Αρχεία Ιστολογίου

Αν όμως αυτό είναι το σχήμα, η αλήθεια είναι διαφορετική

Οι πρώτοι που αγαπά κανείς είναι οι ποιητές και οι ζωγράφοι της προηγούμενης γενιάς ή της αρχής του αιώνα///Παίρνουν στην καρδιά μας τη θέση των πατέρων μας, μένοντας όμως νέοι, όπως στις κιτρινισμένες φωτογραφίες τους///Ποιητές και ζωγράφοι που δεν είχαν για ντροπή τους το να είναι αστοί///Παιδιά ντυμένα με αλπακά και καπέλα ή φτωχικές γραβάτες που μυρίζουν εξέγερση και μητέρα///Ποιητές και ζωγράφοι που θα γινόντουσαν διάσημοι στα μισά του αιώνα, ο καθένας με μερικούς φίλους άγνωστους μεγάλης αξίας, αλλά που, ίσως από φόβο, απροσάρμοστους στην ποίηση///(Ποιητές αληθινούς, νέκρους έξω απ’ το χρόνο)///Λιθόστρωτα της Βιέννης ή του Βιαρέτζιο///Όχθες της Φλωρεντίας, ή του Παρισιού///Που αντηχούν από τα πόδια αυτών των παιδιών που φορούν χοντρά παπούτσια///Ο άνεμος της ανυπακοής μυρίζει κυκλάμινο στις πόλεις κάτω από τα πόδια των νεαρών ποιητών///Οι νεαροί ποιητές που συζητούν έπειτα από ένα άγριο μεθύσι μπύρας, σαν ανεξάρτητοι αστοί, -ατμομηχανές εγκαταλειμμένες αλλά ζεστές, αναγκασμένες για κάμποσο καιρό να μείνουν στην ακινησία και ν΄απολαύσουν την έλλειψη βιασύνης που έχουν τα νιάτα///Βέβαιοι πως μπορούν ν’αλλάξουν το σάπιο κόσμο με τέσσερις παθιασμένες λέξεις κι ένα βήμα εξέγερσης///Οι μανάδες, σαν μανάδες πουλιών στα μικροαστικά σπίτια τους, ανακατεύουν το γιασεμί του αέρα με τη σημασία που έχει το ιδιωτικό φως μιας οικογένειας και η θέση του σε μια χώρα γεμάτη///Έτσι οι νύχτες αντηχούν μόνο από τα βήματα των παιδιών///Η μελαγχολία έχει αμέτρητες κρυψώνες, αμέτρητες όπως τ’ αστρα, στο Μιλάνο ή σε κάποια άλλη πόλη, απ’ όπου μπορεί να φυσήξει τον άνεμό της που μυρίζει σόμπα αναμένη///Τα πεζοδρόμια τρέχουν κατά μήκος σπιτιών του εφτακόσια – σπίτια με πεσμένους σοβάδες και ιερά πεπρωμένα (δρόμοι χωριού που έγινε βιομηχανική πολιτεία)///Με μια μακρινή μυρωδιά παγωμένων στάβλων της Ρώμης///Έτσι οι νεαροί ποιητές αποκτούν εμπειρία της ζωής///Κι έχουν να πουν αυτά που λένε κι οι άλλοι, οι νεαροί που δεν είναι ποιητές (κύριοι κι αυτοί της ζωής τους και της αθωότητας) με μανάδες που τραγουδούν στα παράθυρα εσωτερικών αυλών (βρωμερά πηγάδια στ’ αστέρια που δεν φαίνονται)///Που χάθηκαν αυτά τα βήματα!///Δεν φτάνει μια αυστηρή σελίδα φτιαγμένη από μνήμες, όχι, δεν φτάνει -ίσως ο μόνος ποιητής μη ποιητής ή ζωγράφος μη ζωγράφος πεθαμένος πριν ή μετά από κάποιον πόλεμο σε κάποια πόλη των μυθικών μετακινήσεων, κρατάει δικές του τις νύχτες με αλήθεια///Α, αυτά τα βήματα -των παιδιών των καλυτέρων οικογενειών της πόλης (αυτών που ακολουθούν το πεπρωμένο του έθνους όπως μια ορδή ζώων ακολουθεί τις οσμές -αλόη, κανέλα, τεύτλο, κυκλάμινο- στην αποδημία της), αυτά τα βιώματα των ποιητών με τους ζωγράφους φίλους τους πάνω στα λιθόστρωτα μιλώντας, μιλώντας…///Αν όμως αυτό είναι το σχήμα, η αλήθεια είναι διαφορετική///Ξανακάμε γιε, αυτούς τους γιους///Έχε τη νοσταλγία τους στα δεκαέξι σου χρόνια///Άρχιζε όμως να μαθαίνεις πως κανείς δεν έκανε επαναστάσεις πριν από σένα και πως οι γέροι ποιητές και οι ζωγράφοι, ή νεκροί, παρά το φωτοστέφανο που εσύ τους δίνεις, σου είναι άχρηστοι, δεν σου διδάσκουν τίποτα///Απόλαυσε τις πρώτες σου αθώες εμπειρίες, δειλέ δυναμιτιστή, αφέντη των ελεύθερων νυχτών, αλλά θυμήσου πως βρίσκεσαι εδώ μόνο για να μισηθείς, για να ανατρέψεις και να σκοτώσεις///Από το Θεώρημα, του Πιερ Πάολο Παζολίνι///Τα σέβη μου.

Eve of Des, μια γυναίκα με πάθος

Μια μέρα θα γίνω γνωστή ως η γυναίκα που την έπιασαν να κάνει έρωτα σε ένα λαχταριστό γεμιστό///Όταν θα με ρωτάνε τα imaginary παιδιά μου «μαμά τι έκανες αντί να κάνεις εμάς» θα λέω «πολύ λάθος επιλογή μακιγιάζ«///Μου άρεσε η Caesaria. Είχα παίξει ένα cd της στο ωραιότερο ραντεβού της ζωής μου///M’ αρέσει τόσο η συννεφιά που λέω από αύριο να μην πολυπλένω τα τζάμια///Όποτε έχει συννεφιά πάντα ονειρεύομαι πως μένω σ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα///Πού ναι εκείνες οι εποχές που αν γινόταν μια μαλακία ο κόσμος έριχνε ένα ζεμπέκικο στο δρόμο και στο τέλος τα νικούσε όλα η αγάπη;///Ανελέητη λιακάδα και πυρετός. Ο Μέρφυ μ’ αγαπάει ακόμα///Με ρώτησες «που είναι ο βεσές«. Σε πόθησα στιγμιαία///Με είπανε Δωρική. Χάθηκε μια φορά να με πούνε γκομενάρα;///Να μαζευτούμε όλοι οι δρυΐδες 200 χρονών στην ψυχή στο Au revoir να πιούμε και τα νερά απ’ τα καλοριφέρ///Θέλω να κάνω τατουάζ το «οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές«. Στο μέτωπο///Κανιβαλιστικές γκόμενες καλύπτουν τα αίματα με ρουζ///Κακογαμημένη ή αγάμητη;///Το χουχουλιάζειν εστί φιλοσοφείν///Πιο πιθανό να βρεθεί η χαμένη Ατλαντίδα παρά να σηκωθώ να πάω στην κουζίνα να πιω νερό///Ήπια 3 κούπες τίλιο, είμαι σκεπασμένη με 3 κουβέρτες, 68 βαθμοί κελσίου στο κρεββάτι. Αυτό δεν εννοούν γυναίκα φωτιά;///Θέλω κρυφό θαυμαστή αλλά μη μας βγει και στόκερ///Κάνω λογοπαίγνια με το σεξ και το κοτόπουλο. Το μαλακόμετρο θα’ ρθει να με βρει πετώντας, σαν μαγικό χαλί///Οι χίπιδες αγκαλιάζουνε μπαομπάμπ – εγώ θα ξαμοληθώ να αγκαλιάζω τις κολώνες και τα παγκάκια της Αθήνας///Δε θα παντρευτώ τη γάτα. Ένα συνθεσάηζερ θα πάρω///Τι κέφι είναι αυτό. Πού’ ναι τα μπαλέτα να ξεχυθούν στους δρόμους, να ρίξουν κανα ζεμπέκικο στις οικοδομές///Σταμάτησε για λίγο η καρδιά μου///Δεν μπορώ να φτύσω βρισίδια. Θέλω μόνο να βγω σε ένα λιβάδι να μάσω βιολέτες///Τόσο που μαρέσει το φαί κι ο ύπνος μπορώ κάλλιστα να φάω το κρεββάτι μου και θα χω άψογο συνδυαστικό αποτέλεσμα απόλαυσης///Ακάκιε. Ο άντρας να είναι ψηλός///Τρώω αγκινάρα τουρσί. Είμαι και επισήμως 239 χρονών///Αγάπες και πούτσες. Έχετε φάει σαρμά;///Έγινε και το κοτόπουλο, τέτοια ατμόσφαιρα κατάνυξης ούτε ο πανάγιος τάφος δεν πρέπει να χει δει///Βαθιά ευγνωμοσύνη στα χαριτωμένα φλις κουβερτάκια///Βάφλα σοκολάτα τώρα κι ας μη γαμήσω ποτέ///Μου λένε πως με τέτοιο βρωμόστομα γαμπρός δεν. Και μούλιασε το αυτί μου απ’ τον ιδρώτα///Μακάριοι όσοι δε συζούν και μπορούν να φοράνε εκείνο το ξεχειλωμένο μπλουζάκι που χουν απ’ το Γυμνάσιο και να γουρουνιάζουν αλόγιστα///Είδα και όνειρο ότι φορούσα παντελόνι καμπάνα. Καμπάνα, για το θεό. Αυτό είναι πιο ξεφτίλα απ’ το είμαι γυμνή στο μάθημα///Εχω πιο πολλά νεύρα κι απ’ τον γούλβεριν///Θέλω να πάω να τσεκάρω τι είναι αυτό το Φάουστ αλλά φοβάμαι μην σηκωθεί κανας 19χρονος χίπστερ να μου δώσει τη θέση του///Νομίζω ότι τα ομορφότερα ταξίδια τα κάνουμε στο μπαρ, που λέμε ότι κάποτε θα φτάσουμε στα πέρατα της γης παρέα///Αρχισαμε τις ουισκάρες. Γουήντερ ιζ κάμιν///Ένας ιππότης για τη Βασούλα//Μου πε «έλα πριν φύγω να ζήσουμε μαζί για ένα μήνα, όπως παλιά«. Μα η καρδιά δεν είναι κάλτσα να τη μαντάρουμε///Άνθρωποι με τόσα πτυχία, άνθρωποι τόσο ατάλαντοι///Τέτοια διαβάζω κ σε καναδύο χρόνια θα πιλαλάω τα λιβάδια στο Δαφνί με λευκή νυχτικιά///Μου πεσε σέξυ βρακί στο μπαλκόνι του θρησκόληπτου αντιπαθητικού γείτονα. Η φάση είναι πιο awkward κι από sing along στους Sigur Ros///Ο ταξιτζής μ’ έχει κάνει το γύρο της αγάπης στο κέντρο και ακούμε τσίτα χαουζάκια. Θέλω να αυτοαναφλεγώ με φτηνό πατσουλί///Πίνω πολύ για να ειμαι αεράτη///Θα πα να κάνω προέκταση χεριών για ακόμη πιο ζεστές αγκαλιές///Κάνω ένα παστίτσιο όλο τρέλα, σα να ναι η τελευταία μου φορά///Έχω μέσα μου τέτοια κλαούνα που θα ζήλευε κι η μακαρίτισσα η Αλίκη το δικό μου το «αυτά θέλει ο κόσμος«///Λόγω εορτής πατέρα θα μαζευτεί όλος ο θίασος απ το δελφινάριο (η παρέα τους) χοτ αστεία: η γεροντοκοροσύνη μου, η σεξουαλική τους ζωή. Βοήθεια///Μαζί με τους θρυλικούς κροκόδειλους στους υπονόμους κάπου εκεί παραδίπλα σούρνεται κ η διάθεση μου///Ναι///Ακόμα δε μπορώ να ξεπεράσω την ομοιότητα του Τσίπρα με τον Ασημάκη Κατσούλα. ‘Η το γεγονός ότι τον λένε Ασημάκη///Θέλω ένα διάλειμμα, πάμε πολύ γρήγορα – θέλω να έρθεις στο παράλληλο σύμπαν που έχουμε ήδη τρία παιδιά κ εξοχικό στην Κινέττα///Όσα αποθέματα χιούμορ κι αν διαθέτω όταν κακά πράγματα συμβαίνουν σε καλούς ανθρώπους πεθαίνω λίγο///Τάδε έφη EveofDes///Το πιο πρόσφατο εμμονικό κόλλημά μου σε αυτό το αχανές περιβάλλον που ονομάζεται Twitter, και όσοι διαθέτετε λογαριασμό παρακαλώ Follow αμέσως///Αμέσως όμως, επείγει.  Την αγαπώ!///Με πείθει για πράγματα που είχα ξεχάσει πως υπάρχουν, όπως για παράδειγμα το πηγαίο, πανέξυπνο χιούμορ///Τα σέβη μου.


Μικρές απάτες

«Feed me! Feed me!» φώναζε έξαλλη η Audrey στο Μαγαζάκι του Τρόμου///Και ανοιγόκλεινε το καταπράσινο στόμα της περιμένοντας τη λεία που θα της εξασφάλιζε πάραυτα ο ερωτευμένος  Seymour///Άντρες που ερωτεύονται σαρκοβόρα φυτά, αθώα λουλούδια που μεταμορφώνονται σε επιτακτικές μαιτρέσσες, πρώην βολικές ερωμένες που θυσιάζονται εν μία νυκτί, βορά για ένα καινούριο τερατώδες πάθος///Παραφροσύνες ή απλώς παραφορά;///Γέμισε ο κόσμος παραξενιές, πάθη και λάθη, σκοτεινά – πλην όμως γοητευτικά – αδιέξοδα///Σημεία και τέρατα, όπως θα έλεγε και ο ευφυής Oz που δεν χαρίζει κάστανα, ούτε καν έναν κόκκο φακής προκειμένου να σωθεί ο αυτάδελφος ήρωας της κινηματογραφικής του δόξας///Παράξενες μέρες, ανισόρροπες, χωμένες στην αμφιβολία και την δανεική έμπνευση – «δείξε μου πώς να μιλώ με τα δικά σου λόγια»///Η σταθερότητα μοιάζει με αστέρι δυσδιάκριτο σε μακρινό γαλαξία///Παρόλα αυτά, κάτι δυσδιάκριτες, εμπνευσμένες απάτες όπως αυτή που περιγράφει με τόση χάρη ένας εξωτικός φίλος μου είναι θαυμαστοί διάττοντες αστέρες σε έναν ουρανό τυφλό///Οι μικρές καθημερινές απάτες, όπως αυτές που χρησιμοποιεί και ο Seymour προκειμένου να κρατά χορτασμένη την αδυσώπητη Audrey, ή τα εξωτικά πουλιά προκειμένου να κάνουν παιχνίδι όμορφο με την ίδια τους την εικόνα, με γοητεύουν πολύ///Με πάνε ένα βήμα πάρα πέρα στην ανθρώπινη επινοητικότητα, μου δημιουργούν θαυμασμό και ευεξία///Το ίδιο ακριβώς μου προξενούν και κάτι αμετανόητοι  ρομαντικοί τεχνοκράτες που αγαπούν τις λέξεις, τις έξεις και τις σκέψεις, και απαντούν με αποσπάσματα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή σε μια απλή ερώτηση ρουτίνας///Χωρίς το παραμικρό ορθογραφικό λάθος///Μαζί με αυτά τα δυο αξιοθαύμαστα πλάσματα, σε λίγο καιρό, θα έχω την τύχη να συναρμολογήσουμε από κοινού ένα παιχνίδι χωρίς ονοματεπώνυμο αλλά με πολύ κέφι, που προσδοκούμε ομαδικώς να προκαλέσει θετικές εντυπώσεις///Κυρίως όμως ζεστά και παιχνιδιάρικα χαμόγελα, όπως αυτό που μου χάρισε γενναιόδωρα και μια άλλη μου πρόσφατη ανακάλυψη (είπαμε, αυτό το ποστ είναι γεμάτο μικρές σκανταλιάρικες απάτες…), την οποία σήμερα θα ήθελα πάρα πολύ να μοιραστώ μαζί σας///http://linguinikids.wordpress.com/ ///Αυτή είναι///Έχω τη χαρά και την τιμή της εναρκτήριας παρουσίασής της///Κάντε μια βόλτα από κει και θα δείτε πως έχω δίκιο///Απολαυστικό///Και, όπως ομολόγησα και σε έναν διαδικτυακό φίλο λιγάκι πιο πριν, που -υπερβολικά και πολύ τιμητικά- κάτι μου είπε περί μπλόγκιν, εμπνεύσεων και αποκλειστικότητας σε ιδεώδη κείμενα, αν δεν εκτιμώ κάτι πραγματικά ούτε το ακολουθώ ούτε το προτείνω///Έτσι και αυτή τη φορά///Τα σέβη μου.



(το κομμάτι αφιερώνεται εξαιρετικά σε κάποιον που οι ήρωές του ζουν μέσα στο κεφάλι του εδώ και τρία χρόνια και, όπως παραδέχτηκε, οι επίμονοι κάποια στιγμή θα αποκτήσουν υπόσταση. Οι άλλοι θα ξεφτίσουν και θα ξεχαστούν.)

«Στο σπίτι ΜΟΥ λαϊκά ΔΕΝ παίζουν!!!», είπε η κατσαρίδα

Σκέφτομαι καμιά φορά την έννοια των ορίων///Τι σημαίνουν///Αν πρέπει να υπάρχουν, πότε και γιατί///Αν υφίστανται, στην ουσία///»Μέτρον άριστον» έλεγαν κάποτε κάτι αρχαίοι σοφοί///Κάτι εννοούσαν///»Τα όρια υπάρχουν για να τα ξεπερνάμε», λένε κάτι καινούργοι///Κάτι εννοούν, με τη σειρά τους///Ποιος έχει δίκιο, ποιος άδικο και τι να σημαίνει όλο αυτό;///Και πώς λειτουργεί, στο κάτω κάτω;///Χτες το βράδυ, προς μεγάλη μου έκπληξη αλλά όχι και χωρίς να το περιμένω, ομολογώ, ήρθα αντιμέτωπη με ένα περιστατικό απόλυτης χυδαιότητας, κομπλεξισμού και αγένειας///Κάτι φίλοι έκαναν ένα πάρτι///Ο κολλητός μου κι ένας δικός του κολλητός///Το χέρι μου στη φωτιά αποφεύγω να το βάζω, ακόμα και για τους πιο οικείους///Παρόλα αυτά, έχω δυο τρεις ανθρώπους στη ζωή μου που με ευεργέτησαν πείθοντάς με μετά κόπων και βασάνων, για το αντίθετο///Ναι, γι΄αυτούς το βάζω///Ο κολλητός μου, χτες, είναι ένας από αυτούς///Δέχτηκα την πρόσκληση και πήγα στο πάρτι, παρόλο που ήξερα πως δεν γινόταν στο σπίτι του///Γινόταν στου φίλου του, εντάξει///Μας «φιλοξενούσε» – τι γενναιοδωρία!///Την έννοια της Φιλοξενίας λέω να την αναλύσω άλλη φορά///Όπως την καταλαβαίνω εγώ, τουλάχιστον, χωρίς να θεωρώ πως ακόμα και οι υπέρτατες έννοιες ή οι ερμηνείες τους οφείλουν να είναι κοινές για όλους///Το πάρτι κυλούσε σε αργούς ρυθμούς, περνούσαμε καλά, ο κολλητός μου ήταν χαρούμενος, οι φίλοι μου εκεί μέσα το ίδιο///Χωρίς εξάρσεις αλλά ευχάριστα///Η ώρα περνούσε όμως, το κέφι παρέπαιε κάπως///Στις φιλικές συγκεντρώσεις, είτε σπίτι μου είτε εκτός, έχω την ανάγκη να είμαι εύχαρις, νιώθω καλά, το δείχνω///Είμαι εξωστρεφής, διασκεδάζω, αγαπάω την κάθε στιγμή///Αυτό είναι και το νόημα μιας γιορτής, στην τελική, νομίζω///Γύρω στη μία, με δυο φίλους σκεφτήκαμε να προτείνουμε μια σύντομη, δραστική αλλαγή στο μουσικό πρόγραμμα, κι έτσι στην μέχρι πρότινος άδεια πίστα, βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι να χορεύουν όχι ντίσκο αλλά κάτι πιο φολκλόρ///Ένα ελληνικό (ιιιι!!!) τραγούδι///Το πνεύματα άναψαν, το κέφι χύπησε τιλτ, ο αέρας άλλαξε, και μάρτυρες διαθέτω///Στο άκουσμά του, ο οικοδεσπότης με πλησίασε απειλητικά///«ΕΣΥ το πρότεινες ΑΥΤΟ;», με ρώτησε φτύνοντας μέσα στα μούτρα μου σάλια απέχθειας και αηδίας///»Ναι…» απάντησα χωρίς να προλάβω να σκεφτώ τι μου συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και αν όντως την ζούσα///«Στο σπίτι ΜΟΥ, λαϊκά ΔΕΝ παίζουν!!!», κραύγασε όλο μίσος, αδιαφορώντας για το γεγονός πως ντιτζέη ήταν ο εορτάζων και εμείς τα κατάπτυστα υποκείμενα του λαϊκισμού και της επαίσχυντης τραγωδίας οι καλεσμένοι (και ατυχώς παλιοί γνωστοί) του///Ομολογώ ότι πάγωσα///Ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει τις επιλογές του στη ζωή, και αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμά του///Αν κάποιος παθαίνει αλλεργία με τα ελληνικά, με την τζαζ ή με το τέκνο, με τα μανιτάρια, με τις ξανθιές, με τα κάμπριο, με τα τασάκια, με τη βροχή, με τα φαντάσματα, με ό, τι, δεν έχω κανένα λόγο ούτε δικαίωμα να επιχειρηματολογήσω, να διαφωνήσω ή να μην το αποδεχτώ///Όλοι μας όμως δεσμευόμαστε από άρρητους κανόνες αξιοπρέπειας, σεβασμού και αισχύνης απέναντι στους άλλους///Γνωστούς ή αγνώστους, δεν κάνει τεράστια διαφορά///Οι οφειλές μας όμως αυτές είναι, καλώς ή κακώς///Πρωτίστως απέναντι στον εαυτό μας και δευτερευόντως απέναντι στους διπλανούς μας///Ειδικά όταν παριστάνουμε τους οικοδεσπότες και εφόσον υποτίθεται πως δεν ανήκουμε σε φυλή ανθρωποφάγων νευρωτικών και κομπλεξικών κανίβαλων αλλά σχετικά εξημερωμένων και ίσως πολιτισμένων ανθρώπων///Αναγνωρίζω σε όλους τους ανθρώπους το δικαίωμα των προτιμήσεών τους///Δεν αναπτύσσω πολεμική επ΄αυτού, φυσικά///Εξίσου όμως αναγνωρίζω στον εαυτό μου το δικαίωμα να μην υφίσταται και να μην υπομένει παρόμοιες τραμπουκίστικες και ψευτομάγκικες κινήσεις, προσβλητικές συμπεριφορές, δαχτυλάκια μπροστά στη μούρη και γελοίες πατερναλιστικές παρατηρήσεις από τους άλλους///Ζήτησα από τον αθώο ντητζέη να κόψει το κομμάτι///Κι ας το απολάμβαναν οι άνθρωποι που χόρευαν στην πίστα, κι εγώ η ίδια η αμαρτωλή που ενίοτε φτιάχνομαι (και μάλιστα πολύ)  ΚΑΙ με Μαζωνάκη///Το άφησε να παίξει, προσπαθώντας ίσως να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα///Το εκτιμώ//Τον ρώτησα μετά «Τώρα που το έβγαλες, πόσοι καλεσμένοι είναι στην πίστα;«///»Κανείς», μου απάντησε περίλυπος///Να σημειώσω: οι καλεσμένοι όλοι γκέη, υπέροχοι και όμορφοι, τρεις τέσσερις γυναίκες εμείς, και ο άντρακλας πλην όμως εναλλακτικός κατά δήλωση οικοδεσπότης κορώνα στα κεφάλια///Στα επόμενα πέντε λεπτά πήρα την παρέα μου, ευχηθήκαμε χρόνια πολλά στο Νίκο, ευχαριστήσαμε για την υπέροχη φιλοξενία το λυσσασμένο ντόπερμαν που διέθετε το σπίτι και φύγαμε από τη σεμνή τελετή///Οι κομπλεξικοί άνθρωποι με αρρωσταίνουν///Οι ΤΟΣΟ κομπλεξικοί, αγράμματοι, χυδαίοι και φασιστοτραφείς///Θεωρώ αχαρακτήριστη χοντράδα ένας και καλά «οικοδεσπότης» -λερώνουμε τις έννοιες τώρα- να φέρεται τόσο αυταρχικά, υποτιμητικά, δεσποτικά και κατάπτυστα σε ανθρώπους που με χαμόγελο, δώρο στο χέρι, κέφι στην καρδιά, αποφάσισαν να αποδεχτούν μια πρόσκληση και ανέβηκαν -για πρώτη και τελευταία φορά- τα σκαλιά του///Θεωρώ απερίγραπτη μικρότητα και φτήνια ένας δήθεν προοδευτικός νους να χρειάζεται επειγόντως αντιλυσσικό εμβόλιο εξαιτίας μιας μουσικής επιλογής που κρίνει ατυχή ή ακατάλληλη για τον προσωπικό του χώρο ή για τα ντεμέκ προχώ γούστα του///Κανείς μας δεν γεννήθηκε στα πάλκα (ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν ξέρω) και μουσική παιδεία διαθέτουμε και με το πάρα πάνω///Στις γιορτές με κοινό και προσκαλεσμένους όμως, ο ιδιωτικός χώρος γίνεται σημείο μάζωξης Ανθρώπων///Διαφορετικών μεταξύ τους///Και ουχί στρατόπαιδο συγκεντρώσεως όπου ο δεσποτισμός, οι φονταμενταλιστικές νοοτροπίες και η παντελής έλλειψη αγωγής, παιδείας ή έστω στοιχειώδους ενσυναίσθησης μπορούν να εκδηλώνονται σαν βρωμερές  ροχάλες ή παρατηρήσεις νεοναζιστικού χαρακτήρα///Σαν κυνηγημένο σκυλί ήταν ο κακόμοιρος///Σαν έντρομο σκουλικάκι///Σαν ιδανικός και ανάξιος εραστής μιας κοσμοθεωρίας που άφησε πίσω της φούρνους, κλομπ συνετισμού, τιμωρίας στη γωνία της τάξης, αφρισμένες αντιδράσεις εν ώρα κοινής χαράς, υστερικές εκρήξεις για τον πούτσο, εν ολίγοις///Αηδίασα από τη χυδαιότητα, από την παντελή έλλειψη μέτρου, αξιοπρέπειας και αυτοσυγκράτησης του ελάχιστου αυτού ατόμου///Έφυγα τρέχοντας και οριστικά, για να ανασάνω, γιατί από ένα σημείο και μετά τα νευρωτικά χνώτα του και το αλλόφρον βλέμμα του με εμπόδιζαν να ζήσω///Ελπίζω την επόμενη φορά ο Νίκος να μας καλέσει στο σπίτι του, και ας μην είναι άδειο, ξύλινο και αποστειρωμένο – εκεί σίγουρα θα περάσουμε ως το τέλος καλά///Ελπίζω το γλιδερό σαλιγκάρι που μου φώναξε μέσα στα μούτρα «Στο σπίτι ΜΟΥ λαϊκά ΔΕΝ παίζουν» να μην το ξανασυναντήσω ούτε τυχαία, ποτέ ξανά///Με πιάνει αλλεργία///Όπου λαϊκά βάλτε ό, τι θέλετε, φυσικά, δεν είναι εκεί το θέμα///Το θέμα είναι στην έμφυτη κι αγιάτρευτη αγένεια κάτι υπανθρώπων από το πουθενά, που κάποτε εκλιπαρούσαν για φιλοξενία, ιδιαίτερα μαθήματα ενόψει διαγωνισμού σε ξένη χώρα, τιπς και φιλοδωρήματα τεχνασμάτων για να παρουσιάσουν καλό γραπτό, παρέας και συνεννοήσης έστω και στο τυχαίο, πχ, και μετά από λίγο σε καλούν στο σπίτι ΤΟΥΣ για να σου υπενθυμίσουν πως στο χώρο ΤΟΥΣ γαμάνε και δέρνουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και λογαριασμό δεν δίνουν σε κανέναν///Μαγκάκια της κλανιάς και νεοσύλλεκτοι του εύκολου τρόμου///Αυτά τα ολίγα για τη χτεσινή γιορτή, και όποιος θέλει και τολμά,  ας μου στείλει δικηγόρο αυτήν κιόλας στη στιγμή, για όποιο λόγο νομίζει///Ξέχασα όμως…///Οι δικηγόροι κοστίζουν, και τα φτωχά πλάσματα του είδους κάνουν το σκατό τους παξιμάδι και την αξιοπρέπειά τους πατσαβούρι προκειμένου να μην τα βγάλουν πέρα ποτέ και με τίποτα, παρά μόνο με τα σάπια και στερημένα άντερά τους///Κι έτσι συνεχίζουν να ζουν με την μίζερη και στεγνή ζωίτσα τους, απωθώντας όποιον άνθρωπο επιχειρήσει έστω κι από σπόντα να τους πλησιάσει, έστω και στιγμιαία ή αναγκαστικά///Δικό τους πρόβλημα και το θέμα λήγει///Στην τελική, είμαι κι εγώ στο μαγαζάκι ΜΟΥ κι ό, τι γουστάρω γράφω///Τα σέβη μου.

(Στην Μαρίνα και στον Τάσο, που δώσανε ρέστα στην πίστα χτες)

The ideal couple

Αναρωτιέμαι καμιά φορά (τα ίδια εδώ και χρόνια) τι να σημαίνει «ιδανικό ζευγάρι». Από τι να εξαρτάται και σε τι ακριβώς να αφορά αυτή η ιδέα. Η εικόνα. Η αίσθηση. Το όλον. Τι νόημα να έχει αυτό που όλοι σκεφτόμαστε, επιδιώκουμε, ζηλεύουμε, θαυμάζουμε – καθείς εφ ω ετάχθη.

Τριγυρνάω εδώ και χρόνια στους δρόμους, στις παρέες, στις πόλεις, στις χώρες, στις λέξεις και στις εντυπώσεις και προσπαθώ να αντιληφθώ. Ενίοτε δοκιμάζω συνταγές, εναλλακτικές λύσεις, ακούω ερμηνείες, δέχομαι προτάσεις. Απορώ, αμφιβάλλω, πείθομαι στιγμιαία ή και διαρκώς, χαίρομαι, αποτυγχάνω. Όλα, ναι. Όλα παίζουν. Σε σαφές συμπέρασμα πάντως δεν έχω καταλήξει. Θεωρητικά τουλάχιστον.

Σήμερα το απόγευμα, όπως και κάνα δυο φορές ακόμα παλιότερα, έπεσα πάνω στο ζευγάρι της φωτογραφίας. Είναι δυο γυναίκες γύρω στα 50 plus, που την πρώτη φορά που τις είδα σκέφτηκα πως ήταν δίδυμες. Κάποια άλλη στιγμή, κοιτώντας τις να περπατούν χέρι χέρι σε μια πλατεία, θαύμασα την αλληλεγγύη τους. Την τρυφερότητά τους. Το ωραίο τους παράστημα. Το δέσιμό τους. Την μοναδική τους αύρα.

Σήμερα λοιπόν, περνώντας δίπλα στο μνημειακό Manneken Pis (είναι στη γειτονιά μου), το οποίο προχθές ήταν ντυμένο τσολιάς, χθες προφυλακτικό και απόψε πυροσβέστης, τις είδα για πρώτη φορά να φιλιούνται. Στο στόμα. Αγκαλιά. Πάλι και πάλι. Ερωτικά φιλιά. Φιλιά επιθυμίας. Πόθου. Πληρότητας. Και να κοιτάζονται μεταξύ τους ευτυχισμένα. Αξιοθαύμαστα. Συνωμοτικά.

Στάθηκα στο πεζοδρόμιο και παρατήρησα αυτές τις δυο γυναίκες από απέναντι, για ώρα αρκετή. Δεν βιάζονταν. Δεν ανησυχούσαν. Δεν κοιτούσαν καν γύρω τους. Το μόνο που έβλεπαν ήταν μία την άλλη. Γκρίζα κοντοκουρεμένα κεφάλια, μαύρα ρούχα που έντυναν λεπτές σιλουέτες, πρόσωπα σχεδόν πανομοιότυπα, γεμάτα λεπτότητα και χάρη. Αγγίγματα σιγουριάς, εμπιστοσύνης. Γέλια ανεμελιάς. Αέρας ευτυχίας.

Και είπα μέσα μου «Νάτο επιτέλους το ιδανικό ζευγάρι! Το βρήκα!»

Απομακρύνθηκαν πρώτες, αφού κοίταξαν εξονυχυστικά έναν χάρτη της περιοχής. Διαβάζοντας την επόμενη διαδρομή τους. Χαράζοντας, νοερά, τα μελλοντικά τους βήματα σε αυτή την παράδοξη πόλη. Σε αυτό τον παράδοξο κόσμο. Ωραίες, αξιοζήλευτες, θαυμάσιες μέσα στην ισορροπία της ζωής τους. Παράδειγμα και λύση σε απορίες ετών. Αυτές οι δυο γυναίκες. Οι άγνωστες ιδανικές θεές των περιπάτων μου, της απορίας μου, των συλλογισμών μου.

Μετά από λίγο, στάθηκα έξω από ένα εφημεριδάδικο, περιμένοντας κάποιον που έψαχνε ελληνικές εφημερίδες. Στο Βέλγιο. Μια Παρασκευή απόγευμα, στην καρδιά της πόλης, ναι. Το νεαρό ζευγάρι πλησίασε και στάθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου, περιμένοντας το πράσινο. Μου θύμισαν φρεσκοψημένα γλυκά. Δεν ξέρω πώς στο καλό μού ήρθε αυτή η ιδέα.

Η κοπέλα κρύωνε. Δεν μπορούσε να ανεβάσει το φερμουάρ της, παρόλο που το πάλευε με γνώση. Το αγόρι έσκυψε δίπλα της, κάτι έκανε με το φερμουάρ και τελικά κατάφερε να την κουμπώσει. Να την κουμπώσει! Έσφιξε το γιακά, τακτοποίησε  γύρω της το δύστροπο ρούχο, την τακτοποίησε. Εκείνη του αφέθηκε. Σαν μωρό. Ή σαν φρεσκοψημένο γλυκό που μόλις βγήκε από το φούρνο.

Το φανάρι έγινε πράσινο. Ο κόσμος άρχισε να διασχίζει. Πιάστηκαν χέρι χέρι, εκείνη γέλασε και ακούμπησε φευγαλέα τον ώμο του, εκείνος την παρέσυρε στην άσφαλτο κι έτσι πέρασαν χαριτωμένοι και άσφαλτοι από την σωστή μεριά του δρόμου.

«Να ένα ακόμη ιδανικό ζευγάρι!», σκέφτηκα, καθώς η πόρτα του εφημεριδάδικου άνοιγε και ένα μάτσο εφημερίδες είχαν ήδη αγοραστεί. Όχι ελληνικές, πάντως…

Συνεχίζοντας τη βόλτα, καθίσαμε σε ένα καφενείο. Μια Duvel κι ένας espresso lungo κατέφθασαν στο τραπέζι μας εντός ολίγου. Αστραπιαίο σέρβις, ασυνήθιστα επαρκές. Τα δυο αγόρια πέρασαν από μπροστά μας λίγο μετά. Πιασμένα χέρι χέρι, ντυμένα σχεδόν ίδια, με παρόμοιες τσάντες, παρόμοια κουρέματα, ίδιο βλέμμα. Και πάλι θαύμασα την ανεμελιά του έρωτα. Και πάλι με εντυπωσίασε η χάρη της απλότητάς τους. Προσπέρασαν το καφενείο ανάλαφρα, ακροπατώντας πάνω στις πέτρινες πλάκες, γοητευτικά. Αφήνοντας πίσω τους απορίες, επιφωνήματα, κενά, σημεία στίξης.

«Κι άλλο ιδανικό ζευγάρι! Μα τι γίνεται σήμερα!», αναφώνησα εσωτερικά και ευχαρίστησα την τύχη μου για τα τόσα δώρα.

Καθώς τελείωνε η διαδήλωση, κόσμος γέμιζε τους δρόμους. Κροτίδες, μπαρουτάκια, σημαίες, καπέλα, πράσινα και πορτοκαλί κασκόλ παρέλαυναν μπροστά μας αφειδώς. Σε μια γωνία έγινε καυγάς. Τρεις άνθρωποι έλυναν διαφορές παίζοντας μπουνιές και κλωτσίδια. Σε χρόνο μηδέν, έξι μπάτσοι έσπευσαν προς το μέρος τους με τα κλομπ όρθια, και τις περικνημίδες εν εξάρσει (η φράση αφιερωμένη εξαιρετικά). Έτρεξαν να τους χωρίσουν, να μη γίνει κάνα κακό.

«Έξι μπάτσοι για τρεις πολίτες;», ρώτησα εντυπωσιασμένη τον συνοδό μου.

«Εδώ οκτώ μπάτσοι στην Ελλάδα βγάζουν έναν πολιτικό για καφέ», μου απάντησε με τη γνωστή του σοφία, «σε τρεις πολίτες που τσακώνονται κι έξι μπάτσους που τους χωρίζουν θα κολλήσουμε;»…

Κατέβασα το κεφάλι και συλλογίστηκα την απάντησή του. Είχε δίκιο φυσικά. Στο Βέλγιο, πολλές φορές, στο gay bar που συχνάζω ο πρωθυπουργός πίνει cocktail Belgica με τους φίλους του, φορώντας τζιν και φανελάκι. Μιλάει με όλους, χαμογελάει, περνάει καλά, δεν τον συνοδεύουν φρουροί και μπατσόνια, παρά μόνο όμορφες και χαρούμενες αδερφές. Είναι κανονικός άνθρωπος. Ζει σαν όλους τους άλλους. Μας καλησπερίζει. Τον καλησπερίζουμε. Όλα είναι φυσιολογικά. Όλα είναι ωραία.

Στην Ελλάδα ο αντίστοιχος μαλάκας διασχίζει το πάρκο του Εθνικού κήπου και – το είδα και αυτό με τα μάτια μου- ξωπίσω του τρέχουν δέκα άλιεν σεκιουριτάδες. Εκεί δεν χαιρετίσαμε ποτέ. Μόνο κεφάλια αλλού γυρίσαμε, όταν τόλμησε να ευχηθεί, το αρχιδάκι, «καλή σας όρεξη», και να συνεχίσει…

Οι μπάτσοι του πεζοδρομίου και της έσχατης φωτογραφίας δεν ήταν άλλο ένα ιδανικό ζευγάρι. Ή μάλλον ήταν, αλλά από άλλη άποψη. Ενώ όλα τα υπόλοιπα ζευγάρια που θαύμασα σήμερα ένιωσα πως τα ένωνε ένα απρόσκοπτο νήμα ζωής, αυτούς τους δυο φουσκωμένους, γελοίους και αξιοθρήνητους οπλισμένους οργύλους, ήξερα πως τους ένωνε μονάχα η φαιδρότητα και ηδονή του θανάτου.

Των άλλων.

Τα σέβη μου.

.

(σόρι Φη, για την απολυτότητα, μα το έχουμε πει από νωρίς: τους μπάτσους τους σιχαινόμαστε άνευ όρων… Μην το ξεχνάς, παιδί μου. Με αγάπη, η μάνα σου)

Little Jesus in a shoebox

Φέτος τα Χριστούγεννα θέλω να κάνω δώρα///Δεν θα στολίσω δέντρο, ούτε στεφανάκι με Χρόνια πολλά θα κρεμάσω στο κατώφλι του σπιτιού///Ούτε γιρλάντες και φρουφρού θα τρέξω να αγοράσω – ούτε μπαλίτσες, αγιοβασιλάκια και ζαχαρένια γκι, ως είθισται να συμβαίνει///Κάτι φωτάκια κρέμασα στην κουρτίνα του σαλονιού χτες το βράδυ, και είναι υπέρ αρκετά///Δώρα όμως θα ήθελα να κάνω πολλά///Φέτος λοιπόν, τον χριστουγεννιάτικο όβολό μου λέω να τον κρύψω μέσα σε ένα απλό κουτί παπουτσιών///Πολύς δεν θα είναι, τόσο όσο όμως, κάτι καλό θα βγει///Μέσα σε ένα χαρτονένιο κουτί παπουτσιών θα προσπαθήσω να χωρέσω λίγες στιγμές γιορτής και Χριστουγέννων, λίγο μερίδιο αξιοπρέπειας κι ελέους που το χρωστάω σε ολόκληρη τη γη///Δυο ζευγάρια μάλλινες κάλτσες, μερικές κονσέρβες με κείνο το στρογγυλό άνοιγμα στιγμής, κάποια τυλιγμένα γλυκά, λίγο κονιάκ για το ψοφόκρυο των αγίων ημερών, πράγματα άμεσης κατανάλωσης εν γένει///Που να μην χρειάζονται κατσαρόλα για να βράσουν, μπρίκι για να ζεσταθούν, μαχαιροπίρουνο για να φτάσουν στο στόμα///Όσα χωράει το κουτί, τόσα θα βάλω///Μετά θα το τυλίξω με ωραίο χρωματιστό χαρτί και θα το δέσω με πλούσια κορδέλα///Να είναι προσφορά κανονική, περιποιημένη, όμορφη, όπως πρέπει///Ένα την ημέρα θέλω να ετοιμάζω, ένα τουλάχιστον, μακάρι και πιο πολλά///Και θα παίρνω τους δρόμους μετά, κι όποιον άνθρωπο βρίσκω να ζει σε ένα παγκάκι, θα τον παρακαλώ να δεχτεί ένα μικρό κι ασήμαντο δώρο, να μου κάνει αυτή την γιορτινή χάρη, να με καταδεχτεί///Στα παγκάκια αποκλειστικά θα στρέφομαι///Ναι, σε κείνα τα συνηθισμένα, τα παλιά ρομαντικά καθίσματα για δύο, που ο Φασίστας και Αναίσχυντος Δήμαρχος Καμίνης ξερίζωσε από τα πάρκα των Αθηνών να μην του λερώνουν οι κοιμισμένοι άστεγοι το κάδρο της επικράτειάς του και χαλάει το πνεύμα των εορτών, χρονιάρες μέρες///Δώρα σε γνωστούς και οικείους δεν θα ψωνίσω αυτή τη φορά, κι αν τύχει και μου προσφέρει κάποιος ένα μικρό, και πάλι στα παγκάκια θα το τρέξω///Δώρα οφείλουμε να κάνουμε σε όσους πια τα έχουν ανάγκη, και ουχί από αβροφροσύνη, υποχρέωση, συνήθεια ή έστω κέφι///Όχι πια///Αλλάζουν οι συνήθειες, αλλάζουν τα νοήματα, αλλάζουν όλα///Αλλάζουν και οι ανάγκες μας, κυρίως αυτές///Φέτος μου χτύπησε την πόρτα αυτή η καινούρια, η αυτονόητη, η πιο φυσική///Δώρα να κάνω στους ανθρώπους που δώρο δεν τους έκανε η ζωή αυτά τα Χριστούγεννα να τα περάσουν κάτω από στέγη///Για μένα θα γίνει βέβαια πιο πολύ όλο αυτό, παρά για κείνους///Χατίρι δεν μου ζήτησε κανείς///Και χάρη δεν δικαιούμαι να πιστεύω πως είμαι άξια να κάνω σε κανέναν///Απλώς, από μικρή μου μάθαιναν παραμύθια με μάλλινες κάλτσες κρεμασμένες στο τζάκι και αγιοβασίληδες που σέρνουν φουσκωμένους σάκους κι ανταμείβουν τους καλούς///Εκείνοι οι καλοί των παιδικών μου χρόνων σήμερα είναι εκείνοι που κοιμούνται σε παγκάκια///Έτσι βλέπω πια τις γλυκανάλατες passe partout ιστορίες αγάπης και κατάνυξης που κάποτε μου μούλιαζαν τα αυτιά με ροδόνερο και γιορτινά λουκούμια///Έτσι ανατριχιάζω κάθε φορά που έρχομαι σε μετωπική με μια αξιοπρέπεια, με μια αντοχή, με μια μοίρα σαφώς ανώτερη από τη δική μου///Αυτός είναι ο μικρός τρόπος που βρήκα και αυτή τη φορά για να γιορτάσω το πνεύμα των ημερών///Να ανακουφιστώ από τον εαυτό μου τον ίδιο, δηλαδή, που είναι ο χειρότερός μου εφιάλτης///Δεν έχω δικαίωμα να δίνω συμβουλές, ούτε να προτείνω///Παρόλα αυτά, υπερβατικά, ένα θα ήθελα να πω, και ας μου επιτραπεί η κατάχρηση του μέσου///Βρείτε, φροντίστε και τυλίξτε μερικά κουτιά παπουτσιών και έπειτα βγείτε στο δρόμο///Κάντε στους ανθρώπους χρήσιμα δώρα που να έχουν αξία και νόημα πραγματικό αυτά τα παράδοξα Χριστούγεννα που πλησιάζουν///Όχι για πλάκα, για εντυπωσιασμό ή από χόμπι///Γεμίστε ένα κουτί παπουτσιών και δώστε το προσεκτικά σε κάποιον άνθρωπο που μπορεί να μην έχει καν ένα ζευγάρι κάλτσες///Και μετά από όλα αυτά τα γλαφυρά, παρακαλώ συγχωρείστε μου την αυθαιρεσία να τολμήσω να σας προτείνω εγώ πώς να διαχειριστείτε εσείς τις λαμπερές γιορτές σας///Τα σέβη μου.

.

(στα αγαπημένα αναρχάκια των Αθηνών που ξεφτιλίζουν τον κατάπτυστο Δήμαρχό τους και μας μαθαίνουν τι σημαίνει ανθρωπιά και κότσια)

Beam me up, Scotty


Ωραίο Σάββατο///Ξαγρύπνησα και πάλι///Με ομορφιά///Στη βόρεια Ευρώπη κάνει κρύο, οι νύχτες μυρίζουν νερό και κενά αέρος από περιπετειώδεις πτήσεις από και προς άγνωστα μέρη – τρέχα γύρευε ποια///Λέω να βάλω κάλτσες, κασκόλ και τη γκρι τη φόρμα και να διακτινιστώ για καμιά βέλγικη – άντε και γερμανική – μπίρα μέχρι το Cafe Central///Αυτό το μαγαζί το αγαπάω///Έχει ξύλινους πάγκους, ψηλά σκαμπό που αφήνουν τα πόδια που δεν φτάνουν να σκαλώσουν στο στήριγμα να κρέμονται πέρα δώθε σαν λεπτοδείκτες της ώρας 7, μυστήριες φάτσες και καλή μουσική///Οι μοναχικοί ρεμβάζουν, το σπλαχνικό οινόπνευμα ρέει σε χαμηλά ποτήρια, οι σκιές των σκέψεων πηγαινοέρχονται αθόρυβα σαν πεταλούδες της νύχτας///Όσοι στέκουν όρθιοι δίπλα στις κουρτίνες ή στη μπάρα, όσοι παραπαίουν ελαφρά, με κείνη τη γλυκύτητα που παρασέρνει το μεθυσμένο σώμα σε μια τρυφερή παλινδρομική κίνηση, όσοι έχουν βλέμμα λιγάκι θολό, γεμίζουν το χώρο με την αύρα της μνήμης ή και της λήθης ανείπωτων ιστοριών///Αυτές οι δυο έχουν συνθηκολογήσει μεταξύ τους σε μιαν ανίερη συμμαχία και εναλλάσσονται άναρχα, όπου και όποτε τους καπνίσει///Ο μπάρμαν με τα γκρίζα μαλλιά και τα μαύρα ροκαμπίλι γυαλιά, εκείνος ο γνωστός, που έχει αδυναμία στους Coil, ξετυλίγει την ιεροτελεστία του σερβιρίσματος μπροστά στα διψασμένα μάτια///Είναι έξοχη εικόνα το χέρι που τυλίγει το μπουκάλι, πλησιάζει το ποτήρι, ακουμπάει ελάχιστα το στόμιο στο χείλος – μια ιδέα αγγίγματος είναι περισσότερο, παρά πραγματικό άγγιγμα, αλλά πόσο άσχημα μπορούν να μας σφάξουν οι ιδέες, ε;…- κι έπειτα αφήνει το κίτρινο υγρό να κυλήσει///Παρατηρώ την τελευταία σταγόνα, λίγο πριν απομακρύνει το μπουκάλι///Πώς την αφήνει να στάξει κατά μήκος του λαιμού ή πώς την τινάζει στον πάγκο///Ερωτική κίνηση, παραλυτική, μου κόβει τα πόδια///Ακούω τα παγάκια να τρέμουν, βλέπω τα καλαμάκια να στάζουν, τα λεμόνια με το αλάτι έτοιμα στο πιατάκι για τη γνωστή ένωση ανάμεσα στον αντίχειρα και τη γλώσσα///Κλείνω τα μάτια και καταπίνω την πρώτη γουλιά σαν να λέμε μυστικά μεταξύ μας///Αφόρητη ομορφιά///Με συνταράσσει///Το Cafe Central δεν θυμίζει θεατρικό σκηνικό ούτε χυδαία εγγλέζικη παμπ///Έχει την ομορφιά του καλοδουλεμένου ξύλου, που το λάξευσαν έμπειρα χέρια, που του έδωσαν μορφή με το κεφάλι του τεχνίτη σκυμμένο πάνω του σε απόσταση αναπνοής///Είναι βαθύ και χαμηλοτάβανο///Σαν κρησφύγετο///Σαν φωλιά γεμάτη θαλπωρή και εμπιστοσύνη///Γεμάτη αισθήματα και ψιθύρους///Γεμάτη απ’ όλα///Πολλές φορές έγινα κομμάτια εκεί μέσα///Για λόγους λάθος ή σωστούς, κανείς δεν νοιάζεται///Ούτε καν εγώ, δεν έχει σημασία, εκείνες τις στιγμές παύω να ακούω τον εαυτό μου///Κάποιες ελάχιστες φορές, πολύ ή λίγο μεθυσμένη, αφέθηκα να χορέψω με άλλες σεληνιασμένες φιγούρες δίχως πρόσωπα///Εκεί μέσα, την ώρα της μουσικής, υπάρχουν μόνο σώματα – σπανίως αφήνομαι να περιπλανηθώ σε μάτια///Είναι κάτι κορμιά που παλεύουν με τους αόρατους εχθρούς τους///Ή αγκαλιάζονται με τους νοερούς ή και παρόντες φίλους τους///Σωματικά πράγματα///Ποιος είπε όμως πως το σώμα δεν τινάζεται από τον ηλεκτρισμό του ενστίκτου όταν τα φεγγάρια γεμίζουν παράξενα ή όταν τα Σύννεφα συνωμοτήσουν στον ουρανό;///Όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα που συμβαίνουν εκεί μέσα με αφήνουν άναυδη///Απόψε όμως είναι αλλιώτικη βραδιά///Διαφορετικά φορτισμένη///Κάνει κρύο, η πόλη μυρίζει ανθρωπίλα και νερό, η γκρι φόρμα μου κλείνει το μάτι, το μαύρο κασκόλ αδημονεί, το φεγγάρι δεν το βλέπω///Λέω να διακτινιστώ στην άκρη του πάγκου του Central και να τσουγκρίσω γενναία το ποτήρι μου με έναν νοερό φίλο///Κι αν τύχει και ζαλιστώ λίγο πάρα πάνω, τι έγινε;///Γι’ αυτό είναι οι φίλοι///Θα του πω Just take my hand και  ξέρω πως θα το πάρει///Θα αφήσουμε πίσω μας τα συντριπτικά νοήματα του κόσμου, τα χαμηλά ποτήρια και τις όμορφες σκιές///Θα κλείσουμε την πόρτα και θα περπατήσουμε στην πόλη, προστατευμένοι πίσω από τις ανάσες μας που θα κάνουν μικρά αστεία σύννεφα μπροστά στα πρόσωπά μας///Θα αναπνεύσουμε το σκοτάδι///Ανέμελα, σχεδόν παιδικά///Απλά πράγματα///Κι όμως τόσο σπάνια και εξαιρετικά, που κάνουν την καρδιά μου να χαμογελάει///Γι’ αυτά είναι άλλωστε οι φίλοι, και τους ευχαριστώ///Τα σέβη μου.

.

Αντικατοπτρισμοί από έναν άλλο πλανήτη

Πάει καιρός από τότε που σταμάτησα να πιστεύω στις συμπτώσεις///Ούτε στην τύχη πιστεύω///Τα πάντα είναι αποτέλεσμα λογικών διαδικασιών και – ασυνείδητων, ίσως – επιλογών///Η μόνη βοήθεια που θα μπορούσα να αποδεχτώ πως υπάρχει έξωθεν, είναι οι βολικές συνθήκες, που αν τις εκμεταλλευτεί κάποιος σωστά, τον οδηγούν κατόπιν στο αναμενόμενο///Και αυτό όμως, οι βολικές συνθήκες, είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων επιλογών και χειρισμών///Αλλιώς θα περνούσαν απαρατήρητες///Λέγαμε χτες με τη φίλη μου πως στη ζωή υπάρχουν δύο πράγματα///Ο Φόβος και η Αγάπη///Αν καταφέρει κάποιος και υπερβεί τον φόβο μόνο τότε μπορεί να αγγίξει την αγάπη///Ανάμεσα σε αλκοολικές γουλιές, τσιγάρα, γέλια, σιωπές, καταφέραμε και συνοψίσαμε, έστω και περιεκτικά, το νόημα του κόσμου///Τα μικρά και τα μεγάλα θαύματα της καθημερινότητάς μας είναι απλώς και μόνο το βλέμμα μας///Αν στον καθρέφτη βλέπω το είδωλό μου και τρομάζω, ο Φόβος κυριαρχεί///Η ανασφάλεια, η αμφιβολία, ένα αδύναμο Εγώ///Αν εγκρίνω αυτό που βλέπω επειδή κάποιος άλλος με επαίνεσε γι’ αυτό, τότε το βλέμμα του έχει καταστεί κριτής και αξιολογητής του πολυτιμότερου αγαθού μου///Του εαυτού μου///Λέγαμε πως είναι οδυνηρό να σε βαθμολογεί κάποιος άλλος για αυτά που είσαι///Ειδικά αν έχεις ξεπεράσει την τρυφερή ηλικία των τεσσάρων ετών, όπου η αξιολόγηση των τρίτων είναι αναμενόμενη μα σου περνάει και λιγάκι απαρατήρητη///Γιατί αφήνουμε τους ανθρώπους να μας μετράνε;///Και τι είδους άνθρωποι κατακτούν αυτό το δικαίωμα πάνω μας;///Τα παιχνίδια εξουσίας είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι///Το μέγεθός τους όμως θα έπρεπε να εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις δικές μας ανάγκες και διαθέσεις και όχι από την όρεξη του άλλου///Βέβαια, ο σαδιστής χωρίς τον μαζοχιστή δεν δύναται να υπάρξει///Και αυτό νομίζω επικυρώνει την άποψη πως αυτό το ατελείωτο αλισβερίσι, αυτό το αιώνιο δούναι λαβείν, είναι απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο///Τα όρια καλό είναι να γίνονται σεβαστά///Και η ηθική να μην παραγκωνίζεται, γιατί τότε ο άνθρωπος  ξεχνά το ρόλο του και εκφυλίζεται///Αυτός ο ρόλος είναι να θέσει εαυτόν στην υπηρεσία της ζωής, και όχι του θανάτου///Συμβολικά μιλώντας, εξυπακούεται///Αυτό είναι για μένα η ηθική///Η αυτονόητη αφιέρωση στην υπηρεσία της ζωής, νέτα σκέτα///Το μόνο πεδίο μάχης που ενδεχομένως να μην χωράει όρια είναι ο έρωτας///Για να τον κατακτήσουμε όμως, θα πρέπει πρώτα να έχουμε διαβεί το κατώφλι του φόβου///Και να το έχουμε κάνει γενναία, όμορφα, με άξιο τρόπο///Με πάθος και πίστη///Τόσο στον εαυτό μας, που δεν χρειάζεται αντικατοπτρισμούς σε ξένα μάτια για να αποκτήσει ή να χάσει αξία, παρά μόνο μηνύματα έλξης, επιθυμίας και ανοιχτοσύνης, όσο και στους άλλους///Σε εκείνους τους σπάνιους, μαγικούς  Άλλους που ξέρουν να γίνονται αόρατοι όταν χρειάζεται, ορατοί όταν επιθυμείται, να διεισδύουν μέσα μας άφοβα, σαν να βουτούσαν σε μια άγνωστη χώρα, σε μια θάλασσα, σε έναν άλλο πλανήτη, παρόλα αυτά με την ωραιότερη ικανότητα του κόσμου κεκτημένη τους///Ποια είναι αυτή;///Να είναι άξιοι να χειριστούν την αναπνοή και το όλον τους τους με τέτοιο τρόπο ώστε το ταξίδι μέσα στον Άλλον να είναι μακρύ, θαρραλέο, απαλλαγμένο από τον Φόβο της ασφυξίας και τον κίνδυνο της ματαίωσης///Να μην λιποψυχίσουν όταν το όποιο ρίσκο τους ταράξει τα αρχικά σχέδια της βουτιάς – ο έρωτας δεν είναι αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων///Να ξέρουν μεγαλόκαρδα να δίνουν ευκαιρίες///Μόνο έτσι γίνεται να φτάσει ο άνθρωπος στην πόρτα της ευτυχίας και να καταφέρει να την ανοίξει, αν αυτό είναι που θέλει πραγματικά///Κρίμα δεν είναι να στέκεσαι στο κατώφλι της χαράς, να φτάσεις στην πηγή που έψαχνες, και νερό να μην πιείς;///Πώς τα καταφέρνεις μετά να ζεις με τέτοια δίψα;///Τα σέβη μου.

Ας είν’ καλά το γινάτι σου

Παρασκευή με νεύρα και πονοκέφαλο///Το χθεσινό hangover καλά κρατεί///Τις νύχτες γελάω με το θρίαμβο της χαρωπής κοινωνικότητάς μου και τα πρωινά θέλω να βγω από το σώμα μου και να κρυφτώ σε ένα ξένο///Dr Jekyll&Mr Hide, και οι αντοχές στο κόκκινο///Οι μόνοι που μπορούν να μας σώσουν από τη γελοιότητα είναι οι πιο αδύναμοι από εμάς///Το διαπίστωσα χτες το βράδυ, με πολύ βαριά καρδιά///Και για άλλη μια φορά υποκλίθηκα στις εμμονές και στις υπερβολικές ευαισθησίες μου που μια ζωή με ωθούσαν να περπατάω με το βλέμμα χαμηλά///Μυστήρια νύχτα, ένιωσα να κολλάει πάνω μου σαν υγρασία η βαθιά υπεροχή των αδυνάτων///Που είναι βέβαια οι πιο δυνατοί απ’ όλους μας αλλά έχουν την σεμνότητα και την αξιοπρέπεια να μην το βροντοφωνάζουν///Ένας φίλος μου έλεγε λοιπόν χτες τη νύχτα πως στη σχέση του – με ένα άλλο αγόρι – είναι btm///Ο άλλος είναι top, αν και αυτό δεν έβλεπα σε τι θα μπορούσε να με ενδιαφέρει εκείνη την παράλογη στιγμή///Μου εξήγησε πως την πληροφορία μου την έδωσε όχι από επιδειξιομανία αλλά επειδή ήθελε να με κάνει να καταλάβω πόση σημασία έχει «το ποιος αφήνεις να σε γαμάει«///Έτσι ακριβώς το έθεσε, δικά του τα λόγια///Εκείνη τη στιγμή τσακωνόταν με το φίλο του και αναρωτιώταν αν έπρεπε να του δώσει τα παπούτσια στο χέρι ή να κάνει γι’ άλλη μια φορά υπομονή///«Είμαι btm κι είναι top, ΟΚ, αλλά δε γίνεται να μην εκτιμάς τον άντρα που σε πηδάει«///Το σκέφτηκα για λίγο και κατάλαβα πόσο δίκιο είχε και πόσο αξιοσέβαστος ήταν εκείνη τη στιγμή – και του το είπα///Αν πέσει κάποιος στα μάτια μου πέφτει και στην επιθυμία μου///Αν θυμώσω μαζί του σημαίνει πως ενδόμυχα μπορεί και να τον φοβάμαι///Ο θυμός, όπως λέει και μια φιλενάδα μου, είναι αδερφάκι του φόβου///Η εκτίμηση όμως είναι άλλο καπέλο, ευτυχώς ή δυστυχώς///Η αίγλη, η λάμψη, το σεξ απήλ, η μαγκιά ενός ανθρώπου κρίνεται από τις πράξεις του///Και ουχί από λόγια ή διάσπαρτες εντυπώσεις///Οι κυνικές ατάκες, τα εξυπνακίστικα αστεία, η προκάτ ευφυΐα, οι βαρύγδουπες θεωρίες και οι εξτραβαγκάν δηλώσεις είναι αστεία πράγματα///Μια απλή κίνηση χωρίς πολλά πολλά λόγια αξίζει όσο μια εγκυκλοπαίδεια τσιτάτων///Κάνει τον άλλον επιθυμητό ή τον αποδομεί τελείως///Είναι τρομερή η ελευθερία που διαθέτουμε όσον αφορά τις κινήσεις και τους χειρισμούς μας///Πάντα υπάρχουν τρόποι για να φανερωθεί το πραγματικό μας ποιον///Άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε αθέλητα, έρχεται πάντα η στιγμή που, απογυμνωμένοι από τα αγαπημένα μας φίλτρα ασφαλείας, εκθέτουμε τον εαυτό μας γυμνό απέναντι στον άλλον///Η επόμενη κίνησή του δεν έχει σημασία εδώ///Η δική μας παρούσα έχει, γι’ αυτήν μιλάμε τούτο το γκρινιάρικο πρωί///Δεν έμαθα τι έγινε τελικώς με τον συγκεκριμένο καυγά///Έπηξε ο κόσμος στους καυγάδες///Κατάλαβα όμως, χτες το βράδυ αργά, πόσα εκατομμύρια χιλιόμετρα χωρίζουν την αλήθει από το ψέμμα///Την υπερβολή από την πραγματικότητα///Το θέλω από το νομίζω ότι θέλω///Το είμαι διατεθειμένος για κάτι από το δεν γουστάρω αλλά διστάζω να το παραδεχτώ///Η μεγαλύτερη έκπληξη για μένα ήταν η διαπίστωση πως όλα εκείνα τα εκατομμύρια χιλιόμετρα της τρομερής απόστασης του χάους μετράνε κάποιες φορές όσο ακριβώς μετράει και μια αστοχία παρά τρίχα///Παράξενα πράγματα, όμως αυτά συμβαίνουν///Άνθρωποι που καυγαδίσατε, κάντε μου τη χάρη///Διώξτε το φόβο, το θυμό, την πίκρα, την αλλαζονεία της στιγμής///Σκεφτείτε πόσο αξίζει αυτός που σας πηδάει και πόσο μετράει για σας///Σκεφτείτε πόσο γουστάρετε αυτόν που πηδάτε και πόσο σημαντικό είναι αυτό που σας προσφέρει///Στη θέση του «πηδάω» βάλτε όποιο ρήμα θέλετε///Το θέμα είναι η συνεννόηση, και όχι η τυπολατρεία///Και μετά σηκώστε το τηλέφωνο, ανοίξτε την πόρτα, πάρτε το στυλό, κάντε αυτό που χρειάζεται τέλος πάντων για να λυθεί η παρεξήγηση///Ας μη χάνουμε χρόνο με τσακωμούς και αψιμαχίες, είναι κρίμα τεράστιο, κακό///Δεν θα πω Αγάπη αδελφοί, ωσάν μεταμοντέρνος Ιησούς μπροστά στα πλήθη///Θα πω απλώς μην υποτιμάτε το καλό πήδημα, την σφοδρή επιθυμία, τη δύναμη μιας φαντασίωσης και τον άνθρωπο που παίζει στο ίδιο γήπεδο μαζί σας, γιατί με τέτοια σοβαρά πράγματα καλό είναι κανείς να μην αστειεύεται///Αφήστε τον εαυτό σας να ομολογήσει μιαν αλήθεια, είναι λυτρωτικό:///»Όταν καυγαδίζουμε σε θέλω ακόμα πιο πολύ» ///Και αυτό είναι όλο///Τα σέβη μου.

Waiting for the miracle

Yeah let’s do something crazy, something absolutely wrong, while we’re waiting for the miracle, for the miracle to come/// Άκουσα τυχαία, σε μια ταινία νομίζω, το στίχο από αυτό το κομμάτι του Leonard Cohen///Έψαξα μετά, και βρήκα ότι το τραγούδι λέγεται Waiting for the miracle///Τι απαντάς, όταν είσαι πεσμένος κατάχαμα στη μέση ενός μεγάλου δρόμου και ξάφνου κάποιος περνά σε ρωτά «πώς πάει;»///Απαντάς «Όλα εντάξει…» και δεν απορείς για την τυφλότητα των ανθρώπων που αδυνατούν να αποδεχτούν, ή έστω να ενδιαφερθούν λιγάκι για το αυτονόητο///Δεν την αφήνεις καν να σε πληγώσει///Έπειτα, συνεχίζεις να περιμένεις το Θαύμα, γιατί αυτό είναι το μόνο που μπορείς, με το πρόσωπο κολλημένο στην κρύα άσφαλτο///Την επόμενη μέρα, δίπλα στο παράθυρο, με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι και μερικές σταγόνες βροχής πάνω στα μυωπικά γυαλιά, συνεχίζεις να περιμένεις το Θαύμα///Την ίδια ώρα, κάπου αλλού, το Θαύμα που θα μπορούσε να συμβεί, χρονοτριβεί ευχάριστα παρατηρώντας από ένα άλλο παράθυρο τα τρένα να περνούν και τους μεθυσμένους ανθρώπους να τρεκλίζουν κάτω από μια γέφυρα σιγοτραγουδώντας///‘Η έστω τους σχηματισμούς των αιθέρων και τις αστραπές στο βάθος ενός ξένου ορίζοντα///Waiting for the miracle, for the miracle to come///Μιλούσα χτες με έναν φίλο για τη διαφορά ανάμεσα στην δράση από ανάγκη και στη δράση από επιθυμία///»Η επιθυμία δεν υπάρχει πια», μου έλεγε, «όλα συμβαίνουν από ανάγκη»///Φέραμε ως παράδειγμα έναν άνθρωπο που έχει τόσο λυσσασμένη επιθυμία για μια ερωτική επαφή, την οποία δεν επιτυγχάνει, και στο τέλος αυτή του η επιθυμία τον εξωθεί στα άκρα του///Βγαίνει έξω και αρχίζει τους βιασμούς///Με μίσος – μεταμορφωμένος σε ένα παθιασμένο κυνικό καθίκι///»Φταίει η ηλικία», είπε ο φίλος μου, «παλιότερα τα πράγματα ήταν πιο απλά»///«Τώρα, στα σαρανταφεύγα, καταλαβαίνουμε πως, σε πολλά πράγματα, δεν μας παίρνει»///Τι δεν μας παίρνει;///To wait for the miracle, for the miracle to come///Όσα παλιότερα ήταν επιθυμία σήμερα γίνονται ανάγκη///Κι έτσι εξωθούμαστε σε απεγνωσμένες κινήσεις και σε εντελώς λάθος επιλογές///Στη δουλειά, στην κοινωνική και ερωτική ζωή, στο χτίσιμο του μέλλοντος///Δεν θέλω να επεκτείνω το συλλογισμό σε θέματα που άπτονται άμεσα των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα///Υπάρχει και εκεί μια μεγάλη δόση αυτής της κυνικής διαπίστωσης///Θα προτιμούσα να τα περιορίσω σε προσωπικό επίπεδο, σε πιο λεπτεπίλεπτα ζητήματα που ταλανίζουν τους ανθρώπους τις νύχτες, την ώρα που προσδοκούν το θαύμα///»Θαύματα δεν υπάρχουν!», μου είχε πει παλιότερα ένας άλλος φίλος, πολύ πιο αυτάρκης και γενναίος στα θέματα ζωής///«Εμείς τα φτιάχνουμε κι εμείς τα σβήνουμε από το χάρτη»///Άλλη μια φίλη, χτες το βράδυ, μου είπε πως «ο υπερβολικός συναισθηματισμός της την καταβάλλει, ενώ ταυτόχρονα η καρτεσιανή πλευρά του μυαλού της επαναστατεί»///Της απάντησα, με όλη μου την ειλικρίνεια, πως όλοι κρύβουμε μέσα μας μια Μάρθα Βούρτση///Και αυτό σίγουρα δεν είναι κακό///Την αγαπάμε αυτή την μυστική Μάρθα γιατί είναι δίπλα μας και μας ανακουφίζει όταν χρειαστεί///Γέλασε η φίλη μου, κι ομολογώ πως με εκείνο της το γέλιο ένιωσα καλά///Κι αυτή το Θαύμα περιμένει να συμβεί, όπως όλοι μας, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι///Ανακεφαλαιώνοντας τους κάπως συγκεχυμένους συλλογισμούς μου, θα έλεγα πως τελικά η επιθυμία για το πολυπόθητο Θαύμα που μένει ακάλυπτη, ενδέχεται να οδηγήσει στη βία της ανάγκης///Και στην εξασθένιση – μέχρι και απώλεια –  κάθε ίχνους ανθρωπιάς///Στην απόλυτη αποξένωση των καιρών μας, στην μοναξιά///Να είμαι χάλια, δλδ, και να απαντώ «Όλα εντάξει» όταν με ρωτάνε οι τυφλοί, να κλαίω μπροστά στον καθρέφτη μου και να μισώ τη Μάρθα Βούρτση που αντικρίζω κι εκφράζει ειλικρινά τον πόνο εκείνης της στιγμής μου, να θέλω να αγκαλιάσω τρυφερά ένα κορμί και αντί γι’ αυτό να βγαίνω στο δρόμο και να βιάζω με μίσος, αφού ο έρωτας δεν με ευλόγησε///Να θέλω να επενδύσω στο μέλλον μου και αντί γι’ αυτό να υποχρεούμαι να υφίσταμαι τους κλόουν που με διοικούν και να στήνω κώλο στην ξεδιαντροπιά τους///Χτες αργά, κάτω από το μπαλκόνι μου πέρασε ένας ποδηλάτης///Ανηφορίζοντας στο δρόμο, σφύριζε ένα τραγούδι της Goldfrapp///Lovely head λέγεται, και το αγαπώ πολύ///Η σκηνή ήταν μαγευτική///H νύχτα είχε ομορφύνει με έναν παράδοξο και εντελώς καθηλωτικό τρόπο – όπως και η διάθεσή μου///Εκείνη τη στιγμή, ω γλυκιά συνωμοσία, στο βάθος του ουρανού παρατήρησα μια λάμψη, που σε λίγο έγινε πολλές///Κάποιος πετούσε βεγγαλικά, δεν ξέρω για ποιο λόγο///Μέχρι ο άγνωστος να χαθεί στο τέλος του δρόμου, κρεμασμένη στο μπαλκόνι μου, τον άκουγα να σφυρίζει, κοιτούσα τα βεγγαλικά και σκεφτόμουν: «This is a miracle, a miracle has come!»///Το θαύμα είχε συμβεί///Για μερικές απρόοπτες στιγμές, νομίζω πως ήμουν πραγματικά ευτυχισμένη///Τα σέβη μου.

Αρέσει σε %d bloggers: