκου αυτό το Σεπτέμβριο, κι ούτε το ζαχαρόνερο ούτε οι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης κατόρθωσαν να αναστήσουν τις γέρικες ρίζες της.

Πέθανε η Σούκου, και συνάμα άλλοι πολλοί.

 

Οκτώβριος και κάνει κρύο.

Δεν κοιτάμε πια τι καιρό κάνει στις διάφορες πόλεις μας, ντυνόμαστε αναλόγως την εντύπωση που αφήνει πάνω μας η ψύχρα στις εννιά το πρωί στο μπαλκόνι.

Στεγνώνουμε μέσα κι έξω μας σε πόλεις γεμάτες βροχή.

Δεν φοβόμαστε τα κενά αέρος, τα ψυχικά κενά, τα κενά στο ημερολόγιο πρόγραμμά μας.

Δεν κοιτάμε γύρω ούτε μέσα μας, κι ούτε ακολουθούμε σαγηνεμένοι το μονοπάτι που αφήνει πίσω του το άρωμα ενός περαστικού.

Η εποχή της μυστικής μαγείας που είχαμε την εντύπωση πως πετύχαμε, ήταν λίγη, υποκριτική.

Είχε προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης, κι όποιος πίστεψε στην άυλη αιωνιότητα ενός παθιασμένου «για πάντα» έχει τώρα το ελεύθερο να κλάψει και να χτυπηθεί.

Στο κάτω κάτω, τι πειράζει;

 

Τίποτε δεν θα αλλάξει στη ροή του κόσμου αν τα μάτια ενός δημοσίου υπαλλήλου θολώνουν πάνω απ’ τα Εξέλ, ή αν μια φοιτήτρια στην άκρη μιας μεγάλης πόλης ξεχάσει να ταΐσει τη γάτα της για τρεις μέρες. Τίποτε δεν θα γίνει χειρότερο ή καλύτερο αν παραιτηθούμε από τις συνήθειες που μας φαίνονταν ακριβές κι όμως η φτήνια τους μας πόνεσε ένα πρωί σαν απαίσιο χαστούκι. Τίποτε δεν θα πετύχουμε αν πούμε τα λόγια που μας μουδιάζουν τη γλώσσα και την ψυχή εις ώτα μη ακουόντων.

 

Οι ολικές ανατροπές και τα μεγάλα σχέδια είναι παιδιά της φαντασίας των ρομαντικών.

Ή των τεχνοκρατών που ξέρουν να υπολογίζουν.

Και ξέρουν πως τα πάντα είναι διαπραγμάτευση, παζάρι, συμφωνία, τόσα δίνω, πόσα θες.

Πάρε ψωμί και δώσμου μέλι.

Σου δίνω την τέχνη που ξέρω να ασκώ στα σώματα, φέρε μου το αξίωμα που θα με κάνει αναγνωρίσιμο στον κόσμο.

Σύρε κι έλα στην αγάπη μου, πάρε δώσε το τρένο κι ο καρδιακός παλμός μου.

Τι ειπώθηκε μεταξύ μας και τι ώρα ήταν, τι φορούσαμε εκείνη τη στιγμή, πού καθόμασταν, πόσα τσιγάρα είχαμε καπνίσει.

Δεν ξέρουμε, δεν θυμόμαστε, ξεχάσαμε, δεν πρέπει καν να το συζητάμε.

 

Αυτό το φθινόπωρο που πέθανε η Σούκου και άλλοι πολλοί, μια αιφνίδια λύπη σαν χαμηλό βαρομετρικό έφερε τα σύννεφα λίγο πιο κοντά στον κόσμο.

Ήρθε ο καιρός να ξεχάσουμε τα αξέχαστα καρέ, τις συζητήσεις, τα σχέδια για μια αλλιώτικη ζωή, την υφή του χεριού ή του λαιμού, την ένταση της φωνής στο «χύνω».

 

Ας επικεντρωθούμε σε κάτι πρακτικότερο και σαφώς λιγότερο οδυνηρό, ακόμα και στην ενδεχόμενη ακύρωσή του.

Στα δελτία καιρού, στις συνταγές μαγειρικής, στο καινούριο μας εξώφυλλο, στα φτηνά αεροπορικά εισιτήρια, στις βόλτες του Σαββάτου το πρωί, στη λέξη που μας είπε ένα παιδί, σε ένα ποίημα που έγραψε κάποιος που μας αρέσει.

Ας επικεντρωθούμε σε πράγματα σαν αυτά.

Σαν να κρέμεται από όλα αυτά το πιο καίριο Ναι ή το Όχι της ζωής μας.

 

Ο λαβωμένος άνθρωπος

Ή αλλιώς

Το ήξερα πως η κατάληξη θα ήταν αυτή

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 5 Οκτωβρίου 2016)

Σε ένα σύγχρονο ηθικό περιβάλλον σχεδόν μηδενικής (και μηδενιστικής) βαρύτητας οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες είναι κάτι κοινότοπο. Θυμίζουν την αψιά αίσθηση που αφήνει η λαβωματιά στο πλευρό του χτυπημένου. Κάποια χτυπήματα είναι απρόβλεπτα. Κάποια άλλα μοιάζουν να είναι προσχεδιασμένα, προαιώνια, σχεδόν καρμικά. Σαν μαχαιριές από ένα φονικό όργανο που λάμπει εκ των προτέρων και επί μακρόν μπροστά στα μάτια του υποψήφιου θύματος, το οποίο έχει υπόψη του τον κίνδυνο μα δεν κάνει το παραμικρό για να τον αποφύγει. Αυτές τις μαχαιριές ο λαβωμένος άνθρωπος τις περίμενε πριν καν γεννηθεί η αιτία του ερχομού τους. Ήταν, δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών, από πριν, και με τρόπο σχεδόν μεταφυσικό, ήδη λαβωμένος.

Πώς γίνεται αυτό;  Έχοντας κατά νου σαν ψυχικό τατουάζ τον τυφλοσούρτη της ζωής του, ο λαβωμένος άνθρωπος κάποτε συνειδητοποιεί πως διαθέτει τη σοφή διορατικότητα του μέντιουμ, ή τη σωφροσύνη του πολύπαθου ηλικιωμένου. Κάθε φορά που δικαιώνεται μια πρόβλεψή του, διαπιστώνει ξανά την ευστοχία των μαντικών του ικανοτήτων με ένα πικρό χαμόγελο αυτοδικαίωσης, που απ’ τη μια λυπάται που σχηματίζεται στο πρόσωπο και στην ψυχή του, μα απ’ την άλλη χαίρεται που για άλλη μια φορά το στοίχημα με τη μοιραία ροή των πραγμάτων κερδήθηκε, έστω και με τον τρόπο αυτό. «Το ήξερα πως η κατάληξη θα ήταν αυτή».

Παρότι έχει επίγνωση, ο λαβωμένος άνθρωπος σπανίως είναι καχύποπτος. Δεν είναι ούτε διαστροφικά χαμένος εκ πεποιθήσεως, ούτε ψεύτης. Δεν μεθοδεύει ούτε στοχεύει σε κάποια απάτη πριν καν αυτή εκδηλωθεί. Δεν παίζει άτιμα παιχνίδια με το υποσυνείδητό του ή με την κοινωνία. Δεν προετοιμάζει την πτώση ή τον κάθε μικρό θάνατό του με τιμές πολεμιστή. Τον υφίσταται με τη σοφία του γέροντα που έχει μάθει να χειρίζεται τον πόνο, που τα μάτια του έχουν δει πολλά και ξέρει καλά πού το κάθε τι θα καταλήξει.

Η πίστη στη μοίρα, στο πεπρωμένο και όλες αυτές οι μοιρολατρικές ιδέες και τεχνικές συνήθως αφορούν τους βαθιά θρησκευόμενους, τους αφελείς ή τους διαταραγμένους. Εδώ όμως δεν πρόκειται για ιδεοληψία, πρόκειται για συναίσθηση, για μια ενδόμυχη ψυχική και συναισθηματική ακινησία καλών προθέσεων, όπου ο λαβωμένος άνθρωπος είναι ο ίδιος που προβλέπει και επιτρέπει το μοιραίο χτύπημα στο δεξί πλευρό του, επειδή ξέρει πως δεν γίνεται αλλιώς. Κι όταν αυτό επέλθει, είτε γελάει στα μούτρα του εαυτού του είτε, συχνά, κλαίει με μαύρο δάκρυ. 

Ο λαβωμένος άνθρωπος είναι λοιπόν εκείνος που τη στιγμή της έναρξης γνωρίζει καλά ποια θα είναι η κατάληξη των πραγμάτων που τον αφορούν. Κάποιοι θα το έλεγαν πεσιμισμό, κάποιοι άλλοι θα προτιμούσαν λέξεις όπως γρουσουζιά, κακοδαιμονία, ηττοπάθεια. Οι τεχνοκράτες θα το χαρακτήριζαν απλώς ως βλακεία.

Στον αντίποδα αυτού του τύπου ανθρώπου βρίσκεται ο υπερτυχερός ξάδερφος Γκαστόνε, που στάχτη πιάνει και χρυσός του γίνεται, και στην έρημο περπατά και οάσεις συναντάει. Χωρίς καμία πληγή στο πλευρό, μακριά από λαβωματιές και άλλα μελανά σημεία. Εντούτοις, ο λαβωμένος άνθρωπος δεν αντιπαθεί τους ψυχικούς ή ιδεολογικούς του αντιπάλους – δεν τους αναγνωρίζει καν ως τέτοιους καθότι οι αντιπαλότητες ελάχιστα τον αφορούν.

Ο λαβωμένος άνθρωπος δεν πιστεύει στα θαύματα. Ούτε στα θαυματουργά στοιχειά που κατοικούν σε δάση και πηγάδια, ή σε τζίνια που δωροδοκούνται με χρυσά νομίσματα και αισθησιακές τριβές προκειμένου να εκπληρώσουν ευχές και στοιχήματα. Πιστεύει στους οιωνούς που είναι προδιαγεγραμμένοι στο ψυχικό του προικοσύμφωνο από τη στιγμή που τελέστηκε το μυστήριο του γάμου του με την ίδια τη  ζωή. Η προσπάθειά του για την όποια μεταφυσική εκλέπτυνση του ψυχικού μουδιάσματος που νιώθει στο κατώφλι της έναρξης μιας ερωτικής, σεξουαλικής, επιστημονικής, οικονομικής σχέσης, ενίοτε μεταφράζεται σε κάποιου είδους τέχνη. Εξάλλου, οι τεχνοκράτες ή οι υπεραισιόδοξοι γεννημένοι νικητές σπανίως γίνονται καλλιτέχνες.

Ο λαβωμένος άνθρωπος, αν κάτι δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, είναι το απτό και επ’ ουδενί το άυλο. Με το άυλο έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του κι έχει κάνει τις συμφωνίες του. Ενίοτε, στο εσωτερικό του περιβάλλον τα πάντα μπορεί να είναι διαφορετικά απ΄ ό, τι εκείνα που εξωτερικά τον συμπεριλαμβάνουν. Στον πειρασμό του παιχνιδιού με τα ζάρια της πραγματικότητας είναι που δεν υποκύπτει. Και εφόσον η εποχή που ζούμε μας περικλείει υποχρεωτικά σε ένα ηθικό περιβάλλον σχεδόν μηδενικής (και μηδενιστικής) βαρύτητας, ο λαβωμένος άνθρωπος κοιτά την κοινωνία στα μάτια και βιώνει με ταπεινοφροσύνη τις εμπειρίες του, κάνοντας αμήχανους γύρους πάνω στα τρεμάμενα σανίδια της ίδιας της προσωπικής θεατρικής σκηνής του.

 

Χωρίς τρυφερότητα

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 28 Σεπτεμβρίου 2016)

Με το πέρας του χρόνου, και μόλις ωριμάσουν οι συνθήκες γι’ αυτό που αναπόφευκτα  μέλλει να συμβεί, μόλις δηλαδή τα πλεονάσματα της τρυφερότητας στη ζωή του αρχίσουν να γίνονται υπολείμματα και στο τέλος απώλεια, ο άνθρωπος, για να μην πεθάνει από μελαγχολία, αλλάζει δέρμα και συμπεριφορά.  
 
Επιβιώνει χάρη σε ξεχασμένα αποθεματικά. Αρχίζει να ασχολείται με πράγματα απλά, καθημερινά, που μέχρι πρότινος μπορεί και να αψηφούσε (οι γενικεύσεις είναι πράγμα επικίνδυνο, οι κερδισμένοι της τρυφερότητας μοιάζουν όμως τρομερά μεταξύ τους). Γίνεται πιο ταπεινός (οι τυλιγμένοι με τη ζεστή κουβέρτα της τρυφερότητας νιώθουν και είναι κάτι σαν θεοί) και πιο σεμνός (οι χαϊδεμένοι της τρυφερότητας έχουν μια δικαιολογημένη υπεροψία στην ψυχή και στα χείλη). Παύει να αναζητά στα σύννεφα αγγέλους, και αρχίζει να εκτιμά την ύπαρξη των πουλιών. 
 
Κάνει πράγματα που δεν έκανε. Παρατηρεί με θρησκευτική προσήλωση τα υπό κατάρρευση ισόγεια καταστήματα μιας βρώμικης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας και κάνει νοερές προσευχές στις  ιστορικές επιγραφές τους. Περιεργάζεται τα πρόσωπα των περαστικών, τα δέντρα, τα δενδρύλλια, τα παρτέρια των δρόμων. Χαζεύει τα άνθη μιας γαζίας ή τους καρπούς μιας χαρουπιάς που φύεται σε ένα πεζοδρόμιο το οποίο μέχρι τότε δεν είχε αντιληφθεί, και μόλις πάει σπίτι αναζητά βιβλιογραφία με την ιστορία και τη χρήση του παράξενου φυτού ανά τον κόσμο (οι τρυφεροκρουσμένοι στα ντουζένια τους έχουν μάτια μόνο για το συννεφάκι μέσα απ’ το οποίο ξεπροβάλλει η οπτασία του εκλεκτού της καρδιάς τους).
 
Κολυμπά στις επτά το πρωί σε μια ανώνυμη αμμώδη παραλία γεμάτη σπασμένα κοχύλια (αυτός που ανέκαθεν μισούσε τα σπασμένα πράγματα και τα χωρίς τρυφερότητα άγνωστα νερά) και διαβάζει σαν χρησμό τις ρωγμές και τις θρυμματισμένες άκρες τους. Κρύβει πευκοβελόνες στις σελίδες των βιβλίων του απλώς και μόνο για να κρύψει κάτι (οι τρυφεροί έχουν πάντα κάποιο μυστικό), μαζεύει αποκόμματα εισιτηρίων και αποδείξεις μαγαζιών για να θυμάται λεπτομέρειες από ένα ταξίδι όπου δεν έβγαλε φωτογραφίες μιας και δεν είχε όρεξη να απαθανατίσει κάτι. Χαμογελά σε εκνευρισμένα παιδάκια που παιδεύουν τους γονείς τους στο εστιατόριο χωρίς να εξανίσταται, εφόσον ελάχιστα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του τον καίνε πραγματικά.
 
Γίνεται περαστικός των τόπων, επισκέπτης των βλεμμάτων, των αισθημάτων και των νοημάτων. Δοκιμάζει τεχνικές χαλάρωσης που καταπολεμούν το άγχος και τις φοβίες (η έλλειψη τρυφερότητας προκαλεί φοβίες), και μετά ορμάει αψήφιστα σε βαπόρια, τρένα, αεροπλάνα, λεωφορεία και ρηχά νερά. Σκοπός του γίνεται η όσο πιο ανώδυνη φυγή και όχι πια το Μαζί μιας τρυφερής συνομωσίας.
 
Απόλαμβάνει την πραγματική γεύση ενός φαγητού ή ενός κρασιού (η τρυφερότητα παραπλανεί την όσφρηση και τη γεύση, και κάνει τα πάντα να φαίνονται ιδανικά), εφορμά σε ξένα κατατόπια προσπαθώντας να θυμηθεί εκείνη την υπέροχη ξεγνοιασιά του άσκοπου ξοδέματος που μόνο οι μοναχικοί μπορούν να νιώσουν, εφόσον το μυαλό τους δεν είναι πια κανείς εκεί για να το κινεί προς το μέρος του.
 
Προσέχει λιγότερο το ημερολόγιο πρόγραμμά του, από το οποίο απουσιάζει κάποιο ραντεβού που άλλοτε θα προκαλούσε καρδιοχτύπι και αγωνία (οι τυχεροί της τρυφερότητας χάνουν αεροπορικά ταξίδια στην Κέρκυρα ή στην Ισπανία προκειμένου να ζήσουν λίγες στιγμές επίγειας τρυφερότητας στο δωμάτιό τους).
 
Γίνεται ελαστικός και ανεκτικός, κάπως πιο ανθρώπινος (οι ευλογημένοι της τρυφερότητας μπορούν να γίνουν εγωιστές μέχρι αηδίας) κι αφήνεται με απλότητα και μια κάποια αδιαφορία στην τύχη και στην καλοσύνη των ξένων. Γίνεται και ο ίδιος καλύτερος με τους ξένους και τους καρδιοχτυπούντες, μιας και ξέρει τι όμορφα είναι εκεί που βρίσκονται, και νοσταλγεί.
 
Μπροστά στις ενδεχόμενες νοερές και ψυχικές παλινδρομήσεις του προτάσσει νέα σχέδια και νέες προοπτικές, ακόμα και αν αυτή είναι μια πρακτική που μέχρι πρότινος δεν του ταίριαζε καθόλου. Διώχνει τις σκέψεις του με μια κίνηση του χεριού, σαν να ήταν ενοχλητικά κουνούπια. Όχι δίχως λίγο πόνο, είναι η αλήθεια. Ούτε δίχως μια κάποια τάση να υποκύψει ξανά στον πειρασμό, στην προσπάθεια να περισώσει ίσως κάτι απ’ τα χαμένα ή να ξαναμπεί στο στίβο της αναζήτησης εκείνου που έχει μόλις χάσει.
 
Παρόλα αυτά, συνειδητοποιεί πως η απώλεια της τρυφερότητας είναι πια γεγονός, και αυτό τον επαναφέρει γρήγορα στην τάξη του κενού. Σε μια αυστηρά μαθηματική τάξη. Και καθώς η επανέναρξη των διαδικασιών για μια νέα του εναρμόνιση με το πολυπόθητο συναίσθημα του φαίνεται βουνό, ο άνθρωπος προτιμά να φέρεται σαν τους ανακουφιστικά αποχαυνωμένους τηλεθεατές των σαλονιών και των καναπέδων, που ενώ καθημερινά βλέπουν εκατομμύρια εικόνες να περνούν μπροστά από τα μάτια τους, στην πραγματικότητα δεν διακρίνουν ποτέ το βάθος καμίας.
 
Συνειδητά αποφεύγει τα πολλά, και αρκείται στα στοιχειώδη. Υιοθετεί το κενό ως προσωρινό συγκάτοικο του μυαλού και του δωματίου του. Γίνεται άλλος ένας ερασιτέχνης περαστικός παρατηρητής απ’ τις ζωές των άλλων, με τον ίδιο τρόπο που τους υποδέχεται πλέον και ο ίδιος στη δική του.
 
Αφήνει ψύχραιμα τον καιρό να περνά και λίγο λίγο αρχίζει ν’ αντέχει περισσότερα απ’ όσα άντεχε τότε  που κι ένα φύλλο που έπεφτε μπορούσε να τον συντρίψει. Αρχίζει σιγά σιγά να τα ξαναβρίσκει με τον εαυτό του (οι τυλιγμένοι με τρυφερότητα τα βρίσκουν κυρίως με το αγαπώμενο μέλος μέσα στο οποίο χάνονται) και να μένει όλο και πιο γυμνός. Πιο μόνος. Πιο κυνικός. Σοφότερος.
 
Πανέτοιμος να ξαναρχίσει τα πάντα, να εξελιχθεί τρομερά, αλλά σε καμία περίπτωση να εμπιστευτεί εκείνη την τρομερή και άνευ όρων καταβύθιση στην φευγαλέα και προσωρινή, φευ!, εγκάρδια τρυφερότητα που κάποτε τον έκανε να κοντέψει να πεθάνει από μελαγχολία.
 
 
Αρέσει σε %d bloggers: