Αρχεία Ιστολογίου

Μαγείρεψα

φωτογραφία

12143280_10153381575677670_6341746544560185803_n

12191065_10153432638932670_1835792405372880387_n

12109028_10153398415577670_8082991830963913708_n

12107124_10153396850447670_6695360151893437282_n

11953106_10153304143327670_4942988266791075108_n

Advertisements

Μαγείρεψα

01_n.

02_n

.

03_n

.

04

.

06_n

.

07_n

.

08_n

.

09_n

Μαγείρεψα

Κοτοπουλο

Πατατες

Μακαρονια

Death by a chocolate master

Και τώρα κοιτάζουμε αυτό, διαβάζουμε και όσα έπονται, και αφηνόμαστε τρυφερά, σαν το γλυκό του κειμένου, να μας βυθίσουν το μαχαίρι στην καρδιά.

Κατόπιν, για το οριστικό τελείωμα, περνάμε και μια στρώση σοκολάτα ως εξής:

Μαγειρέματα

.
Η εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης για την μαγειρική και τη γαστρονομία έχει γίνει γνωστή ως μοριακή γαστρονομία. Αυτή είναι ένας υποτομέας της επιστήμης των τροφίμων. Σημαντικές συνεισφορές έχουν γίνει από τους σεφ επιστήμονες και συγγραφείς όπως   ο  Τσαλαπετεινός (ψυχοερευνητής, ιπτάμενος καλλιτέχνης),  η  Theorema (ερευνήτρια, αρχιτέκτων ψυχικών δομικών έργων), και ο Σελιτσάνος (επίτιμος γευσιγνώστης, αποτυχημένος φροϋδιστής). Ανθολογίσαμε δείγματα της δουλειάς των τριών σοφών, ευελπιστώντας να συμβάλουμε στην επιτυχία των επερχομένων εορταστικών γευμάτων και τραπεζωμάτων.
.
(ΣΣ. Αν μετά την ακριβή εκτέλεση των συνταγών το αποτέλεσμα δεν είναι το επιθυμητό, διαθέτομεν επαρκή λίστα ικανοτάτων ψυχιάτρων να σας βοηθήσουν)
.

.

Την βλέπω που ανακατεύει το νερό και μου’ ρχεται να φωνάξω. Ούτε βραστό αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη, και μου καμώνεται για μαγείρισσα περιωπής με ένα πάκο τορτελίνια. Σκίζει το χαρτί του Knorr και πετάει τον κύβο στην κατσαρόλα. Μετά ανακατεύει ξανά να πάει παντού η μυρωδιά, έτσι λέει. Δεν αντέχω πια, δε γίνεται άλλο, έσκασα, απόψε θα της το πω. Να ξεμπερδεύω.

«Μύρισε να δεις τι ωραία που ευωδιάζει το φαΐ», λέει και μου δείχνει με την κουτάλα το βραστό νερό με τα πρασινοκόκκινα ίχνη.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω και τραβάω μια μυτιά σα να ρούφαγα κόκα. Τους σιχαίνομαι τους κύβους Knorr, μου φέρνουν αναγούλα.
«Ωραίο», της λέω ο δειλός και της χαμογελάω κι από πάνω.
Πρέπει να τελειώνω με όλα αυτά. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να φερθώ σαν άντρας. Ωραία, έγινε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που ερωτεύεται άλλη. Έγκλημα έκανα στην τελική ή μήπως το κυνήγησα κιόλας; Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, αδέρφια γίναμε! Ίδιο αίμα. Πηδιέσαι όμως με την αδερφή σου; Είναι ποτέ δυνατόν; Όχι πως με τη Σοφία έμπλεξα μόνο για το σεξ, εννοείται. Τα βλέπω όλα σοβαρά, έρωτας βαρβάτος. Στην αρχή ήταν μια γλυκιά ιδέα, ένα καλό κρεββάτι, λίγη παρέα τις ώρες της μοναξιάς. Σιγά σιγά άρχισα να κολλάω μαζί της. Την σκεφτόμουν συνεχώς, έκανα δέκα ρεηφρές την ώρα στο κινητό, δεν κοιμόμουν τις νύχτες. Οδηγούσα και της αφιέρωνα τραγούδια ενώ δεν ήταν εκεί, μιλάγαμε, της έλεγα και μου απαντούσε, στο μυαλό μου πανικός. Μια δεύτερη ζωή μες στο κεφάλι μου, ακόμα πιο ζωντανή από την πρώτη. Και οι κλεμμένες μας στιγμές, ευτυχία…
«Τα τορτελίνια επιπλέουν. Λες να έγιναν; Έτσι γράφει στο πακέτο», με ρωτάει και με κοιτάζει σα να ξέρει τι σκέφτομαι. Σα να με διαβάζει.
«Σβήσε τη φωτιά και σούρωσέ τα», της απαντώ και την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως θέλω να της φέρω την κατσαρόλα στο κεφάλι. Ή να χώσω μέσα το κεφάλι μου εγώ. Καλύτερη ιδέα.
«Η κρέμα γάλακτος με το ροκφόρ πόση ώρα πρέπει να βράσει; Να τρίψω σκόρδο τώρα ή μετά;», ρωτάει με φωνή αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και με πιάνει ζαλάδα.
«Λιώσε στην κρέμα το τυρί, ανακάτεψέ τα κάνα τέταρτο σε σιγανή φωτιά με ξύλινο κουτάλι, ρίξε μανιτάρια, μπέικον, αλατοπίπερο και στο τέλος λίγο βούτυρο και μια πρέζα σκόρδο», απαγγέλλω τη συνταγή που υποτίθεται πως είχε αναλάβει να μαγειρέψει.
Παρόλα αυτά δεν την μισώ. Απλώς τώρα πια την βρίσκω αδιάφορη, κρύα, εκνευριστική, ασέξουαλ. Κάποτε την ερωτεύτηκα μέχρι θανάτου, σήμερα απλώς την ανέχομαι και μελαγχολώ. Μπορεί και αυτή το ίδιο.
Η Σοφία περιμένει να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.
«Αν της το πεις επιτέλους», μου ξεκαθάρισε, «μπορούμε να μείνουμε μαζί από το ίδιο βράδυ. Αν διστάσεις ξανά, θα πάω πίσω στο νησί και μη με ψάξεις».
Να μην την ψάξω…
«Έλα λίγο μωρέ να δεις τη σάλτσα», με φωνάζει και σπεύδω σαν κουρδισμένο ρομπότ.
Η σάλτσα έχει δέσει, τα υλικά έχουν γίνει ένα μεταξύ τους, οι μυρωδιές έχουν συγχωνευτεί. Όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά. Όπως και οι ζωές μας.
Την κοιτάζω που σερβίρει στην κουζίνα μας. Με τα γνωστά μαχαιροπίρουνα, τα οικεία πιάτα, τα παλιά ποτήρια. Σκέφτομαι το βόλεμα των γυαλικών μέσα στα ντουλάπια. Των σεντονιών στο συρτάρι. Των ρούχων στις κρεμάστρες. Των βιβλίων στα ράφια. Το δικό μου δίπλα της, μέσα στο σπίτι αυτό. Το βόλεμά μας. Τεράστιο μαρτύριο το ξεβόλεμα αυτό, σκέτη αγωνία ανασφάλεια του άλλου. Κι αν η Σοφία με παρατήσει και καταρρεύσω μετά; Αν στραβώσει κάτι;
Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως η ζωή μου είναι στρωμένη, άνετη. Αν με τη Σοφία δεν τα βρούμε στη συγκατοίκηση, στα οικονομικά, τις διακοπές ή όπου, τι κάνω εγώ μετά; Πάτησα τα πενήντα πια. Παρόλο τον έρωτα και το ωραίο σεξ, παρόλη την καύλα, είμαι τώρα για νεανικές περιπέτειες και δοκιμές ζωής;…
«Τρώμε, αγάπη μου», φωνάζει δυνατά και τότε ξέρω μέσα μου πως ούτε και φέτος θα χωρίσω.

.

.

Θεώνη! Τί κάνεις στο παράθυρο πάλι; Στη ρέμβη το έριξες τώρα που έπρεπε να βγάλεις φτερά στα πόδια σου; Σάλευε! Πρώτα στον μπουφέ· τα ασημένια μαχαιροπίρουνα θέλουν γυάλισμα με σόδα. Θέλω να βλέπω το πρόσωπό μου στα κουτάλια. Και ύστερα πιάσε να πλύνεις το καλό σερβίτσιο. Τι θα πει είναι καθαρό; Όχι κύριε, δε φωνάζω. Οδηγίες δίνω στη Θεώνη. Και τα κρυστάλλινα ποτήρια θέλουν φρεσκάρισμα. Το άσπρο τραπεζομάντηλο, κολλαριστό, θα στρωθεί αύριο και μεθαύριο, την παραμονή θα μπούνε τα σερβίτσια. Να εδώ, στην κορυφή, στη θέση του μακαρίτη, θα καθίσει ο θείος Χαρίλαος κι απέναντι ο κουνιάδος μου ο βουλευτής. Τρομάρα του. Σαράντα στρέμματα έδωσε μπιρ παρά για να εκλεγεί. Τα είκοσι ποτιστικά. Μακριά οι δυο τους, γιατί θα αρπαχτούν πάλι για τα πολιτικά, χρονιάρες μέρες. Μπορώ να ξεχάσω τι έγινε τα Χριστούγεννα του `53; Όχι το `55 ήταν, γιατί εκείνη τη χρονιά είχαμε πάρει το πικ απ. Grundig, παρακαλώ. Εξαίρετος ήχος. Ακούγαμε “Λίγες καρδιές αγαπούνε”, όταν ήρθαν στα χέρια. Είδαμε και πάθαμε να τους χωρίσουμε. Κι ό, τι είχαμε αρχίσει να χορεύουμε. “…οι πιο πολλές σε ξεχούνε, μόλις περάσει η βραδιά…” . Ω! Με συγχωρείτε κύριε, αλλά με το τραγούδι παρασύρομαι, δίκαιο έχετε, πιο σιγά…Μακριά λοιπόν! Μακριά για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Οι άλλοι θα βολευτούμε. Πέντε από τη μια μεριά, πέντε από την άλλη. Δώδεκα μόνο φέτος -ζωή να έχουμε- άνετα θα είμαστε. Να αγιάσει η ψυχή της μανούλας μου που διάλεξε αυτό το τραπέζι. “Μεγάλο κόρη μου” έλεγε και ξανάλεγε, “να χωράνε όλοι στις γιορτάδες”. Εγώ βλέπεις δεν το ήθελα τόσο μεγάλο γιατί…

Χτυπάνε Θεώνη! Κουφή είσαι και δεν ακούς; Τρέχα γρήγορα να ανοίξεις. Ο παραγιός του χασάπη θα είναι. Αλλά πρόσεξε: όχι πολλά πολλά μαζί του. Ξέρω πολύ καλά τι λέω εγώ. Σουσουράδα. Τον έχω δει που κόβει βόλτες συνέχεια έξω από το σπίτι. Σοβαρή σοβαρή να του ανοίξεις και να δεις αν τα έφερε όλα. Κιμά -δυο οκάδες χοιρινό, μια οκά μοσχάρι, για τη γέμιση και τα γιαπράκια- τη γαλοπούλα και το κεφάλι με τα ποδαράκια για την πηχτή. Αν δεν είναι διπλοκομμένος ο κιμάς, να του πεις να τον πάρει πίσω και να τον περάσει δεύτερη φορά στη μηχανή. Ύστερα βάλε την κεφαλή του χοίρου στο νερό να λευκανθεί και να καψαλίσεις καλά το πουλερικό. Θεώνη στάσου!!! Να την προλάβω ήθελα κύριε, γι αυτό φώναξα, να της δώσω το μπουρμπουάρ του παραγιού. Καλά, καλά αφού επιμένετε θα του τα δώσω ιδιοχείρως όταν περάσω να πληρώσω το χασάπη. Αλλά αφήστε με τώρα. Πρέπει να δω τη συνταγή του μπακλαβα γιατί δεν την ενθυμούμαι καλώςΔιπλή δόση θα κάνω φέτος. Να στείλω και μια πιατέλα στην εξαδέλφη μου. Πέντε χρόνια και το κρατάει ακόμα το πένθος. Υπόδειγμα συζύγου η Χαρίκλεια. Να ο Τσελεμεντές, τα γυαλιά μου όμως πού τα άφησα; Εγώ στα τρία ξεπένθησα, ήμουν βεβαίως πολύ νεότερη, α τα φοράω! Πνιγόμουν με τα μαύρα, το ευρετήριο είναι στο τέλος, αλλά δεν ξανάφτιαξα τη ζωή μου, ευρετήριο, ευρετήριο και μου έκαναν δύο προξενιά. Μ…μ… Μπακλάβας! Σελίδα 339. Ο ένας ήταν καλός. Άνθρωπος του κόσμου, θα έχανα όμως τη σύνταξη. Σελίδα 337, στην επόμενη. Να! Τον βρήκα. “Διακόσια δράμια ψίχα αμυγδάλων”. Όχι, εγώ βάζω εκατό δράμια αμύγδαλα, εκατό καρύδια. Έτσι του άρεσε του μακαρίτη. Έτσι τον έφτιαχνε η πεθερά μου δηλαδή κι έτσι είχε συνηθίσει. Ανάμεικτα. Ορίστε, το έχω σημειώσει εδώ, στο τέλος της συνταγής, εδώ που λέει: “Θέτομεν δε αυτόν να ψηθή εις μέτριο φούρνον επί μίαν και ημίσειαν ώρα”.

Όταν έρθει η Θεώνη, θα της πω να κοπανίσει και κανελλογαρύφαλλα, τριάντα δράμια για τη διπλή δόση. Να πιάσει μετά να καθαρίσει και τα κάστανα για τη γέμιση, να βγάλει τα κοτσάνια και να πλύνει τη σταφίδα. Όταν μπαίνω στην κουζίνα  θέλω όλα τα υλικά έτοιμα και τη σακοράφα, εκεί  για το ράψιμο της γαλοπούλας. Με την κλωστή περασμένη. Διπλή πάντα για να αντέχει. Αλλά το πιπέρι και το μπαχάρι θα το τρίψει εκείνη τη στιγμή, όχι πριν. Αλλιώς χάνουν τη μυρωδιά τους. Τι μυρίζει; Πω πω άσχημη μυρωδιά είναι αυτή; Να δεις που καψαλίζει τη γαλοπούλα στην κουζίνα. Η τσαπατσούλα! Θεώνη!!! Δεν της κόβει να βγει στην αυλή. Πρέπει να τη σταματήσω. Αφήστε με. Θα βρωμίσει όλο το σπίτι και περιμένω κόσμο. Αφήστε με σας λέω. Θεώνη!!! Πού είσαι; Ορίστε κατάστασις! Άφησε την πόρτα της κουζίνας ανοιχτή και τα κρέατα πάνω στο τραπέζι. Θεώνη!!! Δεν είναι. Έφυγε. Το έσκασε το παλιοθήλυκο με τον παραγιό του χασάπη. Το `ξερα. Αυτόν περίμενε στο παράθυρο. Αφήστε με! Μη με τραβάτε, χήρα γυναίκα! Αφήστε με! Αμάν! Μπήκε γάτα. Να την! Μα δεν τη βλέπετε; Διώξτε την! Θα πάει στα κρέατα! Ξουτ! Ξουτ! Παλιοθήλυκο κι εσύ. Θα μου τα μαγαρίσει! Αχ Θεώνη τί μού έκανες! Παλιόγατο, άστο κάτω το κεφάλι. Αφήστε με! Μη με κρατάτε. Τι είναι αυτό; Ένεση; Δεν θέλω ένεση. Δε θέλω να ηρεμήσω. Να κοιμηθώ; Γιατί να κοιμηθώ; Περιμένω κόσμο για το ρεβεγιόν. Έχω ετοιμασίες. Καταλαβαίνετε; Μη! Με πονάτε. Θα ενημερώσω τον κουνιάδο μου για τη συμπεριφορά σας. Είναι βουλευτής ξέρετε. Του κυβερνώντος κόμματος. Όχι κύριε, όχι. Μη μου κάνετε ένεση… Αααχ! Δεν πρέπει να κοιμηθώ γιατρέ. Έφυγε η Θεώνη, και… πρέπει να τα ετοιμάσω όλα μόνη μου… Με τον παραγιό του χασάπη… Έχω να μαγειρέ…

.

.

«Όχι, όχι δεν είναι που δεν θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου» σκέφτηκε καθώς έσπαγε τα τέσσερα αυγά, χωρίζοντας τους κρόκους απ’ τ’ ασπράδια. «Θέλω. Θέλω πολύ. Σαν τρελός.» Έβαλε τους κρόκους σ’ ένα μπολ κι έριξε τ’ ασπράδια στο μίξερ. Το άνοιξε σε μεγάλη ταχύτητα να χτυπηθούν μαρέγκα. «Είναι που δεν πρέπει. Εγώ είμαι ένας γεροσαλιάρης κι εσύ μια γυναίκα που ανθίζει. Θα μπορούσε να ήσουν κόρη μου.» Άναψε τον φούρνο στους διακόσιους βαθμούς. Πήρε ένα μέτριο ταψί, έριξε μέσα ένα ολόκληρο πακέτο βιταμ, μια κούπα ζάχαρη άχνη και μια κουταλιά της σούπας σορωτή φρεσκοτριμμένη κανέλλα. Το έβαλε στο φούρνο. «Δεν είναι ούτε αυτό όμως. Δεν έχω τέτοια κολλήματα.» Έπιασε ν’ ασχολείται με τα μήλα. Πρώτα να βγάλει τα κουκούτσια με το ειδικό εργαλείο. Κοίταξε με κλειστό το ένα μάτι μέσα από τη σήραγγα που έκανε στο φρούτο, χαμογελώντας στην ιδέα ότι, κατά τον Πουανκαρέ, του πρόσθεσε μία ακόμη διάσταση. Έβγαλε τα κουκούτσια απ’ όλα τα μήλα κι έπιασε να τα ξεφλουδίζει. «Είναι που όλον αυτόν τον καιρό σε παρατηρώ και σε πλάθω στο μυαλό μου.» Έριξε τους κρόκους στην μαρέγκα και άφησε το μίξερ να τ’ ανακατέψει καλά. Έβγαλε το ταψί απ’ το φούρνο. Ανακάτεψε καλά το μείγμα βιτάμ, άχνης, κανέλλας να γίνει ομοιγενές. Έκοψε τα μήλα σε ισοπαχείς ροδέλες και τις έστρωσε μες στο ταψί με το καστανό σιρόπι. Μέσα σε κάθε τρύπα, που πριν φιλοξενούσε τα κουκούτσια, έβαλε από ένα κομμάτι καρυδόψυχα. Έβαλε πάλι το ταψί στο φούρνο. «Δεν ξέρω καν πώς είσαι γυμνή. Αν καυλώνεις μ’ ένα βλέμμα,μ’ ένα άγγιγμα ή χρειάζεσαι περισσότερα.» Έρριξε μες τη μαρέγκα μία κούπα ζάχαρη άχνη, μια βανίλλια κι ένα ρακοπότηρο Grand Marnier κίτρινο. Τ’ άφησε ν’ ανακατευτούν καλά. «Αν ανατριχιάσεις από ηδονή όταν αγγίξω τον λαιμό ή τη μέση σου.» Έριξε στο μίξερ μια κούπα αλέυρι που φουσκώνει μόνο του. Πέντε λεπτά. Όχι μόνο ν’ ανακατευτεί καλά αλλά να «πάρει αέρα» το μείγμα. Έβγαλε το ταψί από τον φούρνο με τα μήλα που είχαν πια μελώσει. «Αν νιώσεις να λιώνεις όταν γλείψω το αυτάκι σου.» Άδειασε το περιεχόμενο του μίξερ πάνω στα μήλα προσέχοντας να καλυφθούν ισοπαχώς. Έβαλε το ταψί στο φούρνο. Είκοσι λεπτά. «Εγώ όμως μέσα στο κεφάλι μου έχω αποφασίσει για όλ’ αυτά. Ξέρω ότι μόλις σε κοιτάξω βαθιά στα μάτια, θ’ αγκιστρώσω το βλέμμα σου. Μόλις σε πιάσω από τη μέση θα νιώσεις μια αντριχίλα να σε διαπερνά. Μόλις αγγίξω  με τα χείλη μου το λαιμό σου θα κρεμαστείς επάνω μου, σα να φοβάσαι ότι θα σωριαστείς. Όταν θ’ αρχίσω να σε γδύνω αργά αργά, καθυστερώντας να γευτώ το κάθε καινούργιο κομμάτι του κορμιού σου που αποκαλύπτεται, δεν θα πατάμε πια στη γη αλλά λαχανιασμένοι θ’ ανεβαίνουμε την κλίμακα της ηδονής. Και όταν θά ‘ρθει  η στιγμή της μέθεξης, δεν θα υπάρχει ανθρώπινη λέξη να περιγράψει την έκρηξη, τον απειρισμό του οργασμού. Γι’ αυτό σου λέω.»
Είκοσι λεπτά. Άνοιξε τον φούρνο, πήρε ένα μαχαίρι και το βύθισε στο ψηλότερο σημείο του παντεσπανιού. Το έβγαλε. Πεντακάθαρο. Έτοιμο λοιπόν. Πήρε μια πιατέλα, ελαφρώς μεγαλύτερη απ’ το ταψί, το καπάκωσε μ’ αυτήν και τα γύρισε μαζί ανάποδα. Η μηλόπιτα στάθηκε περήφανα με το σιρόπι της ν’ αργοτρέχει στα πλαϊνά της. Κοίταξε ικανοποιημένος τα μελωμένα μήλα , τα καρύδια που στραφτάλιζαν καραμελωμένα. Για τι παντεσπάνι ήταν σίγουρος. Ήξερε ότι αν φαντασιωνόταν ερωτικά όταν έφτιαχνε μηλόπιτα, η επιτυχία ήταν εξασφαλισμένη.

Χριστουγεννιάτικο κουίζ: Βρείτε ποιος έγραψε ποιο κείμενο και κερδίστε πλούσια δώρα! Καλά Χριστούγεννα!
.

I Follow You

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Κέντρο Ευρωπαϊκής Πληροφόρησης Κ. Μακεδονίας (φορέας υποδοχής: Αμερικανική Γεωργική Σχολή), το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

σας προσκαλούν στην ημερίδα – συζήτηση:

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Είσοδος ελεύθερη

Πρόγραμμα:

11.00-13.00: Η ελληνική λογοτεχνία στην Ευρώπη Ομιλητές: Τιτίκα Δημητρούλια, Maurizio De Rosa, Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Andrea Schellinger. Συντονίζει η Τιτίκα Δημητρούλια

13.30-15.00: Η ελληνική μετάφραση στις υπηρεσίες της ΕΕ Ομιλητές: Βασίλης Κουτσιβίτης, Ελπίδα Λουπάκη, Μιχάλης Πολίτης, Βασίλης Χριστιανός. Συντονίζει ο Σίμος Γραμμενίδης

16.00-18.00: Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Ευρώπη Ομιλητές: Μιχάλης Καναβάκης, Ανδρέας Κοντοδημόπουλος, Χρίστος Τσολάκης, Τάσος Χατζηαναστασίου. Συντονίζει ο Χρίστος Τσολάκης

φωτογραφία: fm

——————————————————————–

La galerie d’ art Theorema

a l’honneur de vous inviter au vernissage de l’exposition du peintre ROULI BOUA en présence de l’artiste

le jeudi 8 decembre 2011 de 18h00 à 21h00

L’exposition sera accessible au public jusqu’au 14 janvier 2012.

——————————————————————–

Hello,

on Saturday 10/12, 20h we are going to make a short live performance, on the mass media manipulation issue @ Hectoliter gallery.
We will be very happy to see you there.
best,

Antonis & Katerina

——————————————————————–

Πού λές να πάμε, baby?

——————————————————————–

I want you to punish me

.

…είπε, και μετά της ζήτησε να περιγράψει με πέντε λέξεις τον εαυτό της…

.

Wild heartbeat, almost death

Κάποιος της είπε: «Διάβασα τις ιστορίες σου. Πιάνεις όμορφα ένα θέμα, το χαϊδεύεις τρυφερά αλλά δεν τολμάς να το φτάσεις ως το κόκκαλο. Να χτυπήσεις πιο βαθιά, να εξαντλήσεις την υπομονή και τις αντοχές του αναγνώστη, να τον κλονίσεις».

Σκέφτηκε όλους εκείνους τους καλλιτέχνες που τόλμησαν να σοκάρουν, να αγγίξουν τα άκρα, να απογειωθούν και να υπερβούν την αισθητική, τα ήθη και τα έθιμα τoυ περίγυρου προβάλλοντας μέσα από το έργο τους τις πιο μυστικές και άγριες πλευρές της ανθρώπινης φύσης.

Αναρωτήθηκε ποιος και γιατί της άρεσε πιο πολύ. Κυρίως όμως αναρωτήθηκε αν θα κατάφερνε ποτέ να αγγίξει εκείνα τα όρια που εννοούσε ο σχολιαστής της.  Αν θα άντεχε να πιάσει ένα θέμα, να το χαϊδέψει γλυκά, κι ύστερα να το αρπάξει από το λαιμό και να το κάνει να φωνάξει «βοήθεια!». «Αυτός θα πρέπει να είναι ο στόχος», σκέφτηκε. «Ο στραγγαλισμός της νομιμοφροσύνης. Αλλιώς οι ιστορίες μου θα παραμείνουν απλώς συμπαθητικά κομματάκια στο μεγάλο παζλ των πολυάριθμων αδιάφορων, ευχάριστων περιγραφών που θωπεύουν μα δεν καταφέρνουν να συγκλονίσουν πραγματικά κανέναν».

Δεκαπενταύγουστος

.

Για να κατανοήσεις ένα θαύμα πρέπει πρώτα να το πιστέψεις. Και αφού το πιστέψεις, πρέπει να το αφήσεις να συμβεί. Αυτή είναι η τελευταία (δι)έξοδος του καλοκαιριού. Ενός πρωτοφανούς καλοκαιριού που τελειώνει. Μαζί του και τα θαύματα που δεν καταλάβαμε αν, πώς και γιατί συμβαίνουν. Δεκαπενταύγουστος. Χρόνια – και θαύματα – πολλά σε όλους.

Ο Αλέξης Σταμάτης στο Floral

Την προηγούμενη βδομάδα βρεθήκαμε στο Φλοράλ, όπου θα γινόταν η παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του Αλέξη Σταμάτη «Κυριακή» (Εκδόσεις: Καστανιώτη Σελ.: 334).

Η υπόθεση του βιβλίου είναι, σε γενικές γραμμές, η εξής:

Τόσο ο Βασίλης όσο και ο Πέτρος έχουν τους δικούς τους καημούς – ξεχωριστούς ο καθένας. Ο Βασίλης, που είναι και ο βασικός ήρωας του νέου βιβλίου του Αλέξη Σταμάτη, είναι ένας σύγχρονος νεαρός της φτωχολογιάς, παιδί που ζει στον Πειραιά και έχει τις ιδιωτικές του σκοτούρες που του φορτώνει η πραγματικότητα γύρω του, αλλά και εκείνες που δεν φαίνονται, τις εσωτερικές, που ωστόσο του σκοτεινιάζουν τον νου. Ο Βασίλης είναι δεκαεννιά χρόνων, ενώ ο Πέτρος, ο άλλος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, είναι ένας μεσήλικας δημοσιογράφος που έχει «κολλήσει» από τότε που τον άφησε η νεότατη γυναίκα του… Χρόνος του μυθιστορήματος, η Κυριακή των τελευταίων βουλευτικών εκλογών του 2009, και τόπος, η Αθήνα, μια πόλη οικεία κι ανοίκεια ταυτόχρονα. Στην καταιγιστική διάρκεια αυτής της Κυριακής, όλα αλλάζουν με ορμή, ανατρέπονται, γεννούν ελπίδα και απελπισία, καθώς οι απρόσωπες καταστάσεις αναδεικνύουν το προσωπικό και οι δημόσιες το ιδιωτικό. Στο μυθιστόρημα αυτό, ο Σταμάτης χειρίζεται με αξιοθαύμαστη ευρύτητα και μαεστρία την ιστορία της απώλειας που είναι και το βασικό θέμα τού μυθιστορήματός του, αφήνοντας ανοιχτή τη μελαγχολική εκδοχή της λύτρωσης που φαίνεται να ακολουθεί.

Τον Αλέξη Σταμάτη τον παρακολουθώ από παλιά. Στη βιβλιοθήκη μου υπάρχουν όλα του τα βιβλία, και αυτό όχι τυχαία βέβαια. Αν κάποιος συγγραφέας, όσο διάσημος κι αν είναι, δεν μου φανεί συγκινητικός, παρόλο που σέβομαι την αξία του, δεν γίνεται αυτομάτως ένας από τους αγαπημένους μου. Τα κριτήρια στην τέχνη είναι πάντοτε υποκειμενικά. Ό, τι είναι αξιόλογο δεν συναρπάζει απαραιτήτως όλο τον κόσμο. Αυτός ο συγγραφέας με κρατά πάντα προσεκτική. Απολαμβάνω τα βιβλία του και, κάθε φορά που μαθαίνω ότι έγραψε κάτι καινούριο, απλώς σπεύδω.

Εκείνο το βράδυ στα Εξάρχεια η παρουσίαση δεν έγινε. Ο κόσμος ήταν ελάχιστος -είναι τόλμημα να οργανώνεις παρουσίαση βιβλίου το καλοκαίρι, όπου όλοι προτιμούν τα τραπεζάκια έξω και επ’ ουδενί κάποιον κλειστό χώρο.

Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας ήταν εκεί, κάποιοι φίλοι του επίσης. Τον πλησίασα, του ζήτησα μια φωτογραφία, στάθηκε ακίνητος, και στο τέλος μου ψιθύρισε ένα μικρό «ευχαριστώ» και συνέχισε τη βραδιά του.

Τόσο απλά γίνονται κάποια ωραία πράγματα. Ακόμα κι αν ξεφεύγουν από την προσχεδιασμένη διαδρομή, ακόμα κι αν μας βγαίνουν διαφορετικά από ό, τι τα υπολογίζαμε, πάντα έχουν μέσα τους κάτι απρόσμενα ευχάριστο.

Ωραία ήταν εκείνη η νύχτα στο Φλοράλ. Καθίσαμε με την παρέα μου στο μπαρ, ήπιαμε τα ποτά μας, κάναμε ωραίες κουβέντες, ανταλλάξαμε μικρά αγγίγματα σκέψεων και μετά πήραμε χέρι χέρι το δρόμο για την επόμενη στάση της νύχτας μας. Ο συγγραφέας, χωρίς να το ξέρει, μας είχε κάνει δώρο μια ωραία καλοκαιρινή βόλτα.

Ο Αλέξης Σταμάτης, πέρα από λογοτεχνικό ενδιαφέρον, έχει σεμνή παρουσία και ωραία φωνή. Επίσης, όταν τον βγάζουν φωτογραφίες κάτι απρόβλεπτες άγνωστες αναγνώστριες -καλή ώρα!- δεν ποζάρει. Χαμογελάει και λέει απλώς «ευχαριστώ», και αυτό μου φάνηκε εξαιρετικά ωραίο.

.

.

(Στον Στράτο, που ήμασταν παρέα)


Αρέσει σε %d bloggers: