Αρχεία Ιστολογίου

Δεν είναι, φίλε, όλες ίδιες οι καρδιές

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

 

Είναι κάτι μέρες παράξενες. Που σου ξεφεύγουν, σε μπερδεύουνε, δεν μπορείς να τις εξηγήσεις. Μοιάζουν με μαδημένα γαρύφαλλα στο πάτωμα βρωμερού σκυλάδικου στο τέρμα μιας εθνικής οδού χαράματα Δευτέρας. Μυρίζουν μελαγχολικά και άσχημα, σαν άπλυτα σεντόνια γεμάτα ακάρεα και ληγμένο DNA. Έχουν το χρώμα ενός ενοχλητικού κυριακάτικου απογεύματος στην επαρχία, που δεν σηκώνει κεφάλι με τίποτα. Και μοιάζουν να υποφέρουν.

Ηχούν σαν φθαρμένος αμανές πρώην φερέλπιδος λαϊκού τραγουδιστή που όμως χάθηκε σταδιακά από τις πίστες, γιατί δεν έπραξε τα δέοντα ώστε να κάνει λαμπρή καριέρα όπως οι μεγαλόσχημοι συνάδελφοί του. Έχουν το χρώμα των ματιών μιας γλυκιάς κοπέλας δίχως όνομα στην άκρη μιας παρέας επωνύμων, σε μια φωτογραφία του ’86, ανάμεσα σε κοψίδια και λιωμένα σαλατικά που αργότερα θα αποτελέσουν υλικό για την τέχνη. Διστάζουν να εκδηλωθούν ισότιμα στην εβδομάδα, σαν παιδιά που ντρέπονται και φοβούνται για κάτι που ετοιμάζεται να τα μαλώσει ένας μεγάλος, αυστηρός. Αν μπορούσαν, οι μέρες αυτές θα σκίζονταν μόνες τους απ’ το ημερολόγιο, αφήνοντας τη θέση τους στο χαρτάκι της επόμενης μέρας, με τα ανέκδοτα, τις γιορτές και τις συνταγές μαγειρικής για αρχάριους και προχωρημένους.

Κάτι τέτοιες μέρες οι άνθρωποι νιώθουν ανήμποροι, μόλις κατά το ένα τοις εκατό ιδιοκτήτες της ζωής τους. Οι σκέψεις και τα αισθήματά τους δεν έχουν καμία σχέση με τις σκέψεις και τα αισθήματα κάποιου που μόλις έλαβε ένα ακριβό δώρο, ένα απρόσμενο μήνυμα, κάποια καλά μαντάτα ή έστω ένα δροσερό μπουκέτο λουλούδια. Τότε οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι, κι οι στιγμές τους θραυσματάκια αναμνήσεων και νοσταλγίας για σαφή ή και απροσδιόριστα πράγματα που ματαίως έπραξαν, σκέφτηκαν ή ήλπισαν πως θα ζήσουν. Δεν είναι αμέριμνοι, ούτε καν αδιάφοροι για αυτά που συμβαίνουν μέσα τους και γύρω. Δεν πάνε για καφέ στη Μαβίλη ή στο Λιστόν, δεν τηλεφωνούν σε μια μακρινή θεία, δεν καταστρώνουν σχέδια διακοπών ούτε κάνουν όνειρα για το μέλλον. Πάσχουν από την ακινησία εκείνου που δεν του απέμεινε τίποτε να πει. Εκείνου που νιώθει πως του λιγοστεύουν οι αισθήσεις. Γίνονται ένα με τη σιωπή του υπνωτισμένου, με την ακαμψία του σώματος ενός άδικα σκοτωμένου από παρεξήγηση στη μέση μιας κακόγουστης πλατείας.

Αυτές οι μέρες που υποσκάπτουν έτσι τη ζωή των κατοίκων τους, είναι απρόβλεπτες και πολύ χολωμένες. Πατάνε πάνω σε πτώματα υποσχέσεων και πλάνων που ματαιώθηκαν χωρίς καν έναν σοβαρό και άξιο λόγο. Θέλουν τους ανθρώπους τους νικημένους και παραιτημένους εξαρχής, με το πρώτο κιόλας φως του ήλιου. Είναι απόπειρες αποφυγής της όποιας πραγματικότητας, κάτι σαν προθάλαμοι σοβαρού χειρουργείου όπου ο γιατρός σου λέει πως όλα θα γίνουν όπως πρέπει κι ο ασθενής μάλλον θα επιβιώσει. Θυμίζουν πόρτες που κλείνουν πριν καν ολοκληρωθεί η ξενάγηση, ξερά χωράφια που λιμοκτονούν και ζέχνουν ψοφιμίλα, άδεια μπουκάλια μπίρας μετά από μια νύχτα απ’ την οποία δεν έμεινε τίποτα, κι ας συνέβησαν πολλά και διάφορα σπουδαία.

Αυτές οι μέρες οι παράξενες μοιάζουν με παλλόμενες καρδιές που παρότι δείχνουν πανομοιότυπες, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Κολλάνε σαν υγρασία σε ανοχύρωτα δέρματα και πονάνε σαν τσιμπήματα από άρρωστα κουνούπια. Έρχονται αιφνίδια, μετά από τις μικρές ή μεγάλες καταστροφές που χτυπούν σαν πραγματικοί ή νοεροί κεραυνοί τις ζωές των ανθρώπων. Φορούν πάνω τους στάχτες από ένα τελευταίο μισοκαπνισμένο Μάρλμπορο, ιδρώτα που δεν σαπουνίστηκε εγκαίρως, κουρελάκια από λαϊκά τραγούδια μιας προδοσίας, μιας καψούρας, ενός ντεραπαρίσματος που κόστισε τη ζωή σε αθώους και ενόχους. Στις γωνίες τους βλέπει κανείς ένα παλιό μαξιλάρι-αιρ κοντίσιον που κάποτε δρόσιζε τον αγκώνα κάποιου που αγαπήθηκε πολύ μα δεν το πίστεψε ποτέ του, ένα φορεμένο φανελάκι που μυρίζει ένα οποιοδήποτε «εσύ», ένα ξεχασμένο πι κι ένα ξύλινο μπαστούνι κάποιου που μάλλον δεν είναι πια εδώ, γι’ αυτό και οι οικείοι του αποφάσισαν να του βγάλουν στο σφυρί το σπίτι.

Αυτές οι μονόφθαλμες, κουτσές και φιμωμένες μέρες συμβαίνουν πανομοιότυπα και τρομακτικά σε όσους, καθότι αναποφάσιστοι, έχουν ανάγκη να αναβάλλουν γι’ άλλη ώρα κάτι σημαντικό. Σε όσους δεν αντέχουν τον πόλεμο, τις διαπραγματεύσεις, την ίδια την πραγματικότητα που τους έλαχε σαν λοταρία μια Δευτέρα πρωί, κι έτσι τσακίζονται να αποφύγουν τα σημεία των καιρών μπας και γλιτώσουν. Κι ενώ ξέρουν πως κάτι τέτοια δεν γλιτώνονται, εκείνοι επιμένουν να διατηρούν την ψευδαίσθηση πως μπορούν για λίγο ακόμα, έστω, να τα καθυστερήσουν.

Βάσει παλαιότητας

staxtes-fassa13_3_13sepia

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Τα χείλη του ήταν τόσο μαύρα που στο τέλος γίνονταν ασημί. Σαν το ασημί που βγαίνει όταν μουτζουρώνεις με μολύβι για πολλή ώρα ένα χαρτί και τελικά η μουτζαλιά γίνεται ασημόμαυρη, και λάμπει. Ή και λίγο μπλε, αν έχεις καλλιτεχνικό μάτι και επιμένεις να υπεραναλύεις τα χρώματα και τους δερματικούς ιριδισμούς τους.

Το όνομά του ήταν δύσκολο για όποιον δεν είναι συνηθισμένος στα αφρικάνικα ονόματα, ο ίδιος όμως δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να το προφέρει διαφορετικά για να το ακούσει καλύτερα η λευκή που καθόταν δίπλα του και σιγόπινε το ρούμι της καπνίζοντας ευρωπαϊκά τσιγάρα.

«Οι φίλοι μου με σέβονται επειδή είμαι η γηραιότερος της παρέας», είπε και μισόκλεισε τα φλεγόμενα μάτια του. Από το απέναντι τραπέζι τρεις κατάμαυροι άντρες κοίταζαν σιωπηλά. «Έτσι είναι στη φυλή μας. Δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Οι νεώτεροι σέβονται τους γηραιότερους, και οι γηραιότεροι ηγούνται των νεώτερων – δεν υπάρχει ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν».

Κοίταξε για λίγη ώρα το ποτήρι του, σαν να το διάβαζε. Χωρίς να μιλάει. Μετά σηκώθηκε, πήρε από το χέρι τη λευκή γυναίκα, έκαναν μερικά βήματα και άρχισαν να χορεύουν στο κέντρο της πίστας. Κάτι ήσυχο, σχεδόν ρομαντικό. Ήχοι της ζούγκλας ζώων και ανθρώπων, απόηχοι των παρανοήσεων ενός μικρού καλοκαιριού που έφευγε λίγο λίγο. Ένας πίνακας του Λουστάλ. Μια σκηνή από ταινία με άγριες στέπες και αρπακτικά. Λίγοι στίχοι από ένα παλιό τραγούδι της Κούμπα Γκάουλο. Η μουσική γεννούσε εικόνες.

Από την άκρη του ξύλινου πάγκου, κάτω από τις λάμπες με το θαμπό, κίτρινο φως, σαν αυτά που μένουν αναμμένα στα παιδικά δωμάτια όταν τα μωρά πέφτουν για ύπνο, οι μαύρες γυναίκες τους κοιτούσαν με καχυποψία. Ήταν όμορφες και χρωματιστές. Ντυμένες με τα σπάνια φυτά της στέπας, τα εξαίσια λουλούδια της άγριας φύσης, τις εικόνες μιας υπέροχης παγανιστικής γιορτής. Γυναίκες τυλιγμένες σε μια ζωή που ανήκε μόνο σε κείνες και στις άγριες φυλές τους.

Οι μαύρες γυναίκες είχαν συνηθίσει να απαιτούν και να απολαμβάνουν την προσοχή των αντρών που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί και στη ζωή τους. Ο χώρος αυτός ήταν ως τότε ένα ιερό άβατο για τους ξένους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν δικό τους να χορεύει με μια λευκή και αυτό τους φαινόταν απίστευτο, έμοιαζε με παράπτωμα, ένα μεταφυσικό λάθος. Η σκηνή είχε κάτι το εξοργιστικό όσο και κινηματογραφικά ερεθιστικό. Ήταν σχεδόν ανεξήγητη, σαν παραβιασμένο έθιμο που σε κάνει να φοβάσαι και να απορείς τι θ’ απογίνεις την άλλη μέρα.

Το ζευγάρι συνέχισε να χορεύει χωρίς να ενοχλείται από τα αιχμηρά βλέμματα που, εξάλλου, δεν φαινόταν να διακρίνει ουδόλως. Η μουσική, η ώρα και το ρούμι κυλούσαν ήσυχα, γλυκά, μέσα στη νύχτα. Οι μαύρες γυναίκες σχολίαζαν τη σκηνή με βαριές, εκνευρισμένες φωνές και τραχιά λόγια, που παρόλα αυτά δεν κατάφερναν να ραγίσουν τη γαλήνη της στιγμής. Στο ρεφραίν του τραγουδιού, ο άντρας έσκυψε απότομα και φίλησε τη λευκή γυναίκα στα χείλη. Λικνίστηκαν γι’ άλλη μια στιγμή κι έπειτα στάθηκαν ακίνητοι στο κέντρο της πίστας. Την ένιωσε να κουρνιάζει στο στέρνο του και την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά, έτσι όπως τυλίγει κανείς με τα χέρια του ένα απροστάτευτο παιδί που φοβάται για τους σωστούς ή τους λάθος λόγους. Μετά την πήρε από το χέρι και κάθισαν στο τραπέζι, αθόρυβα και αδιάφορα, έτσι όπως είχαν σηκωθεί.

Αντάλλαξαν δυο τρεις κουβέντες ακόμα, που χάθηκαν στα βάθη της μελωδίας ενός καινούριου τραγουδιού και στην αψιά γεύση που αφήνει το ρούμι στο στόμα τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Σε λίγη ώρα, το ίδιο απρόσμενα με τον ερχομό της, η λευκή βγήκε από το μαύρο μαγαζί και χάθηκε στην ευρωπαϊκή νύχτα.

Ο μαύρος αρχηγός έμεινε με τη σεβαστική παρέα του και τις μαινάδες με τα άφρο χτενίσματα και τα ολοστρόγγυλα αφρικάνικα βυζιά, να προσπαθεί να ιεραρχήσει βάσει παλαιότητας τα χρώματα των στομάτων που ενώνονται, τους ήχους των αλλότριων φιλιών και τις λέξεις μιας ξένης, πρόσκαιρης καλοκαιρινής γλώσσας που δεν θα ξαναμιληθεί ποτέ της.

Βάσει παλαιότητας. Ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν δεν υπάρχει.

Το βραβείο

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 14 Σεπτεμβρίου 2016)

 

Όπως μου συμβαίνει συχνά, άλλα ήθελα να κάνω κι άλλα κάνω σήμερα. Όμως η βροχή και το τρένο που αργοπορεί  μου άλλαξαν τα σχέδια. Ήθελα να σε δω, να σου τρίψω την πλάτη και τα δάχτυλα των ποδιών. Να σου διηγηθώ μια ιστορία με άγρια ζώα και άγνωστους πλανήτες μέχρι να κοιμηθείς, και να σε περιμένω να ξυπνήσεις με καφέ και μπισκότα βουτύρου. Και να μείνουμε μαζί στο κρεβάτι μέχρι να σουρουπώσει, να βλέπουμε τι χρώμα γίνεται ο ουρανός.

Ήθελα να μου πεις τι όνειρο είδες, τι φαγητό έχεις όρεξη να φας και αν είχες ποτέ σου γάτα. Είναι παράξενο, γνωρίζεις κάποιον όλο και καλύτερα, και παρόλα αυτά αγνοείς σημαντικά στοιχεία της ζωής του. Θα ήθελα να μου πεις σε ποια στάση σου άρεσε να κοιμάσαι όταν ήσουν μικρός, τι απαντούσες στους μεγάλους όταν σου έλεγαν «όχι», και την πρώτη πρώτη σου ανάμνηση, όταν ακόμη δεν υπήρχαν αναμνήσεις.

Τώρα που κάθομαι και στα λέω όλα αυτά μου λείπει το άρωμά σου και η αίσθηση του χεριού μου πάνω στο μάγουλό σου. Σου έχω ξαναπεί πως έχεις τον πιο όμορφο λαιμό που έχω δει. Μοιάζει με λαιμό μικρού παιδιού. Όταν σε φιλάω εκεί, όταν σε αγγίζω, σε ξαναβρίσκω ξαφνικά σε δύο ηλικίες. Στη σημερινή και στην αλλοτινή σου. Λατρεύω τη σκέψη πως μέσα από ένα κομμάτι του σώματός σου μπορώ και περιφέρομαι ανάμεσα στις ηλικίες σου. Εσύ δεν το ξέρεις όταν συμβαίνει, όμως είναι εξαιρετικό.

Μου αρέσει να σε κοιτάζω όταν μιλάς, ακόμα κι αν εσύ μονολογείς ή χαζεύεις τον τοίχο απέναντί σου. Μερικές φορές, στις συζητήσεις μας, έχω παρατηρήσει πως αφαιρείσαι, το βλέμμα σου πετάει αλλού, και τότε πιστεύω απόλυτα όσα μου λες, επειδή ξέρω πως είναι αλήθεια. Όταν μου λες την αλήθεια άλλοτε σε μισώ κι άλλοτε χώνομαι ακόμα πιο βαθιά στον συναρπασμό μου για σένα. Όταν μου λες ψέματα θέλω να καταφέρω να σε σιχαθώ και να μην σε ξαναδώ ποτέ. Να μη με νοιάζεις, να είναι σαν να μην σε γνώρισα, σαν να μην υπήρξες.

Μερικές φορές σκέφτομαι σαν κανίβαλος. Όπως σήμερα, για παράδειγμα, που ήθελα να κάνω άλλα πράγματα κι όμως η βροχή και το τρένο που αργεί μου άλλαξαν τα σχέδια. Έχω ονειρευτεί πολλές φορές πως σε ξαπλώνω και αρχίζω να σε τρώω σιγά σιγά. Εσύ δεν πονάς, και αυτό κάνει το έργο μου ευκολότερο. Τελικά σε τρώω σχεδόν ολόκληρο, και γίνομαι ένα Εμείς που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου. Σε έχω μέσα μου, αφομοιωμένο, και με ποτίζεις σιγά σιγά με τα θρεπτικά συστατικά σου, την ομάδα αίματός σου, τα υγρά και τις σκέψεις σου, τα βιώματά σου. Έπειτα καταλαβαίνω πως αυτό είναι κάπως βίαιο – όπως όλες οι ανθρώπινες ενώσεις – και αλλάζω φαντασίωση.

Μας βάζω να βρισκόμαστε σε ένα ύποπτο ξενοδοχείο στο Τόκιο, σε μια υπόγεια τουαλέτα στις Βρυξέλλες, πίσω από μια σκάλα σε ένα σταθμό του μετρό στη Μαδρίτη, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα, σε μια ακτή στο πουθενά. Στα όνειρά μου μας βάζω δίπλα δίπλα, λες και πρόκειται για έναν αγώνα άνευ αντιπάλου, όπου για λίγο βρίσκονται και οι δύο παίκτες στην ίδια πλευρά και παλεύουν για τον ίδιο στόχο.

Άλλες φορές, όταν σε σκέφτομαι, οι εικόνες μέσα μου λοξοδρομούν. Δεν είμαι σίγουρη πως θα καταφέρω μετά να τις ξαναβάλω στη θέση τους. Τότε εύχομαι να έπαυα να ήμουν άνθρωπος με χέρια, πόδια και σκέψεις, και να γινόμουν το σφουγγάρι σου. Ένα σφουγγάρι που το πιάνεις με το χέρι σου και τρίβεις την κοιλιά σου, το στήθος σου, τις μασχάλες και το πίσω μέρος των ποδιών σου. Να με πιάνεις σφιχτά και να με βάζεις στη σωστή γωνία ή στη σωστή κοιλότητα που θέλεις να καθαρίσεις. Και μετά να με ξαναγεμίζεις με αφρόλουτρο και να με αφήνεις να σέρνομαι πάνω σου σαν σιροπιαστό γλυκό.

Θα έδινα το παν για να βγαίναμε μαζί μια νύχτα στο ποτάμι, να κοιτάζαμε τα πλοία να περνούν και να μυρίζαμε το κρύο και τα Χριστούγεννα που σε λίγο θα πλησιάζουν. Κάθε εποχή έχει τη δική της μυρωδιά. Μόλις η εποχή έρθει, χάνεται αυτή η οσμή και τη θέση της παίρνουν σελίδες στο ημερολόγιο, νοερές σημειώσεις, αισθήματα που αμβλύνονται με τον καιρό και στο τέλος γίνονται άλλα από αυτά που ήταν. Μαζί σου θα ήθελα να ζω στο κατώφλι όλων των εποχών. Και ο κόσμος να μυρίζει πάντα το ίδιο.

Αυτό κι αν είναι το υπέρτατο βραβείο.

Ο άνθρωπος που κοίταζε τα Lonarid να περνούν

 

staxtes-fassa13_3_13sepia

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 24 Μαρτίου 2016)

Στεκόταν στην άσφαλτο, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, και κοίταζε τον πράσινο σταυρό να αναβοσβήνει. Μόνος του. Το Φαρμακείο διανυκτέρευε. Πού και πού, ο φαρμακοποιός που καθόταν πίσω από το ταμείο με μια εφημερίδα στο χέρι, σήκωνε το κεφάλι κι έριχνε κοφτές ματιές στο δρόμο.

Ψιλόβροχο, μεσάνυχτα, σε μια επαρχιακή ελληνική πόλη. Σαράντα εκκλησιών και Κοραή γωνία. Παλιά ήταν εκεί η ΕΒΓΑ του Τάσου και όλοι έλεγαν πως ήταν καλύτερα έτσι – άγνωστο γιατί. Ίσως ο Τάσος να ήταν πιο συμπαθητικός από τον φαρμακοποιό, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς φήμες.

Συνέχισε να στέκεται αναποφάσιστος στην άκρη του δρόμου. Η άσφαλτος γυάλιζε σαν να την είχαν αλείψει με μια πηχτή, άχρηστη γλίτσα. Ο ουρανός βαρύς. Ψιλόβρεχε από το απόγευμα. Μια εκνευριστική βροχή που οι σταγόνες της έμοιαζαν με μικρές απαίσιες καρφίτσες.

Τα περαστικά αυτοκίνητα τον κατάβρεχαν με απόνερα καθώς περνούσαν. Το παντελόνι του λούτσα στις λάσπες. Κάποιος φρέναρε απότομα δίπλα του, κόρναρε θυμωμένα και έφτυσε μια βρισιά. Ο ήχος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου τον τάραξε κάπως.

Γύρισε το κεφάλι κι έριξε μια ματιά στο διερχόμενο προσπαθώντας να καταλάβει. Ο οδηγός συνέχισε να βρίζει χειρονομώντας προς το μέρος του. Το πρόσωπό του έσταζε μίσος. Δεν ακουγόταν τίποτα. Οι κουβέντες ανακυκλώθηκαν μέσα στο αμάξι και στο τέλος κόλλησαν σαν χαλκομανία πάνω στα θολωμένα τζάμια. Τις φαντάστηκε τότε να στάζουν παχύρρευστες, ένα με τις χρησιμοποιημένες αναπνοές που έντυναν το βρώμικο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου, και χαμογέλασε.

Απέστρεψε το βλέμμα και παρέμεινε ακίνητος.

Το ΙΧ έφυγε μαρσάροντας. Όσα συνέβαιναν γύρω του δεν φαίνονταν να τον νοιάζουν και πολύ. Ταλαντεύτηκε για λίγο και αποτόλμησε μισό βήμα προς τα μπρος. Εκείνη την ώρα ο φαρμακοποιός έκλεισε την εφημερίδα του και χασμουρήθηκε σαν γάτος. Το λευκό νέον στο ταβάνι του Φαρμακείου τρεμόπαιξε για μια στιγμή και μετά επανήλθε. Μέσα από τη τζαμαρία όλα έδειχναν λιγάκι θαμπά. Η μετέωρη στιγμή διαλύθηκε σαν κρύσταλλο που πέφτει πάνω του ένας ταύρος και το θρυμματίζει. Το βήμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Επανέφερε τα πόδια του στην προηγούμενη θέση τους και ξαναπήρε τη γνωστή στάση. Ένιωθε πως ζούσε μια στιγμή-μεταίχμιο. Μια σημαντική στιγμή της νύχτας όπου όλα εξελίσσονταν σε αργή κίνηση, κάπως σαν μουδιασμένα. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πάρει επιτέλους μιαν απόφαση, να αφήσει να συμβεί ή να μην συμβεί κάτι.

Απέστρεψε το βλέμμα και κοίταξε τον ουρανό. Είδε έναν κόκκινο σταυρό να αναβοσβήνει ρυθμικά. Στο ίδιο μέγεθος με τον σταυρό του Φαρμακείου. Την ήξερε από παλιά αυτή την αντανακλαστική λειτουργία των ματιών. Όταν κοιτάζεις για πολλή ώρα ένα πράσινο αντικείμενο, αν αποστρέψεις το βλέμμα το βλέπεις να εμφανίζεται μπροστά σου σαν κόκκινη σκιά. Και τούμπαλιν.

«Απόψε θα ονειρευτώ έναν φλεγόμενο ουρανό, ή δυο πουλιά με ανθρώπινα πρόσωπα», χαμογέλασε μόνος του και άφησε την κόκκινη αντανάκλαση να σβήσει σιγά σιγά από τα μάτια του μέχρι που χάθηκε εντελώς.

Η ανάγκη να πάρει ή να μην πάρει μιαν απόφαση διαλύθηκε μέσα του ως δια μαγείας. Όλα πλέον ήταν απλά.

Θυμήθηκε πως την προηγούμενη νύχτα είχε ονειρευτεί σαν γλυπτό το σώμα μιας κότας φτιαγμένο από νεκρά φίδια, κάτι που ήταν, λέει, η ενσάρκωση του Απόλυτου Κακού.
Το όνειρο του έφερε μια πικρή γεύση στο στόμα.

Ένας οξύς όνος στη μέση τον σούβλισε ξαφνικά κάνοντάς τον να αλλάξει στάση. Άνοιξε τη παλάμη και έσφιξε το σημείο όπου υπολόγισε πως βρίσκονται τα νεφρά. Ο φαρμακοποιός σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε στη βιτρίνα. Ήταν φαλακρός και φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Από την τσέπη της λευκής του ρόμπας προεξείχε ένας μαύρος λεπτός φακός. Ήταν η ενσάρκωση του παραδοσιακού φαρμακοτρίφτη, ποντικομούρης, κοντός και με ξινισμένη φάτσα. Κόλλησε τη μύτη στο τζάμι, κοίταξε προς το μέρος του, μετά έστρεψε το βλέμμα στο βάθος του δρόμου, έλεγξε την κλειδωμένη πόρτα και επέστρεψε στο πόστο του ξαναπιάνοντας την διαβασμένη εφημερίδα.

Πήρε βαθιά αναπνοή και έτριψε το πλευρό του. Ο πόνος έμοιαζε να εξασθενεί. Η βροχή συνέχιζε να τον τρυπά σαν ορδή από λυσσασμένες καρφίτσες. Τα αυτοκίνητα έριχναν πάνω του φώτα και λασπόνερα. Ο πράσινος σταυρός αναβόσβηνε νευρωτικά. Η ώρα περνούσε. Το πιο ενοχλητικό ήταν τα μαλλιά του, που κολλούσαν στο μέτωπό του και έσταζαν ρυάκια στο πρόσωπό του. Σκούπισε με τη ράχη της παλάμης τη μύτη του, αναμειγνύοντας μύξες και βροχόνερα. Έπειτα ξερόβηξε σιγανά και αφοσιώθηκε στα διαφημιστικά πόστερ της βιτρίνας. Korres, Betadine, Vichy, μια ανακοίνωση αιμοδοσίας του Ερυθρού Σταυρού, μια κρέμα αδυνατίσματος πάνω σε κάτι καλλίγραμμα πόδια.

Όλη αυτή την ώρα δεν σκεφτόταν τίποτα. Απλώς ζούσε τη ζωή του όρθιος, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, σε μια επαρχιακή οδό, μπροστά από ένα διανυκτερεύον Φαρμακείο με αντιπαθητικό υπάλληλο. Όλα ήταν απλά. Αυτό όμως κανείς δεν μπορούσε να το καταλάβει.

«Το να μπήγεις μούζικες μέσα στις εικόνες που θα γεμίσει με λέξεις κάποιος άλλος είναι κακό γιατί η εικόνα είναι πια δική του και πρέπει να μείνει άδεια. Αλλά ο κακός εγώ είναι πιο δυνατός από μένα και διέταξε: “βάλε αυτό που άκουγες όσο κοιτούσες αυτόν εκεί κάτω“», σκέφτηκε ο κάτοικος του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, και σε λίγο στο σαλόνι του σπιτιού του αντήχησε η μελωδία του Keeping It.

Τόσην ώρα στεκόταν πίσω από το τζάμι και παρατηρούσε τον μυστήριο άγνωστο που μούσκευε στην άκρη της ασφάλτου, μπροστά στο Φαρμακείο. Μελετούσε τη στάση του σώματός του, την αναποφασιστικότητα των νοερών κινήσεων, τα μουσκεμένα χαρακτηριστικά του. Τις πτυχές της καμπαρντίνας του πάνω στην κυρτή πλάτη.

Πήρε την κάμερα, τράβηξε μια φωτογραφία την παράλληλη πραγματικότητα και την κοίταξε. Ο άνθρωπος-μεταίχμιο διακρινόταν σαν εμβόλιμη κουκκίδα μέσα στο δρόμο. Θαμπή.

Η ζέστη του δωματίου τον έκανε να νιώθει θαλπωρή αλλά και μια απροδιόριστη αγωνία. Γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι.

Είχε βαρεθεί τόσην ώρα να κοιτάζει τον μετέωρο ασθενή της ασφάλτου. Επίσης φοβόταν πως, αργά ή γρήγορα, κάποιος απρόσεκτος οδηγός κινδύνευε να τον κάνει λιώμα μέσα στο υγρό σκοτάδι, και κάτι τέτοια όχι μόνο τον τρόμαζαν, αλλά του υπενθύμιζαν με τον πιο άγριο τρόπο πως για μερικά πράγματα απλώς δεν υπάρχει καμία μα απολύτως καμία θεραπεία.

Το φωτάκι

tumblr_o0xcycxdQ81uzg6sbo1_500

(Απόσπασμα από το αδημοσίευτο διήγημα Το φωτάκι)

[…]

Η Μ άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε αργά, μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι με πάγο και αλκοόλ. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Οι κομμώτριες

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 14 Ιανουαρίου 2016)

Ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το  ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν έμαθα ποτέ, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

‘Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;΄ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. ΄Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει δήθεν τυχαία το βυζί στη μούρη;΄.

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Ήταν κάπως χυδαίοι. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου.  Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της.

Εσταυρωμένος

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 5 Νοεμβρίου 2015)
 
«Δεν θα συναντηθούμε ποτέ ανάμεσα σε δύο στίχους του Μπωντλαίρ, δεν θα περιμένουμε ποτέ το ίδιο λεωφορείο κάτω από μια αφίσα των Coil, δεν θα είμαι το κορίτσι με το πράσινο κασκόλ που διασχίζει την Αιόλου βιαστικά. Δεν θα φωνάξουμε τα ίδια συνθήματα κάτω από την ίδια σημαία. Δεν θα γράψουμε ποτέ κάτι με μαύρη μπογιά σε έναν τοίχο. Δεν θα ανταλλάξουμε παράφορα φιλιά κάτω από τη λάμπα ενός πάρκου. Δεν θα με ακούσεις ποτέ να μουρμουρίζω τις νύχτες, δεν θα μάθω πώς μυρίζεις όταν βγαίνεις από το μπάνιο. Δεν θα δω ποτέ πώς τρως τα μακαρόνια σου, δεν θα ανακαλύψεις πού κρύβω τις ενοχές μου. Δεν θα ακούσω πώς προφέρεις το λάμδα όταν μεθάς, δεν θα αισθανθείς ποτέ τη θερμοκρασία του ώμου μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα. Δεν θα δεις ποτέ τα μάτια μου να βουρκώνουν, δεν θα σκύψω πάνω σου τρυφερά. Δεν θα μάθω ποτέ τι λες όταν παραμιλάς στις 2.30 τα χαράματα, δεν θα μάθεις ποτέ αν έκανα εκείνο το τατουάζ κι αν με πόνεσε η βελόνα. Δεν θα βραχούμε ποτέ μαζί κάτω από την ίδια καταιγίδα, δεν θα τρέξουμε στα στενά για να γλιτώσουμε από τον ίδιο τρόμο. Δεν θα ομολογήσουμε ποτέ τι ώρα είναι μέσα στο μυαλό μας. Δεν θα παρατηρήσεις την επόμενη ρυτίδα μου, δεν θα μετρήσω τις καινούριες άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Δεν θα μετρήσουμε τα κύματα μιας κόκκινης θάλασσας έξω από το Φες, δεν θα έχουμε κοινό κλειδί για όλες μας τις πόρτες.Δεν θα με βοηθάς να μεταμορφώνω τα ψέματα σε αλήθειες, δεν θα περιμένω κοιτώντας το ρολόι μέχρι να φανείς. Δεν θα ενώσουμε ποτέ τη θέα από τα παράθυρά μας, δεν θα σπάσουμε το κινέζικο σερβίτσιο πάνω στον καυγά. Δεν θα κοιτάξουμε ποτέ στα μάτια το παιδί μας. Δεν θα υποδυθούμε ποτέ τους αμέτρητους ρόλους μας, δεν θα με πεις “αγάπη μου”, δεν θα βουλιάξουμε ποτέ μέσα στο ίδιο όμορφο καράβι».
Αυτά είπε το σκιάχτρο με το κίτρινο φουστάνι και τα μακριά μαλλιά στον ξύλινο Εσταυρωμένο που στεκόταν δίπλα του. Εκείνος δεν απάντησε. Γύρω τους, το χωράφι ήταν γεμάτο ώριμα σπαρτά, κάτι μαύρα κοράκια πετούσαν πιο κει κυκλώνοντας το κουφάρι μιας άτυχης χελώνας. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Το σκιάχτρο ζούσε σε κείνο το χωράφι πολύ καιρό. Τον Εσταυρωμένο τον είχαν καρφώσει εκεί την προηγούμενη νύχτα οι τρεις ξένοι που λήστεψαν την εκκλησία του χωριού και έβαλαν φωτιά στο ταχυδρομείο.
«Κοίτα τους πώς μοιάζουν», είχε πει ο μεγαλύτερος, παρατηρώντας τα ανοιχτά τους χέρια πάνω στα ξύλινα στηρίγματα.
«Σαν δυο σταγόνες νερό», είχε γελάσει ο μικρός ρίχνοντας μια κλωτσιά τη βάση του Εσταυρωμένου.
«Τώρα έγιναν ζευγάρι. Ο Εσταυρωμένος και το Σκιάχτρο», είχε συνεχίσει το δωδεκάχρονο κορίτσι που τους ακολουθούσε παντού και μετά συνέχισε να τρώει τα νύχια του με μανία.
 Το επόμενο πρωί, στη μέση του χωραφιού, τέσσερα χέρια απλώνονταν ορθάνοιχτα στον ορίζοντα και τέσσερα πόδια παρέμεναν δεμένα στη βάση ενός ξύλου. Εις διπλούν. Κανείς δεν φάνηκε να προσέχει τον καινούριο κάτοικο ανάμεσα στα στάχυα. Τα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον κάμπο σηκώνοντας σκόνη στον χωματόδρομο, τα κοράκια και οι μάινες τσιμπολογούσαν εδώ κι εκεί. Όλα συνεχίζονταν κανονικά.
 Η σκιά των δύο συγκατοίκων πάνω στη γη ήταν το μόνο που άλλαζε καθώς περνούσαν οι ώρες και μετατοπίζονταν ο ήλιος στον ουρανό.
 

Wondermarket

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 22 Οκτωβρίου 2015)

Η γυναίκα κατεβαίνει προσεκτικά τις σκάλες και διασχίζει τον κήπο. Φοράει ρόμπα και παντόφλες. Στις πλάτες της κρέμεται ένα πράσινο χειροποίητο σάλι. Προχωρά κάπως δύσκολα, με αργά βήματα. Στο πεζοδρόμιο, δίπλα στο αμάξι της, ένα νεαρό αγόρι στέκεται και κοιτάζει τις λεπτομέρειες μέσα κι έξω.
 
-Πού θα πήγαινες με ένα αμάξι σαν αυτό;
-Διακοπές.
-Έχεις δίπλωμα;
-Ναι. Δικό σας είναι το αυτοκίνητο;
-Δέκα δολάρια την ώρα. Ξεκινάμε αύριο το πρωί, πάμε εκδρομή. Νωρίς νωρίς. Ναι.
-Σοβαρολογείτε;…
-Νωρίς νωρίς!
 
Το αγόρι φεύγει και η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι της. Μέχρι το επόμενο πρωί περιμένει καθισμένη μπροστά στο παράθυρο κοιτώντας προς το δρόμο. Στα γόνατά της ακουμπά η τσάντα της. Τα χέρια της σφίγγουν τα λουριά και χαϊδεύουν το γυαλιστερό παλιωμένο δέρμα. Μέσα από το τζάμι φαίνεται σαν φωτογραφία.
 
Είναι πια πρωί. Το αγόρι εμφανίζεται και κοιτάζει προς το σπίτι. Η γυναίκα βγαίνει, κλειδώνει την πόρτα και πλησιάζει στο πεζοδρόμιο. Του δίνει τα κλειδιά, ανοίγει την πόρτα και κάθεται στη θέση του συνοδηγού. Ακουμπά τη δερμάτινη τσάντα στα πόδια της και βολεύεται στο κάθισμα. Φοράει γκρι παλτό κι ένα αστείο μικρό καπέλο.
 
-Νωρίς νωρίς είχαμε πει.
-Δέκα είναι…
-Άρα όχι νωρίς νωρίς. Ξεκίνα.
-Πού πάμε;
-Οδήγησε. Προς το εμπορικό κέντρο.
-Θέλετε να ψωνίσετε;
-Όχι. Οδήγησε.
 
Φτάνουν στο πολυκατάστημα. Στη μαρκίζα γράφει Wondermarket. Με κόκκινη, κάπως χοντροκομμένη γραμματοσειρά. Το αγόρι σταματά μπροστά στην είσοδο. Η γυναίκα δεν κάνει καμία κίνηση. Κοιτάζει τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν με τα καλάθια και τα καρότσια τους. Παρατηρεί τα ρούχα των πελατών. Και τα παπούτσια τους. Το αγόρι κάνει να της ανοίξει την πόρτα αλλά εκείνη τον σταματά.
-Φεύγουμε. Πάμε.
-Πού;
-Στο ταχυδρομείο.
-Χρειάζεστε γραμματόσημα;
-Όχι. Οδήγησε.
Μπροστά στο ταχυδρομείο το αγόρι φρενάρει κάπως απότομα και κοιτάζει τη γυναίκα που και πάλι δεν δείχνει να θέλει να κατέβει. Πριν προλάβει να της πει κάτι, του ζητά να ξεκινήσει ξανά. Με την άκρη του ματιού της παρακολουθεί τον ταχυδρόμο που βγαίνει με μια τσάντα γεμάτη επιστολές. Και μια υπάλληλο που βιάζεται να μπει μέσα.
-Τι παιχνίδι παίζουμε, κυρία;
-Πάμε διακοπές.
-Στο σούπερ μάρκετ και στο ταχυδρομείο;
-Και αλλού. Οδήγησε.
-Να σας πάω κάπου να χαιρετίσετε κάποιον; Έχετε φίλους;
-Όχι. Κανέναν πια.
-Πάμε στο νεκροταφείο τότε. Εκεί όλο και κάποιον θα έχετε να πείτε ένα γεια.
-Όχι, κανέναν. Έχουν πεθάνει όλοι εκεί. Οδήγησε.
 
Το αγόρι υπακούει και σε λίγο η Κάντιλακ τρέχει στην εθνική οδό. Το ραδιόφωνο είναι παλιό. Τα χιλιόμετρα του αυτοκινήτου ελάχιστα. Η γυναίκα κοιτάζει έξω και χαράζει μια νοερή γραμμή μέσα από το τζάμι, με το χέρι της να τρέχει υποτίθεται πάνω στο κιγκλίδωμα. Σαν να το χαϊδεύει.
 
-Θέλατε ποτέ να πάτε κάπου και δεν πήγατε;
-Ναι. Στην Ιαπωνία.
-Γιατί δεν πήγατε τελικά;
-Επειδή η ζωή πήρε το πάνω χέρι.
 
Μέσα στο τούνελ το αγόρι ανάβει τα φώτα και τρέχει. Ο δείκτης ανεβαίνει στα 100 χιλιόμετρα. Η γυναίκα δυσφορεί. Του ζητά να κόψει ταχύτητα. Εκείνος συμβιβάζεται με τη βελόνα καρφωμένη στο 80.
 
-Πώς σε λένε;
-Φλας.
-Φλας; Τι όνομα είναι αυτό;
-Είναι το όνομα του σούπερ ήρωα Φλας Γκόρντον. Εσάς;
-Ελίζαμπεθ.
-Έχετε σύζυγο; Παιδιά;
-Πέθανε. Όχι.
-Πόσω χρονών είστε;
-98. Εσύ;
-19.
-Η υπαρξή σου μου δίνει ελπίδα. Φλας. Φλας Γκόρντον, σούπερ ήρωα.
-Νιώθω κάπως άσχημα, Ελίζαμπεθ. Μήπως να γυρίζαμε;
-Πού;
-Να σας πάω σπίτι.
-Δέκα δολάρια την ώρα είπαμε, για να με πας εκδρομή. Οδήγησε.
-Δεν θέλω λεφτά. Θέλω να σας πάω σπίτι.
-Πάμε διακοπές σε ένα Wondermarket.
-Τι θέλετε να αγοράσετε;
-Τίποτα. Θέλω απλώς να βρεθώ σε μια αγορά θαυμάτων.
-Ελίζαμπεθ, αλήθεια, με κάνει και νιώθω κάπως άβολα όλο αυτό.
-Τότε γύρνα.
 
Το αγόρι κάνει στροφή και αρχίζει να οδηγεί πιο προσεκτικά. Η γυναίκα κατεβάζει το τζάμι, βγάζει το χέρι από το παράθυρο και το αφήνει να σκαμπανεβάζεται στον αέρα. Κοιτάζει τις λεωφόρους, τα αυτοκίνητα, τις νεαρές μητέρες, τα κτίρια. Πού και πού και τον ουρανό. Μετά στρέφεται προς τη μεριά του οδηγού και χαμογελάει στο αγόρι.
 
-Άφησέ με εδώ. Θα οδηγήσω εγώ, παρόλο που δεν έχω δίπλωμα.
-Γιατί;
-Μου το πήραν. Είπαν πως είμαι δημόσιος κίνδυνος.
-Κάνατε κάποια παράβαση; Είστε παράνομη;
-Είμαι γριά.
 
Το αγόρι παρκάρει μπροστά σε ένα πάρκο. Μένει για λίγο ακίνητο κοιτώντας το τζάμι που έχει γεμίσει σταγόνες βροχής. Το σούρουπο κάνει το δρόμο με τα πεσμένα φύλλα να φαίνεται θολός. Στο τέλος του πάρκου ανάβει μια χλωμή λάμπα. Η γυναίκα ανοίγει την πόρτα και πλησιάζει από την άλλη πλευρά. Το αγόρι βγαίνει και της δίνει τα κλειδιά. Στέκονται όρθιοι στη βροχή και κοιτάζονται αμίλητοι. Είναι κάπως λυπημένοι.
 
-Καλό ταξίδι, Ελίζαμπεθ.
-Τα χρήματά σου, Φλας.
-Δεν θέλω χρήματα. Ήταν ωραίες οι διακοπές μαζί σας, Ελίζαμπεθ.
-Σε ευχαριστώ, Φλας. Φλας Γκόρντον, σούπερ ήρωα.
-Καληνύχτα Ελίζαμπεθ.
 
Η γυναίκα μπαίνει στην Κάντιλακ και σε λίγο χάνεται στο βάθος του δρόμου. Το αγόρι στέκεται στο πεζοδρόμιο και περιμένει. Μόλις δεν την βλέπει πια, αρχίζει να περπατά σκυφτό. Στο πάρκο έχουν ανάψει όλες οι χλωμές λάμπες και από ένα γειτονικό μπαρ ακούγεται μουσική.
 
 

Δεκάλογος

bibliotheque31(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 6 Οκτωβρίου 2015)

1.
 Χτες τη νύχτα, γύρω στις τρεις παρά, δεν είχα ύπνο. Πήγα και βρήκα το Γιώργο που ήταν κι αυτός ξύπνιος και με μετέφερε σε μια σκηνή όπου ήταν μεσημέρι. Αρχίσαμε να κάνουμε αεροπλανάκι κατεβαίνοντας την πλευρά ενός λόφου που κατέληγε σε μια λίμνη. Απόρησα με την ελαφρότητα των σωμάτων μας. Παρόλο που τρέχαμε ήταν σαν να πετάμε. Μετά ανακαλύψαμε μια συναυλία του Νίκου Παπάζογλου, στην οποία μπήκαμε συνεχίζοντας το αεροπλανάκι. Ήταν ωραία, μόνο που ο Νίκος έλεγε όλα τα τραγούδια μισά. Μετά φύγαμε από την εικόνα που έκανε μεσημέρι και γυρίσαμε σπίτι, όπου άρχισα να τρώω κάτι πίτσες που είχε ψωνίσει η Βού στα παιδιά τους για βραδινό.
 2.
 Σε όλο το παιχνίδι ο Γιώργος μου τραγουδούσε ένα παιδικό τραγουδάκι που κατέληγε σε έναν αταίριαστο στίχο: «είμαστε οι Διχασμένοι Αυτόνομοι Τραγουδιστές».
3.
 Κατά τις τρεις και, αφού τελείωσε η βόλτα, με θέρισε η πείνα. Σκέφτηκα να σηκωθώ και να πάω να φάω μακαρόνια με κιμά. Για αντιπερισπασμό με έβαλα να σκεφτώ πώς φτιάχνεται ο κιμάς βήμα προς βήμα κι έτσι δεν σηκώθηκα. Ο αυτοεκβιασμός είναι πολύ μεγάλο πράγμα.
 4.
 Έκανα ένα τυπογραφικό. Αντί για βήμα έγραψα βλήμα. Το διόρθωσα με βαριά καρδιά.
5.
 Ένα καλοκαίρι, Αύγουστος μάλλον, βρισκόμουν στο σπίτι των γονιών μου. Εκείνοι ήταν στην αυλή και συζητούσαν με κάτι θείους μου. Ήταν η εποχή που δεν είχαν χτυπήσει ακόμα οι συμφορές και όλα ήταν ωραία. Μια ξαφνική ημικρανία με έκανε να διπλωθώ στα δύο. Η μάνα μου έλεγε πως ήταν μάτι και μου έκανε βουντού. Εγώ είχα μεταμορφωθεί σε Τζακ Νίκολσον με το τσεκούρι, μέχρι που στο τέλος το τσεκούρι προσγειώθηκε στο κεφάλι μου και έγινα ο τσακισμένος Τσακ. Τίποτα καλύτερο για τις ημικρανίες από έναν βαθύ, κενό ύπνο.
 6.
 Βρίσκω πως οι φωτογραφίες του Araki είναι ό, τι πιο εκλεπτυσμένο υπάρχει στο χώρο της ερωτικής φωτογραφίας παγκοσμίως. Κορίτσια με σκοινιά, αγόρια εν στύσει, αγοροκόριτσα εν εξάρσει. Λουλούδια και μισοφαγωμένα μενού.
7.
 Το τέλος του κόσμου θα έρθει όταν θα αρχίσει να μετατοπίζεται η Αυστραλία στο χάρτη. Εκείνη την ώρα θα κάνει κρύο, οι φίλοι μου θα κάνουν πάρτι στην ταράτσα, κι εγώ θα βρίσκομαι σε ένα ζαχαροπλαστείο και θα ψωνίζω αμυγδαλωτά. Η νεαρή πωλήτρια θα μου λέει πόσο συμπαθητική με βρίσκει ενώ κάτω από τα πόδια μας θα έχουν ήδη αρχίσει να κυλάνε τα νερά του Ινδικού ωκεανού.
 8.
«Έχω ξεμείνει από φαντασιώσεις», είπε η κοπέλα στην τσατσά κι εκείνη βάλθηκε να την συνετίσει. «Υπάρχει κάτι πιο διεγερτικό από το να πηδιέσαι σε μπουρδέλο;», την ρώτησε αυστηρά και της έριξε μια ξυλιά στον κώλο.
9.
 Η Μπλανς Επιφανί χαμογέλασε από εκεί που τις παρακολουθούσε. Παρθένος και γυμνή, ως συνήθως, πηδιόταν με έναν πύραυλο βανίλια-σοκολάτα. «Είναι αυτό που λέμε λιώσε«, σκέφτηκε μουρμουρίζοντας μια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.
  10.
 Τι νόημα έχουν όλα αυτά κανείς δεν ξέρει. 
 

Le Μaître est servi

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 24 Σεπτεμβρίου 2015)

Ήξερε πως στην Κίνα λάτρευαν τα αυγά τους βρασμένα μέσα σε ούρα έφηβου αγοριού και πως στην αγροτική Γαλλία -κανείς δεν ρώτησε ποτέ πού ακριβώς- σέρβιραν στις ηλικιωμένες κυρίες τον καφέ μαζί με τέσσερα μεγάλα κρουασάν βουτύρου που όμως δεν τρώγονταν: πλέκονταν, εφόσον ήταν φτιαγμένα από αγνό παρθένο μαλλί προβάτου και παρασκευάζονταν γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Στα ταχυφαγεία όλων των πολιτισμένων χωρών σέρβιραν ωμό εγκέφαλο συνοδεία προτηγανισμένης πατάτας – εδώ ο συμβολισμός ήταν αυτονόητος άρα δεν είχε χρειαστεί ποτέ της να ψάξει την αιτία. Ήξερε πως στην Ταϊλάνδη οι γυναίκες έκαναν μάσκα ομορφιάς με τα υπολείμματα πράσινων βραστών λαχανικών και σπέρματος που παρακρατούσαν από τους χορτασμένους σεξουαλικούς τουρίστες των δυτικών χωρών. Στην Ιαπωνία τα κορίτσια μάθαιναν από μικρά να φτιάχνουν τσάι με φύλλα κερασιάς και μικρά αποκόμματα από παλιά χαϊκού που τα είχαν προηγουμένως ζαχαρώσει προσεκτικά μέσα σε πήλινα πιάτα.

«Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν σου ζητούσα απλώς γιουβαρλάκια, ή πράσινα σαλιγκάρια από τις ακτές νησιού του Ειρηνικού βυθισμένα σε σάλτσα φρέσκου μύρτιλου με χλωρό σκόρδο και λεβάντα από την ιταλική εξοχή, και φουα γκρα παρθένας χήνας πάνω σε μοναστηριακό ψωμί από το Βατικανό καπνισμένο στον λευκό καπνό μιας επιτυχούς συμφωνίας. Ή κίτρινες καραβίδες από την πισίνα μιας Αιγύπτιας αυτοκράτειρας με αφρό μαύρου αλατιού και εσάνς ώριμου ξινόμηλου από τον αμαρτωλό της κήπο» της είχε πει κάποτε ένας άντρας που αγαπούσε και τάιζε με απερίγραπτη ερωτική μανία.

Ήταν εκείνος που ένα μεσημέρι της είχε πει πως δεν θα χωρίσουν ποτέ και αυτή ήταν η μόνη σωστή απάντηση στην ερώτησή της. Ήταν εκείνος που ονειρευόταν να ζήσει μαζί του σε μια χαμένη αγροικία στα σύνορα της Ιταλίας με την Ελβετία, ανάμεσα σε γρασίδια, ογκώδη τσοπανόσκυλα, καλοθρεμμένα άλογα και ζουμερές αγελάδες. Ήταν ο μόνος που είχε καταλάβει πως πάνω στην άσπιλη κι αμόλυντη ομορφιά ενός τέτοιου ανυποψίαστου τοπίου θα μπορούσαν να γεννηθούν οι πιο βέβηλες και βαθιές απολαύσεις της ανθρώπινης φύσης και πως ο θηλασμός είναι το σπουδαιότερο διατροφικό στάδιο του ανθρώπου, κάτι που ελάχιστοι συνειδητοποιούν την κατάλληλη στιγμή – και αυτό την είχε καθηλώσει σχεδόν όσο και η γεύση της λιωμένης σοκολάτας πάνω στις βάφλες Βρυξελλών που έτρωγε μικρή, όταν για όλα ήταν νωρίς ακόμα.

Πήρε τα ορτύκια από το χειροποίητο βιετναμέζικο καλάθι που ήξερε πως δίνει μια ιδιαίτερη μυρωδιά στην ωμή σάρκα με το πρώτο κιόλας άγγιγμα. Μερικές ίνες μπαμπού είχαν κολλήσει ανάμεσα στα φτερά κι έμοιαζαν με μικροσκοπικές σούβλες. Σκέφτηκε τον Γκιούλιβερ και χαμογέλασε βιαστικά. Οι φουσκωτές κοιλιές των πουλιών ευωδίαζαν φρεσκοχωνεμένο ρύζι και αγωνία σχιστομάτη κυνηγού των ελών δίπλα στη σπηλιά Χανκ Σον Ντονγκ. Αυτή ήταν η καλύτερη τοποθεσία της περιοχής για τα τερψιλάγνα στρουθία της ημερήσιας εισαγωγής, εξάλλου. Και πιο η υπέροχη μυρωδιά του καλοταϊσμένου έκπληκτου θηράματος που ετοιμαζόταν για ταξίδι.

Ακούμπησε τα στρουθία στον ξύλινο πάγκο από μασίφ Μεράντι – άλλο ένα είδος ξυλείας που προσδίδει απαράμιλλη μυρωδιά και υφή στο κρέας, κάτι σαν διεγερτικό ή παραισθησιογόνο – τα έτριψε ζωηρά και άρχισε να τραβάει ένα ένα τα χρωματιστά φτερά τους. Άκουγε τον κοφτό, συμπαγή ήχο του δέρματος τη στιγμή που ξεριζώνονταν τα σκληρά φτερά και ανατρίχιαζε. Όχι από οίκτο ή αηδία: από καθαρή ηδονή και κάτι που έμοιαζε με ειλικρινή, αγνό πόθο – μπορεί κι ευγνωμοσύνη.

Έπειτα βύθισε τα απογυμνωμένα κρέατα σε μια μαρμάρινη γούρνα γεμάτη παρθένο ελαιόλαδο αρωματισμένο με σπόρους κόκκινου γλυκού πιπεριού, πρώιμο λάιμ, φρέσκα φύλλα εστραγκόν και αποξηραμένο ισπανικό ρόζμαρι.

Τελειώνοντας το μαρινάρισμα, ξέπλυνε με λευκό γαλλικό κρασί – ημιαφρώδες προτιμούσε πάντα, από τους αμπελώνες της Βουργουνδίας ή του Λουξεμβούργου– άπλωσε τα μικροσκοπικά ορτύκια στο πήλινο σκεύος και πρόσθεσε τον αιματηρό χυμό των αγριομύρτιλλων νάνων που είχε μαζέψει από το δάσος της περιοχής εκείνο το μεσημέρι. Έβαλε το έδεσμα να μαγειρευτεί στον ξυλόφουρνο, που φρόντισε αμέσως να σκεπάσει με φύλλα τζαϊπουριανού μάνγκο και μπανανιάς από φυτά μετρίου μεγέθους, και σκούπισε τα χέρια της στην ολόλευκη ποδιά της.

Μπροστά της, στην μαντεμένια κατσαρόλα – είχε αδυναμία στα brut υλικά – των 45 εκατοστών, έβραζαν ήδη τρεις μικρές αστακοκαραβίδες. Ανασήκωσε το καπάκι και εισέπνευσε την τελευταία τους πνοή καθώς το νερό είχε μόλις αρχίσει να κοχλάζει. Παρατήρησε τα λεπτά ποδαράκια που αν είχαν φωνή θα τσίριζαν από πανικό και τις αλλόφρονες κεραίες που αδυνατούσαν να συλλάβουν τον φρικτό τους θάνατο. Χαμογέλασε τρυφερά στα θαλασσινά που ψυχορραγούσαν και ανακίνησε διακριτικά το μαγειρικό σκεύος. Δίπλα ακριβώς, περίμενε ο χωριάτικος τραχανάς από κάποιο ορεινό χωριό της Ελλάδας – Πέρα Γυναικόκαστρο λεγόταν, νομίζω, και ο χάρτης δεν το είχε καν – που με την τραχιά γεύση του θα αναδείκνυε εξαίσια τη γλύκα των τεθνεώτων θαλασσινών.

Άνοιξε το τσόχινο σακουλάκι και εισέπνευσε την υπόξινη μυρωδιά. Της θύμισε άρωμα στήθους λεχώνας. Πήρε μια χούφτα και την άπλωσε στον πάγκο από Μεράντι. Μούλιασε τα χέρια της σε ένα φλιτζάνι χλιαρό τσάι περγαμόντο και πατίκωσε ηδυπαθώς το υλικό μαζί με λίγο ψιλοαλεσμένο κιμά χοιρινού νούμπουλου, αρωματισμένου με δεκαεπτά διαφορετικά αφρικανικά μπαχάρια. Μετά έπλασε μια μικρή μπάλα και ακούμπησε το κατάπλασμα στο δεξί της μάγουλο.

Ένιωσε τη δροσιά της εύπλαστης μάζας να θεριεύει πάνω στο δέρμα της. Έκλεισε τα μάτια και απόλαυσε την επαφή. Η χούφτα της είχε άγγιγμα αιθέρων. Κάτι από την βελουτέ επιφάνεια της επιδερμίδας της μεταγγίστηκε στο υλικό και το έκανε να ανατριχιάσει, έτσι όπως ανατριχιάζει και αναδεύεται από μόνο του ένα μείγμα που ποτίζεται με μαγειρική σόδα ή ένα ανθρώπινο κορμί που αφήνεται στην ευχαρίστησή του.

Κατόπιν αποχωρίστηκε το κατάπλασμα και το κοίταξε να αλλάζει χρώμα μέσα στη χούφτα της. Έστυψε με βία το ωχρό ζουμί μέσα σε μια καινούρια μαντεμένια κατσαρόλα και το άφησε να σιγοβράσει μαζί με δέκα φύλλα μαυροδάφνης και μια μεγάλη κουταλιά μαύρο μέλι αραιωμένο σε απόσταγμα μαροκινού πορτοκαλιού. Κοιτώντας το μείγμα της σκέφτηκε πως η τρυφερότητα είναι ένα ένστικτο πολύ βαθύτερο από την λαγνεία και αυτός είναι ο λόγος που καταντά τόσο δύσκολο να βρεθούν ικανές μαγείρισσες – όπως και ερωμένες της προκοπής – στις μέρες μας.

Καθάρισε το πράσινο μήλο με τον κυνηγετικό σουγιά που της είχε χαρίσει παλιά ένας κάπως άξεστος εραστής απ’ το Παρίσι – ένα βουκολικό touch το ήθελε πάντα, ακόμα και στις πιο gourmet συνταγές της – και πέταξε τη λευκή σάρκα στα σκουπίδια χωρίς να την λυπηθεί. Πήρε στα χέρια της τις φλούδες και θαύμασε την ψιλοκομμένη μεμβράνη που αναριγούσε απαλά σαν να φοβόταν. Μάζεψε προσεκτικά με την άκρη του σουγιά τις δροσοσταλίδες που ανέβλυσαν στην επιφάνεια της φλούδας και πρόσθεσε το υλικό στο υγρό του τραχανά που σιγόβραζε δίπλα. Τρεις πρέζες μαύρης ζάχαρης και ένα κουταλάκι ινδικού κάρι με άρωμα γιασεμί προστέθηκαν στο μείγμα και έδωσαν το χρυσοκόκκινο χρώμα που σχεδίαζε από την αρχή της διαδικασίας.

Μία ώρα αργότερα, πάνω στο λευκοντυμένο ρουστίκ τραπέζι του σαλονιού, ανάμεσα σε μασίφ ασημένια μαχαιροπίρουνα, λευκά κεριά και φρεσκοκομμένα λουλούδια, σερβίρονταν ένας μακρόστενος μεταλλικός δίσκος φορτωμένος μέχρις εσχάτων. Στο κέντρο τα ορτύκια έμοιαζαν με λεπτομέρεια από πίνακα αχόρταγου ζωγράφου που αγαπούσε την Αμάλθεια. Ολόγυρά τους δέσποζαν χοντροκομμένα φρούτα ξηροί καρποί, λόγχες άγριας φτέρης και μερικές ατάσθαλες ίνες μπαμπού, πνιγμένες στην βαθυκόκκινη σάλτσα από τα μύρτιλα και πιο κει το γλυκασμένο πουλίσιο λίπος που έμοιαζε με παχύρρευστη κομπόστα. Στα αριστερά μια άλλη πιατέλα με τις τρεις αστακοκαραβίδες λουσμένες στο σιρόπι του μήλου και του χαϊδεμένου τραχανά ευωδίαζαν τρυφερότητα και αλλοφροσύνη. Η μελωμένη σάλτσα, σαν σιρόπι καραμέλας αλλά σαφώς πιο υπαινικτική, έγλυφε τα μαλακά κελύφη. Στις κρυστάλλινες κανάτες τα κρασιά περίμεναν τη σειρά τους στη σωστή θερμοκρασία. Το ψωμί που προοριζόταν να συνοδέψει το συμπόσιο άχνιζε κατάμαυρο μέσα σε ένα βαθύ χωριάτικο πανέρι.

Ο συνδυασμός εκλεπτυσμένων σκευών με τραχιά υλικά, φαινομενικά αταίριαστης αισθητικής, ήταν το μυστικό της γούστο. Κοίταξε το τραπέζι μια τελευταία φορά και αναστέναξε ικανοποιημένη.

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Τα φώτα της Μεδίνας είχαν ανάψει. Στο βάθος το τέμενος του Προφήτη διακρίνονταν σαν γιγάντια σκιά. Οι ελάχιστοι περαστικοί μουσουλμάνοι έμοιαζαν με κουρδισμένα παιχνίδια. Πάντα τους έβρισκε αστείους, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Μια αύρα παλιάς όασης διαπέρασε τη γάζα της κουρτίνας και γέμισε το δωμάτιο σαν αναπνοή.

«Είναι μέγα προνόμιο να έχεις κάποιον που να του σερβίρεις το φαγητό που μαγείρεψες απλώς και μόνο επειδή είχες όρεξη να μαγειρέψεις. Ειδικά αν μαγειρεύεις καλά και αν πεινάει αρκούντως», σκέφτηκε εισπνέοντας τη φρεσκάδα της νύχτας.

«Le Maître est servi», μονολόγησε, και χώθηκε στον πέτρινο διάδρομο με τις δάδες λαδιού αφήνοντας το σαλόνι άδειο, με το τζάκι αναμμένο και το φαγητό να αχνίζει μαλακά μέχρι να έρθει η ώρα.

Αρέσει σε %d bloggers: