Αρχεία Ιστολογίου

Let’s get totally, totally, fucked

Μονοκατοικια

Τα βράδια γίνομαι ένα κομμάτι από παιχνίδι. Πλαστικό, ξύλινο ή πλαστελίνη. Αγκαλιάζω τη γάτα μου, τη Μονοκατοικία, αυτή την αθυρόστομη που λέει συνεχώς «fuck» και μοιάζει με έφηβο κορίτσι, και της δίνω κρυφά τζούρες απ’ το τσιγάρο μου. Η Μονοκατοικία είναι η γάτα των εθισμών και λατρεύει τις βρισιές, γι΄αυτό την αγαπάω.

Κοιταζόμαστε επί ώρες ακίνητες στο σκοτάδι και προσπαθούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν ένας αιφνίδιος ίλιγγος για καλό σκοπό, το επόμενο πρωί ή αργά το απόγευμα. Μέχρι τις τρεις χακάρουμε μανιωδώς τις διαβαθμίσεις των συναισθημάτων μας, κι έτσι, μόνο έτσι τη βγάζουμε καθαρή. Η Μονοκατοικία κι εγώ. Που στις πέντε παριστάνουμε τις Γιαπωνέζες ηθοποιούς και αντιμετωπίζουμε τα ηλιόλουστα πρωινά των οκτώ παρά δέκα με την ψυχραιμία πλημμύρας ξέφωτου ανάμεσα σε δυο σε βραχώδη όρη.

(μετά βάζουμε η μία στην άλλη πρόστιμο και λέμε let’s get totally, totally fucked)

….

Yoko

YOKO

Yoko με βάφτισαν τυχαία. Δεν ήξεραν τι όνομα να μου δώσουν εφόσον γεννήθηκα την ώρα 00:00 και,  όπως συμβαίνει πάντα, με βάφτισαν με το όνομα της εκπαιδευόμενης νοσοκόμας που εμφανίστηκε μπροστά στη μητέρα μου όταν με παρέδωσε σαν συστημένο δέμα. Θα ήθελα να με είχαν βαφτίσει «μαργαριτάρι» ή «πριγκίπισσα κύλισης», χαίρομαι όμως που αισθάνθηκαν ελεύθεροι να εφαρμόσουν το έθιμο και να τονώσουν το ηθικό της μαθητευόμενης που, απ’ ό, τι έμαθα, πνίγηκε μέσα στη μπανιέρα της λίγους μήνες αργότερα, όταν ένα από τα χρυσόψαρα που κολυμπούσαν γύρω της μπήκε στο στόμα της και κύλισε αμάσητο στον οισοφάγο.

Η μνήμη μου είναι φορτωμένη με εικόνες σιωπηλής νύχτας. Γυναίκες και κορίτσια που κρέμονται από μια σκάλα ή κυλιούνται στο πάτωμα με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Άλλες φιμωμένες με δερμάτινα μαντήλια και γύρω από το λαιμό τους δαντελένιοι γιακάδες, πολύ ρομαντικοί, και ίχνη από βάναυσα φιλιά ή χαστούκια. Μερικές φορές γίνομαι ένα τρομαγμένο ευρωπαϊκό περιστέρι που αργοπεθαίνει από ενοχές και άλλοτε μια αλάνα που μέσα της κλωτσάνε μια μπάλα από κουρέλια κάτι αγόρια με πληγωμένα γόνατα και εγωισμό. Τις νύχτες με βροχή, όταν το καλοκαίρι στο Τόκυο βρυχάται, τυλίγομαι στο άθικτο, λευκό σεντόνι μιας ξεχασμένης παρθενιάς και γύρω μου δένω ιστούς από ανθεκτικά φυτά και ύπερους από άνθη. Τις ορχιδέες δεν τις συμπάθησα ποτέ. Στα γενέθλιά μου ο πατέρας μου μού χάριζε μόνο γιασεμιά – και μόνο αυτά θυμάμαι.

Τη μέρα που γεννήθηκα, στο διπλανό καλάθι είχαν ένα ασουλούπωτο μωρό. Άσχημο, κατάχλωμο, πρόχειρο σαν αντίγραφο ενός πίνακα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ του. Ή σαν εφιάλτης. Ήταν σαν να φώναζε «παρακαλώ χρησιμοποιείστε με το συντομότερο δυνατόν», επειδή ήξερε πως σε λίγο επρόκειτο να πεθάνει. Μη με ρωτάτε πώς το θυμάμαι αυτό. Πολλά πράγματα συμβαίνουν ανεξήγητα στη ζωή μου. Η μνήμη μου είναι μια χειριστή συλλογή γεγονότων της ζωής και η καθημερινότητά μου μια περίληψη που καταγράφεται αυτομάτως στο εξώφυλλο του άλμπουμ. Ιχνηλατώντας τα γεγονότα της αναδρομής βλέπω το κακομούτσουνο μωρό να μου χαμογελάει. «Yoko, Yoko», μου φωνάζει με βιασύνη σκαθαριού που έπιασε φωτιά, και συνεχίζει να τραγουδά το όνομά μου με μια φωνή σαν βολή, που για λίγο με τρομάζει. Μετά, μου ζητά συγγνώμη για την αναστάτωση και με αποχαιρετά με μια χορευτική κίνηση έκτακτης ομορφιάς, που στην ουσία ξέρω καλά πως δεν έχει να κάνει τίποτε με το βαθύτερο ποιόν του.

Tsukasa

Tokyo_Geisha_with_Shamisen_0s,

Τις νύχτες διαβάζω ιστορίες για δυτικά καλαμποκοχώραφα και βιογραφίες Αμερικανών αλκοολικών συγγραφέων. Τα απογεύματα αποστηθίζω χαϊκού του Σίκι και του Μπασό πίνοντας νερό χρωματισμένο με λίγη ροζ τέμπερα – παρότι μετά μου γαργαλάει το στομάχι και μου στερεί κάθε όρεξη ή ευθυμία. Όπως όλα τα κορίτσια της γενιάς μου, μπορώ να γίνω νευρωτική ή αισθησιακή, φοράω ψεύτικους φακούς επαφής με γεύση βανίλια και φροντίζω να κάνω μια ευχή μπροστά από τη γέφυρα Hama Hiroyuki-San τις Τετάρτες.

Εκτός από την παραδοσιακή ιαπωνική μουσική, προτιμώ τη ζωντανή τοπική σαμισέν, τα κουδούνια και τα τύμπανα που μοιάζουν με θρόισμα φύλλων σε έναν έρημο δρόμο. Τότε, όποια συμπεριφορά είναι ελεύθερη την προσκαλώ να έρθει και να με νικήσει. Στην ήττα είμαι πάρα πολύ καλή. Είναι η μικρή, προσωπική μου νίκη.

Φοβάμαι το δίσεκτο έτος των Ιχθύων, τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος δίπλα στο ποτάμι με τα χέλια, και τις συναντήσεις με συγγενείς από την πλευρά της μητέρας μου την εποχή των βροχών. Το Τόκυο είναι για μένα μια τραγανή πόλη που τα καλοκαίρια κινδυνεύει να ξεραθεί από την ανυδρία. Γι’ αυτό και φροντίζω να ποτίζω τα πεζοδρόμια και τις κενές θέσεις πάρκινγκ με το ευωδιαστό σάλιο μου, όταν έχω τελειώσει πια μια ολόκληρη γρανίτα κεράσι και με το ζεστό μου κάτουρο, όταν γυρνώ μισομεθυσμένη σπίτι μου τα βράδια.

Αγαπώ τα yukata, κάτι όμορφα λουλούδια που ανθίζουν νωρίς το απόγευμα, και την άλλη μέρα ξεψυχάνε. Δεν ξεχνώ ποτέ να λιβανίζω με θυμίαμα τις Κυριακές στις 10:35 – ώρα ιερή  –   και να ράβω στα ρούχα μου από ένα καινούριο θηλυκό κουμπί μία βδομάδα πριν από τα γενέθλιά μου. Κάποτε θα παντρευτώ έναν κατασκευαστή ποταμών αρκετά μεγαλύτερο από μένα, που όμως θα με ανακουφίσει τρομερά, εφόσον θα είναι αυτός που, για πρώτη φορά, είτε θα απομακρύνει τα εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος από τις γύρω περιοχές είτε θα σώσει τα χέλια από τις ηλεκτρικές εκκενώσεις που προκαλούν οι ατέλειες των απρόσεκτων ανθρώπων.

Έχω πάντοτε όρεξη για ερωτικούς αναστεναγμούς, νωπά κεράσια και στίχους από το χαϊκού του βατράχου.

Με λένε Tsukasa. Μου αρέσουν τα γαλάζια κιμονό και η ιδέα πως μπορώ να στολίζω την κάθε μέρα σας με την πρακτική χαλάρωσης που τη λένε «διαταγή φίλτρου σε Shii-» στο σαλόνι.

Ξέρω να φτιάχνω μάσκες αργίλου που αναζωογονούν την επιδερμίδα, ξέρω να χορεύω το χορό του φωτός.

Δεν παύω στιγμή να σκέφτομαι τα καρβουνιασμένα χέλια στο ποτάμι.

Tosa Geiko

Tokyo_Geisha

Θέλω να πάω 1,5 βήμα μπροστά, αλλά όλο χάνω το τέμπο μου, κάτι στις ώρες με αποσταθεροποιεί συνεχώς, με αποσυντονίζει. Με λένε Tosa Geiko. Από παλιά ήμουν αυτή που δεν αθετούσε ποτέ τις υποσχέσεις της κι έκανε συνεχώς το λάθος να πιστεύει πως το ίδιο συμβαίνει και με τους άλλους (πράγμα που με πληγώνει βαθιά, όπως το μαύρισμα χωρίς αστεία).
Θέλω να πάω 1,5 βήμα μπροστά αλλά όλο κάτι γίνεται και μου χαλάει το πλάνο. Μετά, το κεφάλι μου γεμίζει με γέλια, κλάματα, γελοίες σκέψεις, σάλια. Αναρωτιέμαι πότε και από ποιον θα κληθούν να αποφανθούν οι άνθρωποι της λατρείας και άλλοι σοφοί αν η συμπεριφορά μου μοιάζει με κέικ ρυζιού ή με μια κόκκινη ομπρέλα στο Τόκυο ένα απόγευμα που βρέχει. Θέλω να μάθω αν είμαι αναλώσιμη, ανακυκλώσιμη, ή απλή ρεζέρβα σε όχημα πλανόδιου εστιατορίου. Θα είναι μια τελεσίδικη απόφαση, δίπλα σε μια εικονική πραγματικότητα που όλο πέφτει.
Η φωνή της θερμότητας, η επικάλυψη ενός λωτού με τανίνη, ένα παιδί που το βάφτισαν «γδούπο»: αυτά θα έπρεπε να σκέφτομαι και να ονειροπολώ. Μα αντί να αρέσκομαι απλώς στην ευχαρίστηση, όπως οι δυτικές τουλάχιστον γυναίκες, οι ποθητές, που ερεθίζουν και κατακτούν χειροπιαστά εκείνον που τους αρέσει, κι έπειτα τις αναπολεί δια παντός κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες, εγώ κάθομαι και μαγειρεύω αινίγματα (με σόγια, αλεύρι ρυζιού και έναν βαθύ οργασμικό βρυχηθμό από ένα πρώην έφηβο λιοντάρι), που την εποχή των βροχών – η εποχή μας, αλίμονο! – κανένας δεν δύναται να λύσει.

Παρακαλώ, παρακαλώ, απολαύστε ελεύθερα, όμως μην ξανα υποσχεθείτε.

Tokyo anyway/Aretsou

JAPAN

[…]

Εκείνη η εποχή ήταν παράξενη. Μετρούσα τις μέρες λες και είχα χάσει το μέτρημα. Τις βάφτιζα με χρώματα, όχι με ονόματα. Ημέρα μωβ, ημέρα λουλακί, ημέρα χαλκοπράσινη. Έβγαινα στο δρόμο και έπιανα φιλίες με τα αδέσποτα και τους περιπτεράδες. Χάιδευα τα κεφάλια των σκυλιών και ανατρίχιαζα στην ιδέα πως το βράδυ είχα φάει την ξαδέρφη τους σουβλάκι απ’ την καντίνα στο λιμάνι. Μιλούσα μετά με τους ξενύχτηδες στα κουβούκλια, με κερνούσαν τσιγάρο και σακέ, καθόμουν κι εγώ και άκουγα τις θλιβερές τους ιστορίες. Κοίταζα τα μάτια τους, τις μικρές σχισμές της όρασής τους απ΄ όπου δεν ανέτειλλε ο ήλιος αλλά μόνο κουρασμένες εικόνες σπασμένες στα δυο. Απομνημόνευα τις θολές τους φωνές και έφτιαχνα παιδικά τραγούδια. Πριν προλάβουν να στηθούν, τα είχα κιόλας ξεχάσει.

Μετά ξανάπαιρνα το δρόμο και χάζευα τις ταμπέλες που δείχνουν την κατεύθυνση. Σκεφτόμουν πόσα μάτια τις είχαν συμβουλευτεί, πόσα χέρια στο τιμόνι είχαν καθοδηγήσει. Μέρη που δεν θα επισκεφτώ ποτέ. Βλέμματα που δεν θα εντοπίσω. Δεν ένιωθα κανένα συναίσθημα, όλα ήταν αδιάφορα, γλυκά και οικεία. Περαστικά, σαν παραίσθηση. Ακόμα και όσα έβλεπα για πρώτη μου φορά, τα ένιωθα λίγο δικά μου. Με κείνο τον τρόπο τον ευχάριστο, τον αφηρημένο, που θεωρεί κάποιος δικά του όσα δεν τον παραξενεύουν, όσα αν δεν υπήρχαν καν μπορεί και να μην τον ένοιαζε επειδή δεν θα το παρατηρούσε.

Τον σκεφτόμουν διαρκώς, ακόμα κι όταν νόμιζα πως δεν τον σκεφτόμουν. Έβρισκε τρόπο να ενσωματώνεται παντού. Στο γαμψό κάγκελο ενός σπιτιού, στο βρεγμένο πηλό μιας γλάστρας, στο κορνάρισμα ενός φορτηγού, στο ξεβαμμένο νύχι μιας κοπέλας στη στάση του μετρό, στο πέταγμα ενός πουλιού κάπου πολύ μακριά μου. Με λένε Aretsou και ήμουν βέβαιη πως θυμόταν το όνομά μου. Ήξερα όμως πως ακόμα κι αν συναντιόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο δεν θα με αναγνώριζε πια. Αυτό ναι, το είχα φροντίσει. Δεν θα έβλεπε πάνω μου τίποτε από όσα είχα πασχίσει να του δείξω παλιότερα, όταν ο σκοπός της ζωής μου ήταν η δική του αποδοχή όπως η καραμέλα που δίνει ο αφέντης στο σκυλάκι. Τίποτε δεν θα διέκρινε. Ούτε τις υπερβολές, ούτε την προθυμία, ούτε την βαθιά ανάγκη μου για το σκοτεινό του χάος. Μια περιπλανώμενη εικόνα θα έβλεπε, που θα την προσπέρναγε το δίχως άλλο αδιάφορα, μπορεί και με λίγη ανεκτικότητα, και αυτό είν’ όλο. Έτσι όπως αντιλαμβανόμαστε κι έπειτα αδιαφορούμε ευγενικά για κάποιον που μας σκούντηξε κατά λάθος με τον αγκώνα του και ζήτησε συγγνώμη σε μια ξένη γλώσσα, την ώρα που διασχίζουμε την διάβαση μιας κεντρικής οδού στη μέση του Τόκυο, της Νίκαιας, της Καβάλας.

[…]

Διαφημιστικό διάλειμμα

ahelnew81_small

Κάποτε πίστευα στα αυταπόδεικτα πράγματα. Όπως όλοι οι καθυστερημένοι ρομαντικοί ή έστω όσοι εθελοτυφλούν σκοπίμως. Η ανακούφιση του αυταπόδεικτου με γλίτωνε από απορίες, έρευνες και αμφιβολίες. Με τον καιρό έμαθα πως τέτοια πράγματα δεν υπάρχουν – και αν υπάρχουν είναι τόσο σπάνια που είναι μάλλον απίθανο να τα εντοπίσω εγκαίρως. Όσα οι θετικοί της σκέψης θα μου αντιπρότειναν με πάθος, δεν θα κατάφερναν παρά να διασκεδάσουν προσωρινά τη δυσπιστία μου.

530179_10150648622502670_719162669_9370404_1766965265_n

Υπάρχουν τόσοι πολλοί όμορφοι άνθρωποι στον κόσμο που είναι άδικο να παραπονιόμαστε για έλλειψη ομορφιάς. Από ένα σημείο και μετά η ομορφιά αποκτά διακλαδώσεις. Και επίπεδα δυσκολίας. Γίνεται περίπλοκη. Και τότε τα σαλιγκάρια επιστρέφουν στο κουκούλι τους και περιμένουν κάτι νέο να φανεί. Ίσως λιγότερο όμορφο, για τα μέτρα τους, αλλά σαφώς πιο εφικτό για μια πραγματικότητα που το έχει ανάγκη.

01.1063_3_3

Το πάθος είναι κάτι που νομοτελειακά επιστρέφει στον πομπό του. Εκκινείται από αυτόν, διαπερνά τον αποδέκτη, αιωρείται για λίγο στο κενό και στο τέλος ξαναγυρνά στην πηγή του. Το πάθος δεν μπορεί να γίνει δώρο. Είναι σαν το βλέμμα. Το εκτοξεύεις, χαϊδεύει την εικόνα, και στο τέλος ξαναγίνεται δικό σου ώσπου να το πας κάπου αλλού. Και έτσι περνά ο καιρός, μέχρι την επόμενη φορά που θα το ελευθερώσεις, σαν το σκυλάκι που παίζει χαρούμενα κουνώντας την ουρά του στο πάρκο ώσπου να επιστρέψει στον αφέντη του που σφύριξε και να πάνε σπίτι.

Nobuyoshi_Araki_Doll

Κουτό πράγμα οι αφιερώσεις. Πάνω σε βιβλία, δίσκους, χαρτοπετσέτες, οπουδήποτε. Το μόνο που εξυπηρετούν είναι ένας πρόσκαιρος ενθουσιασμός και μια μουχλιασμένη νοσταλγία μετά από καιρό, όταν όλα έχουν τελειώσει. Μία και μοναδική που φύλαξα κάποτε, πίσω από έναν καθρέφτη, ανέχεται το χάδι μου κάθε φορά που τη βλέπω. Οι άλλες μηδέν. Μηδέν εις το πηλίκον.

Araki.3

Είναι τερατώδης η ψυχραιμία που είμαστε προγραμματισμένοι να δείχνουμε σε δύσκολες στιγμές. Τόσο που σχεδόν έχω πάψει να ανησυχώ για όλα.

Wams

Ένα διαφημιστικό διάλειμμα ήταν όλα αυτά, μην ξεγελαστείτε.

Θέλω

Θέλω ένα βαθύ πιάτο με μπριάμ κάτω από μια κληματαριά με θέα τη θάλασσα, μια ρακή, λίγο ζυμωτό ψωμί και φίλους γύρω από το τραπέζι/// Και θέλω να είναι συνεχώς μεσημέρι, ακίνητος ο ήλιος στον ουρανό, να μην περνά η ώρα, να μην περνά η όρεξή μας, να μην μας διαπερνά κανένα ζόρι και καμία βιασύνη, να μην μας προσπερνά η ζωή///Θέλω να γίνουν όλα απλά///Θέλω να δω για άλλη μια φορά τις αιτίες που κάνουν τους ανθρώπους να βουρκώνουν///Θέλω να μπορώ να τους αγκαλιάσω λέγοντάς τους ένα απλό «μαζί»///Θέλω να περπατάω αμέριμνη στα στενά του αγαπημένου μου νησιού και να δροσίζεται το πίσω μέρος του λαιμού μου από μια σταγόνα που έσταξε από την ευωδιαστή μπουγάδα στο σχοινί της τροχαλίας///Θέλω να κοιτάζω όμορφα αγόρια και κορίτσια να στολίζουν σαν λουλούδια τον Ιούλιο///Θέλω να διαγράψω από το νου μου όσα αναιρούν τις καλύτερες προθέσεις μου και ακυρώνουν άτιμα τις χαρές μου///Θέλω να χαϊδεύω το κεφαλάκι του βασιλικού από την πήλινη γλάστρα, να ακουμπάω ένα μοσχομυριστό Μοχίτο στο πράσινο τραπεζομάντηλο ακούγοντας Λένα Πλάτωνος και Cocorosie το ηλιοβασίλεμα και να μουρμουρίζω στίχους του Μπωντλαίρ///Θέλω να ταΐζω στο στόμα κεράσια την αγάπη μου και μετά να απλώνω την παλάμη μπροστά στο στόμα της για να μαζεύω τα κουκούτσια///Θέλω να χαζέψω το μυώδες κορμί του αγοριού με τα Rayban και να περηφανεύομαι πως σε αυτή τη ζωή κατάφερα να κάνω κάτι πολύ άξιο, αφού ένας τόσο ωραίος έφηβος πασχίζει να με εντυπωσιάσει κολυμπώντας///Θέλω να σβήσουν με μια αόρατη γομολάστιχα οι αγωνίες του πρόσφατου καιρού κάνοντας χώρο για ένα αλλιώτικο μέλλον///Θέλω τα περιστέρια να συνεχίσουν να έρχονται γύρω μου κι εγώ να έχω σουσάμι να τα ταΐσω///Θέλω να μη χρειαστεί να ξαναταΐσω ποτέ τον «προστατευόμενό μου» εκεί στο σκαλί, γιατί με κάποιο μαγικό τρόπο αυτή η χώρα θα έχει κάνει χώρο για όλα της τα παιδιά και όλοι θα έχουμε τροφή και στέγη///Θέλω να μου χαριστεί για λίγο η μελαγχολία μου και να παραμερίσει επιτέλους προς όφελος της χαράς μου///Θέλω να βρίσκω αιτίες να νιώθω πως όλα πάνε καλά, πως γίνομαι λίγο καλύτερη, πως δεν είμαι βάρος σε κανέναν και πως δεν είναι απαραίτητο τα βάρη όλου του κόσμου να πέφτουν στις πλάτες μου λόγω ανασφάλειας και ενοχών///Θέλω να ξαναρχίσω να μετράω αστέρια ξαπλωμένη στην άμμο του Αυγούστου και να ξαναβρώ τον τρόπο που μέτραγαν μέσα μας παλιά οι λαμπερές στιγμές και τα ωραία μας λόγια///Θέλω να γίνει κάτι μαγικό και αυτό το καλοκαίρι να μην αφήσει παραπονεμένο ούτε ένα μικρό καφετί μυρμήγκι///Θέλω να γεμίσει ο αέρας με πεταλούδες και αγγέλους κάποιο απόγευμα, και μέσα από το φτερούγισμά μους να διακρίνουν οι άνθρωποι τη δύναμη των πιθανοτήτων///Θέλω να ακούω να γελάει ένα παιδί μέσα από ένα μισάνοιχτο παντζούρι///Θέλω οι φίλοι μου να με πάρουν αγκαλιά και να νιώθω να πάλλονται από ευτυχία οι καρδιές τους///Θέλω να νιώθω πως με αγαπάς και πως εξακολουθείς να θέλεις να σε αγαπάω///Θέλω να γίνω το καλοκαίρι και να κάνω επανάσταση, μένοντας εδώ για πάντα///Θέλω///Τα σέβη μου.

Αν όμως αυτό είναι το σχήμα, η αλήθεια είναι διαφορετική

Οι πρώτοι που αγαπά κανείς είναι οι ποιητές και οι ζωγράφοι της προηγούμενης γενιάς ή της αρχής του αιώνα///Παίρνουν στην καρδιά μας τη θέση των πατέρων μας, μένοντας όμως νέοι, όπως στις κιτρινισμένες φωτογραφίες τους///Ποιητές και ζωγράφοι που δεν είχαν για ντροπή τους το να είναι αστοί///Παιδιά ντυμένα με αλπακά και καπέλα ή φτωχικές γραβάτες που μυρίζουν εξέγερση και μητέρα///Ποιητές και ζωγράφοι που θα γινόντουσαν διάσημοι στα μισά του αιώνα, ο καθένας με μερικούς φίλους άγνωστους μεγάλης αξίας, αλλά που, ίσως από φόβο, απροσάρμοστους στην ποίηση///(Ποιητές αληθινούς, νέκρους έξω απ’ το χρόνο)///Λιθόστρωτα της Βιέννης ή του Βιαρέτζιο///Όχθες της Φλωρεντίας, ή του Παρισιού///Που αντηχούν από τα πόδια αυτών των παιδιών που φορούν χοντρά παπούτσια///Ο άνεμος της ανυπακοής μυρίζει κυκλάμινο στις πόλεις κάτω από τα πόδια των νεαρών ποιητών///Οι νεαροί ποιητές που συζητούν έπειτα από ένα άγριο μεθύσι μπύρας, σαν ανεξάρτητοι αστοί, -ατμομηχανές εγκαταλειμμένες αλλά ζεστές, αναγκασμένες για κάμποσο καιρό να μείνουν στην ακινησία και ν΄απολαύσουν την έλλειψη βιασύνης που έχουν τα νιάτα///Βέβαιοι πως μπορούν ν’αλλάξουν το σάπιο κόσμο με τέσσερις παθιασμένες λέξεις κι ένα βήμα εξέγερσης///Οι μανάδες, σαν μανάδες πουλιών στα μικροαστικά σπίτια τους, ανακατεύουν το γιασεμί του αέρα με τη σημασία που έχει το ιδιωτικό φως μιας οικογένειας και η θέση του σε μια χώρα γεμάτη///Έτσι οι νύχτες αντηχούν μόνο από τα βήματα των παιδιών///Η μελαγχολία έχει αμέτρητες κρυψώνες, αμέτρητες όπως τ’ αστρα, στο Μιλάνο ή σε κάποια άλλη πόλη, απ’ όπου μπορεί να φυσήξει τον άνεμό της που μυρίζει σόμπα αναμένη///Τα πεζοδρόμια τρέχουν κατά μήκος σπιτιών του εφτακόσια – σπίτια με πεσμένους σοβάδες και ιερά πεπρωμένα (δρόμοι χωριού που έγινε βιομηχανική πολιτεία)///Με μια μακρινή μυρωδιά παγωμένων στάβλων της Ρώμης///Έτσι οι νεαροί ποιητές αποκτούν εμπειρία της ζωής///Κι έχουν να πουν αυτά που λένε κι οι άλλοι, οι νεαροί που δεν είναι ποιητές (κύριοι κι αυτοί της ζωής τους και της αθωότητας) με μανάδες που τραγουδούν στα παράθυρα εσωτερικών αυλών (βρωμερά πηγάδια στ’ αστέρια που δεν φαίνονται)///Που χάθηκαν αυτά τα βήματα!///Δεν φτάνει μια αυστηρή σελίδα φτιαγμένη από μνήμες, όχι, δεν φτάνει -ίσως ο μόνος ποιητής μη ποιητής ή ζωγράφος μη ζωγράφος πεθαμένος πριν ή μετά από κάποιον πόλεμο σε κάποια πόλη των μυθικών μετακινήσεων, κρατάει δικές του τις νύχτες με αλήθεια///Α, αυτά τα βήματα -των παιδιών των καλυτέρων οικογενειών της πόλης (αυτών που ακολουθούν το πεπρωμένο του έθνους όπως μια ορδή ζώων ακολουθεί τις οσμές -αλόη, κανέλα, τεύτλο, κυκλάμινο- στην αποδημία της), αυτά τα βιώματα των ποιητών με τους ζωγράφους φίλους τους πάνω στα λιθόστρωτα μιλώντας, μιλώντας…///Αν όμως αυτό είναι το σχήμα, η αλήθεια είναι διαφορετική///Ξανακάμε γιε, αυτούς τους γιους///Έχε τη νοσταλγία τους στα δεκαέξι σου χρόνια///Άρχιζε όμως να μαθαίνεις πως κανείς δεν έκανε επαναστάσεις πριν από σένα και πως οι γέροι ποιητές και οι ζωγράφοι, ή νεκροί, παρά το φωτοστέφανο που εσύ τους δίνεις, σου είναι άχρηστοι, δεν σου διδάσκουν τίποτα///Απόλαυσε τις πρώτες σου αθώες εμπειρίες, δειλέ δυναμιτιστή, αφέντη των ελεύθερων νυχτών, αλλά θυμήσου πως βρίσκεσαι εδώ μόνο για να μισηθείς, για να ανατρέψεις και να σκοτώσεις///Από το Θεώρημα, του Πιερ Πάολο Παζολίνι///Τα σέβη μου.

Eve of Des, μια γυναίκα με πάθος

Μια μέρα θα γίνω γνωστή ως η γυναίκα που την έπιασαν να κάνει έρωτα σε ένα λαχταριστό γεμιστό///Όταν θα με ρωτάνε τα imaginary παιδιά μου «μαμά τι έκανες αντί να κάνεις εμάς» θα λέω «πολύ λάθος επιλογή μακιγιάζ«///Μου άρεσε η Caesaria. Είχα παίξει ένα cd της στο ωραιότερο ραντεβού της ζωής μου///M’ αρέσει τόσο η συννεφιά που λέω από αύριο να μην πολυπλένω τα τζάμια///Όποτε έχει συννεφιά πάντα ονειρεύομαι πως μένω σ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα///Πού ναι εκείνες οι εποχές που αν γινόταν μια μαλακία ο κόσμος έριχνε ένα ζεμπέκικο στο δρόμο και στο τέλος τα νικούσε όλα η αγάπη;///Ανελέητη λιακάδα και πυρετός. Ο Μέρφυ μ’ αγαπάει ακόμα///Με ρώτησες «που είναι ο βεσές«. Σε πόθησα στιγμιαία///Με είπανε Δωρική. Χάθηκε μια φορά να με πούνε γκομενάρα;///Να μαζευτούμε όλοι οι δρυΐδες 200 χρονών στην ψυχή στο Au revoir να πιούμε και τα νερά απ’ τα καλοριφέρ///Θέλω να κάνω τατουάζ το «οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές«. Στο μέτωπο///Κανιβαλιστικές γκόμενες καλύπτουν τα αίματα με ρουζ///Κακογαμημένη ή αγάμητη;///Το χουχουλιάζειν εστί φιλοσοφείν///Πιο πιθανό να βρεθεί η χαμένη Ατλαντίδα παρά να σηκωθώ να πάω στην κουζίνα να πιω νερό///Ήπια 3 κούπες τίλιο, είμαι σκεπασμένη με 3 κουβέρτες, 68 βαθμοί κελσίου στο κρεββάτι. Αυτό δεν εννοούν γυναίκα φωτιά;///Θέλω κρυφό θαυμαστή αλλά μη μας βγει και στόκερ///Κάνω λογοπαίγνια με το σεξ και το κοτόπουλο. Το μαλακόμετρο θα’ ρθει να με βρει πετώντας, σαν μαγικό χαλί///Οι χίπιδες αγκαλιάζουνε μπαομπάμπ – εγώ θα ξαμοληθώ να αγκαλιάζω τις κολώνες και τα παγκάκια της Αθήνας///Δε θα παντρευτώ τη γάτα. Ένα συνθεσάηζερ θα πάρω///Τι κέφι είναι αυτό. Πού’ ναι τα μπαλέτα να ξεχυθούν στους δρόμους, να ρίξουν κανα ζεμπέκικο στις οικοδομές///Σταμάτησε για λίγο η καρδιά μου///Δεν μπορώ να φτύσω βρισίδια. Θέλω μόνο να βγω σε ένα λιβάδι να μάσω βιολέτες///Τόσο που μαρέσει το φαί κι ο ύπνος μπορώ κάλλιστα να φάω το κρεββάτι μου και θα χω άψογο συνδυαστικό αποτέλεσμα απόλαυσης///Ακάκιε. Ο άντρας να είναι ψηλός///Τρώω αγκινάρα τουρσί. Είμαι και επισήμως 239 χρονών///Αγάπες και πούτσες. Έχετε φάει σαρμά;///Έγινε και το κοτόπουλο, τέτοια ατμόσφαιρα κατάνυξης ούτε ο πανάγιος τάφος δεν πρέπει να χει δει///Βαθιά ευγνωμοσύνη στα χαριτωμένα φλις κουβερτάκια///Βάφλα σοκολάτα τώρα κι ας μη γαμήσω ποτέ///Μου λένε πως με τέτοιο βρωμόστομα γαμπρός δεν. Και μούλιασε το αυτί μου απ’ τον ιδρώτα///Μακάριοι όσοι δε συζούν και μπορούν να φοράνε εκείνο το ξεχειλωμένο μπλουζάκι που χουν απ’ το Γυμνάσιο και να γουρουνιάζουν αλόγιστα///Είδα και όνειρο ότι φορούσα παντελόνι καμπάνα. Καμπάνα, για το θεό. Αυτό είναι πιο ξεφτίλα απ’ το είμαι γυμνή στο μάθημα///Εχω πιο πολλά νεύρα κι απ’ τον γούλβεριν///Θέλω να πάω να τσεκάρω τι είναι αυτό το Φάουστ αλλά φοβάμαι μην σηκωθεί κανας 19χρονος χίπστερ να μου δώσει τη θέση του///Νομίζω ότι τα ομορφότερα ταξίδια τα κάνουμε στο μπαρ, που λέμε ότι κάποτε θα φτάσουμε στα πέρατα της γης παρέα///Αρχισαμε τις ουισκάρες. Γουήντερ ιζ κάμιν///Ένας ιππότης για τη Βασούλα//Μου πε «έλα πριν φύγω να ζήσουμε μαζί για ένα μήνα, όπως παλιά«. Μα η καρδιά δεν είναι κάλτσα να τη μαντάρουμε///Άνθρωποι με τόσα πτυχία, άνθρωποι τόσο ατάλαντοι///Τέτοια διαβάζω κ σε καναδύο χρόνια θα πιλαλάω τα λιβάδια στο Δαφνί με λευκή νυχτικιά///Μου πεσε σέξυ βρακί στο μπαλκόνι του θρησκόληπτου αντιπαθητικού γείτονα. Η φάση είναι πιο awkward κι από sing along στους Sigur Ros///Ο ταξιτζής μ’ έχει κάνει το γύρο της αγάπης στο κέντρο και ακούμε τσίτα χαουζάκια. Θέλω να αυτοαναφλεγώ με φτηνό πατσουλί///Πίνω πολύ για να ειμαι αεράτη///Θα πα να κάνω προέκταση χεριών για ακόμη πιο ζεστές αγκαλιές///Κάνω ένα παστίτσιο όλο τρέλα, σα να ναι η τελευταία μου φορά///Έχω μέσα μου τέτοια κλαούνα που θα ζήλευε κι η μακαρίτισσα η Αλίκη το δικό μου το «αυτά θέλει ο κόσμος«///Λόγω εορτής πατέρα θα μαζευτεί όλος ο θίασος απ το δελφινάριο (η παρέα τους) χοτ αστεία: η γεροντοκοροσύνη μου, η σεξουαλική τους ζωή. Βοήθεια///Μαζί με τους θρυλικούς κροκόδειλους στους υπονόμους κάπου εκεί παραδίπλα σούρνεται κ η διάθεση μου///Ναι///Ακόμα δε μπορώ να ξεπεράσω την ομοιότητα του Τσίπρα με τον Ασημάκη Κατσούλα. ‘Η το γεγονός ότι τον λένε Ασημάκη///Θέλω ένα διάλειμμα, πάμε πολύ γρήγορα – θέλω να έρθεις στο παράλληλο σύμπαν που έχουμε ήδη τρία παιδιά κ εξοχικό στην Κινέττα///Όσα αποθέματα χιούμορ κι αν διαθέτω όταν κακά πράγματα συμβαίνουν σε καλούς ανθρώπους πεθαίνω λίγο///Τάδε έφη EveofDes///Το πιο πρόσφατο εμμονικό κόλλημά μου σε αυτό το αχανές περιβάλλον που ονομάζεται Twitter, και όσοι διαθέτετε λογαριασμό παρακαλώ Follow αμέσως///Αμέσως όμως, επείγει.  Την αγαπώ!///Με πείθει για πράγματα που είχα ξεχάσει πως υπάρχουν, όπως για παράδειγμα το πηγαίο, πανέξυπνο χιούμορ///Τα σέβη μου.


Μικρές απάτες

«Feed me! Feed me!» φώναζε έξαλλη η Audrey στο Μαγαζάκι του Τρόμου///Και ανοιγόκλεινε το καταπράσινο στόμα της περιμένοντας τη λεία που θα της εξασφάλιζε πάραυτα ο ερωτευμένος  Seymour///Άντρες που ερωτεύονται σαρκοβόρα φυτά, αθώα λουλούδια που μεταμορφώνονται σε επιτακτικές μαιτρέσσες, πρώην βολικές ερωμένες που θυσιάζονται εν μία νυκτί, βορά για ένα καινούριο τερατώδες πάθος///Παραφροσύνες ή απλώς παραφορά;///Γέμισε ο κόσμος παραξενιές, πάθη και λάθη, σκοτεινά – πλην όμως γοητευτικά – αδιέξοδα///Σημεία και τέρατα, όπως θα έλεγε και ο ευφυής Oz που δεν χαρίζει κάστανα, ούτε καν έναν κόκκο φακής προκειμένου να σωθεί ο αυτάδελφος ήρωας της κινηματογραφικής του δόξας///Παράξενες μέρες, ανισόρροπες, χωμένες στην αμφιβολία και την δανεική έμπνευση – «δείξε μου πώς να μιλώ με τα δικά σου λόγια»///Η σταθερότητα μοιάζει με αστέρι δυσδιάκριτο σε μακρινό γαλαξία///Παρόλα αυτά, κάτι δυσδιάκριτες, εμπνευσμένες απάτες όπως αυτή που περιγράφει με τόση χάρη ένας εξωτικός φίλος μου είναι θαυμαστοί διάττοντες αστέρες σε έναν ουρανό τυφλό///Οι μικρές καθημερινές απάτες, όπως αυτές που χρησιμοποιεί και ο Seymour προκειμένου να κρατά χορτασμένη την αδυσώπητη Audrey, ή τα εξωτικά πουλιά προκειμένου να κάνουν παιχνίδι όμορφο με την ίδια τους την εικόνα, με γοητεύουν πολύ///Με πάνε ένα βήμα πάρα πέρα στην ανθρώπινη επινοητικότητα, μου δημιουργούν θαυμασμό και ευεξία///Το ίδιο ακριβώς μου προξενούν και κάτι αμετανόητοι  ρομαντικοί τεχνοκράτες που αγαπούν τις λέξεις, τις έξεις και τις σκέψεις, και απαντούν με αποσπάσματα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή σε μια απλή ερώτηση ρουτίνας///Χωρίς το παραμικρό ορθογραφικό λάθος///Μαζί με αυτά τα δυο αξιοθαύμαστα πλάσματα, σε λίγο καιρό, θα έχω την τύχη να συναρμολογήσουμε από κοινού ένα παιχνίδι χωρίς ονοματεπώνυμο αλλά με πολύ κέφι, που προσδοκούμε ομαδικώς να προκαλέσει θετικές εντυπώσεις///Κυρίως όμως ζεστά και παιχνιδιάρικα χαμόγελα, όπως αυτό που μου χάρισε γενναιόδωρα και μια άλλη μου πρόσφατη ανακάλυψη (είπαμε, αυτό το ποστ είναι γεμάτο μικρές σκανταλιάρικες απάτες…), την οποία σήμερα θα ήθελα πάρα πολύ να μοιραστώ μαζί σας///http://linguinikids.wordpress.com/ ///Αυτή είναι///Έχω τη χαρά και την τιμή της εναρκτήριας παρουσίασής της///Κάντε μια βόλτα από κει και θα δείτε πως έχω δίκιο///Απολαυστικό///Και, όπως ομολόγησα και σε έναν διαδικτυακό φίλο λιγάκι πιο πριν, που -υπερβολικά και πολύ τιμητικά- κάτι μου είπε περί μπλόγκιν, εμπνεύσεων και αποκλειστικότητας σε ιδεώδη κείμενα, αν δεν εκτιμώ κάτι πραγματικά ούτε το ακολουθώ ούτε το προτείνω///Έτσι και αυτή τη φορά///Τα σέβη μου.



(το κομμάτι αφιερώνεται εξαιρετικά σε κάποιον που οι ήρωές του ζουν μέσα στο κεφάλι του εδώ και τρία χρόνια και, όπως παραδέχτηκε, οι επίμονοι κάποια στιγμή θα αποκτήσουν υπόσταση. Οι άλλοι θα ξεφτίσουν και θα ξεχαστούν.)

Αρέσει σε %d bloggers: