Αρχεία Ιστολογίου

Το ηθικό δίδαγμα μιας βροχερής καλοκαιρινής μέρας

bibliotheque31
(Κείμενο που δησμοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 23 Ιουνίου 2015)


Το θέμα δεν είναι που μένεις, το θέμα είναι τι είσαι πραγματικά και τι αισθάνεσαι πως είσαι. Αν είσαι ένας κάκτος που ζει στη Σιβηρία, βέβαια, όσο αγκαθωτός και να αισθάνεσαι οι ρίζες σου πονάνε. Παθαίνουν αρθριτικά και μαραζώνουν. Λυγίζεις θέλοντας και μη. Ύστερα, κάνεις λογοπαίγνια και εύστοχες παρηχήσεις με λέξεις σαν αυτές – οι ρίζες που μαραζώνουν και σε ξεριζώνουν – και προσπαθείς να σκεφτείς τι άλλο είσαι πραγματικά και τι άλλο αισθάνεσαι, σαν να συμμετέχεις σε κουίζ ή σε τηλεπαιχνίδι.

Μια βροχερή καλοκαιρινή μέρα, για παράδειγμα, είναι πιθανόν να δεις τον εαυτό σου σαν ναυαγοσωστικό και να αισθανθείς έτσι. Αυτοναυαγοσωστικό, για την ακρίβεια, λες, και τότε γίνεσαι και γλωσσοπλάστης, και παρότι δεν σε καταλαβαίνει κανείς εφόσον μιλάς με λέξεις που δεν υπάρχουν και οι γλωσσολόγοι μπορεί να σε αφορίσουν, εσύ καλύπτεσαι με τον νεωτερισμό σου, και αρχίζεις να νιώθεις λίγο πιο καλά.

‘Η λίγο πιο παράξενα.

Η παραξενιά των πραγμάτων, οι ανεξήγητες πλευρές τους, τα κάνουν κάπως πιο υποφερτά. Στην αρχή, τουλάχιστον, νομίζεις.

Σε βοηθούν να νιώσεις λιγάκι πιο ανεύθυνος, πιο ελαφρύς, μπορεί και κάπως αθώος. Ξεθωριάζουν κάπως τα χρώματα των εννοιών και σε αντικαθιστούν με κάτι ανώτερο ως προς την ορθή σου κρίση. Αν δεν περνούν τα πάντα απ’ το χέρι σου, σκέφτεσαι, δεν είσαι ούτε υπεύθυνος ούτε ένοχος γι’ αυτά. Κάποιος άλλος ευθύνεται για όσα σε ενοχλούν ή έστω για όσα δεν καταλαβαίνεις. Και περιμένεις τη θεία δίκη, τον από μηχανής θεό, το χεράκι που κάποιος θα βάλει, για να ανακουφιστεί η απορία για τις μετατοπισμένες ευθύνες σου ή για το αίσθημα κενού σου.

Διαπράττεις λάθη, αστοχίες, ατεχνίες και μικρά ή μεγάλα εγκλήματα, και τα φορτώνεις στην πλάτη του πεπρωμένου ή των καιρών. Στο θέλημα κάποιου Κυρίου. Γίνεσαι ο απατεωνίσκος του εαυτού σου. Τον εξαπατάς και τον απαλλάσσεις χάρη σε ψευδομάρτυρες, του στήνεις παγίδες και ξόβεργες που μοιάζουν με βουνά από ρύζι και μέλι, του πετάς σωσίβια που τον βολεύουν αλλά δεν τον συμφέρουν εφόσον δεν είναι ανθεκτικά και κινδυνεύουν να βουλιάξουν στο πρώτο κύμα.

Όμως αυτό προτιμάς να το παραβλέψεις επειδή είσαι δειλός.

Τα φορτώνεις όλα στην παραξενιά, στην ιδιορρυθμία, στο αλλοπρόσαλλο, στο «έτσι είναι», και νομίζεις πως ξεμπερδεύεις.

Το μόνο που σου μένει αφού περάσει ο καιρός και ξεγλιστρήσεις προσωρινά από τα δεινά που σε βαραίνουν, είναι να περιμένεις καθισμένος στη γωνίτσα σου να έρθει εκείνη η μπλε ώρα όπου όλα θα γυρίσουν για να σου ζητήσουν εξηγήσεις. Τίποτα από όσα έπραξες και αισθάνθηκες, έστω και για μια στιγμή, δεν σε ξεχνάει, ούτε σε συγχωρεί. Όλα θα τα πληρώσεις, όλα θα σε θυμηθούν και θα γυρίσουν ξανά να σου ζητήσουν το λόγο.

Είναι καλύτερο να μην εμπιστεύεσαι τη μοίρα σου λοιπόν, μιας και μοίρα δεν υπάρχει.

Εμπιστέψου καλύτερα το ένστικτό σου που, ακόμη και ανεξήγητα, σε ωθεί να πράξεις.

Να αισθανθείς τι είσαι πραγματικά και τι αισθάνεσαι πως είσαι.

Να διαβάσεις μέσα από τα γεγονότα και τα αισθήματα και να δεις πώς και αν συνδυάζονται, αν μπορούν να συμβιώσουν και να αγαπηθούν, αν έγινε σωστό κουμάντο.

Οι καθυστερημένες απώλειες δεν είναι λιγότερο απώλειες από εκείνες που κατέφθασαν εγκαίρως. Ακόμα και αν καθυστερήσεις να το διανοηθείς, οι αντικειμενικές συνθήκες του κόσμου θα βρουν μια ρωγμή κρίσεως για να σε διαπεράσουν. Όσο είναι νωρίς αγνοείς την αίσθηση του κινδύνου, του ανεκπλήρωτου, του επικείμενου χαμού. Έτσι το θέλει η φύση. Αισθάνεσαι αθάνατος, λεοντόκαρδος και αεί θριαμβευτής. Σαν νεαρός ή σαν ερωτευμένος.

Όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, μαζί με τα αρθριτικά στις ρίζες σου, μαζί με την μικρή τρυπούλα στο αυτοναυαγοσωστικό σου, καταφθάνει και η σοφία της ωριμότητας και των γενναίων ειλικρινών. Η ώρα όπου όλα εξηγούνται και δεν χωράνε χωρατά. Η ώρα που η τράπουλα ξαναμοιράζεται στους παίκτες.

Τότε οι σκέψεις και τα αισθήματα οφείλει να αποδειχθεί πως συμβάδισαν στο ακέραιο με τις παλιές σου πράξεις. Γιατί αν έχεις κάνει το λάθος και έκλεψες το ένα ή το άλλο στο λογαριασμό, αν έπαιξες άτιμο παιχνίδι, τα ρέστα που θα οφείλεις θα είναι ακριβά. Χρεωμένα με δίκαιο, αμετάκλητο και πολύ ζόρικο τόκο.

Let’s get totally, totally, fucked

Μονοκατοικια

Τα βράδια γίνομαι ένα κομμάτι από παιχνίδι. Πλαστικό, ξύλινο ή πλαστελίνη. Αγκαλιάζω τη γάτα μου, τη Μονοκατοικία, αυτή την αθυρόστομη που λέει συνεχώς «fuck» και μοιάζει με έφηβο κορίτσι, και της δίνω κρυφά τζούρες απ’ το τσιγάρο μου. Η Μονοκατοικία είναι η γάτα των εθισμών και λατρεύει τις βρισιές, γι΄αυτό την αγαπάω.

Κοιταζόμαστε επί ώρες ακίνητες στο σκοτάδι και προσπαθούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν ένας αιφνίδιος ίλιγγος για καλό σκοπό, το επόμενο πρωί ή αργά το απόγευμα. Μέχρι τις τρεις χακάρουμε μανιωδώς τις διαβαθμίσεις των συναισθημάτων μας, κι έτσι, μόνο έτσι τη βγάζουμε καθαρή. Η Μονοκατοικία κι εγώ. Που στις πέντε παριστάνουμε τις Γιαπωνέζες ηθοποιούς και αντιμετωπίζουμε τα ηλιόλουστα πρωινά των οκτώ παρά δέκα με την ψυχραιμία πλημμύρας ξέφωτου ανάμεσα σε δυο σε βραχώδη όρη.

(μετά βάζουμε η μία στην άλλη πρόστιμο και λέμε let’s get totally, totally fucked)

….

Περί σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας

πορν

.

Έκανα πρόσφατα μια βόλτα από ένα γνωστό πορνογραφικό σάιτ και πέρασα αρκετή ώρα παρακολουθώντας σκηνές πραγμοποίησης ανθρώπων, σαδομαζοχιστικών στιγμιοτύπων και λοιπών βίαιων και ακραίων περιστατικών. Το μότο ήταν σχεδόν παντού το ίδιο: μια υπεραρσενική εξουσία μετατρέπει τη γυναίκα σε ερωτικό αντικείμενο εξευτελίζοντας, υποβιβάζοντας και βασανίζοντάς την προκειμένου να αγγίξουν αμφότεροι ένα σημείο ευφορίας στο οποίο η ηθική του αφέντη και η ηθική του σκλάβου συναντιούνταν σε μια από κοινού έντονη εμπειρία.

Ενίοτε οι ρόλοι αντιστρέφονταν και τη θέση του ισχυρού έπαιρνε μια γυναίκα – αυτό όμως σπανιότερα.

Όλα αυτά διαδραματίζονταν κάθε φορά μέσα σε ένα περιβάλλον άχαρο, ψυχρό, απογυμνωμένο από οποιοδήποτε ίχνος της προσωπικότητας των πρωταγωνιστών, απανθρωποποιημένο, εξοπλισμένο με ευφάνταστα όργανα, παράξενα εργαλεία και έπιπλα αιχμαλώτισης και βασανισμού, ειδικά προσαρμοσμένα στο μενού των «ασκήσεων» στις οποίες επιδίδονταν οι πρωταγωνιστές της εκάστοτε ιστορίας.

Όπως και οι κυρίαρχοι άντρες, οι περισσότερες υποτακτικές γυναίκες δεν είχαν βρεθεί, φυσικά, κατά τύχη σε αυτά τα σκηνικά. Επρόκειτο σαφέστατα για γυναίκες των οποίων η προσωπικότητα είχε αφαιρεθεί οικειοθελώς και ο κύριος σκοπός τους ήταν η αφύπνιση, η υπηρεσία και η ικανοποίηση του αντρικού πόθου.

Αντίστοιχα, επρόκειτο για άντρες που αρέσκονταν σε ακραίες πρακτικές σεξουαλικής διάδρασης, και οι οποίοι προφανώς χρειάζονταν την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος προκειμένου να λειτουργήσουν και να απολαύσουν.

Όσον αφορά τις γυναίκες πρωταγωνίστριες, δεν ξέρω κατά πόσον η ηδονική απόλαυση του πόνου μέχρι σημείου απώλειας των αισθήσεών τους ή η τελική μεταβίβασή τους σε μια άλλη, παραληρηματική νοητική σφαίρα είχε σταθεί η πραγματική αιτία της συμμετοχής τους σε αυτά τα σκηνικά. Αγνοώ επίσης το κατά πόσον ο εξευτελισμός και η ταπείνωσή τους ήταν ικανά να τους προσφέρουν κάποιο είδος λύτρωσης, υποθέτω όμως πως προφανώς σε όλα έβρισκαν κάτι ψυχικά ανακουφιστικό και σωματικά απολαυστικό – κάτι αναγκαίο.

Συνήθως οι συμπεριφορές του είδους κάθε άλλο παρά επιπόλαιες ή αθώες είναι, και μάλλον αποσκοπούν στην κάλυψη κάποιων βαθύτερων αναγκών που αν δεν πληρωθούν κατ’ αυτό τον τρόπο, τα άτομα αδυνατούν να επιβιώσουν φυσιολογικά. Είναι αυτονόητο πως, για κάποιους ανθρώπους, η υπέρτατη σεξουαλική απόλαυση ενδέχεται να περνάει μέσα από τον πόνο, όπως για άλλους περνάει μέσα από την απόλυτη τρυφερότητα, την πλατωνική αφοσίωση ή τις οποιεσδήποτε φετιχιστικές προτιμήσεις.

Σε αυτές τις ταινίες μικρού μήκους οι αδύναμοι και ευάλωτοι ήταν συστηματικά αντικείμενα εκμετάλλευσης, ενώ οι ισχυροί και βίαιοι έπαιζαν το ρόλο του παντοδύναμου αφέντη-κυνηγού που είχε την ελευθερία να κακοποιήσει κατά βούληση το θήραμά του, ικανοποιώντας τόσο το πραγμοποιημένο ον όσο και τον εαυτό του. Είναι αυτονόητο πως η συναινετική συμμετοχή των ενήλικων πρωταγωνιστών σε αυτά τα δρώμενα, και το σαφές πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματιζόταν η πράξη, αφαιρούσε κάθε ίχνος «παρανομίας» ή «αισχρότητας» από τις κινήσεις που κάποιοι επέβαλλαν και κάποιοι υφίσταντο. Επρόκειτο καθαρά για μια δίκαιη συναλλαγή όπου το κάθε μέρος έβγαινε προφανώς με τον τρόπο του κερδισμένος.

Αρχικά σκέφτηκα πως αυτά τα σκοτεινά σκηνικά πατριαρχικής ελευθεριότητας ήταν είτε οι τόποι όπου οι προσωπικότητες και τα αισθήματα στέλνονται για να πεθάνουν επειδή έτσι αποφασίστηκε, είτε τα καθαρτήρια μιας κοινωνίας που, τουλάχιστον δια μέσου αυτών, δεν διστάζει να αποκαλύψει στον έξω κόσμο το πραγματικό της πρόσωπο, και είτε να του βγάλει τη γλώσσα κοροϊδευτικά είτε να γυρίσει το άλλο μάγουλο και να περιμένει αντιδράσεις.

Οι ρόλοι θύτης-θύμα ήταν σαφείς και αυστηρά προκαθορισμένοι, ανεξαρτήτως της όποιας ηθικής ή αισθητικής λειτουργία τους. Το παιχνίδι βασιζόταν ξεκάθαρα στην άσκηση εξουσίας. Το όλο σκηνικό ήταν στημένο ως τέτοιο, οι βαθμίδες ιεραρχίας ήταν ορισμένες εξαρχής και κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την δίκαιη και κοινώς αποδεκτή κατανομή των ρόλων.

Αναρωτήθηκα αν οι διαδικασίες αυτές αποτελούν κομμάτι αναπαραγωγής και στήριξης του κοινωνικού συντηρητισμού, εφόσον λειτουργούν χρησιμοποιώντας ως μέσον τους τον έλεγχο των σωμάτων και τις ιεραρχικές βαθμίδες. Σκέφτηκα μετά πως ο έλεγχος των σωμάτων εν προκειμένω είναι αποτέλεσμα του ελέγχου κάποιων ψυχικών μηχανισμών που λειτουργούν ως προπομποί, και σημείο εκκίνησης της ανάγκης για την υλική πραγμάτωση μιας προσωπικής ιδέας.

Είναι αυτονόητο πως οι άνθρωποι διαθέτουν την ελευθερία να παράγουν, να συμμετέχουν και να απολαμβάνουν αυτό το υλικό, όπως και οποιοδήποτε άλλο. Ο αυτοπεριορισμός της ελευθερίας ή η λογοκρισία δεν θα μπορούσαν παρά να βλάψουν την ιδέα και την πράξη της σεξουαλικής απελευθέρωσης του ατόμου. Συνεπώς, η πορνογραφία του είδους δεν διαφέρει και πολύ από άλλες μορφές έκφρασης, εντέλει.

Ένα επιπλέον σημείο στο οποίο στάθηκα νοερά ήταν εκείνο της απαρχής των πραγμάτων σε αυτό το περιβάλλον σεξουαλικής δραστηριότητας: κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται προγραμματισμένος να ασκεί βασανιστήρια πάνω σε ξένα ή οικεία σώματα προκειμένου να κατορθώσει να εξασφαλίσει την ικανοποίησή του. Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται κατέχοντας τις πολύ συγκεκριμένες τεχνικές άσκησης αυτής της συναινετικής βίας πάνω στον άλλον. Κάποιος τον εκπαιδεύει.

Αντίστοιχα, κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται με την επιθυμία ή την ανάγκη να υποστεί εξευτελισμό ή σωματικό πόνο προκειμένου να αγγίξει την σεξουαλική αποθέωση, τον οργασμό. Κάτι ή κάποιος τον διαπλάθει.

Η σαδομαζοχιστική συμπεριφορά των ατόμων είναι καταρχήν ζήτημα εγκεφαλικό, όπως και οποιαδήποτε άλλη ενστικτική λειτουργία. Καθίσταται τεχνικό σε επόμενο στάδιο, όταν δηλαδή τα άτομα αποφασίσουν ή αναγκαστούν – για οποιονδήποτε λόγο – να κάνουν πράξη αυτή τη νοερή πλευρά της ύπαρξής τους. Τότε, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία γίνεται από τρόπος ζωής μέχρι επάγγελμα.

Οι άνθρωποι είναι βουλησιαρχικά όντα. Επιλέγουν, αποφασίζουν, προτιμούν και πράττουν βάσει όσων βιώνουν, παρατηρούν και ασκούν. Αυτό τους καθιστά τόσο ελεύθερους όσο και υπεύθυνους για τις συνέπειες των επιλογών τους.

Κλείνοντας τον υπολογιστή σκέφτηκα πως εν κατακλείδι, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία είναι, πέρα από τρόπος ζωής για μερικούς, άλλος ένας ικανός τρόπος διασκέδασης για άλλους, ειδικά όταν απεικονίζεται ως ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα και όχι ως βαριά βιομηχανία. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η εμπορική εκμετάλλευση του σεξ μέσω της αγοραίας πορνογραφίας τείνει να καταστεί εργαλείο κοινωνικής και ηθικής χειραγώγησης εφόσον τυγχάνει ολοένα και ευρύτερης μαζικής αποδοχής.

Αντίστοιχα, δεν γίνεται να αρνηθούμε πως, από μια άλλη άποψη, η ιδιωτική άσκηση πορνογραφικού σεξ παρεκκλίσεων, φετιχιστικών συμπεριφορών, και οιωνδήποτε συναινετικών πρακτικών εμπνέουν τους μετέχοντες, θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο δικαίωμα του ατόμου, αλλά έως και επαναστατική πράξη.

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα αυτά, και πέρα από θεωρητικές αναλύσεις ή βερμπαλιστικούς συλλογισμούς, αν δεχτούμε πως η πνευματική αναγέννηση περνάει αναμφισβήτητα μέσα από το σώμα, οφείλει κανείς να παραδεχτεί τουλάχιστον πως η σαδομαζοχιστική πορνογραφία εξιδανικεύει αυτό που ελλιπώς προβάλλει, λειτουργώντας ως διεγερτική χρυσόσκονη στις καθησυχαστικές μας βεβαιότητες, στην ενοχική ηθική και στα στεγανά της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας.

Άρα το να προσπαθεί κανείς να θέσει πρότυπα ομορφιάς, να ακολουθήσει επίκαιρες τάσεις ή να αναζητήσει «μοντέρνους» τρόπους διέγερσης δια μέσου της σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας για το θεαθήναι ή για αστεϊσμό είναι μάλλον μάταιο. Η πορνογραφική κουλτούρα, εν προκειμένω, θα ήταν σαφώς χρησιμότερο να αντιμετωπίζεται σαν έντιμη, συνειδητή επιλογή που στοχεύει στην εμβάθυνση και στην καλλιέργεια ενός φαντασιακού το οποίο δεν αποσκοπεί πουθενά αλλού πέρα από τη βαθιά συγκίνηση, ενίοτε ψυχοθεραπευτική, που το σεξ μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους.

Μαγείρεψα

Mageirepsa1.

Mageirepsa2

.

Mageirepsa3jpg

.

Mageirepsa4

.

Mageirepsa5_n

.

Mageirepsa6n

.

MAgeirepsa7

.

Mageirepsa8

Φαρενάιτ

Pierre_Molinier

.

Με στεναχωρούν λιγάκι οι άνθρωποι που βγάζουν φωτογραφίες τον εαυτό τους. Μερικές φορές το κάνω κι εγώ. Με στεναχωρώ κι εγώ, όπως όλοι οι άλλοι. Ένα βράδυ ονειρεύτηκα φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, έγχρωμες κι ασπρόμαυρες. Ξεχείλιζαν αγάπη και Φαρενάιτ. Και γελούσαν λίγο μεθυσμένες καθώς έπιναν κάπως περισσότερο ροζέ. Μετά, οι φωτογραφίες μου είπαν «Βάλε μας στη σειρά», κι εγώ τις έβαλα τη μία δίπλα στην άλλη. Η καλύτερή μου, όπως οι κάρτες ποδοσφαιριστών που κάνουν συλλογή τα παιδιά στην Στ’ Δημοτικού, ήταν εκείνη που στεκόσουν πλάτη και μου έλεγες χωρίς να μιλάς «Μπράβο που σκότωσες το θηρίο, το είχα βάρος στη συνείδησή μου, αλλά τώρα είμαστε οκ». Αναρωτήθηκα πώς γινόταν και οι φωτογραφίες είχαν φωνή, αλλά μετά κατάλαβα πως στα όνειρα όλα επιτρέπονται και πως αν δεν την ακούω ούτε κει τη φωνή σου δεν θα την ακούω πουθενά, και αυτή η ιδέα μου φάνηκε αβάσταχτη, και τότε ένιωσα μια τεράστια ευγνωμοσύνη για τον ύπνο που μας δίνει όνειρα κι έτσι μέσα από αυτά μπορώ να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες σου με φωνή και να ακούω ξανά ένα μπράβο από το δικό σου στόμα, που μιλάει όπως θυμάμαι μόνο εγώ, και με μια φωνή που μυρίζει Φαρενάιτ.

 

 

Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια*

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στο περιοδικό Στάχτες, στις 15 Ιανουαρίου 2015)

*(μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει)

Mια μέρα, εκεί που περπατούσα, είδα ένα αφρόψαρο στα χαλίκια. Ήταν ασημένιο και πολύ αξιοπρεπές. Κατάλαβα πως την προηγούμενη νύχτα έπρεπε να είχε πολύ κύμα, γιατί εκείνο το πρωί η θάλασσα είχε τραβηχτεί προς τα μέσα και στα βότσαλα υπήρχαν πολλά σκοτωμένα υδρόβια ζώα. Έσκυψα και κοίταξα το αδικοχαμένο αφρόψαρο από κοντά. Όταν τα ζώα είναι τόσο ήσυχα με κάνουν και νιώθω δέος.

Όταν μπήκα στο σπίτι μου, το μεσημέρι, είδα πως στην είσοδο είχε μπει ένα πουλί. Περιστέρι. Παρατήρησα πως το ταίρι του – έτσι ήθελα να το βλέπω – έστεκε στο κατώφλι και παραφύλαγε μπας και συμβεί κάτι κακό. Αν δεν ήταν το επίσημο ταίρι του, θα ήταν σίγουρα μητέρα και γιος. Με πολύ αργές κινήσεις, για να μην το τρομάξω, πήγα στην κουζίνα και του έφερα λίγο σουσαμένιο κουλούρι. Του έτριψα λίγο πάνω στο χαλί και το παρακολούθησα να τρώει. Ευτυχώς δεν συνέβη αυτό που φοβόμουν. Το πουλί δεν κουτσούλισε χωνεύοντας. Ύστερα, τα δυο πουλιά έφυγαν αδιάφορα, αφοσιωμένα στην επόμενη διαδρομή τους.

Το απόγευμα ξαναβγήκα στην πόλη και συνάντησα δυο πόδια στην άκρη της ασφάλτου. Μου άρεσαν τόσο πολύ που δεν μπόρεσα να μην τα φωτογραφίσω. Είδα κόσμο αμέτρητο να περπατά, όμως κανένα ζευγάρι πόδια δεν με συγκίνησε τόσο όσο αυτό. Είχαν κάτι πολύ σεμνό και προβληματισμένο, έτσι όπως έστεκαν κολλητά, μονιασμένα μεταξύ τους, κι επίσης μου άρεσε πολύ που τα παπούτσια τους ήταν κάπως φθαρμένα και πρόδιδαν έντονη χρήση και συνήθεια. Τα παπούτσια των ανθρώπων με συναρπάζουν με τρόπο σπαρακτικό. Μου μιλάνε με μια φωνή τρυφερή, φτιαγμένη από παραστατικό βελούδο.

Σε ένα στενό λίγο πιο κει, διάβασα ένα σύνθημα στον τοίχο που σκέφτηκα πως ήταν από μόνο του ολόκληρος διάλογος. Κάποιος παραπονιόταν με μαύρο σπρέι πως ο χώρος ήταν άδειος, και κάποιος άλλος βιάστηκε να τον γεμίσει με τα βογκητά ενός κόκκινου μαρκαδόρου. Ο πρώην άδειος χώρος ήταν τώρα ένα θεατρικό σκηνικό, όπου μια ολοκληρωμένη ερωτική πράξη τσάκιζε με δύο χρώματα όλη τη μοναξιά του κόσμου.

Σε ένα άλλο σημείο της πόλης πέρασα μπροστά από το αγαπημένο μου εγκαταλελειμμένο μαγαζί: ένα πρώην χασάπικο, που κάθε φορά που περνάω από μπροστά του κοντοστέκομαι, κοιτάζω τα τσιγκέλια και την πόρτα του ψυγείου του και σκέφτομαι φρικιαστικές εικόνες. Το έχω περιγράψει ξανά, μου αρέσει όμως πού και πού να μιλάω γι’ αυτό σαν να μην με έχει ακούσει κανένας να το κάνω.

Μερικές φορές, στην αρχή, προσπαθούσα να μυρίσω το παλιό αίμα μέσα από το συρματόπλεγμα, αλλά τελικά κατάλαβα πως οι μυρωδιές φθίνουν με το χρόνο. Κι έτσι μένω πια απλώς να το κοιτάζω χωρίς να περιμένω και πολλά. Είναι όμως πολύ ηδονική αυτή η στιγμή, γιατί αμέσως αρχίζω να ονειρεύομαι πως το χασάπικο γίνεται γεμάτο ανάρμοστες και άκρως προσωπικές μουσικές και τότε οι ψυχές των σφαγίων αγαλλιάζουν και χαίρονται, ξεχνώντας για λίγο το δήμιο που τα έκανε κομμάτια.

Μετά κατηφορίζω προς το αγαπημένο μου καφενείο και πέφτω πάνω στη Ρόζα. Η Ρόζα είναι μια άγνωστη που την είδα μία και μοναδική φορά, πριν πολύ καιρό. Όποτε περνάω όμως από κει την βλέπω ξανά και ξανά με το δικό μου τρόπο. Την βάφτισα έτσι επειδή σκέφτηκα πως αυτό το όνομα της ταίριαζε πολύ. Αυτό τον καιρό υποψιάζομαι πως είναι ερωτευμένη με κάποιον που την απατά όμως εκείνη δεν το ξέρει.

Περνώντας από το αρμένικο νεκροταφείο, λέω ένα γεια στην εικοσιπεντάχρονη κοπέλα που έχασε τη ζωή της ποιος ξέρει από τι και πάντα, πάντα της λέω να μην στεναχωριέται. Δεν ξέρω τι άλλο να της πω, όλο ψάχνω κι όλο βρίσκω, μα τελευταία στιγμή τα ξεχνάω όλα, οι λέξεις χάνονται και το στόμα μου μένει άδειο και βουβό. Το μόνο που με ανησυχεί είναι τα γόνατά της που θα κουράζονται, έτσι όπως στέκεται πάνω στο μνήμα της και προσπαθεί κάπου να αφήσει ένα λουλούδι. Είναι αγωνιώδες και λυπηρό να θες να προσφέρεις ένα λουλούδι και κανείς να μην είναι εκεί να σου το πάρει από το χέρι. Ακόμα και αν είσαι ένα μοναχικό επιτύμβιο άγαλμα.

Λίγο πριν τελειώσω τον περίπατο, αγγίζω με τα δάχτυλα εκείνη την ωραία χάρτινη αφίσα που διακηρύσσει τα ανθρώπινα δικαιώματα με τον πιο παραστατικό τρόπο που έχω δει ποτέ μου. Είναι ένα ζευγάρι ερωτοτροπεί και αρνείται να διακόψει τη νύχτα του για οποιονδήποτε λόγο. “*Εκείνη η νύχτα μύριζε βανίλια”, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της, (*μα εγώ δεν ήξερα βανίλια τι θα πει). Την αγγίζω γλυκά, με πολλή τρυφερότητα γιατί μου αρέσουν οι δίκαιες επιφάνειες, ειδικά στη μέση ενός άδικου δρόμου. Με τον ίδιο τρόπο συλλογίζομαι πως αγαπώ τους λόγους που κάνουν το αγκάλιασμα των δύο εραστών να μυρίζει βανίλια, παραμερίζοντας προσωρινά τα πιο βάναυσα ένστικτα του δεσμού τους.

Κοιτάζω την αφίσα και χαμογελώ μπροστά της για τελευταία φορά, με την επίγνωση του ανθρώπου που καταλαβαίνει πως η ομορφιά που αντικρίζει στο διάβα του είναι περαστική, όπως όλα τα πράγματα του κόσμου.  Ξέρω πως στην πόλη κυκλοφορούν πολλοί ζηλόφθονοι και δειλοί, και πως με την πρώτη ευκαιρία όλο και κάποιος θα απλώσει πάνω της το χέρι του και θα την σκίσει.

Περίμενα τόσο καιρό, που τελικά έπαψα να περιμένω

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 14 Ιανουαρίου 2015)

[…]
Τι περίμενα ακριβώς;
Να ξαναβρώ εκείνη την άγρια χαρά που είχα την απίστευτη τύχη να ζήσω πριν ένα χρόνο. Να τελειώσει η αγρανάπαυση της συναισθηματικής μου ζωής, να κλείσει η παρένθεση του κόκκινου στοπ, και όλα να ξαναγίνουν όπως ήταν. Έτσι είχαν δείξει οι χρησμοί, κι εγώ είμαι άνθρωπος που πιστεύει όσα του λένε.
Περίμενα τόσο καιρό, που τελικά έπαψα να περιμένω. Κι όλη εκείνη η συναρπαστική ευφορία της πρώτης αναμονής, οι ιστορίες που ξανάφτιαχνα στο κεφάλι μου και τις έβλεπα στο κενό έτσι όπως κοιτάζουμε την οθόνη του σινεμά, άρχισαν να ξεθωριάζουν.
Οι εικόνες που μου είχαν χαριστεί με τόση άγρια χαρά και τέτοιο πάθος έχαναν σιγά σιγά το χρώμα τους, ξεχνούσα τα λόγια του πρωταγωνιστή, τα ξανάφτιαχνα μετά σε φράσεις όπως όπως για να τα κρατήσω λίγο ακόμα δικά μου.
Προσπαθούσα να κρατηθώ από τα κάγκελα εκείνης της πρωταρχικής μου συγκίνησης, και για πολύ καιρό τα κατάφερνα. Πίστευα στο θαύμα.
Είχα ανάγκη να σκέφτομαι πως όλα εξακολουθούσαν να είναι ζωντανά, και ας ζούσαν μόνο μέσα από κινήσεις, εικόνες και λέξεις που πλέον δεν επαναλαμβάνονταν, δεν αυγάτιζαν, δεν ήξερα πού πήγαν.
Μετά από πολύ καιρό, οι εικόνες αποξηράθηκαν. Οι λέξεις βουβάθηκαν. Βρέθηκα να ζω στερημένη. Είχα απορροφήσει όλους τους χυμούς των ευχών και των φαντασιώσεών μου και η νέα κατάσταση γινόταν εξουθενωτική.
Για τη δίψα μου όμως δεν υπήρχε πια αντίδοτο ή τροφή, όσο κι αν είχα ζητήσει. Ούτε λέξεις, ούτε εικόνες, ούτε αγγίγματα. Έπρεπε να επιβιώσω μόνο με τη βεβαιότητα πως ο παράδεισος είχε υπάρξει κάποτε, και πως εγώ τον είχα περπατήσει. Και πως αυτή η γνώση δεν θα τροφοδοτούνταν πια, δεν θα μεγάλωνε, παρόλους τους χρησμούς περί του αντιθέτου. Έπρεπε απλώς να υπάρχει μέσα μου μόνο και μόνο χάρη στο παρελθόν και να βασιλεύει ως τέτοια σαν αξίωμα, χωρίς άλλες αποδείξεις.
Η πίστη μου δεν κλονίστηκε, κατάλαβα όμως πως ζούσα πια σε κλίμα ξηρασίας. Και πως οι καιρικές συνθήκες, ή ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί έστω και ως ψευδαίσθηση ή ευσεβής πόθος, δεν με ευνοούσαν τόσο ώστε να επιστρέψει η ευτυχία του πρώτου καιρού ή να κοπιάσει μια καινούρια.
Κι έτσι αυτό που τόσο καιρό περίμενα, σιγά σιγά έπαψα να το περιμένω. Επειδή κατάλαβα πως δεν θα ξαναρχόταν ποτέ, όσο και αν το ευχόμουν. Μπορούσα να το θυμάμαι όσο ήθελα, να το πιπιλίζω σαν νοερή καραμέλα, αλλά να το ξαναζήσω ή να εξελιχθεί ήταν μάλλον αδύνατον. Ο αποδέκτης παρέμενα εγώ, μα ο πομπός είχε μπει σε συχνότητες που δεν με εμπεριείχαν.
Κι έτσι μια μέρα βρήκα τον εαυτό μου καθισμένο στην όχθη ενός ωραίου ποταμιού, ή και στην άκρη μιας γέφυρας σε ξένη χώρα, ήρεμο, άδειο και γαλήνιο, γεμάτο ευγνωμοσύνη, να χαζεύει τη ζωή.
Δεν παραπονιόταν πια, δεν ζητούσε, δεν έκανε καν μια προσπάθεια να αλλάξει κάτι. Ήταν απλώς λιγάκι λυπημένος και σαφέστατα πιο σοφός. Ήρεμος, αυτάρκης, κι όπως πρώτα μοναχικός. Ξανασυστηθήκαμε και μου είπε ήσυχα και κάπως πικρά, με μια απόχρωση φωνής μάλλον ξεχασμένη: «Θυμάσαι; Στο είχα πει απ’ την αρχή πως στο τέλος μένουμε πάντα μόνοι. Μπορείς, παρόλα αυτά, τα χαράματα, να συνεχίσεις να γράφεις γράμματα στον εαυτό σου».
Μετά συνεχίσαμε να χαζεύουμε τη ζωή και να την αγαπάμε τρυφερά, χωρίς σχέδια, ευχές ή προσδοκίες.
[…]

Αφιέρωση

Το βιβλίο της παιδικής ηλικίας

1454919_10152635788917670_5910471468549210363_n

[…]

Εκείνο το απόγευμα αποφασίσαμε να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Η Καορί μου είπε ότι ήξερε ένα συμπαθητικό μπιστρό, όχι πολύ μακριά από το ξενοδοχείο μας, με καθαρά ποτά και νόστιμο φαγητό. Τόσες μέρες τρώγαμε στο πόδι, είτε στα όρθια, σε καντίνες για τουρίστες, είτε σε ασιατικά φαστ φουντ που έμπλεκαν την γιαπωνέζικη κουζίνα με την κορεάτικη και την ινδική. Δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και σε λίγο ανηφορίζαμε προς τα σκαλάκια της Μονμάρτρης. Έκανε κρύο και σουρούπωνε πολύ γλυκά, σχεδόν με τρυφερότητα. Οι ελάχιστοι περαστικοί που συναντούσαμε ήταν χωμένοι στα παλτά τους ως το λαιμό, όπως κι εμείς. Κανένας δεν κοιτούσε στα μάτια κανέναν. Η Καορί προπορευόταν μερικά βήματα, κι εγώ ακολουθούσα λαχανιασμένη. Ήξερα πως της άρεσε να με καθοδηγεί, κι έτσι την άφηνα να παριστάνει τον τουριστικό οδηγό πατώντας πάνω στα βήματα που πριν από μένα είχε πατήσει εκείνη.

Φτάσαμε σχετικά σύντομα. Το μπιστρό ήταν συμπαθητικό και εξαιρετικά ζεστό. Από το ταβάνι κρέμονταν παλιακοί πολυέλαιοι με οβάλ λαμπιόνια και χάλκινα άνθη και πουλιά. Στους τοίχους υπήρχαν καθρέφτες και μικρές γκραβούρες του Παρισιού. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα και στολισμένα με μικρά μπρούτζινα κηροπήγια όπου έκαιγαν κρεμ κεριά. Οι λιγοστοί πελάτες, που κινούνταν μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας, παραήταν απασχολημένοι με αυτό που έκαναν ώστε να προσέχουν την πόρτα που ανοιγόκλεινε κάθε τόσο. Τίποτε στο χώρο δεν θύμιζε χλιδή ή πολυτέλεια. Όλα παρέπεμπαν σε κάτι απλό, οικείο, σχεδόν οικογενειακό. Ένιωσα αμέσως πού άνετα, σχεδόν ευφορικά. Απόρησα που η Γιαπωνέζα γνώριζε τόσο καλά τα γούστα μου και το Παρίσι.

-Κάθισε και βγάλε το βιβλίο, μου είπε και μου έδειξε ένα τραπεζάκι για δύο κοντά στη τζαμαρία.

Ήξερα πως ανυπομονούσε. Κάθισε πρώτη. Άναψε τσιγάρο, έπεσε πίσω και με κοίταξε. Πέταξα το παλτό στην πλάτη της καρέκλας μου και βολεύτηκα ανάμεσα σε δυο παχουλά μαξιλάρια. Η Καορί έκανε νόημα στο σερβιτόρο, ο οποίος έσπευσε στο τραπέζι μας. Χωρίς καν να με συμβουλευτεί, παρήγγειλε μια Veuve Cliquot Ponsardin και με κοίταξε ευχαριστημένη. Ήξερα πως θα τρώγαμε μετά. Όσο πίναμε, η Καορί κι εγώ δεν βάζαμε μπουκιά στο στόμα μας. Ποτέ.

-Κερνάς απόψε, να υποθέσω; ρώτησα χαμογελώντας κάπως περιπαικτικά.

-Κερνάω. Αν θες να μάθεις, πήρα προκαταβολή από την εφημερίδα και θέλω να το γιορτάσουμε.

-Στην υγειά μας, λοιπόν, είπα και ύψωσα το ποτήρι που είχε μόλις σερβιριστεί μπροστά μου με τον πιο διακριτικό τρόπο.

-Το βιβλίο, έκανε και έδειξε με το σαγόνι την τσάντα μου.

Τράβηξα το φερμουάρ και έβγαλα το βιβλίο στο τραπέζι. Η Καορί ρούφηξε μια γενναία γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι μπροστά της. Οι μπουρμπουλήθρες της σαμπάνιας τρεμόπαιξαν όπως τα μάτια της πάνω απ’ το κερί. Παρατήρησα πως τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Έτριψε τα χέρια της και σταύρωσε τα δάχτυλα κάτω από το σαγόνι.

-Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από το να είναι χειμώνας, να πίνεις εκλεκτή σαμπάνια σε ένα συμπαθητικό μπιστρό στο Παρίσι, να περιμένεις να δοκιμάσεις μια θεσπέσια βελουτέ σούπα με κρουτόν και να σου διαβάζει Αρανίτση από το πρωτότυπο η προσωπική σου μεταφράστρια, έκανε και μου χαμογέλασε με μια παιδιάστικη ευτυχία που απλώθηκε γύρω της σαν φωτοστέφανο.

-Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα να είσαι Γιαπωνέζα στο Παρίσι, αρκεί να έχεις μια φίλη Ελληνίδα που να ταιριάζει με τα γούστα σου και να σε διευκολύνει, έτσι;, είπα και άνοιξα το Βιβλίο της Παιδικής Ηλικίας σε μια τυχαία σελίδα.

-Καθόλου άσχημα, παρατήρησε. Με κάνεις και νιώθω πως η καλοπέραση μπορεί και να είναι κάτι εφικτό. Απενοχοποιημένο ακόμα και για μας τις απλές εργαζόμενες μετανάστριες.

[…]

Winter in Japan

WINTERinJAPAN

Εκείνο το χειμώνα που θα ζήσουμε στην Ιαπωνία, όλοι οι δρόμοι θα είναι αποκλεισμένοι από τα χιόνια. Θα είναι δύσκολος και μακρύς – έτσι θα λένε οι εκφωνητές στο ραδιόφωνο και θα τρίβουν πίσω απ’ το μικρόφωνο τα χέρια τους, και θα φυσάνε χνώτο στις παλάμες τους πίνοντας σακέ για να ζεσταθούν μέσα στο ραδιοφωνικό σταθμό όπου θα είναι εγκλωβισμένοι. Η πόλη θα είναι ακινητοποιημένη και σιωπηλή. Τίποτε δεν θα κινείται, πέρα από το φως των φαναριών που θα κουνιούνται μπρος πίσω από τον αέρα. Παντού ησυχία και σεβάσμια παγωνιά. Μια παγωνιά αιώνων.

Με κάποιο τρόπο οι προμήθειες που θα υπάρχουν στο κελάρι μας θα επαρκούν για να μας ταΐσουν αρκετές εβδομάδες – μπορεί και μήνες. Μπισκότα καλαμποκιού, κονσέρβες τυριού, ξηροί καρποί, ζάχαρη, παστό χοιρομέρι και ψάρια στο βαρέλι. Τα βράδια θα ανάβουμε το τζάκι, θα καπνίζουμε τα στριφτά τσιγάρα σου και θα πίνουμε ζεστό κρασί. Τότε θα νιώθουμε πως ο κόσμος δεν υπάρχει. Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα μπορούμε να είμαστε ρεαλιστές. Πράγματι, ο κόσμος δεν θα υπάρχει, αφού στην πόλη δεν θα συμβαίνει τίποτα, και την πόρτα μας δεν θα την χτυπά ποτέ κανένας.

Θα ανακαλύψουμε πώς είναι να ζει κανείς μια ξέγνοιαστη ζωή. Ενήλικοι κι ελεύθεροι, αν υποθέσουμε πως αυτό μπορεί στις μέρες μας να υπάρξει. Εγκλωβισμένοι στο αδιέξοδο του χειμώνα, θα καταλάβουμε πόσο ευχάριστες είναι κάποιες μορφές σκλαβιάς και θα απολαμβάνουμε την ομορφιά τους.

Θα πλένω στο χέρι τα μάλλινα πουλόβερ σου και θα μου μαγειρεύεις μπιφτέκια με μανιτάρια και καυτερά μπαχαρικά σε ένα παμπάλαιο τηγάνι. Θα σε ρωτάω ποια είναι η γνώμη σου για την ειλικρίνεια και την απάτη, και θα μου λες πως στο παρελθόν μας κρύβεται ένα τεράστιο απόθεμα υποθηκευμένης αγάπης που δεν γίνεται με τίποτα να εξαπατηθεί. Κάθε μέρα θα χάνουμε και λίγο από τον πολιτισμό που θα έχουμε κουβαλήσει μαζί μας μπαίνοντας σε αυτό τον χειμώνα, και τότε θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε πώς είναι στ’ αλήθεια να ζεις, ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν άνευ όρων. Εξάλλου, και οι δυο θα έχουμε καταλάβει πια πως ο μόνος τρόπος για να κατακτηθεί και να μεγαλώσει ελεύθερα μια αγάπη σαν αυτήν που μου έχεις φυτέψει στην καρδιά, είναι μέσα στην απομόνωση ενός παγερού, δύσβατου ιαπωνικού χειμώνα, όπου ο κόσμος γύρω μας θα έχει πάψει να υπάρχει εντελώς, και ο καθένας μας θα είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του. Ίσως λιγάκι και για τον άλλον. Και ως εκεί.

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: