Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 20 Οκτωβρίου 2016)

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού εμφανίζονται για τελευταία φορά φέτος στην πλαζ με ζακετάκι στην τσάντα τους, χρωματιστά παρεό και βαμμένο πρόσωπο. Διώχνουν κομψά τα ίχνη του φθινοπωρινού ιδρώτα που κατακάθισε πάνω τους στη διαδρομή από το σπίτι ως  την παραλία και κάνουν σαν να μην συνέβη τίποτε. Στη ζωή τους, στη μέρα τους, στον κόσμο.

Τινάζουν ανέμελα τις καλοσιδερωμένες σατινένιες κλάρες τους και απλώνουν στις ξαπλώστρες τα υφάσματά τους με το θάρρος της γυναίκας που έχει πάψει πια να προσπαθεί καθώς δεν έχει τίποτε να χάσει. Ούτε και να κερδίσει.

Ανάβουν τσιγάρο και πίνουν Πλωμάρι χωρίς ενδοιασμούς. Καπνίζουν κοιτώντας εξ αποστάσεως τον στιβαρό ναυαγοσώστη που φωνάζει: «Λουτσίντες, όλες έξω τώρα! Ο όμιλος δεν με πληρώνει για να σας σώζω, για να σας κοιτάζω είμαι εδώ. Λουτσίντες! Όλες έξω, έρχεται κύμα!».

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν έχουν όνομα. Είναι όλες τους απλώς «κυρίες». Κάποτε κάποιος μπορεί να τους έλεγε «Ρόζα, Ροζαλία, πάμε μαζί στη συναυλία», ή «Έλσα σε φοβάμαι, Έλσα σ’ αγαπώ» κοιτώντας τες στα μάτια. Τώρα πια όμως κανένας δεν τους λέει σ’ αγαπώ, κανένας δεν τις χρειάζεται δίπλα του σε μια συναυλία. Κανείς δεν τις κοιτάζει στα μάτια προσμένοντας κάτι.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού ζουν κυρίως τα μεσημέρια. Στις πλαζ, λαϊκές κατά προτίμηση, γιατί εκεί περνούν όσο απαρατήρητες χρειάζεται ώστε να μπορούν οι ίδιες να παρατηρούν με την ησυχία τους τον κόσμο. Διαβάζουν λάιφσταιλ περιοδικά με τις νέες τάσεις του χειμώνα ή και τίποτε. Ελάχιστα νοιάζονται για τα τεκταινόμενα σε πεδία που δεν τις αφορούν προσωπικά.

Απλώνουν λάδι ή κρέμα στα κρεμασμένα μπράτσα τους χαϊδεύοντας το γερασμένο δέρμα με την ηδυπάθεια του ανέγγιχτου από χρόνια, εκείνου που μόνον ο ίδιος μπορεί πλέον να ασκήσει πάνω στο παλαιό σώμα του την αφή.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν σκέφτονται μόνο τις διακοπές ή το καλοκαίρι που έφυγε. Αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο σκέφτονται και τη συνέχεια. Τι θα ήταν άλλωστε οι διακοπές χωρίς μια Συνέχεια που θα τους επέτρεπε να την διακόψουν;

Βρέχουν λίγο τα βαμμένα νύχια τους στο κύμα αναδεύοντας τον αφρό με τα ωραία τους δάχτυλα, κάποιες επιχειρούν και μια βουτιά στα νερά της ακτής προσέχοντας ιδιαιτέρως να μην επιτρέψουν σε κάποια σταγόνα αλατόνερου να αλλοιώσει την περιποιημένη βαφή Σαντρέ νούμερο 76 και την επιμελώς φορμαρισμένη μιζανπλί που έφεραν μαζί τους από το σπίτι.

Μιλούν μεταξύ τους για τον καιρό που χάλασε με φωνές που θυμίζουν τιτίβισμα πουλιών, ανταλλάσσουν παλιά και νέα ανασηκώνοντας διακριτικά το πεσμένο ραντάκι του σουτιέν και απευθύνονται στο γκαρσόνι στον πληθυντικό για το επόμενο ποτήρι ούζο. Αν ήταν νύχτα θα έπιναν βερμούτ ή καμπάρι, τα μεσημέρια όμως ο ήλιος, έστω και ασθενικός, αποζητά μια γεύση λυκίσκου και λίγο πικάντικο μεζέ.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν ελπίζουν σε τίποτε. Κανείς δεν τους στέλνει φιλιά κλείνοντας το τηλέφωνο, η οθόνη του κινητού τους δεν αφυπνίζεται ποτέ από ένα αναπάντεχο γραπτό μήνυμα, στο γραμματοκιβώτιο πάνε χρόνια πια που δεν λαμβάνουν ένα γράμμα.

Τίποτε μέσα τους δεν αγριεύει μια έναστρη νύχτα που περπατούν στα πλακόστρωτα ή ανάμεσα στο μπάνιο και την κουζίνα. Οι φεγγαράδες δεν τις αφορούν γιατί έχουν πάψει προ πολλού να τις μαγεύουν.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν είναι θλιμμένες. Πίσω από τα ευμεγέθη γυαλιά τους κρύβουν βλέμματα υπνωτιστικά. Είναι όμορφες επειδή διαθέτουν το θάρρος και την ψυχραιμία που τους δώρισε ο χρόνος περνώντας από πάνω τους πότε ευεργετικά και πότε ισοπεδώνοντάς τες –δεν έχει και τόση σημασία, όχι πια. Άντεξαν σε άλλη μία εναλλαγή εποχής, και αυτό είναι το μόνο σημαντικό. Μα μόνο αυτές το ξέρουν.

Αυτές οι γυναίκες νιώθουν μια αξιοθαύμαστη αυτάρκεια καθισμένες στις πλαστικές καρέκλες της πλαζ. Καμία σχέση με τις νέες. Κάτι πάνω τους θυμίζει την άνεση και την χάρη των αγγέλων που παρατηρούν τον κόσμο από ψηλά χωρίς ποτέ να πρέπει να έρθουν σε άμεση επαφή με τους ανθρώπους.

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού είναι έξυπνες, μας έχουν κοροϊδέψει.

Κάτω από τον επιδερμικό εκβιασμό μιας επικείμενης ημερομηνίας λήξης κρύβουν μια ακόμα σοβαρότερη αξιοπρέπεια και μια συναρπαστική δύναμη που κανέναν νεκρό δεν θα χαρακτήριζε ποτέ. Όταν αποφασίσουν να αισθανθούν, όποιο κι αν είναι το συναίσθημά τους, το κάνουν με τρόπο που θα κέρδιζε μια εφηβεία ή και μια μέση ηλικία, εύκολα, ανώδυνα, ρουά ματ. Απλώς εμείς δεν το βλέπουμε. Επειδή οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού δεν θέλουν να το αφήσουν να εκτεθεί στα μάτια μας τόσο εύκολα. Για τους δικούς τους λόγους, που δεν μας αφορούν. Κι έτσι παραμένουμε τυφλοί μέσα στο φθινοπωρινό μεσημέρι παρατηρώντας τες από μακριά, εικάζοντας γι’ αυτές τα μύρια όσα.

Ποιος είπε όμως πως τα πράγματα που δεν φαίνονται δεν είναι ζωντανά;

Βάζει κανείς το χέρι στη φωτιά πως όσα δεν βλέπεις δεν υπάρχουν;

Οι κυρίες του πεθαμένου καλοκαιριού θα μειδιούσαν με τις αγωνίες μας.

«Αστεία παιδιά», θα μας έλεγαν, «Ησυχάστε. Θα έρθει ή ώρα που θα καταλάβετε κι εσείς ότι είναι τα ύστερα, και μόνον αυτά, εκείνα που τιμούν τα πρώτα».

Και τότε, έτσι εύκολα απλά, η απομυθοποίηση των εικόνων του καλοκαιριού έρχεται σεμνά και μας ξυπνά από τον λήθαργο της παιδικής μας ηλικίας αφήνοντάς μας να ξυπνήσουμε ένα όμορφο πρωί και γύρω μας να έχει γίνει πια μια οποιαδήποτε φθινοπωρινή Πέμπτη.

>3

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 12 Οκτωβρίου 2016)

Τι ειπώθηκε μεταξύ μας και τι ώρα ήταν, τι φορούσαμε εκείνη τη στιγμή, πού καθόμασταν, πόσα τσιγάρα είχαμε καπνίσει.

Μαγνητάκια στο ψυγείο – Βαρκελώνη, Αθήνα, Παρίσι, Λονδίνο, Άμστερνταμ, Μαγιόρκα, Βερολίνο – και εικόνες μιας παλιότερης ζωής σε ράγες και αερογραμμές.

Το ίδιο δωμάτιο γέμισε με τόσες διαφορετικές ιστορίες. Πού να χωρέσουν όλα αυτά, ποιος να ξέρει;

Χαμόγελα και τόποι που θυμόμαστε καλά πόσο αγαπήσαμε, κομματάκια ζωής που πέρασε γλυκά και αστραπιαία.

Το χέρι σου στο χέρι μου, στο άλλο χέρι μια σημαιούλα παιδική, ή ένα γεροντικό μπαστούνι.

 

Πότε παύει κάποιος να αγαπά; Πότε συμφιλιώνεται με την ιδέα της απώλειας; Πότε μεγαλώνει; Πότε ό, τι έχει του αρκεί για να μην θέλει τίποτε άλλο;

Όσα μας έφταναν παλιά, τώρα βγάλαμε στα πόδια φτερά, τρέχουμε γρήγορα, και δεν μας φτάνουν.

Τα προσπερνάμε λοιπόν κι έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν είναι πια τόσο σπουδαία. Μπορούμε και χωρίς.

Αεροπορικά και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, ρούχα ξεχασμένα στην κρεμάστρα, ένα σημείωμα με μπλε στυλό, μια μυρωδιά που δεν λέει να φύγει από το χώρο.

«Σ΄αγαπώ». «Χρόνια πολλά». «Σε ευχαριστώ που μ’ αγαπάς όπως είμαι κι όπως δεν είμαι». «>3».

Φωτογραφικά περιστατικά στον τοίχο, στημένα λες και πάνε για εκτέλεση, να τα στολίζουμε μετά με άνθη, στεφάνια και κορδέλες φωσφοριζέ ή λαστιχάκια.

Αναμνηστικές επαναλήψεις φράσεων, χειρονομιών, τόνων μιας ωραίας φωνής, φλασιές που σκάνε σαν βεγγαλικά στο πίσω μέρος του αυχένα.

Τι είχαμε, τι χάσαμε, απλώς τα ξεπεράσαμε.

Είμαστε γενναίοι, αποφασιστικοί, γουώριορς, τίποτε δεν μας λυγίζει.

Άνθρωποι ατσαλάκωτοι και σκληροί απέναντι σε ανθρώπους που έχουν διαρκώς στα μάτια νερό, κι ένα ελαφρύ τρέμουλο στα χέρια.

 

Χαμένα κλειδιά για σπίτια που δεν πρόλαβαν να μοιραστούν, στο μπρελόκ ένα γούρι σε σχήμα ζαριού και μια μικρή Γιαπωνέζα Eriko.

Πόσα φθινόπωρα έρωτα στα χρόνια της χολέρας θα γιορτάζαμε φέτος; Ποια ήταν τα φωτεινότερα σημεία του καιρού; Τι χρώμα είχαν;

Πέθανε η Σούκου αυτό το Σεπτέμβριο, κι ούτε το ζαχαρόνερο ούτε οι υποσχέσεις αιώνιας αγάπης κατόρθωσαν να αναστήσουν τις γέρικες ρίζες της.

Πέθανε η Σούκου, και συνάμα άλλοι πολλοί.

 

Οκτώβριος και κάνει κρύο.

Δεν κοιτάμε πια τι καιρό κάνει στις διάφορες πόλεις μας, ντυνόμαστε αναλόγως την εντύπωση που αφήνει πάνω μας η ψύχρα στις εννιά το πρωί στο μπαλκόνι.

Στεγνώνουμε μέσα κι έξω μας σε πόλεις γεμάτες βροχή.

Δεν φοβόμαστε τα κενά αέρος, τα ψυχικά κενά, τα κενά στο ημερολόγιο πρόγραμμά μας.

Δεν κοιτάμε γύρω ούτε μέσα μας, κι ούτε ακολουθούμε σαγηνεμένοι το μονοπάτι που αφήνει πίσω του το άρωμα ενός περαστικού.

Η εποχή της μυστικής μαγείας που είχαμε την εντύπωση πως πετύχαμε, ήταν λίγη, υποκριτική.

Είχε προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης, κι όποιος πίστεψε στην άυλη αιωνιότητα ενός παθιασμένου «για πάντα» έχει τώρα το ελεύθερο να κλάψει και να χτυπηθεί.

Στο κάτω κάτω, τι πειράζει;

 

Τίποτε δεν θα αλλάξει στη ροή του κόσμου αν τα μάτια ενός δημοσίου υπαλλήλου θολώνουν πάνω απ’ τα Εξέλ, ή αν μια φοιτήτρια στην άκρη μιας μεγάλης πόλης ξεχάσει να ταΐσει τη γάτα της για τρεις μέρες. Τίποτε δεν θα γίνει χειρότερο ή καλύτερο αν παραιτηθούμε από τις συνήθειες που μας φαίνονταν ακριβές κι όμως η φτήνια τους μας πόνεσε ένα πρωί σαν απαίσιο χαστούκι. Τίποτε δεν θα πετύχουμε αν πούμε τα λόγια που μας μουδιάζουν τη γλώσσα και την ψυχή εις ώτα μη ακουόντων.

 

Οι ολικές ανατροπές και τα μεγάλα σχέδια είναι παιδιά της φαντασίας των ρομαντικών.

Ή των τεχνοκρατών που ξέρουν να υπολογίζουν.

Και ξέρουν πως τα πάντα είναι διαπραγμάτευση, παζάρι, συμφωνία, τόσα δίνω, πόσα θες.

Πάρε ψωμί και δώσμου μέλι.

Σου δίνω την τέχνη που ξέρω να ασκώ στα σώματα, φέρε μου το αξίωμα που θα με κάνει αναγνωρίσιμο στον κόσμο.

Σύρε κι έλα στην αγάπη μου, πάρε δώσε το τρένο κι ο καρδιακός παλμός μου.

Τι ειπώθηκε μεταξύ μας και τι ώρα ήταν, τι φορούσαμε εκείνη τη στιγμή, πού καθόμασταν, πόσα τσιγάρα είχαμε καπνίσει.

Δεν ξέρουμε, δεν θυμόμαστε, ξεχάσαμε, δεν πρέπει καν να το συζητάμε.

 

Αυτό το φθινόπωρο που πέθανε η Σούκου και άλλοι πολλοί, μια αιφνίδια λύπη σαν χαμηλό βαρομετρικό έφερε τα σύννεφα λίγο πιο κοντά στον κόσμο.

Ήρθε ο καιρός να ξεχάσουμε τα αξέχαστα καρέ, τις συζητήσεις, τα σχέδια για μια αλλιώτικη ζωή, την υφή του χεριού ή του λαιμού, την ένταση της φωνής στο «χύνω».

 

Ας επικεντρωθούμε σε κάτι πρακτικότερο και σαφώς λιγότερο οδυνηρό, ακόμα και στην ενδεχόμενη ακύρωσή του.

Στα δελτία καιρού, στις συνταγές μαγειρικής, στο καινούριο μας εξώφυλλο, στα φτηνά αεροπορικά εισιτήρια, στις βόλτες του Σαββάτου το πρωί, στη λέξη που μας είπε ένα παιδί, σε ένα ποίημα που έγραψε κάποιος που μας αρέσει.

Ας επικεντρωθούμε σε πράγματα σαν αυτά.

Σαν να κρέμεται από όλα αυτά το πιο καίριο Ναι ή το Όχι της ζωής μας.

 

Ο λαβωμένος άνθρωπος

Ή αλλιώς

Το ήξερα πως η κατάληξη θα ήταν αυτή

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 5 Οκτωβρίου 2016)

Σε ένα σύγχρονο ηθικό περιβάλλον σχεδόν μηδενικής (και μηδενιστικής) βαρύτητας οι αυτοεκπληρούμενες προφητείες είναι κάτι κοινότοπο. Θυμίζουν την αψιά αίσθηση που αφήνει η λαβωματιά στο πλευρό του χτυπημένου. Κάποια χτυπήματα είναι απρόβλεπτα. Κάποια άλλα μοιάζουν να είναι προσχεδιασμένα, προαιώνια, σχεδόν καρμικά. Σαν μαχαιριές από ένα φονικό όργανο που λάμπει εκ των προτέρων και επί μακρόν μπροστά στα μάτια του υποψήφιου θύματος, το οποίο έχει υπόψη του τον κίνδυνο μα δεν κάνει το παραμικρό για να τον αποφύγει. Αυτές τις μαχαιριές ο λαβωμένος άνθρωπος τις περίμενε πριν καν γεννηθεί η αιτία του ερχομού τους. Ήταν, δηλαδή, τηρουμένων των αναλογιών, από πριν, και με τρόπο σχεδόν μεταφυσικό, ήδη λαβωμένος.

Πώς γίνεται αυτό;  Έχοντας κατά νου σαν ψυχικό τατουάζ τον τυφλοσούρτη της ζωής του, ο λαβωμένος άνθρωπος κάποτε συνειδητοποιεί πως διαθέτει τη σοφή διορατικότητα του μέντιουμ, ή τη σωφροσύνη του πολύπαθου ηλικιωμένου. Κάθε φορά που δικαιώνεται μια πρόβλεψή του, διαπιστώνει ξανά την ευστοχία των μαντικών του ικανοτήτων με ένα πικρό χαμόγελο αυτοδικαίωσης, που απ’ τη μια λυπάται που σχηματίζεται στο πρόσωπο και στην ψυχή του, μα απ’ την άλλη χαίρεται που για άλλη μια φορά το στοίχημα με τη μοιραία ροή των πραγμάτων κερδήθηκε, έστω και με τον τρόπο αυτό. «Το ήξερα πως η κατάληξη θα ήταν αυτή».

Παρότι έχει επίγνωση, ο λαβωμένος άνθρωπος σπανίως είναι καχύποπτος. Δεν είναι ούτε διαστροφικά χαμένος εκ πεποιθήσεως, ούτε ψεύτης. Δεν μεθοδεύει ούτε στοχεύει σε κάποια απάτη πριν καν αυτή εκδηλωθεί. Δεν παίζει άτιμα παιχνίδια με το υποσυνείδητό του ή με την κοινωνία. Δεν προετοιμάζει την πτώση ή τον κάθε μικρό θάνατό του με τιμές πολεμιστή. Τον υφίσταται με τη σοφία του γέροντα που έχει μάθει να χειρίζεται τον πόνο, που τα μάτια του έχουν δει πολλά και ξέρει καλά πού το κάθε τι θα καταλήξει.

Η πίστη στη μοίρα, στο πεπρωμένο και όλες αυτές οι μοιρολατρικές ιδέες και τεχνικές συνήθως αφορούν τους βαθιά θρησκευόμενους, τους αφελείς ή τους διαταραγμένους. Εδώ όμως δεν πρόκειται για ιδεοληψία, πρόκειται για συναίσθηση, για μια ενδόμυχη ψυχική και συναισθηματική ακινησία καλών προθέσεων, όπου ο λαβωμένος άνθρωπος είναι ο ίδιος που προβλέπει και επιτρέπει το μοιραίο χτύπημα στο δεξί πλευρό του, επειδή ξέρει πως δεν γίνεται αλλιώς. Κι όταν αυτό επέλθει, είτε γελάει στα μούτρα του εαυτού του είτε, συχνά, κλαίει με μαύρο δάκρυ. 

Ο λαβωμένος άνθρωπος είναι λοιπόν εκείνος που τη στιγμή της έναρξης γνωρίζει καλά ποια θα είναι η κατάληξη των πραγμάτων που τον αφορούν. Κάποιοι θα το έλεγαν πεσιμισμό, κάποιοι άλλοι θα προτιμούσαν λέξεις όπως γρουσουζιά, κακοδαιμονία, ηττοπάθεια. Οι τεχνοκράτες θα το χαρακτήριζαν απλώς ως βλακεία.

Στον αντίποδα αυτού του τύπου ανθρώπου βρίσκεται ο υπερτυχερός ξάδερφος Γκαστόνε, που στάχτη πιάνει και χρυσός του γίνεται, και στην έρημο περπατά και οάσεις συναντάει. Χωρίς καμία πληγή στο πλευρό, μακριά από λαβωματιές και άλλα μελανά σημεία. Εντούτοις, ο λαβωμένος άνθρωπος δεν αντιπαθεί τους ψυχικούς ή ιδεολογικούς του αντιπάλους – δεν τους αναγνωρίζει καν ως τέτοιους καθότι οι αντιπαλότητες ελάχιστα τον αφορούν.

Ο λαβωμένος άνθρωπος δεν πιστεύει στα θαύματα. Ούτε στα θαυματουργά στοιχειά που κατοικούν σε δάση και πηγάδια, ή σε τζίνια που δωροδοκούνται με χρυσά νομίσματα και αισθησιακές τριβές προκειμένου να εκπληρώσουν ευχές και στοιχήματα. Πιστεύει στους οιωνούς που είναι προδιαγεγραμμένοι στο ψυχικό του προικοσύμφωνο από τη στιγμή που τελέστηκε το μυστήριο του γάμου του με την ίδια τη  ζωή. Η προσπάθειά του για την όποια μεταφυσική εκλέπτυνση του ψυχικού μουδιάσματος που νιώθει στο κατώφλι της έναρξης μιας ερωτικής, σεξουαλικής, επιστημονικής, οικονομικής σχέσης, ενίοτε μεταφράζεται σε κάποιου είδους τέχνη. Εξάλλου, οι τεχνοκράτες ή οι υπεραισιόδοξοι γεννημένοι νικητές σπανίως γίνονται καλλιτέχνες.

Ο λαβωμένος άνθρωπος, αν κάτι δυσκολεύεται να εμπιστευτεί, είναι το απτό και επ’ ουδενί το άυλο. Με το άυλο έχει ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του κι έχει κάνει τις συμφωνίες του. Ενίοτε, στο εσωτερικό του περιβάλλον τα πάντα μπορεί να είναι διαφορετικά απ΄ ό, τι εκείνα που εξωτερικά τον συμπεριλαμβάνουν. Στον πειρασμό του παιχνιδιού με τα ζάρια της πραγματικότητας είναι που δεν υποκύπτει. Και εφόσον η εποχή που ζούμε μας περικλείει υποχρεωτικά σε ένα ηθικό περιβάλλον σχεδόν μηδενικής (και μηδενιστικής) βαρύτητας, ο λαβωμένος άνθρωπος κοιτά την κοινωνία στα μάτια και βιώνει με ταπεινοφροσύνη τις εμπειρίες του, κάνοντας αμήχανους γύρους πάνω στα τρεμάμενα σανίδια της ίδιας της προσωπικής θεατρικής σκηνής του.

 

Χωρίς τρυφερότητα

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 28 Σεπτεμβρίου 2016)

Με το πέρας του χρόνου, και μόλις ωριμάσουν οι συνθήκες γι’ αυτό που αναπόφευκτα  μέλλει να συμβεί, μόλις δηλαδή τα πλεονάσματα της τρυφερότητας στη ζωή του αρχίσουν να γίνονται υπολείμματα και στο τέλος απώλεια, ο άνθρωπος, για να μην πεθάνει από μελαγχολία, αλλάζει δέρμα και συμπεριφορά.  
 
Επιβιώνει χάρη σε ξεχασμένα αποθεματικά. Αρχίζει να ασχολείται με πράγματα απλά, καθημερινά, που μέχρι πρότινος μπορεί και να αψηφούσε (οι γενικεύσεις είναι πράγμα επικίνδυνο, οι κερδισμένοι της τρυφερότητας μοιάζουν όμως τρομερά μεταξύ τους). Γίνεται πιο ταπεινός (οι τυλιγμένοι με τη ζεστή κουβέρτα της τρυφερότητας νιώθουν και είναι κάτι σαν θεοί) και πιο σεμνός (οι χαϊδεμένοι της τρυφερότητας έχουν μια δικαιολογημένη υπεροψία στην ψυχή και στα χείλη). Παύει να αναζητά στα σύννεφα αγγέλους, και αρχίζει να εκτιμά την ύπαρξη των πουλιών. 
 
Κάνει πράγματα που δεν έκανε. Παρατηρεί με θρησκευτική προσήλωση τα υπό κατάρρευση ισόγεια καταστήματα μιας βρώμικης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας και κάνει νοερές προσευχές στις  ιστορικές επιγραφές τους. Περιεργάζεται τα πρόσωπα των περαστικών, τα δέντρα, τα δενδρύλλια, τα παρτέρια των δρόμων. Χαζεύει τα άνθη μιας γαζίας ή τους καρπούς μιας χαρουπιάς που φύεται σε ένα πεζοδρόμιο το οποίο μέχρι τότε δεν είχε αντιληφθεί, και μόλις πάει σπίτι αναζητά βιβλιογραφία με την ιστορία και τη χρήση του παράξενου φυτού ανά τον κόσμο (οι τρυφεροκρουσμένοι στα ντουζένια τους έχουν μάτια μόνο για το συννεφάκι μέσα απ’ το οποίο ξεπροβάλλει η οπτασία του εκλεκτού της καρδιάς τους).
 
Κολυμπά στις επτά το πρωί σε μια ανώνυμη αμμώδη παραλία γεμάτη σπασμένα κοχύλια (αυτός που ανέκαθεν μισούσε τα σπασμένα πράγματα και τα χωρίς τρυφερότητα άγνωστα νερά) και διαβάζει σαν χρησμό τις ρωγμές και τις θρυμματισμένες άκρες τους. Κρύβει πευκοβελόνες στις σελίδες των βιβλίων του απλώς και μόνο για να κρύψει κάτι (οι τρυφεροί έχουν πάντα κάποιο μυστικό), μαζεύει αποκόμματα εισιτηρίων και αποδείξεις μαγαζιών για να θυμάται λεπτομέρειες από ένα ταξίδι όπου δεν έβγαλε φωτογραφίες μιας και δεν είχε όρεξη να απαθανατίσει κάτι. Χαμογελά σε εκνευρισμένα παιδάκια που παιδεύουν τους γονείς τους στο εστιατόριο χωρίς να εξανίσταται, εφόσον ελάχιστα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του τον καίνε πραγματικά.
 
Γίνεται περαστικός των τόπων, επισκέπτης των βλεμμάτων, των αισθημάτων και των νοημάτων. Δοκιμάζει τεχνικές χαλάρωσης που καταπολεμούν το άγχος και τις φοβίες (η έλλειψη τρυφερότητας προκαλεί φοβίες), και μετά ορμάει αψήφιστα σε βαπόρια, τρένα, αεροπλάνα, λεωφορεία και ρηχά νερά. Σκοπός του γίνεται η όσο πιο ανώδυνη φυγή και όχι πια το Μαζί μιας τρυφερής συνομωσίας.
 
Απόλαμβάνει την πραγματική γεύση ενός φαγητού ή ενός κρασιού (η τρυφερότητα παραπλανεί την όσφρηση και τη γεύση, και κάνει τα πάντα να φαίνονται ιδανικά), εφορμά σε ξένα κατατόπια προσπαθώντας να θυμηθεί εκείνη την υπέροχη ξεγνοιασιά του άσκοπου ξοδέματος που μόνο οι μοναχικοί μπορούν να νιώσουν, εφόσον το μυαλό τους δεν είναι πια κανείς εκεί για να το κινεί προς το μέρος του.
 
Προσέχει λιγότερο το ημερολόγιο πρόγραμμά του, από το οποίο απουσιάζει κάποιο ραντεβού που άλλοτε θα προκαλούσε καρδιοχτύπι και αγωνία (οι τυχεροί της τρυφερότητας χάνουν αεροπορικά ταξίδια στην Κέρκυρα ή στην Ισπανία προκειμένου να ζήσουν λίγες στιγμές επίγειας τρυφερότητας στο δωμάτιό τους).
 
Γίνεται ελαστικός και ανεκτικός, κάπως πιο ανθρώπινος (οι ευλογημένοι της τρυφερότητας μπορούν να γίνουν εγωιστές μέχρι αηδίας) κι αφήνεται με απλότητα και μια κάποια αδιαφορία στην τύχη και στην καλοσύνη των ξένων. Γίνεται και ο ίδιος καλύτερος με τους ξένους και τους καρδιοχτυπούντες, μιας και ξέρει τι όμορφα είναι εκεί που βρίσκονται, και νοσταλγεί.
 
Μπροστά στις ενδεχόμενες νοερές και ψυχικές παλινδρομήσεις του προτάσσει νέα σχέδια και νέες προοπτικές, ακόμα και αν αυτή είναι μια πρακτική που μέχρι πρότινος δεν του ταίριαζε καθόλου. Διώχνει τις σκέψεις του με μια κίνηση του χεριού, σαν να ήταν ενοχλητικά κουνούπια. Όχι δίχως λίγο πόνο, είναι η αλήθεια. Ούτε δίχως μια κάποια τάση να υποκύψει ξανά στον πειρασμό, στην προσπάθεια να περισώσει ίσως κάτι απ’ τα χαμένα ή να ξαναμπεί στο στίβο της αναζήτησης εκείνου που έχει μόλις χάσει.
 
Παρόλα αυτά, συνειδητοποιεί πως η απώλεια της τρυφερότητας είναι πια γεγονός, και αυτό τον επαναφέρει γρήγορα στην τάξη του κενού. Σε μια αυστηρά μαθηματική τάξη. Και καθώς η επανέναρξη των διαδικασιών για μια νέα του εναρμόνιση με το πολυπόθητο συναίσθημα του φαίνεται βουνό, ο άνθρωπος προτιμά να φέρεται σαν τους ανακουφιστικά αποχαυνωμένους τηλεθεατές των σαλονιών και των καναπέδων, που ενώ καθημερινά βλέπουν εκατομμύρια εικόνες να περνούν μπροστά από τα μάτια τους, στην πραγματικότητα δεν διακρίνουν ποτέ το βάθος καμίας.
 
Συνειδητά αποφεύγει τα πολλά, και αρκείται στα στοιχειώδη. Υιοθετεί το κενό ως προσωρινό συγκάτοικο του μυαλού και του δωματίου του. Γίνεται άλλος ένας ερασιτέχνης περαστικός παρατηρητής απ’ τις ζωές των άλλων, με τον ίδιο τρόπο που τους υποδέχεται πλέον και ο ίδιος στη δική του.
 
Αφήνει ψύχραιμα τον καιρό να περνά και λίγο λίγο αρχίζει ν’ αντέχει περισσότερα απ’ όσα άντεχε τότε  που κι ένα φύλλο που έπεφτε μπορούσε να τον συντρίψει. Αρχίζει σιγά σιγά να τα ξαναβρίσκει με τον εαυτό του (οι τυλιγμένοι με τρυφερότητα τα βρίσκουν κυρίως με το αγαπώμενο μέλος μέσα στο οποίο χάνονται) και να μένει όλο και πιο γυμνός. Πιο μόνος. Πιο κυνικός. Σοφότερος.
 
Πανέτοιμος να ξαναρχίσει τα πάντα, να εξελιχθεί τρομερά, αλλά σε καμία περίπτωση να εμπιστευτεί εκείνη την τρομερή και άνευ όρων καταβύθιση στην φευγαλέα και προσωρινή, φευ!, εγκάρδια τρυφερότητα που κάποτε τον έκανε να κοντέψει να πεθάνει από μελαγχολία.
 
 

Δεν είναι, φίλε, όλες ίδιες οι καρδιές

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

 

Είναι κάτι μέρες παράξενες. Που σου ξεφεύγουν, σε μπερδεύουνε, δεν μπορείς να τις εξηγήσεις. Μοιάζουν με μαδημένα γαρύφαλλα στο πάτωμα βρωμερού σκυλάδικου στο τέρμα μιας εθνικής οδού χαράματα Δευτέρας. Μυρίζουν μελαγχολικά και άσχημα, σαν άπλυτα σεντόνια γεμάτα ακάρεα και ληγμένο DNA. Έχουν το χρώμα ενός ενοχλητικού κυριακάτικου απογεύματος στην επαρχία, που δεν σηκώνει κεφάλι με τίποτα. Και μοιάζουν να υποφέρουν.

Ηχούν σαν φθαρμένος αμανές πρώην φερέλπιδος λαϊκού τραγουδιστή που όμως χάθηκε σταδιακά από τις πίστες, γιατί δεν έπραξε τα δέοντα ώστε να κάνει λαμπρή καριέρα όπως οι μεγαλόσχημοι συνάδελφοί του. Έχουν το χρώμα των ματιών μιας γλυκιάς κοπέλας δίχως όνομα στην άκρη μιας παρέας επωνύμων, σε μια φωτογραφία του ’86, ανάμεσα σε κοψίδια και λιωμένα σαλατικά που αργότερα θα αποτελέσουν υλικό για την τέχνη. Διστάζουν να εκδηλωθούν ισότιμα στην εβδομάδα, σαν παιδιά που ντρέπονται και φοβούνται για κάτι που ετοιμάζεται να τα μαλώσει ένας μεγάλος, αυστηρός. Αν μπορούσαν, οι μέρες αυτές θα σκίζονταν μόνες τους απ’ το ημερολόγιο, αφήνοντας τη θέση τους στο χαρτάκι της επόμενης μέρας, με τα ανέκδοτα, τις γιορτές και τις συνταγές μαγειρικής για αρχάριους και προχωρημένους.

Κάτι τέτοιες μέρες οι άνθρωποι νιώθουν ανήμποροι, μόλις κατά το ένα τοις εκατό ιδιοκτήτες της ζωής τους. Οι σκέψεις και τα αισθήματά τους δεν έχουν καμία σχέση με τις σκέψεις και τα αισθήματα κάποιου που μόλις έλαβε ένα ακριβό δώρο, ένα απρόσμενο μήνυμα, κάποια καλά μαντάτα ή έστω ένα δροσερό μπουκέτο λουλούδια. Τότε οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι, κι οι στιγμές τους θραυσματάκια αναμνήσεων και νοσταλγίας για σαφή ή και απροσδιόριστα πράγματα που ματαίως έπραξαν, σκέφτηκαν ή ήλπισαν πως θα ζήσουν. Δεν είναι αμέριμνοι, ούτε καν αδιάφοροι για αυτά που συμβαίνουν μέσα τους και γύρω. Δεν πάνε για καφέ στη Μαβίλη ή στο Λιστόν, δεν τηλεφωνούν σε μια μακρινή θεία, δεν καταστρώνουν σχέδια διακοπών ούτε κάνουν όνειρα για το μέλλον. Πάσχουν από την ακινησία εκείνου που δεν του απέμεινε τίποτε να πει. Εκείνου που νιώθει πως του λιγοστεύουν οι αισθήσεις. Γίνονται ένα με τη σιωπή του υπνωτισμένου, με την ακαμψία του σώματος ενός άδικα σκοτωμένου από παρεξήγηση στη μέση μιας κακόγουστης πλατείας.

Αυτές οι μέρες που υποσκάπτουν έτσι τη ζωή των κατοίκων τους, είναι απρόβλεπτες και πολύ χολωμένες. Πατάνε πάνω σε πτώματα υποσχέσεων και πλάνων που ματαιώθηκαν χωρίς καν έναν σοβαρό και άξιο λόγο. Θέλουν τους ανθρώπους τους νικημένους και παραιτημένους εξαρχής, με το πρώτο κιόλας φως του ήλιου. Είναι απόπειρες αποφυγής της όποιας πραγματικότητας, κάτι σαν προθάλαμοι σοβαρού χειρουργείου όπου ο γιατρός σου λέει πως όλα θα γίνουν όπως πρέπει κι ο ασθενής μάλλον θα επιβιώσει. Θυμίζουν πόρτες που κλείνουν πριν καν ολοκληρωθεί η ξενάγηση, ξερά χωράφια που λιμοκτονούν και ζέχνουν ψοφιμίλα, άδεια μπουκάλια μπίρας μετά από μια νύχτα απ’ την οποία δεν έμεινε τίποτα, κι ας συνέβησαν πολλά και διάφορα σπουδαία.

Αυτές οι μέρες οι παράξενες μοιάζουν με παλλόμενες καρδιές που παρότι δείχνουν πανομοιότυπες, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Κολλάνε σαν υγρασία σε ανοχύρωτα δέρματα και πονάνε σαν τσιμπήματα από άρρωστα κουνούπια. Έρχονται αιφνίδια, μετά από τις μικρές ή μεγάλες καταστροφές που χτυπούν σαν πραγματικοί ή νοεροί κεραυνοί τις ζωές των ανθρώπων. Φορούν πάνω τους στάχτες από ένα τελευταίο μισοκαπνισμένο Μάρλμπορο, ιδρώτα που δεν σαπουνίστηκε εγκαίρως, κουρελάκια από λαϊκά τραγούδια μιας προδοσίας, μιας καψούρας, ενός ντεραπαρίσματος που κόστισε τη ζωή σε αθώους και ενόχους. Στις γωνίες τους βλέπει κανείς ένα παλιό μαξιλάρι-αιρ κοντίσιον που κάποτε δρόσιζε τον αγκώνα κάποιου που αγαπήθηκε πολύ μα δεν το πίστεψε ποτέ του, ένα φορεμένο φανελάκι που μυρίζει ένα οποιοδήποτε «εσύ», ένα ξεχασμένο πι κι ένα ξύλινο μπαστούνι κάποιου που μάλλον δεν είναι πια εδώ, γι’ αυτό και οι οικείοι του αποφάσισαν να του βγάλουν στο σφυρί το σπίτι.

Αυτές οι μονόφθαλμες, κουτσές και φιμωμένες μέρες συμβαίνουν πανομοιότυπα και τρομακτικά σε όσους, καθότι αναποφάσιστοι, έχουν ανάγκη να αναβάλλουν γι’ άλλη ώρα κάτι σημαντικό. Σε όσους δεν αντέχουν τον πόλεμο, τις διαπραγματεύσεις, την ίδια την πραγματικότητα που τους έλαχε σαν λοταρία μια Δευτέρα πρωί, κι έτσι τσακίζονται να αποφύγουν τα σημεία των καιρών μπας και γλιτώσουν. Κι ενώ ξέρουν πως κάτι τέτοια δεν γλιτώνονται, εκείνοι επιμένουν να διατηρούν την ψευδαίσθηση πως μπορούν για λίγο ακόμα, έστω, να τα καθυστερήσουν.

Βάσει παλαιότητας

staxtes-fassa13_3_13sepia

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Τα χείλη του ήταν τόσο μαύρα που στο τέλος γίνονταν ασημί. Σαν το ασημί που βγαίνει όταν μουτζουρώνεις με μολύβι για πολλή ώρα ένα χαρτί και τελικά η μουτζαλιά γίνεται ασημόμαυρη, και λάμπει. Ή και λίγο μπλε, αν έχεις καλλιτεχνικό μάτι και επιμένεις να υπεραναλύεις τα χρώματα και τους δερματικούς ιριδισμούς τους.

Το όνομά του ήταν δύσκολο για όποιον δεν είναι συνηθισμένος στα αφρικάνικα ονόματα, ο ίδιος όμως δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να το προφέρει διαφορετικά για να το ακούσει καλύτερα η λευκή που καθόταν δίπλα του και σιγόπινε το ρούμι της καπνίζοντας ευρωπαϊκά τσιγάρα.

«Οι φίλοι μου με σέβονται επειδή είμαι η γηραιότερος της παρέας», είπε και μισόκλεισε τα φλεγόμενα μάτια του. Από το απέναντι τραπέζι τρεις κατάμαυροι άντρες κοίταζαν σιωπηλά. «Έτσι είναι στη φυλή μας. Δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Οι νεώτεροι σέβονται τους γηραιότερους, και οι γηραιότεροι ηγούνται των νεώτερων – δεν υπάρχει ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν».

Κοίταξε για λίγη ώρα το ποτήρι του, σαν να το διάβαζε. Χωρίς να μιλάει. Μετά σηκώθηκε, πήρε από το χέρι τη λευκή γυναίκα, έκαναν μερικά βήματα και άρχισαν να χορεύουν στο κέντρο της πίστας. Κάτι ήσυχο, σχεδόν ρομαντικό. Ήχοι της ζούγκλας ζώων και ανθρώπων, απόηχοι των παρανοήσεων ενός μικρού καλοκαιριού που έφευγε λίγο λίγο. Ένας πίνακας του Λουστάλ. Μια σκηνή από ταινία με άγριες στέπες και αρπακτικά. Λίγοι στίχοι από ένα παλιό τραγούδι της Κούμπα Γκάουλο. Η μουσική γεννούσε εικόνες.

Από την άκρη του ξύλινου πάγκου, κάτω από τις λάμπες με το θαμπό, κίτρινο φως, σαν αυτά που μένουν αναμμένα στα παιδικά δωμάτια όταν τα μωρά πέφτουν για ύπνο, οι μαύρες γυναίκες τους κοιτούσαν με καχυποψία. Ήταν όμορφες και χρωματιστές. Ντυμένες με τα σπάνια φυτά της στέπας, τα εξαίσια λουλούδια της άγριας φύσης, τις εικόνες μιας υπέροχης παγανιστικής γιορτής. Γυναίκες τυλιγμένες σε μια ζωή που ανήκε μόνο σε κείνες και στις άγριες φυλές τους.

Οι μαύρες γυναίκες είχαν συνηθίσει να απαιτούν και να απολαμβάνουν την προσοχή των αντρών που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί και στη ζωή τους. Ο χώρος αυτός ήταν ως τότε ένα ιερό άβατο για τους ξένους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν δικό τους να χορεύει με μια λευκή και αυτό τους φαινόταν απίστευτο, έμοιαζε με παράπτωμα, ένα μεταφυσικό λάθος. Η σκηνή είχε κάτι το εξοργιστικό όσο και κινηματογραφικά ερεθιστικό. Ήταν σχεδόν ανεξήγητη, σαν παραβιασμένο έθιμο που σε κάνει να φοβάσαι και να απορείς τι θ’ απογίνεις την άλλη μέρα.

Το ζευγάρι συνέχισε να χορεύει χωρίς να ενοχλείται από τα αιχμηρά βλέμματα που, εξάλλου, δεν φαινόταν να διακρίνει ουδόλως. Η μουσική, η ώρα και το ρούμι κυλούσαν ήσυχα, γλυκά, μέσα στη νύχτα. Οι μαύρες γυναίκες σχολίαζαν τη σκηνή με βαριές, εκνευρισμένες φωνές και τραχιά λόγια, που παρόλα αυτά δεν κατάφερναν να ραγίσουν τη γαλήνη της στιγμής. Στο ρεφραίν του τραγουδιού, ο άντρας έσκυψε απότομα και φίλησε τη λευκή γυναίκα στα χείλη. Λικνίστηκαν γι’ άλλη μια στιγμή κι έπειτα στάθηκαν ακίνητοι στο κέντρο της πίστας. Την ένιωσε να κουρνιάζει στο στέρνο του και την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά, έτσι όπως τυλίγει κανείς με τα χέρια του ένα απροστάτευτο παιδί που φοβάται για τους σωστούς ή τους λάθος λόγους. Μετά την πήρε από το χέρι και κάθισαν στο τραπέζι, αθόρυβα και αδιάφορα, έτσι όπως είχαν σηκωθεί.

Αντάλλαξαν δυο τρεις κουβέντες ακόμα, που χάθηκαν στα βάθη της μελωδίας ενός καινούριου τραγουδιού και στην αψιά γεύση που αφήνει το ρούμι στο στόμα τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Σε λίγη ώρα, το ίδιο απρόσμενα με τον ερχομό της, η λευκή βγήκε από το μαύρο μαγαζί και χάθηκε στην ευρωπαϊκή νύχτα.

Ο μαύρος αρχηγός έμεινε με τη σεβαστική παρέα του και τις μαινάδες με τα άφρο χτενίσματα και τα ολοστρόγγυλα αφρικάνικα βυζιά, να προσπαθεί να ιεραρχήσει βάσει παλαιότητας τα χρώματα των στομάτων που ενώνονται, τους ήχους των αλλότριων φιλιών και τις λέξεις μιας ξένης, πρόσκαιρης καλοκαιρινής γλώσσας που δεν θα ξαναμιληθεί ποτέ της.

Βάσει παλαιότητας. Ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν δεν υπάρχει.

Το βραβείο

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 14 Σεπτεμβρίου 2016)

 

Όπως μου συμβαίνει συχνά, άλλα ήθελα να κάνω κι άλλα κάνω σήμερα. Όμως η βροχή και το τρένο που αργοπορεί  μου άλλαξαν τα σχέδια. Ήθελα να σε δω, να σου τρίψω την πλάτη και τα δάχτυλα των ποδιών. Να σου διηγηθώ μια ιστορία με άγρια ζώα και άγνωστους πλανήτες μέχρι να κοιμηθείς, και να σε περιμένω να ξυπνήσεις με καφέ και μπισκότα βουτύρου. Και να μείνουμε μαζί στο κρεβάτι μέχρι να σουρουπώσει, να βλέπουμε τι χρώμα γίνεται ο ουρανός.

Ήθελα να μου πεις τι όνειρο είδες, τι φαγητό έχεις όρεξη να φας και αν είχες ποτέ σου γάτα. Είναι παράξενο, γνωρίζεις κάποιον όλο και καλύτερα, και παρόλα αυτά αγνοείς σημαντικά στοιχεία της ζωής του. Θα ήθελα να μου πεις σε ποια στάση σου άρεσε να κοιμάσαι όταν ήσουν μικρός, τι απαντούσες στους μεγάλους όταν σου έλεγαν «όχι», και την πρώτη πρώτη σου ανάμνηση, όταν ακόμη δεν υπήρχαν αναμνήσεις.

Τώρα που κάθομαι και στα λέω όλα αυτά μου λείπει το άρωμά σου και η αίσθηση του χεριού μου πάνω στο μάγουλό σου. Σου έχω ξαναπεί πως έχεις τον πιο όμορφο λαιμό που έχω δει. Μοιάζει με λαιμό μικρού παιδιού. Όταν σε φιλάω εκεί, όταν σε αγγίζω, σε ξαναβρίσκω ξαφνικά σε δύο ηλικίες. Στη σημερινή και στην αλλοτινή σου. Λατρεύω τη σκέψη πως μέσα από ένα κομμάτι του σώματός σου μπορώ και περιφέρομαι ανάμεσα στις ηλικίες σου. Εσύ δεν το ξέρεις όταν συμβαίνει, όμως είναι εξαιρετικό.

Μου αρέσει να σε κοιτάζω όταν μιλάς, ακόμα κι αν εσύ μονολογείς ή χαζεύεις τον τοίχο απέναντί σου. Μερικές φορές, στις συζητήσεις μας, έχω παρατηρήσει πως αφαιρείσαι, το βλέμμα σου πετάει αλλού, και τότε πιστεύω απόλυτα όσα μου λες, επειδή ξέρω πως είναι αλήθεια. Όταν μου λες την αλήθεια άλλοτε σε μισώ κι άλλοτε χώνομαι ακόμα πιο βαθιά στον συναρπασμό μου για σένα. Όταν μου λες ψέματα θέλω να καταφέρω να σε σιχαθώ και να μην σε ξαναδώ ποτέ. Να μη με νοιάζεις, να είναι σαν να μην σε γνώρισα, σαν να μην υπήρξες.

Μερικές φορές σκέφτομαι σαν κανίβαλος. Όπως σήμερα, για παράδειγμα, που ήθελα να κάνω άλλα πράγματα κι όμως η βροχή και το τρένο που αργεί μου άλλαξαν τα σχέδια. Έχω ονειρευτεί πολλές φορές πως σε ξαπλώνω και αρχίζω να σε τρώω σιγά σιγά. Εσύ δεν πονάς, και αυτό κάνει το έργο μου ευκολότερο. Τελικά σε τρώω σχεδόν ολόκληρο, και γίνομαι ένα Εμείς που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου. Σε έχω μέσα μου, αφομοιωμένο, και με ποτίζεις σιγά σιγά με τα θρεπτικά συστατικά σου, την ομάδα αίματός σου, τα υγρά και τις σκέψεις σου, τα βιώματά σου. Έπειτα καταλαβαίνω πως αυτό είναι κάπως βίαιο – όπως όλες οι ανθρώπινες ενώσεις – και αλλάζω φαντασίωση.

Μας βάζω να βρισκόμαστε σε ένα ύποπτο ξενοδοχείο στο Τόκιο, σε μια υπόγεια τουαλέτα στις Βρυξέλλες, πίσω από μια σκάλα σε ένα σταθμό του μετρό στη Μαδρίτη, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα, σε μια ακτή στο πουθενά. Στα όνειρά μου μας βάζω δίπλα δίπλα, λες και πρόκειται για έναν αγώνα άνευ αντιπάλου, όπου για λίγο βρίσκονται και οι δύο παίκτες στην ίδια πλευρά και παλεύουν για τον ίδιο στόχο.

Άλλες φορές, όταν σε σκέφτομαι, οι εικόνες μέσα μου λοξοδρομούν. Δεν είμαι σίγουρη πως θα καταφέρω μετά να τις ξαναβάλω στη θέση τους. Τότε εύχομαι να έπαυα να ήμουν άνθρωπος με χέρια, πόδια και σκέψεις, και να γινόμουν το σφουγγάρι σου. Ένα σφουγγάρι που το πιάνεις με το χέρι σου και τρίβεις την κοιλιά σου, το στήθος σου, τις μασχάλες και το πίσω μέρος των ποδιών σου. Να με πιάνεις σφιχτά και να με βάζεις στη σωστή γωνία ή στη σωστή κοιλότητα που θέλεις να καθαρίσεις. Και μετά να με ξαναγεμίζεις με αφρόλουτρο και να με αφήνεις να σέρνομαι πάνω σου σαν σιροπιαστό γλυκό.

Θα έδινα το παν για να βγαίναμε μαζί μια νύχτα στο ποτάμι, να κοιτάζαμε τα πλοία να περνούν και να μυρίζαμε το κρύο και τα Χριστούγεννα που σε λίγο θα πλησιάζουν. Κάθε εποχή έχει τη δική της μυρωδιά. Μόλις η εποχή έρθει, χάνεται αυτή η οσμή και τη θέση της παίρνουν σελίδες στο ημερολόγιο, νοερές σημειώσεις, αισθήματα που αμβλύνονται με τον καιρό και στο τέλος γίνονται άλλα από αυτά που ήταν. Μαζί σου θα ήθελα να ζω στο κατώφλι όλων των εποχών. Και ο κόσμος να μυρίζει πάντα το ίδιο.

Αυτό κι αν είναι το υπέρτατο βραβείο.

Είσαι μία πόρτα που κλείνει

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque την 1η Σεπτεμβρίου 2016)

Όταν ήμουν μικρή ήμουν σοφή. Σκεφτόμουν και καταλάβαινα πρόωρα πράγματα που δεν ήταν ο καιρός τους να γίνουν αντιληπτά και να λέγονται μεγαλοφώνως – πόσω δε μάλλον να αποτυπώνονται σε λευκές κόλλες χαρτί και να ξεχνιούνται μέσα σε συρτάρια ή βιβλία φιλοσοφίας και μαθηματικών μέχρις ότου οι υποψίες γίνουν ενδείξεις και οι ενδείξεις αποδείξεις μιας περίπλοκης εσώτερης ζωής που ποτέ δεν βρήκε την ακριβή θέση της στον έξω κόσμο. Και  λέω εσώτερης, επειδή όσο μπόρεσε να ξεμυτίσει, τόσο ξεμύτισε. Όμως, το ψάρι που σπαρταράει για ένα λεπτό στα δίχτυα του ψαρά δεν είναι λιγότερο σημαντικό από το άλλο που κολυμπάει αμέριμνο κι έχει μπροστά του χίλιες μέρες ζωής ακόμα.
 
Το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της πρώιμης εποχής, σαν άλλο μαύρο κουτί αεροπλάνου που καταγράφει τις αφανείς λεπτομέρειες μιας πτήσης, παρέμεινε τυλιγμένο σε μια σκιά, και μέσα σε αυτήν εκκολάφθηκε. Όπως τα ελαττωματικά ή τα πολύ πλούσια τυχερά παιδιά, που μεγαλώνουν προστατευμένα στο άσυλο ή στο παλάτι των γονιών τους, μακριά από τον έξω κόσμο και τις χαρές ή τους κινδύνους του. Κι ενώ λαχταρούν τη μυρωδιά μιας κουτσουλιάς ή τη γεύση ενός κερασιού, το μόνο που καταφέρνουν χάρη στα λιγοστά φανταστικά μέσα τους και στις περιγραφές τρίτων, είναι να διακρίνουν τρύπες-κουτσουλιές στο φεγγάρι τις έναστρες νύχτες που κοιτούν τον ουρανό, και να οσφραίνονται τη δροσερή ηδύτητα του ώριμου κερασιού μέσα σε ένα ποτήρι νερό βαμμένο με κόκκινη τέμπερα την ώρα της ιχνογραφίας. 
 
Εκείνη η άγουρη νοερή ζωή, διανθισμένη με κομψές κινήσεις και αισθήματα εκτός κυκλοφορίας, ενοχές μεταφυσικού περιεχομένου και σαφείς τάσεις προς αποφυγή, έμοιαζε με καλούπι από μπετά πολυκατοικίας. Μπορεί να ήταν και τα ίδια τα μπετά που πάνω τους στήθηκε και έπηξε η τραχιά πραγματικότητα, έτσι όπως την διακρίνουμε με γυμνό μάτι τρισδιάστατη, και την αντιλαμβανόμαστε με όλες τις αισθήσεις μας. Προέκυψε τελικά ένας άνθρωπος με κάποιες αρετές και ικανότητες, ορισμένα χαρίσματα, κάμποσα μεγάλα κενά και αμέτρητα ελαττώματα. Ένας κανονικός άνθρωπος, με λίγα λόγια, μια περίπτωση χωρίς ιδιαίτερη σημασία για τη ροή του σύμπαντος ή τις θέσεις των πλανητών και των άστρων.
 
Είναι αξιοθαύμαστο πόσο αποτελεσματικά και πληρωτικά μπορεί κανείς να ζει, παράλληλα με μια καθ’ όλα φυσιολογική καθημερινότητα, την εσώτερη, παράδοξη και απολύτως ειλικρινή ζωή του. Και δεν αναφέρομαι εδώ στα άγχη, τις αγωνίες και τις αναζητήσεις των εφήβων ή των διαταραγμένων ψυχικά ανθρώπων, που είτε παλεύουν διαρκώς με τέρατα, είτε ονειρεύονται κόσμους ιδανικούς, είτε τρώγονται με τον εαυτό τους. Αναφέρομαι σε μια ομαλότατη και πληρέστατη παράλληλη – τουλάχιστον ως προς την πρόοδο και την εξέλιξή της – πραγματικότητα, που σε τίποτε δεν εμποδίστηκε ή δεν εμπόδισε την απτή ζωή να εκτυλίσσεται με τους όποιους ρυθμούς της.
 
Αυτή η μυστική, ας την πούμε, ζωή, στάθηκε εξαρχής ένας άυλος και ανομολόγητος κόσμος που μέσα του είχα την δυνατότητα να κάνω ό, τι θέλω, να είμαι η άλλη εγώ και να κυκλοφορώ γυμνή χωρίς αιδώ και άγχος. Η ανομολόγητη και εσκεμμένα παραγκωνισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό. Εκείνη που μισούσε τις εξωστρεφείς εκμυστηρεύσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις, που δεν μιλούσε με κανέναν για όσα συνέβαιναν στον σκοτεινό θάλαμο όπου επιβίωνε, που παρατηρούσε με θαυμασμό μα και αγιάτρευτη αποστροφή τα πράγματα και τους ανθρώπους. Εκείνη που έφτιαχνε όποιου είδους σχέσεις ήθελε με όποιον ένιωθε πως τις αξίζει, και επιχειρούσε κάπου κάπου, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, να νιώσει πως γίνεται κάτι μαγικό και αποκτά σάρκα και οστά, έστω κάποιες φορές, έστω και για λίγο, ως άλλη Περσεφόνη που μπορούσε στην ώρα της να γίνεται γυναίκα πραγματική, μέχρις ότου έρθει η άλλη ώρα της, εκείνη της επιστροφής στον Άδη. Η ώρα της επιστροφής ήταν πάντα για μένα μια πολύ σπουδαία ώρα.
 
Η μυστική μου κρύπτη όπου διαπλάστηκαν η ανομολόγητη προσωπικότητα και ο χαρακτήρας μου έμεινε θεόκλειστη στο κοινό κατά τη διάρκεια της παράλληλης ζωής μου. Κράτησε σαν επτασφράγιστο μυστικό τον αληθινό εαυτό μου, εκείνο τον άγνωστο που άλλοτε αγαπούσα περιπαθώς και άλλοτε σιχαινόμουν σαν κατσαρίδα. Με παρηγόρησε σε καιρούς χαλεπούς που έτυχε να νιώσω ολομόναχη ή, αντιθέτως, οικτρά εκτεθειμένη, και με φιλοξένησε σε εποχές θριάμβου, σκληρότητας ή απορίας, καλύπτοντας την όποια αγωνία μου με ευωδιαστό αναισθητικό χώρου.
 
Λίγο πριν πεθάνω στην πραγματική ζωή, για μία και μοναδική φορά, συνέβη κάτι θαυμαστό και πρωτοφανές: ένα απόγευμα, στα ξαφνικά, οι μεντεσέδες του κρησφύγετού μου έτριξαν και η πόρτα του μυστικού δωματίου μου άρχισε να ανοίγει. Ήταν μια εκπληκτική και εντελώς απρόσμενη στιγμή, όπου κάτι συνέβαινε απ’ έξω προς τα μέσα.
 
Μόλις διέκρινα το φως της ημέρας να διαπερνά το κατώφλι της φωλιάς μου, ένιωσα όπως η μάνα την ώρα που της παίρνουν με καισαρική τον πρώτο της γιο. Το έμβρυο δεν θέλει να ξεμυτίσει από κει, γιατί είναι ζεστά και φιλόξενα, και δεν νιώθει φόβο. Η μάνα θέλει να το κρατήσει μέσα στο κορμί της για πάντα, επειδή ξέρει πως τίποτε δεν θα κατορθώσει ποτέ να αγαπήσει όσο αυτό. Όμως το μαγικό χέρι του έμπειρου μαιευτήρα ανοίγει εγκαίρως μια τομή και αφήνει το φως να πλημμυρίσει το μέσα σώμα. Κι έτσι, διαιωνίζει τη ζωή και αλλάζει τον ρου των πραγμάτων.
 
Έτσι κι εγώ, την καίρια στιγμή, είδα το κρυφό μου δωμάτιο να γεμίζει φως και μια άγνωστη φιγούρα να μου τείνει το χέρι. Ήταν σαν να μου ζητούσε να ξαναγεννηθώ, να αφεθώ στο φως, η μυστική εγώ, η σιωπηλή, η απολύτως προστατευμένη στα αγαπημένα μου σκοτάδια.
 
Με ανεξήγητη ανακούφιση και ηδονική χαρά παραμέρισα και άφησα το δωμάτιό μου να υποδεχτεί την ανεξήγητη παρουσία. Έκανε βήματα μικρά, προσεκτικά και μετρημένα. Δεν με τρόμαξε ούτε για μία στιγμή. Παρότι ένιωθα την καρδιά μου να τρέμει καθώς την παρακολουθούσα να πλησιάζει, η ευτυχία μου για την εμφάνιση του απροσδόκητου επισκέπτη που είχε κατορθώσει να εντοπίσει και να ανοίξει την αόρατη πόρτα μου, απάλυνε κάθε δισταγμό μου.
Ο σημαντικότερος θρίαμβός μου έφτασε σαν μάννα εξ ουρανού τη στιγμή που η ανεξήγητη παρουσία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, να μου απευθύνεται με ανθρώπινη φωνή και να μου λέει λόγια που δεν θα άφηναν αράγιστα ούτε τα μπετά της πιο γερά τσιμεντωμένης, ακλόνητης πολυκατοικίας.
 
Έμεινε ελάχιστα για τα χρονικά δεδομένα του αδήλωτου κόσμου μου, υπερβολικά πολύ ίσως για κείνα της πραγματικής ζωής έτσι όπως την μετρούν τα δρομολόγια των τρένων, τα χρονοδιαγράμματα των στατιστικών προβλέψεων και οι ημερομηνίες επετείων. Οι επισκέπτες τέτοιων δωματίων χάνουν γρήγορα την υπομονή τους, ή χορταίνουν εύκολα με μια μικρή ξενάγηση στον προθάλαμο του κυρίως χώρου. Αν υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή για τη βιασύνη τους, κάποτε θα έρθει και αυτή στο φως, έτσι όπως ήρθαν τόσα και τόσα.
 
Δεν πρόλαβα να της δείξω και πολλά. Κατάφερε μόνο να ρίξει μια ματιά και να αντιληφθεί ίσως τη διακριτική μυρωδιά του δωματίου. Ήταν αναμενόμενο: μια ολόκληρη ζωή σε σκιερό μέρος δεν γίνεται να ανθίσει ολοσχερώς κάτω από ένα έστω και ιδιωτικής χρήσεως λαμπερό φως. Θέλει το χρόνο της, και όπως όλοι γνωρίζουμε ο χρόνος έχει για τον καθένα μας άλλη σημασία.
 
Το πέρασμά της από τον τόπο μου, όμως, στάθηκε κοσμογονικό γεγονός. Έμοιαζε με ηλεκτροφόρο καλώδιο που βοηθά το πηχτό σκοτάδι μιας ερήμου να διαλυθεί, έστω και με διακυμάνσεις. Ήμουν το σκοτάδι και ήταν το ηλεκτροφόρο καλώδιο. Μου χάρισε τη χαρά και την παραδοχή της παράδοξης εγγύτητας που δύναται να εκδηλωθεί από το πουθενά και καταφέρνει να διαπερνά προστατευτικά πέπλα, μυστικές εισόδους, ακάλυπτους χωρίς πρόσωπο, ανεξερεύνητες περιοχές. Με έκανε να πιστέψω στην ουσία των πιθανοτήτων και στις αποδείξεις της εκπλήρωσής τους – κάπως σαν τις ευχές. Και να καταλάβω, τελικά, πως οι μυστικοί κόσμοι μας είναι πλανήτες στη σκιά, από κάπου όμως υπάρχει πιθανότητα κάποιο εξασκημένο μάτι να τους διακρίνει μέσα από τα άπειρα ηλιακά έτη.
 
Όταν ήμουν μικρή ήμουν σοφή. Διαισθανόμουν πως η καθημερινή πραγματικότητα ήταν το εξαίσιο κουκούλι που θα στέγαζε την θαυμαστή και παράλληλα τρομαχτική εσώτερη ζωή μου. Τις σκέψεις, τις εικόνες, τις σχέσεις, τις διακλαδώσεις, τη διασταύρωση και την ανάμειξη των πιο ασύμβατων υλικών για την απόλαυση ενός αχαρακτήριστου και δίχως μικρό όνομα κυρίως πιάτου.
 
Όσο διήρκεσε η εγκόσμια ζωή μου, έζησα καλά. Η ισορροπία που επεδίωξα και κατάφερα να διατηρήσω ανάμεσα στα μέσα και στα έξω πράγματα ήταν μάλλον εντυπωσιακή. Η καισαρική τομή που απρόσμενα έριξε λίγο σύντομο φως στα έγκατα των σπλάχνων μου, ήταν ένα δώρο ξαφνικό, μια επιπλέον λαμπερή επιβράβευση για το υπόλοιπο του χρόνου μου, που είχα προτιμήσει να κυλήσει σκιερά και δίχως εξάρσεις. Ενδεχομένως και για τις όποιες επιλογές μου.
 
Λίγο πριν λήξουν όλα αυτά, και απαντώντας στη μόνη ερώτηση που μου απευθύνθηκε ποτέ κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας, απάντησα ήρεμη και κάπως λυπημένα χορτασμένη, μα κατά βάθος σοφότερη και σίγουρα ευτυχής για το θαυμαστό που μου είχε συμβεί:
«Τι είσαι; Είσαι μία πόρτα που κλείνει».
 

 

 

Петро

 
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 24 Μαΐου 2016)
 
Κάθε βράδυ ήμασταν εκεί. Στο πάρκο, στο ίδιο παγκάκι, στις ίδιες θέσεις. Οι δυο μας ολομόναχοι σε ολόκληρο το δάσος. Ο Γιούρι να καπνίζει άφιλτρα Παλ Μαλ και μετά να φιλάει το σκύλο του στο στόμα. Εγώ να τρώω πασατέμπο και να φτύνω τα τσόφλια όσο πιο μακριά μπορώ. Το αλάτι να μου καίει τα χείλια και τη γλώσσα, όμως να μην σταματώ πριν τελειώσω το σακουλάκι και το παιχνίδι μου. Και να κοιτάζω αλλού. Πάντα να κοιτάζω αλλού. Για μένα ήταν κάτι σαν άσκηση αντοχής ή βασανιστήριο ο άνθρωπος και το σκυλί που ερωτοτροπούσαν. Κι όμως επέμενα να είμαι κάθε βράδυ εκεί, και να κάνω ακριβώς τα ίδια.
 
Ο σκύλος ήταν τρελός, στριφογύριζε γύρω απ’ την ουρά του, κυλιόταν στα χώματα, έβγαζε τη γλώσσα και σάλιωνε το πρόσωπο του Γιούρι. Εκείνος έβαζε τα γέλια, του έγλειφε τη μουσούδα και τον φιλούσε όπου έβρισκε. Του χάιδευε το κεφάλι και τον φώναζε “Γουλφ”. Ήταν κι οι δυο τους για τα σίδερα, όμως δεν μπορούσα να τους σιχαθώ, τους αποδεχόμουν και τους αγαπούσα έτσι όπως αποδέχεται και αγαπάει κάποιος τις συνήθειές του – χωρίς να τις κρίνει.
 
Μια μέρα ο σκύλος ήρθε μόνος του στο πάρκο. Ο Γιούρι πουθενά. Ανησύχησα, ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό και ένιωσα εκτεθειμένη. Κοίταξα στην είσοδο του πάρκου μήπως και τον διακρίνω, μα τίποτα. Το λυκόσκυλο με πλησίασε, μύρισε τα πασατέμπια μου και πήρε να μου γλείφει το χέρι.
 
Άρχισα να κλαίω. Κατάλαβα πως κάτι κακό είχε συμβεί στο Γιούρι. Το λυκόσκυλο αλυχτούσε πένθιμα και μου έγλειφε τα δάχτυλα. Μου φάνηκε ακόμα πιο σαλεμένο. Έσκυψα και το άφησα να αγγίξει τα χείλη μου. Άρχισε αμέσως να με γλείφει παντού, όπως έκανε και σε κείνον. Ένιωσα τη ζεστή υγρή γλώσσα του να σχηματίζει λέξεις πάνω στο δέρμα μου. Λέξεις και απελπισία.
Όταν κατάλαβα τι ήθελε να μου πει, κατάλαβα και το λόγο που τόσο καιρό ο Γιούρι δεν άντεχε να μην το φιλά στο στόμα.
 
Με τον Γιούρι συναντηθήκαμε στο καράβι για την Αίγινα, το περσινό καλοκαίρι. Εκείνος πήγαινε διακοπές κι εγώ στους δικούς μου. Γνωριστήκαμε όταν τον πλησίασα και του ζήτησα ένα τσιγάρο. Μου είπε πως ήταν Ουκρανός και πως είχε έρθει στην Ελλάδα με τη μητέρα του, που είχε πιάσει δουλειά. Δουλειά, γενικώς και αορίστως. Έτσι είπε. Δεν ρώτησα περισσότερα. Ήταν κάπου είκοσι χρονών, όπως κι εγώ, και μιλούσε το ίδιο κακά Αγγλικά με μένα.
 
Σηκώθηκε, μου έκανε ομπρέλα τις χούφτες για να ανάψω και ξανακάθισε άτσαλα στην άκρη του πάγκου δίπλα σε ένα σκουπιδοντενεκέ για να καπνίσει το δικό του. Ένα σίδερο που προεξείχε ούτε που κατάλαβα από πού του έγδαρε το μηρό. Το παντελόνι του γέμισε αίματα. Το πρώτο πράγμα που κάναμε φτάνοντας στο λιμάνι ήταν να πάμε μαζί στο Κέντρο Υγείας για αντιτετανικό. Από τότε βλεπόμασταν κάθε μέρα.
 
Έμενε σε ένα ενοικιαζόμενο στο λιμάνι που, όπως μου εξήγησε, του το είχε παραχωρήσει ένας φίλος της μάνας του που πλήρωνε το νοίκι για τον Αύγουστο, αλλά ο ίδιος είχε αναγκαστεί να γυρίσει στην Αθήνα για αδιευκρίνιστους λόγους. Του Γιούρι δεν του άρεσε να εξηγεί πολλά, μισούσε τις λεπτομέρειες. Κι έτσι δεν ρωτούσα.
 
Εγώ έμενα στην Αγιά Μαρίνα, κάπου δέκα χιλιόμετρα από το λιμάνι. Κάθε απόγευμα, αργά, έπαιρνα το λεωφορείο και κατέβαινα να τον βρω. Καθόμασταν στο πάρκο με τις κούνιες, που εκείνη την ώρα ήταν συνήθως άδειο από παιδιά. Οι γονείς μου δούλευαν νυχτερινοί σε ξενοδοχείο για τη σαιζόν κι έτσι κανείς δεν ανησυχούσε που γυρνούσα σπίτι με το πρώτο πρωινό δρομολόγιο.
 
Του Γιούρι του άρεσε που το νησί ήταν γεμάτο ελιές, αμπέλια και έλατα, όποτε πηγαίναμε βόλτα όμως προτιμούσε να περπατάμε ως το ναό της Αφαίας και μετά να γυρίζουμε στο πάρκο μέσα από τα χωράφια. Κάναμε πάντα την ίδια διαδρομή. Σε παραλία για μπάνιο δεν πήγαμε ποτέ. Ο Γιούρι μισούσε το κολύμπι. Ήταν άσπρος σαν το γάλα και ήσυχος σαν αρνί.  Ένα βράδυ που πήγα στο πάρκο τον βρήκα με παρέα. Ένα γέρικο λυκόσκυλο που, όπως μου είπε, τον είχε υιοθετήσει. Περισσότερα δεν έμαθα ποτέ. Απλώς από κείνη τη μέρα συναντιόμασταν στο παγκάκι οι τρεις μας.
 
Συζητούσαμε σε τσακισμένα Αγγλικά και καμιά φορά λέγαμε όπως όπως κάποιο τραγούδι των Μπητλς. Μας άρεσαν πολύ και των δύο, ξέραμε τις μελωδίες και όσους στίχους είχαμε καταφέρει να καταλάβουμε από τα τραγούδια τους. Όταν ήταν κάπως άκεφος μου μιλούσε για το Ροβένκι, την πόλη όπου ζούσαν με τη μάνα του πριν βρει δουλειά στην Ελλάδα, κι όπου έμεναν ακόμα οι φίλοι του κι ο πατέρας του με την καινούρια του γυναίκα. Τον πατέρα του δεν τον αγαπούσε και πολύ. Για τη μάνα του μιλούσε πάντα με λατρεία. Έλεγε πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ και πως έφτιαχνε το καλύτερο Μπορς  του κόσμου.
 
Είχαν κήπο με τριανταφυλλιές κι ένα σκύλο στο πατρικό του, μου έλεγε, τον Пέτρο. Τον είχαν αφήσει μόνο του φεύγοντας, κι είχα πάντα την εντύπωση πως ο Γιούρι δεν το ξεπέρασε ποτέ. Όταν του είπα πως στην Ελλάδα το Πέτρος είναι ανθρώπινο όνομα είχε χαμογελάσει και μου είχε πει πως ο Πέτρος τους ήταν σαν άνθρωπος για κείνους.
 
– Петро, έτσι γράφεται στα ουκρανικά το όνομα του σκύλου μου, μου είπε ένα απόγευμα και το χάραξε στο χώμα με ένα κλαρί. Έτσι βάφτισε και τον καινούριο.
 
Όταν τον ρωτούσα τι δουλειά ήθελε να κάνει μου έλεγε πως όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει δάσκαλος. Μετά άλλαξε γνώμη και δεν ήθελε να γίνει τίποτα. Ήθελε να ζει με τη μάνα του και να καπνίζει άφιλτρα Παλ Μαλ στα πάρκα. Από τη μέρα που τον υιοθέτησε ο Петро, είπε, ήθελε να γίνει ο καλύτερος φίλος του σκύλου.
 
Ποτέ δεν κατάλαβα πώς έφτασαν να φιλιούνται στο στόμα, ο άνθρωπος και το σκυλί. Και τι σήμαινε για τους δυο τους. Αυτό γινόταν όμως. Εγώ, παρότι σιχαινόμουν λίγο, καθόμουν δίπλα του στο παγκάκι, κοιτούσα αλλού και μασούλαγα σπόρια. Εκείνος έπαιζε με τον Петро που έδειχνε να τον αγαπάει σαν τρελός. Και ο Αύγουστος περνούσε.
 
Ποτέ δεν ζήλεψα το σκυλί, παρότι μετά από λίγο καιρό κατάλαβα πως ήμουν ερωτευμένη με τον Γιούρι. Τις ώρες που δεν ήμασταν μαζί σκεφτόμουν τα χέρια του, που όταν μου μιλούσε τα κουνούσε σαν μαέστρος, τα μάτια του που ήταν κατάμαυρα και πολύ υγρά, λες κι ήταν πάντα έτοιμος να κλάψει, τα ίσια μαλλιά του που έπεφταν στον αυχένα του αχτένιστα, το γαλακτερό δέρμα του που ήταν διάστικτο από καφετί ελιές. Φανταζόμουν πως μου έλεγε πολλά και διάφορα με την ωραία φωνή του, και καμιά φορά κρυφογελούσα με τη βαριά προφορά του όταν έλεγε το λάμδα ή το χι. Με τον Γιούρι κάναμε παρέα όταν ήμασταν αλλά και όταν δεν ήμασταν μαζί. Και αυτό το έβρισκα πάρα πολύ ωραίο.
Τα βράδια που καταφέρναμε να ανταλλάξουμε δυο τρεις λέξεις πάρα πάνω μου διηγούνταν ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια στην πατρίδα του, μου μιλούσε για τη μητέρα του που είχε κάνει χίλιες δυο δουλειές για να τον ζήσει από τότε που έφυγε ο πατέρας του απ’ το σπίτι, για το σκύλο τους του Петро που την ακολουθούσε παντού, και τις νύχτες κοιμόταν μαζί τους στο κρεβάτι. Ένιωθα πως ο Γιούρι ήταν ένα πολύ ευαίσθητο και στεναχωρημένο παιδί, παρότι δεν παραπονέθηκε ποτέ για το παραμικρό. Κάτι στον τρόπο που μου εξιστορούσε τη ζωή του, κάτι στο βλέμμα του όταν επέστρεφε νοερά εκεί, μου έδινε να καταλάβω πως το παρελθόν δεν ήταν εύκολο για κείνον.
 
Ένα βράδυ, μια βδομάδα πριν πάρει το καράβι για τον Πειραιά, μου χάρισε μια φωτογραφία. Έτσι, χωρίς να μου πει πολλά, έχωσε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του και έβγαλε μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία με μια γυναίκα, ένα παιδί κι ένα σκυλί. Μου την έδωσε αμίλητος και άναψε τσιγάρο. Κατάλαβα πως ήταν εκείνος, η μητέρα του και ο παλιός Петро. Η γυναίκα, όχι πάνω από τριάντα χρονών όπως υπολόγισα στη φωτογραφία, ήταν λυγερόκορμη, με μακριά μαύρα μαλλιά και σαγηνευτικό βλέμμα. Κοιτούσε χαμογελώντας το φακό, κι έμοιαζε ευτυχισμένη. Φορούσε ένα ελαφρύ φουστάνι που άφηνε να φαίνονται οι χυτές, γυμνές γάμπες της και ήταν ξιπόλητη πάνω σε ένα ασβεστωμένο πεζούλι . Στην αγκαλιά της το παιδί. Δίπλα της, με το κεφάλι στραμμένο προς το μέρος της, ο κατάμαυρος σκύλος.
 
-Και ο παλιός Петро λυκόσκυλο; τον ρώτησα χωρίς να ξεκολλήσω το βλέμμα από τη φωτογραφία.
 
-Ναι, η μάνα μου τον φώναζε “Γουλφ” όταν σκαρφάλωνε δίπλα μας στο κρεβάτι.
 
Μόνο αυτό είπε και μετά άρχισε να χαριεντίζεται με τον καινούριο Петро που άπλωνε τη ροζουλί γλώσσα του σε ολόκληρο το πρόσωπό του και με έκανε να αναρριγώ. Κοίταξα για κάμποση ώρα τη φωτογραφία και προσπάθησα να βρω ομοιότητες ανάμεσα σε κείνο το στρογγυλό μωρό και το λιγνό αγόρι που καθόταν δίπλα μου και φιλιόταν με το σκύλο. Κατάφερα να μην βρω καμία και στο τέλος την έχωσα στο τσαντάκι μου και συνέχισα να ξεφλουδίζω σπόρια.
 
-Τη μάνα μου τη λένε Ανούκ, είπε τότε, ξαφνικά. Στα ελληνικά σημαίνει όμορφη, χαριτωμένη. Όταν έφυγε ο πατέρας μου, ούτε σαράντα χρονών αυτή,  ορκίστηκε να μην βάλει ποτέ άλλον άντρα στο σπίτι. Ήμουν ήδη δέκα χρονών, δεν ήθελε να ζω με πατριό ή γκόμενο, ήξερε πως θα δυσανασχετούσα. Με αγαπούσε υπερβολικά για να με κάνει γιο ενός ξένου ή για να γίνει η αιτία να στεναχωρηθώ. Μέχρι σήμερα που πάτησε τα πενήντα, με άλλον άντρα δεν έχει πάει. Αν ποτέ την δω με άλλον, στο ορκίζομαι, είμαι ικανός να τους σκοτώσω. Και τους δυο. Καμιά φορά τις νύχτες έβλεπα που τραβούσε τον Петро πάνω της, και γύριζε μπρούμυτα για να τον διευκολύνει. Εκείνος την μύριζε και έπαιρνε θέση. Έκανα πως κοιμόμουν, γιατί καταλάβαινα πως αυτό έπρεπε να κάνω. Στο κάτω κάτω δεν ήταν άντρας – ήταν σκυλί. Όταν τελείωναν γυρνούσε ανάσκελα, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε στο στόμα. Εκείνος της έγλειφε το πρόσωπο, και μετά ξάπλωνε στα πόδια της κι αποκοιμιόταν μαζί μας.
 
Μόλις σταμάτησε να μιλάει συνειδητοποίησα δεν ακουγόταν τίποτα στην παιδική χαρά. Ούτε πουλιά, ούτε κόρνες, ούτε η βουή του λιμανιού που συνήθως έφτανε ως εκεί. Πήδηξα τότε απ’ το παγκάκι όπου  καθόμασταν, έτρεξα προς το δάσος, εκεί που τέλειωνε το πάρκο και άρχιζε η πλαγιά, και έκανα εμετό το νερό, τα σπόρια και τα σωθικά μου. Έπειτα ξάπλωσα στο χώμα και περίμενα. Δεν ξέρω τι περίμενα – ίσως τίποτα, ίσως κάτι που δεν ήξερα τι ήταν. Εκείνος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Τον έβλεπα από μακριά. Κάπνιζε και με περίμενε να σηκωθώ. Ο σκύλος είχε ξαπλώσει στα πόδια του και λαγοκοιμόταν.
 
Αρκετή ώρα μετά, σηκώθηκα, τίναξα το φουστάνι μου και έστρωσα τα μαλλιά μου. Το πάρκο μύριζε πεύκο και βροχή. Πλησίασα, κάθισα δίπλα του στο παγκάκι και τον αγκάλιασα. Τόσο σφιχτά που νόμιζα πως θα σκάσω. Ένιωθα πως αν χαλάρωνε αυτή η αγκαλιά θα σπάζαμε κι οι δυο σε χίλια κομμάτια. Δεν είπαμε τίποτε άλλο εκείνη τη νύχτα. Ούτε με τον Петро ξαναφιλήθηκε.
 
Το επόμενο βράδυ ήρθε μόνο του το σκυλί. Απ’ την πρώτη στιγμή που το είδα φοβήθηκα. Ένιωσα σαν ανατριχίλα την καταστροφή. Ήθελα να φωνάξω μα δεν έβγαλα λέξη. Άφησα τον Петрο να με πλησιάσει και έσκυψα προς το μέρος του όπως είχα δει να κάνει κι εκείνος τόσες φορές. Το σκυλί ούρλιαξε σαν πληγωμένο. Με κοίταξε, κατάλαβε και αφέθηκε στο πένθος του. Στο κοινό μας πένθος.
 
Την επόμενη μέρα βούιξε το νησί. Ένας Ουκρανός είχε βρεθεί σκοτωμένος στο λιμάνι. Μια γυναίκα είχε έρθει να τον βρει, ακούστηκε, πενηντάρα πατημένη. Ο Ουκρανός πιάστηκε στα χέρια με τον άντρα που την συνόδευε, και η μαχαιριά τον είχε βρει στο στομάχι. Πέθανε από αιμορραγία πριν καν φτάσει επιτόπου το ασθενοφόρο του νησιού. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε το ζευγάρι και ποιοι ήταν ακριβώς. Μόνο το σκύλο του είδαν να φεύγει κλαίγοντας, αλλά δεν πλησίασε κανείς, τα λυκόσκυλα δεν πιάνονται φίλοι.
 

Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 11 Μαΐου 2016)

[Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν
πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως,
κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα]
 
 
 
Η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να πλησιάζει πολύ. Στηρίχτηκε στο κούφωμα της μπαλκονόπορτας με ανοιχτά χέρια και πόδια, και περίμενε έτσι όπως περιμένουμε ένα μεγάλο κύμα μέσα στη βάρκα ή έναν μετασεισμό. Ο ουρανός γύρω από το κτίριο φωτιζόταν ήδη από την υπερφυσική λάμψη του ιπτάμενου πλανήτη. Το σκοτάδι έμοιαζε με κάτι άγνωστο, είχε σχεδόν αλλοιωθεί. Η νύχτα είχε γίνει απόσπασμα φωτός, ο αέρας μετακινούνταν σπασμωδικά ξεσηκώνοντας φύλλα και σκουπίδια. Η εικόνα έμοιαζε να ανασαίνει.
 «Θα έρθει τελικά. Τι αγωνία», σκέφτηκε και ένας έκτακτος παλμός της τάραξε την καρδιά.
Το φεγγάρι βρισκόταν πια σε απόσταση αναπνοής. Στύλωσε το βλέμμα της και παρατήρησε την ανώμαλη γρανιτένια επιφάνεια που πλησίαζε. Μικροί γκριζόμαυροι κρατήρες χάλαγαν την όποια αρμονία υπέθετε κανείς κοιτώντας το από μακριά. Το φεγγάρι ήταν αλλιώτικο από αυτό που έδειχνε από την ασφαλή απόστασή του. Μια πέτρινη μάζα χωρίς την παραμικρή γοητεία. Η ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας φαινόταν πια ολοκάθαρα, λουσμένη με ένα σχεδόν εκτυφλωτικό, ανοίκειο φως. Η γυναίκα αναρωτήθηκε αν ο ήλιος θα συνέχιζε να το φωτίζει σαν προβολέας ακόμη κι όταν όλα γύρω του θα είχαν καταστραφεί. Και αν είναι φυσιολογικό όλα να αλλάζουν πρόσωπο όταν μας πλησιάσουν σε απόσταση αναπνοής.
Η πέτρινη μάζα πλησίασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έσπασε τις κεραίες του κτιρίου και τσάκισε ένα μεγάλο κομμάτι της τσιμεντένιας πλάκας. Συντρίμμια εκτινάχτηκαν ολόγυρα. Κρότοι χάλασαν τη σιωπή. Μια μυρωδιά από θειάφι απλώθηκε τριγύρω.
«Το φεγγάρι μυρίζει αποσύνθεση, είναι σκαμμένο από νεκρά ηφαίστεια και τρέχει σαν δαιμονισμένο», σκέφτηκε η γυναίκα σφίγγοντας τα δόντια της.
Έπειτα ο εκτροχιασμένος πλανήτης συνέχισε την κυκλική πορεία του αφήνοντας ξωπίσω του σοβάδες, κομμάτια τούβλων και τσαλακωμένα σύρματα. Η εικόνα έμοιαζε με σκηνή πολέμου.
Σε λίγο όλα ξανάγιναν φυσιολογικά. Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε κάτι βίαιο και βιαστικό. Μια αίσθηση άγχους και μια αίσθηση κενού, κάπως υπερβολική και παγωμένη. Η γυναίκα σκέφτηκε πως αυτή η σκηνή θα μπορούσε να είναι καρέ κινηματογραφικής ταινίας και πως ήταν κρίμα που κανένας σκηνοθέτης δεν είχε προλάβει να την δει.
Μπήκε στο δωμάτιο, τράβηξε την κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κρύωνε και ήταν νευρική, η ανησυχία την εμπόδιζε να βολευτεί στο μαξιλάρι. Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε την πλάτη του κοριτσιού που βρισκόταν δίπλα της. Άγγιξε έναν έναν τους σπονδύλους, όλη τη ραχοκοκαλιά. Ένιωσε τη θέρμη του ακίνητου σώματος να μεταδίδεται στα ακροδάχτυλά της σαν απτή αγάπη.
Το κορίτσι μετακινήθηκε απαλά, γυρνώντας προς το μέρος της. Η γυναίκα σκέφτηκε πως το μόνο άξιο πράγμα που είχε ποτέ ήταν κάτι τέτοιες θρυμματισμένες στιγμές όπου ένα ξέφρενο φεγγάρι ή ένα αιφνίδιο συναίσθημα κατάφερναν να διαταράξουν την κατά τ’ άλλα απολύτως ατάραχη ζωή της.
«Ήρθε το φεγγάρι; Κρίμα που το έχασα…», ψέλλισε μισοκοιμισμένο το κορίτσι.
Η γυναίκα χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω δεν υπήρχε τίποτα. Νύχτα σαν κενό μέσα από μια λεπτή κουρτίνα. Το φεγγάρι είχε γίνει απώλεια, ένα γεγονός χαμένο, μια σιωπή.
 Μετά ακούμπησε το βλέμμα στο σώμα που ξάπλωνε δίπλα της στο σεντόνι σε απόσταση αναπνοής. Ένα θαμπό φως, σαν κατάλοιπο της προηγούμενης λάμψης, έκανε τις μικρές καμπύλες να μοιάζουν με ουράνια σώματα. Ήταν λυπημένη με τον τρόπο που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως, κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα.
 «Ήρθε, ναι. Πέρασε. Κοιμήσου τώρα, σε λίγο ξημερώνει», μουρμούρισε, και σκέφτηκε τα κομμάτια των σοβάδων, τα θρυμματισμένα τούβλα και τα λυγισμένα σίδερα στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας που είχε αφήσει πίσω του ο εκτροχιασμένος πλανήτης που όλοι οι μακρινοί νόμιζαν πως ήταν κατακίτρινος, όμορφος και σταθερός.
 
 
Αρέσει σε %d bloggers: