Αρχεία Ιστολογίου

Το φωτάκι

tumblr_o0xcycxdQ81uzg6sbo1_500

(Απόσπασμα από το αδημοσίευτο διήγημα Το φωτάκι)

[…]

Η Μ άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε αργά, μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι με πάγο και αλκοόλ. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Οι κομμώτριες

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 14 Ιανουαρίου 2016)

Ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το  ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν έμαθα ποτέ, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

‘Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;΄ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. ΄Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει δήθεν τυχαία το βυζί στη μούρη;΄.

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Ήταν κάπως χυδαίοι. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου.  Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της.

Η γυναίκα

53_12369038_932155380165090_8356077422886599636_n

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 53 του περιοδικού Μανδραγόρας)

Ήταν κάποτε μια γυναίκα που σιδέρωνε ασταμάτητα. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της μέχρι τα τελευταία της, σιδέρωνε. Η σιδερώστρα δεν της άρεσε πολύ. Προτιμούσε να στρώνει πάνω στην ξύλινη κομόντα μια κουβέρτα διπλωμένη στα τέσσερα, και πάνω της ένα βαμβακερό σεντόνι. Απλωμένα στη μαλακή αυτή επιφάνεια τα υφάσματα δέχονταν πιο εύκολα το τσουρουφλιστό σιδερένιο πάτημα και η τσάκιση πετύχαινε απολύτως. Έτσι, καθισμένη μπροστά σε έναν μπόγο τσαλακωμένα ρούχα που μύριζαν σαπούνι Μασσαλίας περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Τις υπόλοιπες μαγείρευε ψάρια σαβόρ, στιφάδο με αμέτρητα κρεμμύδια και κουκιά λαδορίγανη.

Όταν σιδέρωνε μαξιλαροθήκες, πουκάμισα, τραπεζομάντηλα και πετσέτες κουζίνας, η γυναίκα τραγουδούσε παλιά τραγούδια για την ξενιτιά και καμιά φορά έκλαιγε για κάποιον που της έλειπε πολύ μα δεν γινόταν να τον συναντήσει. Το απόγευμα, όταν τελείωνε το σιδέρωμα και τη μαγειρική, μια άλλη γυναίκα, αρκετά μικρότερη, ερχόταν και της χτένιζε τα μαλλιά. Ξέπλεκε την πλεξούδα που έστεκε κουλουριασμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και της χάιδευε το κρανίο με μια πλαστική τσατσάρα. Τις λεπτές, μακριές γκρίζες τρίχες που έμεναν ανάμεσα στα δόντια της χτένας φρόντιζε να τις κάνει σβώλο και να τις κρύβει στην τσέπη της, επειδή η μεγαλύτερη γυναίκα στεναχωριόταν πολύ όταν τις έβλεπε κι ένιωθε πως γερνούσε.

Χειμώνα καλοκαίρι η γυναίκα φορούσε μαύρα ρούχα και χαμηλά παπούτσια με αδιαφανείς νάιλον κάλτσες. Πενθούσε ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια, ενδεχομένως και τα προηγούμενα. Ένα, δύο πρόσωπα ή δέκα, δεν έχει σημασία. Το πένθος δεν έφευγε από πάνω της ποτέ – ούτε καν όταν σιδέρωνε, ενδεχομένως κυρίως τότε.

Όταν έγιναν της μόδας οι ηλεκτρικές σιδερώστρες η γυναίκα αρνήθηκε να τις κοιτάξει, πόσω δε μάλλον να χρησιμοποιήσει κάποια από αυτές. Συνέχισε να σιδερώνει με τον παλιό καλό τρόπο και να νιώθει ασφαλής. Δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις, δεν αμφισβητούσε την καθημερινότητα, δεν νευρίαζε ποτέ και με κανέναν. Δεν κοιτούσε το ημερολόγιο. Όταν ήθελε να μάθει τι μέρα ήταν, ρωτούσε απλώς τι μέρα είναι.

Η γυναίκα αδυνατούσε να κατανοήσει την ασχήμια κάποιων σκέψεων ή πράξεων, εκτός από εκείνες που έρχονταν σε αυτονόητη ρήξη με τις πατροπαράδοτες αρχές της. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε κριτικό νου. Προτιμούσε να βλέπει τον κόσμο όμορφο, ηθικό, σχεδόν αγγελικά πλασμένο. Ήταν επιεικής και μεγαλόψυχη, και ένιωθε ανίκανη να βλάψει μυρμήγκι. Δεν ενοχλούσε ποτέ τους άλλους και πάντα προσπαθούσε να προσφέρει αυτό που νόμιζε πως ήταν ανάγκη να προσφέρει. Γελούσε με ιδιαίτερη γλυκύτητα και τα μάτια της είχαν ένα χρώμα ανάμεσα στο μελί και το καφέ, που ήταν δύσκολο να προσδιορίσεις στην παλέτα.

Μέχρι το τέλος της ζωής της η γυναίκα που σιδέρωνε βρήκε τρόπο να παραμείνει σε μια ηλικία πολύ κοντά στην παιδική – όχι όμως λόγω κάποιας νοητικής ή συναισθηματικής υστέρησης, παρά μόνο χάρη στη σπάνια ικανότητά της να εντοπίζει, να διατηρεί και να ποτίζει με στοργή το παραμικρό ίχνος αγνότητας εντός και εκτός της.

Δεν υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να ειπωθούν γι’ αυτήν, παρότι ένας δεινός συγγραφέας ξέρει να βγάζει από τη μύγα ξύγκι. Ένας άνθρωπος, όμως, που περιγράφει με γραπτές λέξεις έναν οικείο του, πολύ συχνά ξεμένει από λόγια στη μέση της ιστορίας κι έτσι αφήνει τις εικόνες και τις έννοιες μισές, σαν αυτόμολους ήρωες σε ελεύθερη πτώση.

Καινούρια άφιξη

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 27 Νοεμβρίου 2015)

Πήγε δώδεκα. Δεν νυστάζω. Μπαίνω στην κουζίνα, ανάβω το φως, ξαναγεμίζω για τρίτη φορά το νεροπότηρο με κρασί, δυναμώνω τους Rolling Stones και γυρνάω στο μπαλκόνι. Ρουφάω μια γερή και ανάβω τσιγάρο. Δεν φέρνω έξω το μπουκάλι επειδή το προτιμώ παγωμένο. Το ζεστό κρασί μου φέρνει αναγούλα και μεταμεσονύκτιες ενοχές. Ξυπνάω τα χαράματα με ταχυκαρδία. Το κρύο περιορίζεται στο να με μεθάει, είναι καλύτερα.
 
Σταυρώνω τα πόδια στο κάγκελο του μπαλκονιού και κοιτάζω απέναντι. Στο βάθος διακρίνω τα φώτα στην άκρη της πόλης. Μπροστά μου αναμμένα καντήλια. Φυσάει λίγο και τα κυπαρίσσια θροΐζουν και αμολάνε τη γνωστή μυρωδιά κλανιάς που κάποιος ψέκασε γύρω της άρωμα φρεσκάδας για να την κρύψει. Τα μισώ τα κυπαρίσσια και τη βρωμομυρωδιά τους. Ζέχνουν θάνατο και παγωμάρα. Τα σιχαίνομαι.
 
Δεν έχουν ανάψει όλα τα καντήλια απόψε – μπορεί κάποια να έσβησαν λόγω αέρα. Συνήθως τα Σάββατα περνάνε το πρωί οι συγγενείς και τα ανάβουν να κρατήσουν ως τη Δευτέρα. Τα περισσότερα δεν είναι με λάδι και φυτίλι, είναι με άλλο υγρό, δεν ξέρω τι, και διαρκούν μέρες. Μέχρι το μεσημέρι η περιοχή πνίγεται στο λιβάνι και στην μπαγιάτικη λουλουδίλα. Έπειτα καθαρίζει κάπως η ατμόσφαιρα και μυρίζουν καλαμαράκια και πατάτες τηγανητές ή απλωμένα ρούχα.
Από τότε που σταμάτησα να δουλεύω εκτός και κάνω ό, τι μπορώ απ’ το σπίτι έχει τύχει να δω κηδείες από το άλφα ως το ωμέγα. Σαν να παρακολουθώ τηλεοπτική σειρά σε συνέχειες.
Έρχονται πρώτα οι συγγενείς και μετά καταφθάνει η νεκροφόρα. Βάζουν το φέρετρο στο παρεκκλήσι και πάει κόσμος να χαιρετίσει το νεκρό. Μετά τον παίρνουν στα χέρια τα κοράκια και ξωπίσω ψέλνει ο παπάς. Ακολουθούν οι άλλοι. Μόλις φτάσουν στο μνήμα ψέλνει άλλα πέντε λεπτά, ο κόσμος πετάει λουλούδια στον νεκρό, κλαίει και αποχαιρετάει όπως μπορεί κι έπειτα απομακρύνονται ως το παρεκκλήσι για κονιάκ και καφέ. Πίσω μένει ένας που γεμίζει τον τάφο με χώμα. Είναι πάντα ο ίδιος. Τον σκέφτομαι να δουλεύει απαθής, ή και με διαρκή ανατριχίλα. Τα φτυάρι κάνει χρατς χρατς και με πιάνει στο λαιμό. Πολύ ξερός ήχος – σαν βήχας. Όταν έχει ήλιο μου έχει τύχει να δω στάλες από τον ιδρώτα του εργάτη να πέφτουν πάνω στον κοστουμαρισμένο τεθνεώτα. Όταν έχει βροχερή μέρα γεμίζει ο τάφος και ο τόπος λάσπες.
 
Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις τους ανθρώπους να θάβουν τους συγγενείς ή τους φίλους τους. Θα έλεγα πως ξεπερνούν τα όρια του εαυτού τους. Πετάνε τα λουλούδια και λένε αυτά που θέλουν να πουν, κι ύστερα απομακρύνονται με χαμηλωμένο κεφάλι. Τα σκυμμένα κεφάλια σπανίως σημαίνουν κάτι τόσο ειλικρινές και απόλυτο όσο αυτές τις στιγμές. Είναι οι στιγμές που οι ζώντες έχουν απομείνει μόνοι με τον εαυτό τους και οι τεθνεώτες είναι πια γι’ αυτούς υπόβαθρο σε μελλοντικά παρτέρια, ή σκέτα ονόματα σε επιμνημόσυνες δεήσεις.
 
Αυτή την κίνηση, με την ίδια σημασία, την έχω συναντήσει αρκετές φορές και στο κέντρο της Αθήνας. Κι εκεί έχει πολλή αθλιότητα και μοναξιά, και οι άνθρωποι μοιάζουν να πενθούν κάτι οριστικά χαμένο. Είναι μια μοναξιά βάθους τριών τουλάχιστον μέτρων. Δεν μιλάμε για κρίση, δηλαδή, μιλάμε για ολική καταστροφή. Για ένα άλλο είδος θανάτου.
 
Οι φίλοι μου κορόιδευαν όταν τους ανακοίνωσα πως νοίκιασα διαμέρισμα με θέα σε νεκροταφείο. Τους είπα πως δεν πιστεύω στα φαντάσματα ή στην μετά θάνατον ζωή και πως οι τάφοι δεν με τρομάζουν επειδή δεν έχουν τίποτα μέσα πέρα από μύκητες και λιωμένες γραβάτες. Μετά τους κάλεσα στο πάρτι μου. Ήρθαν ντυμένοι ζόμπι. Δεν με προσέβαλλε αυτό, ούτε εξεπλάγην. Τόσο γελοίους κι αξιολάτρευτους φίλους έχω.
 
Τα απογεύματα το τοπίο είναι πολύ γαλήνιο. Σχεδόν κατανυκτικό. Κοιτάζω τους σταυρούς και τα μάρμαρα, τα χρώματα των λουλουδιών, τα πλαστικά στεφάνια. Ονόματα δεν διακρίνω από δω, έχω μπει όμως στο νεκροταφείο και ξέρω ποιοι είναι οι κοντινοί γείτονές μου. Ένας ογδονταεννιάχρονος θαμμένος πάνω στη μάνα του, ένας εξηντάρης με φθαρμένη φωτογραφία, μια νεαρή με ωραία μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά και κάμποσα ζευγάρια. Δεν έχουν όλοι φωτογραφίες, βέβαια, θυμάμαι όμως τις θέσεις τους. Ξέρω ποιος ακριβώς βρίσκεται πού αλλά αποφεύγω να το πω μπροστά σε τρίτους. Μόνο όταν τους χαιρετάω εξ αποστάσεως, απ’ το μπαλκόνι δηλαδή, τους λέω με τα ονόματά τους. Μερικοί έχουν σπασμένα τα τζαμάκια στο προσκεφάλι τους, άλλοι έχουν μέσα σουβενίρ από την παλιά τους ζωή. Όλοι κάτι έχουν.
 
Η ώρα πήγε δύο. Ο χρόνος περνάει αλλόκοτα όταν είναι νύχτα. Ξεγλιστρά. Η μουσική παίζει δυνατά σε λούπα. Τριγύρω ερημιά και αναμμένα καντήλια. Κανείς δεν ενοχλείται από το θόρυβο, περιέργως. Από δίπλα εννοώ, μιας και από απέναντι ποτέ δεν δέχτηκα παρατηρήσεις για κάτι. Νιώθω μια ωραία εξάντληση να μου παραλύει το κορμί. Το μυαλό μου είναι άδειο. Είμαι μια ανθρώπινη μάζα που δεν θέλει να αλλάξει θέση, που δεν χρειάζεται τίποτα, που ξέρει πως κάποτε θα καταλήξει στο απέναντι μαρμάρινο ξενοδοχείο και κάποιος από κάποιο μπαλκόνι θα την κοιτάζει πίνοντας κρασί.
 
Σήμερα είχαμε καινούρια άφιξη στο νεκροταφείο. Μια κοπελιά με πολύ μεγάλο σόι και κατάξανθα μαλλιά. Την είχαν ντύσει στα μαύρα.
Εύχομαι να έχει βολευτεί στη θέση της, και κυρίως να της αρέσουν οι Rolling Stones.

Εσταυρωμένος

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 5 Νοεμβρίου 2015)
 
«Δεν θα συναντηθούμε ποτέ ανάμεσα σε δύο στίχους του Μπωντλαίρ, δεν θα περιμένουμε ποτέ το ίδιο λεωφορείο κάτω από μια αφίσα των Coil, δεν θα είμαι το κορίτσι με το πράσινο κασκόλ που διασχίζει την Αιόλου βιαστικά. Δεν θα φωνάξουμε τα ίδια συνθήματα κάτω από την ίδια σημαία. Δεν θα γράψουμε ποτέ κάτι με μαύρη μπογιά σε έναν τοίχο. Δεν θα ανταλλάξουμε παράφορα φιλιά κάτω από τη λάμπα ενός πάρκου. Δεν θα με ακούσεις ποτέ να μουρμουρίζω τις νύχτες, δεν θα μάθω πώς μυρίζεις όταν βγαίνεις από το μπάνιο. Δεν θα δω ποτέ πώς τρως τα μακαρόνια σου, δεν θα ανακαλύψεις πού κρύβω τις ενοχές μου. Δεν θα ακούσω πώς προφέρεις το λάμδα όταν μεθάς, δεν θα αισθανθείς ποτέ τη θερμοκρασία του ώμου μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα. Δεν θα δεις ποτέ τα μάτια μου να βουρκώνουν, δεν θα σκύψω πάνω σου τρυφερά. Δεν θα μάθω ποτέ τι λες όταν παραμιλάς στις 2.30 τα χαράματα, δεν θα μάθεις ποτέ αν έκανα εκείνο το τατουάζ κι αν με πόνεσε η βελόνα. Δεν θα βραχούμε ποτέ μαζί κάτω από την ίδια καταιγίδα, δεν θα τρέξουμε στα στενά για να γλιτώσουμε από τον ίδιο τρόμο. Δεν θα ομολογήσουμε ποτέ τι ώρα είναι μέσα στο μυαλό μας. Δεν θα παρατηρήσεις την επόμενη ρυτίδα μου, δεν θα μετρήσω τις καινούριες άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Δεν θα μετρήσουμε τα κύματα μιας κόκκινης θάλασσας έξω από το Φες, δεν θα έχουμε κοινό κλειδί για όλες μας τις πόρτες.Δεν θα με βοηθάς να μεταμορφώνω τα ψέματα σε αλήθειες, δεν θα περιμένω κοιτώντας το ρολόι μέχρι να φανείς. Δεν θα ενώσουμε ποτέ τη θέα από τα παράθυρά μας, δεν θα σπάσουμε το κινέζικο σερβίτσιο πάνω στον καυγά. Δεν θα κοιτάξουμε ποτέ στα μάτια το παιδί μας. Δεν θα υποδυθούμε ποτέ τους αμέτρητους ρόλους μας, δεν θα με πεις “αγάπη μου”, δεν θα βουλιάξουμε ποτέ μέσα στο ίδιο όμορφο καράβι».
Αυτά είπε το σκιάχτρο με το κίτρινο φουστάνι και τα μακριά μαλλιά στον ξύλινο Εσταυρωμένο που στεκόταν δίπλα του. Εκείνος δεν απάντησε. Γύρω τους, το χωράφι ήταν γεμάτο ώριμα σπαρτά, κάτι μαύρα κοράκια πετούσαν πιο κει κυκλώνοντας το κουφάρι μιας άτυχης χελώνας. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Το σκιάχτρο ζούσε σε κείνο το χωράφι πολύ καιρό. Τον Εσταυρωμένο τον είχαν καρφώσει εκεί την προηγούμενη νύχτα οι τρεις ξένοι που λήστεψαν την εκκλησία του χωριού και έβαλαν φωτιά στο ταχυδρομείο.
«Κοίτα τους πώς μοιάζουν», είχε πει ο μεγαλύτερος, παρατηρώντας τα ανοιχτά τους χέρια πάνω στα ξύλινα στηρίγματα.
«Σαν δυο σταγόνες νερό», είχε γελάσει ο μικρός ρίχνοντας μια κλωτσιά τη βάση του Εσταυρωμένου.
«Τώρα έγιναν ζευγάρι. Ο Εσταυρωμένος και το Σκιάχτρο», είχε συνεχίσει το δωδεκάχρονο κορίτσι που τους ακολουθούσε παντού και μετά συνέχισε να τρώει τα νύχια του με μανία.
 Το επόμενο πρωί, στη μέση του χωραφιού, τέσσερα χέρια απλώνονταν ορθάνοιχτα στον ορίζοντα και τέσσερα πόδια παρέμεναν δεμένα στη βάση ενός ξύλου. Εις διπλούν. Κανείς δεν φάνηκε να προσέχει τον καινούριο κάτοικο ανάμεσα στα στάχυα. Τα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον κάμπο σηκώνοντας σκόνη στον χωματόδρομο, τα κοράκια και οι μάινες τσιμπολογούσαν εδώ κι εκεί. Όλα συνεχίζονταν κανονικά.
 Η σκιά των δύο συγκατοίκων πάνω στη γη ήταν το μόνο που άλλαζε καθώς περνούσαν οι ώρες και μετατοπίζονταν ο ήλιος στον ουρανό.
 

Wondermarket

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 22 Οκτωβρίου 2015)

Η γυναίκα κατεβαίνει προσεκτικά τις σκάλες και διασχίζει τον κήπο. Φοράει ρόμπα και παντόφλες. Στις πλάτες της κρέμεται ένα πράσινο χειροποίητο σάλι. Προχωρά κάπως δύσκολα, με αργά βήματα. Στο πεζοδρόμιο, δίπλα στο αμάξι της, ένα νεαρό αγόρι στέκεται και κοιτάζει τις λεπτομέρειες μέσα κι έξω.
 
-Πού θα πήγαινες με ένα αμάξι σαν αυτό;
-Διακοπές.
-Έχεις δίπλωμα;
-Ναι. Δικό σας είναι το αυτοκίνητο;
-Δέκα δολάρια την ώρα. Ξεκινάμε αύριο το πρωί, πάμε εκδρομή. Νωρίς νωρίς. Ναι.
-Σοβαρολογείτε;…
-Νωρίς νωρίς!
 
Το αγόρι φεύγει και η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι της. Μέχρι το επόμενο πρωί περιμένει καθισμένη μπροστά στο παράθυρο κοιτώντας προς το δρόμο. Στα γόνατά της ακουμπά η τσάντα της. Τα χέρια της σφίγγουν τα λουριά και χαϊδεύουν το γυαλιστερό παλιωμένο δέρμα. Μέσα από το τζάμι φαίνεται σαν φωτογραφία.
 
Είναι πια πρωί. Το αγόρι εμφανίζεται και κοιτάζει προς το σπίτι. Η γυναίκα βγαίνει, κλειδώνει την πόρτα και πλησιάζει στο πεζοδρόμιο. Του δίνει τα κλειδιά, ανοίγει την πόρτα και κάθεται στη θέση του συνοδηγού. Ακουμπά τη δερμάτινη τσάντα στα πόδια της και βολεύεται στο κάθισμα. Φοράει γκρι παλτό κι ένα αστείο μικρό καπέλο.
 
-Νωρίς νωρίς είχαμε πει.
-Δέκα είναι…
-Άρα όχι νωρίς νωρίς. Ξεκίνα.
-Πού πάμε;
-Οδήγησε. Προς το εμπορικό κέντρο.
-Θέλετε να ψωνίσετε;
-Όχι. Οδήγησε.
 
Φτάνουν στο πολυκατάστημα. Στη μαρκίζα γράφει Wondermarket. Με κόκκινη, κάπως χοντροκομμένη γραμματοσειρά. Το αγόρι σταματά μπροστά στην είσοδο. Η γυναίκα δεν κάνει καμία κίνηση. Κοιτάζει τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν με τα καλάθια και τα καρότσια τους. Παρατηρεί τα ρούχα των πελατών. Και τα παπούτσια τους. Το αγόρι κάνει να της ανοίξει την πόρτα αλλά εκείνη τον σταματά.
-Φεύγουμε. Πάμε.
-Πού;
-Στο ταχυδρομείο.
-Χρειάζεστε γραμματόσημα;
-Όχι. Οδήγησε.
Μπροστά στο ταχυδρομείο το αγόρι φρενάρει κάπως απότομα και κοιτάζει τη γυναίκα που και πάλι δεν δείχνει να θέλει να κατέβει. Πριν προλάβει να της πει κάτι, του ζητά να ξεκινήσει ξανά. Με την άκρη του ματιού της παρακολουθεί τον ταχυδρόμο που βγαίνει με μια τσάντα γεμάτη επιστολές. Και μια υπάλληλο που βιάζεται να μπει μέσα.
-Τι παιχνίδι παίζουμε, κυρία;
-Πάμε διακοπές.
-Στο σούπερ μάρκετ και στο ταχυδρομείο;
-Και αλλού. Οδήγησε.
-Να σας πάω κάπου να χαιρετίσετε κάποιον; Έχετε φίλους;
-Όχι. Κανέναν πια.
-Πάμε στο νεκροταφείο τότε. Εκεί όλο και κάποιον θα έχετε να πείτε ένα γεια.
-Όχι, κανέναν. Έχουν πεθάνει όλοι εκεί. Οδήγησε.
 
Το αγόρι υπακούει και σε λίγο η Κάντιλακ τρέχει στην εθνική οδό. Το ραδιόφωνο είναι παλιό. Τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου ελάχιστα. Η γυναίκα κοιτάζει έξω και χαράζει μια νοερή γραμμή μέσα από το τζάμι, με το χέρι της να τρέχει υποτίθεται πάνω στο κιγκλίδωμα. Σαν να το χαϊδεύει.
 
-Θέλατε ποτέ να πάτε κάπου και δεν πήγατε;
-Ναι. Στην Ιαπωνία.
-Γιατί δεν πήγατε τελικά;
-Επειδή η ζωή πήρε το πάνω χέρι.
 
Μέσα στο τούνελ το αγόρι ανάβει τα φώτα και τρέχει. Ο δείκτης ανεβαίνει στα 100 χιλιόμετρα. Η γυναίκα δυσφορεί. Του ζητά να κόψει ταχύτητα. Εκείνος συμβιβάζεται με τη βελόνα καρφωμένη στο 80.
 
-Πώς σε λένε;
-Φλας.
-Φλας; Τι όνομα είναι αυτό;
-Είναι το όνομα του σούπερ ήρωα Φλας Γκόρντον. Εσάς;
-Ελίζαμπεθ.
-Έχετε σύζυγο; Παιδιά;
-Πέθανε. Όχι.
-Πόσω χρονών είστε;
-98. Εσύ;
-19.
-Η υπαρξή σου μου δίνει ελπίδα. Φλας. Φλας Γκόρντον, σούπερ ήρωα.
-Νιώθω κάπως άσχημα, Ελίζαμπεθ. Μήπως να γυρίζαμε;
-Πού;
-Να σας πάω σπίτι.
-Δέκα δολάρια την ώρα είπαμε, για να με πας εκδρομή. Οδήγησε.
-Δεν θέλω λεφτά. Θέλω να σας πάω σπίτι.
-Πάμε διακοπές σε ένα Wondermarket.
-Τι θέλετε να αγοράσετε;
-Τίποτα. Θέλω απλώς να βρεθώ σε μια αγορά θαυμάτων.
-Ελίζαμπεθ, αλήθεια, με κάνει και νιώθω κάπως άβολα όλο αυτό.
-Τότε γύρνα.
 
Το αγόρι κάνει στροφή και αρχίζει να οδηγεί πιο προσεκτικά. Η γυναίκα κατεβάζει το τζάμι, βγάζει το χέρι από το παράθυρο και το αφήνει να σκαμπανεβάζεται στον αέρα. Κοιτάζει τις λεωφόρους, τα αυτοκίνητα, τις νεαρές μητέρες, τα κτίρια. Πού και πού και τον ουρανό. Μετά στρέφεται προς τη μεριά του οδηγού και χαμογελάει στο αγόρι.
 
-Άφησέ με εδώ. Θα οδηγήσω εγώ, παρόλο που δεν έχω δίπλωμα.
-Γιατί;
-Μου το πήραν. Είπαν πως είμαι δημόσιος κίνδυνος.
-Κάνατε κάποια παράβαση; Είστε παράνομη;
-Είμαι γριά.
 
Το αγόρι παρκάρει μπροστά σε ένα πάρκο. Μένει για λίγο ακίνητο κοιτώντας το τζάμι που έχει γεμίσει σταγόνες βροχής. Το σούρουπο κάνει το δρόμο με τα πεσμένα φύλλα να φαίνεται θολός. Στο τέλος του πάρκου ανάβει μια χλωμή λάμπα. Η γυναίκα ανοίγει την πόρτα και πλησιάζει από την άλλη πλευρά. Το αγόρι βγαίνει και της δίνει τα κλειδιά. Στέκονται όρθιοι στη βροχή και κοιτάζονται αμίλητοι. Είναι κάπως λυπημένοι.
 
-Καλό ταξίδι, Ελίζαμπεθ.
-Τα χρήματά σου, Φλας.
-Δεν θέλω χρήματα. Ήταν ωραίες οι διακοπές μαζί σας, Ελίζαμπεθ.
-Σε ευχαριστώ, Φλας. Φλας Γκόρντον, σούπερ ήρωα.
-Καληνύχτα Ελίζαμπεθ.
 
Η γυναίκα μπαίνει στην Κάντιλακ και σε λίγο χάνεται στο βάθος του δρόμου. Το αγόρι στέκεται στο πεζοδρόμιο και περιμένει. Μόλις δεν την βλέπει πια, αρχίζει να περπατά σκυφτό. Στο πάρκο έχουν ανάψει όλες οι χλωμές λάμπες και από ένα γειτονικό μπαρ ακούγεται μουσική.
 
 

Τις νύχτες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ

d4277-staxtes-bottom_b(Kείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 15 Οκτωβρίου 2015)

Η Γιουλίκα δουλεύει στις καλλιέργειες πιπεριάς στην Ανδραβίδα και τις νύχτες δυσκολεύεται να κοιμηθεί.

Η παρακμή είναι ευλογία. Σε βοηθά να δεις ποιος πραγματικά είσαι και πόσο βαστούν τα κότσια σου. Όταν με χτύπησε ο καρκίνος και άρχισα τα νταραβέρια με γιατρούς, χημειοθεραπείες και ξεράσματα, κατάλαβα το νόημα της ζωής. Το νόημα της ζωής είναι η ζωή η ίδια. Που μας δίνεται μία κι άλλη καμία. Έπρεπε όμως να φτάσω ως το αμήν για να καταλάβω αυτό το απλό πράγμα. Το κουτό. Πιο πριν ούτε που το φανταζόμουν. Έτσι είναι οι αλήθειες μας. Όσο κάθονται όμορφα όμορφα μπροστά στα μάτια μας και δεν μας ενοχλούν, τις περιφρονούμε. Όταν μία από αυτές ραγίσει, έτσι όπως ραγίζει το κρύσταλλο στην πόρτα που δεν το είδες και πήγες και το κουτούλησες, τότε καταλαβαίνουμε τη διαφορά. Και τότε γινόμαστε απλοί. Σοφοί και απλοί, όπως είναι ο προορισμός μας.

Όσο κράτησε αυτή η περιπέτεια, έμαθα κι άλλα. Πολλά. Όπως, για παράδειγμα, ότι οι κατά συρροήν ετοιμοθάνατοι ανασταίνονται πολύ εύκολα. Στο νοσοκομείο γνώρισα γυναίκες με το ίδιο πρόβλημα, που μόλις περνούσαν το κατώφλι πέθαιναν χειρότερα απ’ ό, τι στην καρέκλα του νοσοκομείου με τη φλέβα ανοιχτή να στάζει η χημεία. Για να πεθάνουν μαζί τους και οι αθώοι τους, οι μανάδες, οι άντρες και οι γιοί τους. Για να μοιραστούν τη συμφορά τους με τους ανθρώπους τους, λες και η συμφορά είναι κέικ που το κόβεις σε μερίδες και το κερνάς στον κόσμο για να το φάτε όλοι μαζί και να φχαριστηθείτε.

Κάποιες από αυτές έκρυβαν κάτω από το μανίκι το κουράγιο που με τα μάτια μου τις έβλεπα να δείχνουν μέσα, και στον έξω κόσμο παρίσταναν τις ανήμπορες, τις σκοτωμένες, ξέσκιζαν τις σάρκες των υγιών λες κι έφταιγαν αυτοί για τη δική τους ταλαιπωρία. Όχι πως είναι εύκολα πράγματα αυτά, προς Θεού. Κατάρα είναι. Οι διπλοί ρόλοι όμως με ρίχνουν. Την άλλη μέρα, στη λαϊκή ή στο καθαριστήριο, όταν γύρω δεν υπήρχε γνωστό μάτι και γνωστό αυτί, μιλούσαν με κουράγιο και θάρρος, όπως έπρεπε. Κι όλο έλεγαν πως είμαστε πιο δυνατές, το κακό δεν θα περάσει και τέτοια. Μου συνέβη κάμποσες φορές, δεν υπερβάλλω.
Από την άλλη, δεν θέλω να γίνομαι ξινή. Η ξινίλα είναι άδοξη, και με μαυρίζει. Μερικές φορές παραείμαι αυστηρή με τους άλλους επειδή έτσι έχω μάθει να είμαι και με τον εαυτό μου. Και αυτό είναι τρομακτικό. Καμιά φορά σκέφτομαι πως τις αρρώστιες μας τις επινοούμε μόνοι μας, και μόνοι μας τις προκαλούμε, από αγωνία και μοναξιά. Επειδή έχουμε ανάγκη να ασχοληθεί κάποιος μαζί μας, να γίνουμε το κέντρο του κόσμου του έστω και με αυτό τον τρόπο της αυτοκαταστροφής μας.

Κατά κάποιο τρόπο τιμωρούμε τον εαυτό μας για τις ελλείψεις μας, ποντάροντας στη μαγική εμφάνιση κάποιου που θα μας πάρει κάτω απ’ τη φτερούγα του, και θα μας πει «δεν πειράζει, τιμωρήθηκες που νιώθεις μοναξιά, αρρώστησες, και τώρα θα σε παρηγορήσω». Μπορεί κι εκείνες οι γυναίκες να εκλιπαρούσαν για λίγη στοργή. Μπορεί να έσερναν μέσα τους ερημιά αιώνων.

Τρία χρόνια τώρα, είπαν πως παραμένω καθαρή. Και τα δυο βυζιά στη θέση τους. Οι γιατροί με διαβεβαίωσαν πως από μόνη μου έκανα την περισσότερη δουλειά, μιας και πάντοτε έδειχνα σθένος. Έκτοτε προχωράω πεζή, κι εντελώς προσγειωμένη στην πραγματικότητα. Ξέρω πως ένα τρέκλισμα είναι υπόθεση δευτερολέπτων και πως δεν θέλει πολύ για να συμβεί.

Χτες τη νύχτα ονειρεύτηκα πως κρατούσα στην αγκαλιά μου ένα μωρό. Ένα νεογέννητο κορίτσι ήταν, που κολυμπούσε στα σιρόπια. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, πάντως το μωρό έσταζε σιρόπι. Καθόμασταν σε ένα σπίτι που δεν έχω ξαναδεί και είχα στεναχώρια, μήπως και νομίσουν οι γύρω μου πως εγώ έφταιγα που το μωρό κολλιάριζε και δεν ήταν καθαρό.

Μετά το πήρα παραμάσχαλα και έφυγα μέσα στη νύχτα. Όταν, μετά από ώρα, κατάλαβα πως το μωρό μου είχε πέσει και πως κάτω από τη μασχάλη μου είχα μόνο την κουβέρτα του, παραφρόνησα. Άρχισα να ψάχνω παντού σαν τρελή. Τότε, μέσα στο μυαλό μου, το παιδί έγινε αγόρι και κατάλαβα πως οι γονείς του ήταν ο Ε. και η Ι. από τα παλιά. Το μωρό είχε τα μάτια της συγχωρεμένης της Ι. Καταγάλανα και καθαρά. Και όλοι μαζί , ζώντες και τεθνεώτες, αρχίσαμε να ζούμε σε μια τοξική πόλη, όπου ό, τι κι αν ακουμπούσες ήταν θανατηφόρο, κι εμένα μου άρεσε να σέρνω το δάχτυλο στην κόχη των σκουπιδοτενεκέδων και να δοκιμάζω την τύχη μου για να δω αν θα μολυνθώ.

Στην Ανδραβίδα κατέληξα πέρυσι χάρη σε μια φίλη μου, την Ερμιόνη, που ήρθε από τους Άγιους Σαράντα με τον άντρα της κάμποσους μήνες πριν ανοίξουν οι δουλειές κι αρχίσουν να χρειάζονται χέρια στα χωράφια. Στην Αλβανία ήμουν δασκάλα μα με απέλυσαν επειδή ένας πατέρας με μήνυσε για βίαιη συμπεριφορά απέναντι στο γιο του. Η κατηγορία ευσταθούσε κατά το ήμισυ. Συνεχίζω πάντως να σκέφτομαι πως το βρωμόπαιδο τις άξιζε τις ξυλιές του. Στην Ελλάδα έγινα εργάτρια. Ήσυχη δουλειά. Η ζωή εδώ είναι απλή, επαναληπτική, χωρίς αναταραχές ή εκπλήξεις.

Το πρωί πιάνω δουλειά στις πέντε ακριβώς. Δεν με ενόχλησε ποτέ το πρωινό ξύπνημα. Αυτό που δεν αντέχω είναι τα ξενύχτια. Τα μεσημέρια, αργά, μόλις κάνουμε το διάλειμμα από τις πιπεριές, πάμε με τα κορίτσια και τρώμε στο μαγειρείο δίπλα στο γραφείο τελετών, που είναι δίπλα στο χωράφι. Είναι όλες τους ευγενικές, σχέσεις όμως δεν έχουμε ιδιαίτερες. Τις περισσότερες φορές δεν μιλάμε καν, πέρα από τα βασικά της επικοινωνίας. Καθεμιά χάνεται στις σκέψεις της και στο τέλος σηκωνόμαστε και φεύγουμε για την επόμενη βάρδια, σαν κουρδισμένα στρατιωτάκια. Στο χωράφι συνεχίζω την κουβέντα με τον εαυτό μου. Άλλες τραγουδάνε, άλλες μουρμουρίζουν, άλλες δεν κάνουν τίποτα – εγώ πάω πιο πέρα τις σκέψεις μου.

Θα ήθελα να είχα κάποιον να του μιλάω για τα σχέδιά μου. Να του διηγούμαι την κοινή μας ζωή σε ένα μέλλον που δεν είναι καν σίγουρο πως πρόκειται να υπάρξει.

«Θα ζούμε σε ένα σπίτι χωρίς θεμέλια, χωρίς γείτονες, χωρίς φόρους», θα του έλεγα.

«Οι έγνοιες μας αφορούν μονάχα το μεσημεριανό φαγητό, τα βραδινά ποτά και τους νυχτερινούς οργασμούς μας. Η κυριότερη ασχολία μας θα είναι ο εντοπισμός και η καταγραφή νέων πλανητών.
Θα τους βρίσκουμε όμορφα ονόματα που δεν θα τα μάθει ποτέ κανένας. Ο χρόνος θα είναι κάτι σχετικό και σίγουρα πιο φιλικό προς τον χρήστη από τον γνωστό χρόνο. Η αυτάρκεια της απομόνωσής μας θα μας βοηθήσει να μας καταλάβουμε καλύτερα. Μπορεί και να μας μάθουμε απ’ την αρχή».

«Καμία προσπάθεια δεν πέφτει στο κενό», θα μου έλεγε εκείνος, και θα πότιζε αμέριμνος τα λουλούδια την ώρα που εγώ θα του παίζω στο πιάνο μια μελωδία που θα είχε νοσταλγήσει.
Σήμερα το πρωί μου συνέβη κάτι περίεργο. Την ώρα που βούρτσιζα τα δόντια μου μπροστά στον καθρέφτη και σκεφτόμουν μια ιστορία που αγαπώ πολύ, είχα ένα déjà vu.

-Πώς θα τελειώσουν όλα αυτά; ρώτησα τον εαυτό μου.
-Δεν θυμάμαι, μου απάντησε.

Νευρίασα λίγο για όλη αυτή την άγνοια που με περιβάλλει. Έλεγα πως καθώς περνούν τα χρόνια θα γινόμουν όλο και πιο σοφή. Τελικά η αμνησία μου κερδίζει έδαφος ακόμα και σε θέματα τόσο προσωπικά όσο οι προηγούμενες ζωές μου. Βαθιά μέσα μου ξέρω πως κάτι τέτοιες στιγμές μιλάω με μια μετεμψύχωσή μου που έχει έρθει από το παρελθόν επειδή είναι η ώρα να μου πει κάτι. Επειδή είναι η ώρα της.

Κάποτε γνώριζα κάποιον που πίστευε στη μετεμψύχωση. Ήταν ευκατάστατος, και του άρεσε να με φροντίζει. Πέρα από ευκατάστατος ήταν και ικανός. Μπαινόβγαινε χωρίς να το ξέρει στα δωμάτια του νου των ανθρώπων, όμως επίσης χωρίς να το ξέρει άφηνε ξωπίσω του κάποια ίχνη. Μερικά ήταν αόρατα με γυμνό μάτι. Άλλα απαιτούσαν τόσο εξασκημένη όραση, που κατέληγαν να ακυρώνουν όλων σχεδόν των ειδών τα βλέμματα.

«Τι είναι αυτή η ιστορία με τα διπλά γυαλιά;» με είχε ρωτήσει έξω από έναν γιαπωνέζικο κήπο όπου είχαμε πιει κόκκινο κρασί και είχαμε φάει ριζότο και μια τάρτα τυριών, την τελευταία φορά που βρεθήκαμε.

«Κοντινή και μακρινή όραση», ήταν η απάντηση, που βέβαια δεν αφορούσε εκείνα τα άλλου είδους ίχνη.

Ελάχιστα τον ενδιέφεραν όμως όλα αυτά. Γι’ αυτό συνέχισε απλώς να μπαινοβγαίνει. Μέχρι που με βαρέθηκε, και άλλαξε στέκια. Εντωμεταξύ είχα προλάβει να τον θελήσω.

Αυτή την ιστορία σκεφτόμουν το πρωί κι έκανα την ερώτηση στον εαυτό μου. Νευρίασα που δεν θυμόταν την απάντηση, από την άλλη βέβαια μπορεί και να τον εμπόδισε η μετεμψύχωσή μου από κάποιο παράλληλο σύμπαν να ομολογήσει την κατάληξη των πραγμάτων. Το κακό είναι πως όσα προσποιούμαι πως αγνοώ ,τα γνωρίζω ήδη. Απλώς μερικές φορές αναζητώ αιτίες για να κάνω πως τα ξεχνώ και να δοκιμάσω μήπως και γίνεται να αλλάξει η ροή των πραγμάτων χάρη σε κάποια μαγική σκέψη.

Τις νύχτες δυσκολεύομαι να κοιμηθώ. Κι όταν τελικώς τα καταφέρω, τα όνειρά μου έρχονται σαν μαύρα πουλιά μέσα απ’ το κεφάλι μου και με ξυπνούν. Έχω δει κοράκια να πετάνε στον ουρανό, ποτέ όμως να ξεπηδάνε μέσα από ανθρώπινα κεφάλια. Τα όνειρά μου είναι τέτοιου είδους. Ανύπαρκτα για τον κόσμο, ανησυχητικά για μένα. Όπως μπορεί να είναι εκατομμύρια άλλα όνειρα μέσα σε εκατομμύρια άλλα κεφάλια, δηλαδή. Δεν διεκδικώ δικαίωμα σε κάποια διαφορετικότητα. Ούτε πιστεύω πως είμαι μοναδική. Εξάλλου, στα δέκα παράλληλα χωροχρονικά σύμπαντα που ζούμε ταυτοχρόνως, είμαι βέβαιη πως οι υπόλοιποι εαυτοί μου – άλλος μωρό, άλλος μεσήλικος και άλλος υπέργηρος – τα έχουν βαρεθεί πλέον όλα.

Le Μaître est servi

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 24 Σεπτεμβρίου 2015)

Ήξερε πως στην Κίνα λάτρευαν τα αυγά τους βρασμένα μέσα σε ούρα έφηβου αγοριού και πως στην αγροτική Γαλλία -κανείς δεν ρώτησε ποτέ πού ακριβώς- σέρβιραν στις ηλικιωμένες κυρίες τον καφέ μαζί με τέσσερα μεγάλα κρουασάν βουτύρου που όμως δεν τρώγονταν: πλέκονταν, εφόσον ήταν φτιαγμένα από αγνό παρθένο μαλλί προβάτου και παρασκευάζονταν γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Στα ταχυφαγεία όλων των πολιτισμένων χωρών σέρβιραν ωμό εγκέφαλο συνοδεία προτηγανισμένης πατάτας – εδώ ο συμβολισμός ήταν αυτονόητος άρα δεν είχε χρειαστεί ποτέ της να ψάξει την αιτία. Ήξερε πως στην Ταϊλάνδη οι γυναίκες έκαναν μάσκα ομορφιάς με τα υπολείμματα πράσινων βραστών λαχανικών και σπέρματος που παρακρατούσαν από τους χορτασμένους σεξουαλικούς τουρίστες των δυτικών χωρών. Στην Ιαπωνία τα κορίτσια μάθαιναν από μικρά να φτιάχνουν τσάι με φύλλα κερασιάς και μικρά αποκόμματα από παλιά χαϊκού που τα είχαν προηγουμένως ζαχαρώσει προσεκτικά μέσα σε πήλινα πιάτα.

«Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν σου ζητούσα απλώς γιουβαρλάκια, ή πράσινα σαλιγκάρια από τις ακτές νησιού του Ειρηνικού βυθισμένα σε σάλτσα φρέσκου μύρτιλου με χλωρό σκόρδο και λεβάντα από την ιταλική εξοχή, και φουα γκρα παρθένας χήνας πάνω σε μοναστηριακό ψωμί από το Βατικανό καπνισμένο στον λευκό καπνό μιας επιτυχούς συμφωνίας. Ή κίτρινες καραβίδες από την πισίνα μιας Αιγύπτιας αυτοκράτειρας με αφρό μαύρου αλατιού και εσάνς ώριμου ξινόμηλου από τον αμαρτωλό της κήπο» της είχε πει κάποτε ένας άντρας που αγαπούσε και τάιζε με απερίγραπτη ερωτική μανία.

Ήταν εκείνος που ένα μεσημέρι της είχε πει πως δεν θα χωρίσουν ποτέ και αυτή ήταν η μόνη σωστή απάντηση στην ερώτησή της. Ήταν εκείνος που ονειρευόταν να ζήσει μαζί του σε μια χαμένη αγροικία στα σύνορα της Ιταλίας με την Ελβετία, ανάμεσα σε γρασίδια, ογκώδη τσοπανόσκυλα, καλοθρεμμένα άλογα και ζουμερές αγελάδες. Ήταν ο μόνος που είχε καταλάβει πως πάνω στην άσπιλη κι αμόλυντη ομορφιά ενός τέτοιου ανυποψίαστου τοπίου θα μπορούσαν να γεννηθούν οι πιο βέβηλες και βαθιές απολαύσεις της ανθρώπινης φύσης και πως ο θηλασμός είναι το σπουδαιότερο διατροφικό στάδιο του ανθρώπου, κάτι που ελάχιστοι συνειδητοποιούν την κατάλληλη στιγμή – και αυτό την είχε καθηλώσει σχεδόν όσο και η γεύση της λιωμένης σοκολάτας πάνω στις βάφλες Βρυξελλών που έτρωγε μικρή, όταν για όλα ήταν νωρίς ακόμα.

Πήρε τα ορτύκια από το χειροποίητο βιετναμέζικο καλάθι που ήξερε πως δίνει μια ιδιαίτερη μυρωδιά στην ωμή σάρκα με το πρώτο κιόλας άγγιγμα. Μερικές ίνες μπαμπού είχαν κολλήσει ανάμεσα στα φτερά κι έμοιαζαν με μικροσκοπικές σούβλες. Σκέφτηκε τον Γκιούλιβερ και χαμογέλασε βιαστικά. Οι φουσκωτές κοιλιές των πουλιών ευωδίαζαν φρεσκοχωνεμένο ρύζι και αγωνία σχιστομάτη κυνηγού των ελών δίπλα στη σπηλιά Χανκ Σον Ντονγκ. Αυτή ήταν η καλύτερη τοποθεσία της περιοχής για τα τερψιλάγνα στρουθία της ημερήσιας εισαγωγής, εξάλλου. Και πιο η υπέροχη μυρωδιά του καλοταϊσμένου έκπληκτου θηράματος που ετοιμαζόταν για ταξίδι.

Ακούμπησε τα στρουθία στον ξύλινο πάγκο από μασίφ Μεράντι – άλλο ένα είδος ξυλείας που προσδίδει απαράμιλλη μυρωδιά και υφή στο κρέας, κάτι σαν διεγερτικό ή παραισθησιογόνο – τα έτριψε ζωηρά και άρχισε να τραβάει ένα ένα τα χρωματιστά φτερά τους. Άκουγε τον κοφτό, συμπαγή ήχο του δέρματος τη στιγμή που ξεριζώνονταν τα σκληρά φτερά και ανατρίχιαζε. Όχι από οίκτο ή αηδία: από καθαρή ηδονή και κάτι που έμοιαζε με ειλικρινή, αγνό πόθο – μπορεί κι ευγνωμοσύνη.

Έπειτα βύθισε τα απογυμνωμένα κρέατα σε μια μαρμάρινη γούρνα γεμάτη παρθένο ελαιόλαδο αρωματισμένο με σπόρους κόκκινου γλυκού πιπεριού, πρώιμο λάιμ, φρέσκα φύλλα εστραγκόν και αποξηραμένο ισπανικό ρόζμαρι.

Τελειώνοντας το μαρινάρισμα, ξέπλυνε με λευκό γαλλικό κρασί – ημιαφρώδες προτιμούσε πάντα, από τους αμπελώνες της Βουργουνδίας ή του Λουξεμβούργου– άπλωσε τα μικροσκοπικά ορτύκια στο πήλινο σκεύος και πρόσθεσε τον αιματηρό χυμό των αγριομύρτιλλων νάνων που είχε μαζέψει από το δάσος της περιοχής εκείνο το μεσημέρι. Έβαλε το έδεσμα να μαγειρευτεί στον ξυλόφουρνο, που φρόντισε αμέσως να σκεπάσει με φύλλα τζαϊπουριανού μάνγκο και μπανανιάς από φυτά μετρίου μεγέθους, και σκούπισε τα χέρια της στην ολόλευκη ποδιά της.

Μπροστά της, στην μαντεμένια κατσαρόλα – είχε αδυναμία στα brut υλικά – των 45 εκατοστών, έβραζαν ήδη τρεις μικρές αστακοκαραβίδες. Ανασήκωσε το καπάκι και εισέπνευσε την τελευταία τους πνοή καθώς το νερό είχε μόλις αρχίσει να κοχλάζει. Παρατήρησε τα λεπτά ποδαράκια που αν είχαν φωνή θα τσίριζαν από πανικό και τις αλλόφρονες κεραίες που αδυνατούσαν να συλλάβουν τον φρικτό τους θάνατο. Χαμογέλασε τρυφερά στα θαλασσινά που ψυχορραγούσαν και ανακίνησε διακριτικά το μαγειρικό σκεύος. Δίπλα ακριβώς, περίμενε ο χωριάτικος τραχανάς από κάποιο ορεινό χωριό της Ελλάδας – Πέρα Γυναικόκαστρο λεγόταν, νομίζω, και ο χάρτης δεν το είχε καν – που με την τραχιά γεύση του θα αναδείκνυε εξαίσια τη γλύκα των τεθνεώτων θαλασσινών.

Άνοιξε το τσόχινο σακουλάκι και εισέπνευσε την υπόξινη μυρωδιά. Της θύμισε άρωμα στήθους λεχώνας. Πήρε μια χούφτα και την άπλωσε στον πάγκο από Μεράντι. Μούλιασε τα χέρια της σε ένα φλιτζάνι χλιαρό τσάι περγαμόντο και πατίκωσε ηδυπαθώς το υλικό μαζί με λίγο ψιλοαλεσμένο κιμά χοιρινού νούμπουλου, αρωματισμένου με δεκαεπτά διαφορετικά αφρικανικά μπαχάρια. Μετά έπλασε μια μικρή μπάλα και ακούμπησε το κατάπλασμα στο δεξί της μάγουλο.

Ένιωσε τη δροσιά της εύπλαστης μάζας να θεριεύει πάνω στο δέρμα της. Έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε την επαφή. Η χούφτα της είχε άγγιγμα αιθέρων. Κάτι από την βελουτέ επιφάνεια της επιδερμίδας της μεταγγίστηκε στο υλικό και το έκανε να ανατριχιάσει, έτσι όπως ανατριχιάζει και αναδεύεται από μόνο του ένα μείγμα που ποτίζεται με μαγειρική σόδα ή ένα ανθρώπινο κορμί που αφήνεται στην ευχαρίστησή του.

Κατόπιν αποχωρίστηκε το κατάπλασμα και το κοίταξε να αλλάζει χρώμα μέσα στη χούφτα της. Έστυψε με βία το ωχρό ζουμί μέσα σε μια καινούρια μαντεμένια κατσαρόλα και το άφησε να σιγοβράσει μαζί με δέκα φύλλα μαυροδάφνης και μια μεγάλη κουταλιά μαύρο μέλι αραιωμένο σε απόσταγμα μαροκινού πορτοκαλιού. Κοιτώντας το μείγμα της σκέφτηκε πως η τρυφερότητα είναι ένα ένστικτο πολύ βαθύτερο από την λαγνεία και αυτός είναι ο λόγος που καταντά τόσο δύσκολο να βρεθούν ικανές μαγείρισσες – όπως και ερωμένες της προκοπής – στις μέρες μας.

Καθάρισε το πράσινο μήλο με τον κυνηγετικό σουγιά που της είχε χαρίσει παλιά ένας κάπως άξεστος εραστής απ’ το Παρίσι – ένα βουκολικό touch το ήθελε πάντα, ακόμα και στις πιο gourmet συνταγές της – και πέταξε τη λευκή σάρκα στα σκουπίδια χωρίς να την λυπηθεί. Πήρε στα χέρια της τις φλούδες και θαύμασε την ψιλοκομμένη μεμβράνη που αναριγούσε απαλά σαν να φοβόταν. Μάζεψε προσεκτικά με την άκρη του σουγιά τις δροσοσταλίδες που ανέβλυσαν στην επιφάνεια της φλούδας και πρόσθεσε το υλικό στο υγρό του τραχανά που σιγόβραζε δίπλα. Τρεις πρέζες μαύρης ζάχαρης και ένα κουταλάκι ινδικού κάρι με άρωμα γιασεμί προστέθηκαν στο μείγμα και έδωσαν το χρυσοκόκκινο χρώμα που σχεδίαζε από την αρχή της διαδικασίας.

Μία ώρα αργότερα, πάνω στο λευκοντυμένο ρουστίκ τραπέζι του σαλονιού, ανάμεσα σε μασίφ ασημένια μαχαιροπίρουνα, λευκά κεριά και φρεσκοκομμένα λουλούδια, σερβίρονταν ένας μακρόστενος μεταλλικός δίσκος φορτωμένος μέχρις εσχάτων. Στο κέντρο τα ορτύκια έμοιαζαν με λεπτομέρεια από πίνακα αχόρταγου ζωγράφου που αγαπούσε την Αμάλθεια. Ολόγυρά τους δέσποζαν χοντροκομμένα φρούτα ξηροί καρποί, λόγχες άγριας φτέρης και μερικές ατάσθαλες ίνες μπαμπού, πνιγμένες στην βαθυκόκκινη σάλτσα από τα μύρτιλα και πιο κει το γλυκασμένο πουλίσιο λίπος που έμοιαζε με παχύρρευστη κομπόστα. Στα αριστερά μια άλλη πιατέλα με τις τρεις αστακοκαραβίδες λουσμένες στο σιρόπι του μήλου και του χαϊδεμένου τραχανά ευωδίαζαν τρυφερότητα και αλλοφροσύνη. Η μελωμένη σάλτσα, σαν σιρόπι καραμέλας αλλά σαφώς πιο υπαινικτική, έγλυφε τα μαλακά κελύφη. Στις κρυστάλλινες κανάτες τα κρασιά περίμεναν τη σειρά τους στη σωστή θερμοκρασία. Το ψωμί που προοριζόταν να συνοδέψει το συμπόσιο άχνιζε κατάμαυρο μέσα σε ένα βαθύ χωριάτικο πανέρι.

Ο συνδυασμός εκλεπτυσμένων σκευών με τραχιά υλικά, φαινομενικά αταίριαστης αισθητικής, ήταν το μυστικό της γούστο. Κοίταξε το τραπέζι μια τελευταία φορά και αναστέναξε ικανοποιημένη.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τα φώτα της Μεδίνας είχαν ανάψει. Στο βάθος το τέμενος του Προφήτη διακρίνονταν σαν γιγάντια σκιά. Οι ελάχιστοι περαστικοί μουσουλμάνοι έμοιαζαν με κουρδισμένα παιχνίδια. Πάντα τους έβρισκε αστείους, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Μια αύρα παλιάς όασης διαπέρασε τη γάζα της κουρτίνας και γέμισε το δωμάτιο σαν αναπνοή.

«Είναι μέγα προνόμιο να έχεις κάποιον που να του σερβίρεις το φαγητό που μαγείρεψες απλώς και μόνο επειδή είχες όρεξη να μαγειρέψεις. Ειδικά αν μαγειρεύεις καλά και αν πεινάει αρκούντως», σκέφτηκε εισπνέοντας τη φρεσκάδα της νύχτας.

«Le Maître est servi», μονολόγησε, και χώθηκε στον πέτρινο διάδρομο με τις δάδες λαδιού αφήνοντας το σαλόνι άδειο, με το τζάκι αναμμένο και το φαγητό να αχνίζει μαλακά μέχρι να έρθει η ώρα.

Αόρατη Ομορφιά

d4277-staxtes-bottom_b(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 23 Σεπτεμβρίου 2015)

Γνωριστήκαμε ένα απόγευμα που ήρθε στο κομμωτήριο που δουλεύω να αφήσει ένα πακέτο. Εκείνη τη στιγμή κατέβαζα ρολά, δεν περίμενα κόσμο. Υπέγραψα την απόδειξη της μεταφορικής και παρέλαβα τα νέα δείγματα χρωμοσαμπουάν και τις χτένες. Με ρώτησε τι σήμαινε το όνομα του μαγαζιού: Κομμωτήριο η Αόρατη Ομορφιά. Του εξήγησα πως ονομάστηκε έτσι επειδή οι γυναίκες που χτενίζονταν σε μας ανακάλυπταν για πρώτη φορά την κρυφή ομορφιά τους. Μια ομορφιά που δεν ήξεραν καν πως υπήρχε πάνω τους, εμείς όμως είχαμε τον τρόπο να την αναδείξουμε και να τους αλλάξουμε τη ζωή. Φάνηκε να διασκεδάζει με την απάντησή μου και με ρώτησε αν ήθελα να με συνοδέψει ως το σπίτι μου. Δέχτηκα επειδή τον βρήκα συμπαθητικό και επειδή ήμουν τρομερά κουρασμένη.
Παρόλο που περίμενα ένα βαν με λογότυπο κούριερ, το αυτοκίνητό του ήταν μια συλλεκτική Κάντιλακ. Βγήκαμε στην παραλιακή. Οδηγούσε γρήγορα. Δίπλα μας ένα ακίνητο ηλιοβασίλεμα έστεκε κολλημένο σαν διαφημιστική αφίσα. Τον ρώτησα πώς γινόταν να τρέχουμε με εκατό και η σκηνή του ηλιοβασιλέματος να μην κινείται. Γέλασε και επιτάχυνε. Το ηλιοβασίλεμα δίπλα στην ακρογυαλιά δεν μετακινήθηκε ούτε χιλιοστό κι ας μετρούσαν τα χιλιόμετρα. Ταξιδεύαμε μέσα σε ένα πόστερ. Στον ουρανό δεν πετούσαν καν πουλιά. Σκέφτηκα πως αν κάναμε πρόβα για διαφήμιση ταξιδιωτικού γραφείου με σπέσιαλ πακέτα τουριστικών προορισμών το ντεκόρ θα ήταν σίγουρα κάτι τέτοιο.

«Σε πειράζει να κάνουμε μια στάση στο καθαριστήριο;», με ρώτησε κάτω από ένα ακίνητο μωβ σύννεφο.

Δεν με πείραζε και του το είπα. Εξάλλου στο σπίτι δεν με περίμενε κανείς. Σταματήσαμε μπροστά από ένα κατάστημα με μια ασπρόμαυρη επιγραφή: Στεγνοκαθαριστήριο Το Πεπρωμένο. Το ηλιοβασίλεμα διαδέχτηκε στο οπτικό μας πεδίο μια πλαγιά γεμάτη κέδρους και κυπαρίσσια. Πάλι σε στυλ αφίσας. Ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει κάπως, αλλά και πάλι η ορατότητα ήταν ικανοποιητική. Ο αέρας μύριζε λακ και λουλάκι. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο μου ήρθε όρεξη για γρανίτα φράουλα – ίσως επειδή στο στόμα μου είχα μια γλυκόπικρη γεύση, αλλά δεν μίλησα. Έκρινα πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή.
Κατέβηκε, μου άνοιξε την πόρτα και με περίμενε να βγω. Μπήκαμε μέσα και καλησπέρισε τον χοντρό Μεξικάνο πίσω από το ταμείο. Ζήτησε τα ρούχα μιας κυρίας Τζουν και του έδωσε την απόδειξη. Ο Μεξικάνος πάτησε ένα κουμπί και οι κρεμάστρες με τα καθαρά άρχισαν να στροβιλίζονται πάνω από το κεφάλι του. Όταν έφτασε στον σωστό αριθμό ξεκρέμασε ένα ταγιέρ στο χρώμα που έχει το τσόφλι του αυγού και το έτεινε στον συνοδό μου.
Παρατήρησα πως ενώ όλα τα ρούχα ήταν καλυμμένα με πλαστικό, σε μια κρεμάστρα υπήρχε ένα κόκκινο φόρεμα χωρίς περίβλημα. Γυμνό ύφασμα. Ο Μεξικάνος έπιασε το βλέμμα μου και με ρώτησε αν μου αρέσει. Είπα πως ναι και αναρωτήθηκα γιατί ήταν ξεσκέπαστο.

«Το άφησε πριν εκατό χρόνια μια πελάτισσα εδώ», είπε, «και δεν πέρασε ποτέ να το πάρει. Σας το χαρίζω».

Κατευθύνθηκα προς το πίσω μέρος της ηλεκτρικής κρεμάστρας που εκτελούσε και χρέη παραβάν σε περιπτώσεις σαν την δική μου. Έβγαλα τη στολή μου και φόρεσα αμέσως το κόκκινο φουστάνι. Κατόπιν κρέμασα τη στολή μου στην κρεμάστρα του φορέματος, βγήκα στο διάδρομο και επιστρέψαμε στο αμάξι του.
Όταν φτάσαμε στο σπίτι μου με ρώτησε αν μπορούσε να ανέβει για έναν καφέ. Δέχτηκα αμέσως παρότι οι νυχτερινές επισκέψεις αγνώστων δεν ήταν ποτέ στις συνήθειές μου. Με αυτόν όμως ένιωθα διαφορετικά. Ήταν σαν να επρόκειτο για το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
Μπαίνοντας στο σαλόνι είδα πως οι φίλοι μου, ο Έηπριλ, ο Μαρτς και Όγκουστ είχαν στήσει μια αυτοσχέδια σκηνή όπου έπαιζαν μουσική. Το σαλόνι ήταν αγνώριστο. Από παντού κρέμονταν χάντρινες κουρτίνες. Στο φως των προβολέων τα κρυσταλλάκια τους γυάλιζαν παρανοϊκά. Όλα ήταν παραισθητικά ωραία.
«Τι μουσική! Θέλεις να χορέψουμε;», με ρώτησε ο συνοδός μου.
«Δεν ξέρω να χορεύω τανγκό», παραδέχτηκα.
Σα να μην άκουσε την απάντησή μου δίπλωσε τα δάχτυλά του γύρω από τον αγκώνα μου και με τράβηξε στο κέντρο του δωματίου. Αρχίσαμε να χορεύουμε ένα σπαρακτικό τανγκό και τότε ανακάλυψα πως ήμουν εξαιρετική χορεύτρια. Ήξερα όλα τα βήματα και μάλιστα κινούμουν με αξιοσημείωτο πάθος. Όπως και ο συνοδός μου.
Χορέψαμε μέχρι να τελειώσει το τραγούδι και κλείσαμε τη βραδιά της συνάντησής μας με ένα μακρόσυρτο αργεντίνικο φιλί. Έφυγε με τον ίδιο απλό τρόπο που είχε έρθει και πάλι όλα φάνταζαν απολύτως φυσικά.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά με το καινούριο μου κόκκινο φόρεμα, αποφάσισα να βάψω το κομμωτήριο ροζ και να βάλω στην είσοδο του μαγαζιού ένα μηχάνημα για γρανίτα.

*
©Μαρία Πετρίτση

Μια απειροελάχιστη ταλάντωση σε μεγάλα ύψη

d4277-staxtes-bottom_b(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στάχτες, για τη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στις 12 Μαρτίου 2014)

Δίπλα στα σπήλαια του Όρεγκον, στο Φορτ Ροκ και στο Πέισλεϊ. Εκεί θα ζούμε. Σε ένα ισόγειο σπίτι με κήπο και μια ξύλινη βεράντα με θέα προς την ανατολή. Τα πρωινά θα χαζεύουμε τον ποταμό Κολούμπια που θα μεταφέρει γιγάντιους κορμούς δέντρων, σάπια λάστιχα αυτοκινήτων και νεαρούς κάστορες που θα ακροβατούν από τη μια όχθη στην άλλη, και τα άσπρα σύννεφα στον γαλάζιο αμερικάνικο ουρανό. Θα χαιρετάμε τα ποταμόπλοια που δεν θα μας βλέπουν, θα τα βλέπουμε όμως εμείς και θα μας φτάνει. Θα ζούμε επιτέλους μια αμέριμνη, αληθινή ζωή. Αυτό που έλεγες πάντα. Θα έχουμε μάθει τις καλλιέργειες και τα αρδευτικά συστήματα της περιοχής και θα εξασφαλίζουμε την τροφή μας. Τα γύρω χωράφια θα είναι γεμάτα καλαμπόκια, γλυκοπατάτες, μαρούλια και ηλιόσπορο. Όλα θα τα περιποιούμαστε εμείς οι ίδιοι, με τα χέρια μας. Δεν θα μας νοιάζει να λερωθούμε. Θα τα πουλάμε μετά στη λαϊκή του Φορτ Κλάτσοπ, που θα γίνεται κάθε Τετάρτη δίπλα στο χειμερινό σταθμό ανεφοδιασμού και θα παίρνουμε φρούτα, παστό και όσπρια από κείνα που προτιμάς.

(το υπόλοιπο κείμενο εδώ)

Αρέσει σε %d bloggers: