Αρχεία Ιστολογίου

Μόλεμπεϊκ, η καθημερινότητα στο «γκέτο»

AVGH

(Kείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα στις 30 Νοεμβρίου 2015)

Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις μια πόλη, ή μια γειτονιά, είναι να την περπατήσεις. Στις μέρες μας, η πιο συζητημένη και επίκαιρη γειτονιά των Βρυξελλών είναι το Μόλεμπεϊκ (καθώς σε αυτή, μετά την 13η Νοεμβρίου, έγιναν συλλήψεις εννιά υπόπτων για τις επιθέσεις στο Παρίσι). Κάποτε η περιοχή αυτή αποκαλούνταν «το Μικρό Μάντσεστερ του Βελγίου» λόγω της έντονης βιομηχανικής ανάπτυξης που γνώρισε πριν από έναν περίπου αιώνα, σήμερα όμως έχει τη φήμη πως «χρειάζεσαι διαβατήριο για να περάσεις», και αυτή η φήμη, πέρα από αστεϊσμός είναι σε μεγάλο βαθμό και μια δυσάρεστη πραγματικότητα.
Ο δήμος των ενενήντα πέντε χιλιάδων κατοίκων είναι δομημένος σε δύο κομμάτια που χωρίζονται από τις γραμμές του τρένου. Δυτικά του σιδηροδρομικού σταθμού απλώνεται η αμιγώς οικιστική περιοχή και τα κτίρια της δεκαετίας του ’50 και του ’60, που αρχικά κατοικούνταν αποκλειστικά από Βέλγους. Ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού ανθεί το εμπόριο, η νυχτερινή ζωή, τα θέατρα και το αραβικό φολκλόρ που, όσο διαρκεί το φως της μέρας, προσελκύουν έναν σημαντικό αριθμό τουριστών και επισκεπτών. «Πρόκειται για την ‘αραβική γειτονιά’, που άλλοτε έμοιαζε με το Marrakech, στις μέρες μας όμως κινδυνεύει σοβαρά να μεταμορφωθεί σε ένα νέο Peshawar», τονίζει χαρακτηριστικά η δήμαρχος.
Σήμερα το Μόλεμπεϊκ κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Άραβες, και κατά 80% από Μαροκινούς. Τα μικρομάγαζα, τα εστιατόρια, τα καφενεία και τα σχολεία λειτουργούν κυρίως με τον ντόπιο πληθυσμό. Η περιοχή υπακούει σε άρρητους νόμους οι οποίοι αποτελούν τον καθημερινό κώδικα επικοινωνίας και κοινωνικής δομής του μουσουλμανικού κόσμου. Πολυάριθμα μαροκινά, τούρκικα ή αλγερινά τζαμιά λειτουργούν σε μικρά διαμερίσματα εργατικών πολυκατοικιών, παρότι υπάρχει και κανονικό τζαμί του οποίου ο μιναρές διακρίνεται από όλα τα σημεία της περιοχής. Στα κρεοπωλεία δεν πωλείται χοιρινό κρέας και η τροφοδοσία τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρεία Isla Meat. Σε ορισμένα καφενεία, όπως το γνωστό στην περιοχή L’ Baraka, η παρουσία γυναικών δεν γίνεται εύκολα ανεκτή. Η πώληση αλκοόλ επιτρέπεται σε συγκεκριμένα μόνο σημεία και εξυπηρετεί κυρίως τουριστικούς σκοπούς.
«Όσες φορές έχει πατήσει λευκός στο μαγαζί μου», αναφέρει ο Τζαμάλ, ιδιοκτήτης καφενείου, «είναι για να κάνει κάποιον έλεγχο. Δεν έχω τίποτα εναντίον της πολυπολιτισμικότητας, όμως όλοι μου οι πελάτες είναι Μαροκινοί». Ο Τζαμάλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικού μετανάστη που ήρθε στο Βέλγιο αναζητώντας εργασία και κοινωνική ανέλιξη, όπως πολύς κόσμος που καταφθάνει καθημερινά από την Αλγερία, την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σομαλία. «Ήρθα εδώ για να δουλέψω. Αν ήταν να διάλεγα χώρα με καλό καιρό θα έμενα στην πατρίδα μου. Τουλάχιστον εκεί κάνει ζέστη. Τώρα με τα επεισόδια η μάνα μου ανησυχεί, με παίρνει τηλέφωνο από το Μαρόκο κάθε βράδυ».
Ο γνωστός ηθοποιός Ben Hamidou, σαράντα εννέα ετών, μουσουλμάνος, είναι ένας από τους κύριους εκπροσώπους της τέχνης και της διανόησης στην περιοχή. Έζησε την έξαρση των επιθέσεων των ακροδεξιών στις συνοικίες του Molenbeek του ’80, τις οδομαχίες του ’91, τη δημιουργία των πρώτων αστικών κατοικιών, την εξάπλωση του τσαντόρ, την έξαρση της τζιχάντ. «Παρατηρώ μια εμμονή στις διακρίσεις και την καταπίεση, μια έξαρση της ισλαμοβοφίας», δηλώνει. «Όλα αυτά όμως δεν είναι μοιραία. Δεν καταπολεμούνται με παράπονα και μεμψιμοιρίες. Πρέπει να αναλάβουμε δράση».

«Το Μόλεμπεϊκ το θεωρούσα σπίτι μου για εννέα ολόκληρα χρόνια», δηλώνει ο Φλαμανδός Teun Voeten, πολιτισμικός ανθρωπολόγος και φωτογράφος πολεμικού ρεπορτάζ. «Το 2005, πού ήρθα να μείνω εδώ, ήταν η πιο κακόφημη και φθηνή γειτονιά των Βρυξελλών. Ανήκα στο νέο κύμα των ανθρώπων με πανεπιστημιακή μόρφωση, κατά κανόνα λευκών, των ‘bourgeois bohémiens’, όπως μας αποκαλούσαν οι Βέλγοι. Συνεργαζόμασταν με έναν ντόπιο εργολάβο, τον Χασάν, ο οποίος μια ωραία πρωία εξαφανίστηκε με τα ενενήντα πέντε χιλιάδες ευρώ που του είχαμε πληρώσει για την ανακαίνιση του κτιρίου μας. Μέσα σε εννέα χρόνια κατάλαβα πως η γειτονιά κατοικούνταν κυρίως από φανατισμένους και επικίνδυνους ανθρώπους. Με την ανεργία να φτάνει το 30% οι δρόμοι ήταν γκιλοτίνες. Οι λευκές που κυκλοφορούσαν στο δρόμο ασκεπείς άκουγαν βρισιές και απειλές. Αν τολμούσες να πεις μια κουβέντα για να τις υποστηρίξεις σε φώναζαν ρατσιστή και σου άρχιζαν κατήχηση. Τα εβραϊκά μαγαζιά στη Chaussée de Gand έκλεισαν κακήν κακώς, βανδαλισμένα. Οι ομοφυλόφιλοι της περιοχής έφυγαν άρον άρον, καθώς έπεφταν θύματα βίας κάθε τόσο. Δεν υπήρχε ούτε ένα καφενείο όπου να μπορούσαν να συνυπάρξουν άραβες, μαύροι και λευκοί. Οι παιδικές συμμορίες κυριαρχούσαν στην περιοχή, ασφάλεια δεν ένιωθες πουθενά. Έφυγα από το Μόλεμπεϊκ το 2014 λόγω φόβου. Η κουλτούρα της γειτονιάς μου ήταν η κουλτούρα της άρνησης. Μια αλλιώτικη δυναμική μπορεί να υπάρχει στην Καζαμπλάνκα ή στο Μαρακές, σίγουρα όμως όχι εδώ. Το Μόλεμπεϊκ είναι γεμάτο στενά δρομάκια, φθηνά διαμερίσματα και ιδιωτικά Kashba [τι ν αυτό] όπου οι τζιχαντιστές μπορούν να κρυφτούν ανενόχλητοι. Ο αυτοκινητόδρομος και ο πιο πολυσύχναστος σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης βρίσκονται λίγα λεπτά πιο πέρα, γεγονός που εξασφαλίζει εύκολη οδική πρόσβαση».

Ο Νίκος, Έλληνας δικηγόρος, μόνιμος κάτοικος Βρυξελλών, λέει: «Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του. Υπάρχει ένας αόρατος εχθρός που δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει. Ελπίζουμε να πιάσουν σύντομα τους τρομοκράτες, ξέρουμε όμως πως δεν είναι εύκολο. Η μουσουλμανική κοινότητα των Βρυξελλών είναι τεράστια, και πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν ενσωματωθεί καν στην κοινωνία μας.”
Ο Αντώνης, επίσης μόνιμος κάτοικος Βρυξελλών, προγραμματιστής η/υ, δηλώνει: «Πιστεύω πως έτσι όπως έχουν τα πράγματα για την ώρα τίποτε σοβαρό δεν πρόκειται να συμβεί. Μπαίνουμε όμως σε μια εποχή αμφιβολίας και άγχους. Από την άλλη, αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα για την επίλυση σοβαρών προβλημάτων σε περιοχές όπως το Άντερλεχτ  και το Μόλεμπεϊκ, όπου η εγκληματικότητα είναι υψηλότερη από άλλα σημεία της πόλης».
Οι κάτοικοι του Μόλεμπεϊκ δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ζουν κανονικά τη ζωή τους σύμφωνα με τους κώδικες του πολιτισμού, της ιστορίας και της θρησκείας τους. Μέσα στο κλειστό πλαίσιό τους, συνεχίζουν να διατηρούν τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά τους. Εκπαιδεύουν τα παιδιά τους σύμφωνα με αυτές τις αρχές και φροντίζουν να μην χαθούν οι παραδόσεις τους, όπως τείνει να κάνει κάθε λαός που ζει μακριά από τη χώρα του. Είναι αλήθεια πως εξαιτίας των κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων τους, καθώς και της ταξικής διαφοράς με άλλες εθνότητες της χώρας, η πλήρης ενσωμάτωσή τους στη βελγική κοινωνία δεν είναι αυτονόητη. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητάς του, το Βέλγιο θεωρείται από τα ανεκτικότερα και προοδευτικότερα ευρωπαϊκά κράτη.
Το 2012, στην κεντρική πλατεία της πόλης, την τουριστική Grand Place, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο δέντρο αντικαταστάθηκε από μια φωτεινή κυβιστική κατασκευή από μέταλλο ύψους είκοσι τεσσάρων μέτρων. Πολλοί υποστήριξαν πως αυτό συνέβη μετά από ενστάσεις της μουσουλμανικής κοινότητας που πρότεινε «την κατάργηση αυτού του παγανιστικού συμβόλου, το οποίο με το πέρας του χρόνου εκχριστιανίστηκε από τις εκκλησίες». Τη φήμη αυτή έσπευσε να διαψεύσει ο εκπρόσωπος του Δήμου Βρυξελλών. Η κοινή γνώμη, εντούτοις, αντέδρασε έντονα, δεδομένου ότι μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα όπως οι Βρυξέλλες οφείλει να σέβεται τις παραδόσεις και τις ιδεολογίες όλων των κατοίκων της, εφόσον ακόμη και για τους άθεους το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραμένει ένα εορταστικό σύμβολο.
Η πραγματικότητα είναι πως, για τον τουρίστα, μια βόλτα στα στενά του Μόλεμπεϊκ θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα εμπειρία. Για τους κάτοικους των Βρυξελλών, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα σχεδόν άβατο μουσουλμανικό γκέτο.

Πηγές: POLITICO –  Molenbeek broke my heart, Teun Voeten, 2015
La Libre.be –  Molenbeek, son enérgie et ses démons, François Brabant, 2015
New Diaspora –  Fear and Loathing in Brussels, Katerina Koronaki, 2015

Advertisements

Rebus

Δρόμος-270

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 3 Ιουλίου 2015 και στην Bibliotheque στις 6 Ιουλίου 2015)

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες σε νησιά, σε επαρχιακές πόλεις με παραθαλάσσιο γλωσσικό ιδίωμα, σε ταινίες σκηνοθετών που μπερδεύω τα ονόματά τους. Μπορεί να ήταν ο Αγγελόπουλος, μπορεί και ο Νικολαΐδης. Στο φως του σούρουπου, λίγο πριν την μπλε ώρα, με τα κινηματογραφικά λαμπιόνια αναμμένα στη σειρά, λίγο πιο κει, να κρέμονται στο πλαστικό καλώδιο είτε από κολώνες της ΔΕΗ είτε από ξέμπαρκα αρμυρίκια, και ένα λαϊκό βαρύ κι ασήκωτο να γρατζουνάει το βάθος της σκηνής σαν θρηνητικό μουρμουρητό ή σαν υποχρεωτικό καιρικό φαινόμενο πάνω από τα ανθρώπινα κεφάλια.

Ήχοι πιρουνιών στην άκρη του πιάτου, εκπνοές καπνού, μια γυναικεία φωνή με μπόλικη εσάνς έρωτα και εμμηνοπαυσιακής υστερίας, το βαρύ γέλιο ενός μάγκα, κάτι άδοξες προθέσεις συμβιβασμού. Ένα πουλί που πάει για ύπνο. Ένα φέρι μποτ που έρχεται κι ένα άλλο που διασχίζει τη θάλασσα στο βάθος, αβάσταχτα σιωπηλό. Κομματάκια από γυαλί οι σκηνές που θυμάμαι, και ξάφνου μου έρχεται στο νου ένα παλιό μου όνειρο, όπου ανέβαινα λέει τις σκάλες του μετρό στην Πανεπιστημίου και μασούσα το γυάλινο μπουκάλι από το άρωμα ενός περαστικού που με είχε εντυπωσιάσει. Το στόμα μου είχε γεμίσει γυαλιά, μα δεν πονούσα. Ένιωθα μόνο την αδιέξοδη και άοσμη υποχρέωση του ανθρώπου που οφείλει να κάνει το καθήκον του – ακόμα και αν αυτό είναι να μασάει γυαλιά ή να καταπίνει πρόκες – και την άδεια λύπη εκείνου που μόλις ανακάλυψε πως είναι φτιαγμένοι από άνθρακα οι περισσότεροι θησαυροί αυτού του κόσμου.

Θυμάμαι τις παράλληλες γραμμές από το κατά τόπους κακό καλούπιασμα του τσιμέντου, εκεί στις αποβάθρες. Σε όλες τις αποβάθρες που έχει τύχει να δω. Ανάγλυφα ρυάκια αποτρόπαιης σκληρότητας, μπετόν αρμέ επιφάνειες που αν περπατήσεις πάνω τους ξιπόλητος θα σου ματώσουν τις πατούσες. Οι αποβάθρες είναι παράθυρα στον κόσμο, σημεία τομής, τρύπες στη διάπλαση του πλανήτη. Τεχνητές γέφυρες που καλύπτουν κενά που η Φύση θα κάλυπτε βέβαια με τρόπο εντελώς διαφορετικό, ενδεχομένως και καθόλου.

Ζούμε στην παρά φύσιν εποχή μιας μετάλλαξης παντός επιστητού, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται με γυμνό μάτι. Οι αποβάθρες, οι ώρες του ρολογιού, οι κινηματογραφικές αναφορές και τα ανεξήγητα όνειρά μας, οι λέξεις και οι κινήσεις μας, μέχρι και οι τυχαίες μας ματιές σε έναν περαστικό που δεν θα αντικρύσουμε ποτέ ξανά μοιάζουν με τις αφορμισμένες πληγές στο σώμα ενός βαριά τραυματισμένου που υποδύεται τον αλώβητο για να μην αφεθεί να συνειδητοποιήσει πως είναι ήδη ακρωτηριασμένος και πως είναι πλέον για όλα αργά.

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες των λιμανιών και επινοώ απ’ την αρχή τα πρόσωπα επιβατών που έχω λησμονήσει. Αναγραμματίζω τα ονόματα των πλοίων σε αστειότητες και σκέφτομαι εικονικές διαδρομές σε θάλασσες και ακτές μιας τηλεοπτικής διαφήμισης, μιας υπερπροσφοράς σε φυλλάδιο διακοπών ενός τουριστικού γραφείου, μιας παλιάς καρτ ποστάλ, μιας παλιάς εποχής, ενός παλιού εαυτού μου, μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει πού την άφησα, κι αλίμονό μου αν ποτέ μου τη θυμηθώ κι αρχίσω να την ανακρίνω.

Για ποιον γράφτηκε ο Εθνικός Ύμνος και λίγοι στίχοι

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 14 Φεβρουαρίου 2014)

.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.
Για την Ελευθερία που έχει πρόσωπο και κρατά σπαθί στο χέρι. Για την Ελλάδα των γυμναστικών επιδείξεων, της λιτανείας του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη, της παρέλασης της 25ης Μαρτίου.
Του αγιασμού, της σχολικής φωτογραφίας, της μπλε ποδιάς. Της μπάντας στην πλατεία. Του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου, της καθαρεύουσας και του πολυτονικού. Του Τσεκλένη και του Πατίστα. Της γραμματικής και της ορθογραφίας. Το ύψιλον δασύνεται, μακρό προ βραχέως περισπάται. Της Μεγάλης Εβδομάδας και των Χαιρετισμών, της ορθόδοξης βάπτισης νεογνών σε μπρούτζινη κολυμπήθρα. Του Δεκαπενταύγουστου και του Ψυχοσάββατου, του θυμιατού πάνω στο μνήμα.
Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.
Των λαϊκών ασμάτων του μεσημεριού και του ακάλυπτου που μυρίζει καλαμαράκια. Του Νεοφύτου, του Αγάθωνος, της Αθανασίας, της Κυριακής των Προπατόρων. Του τούρκικου καφέ, των τούρκικων λέξεων, της τουρκοκρατίας. Των Ιονίων νησιών και της Θράκης. Της Μεταπολίτευσης και του Πολυτεχνείου. Του Ρετιρέ και του Λούνα Παρκ, πέντε κρίκοι ένα τάλιρο, δραχμές στο βιβλιάριο της Εθνικής Τραπέζης. Του Τσαρούχη, του Πετρόπουλου, του Κουν, της Μελίνας. Του παπά, του δάσκαλου, του γιατρού και του δικηγόρου. Της εκδρομής με το αυτοκίνητο στη Βουλγαρία. Της Αλεξίου, του Νταλάρα, του Σαββόπουλου, του Νικολαΐδη. Της νύφης με τα τούλια και του αρραβώνα με τα στέφανα πάνω στο εικόνισμα σταυρωτά. Των πεθερικών στη μπροστινή θέση.
Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή, δεν είν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.
Των κρατικών νοσοκομείων με τις βάρδιες κάτω από τις νέον λάμπες, τις γόπες Καρέλια πίσω από τη σκάλα, τις νοσοκόμες με τα πεταλούδα γυαλιά. Του φαγητού της μαμάς, της προίκας, της δασκάλας με τα χρυσά μάτια και του λεβέντη της Τρούμπας. Του τσαμπουκά, του φιλότιμου, της φραπεδιάς, της ελληνικής φιλοξενίας. Των αμετάφραστων εννοιών και των ηχοποιημένων λέξεων. Του Οδυσσέα του Πολυμήχανου και του Ευγένιου Αρανίτση. Του Μελιγαλά και του Κρυφού Σχολειού, του ΕΑΜ, του Ζέρβα, της Ιοκάστης και του Φλωράκη. Της Καίτης Γαρμπή και της Νένας Βενετσάνου. Της σπανακόπιτας, του κομπολογιού και του Παστίτσιου. Του Λουκή και της Μαλβίνας, του Τσιτσάνη και του Μάρκου. Των σεισμών.
Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.
Της Έλλης Λαμπέτη, του Δημήτρη Χορν και της Τίνας Σπάθη. Του σταυρού κάτω απ΄ τα εικονίσματα, του σταυρού κάτω απ΄ τα κύματα, της ευχής της μάνας. Της Αγίας Λαύρας και του Κρυφού Σχολειού. Του αιώνιου φοιτητή, του φλώρου, του ροκά, του φρικιού, της ακμής στο κούτελο μέχρι τα τριάντα. Των Εξαρχείων, των ουζερί, των παραλιακών οδών, της εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου. Των ιερομαρτύρων και των μπράβων, των λαϊκών μαγαζιών στο πλάι του δρόμου, των κοριτσιών που τις νύχτες βάζουν κουφέτα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους.
΄Ολοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.
Των καρδιαγγειακών επεισοδίων, της μεσογειακής διατροφής, του οίνου που ευφραίνει καρδίας. Της πιτυρίδας, της ονυχοφαγίας, των υπέρβαρων παιδιών. Της Αρκαδίας. Του Καραμανλή, του Παπανδρέου, των Δώδεκα Θεών. Των γιασεμιών και της αστακομακαρονάδας, της πολυκατοικίας χωρίς πετρέλαιο, του Εκράν και της Ριβιέρα, του Ντεπό. Της εποχής των δολοφόνων και της εποχής των παχιών αγελάδων.
Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως από μία μεριά και απ’ άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.
Του Βαλκανιζατέρ. Των πλακάτ, των μολότοφ, της Lacta και των Ζωνιανών. Της συγκίνησης και του κόμπου στο λαιμό μπροστά σε όλους. Της φωνής, της χειρονομίας, του ξερόλα, του κουβαρντά, της Κατίνας. Της πρέφας και του ταβλιού, του νυχτερινού μπάνιου. Της Αγια Σοφιάς. Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, της Ευρώπης, της ρεζέρβας. Του μπουζουκιού, του Χαμένου Αδελφού, του Μεγαλέξαντρου και της γοργόνας.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν’ πολλές, πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Του Δροσίνη. Της λεμονιάς, της ελιάς, του γλυκού του κουταλιού και του άρπα κόλλα. Του Χατζιδάκι. Του δε βαριέσαι και του έλα να σε πάρω αγκαλιά. Του σου ορκίζομαι στα μάτια μου, του αττικού ουρανού, του Πλάτωνα και της γαλανόλευκης. Του σήκω χόρεψε κουκλί μου. Της εθνικής παλιγγενεσίας. Της εξόδου του Μεσολογγίου. Της Σπάρτης και της Αθήνας. Του Βασανίζομαι.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Ενός λεπτού σιγή για τον Wolinski

logo( Κείμενο που δημοσιεύτηκε στον εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 10 Ιανουαρίου 2015)

Δεν ξέρω τι γίνεται όταν κλείσει κάποιος τα μάτια του και πάψει να στέλνει αίμα στον εγκέφαλο η καρδιά του. Δεν ξέρω αν κλείνει ο διακόπτης και πέφτει σκοτάδι παντού ή αν κάτι αποχωρίζεται την ύλη του και συνεχίζει προς άλλες κατευθύνσεις. Η λήξη μιας ζωής είναι δυσάρεστη υπόθεση. Όχι μόνο εξαιτίας του μυστηρίου που καλύπτει το μετά αλλά και εξαιτίας της απώλειας που βαραίνει τις πλάτες και την ψυχή αυτών που μένουν πίσω. Είναι τρομακτικό να γνωρίζει κανείς πως δεν θα ξανασυναντηθεί ποτέ με τον οικείο του. Τρομακτικότερο όμως θα ήταν να μην ήταν προγραμματισμένος ο άνθρωπος με αυτή τη θαυμαστή λειτουργία που ονομάζεται μνήμη.

Στην περίπτωση που ο θάνατος αφορά ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ, συνήθως η αντίδραση είναι ψύχραιμη, και αυτό είναι λογικό. Λυπούμαστε αλλά δεν πονάμε για την απώλεια κάποιου με τον οποίο δεν συνδεθήκαμε συναισθηματικά. Η Φύση προίκισε τον άνθρωπο με λογική και συστήματα ψυχικής αυτοάμυνας. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως, οι φυσικοί νόμοι διαψεύδονται. Μπορεί να λυπηθεί κάποιος πραγματικά για το θάνατο ανθρώπων που δεν συνάντησε ποτέ του. Να νιώσει πόνο, οργή και αγανάκτηση. Να δακρύσει.

Ο Georges Wolinski δεν ήταν σπουδαιότερος από τον Cabu, τον Tignous, τον Charb, τους φύλακες ή τους γραμματείς της εφημερίδας Charlie Hebdo που σκοτώθηκαν στις 7 Ιανουαρίου στο Παρίσι. Δεν ήταν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικός από οποιονδήποτε επώνυμο ή ανώνυμο άνθρωπο που χάνει τη ζωή του σε συνθήκες βίας. Οι νεκροί της δολοφονίας του Παρισιού είναι το ίδιο θύματα με όλα τα θύματα της τρομοκρατίας σε ολόκληρο τον πλανήτη ανά τους αιώνες. Απλώς, η απώλεια ενός δημιουργού είναι και η συμβολική απώλεια του πολιτισμού, και αυτό κάνει ακόμα βαθύτερη την τραγωδία.

«Στις μέρες μου το σεξ ήταν ταμπού, γι΄αυτό και πουλούσε», λέει με το γνωστό, πηγαίο χιούμορ του σε μια συνέντευξή του σε γαλλικό τηλεοπτικό κανάλι. «Σήμερα το σεξ δεν είναι ταμπού, κι όμως πουλάει ακόμα. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί». Και γελάει.

Ο Wolinski ήταν, μεταξύ άλλων, ένας άνθρωπος του πνεύματος που συγκαταλέγονταν στους σημαντικότερους εν ζωή καλλιτεχνικούς δημιουργούς της μεταπολεμικής Γαλλίας, συνιδρυτής του περιοδικού Hara Kiri και βασικό στέλεχος της γαλλικής πολιτικής δημοσιογραφίας από το 1968. Στα κόμιξ του παρακολουθεί κανείς μεταξύ άλλων την διαδρομή και τις περιπέτειες των ιδεών στη Γαλλία, την πορεία της κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού, την κλιμάκωση της πάλης των τάξεων, την εξέλιξη επιφανών προσωπικοτήτων της γαλλικής σκηνής και επικαιρότητας. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός τη δεκαετία του ’80 κυρίως χάρη στα περιοδικά Βαβέλ και Παρά Πέντε, που παρέθεταν συχνότατα κοινωνικοσατιρικές γελοιογραφίες και κόμιξ του.

Αυτά τα δύο περιοδικά – η Βαβέλ κάπως περισσότερο – ήταν το κατώφλι της γνωριμίας μου με την τέχνη του κόμιξ. Μαζί με τρεις τέσσερις άλλους δημιουργούς, ο Wolinski ήταν ο αγαπημένος μου Γάλλος σκιτσογράφος. Καυστικός, απολαυστικός, αστείρευτος, βαθιά συναισθηματικός, με λίγες μονοκοντυλιές ήξερε να περιγράφει με ακρίβεια μια ολόκληρη εποχή, έναν λαό, μια κοινωνία. Η έκφρασή του ήταν λιτή, τολμηρή και γενναία. Με δίδαξε την ομορφιά της αφαίρεσης και την σημασία της καλλιτεχνικής οικονομίας. Γράφοντας κάποια πεζά κείμενα, πολλά χρόνια μετά, ο Wolinski ήταν εκεί για να μου υπενθυμίζει την αξία της απλότητας και την αρετή της λιτής εικόνας.

Κρατώντας, ανάμεσα σε πολύ κόσμο στη μέση μιας πλατείας, ενός λεπτού σιγή μετά τον άδικο χαμό του, αναρωτήθηκα: για ποιον κρατούν οι άνθρωποι ενός λεπτού σιγή σε τέτοιες περιστάσεις; Γιατί σκύβουν το κεφάλι και λυπούνται; Για κείνον που χάθηκε, για κείνον που κοιτάζει ή για αυτούς τους ίδιους, που μπροστά σε έναν οδυνηρό χαμό χρειάζονται για λίγο να μην ακούν ούτε την ίδια τη φωνή τους; Εξάλλου, για έναν άνθρωπο που σάρκασε το πεπρωμένο του είναι φυσικό όσοι τον αγάπησαν να ερμηνεύουν με όρους θυσίας όχι μόνο το έργο του, αλλά και την ίδια τη ζωή του.

Ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει

ESTOn

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του περιοδικού έστω, τον Δεκέμβριο 2014)

 

Υπάρχει ένας αλάθητος τρόπος να καυτηριάζεις μια πληγή, ένα συναίσθημα, μια έξη.

Στη διαδικασία αυτή, η δυσφορία είναι φυσικά αναμενόμενη: καμία χειρουργική επέμβαση δεν έχει πλάκα.

Όταν όμως πρόκειται για θέμα ζωής ή θανάτου, σαφώς προτιμάς να διασχίσεις έναν κάμπο με αγκάθια παρά να περιμένεις να βγουν τα φίδια να σε φάνε.

Ο τρόπος αυτός είναι μάλλον απλός ως προς τη σύλληψή του.

Το άρρωστο «κάτι» συνήθως χτυπιέται καλύτερα με τα δικά του μέσα.

Η πληγή χτυπιέται με νυστέρι που την σκάβει λίγο περισσότερο για να την καθαρίσει.

Το συναίσθημα παλεύεται με τα τραγούδια/μέρη/λόγια/εικόνες που το έχτισαν και το συνόδευαν όσο διαρκούσε αμφίπλευρα το πάθος (τόσο ώστε να γίνεις αναίσθητος σε αυτά).

Και η έξη χρειάζεται μια νέα έξη για να αποδομηθεί, και σιγά σιγά να σβήσει.

Είναι σκληρό να πρέπει κάποιες φορές να αποχωρίζεσαι αιφνιδίως πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους που έχεις αγαπήσει βαθιά, ερωτικά κυρίως.

Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως, ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της ανατροπής. Της διάψευσής τους.

Κανένας βέβαια δεν το σκέφτεται αυτό όταν τις εγκαινιάζει.

Όπως οι έφηβοι και οι νεαροί, έτσι και οι ερωτευμένοι οικειοποιούνται το αίσθημα – ή έστω την εντύπωση – της αθανασίας.

Οι νέοι έχουν την ωραία ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατοι σωματικά και ψυχικά, και οι ερωτευμένοι πως η σχέση τους είναι μοναδική, και ποτέ δεν θα λήξει.

Είναι όμορφοι οι θιασώτες του ανέφικτου, ακριβώς επειδή προσδίδουν – έστω και προσωρινά – ένα ανθρώπινο πρόσωπο στις κατεξοχήν απάνθρωπες καταστάσεις: στο χρόνο που περνά και στην φθορά των πάντων.

Διασκεδάζουν τις εντυπώσεις όσων σοφότερων πέρασαν ήδη από εκεί και γνωρίζουν όσα αυτοί αρνούνται να πιστέψουν.

Ενίοτε, τους βοηθούν να παραβλέψουν, ή έστω να λησμονήσουν για λίγο την ματαιότητα της ύπαρξης και να τοποθετηθούν μέσα σε ένα δανεικό ιδανικό πλαίσιο, που ναι μεν δεν τους ανήκει οριστικά, από την άλλη όμως επιδρά ανακουφιστικά, και τους ανανεώνει.

Με την ίδια λαχτάρα και θαυμασμό που ένας γέροντας κρατά στα πόδια του και χαίρεται με ένα μωρό παιδί που του χαμογελά και του μεταδίδει κύματα ζωής και διάρκειας που στην ουσία ο ίδιος δεν έχει , οι ενήλικες επωφελούνται από την έξαψη των νεαρών που θεωρούν πως είναι μοναδικοί και άτρωτοι σε αυτό τον κόσμο. Και αυτό, όχι μόνον όσον αφορά στις ανύπαρκτες ακόμη ρυτίδες τους ή τα ακόμη δροσερά τους χείλη, αλλά και στο εύρος και στην ισχύ των αισθημάτων τους, που τα χειρίζονται και τα επιδεικνύουν ως αναλλοίωτα και μοναδικά στην πλάση.

Τα παραμύθια είναι όμορφα, ποτίζουν τις ψυχές και διευκολύνουν τον ύπνο των δικαίων.

Όσο μεγαλώνουμε και χάνουμε αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων την πίστη μας σε αυτά,

τόσο θεριεύει μέσα και γύρω μας ο κίνδυνος της αναπόφευκτης ξηρασίας.

Όμως σε περιστάσεις σαν αυτήν τα λόγια είναι μάταια, περιττά, και λίγα.

Και τούτο εδώ το κείμενο γράφτηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα σε μια βόρεια πόλη με βροχή,

μόνο και μόνο για να επιχειρήσει να παραπονεθεί διακριτικά,

να βγάλει λίγη πίκρα απέναντι στις προτετελεσμένες διαδρομές που υποχρεούνται να διανύουν όλα τα πράγματα του κόσμου.

Ανθρωπί

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 18 Απριλίου 2014)

.

Καθόταν δίπλα μου στο θρανίο στα Αγγλικά. Την έλεγαν Τένα, εκ του Παρθένα. Λαϊκή οικογένεια, το σπίτι τους δυο βήματα απ’ το δικό μας. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου – εγώ έξι κι εκείνη επτά – και κάπως αυταρχική. Την θαύμαζα που ήξερε να γράφει μερικές λέξεις πάρα πάνω από μένα, αλλά και την φοβόμουν λίγο, επειδή είχε πάντα τον τρόπο να με κάνει να νιώθω τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά μας ως αξεπέραστο εμπόδιo για ο,τιδήποτε άλλο μας αφορούσε.

Συχνά η δασκάλα των Αγγλικών μας έβαζε να ζωγραφίζουμε γύρω από τις καινούριες λέξεις. Εμένα μου άρεσαν τα γήινα χρώματα: πορτοκαλί, καφέ, κεραμιδί. Και το κίτρινο. Το κίτρινο το είχα ερωτευτεί. Ήταν η πρώτη ξυλομπογιά που τελείωνα πολύ πριν από τις άλλες. Έβαφα ήλιους στην άκρη της σελίδας, στο κέντρο, στη βάση της. Ήθελα ολόκληρη η ζωγραφιά μου να είναι ένας μεγάλος, λαμπερός ήλιος. Και τσαλαπετεινούς ζωγράφιζα, εξωτικά πουλιά σε διάφορες στάσεις: να διαβάζουν, να πετούν, να κοιμούνται.

Εκείνη ζωγράφιζε ανθρωπάκια που τα έβαφε με μια μπογιά που την έλεγε «ανθρωπί». Το χρώμα ανθρωπί δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε το ξανάκουσα ποτέ. Από κείνη το’ μαθα και δικό της παρέμεινε για πάντα.

Δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν όμορφο κοριτσάκι. Με καστανά μαλλιά και λαμπερά μάτια. Δεν έλιωνα για χάρη της, ούτε ήμουν ερωτευμένος, παρόλα αυτά μου τύχαινε να την σκέφτομαι καμιά φορά πριν με πάρει ο ύπνος. Έμοιαζε κάπως με τη μητέρα μου, έτσι νόμιζα τότε τουλάχιστον. Την φανταζόμουν να σκύβει πάνω από το κρεβάτι μου, να με φιλάει στο μέτωπο και να μου λέει «καληνύχτα».

Την είδα τις προάλλες, τυχαία, στην Αθήνα. Ψώνιζε λαμπάδα για τη βαφτιστήρα της, όπως μου είπε χαμογελώντας. Μου είπε επίσης πως παντρεύτηκε έναν βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, πως μένει στην Κηφισιά και πως έχει τρία παιδιά στο ιδιωτικό της γειτονιάς της. Όλα αυτά σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Για μένα δεν με ρώτησε τίποτε. Χάρηκα που μιλήσαμε, και που ευτυχώς δεν έμοιαζε πια καθόλου με τη μητέρα μου.

Φεύγοντας, δίστασα για μια στιγμή. Κάτι μέσα μου με έτρωγε να την ρωτήσω αν θυμόταν το χρώμα «ανθρωπί». Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Ίσως επειδή αν της το έλεγα, αν της ανέφερα εκείνη την παλιά της λόξα, να την έκανα να νιώσει κάπως άβολα. Ή να κάνει πως δεν θυμάται.

Ήταν ντυμένη ως το λαιμό με μια καφετιά, παχουλή γούνα, αληθινή. Φορούσε μαύρα σινιέ γυαλιά που δεν άφηναν τα μάτια της να φανούν. Στα δάχτυλά της έλαμπαν κάμποσα διαμάντια σε μέγεθος κοτρώνας και τα μαλλιά της ήταν πλέον ξανθό σαντρέ46. Μύριζε ένα βαρύ, ακριβό άρωμα που για μια στιγμή με έκανε να νιώσω ναυτία. Μιλούσε βιαστικά και με κείνη την επίκτητη αριστοκρατική προφορά που έχουν τα προάστια της αίγλης. Δεν ξέρω τι άλλο μου είπε, και δεν θέλω καν να προσπαθήσω να θυμηθώ.

Την αποχαιρέτισα ευγενικά, και μου ευχήθηκε «Καλή συνέχεια σε όλα, έτσι;».

Χαμογέλασα και έγνεψα «Ναι». Δεν της μίλησα για κείνη την αρχαία μπογιά. Τι να θυμηθεί από το «ανθρωπί», σκέφτηκα, μια γυναίκα που φαινόταν πως είχε πια ξεχάσει μέχρι και το παραμικρό νόημα της λέξης;

Ο βυθός της κοινωνίας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 15 Φεβρουαρίου 2014)

Εννέα παιδιά και τρεις γυναίκες βούλιαξαν στον πάτο του Αιγαίου. Αυτή είναι η τελευταία παραλαβή του βυθού, την ώρα που ο ελεύθερος αέρας της Ελλάδας δεν αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα για όλους. Οι άνθρωποι μπορούν να αναπνέουν μόνο αν έχουν στην τσέπη τους χαρτιά. Χαρτιά με σφραγίδες, υπογραφές, παράβολα και ημερομηνίες. Οι παράνομοι, οι λαθρομετανάστες, οι ξένοι, οι άτυχοι, οι ανώνυμοι, εκείνοι που έχουν άδειες τσέπες και ρημαγμένη καταγωγή θα είναι κατατρεγμένοι εσαεί. Θα γίνεται ο βίος τους αβίωτος. Κυριολεκτικά και μεταφορικά, θα βουλιάζουν. Κι αν δεν βουλιάζουν από μόνοι τους, πάντα θα βρίσκεται ένας φιλότιμος υπάλληλος να τους δώσει μια χείρα βοηθείας. Με ένα νόμο, με ένα κουπί, με μια σιδηρογροθιά, το αποτέλεσμα μετράει.

Η ερημιά του πολιτισμού και οι ανθρώπινοι νόμοι έχουν το πιο απάνθρωπο πρόσωπο που θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί κάποιος. Σχήμα οξύμωρο πια οι έννοιες και οι αρχές που προορίζονταν να γίνουν η περιγραφή και η απεικόνιση ενός δίκαιου κόσμου. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι μαγνητάκια στο ψυγείο. Μπιχλιμπιδάκια που χρησιμεύουν μόνο ως διακοσμητικοί υπαινιγμοί για τη δημιουργία εντυπώσεων πάνω σε μια ψυχρή, αδυσώπητη, κενή επιφάνεια που δεν αποσκοπεί στη βελτίωση ή στο αυγάτισμα της ζωής, παρά μόνο στην διαιώνιση των παγιωμένων εσωτερικών δομών της που με το πέρας του χρόνου μόνο πιο νοσηρές – έως θανατηφόρες – τείνουν να καθίστανται για όλους.

Η προπαγάνδα του κράτους λειτουργεί ικανοποιητικά.Η παρανομοποίηση της εργασίας των μεταναστών εργατών είναι η μαγική λύση σε ένα επιπλέον πρόβλημα που «αμαυρώνει» την δημόσια εικόνα μιας χώρας υπό κατάρρευση, η οποία προσπαθεί να πιαστεί από τα μαλλιά της για να μην πνιγεί και αυτή. Όχι αμέσως, τουλάχιστον. Εφόσον δεν μπορεί κάποιος να σφραγίσει με τσιμέντο τα σύνορα, όπως άλλοι βουλώνουν τρύπες, ας σφραγίσει το μέλλον των ανθρώπων που επιχειρούν να τα διασχίσουν. Η δικαιοσύνη κόβεται και ράβεται στα μέτρα εκείνων που έχουν την αξίωση και τα μέσα για να την χρησιμοποιούν. Και λειτουργεί ρολόι.

Ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας θρηνεί για το ανθρώπινο πένθος των κατεστραμένων. Αγανακτεί μπροστά στις εικόνες του τρόμου και της συμφοράς. Από την άλλη πλευρά, οι φίλοι του κράτους αναζητούν δικαιολογίες και φτηνές απαντήσεις στην ερώτηση που θα έκανε ακόμη κι ένα παιδί: «Γιατί;». Η απάντηση είναι απλή, είναι όμως αμφίβολο αν θα τολμήσει ποτέ κάποιος να την δώσει. Επειδή ο σκληρός πυρήνας του κράτους οφείλει να παραμείνει στο απυρόβλητο, να μην λογοδοτεί ποτέ. Στην Ελλάδα της τρόικας και των συνεργατών της θα κατασκευάζονται ένοχοι, θα δολοφονούνται αθώοι, θα παραπληροφορείται η κοινωνία και θα απομυζάται ο λαός. Επειδή αυτό συμφέρει τα αφεντικά του λαού και τους χειριστές του μέλλοντός του. Αυτή είναι η συμφωνία.

Η διαχείριση της κρίσης που προκάλεσε και διαιωνίζει ο ίδιος ο κρατικός μηχανισμός θα γίνεται με τρομοκρατία, ασέλγεια, καταστολή και βαρβαρότητα. Τέλος τα δικαιώματα και οι ελευθερίες. Κοινωνικός δαρβινισμός παντού. Στις φυλακές, στα σύνορα, στις γειτονιές, στα νοσοκομεία, στα σχολεία, στο υποθηκευμένο μέλλων των αγέννητων παιδιών. Η ομερτά πρέπει να επιβληθεί ως καθολικός νόμος. Η άμισθη εργασία προωθείται ως μοντέρνα εναλλακτική και εκλεκτό προνόμιο: τα εγχώρια σκλαβοπάζαρα χωράνε μόνο Έλληνες – οι «λαθραίοι» ούτε αυτό δεν θα πάρουν. Ο σκληρός πυρήνας του κράτους φροντίζει επαρκώς γι’ αυτό, όπως και για τόσα άλλα. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο ένας μυθικός τόπος παραδείσιας ομορφιάς και μεγάλης ιστορίας. Μπορεί να γίνει και ένα υπερσύγχρονο, πλήρως εξοπλισμένο και τρομακτικό κολαστήριο. Με αποδεικτικά στοιχεία. Φωτογραφίες, συνεντεύξεις, σχόλια, μαύρες γραμμές πάνω σε ονόματα πρώην ζωντανών που βγήκαν απ’ τη μέση. Με ατού στην τσέπη τις στατιστικές και τα χρονοδιαγράμματα αφανισμού, λαμπερά παράσημα, σε περιόδους πολέμου, ειρήνης, κρίσης, προεδρίας

Βρυξέλλες: Η αυταπάτη του αστικού ουράνιου τόξου

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ στις 2 Φεβρουαρίου 2014)

Βρυξέλλες, Ιανουάριος 2014. Στην πρωτεύουσα της Ευρώπης, τις Βρυξέλλες, δεν υπάρχουν μόνο τράπεζες, διεθνείς οργανισμοί, το Atomium και ο Leonidas. Τελευταία παρατηρείται έντονη άνθηση στον τομέα της διασκέδασης, και μάλιστα με άκρως καινοτόμο τρόπο: όλο και περισσότερα trendy μαγαζιά ανοίγουν σε υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης. Θέατρα, μπαρ, εξωτικά εστιατόρια και κλαμπ, που κανονικά θα συναντούσε κανείς σε πιο κεντρικά σημεία, τώρα εμφανίζονται σε γειτονιές μεταναστών, ανάμεσα σε εργατικές κατοικίες και τηλεφωνικές καμπίνες με αφρικανικά και ασιατικά ονόματα.

 Προκειμένου να εξομαλυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η κοινωνική και οικονομική πολυμορφία, η πολιτεία αποφάσισε να προωθήσει την ιδέα της εμπορικής εκμετάλλευσης κάποιων μέχρι πρότινος ανώνυμων λαϊκών περιοχών. Η συγκέντρωση ενός κοινού με οικονομική και μορφωτική υπεροχή σε ένα γκρίζο αστικό τοπίο αποτελεί την νέα επικοινωνιακή πρόκληση: υποτίθεται πως το νέο αίμα, που θα ζωντανέψει τις υποβαθμισμένες ζώνες, είναι ταυτόχρονα το δόλωμα αλλά και η επένδυση για τις επιχειρήσεις που επιδιώκουν αυτή την κοινωνικοοικονομική σύγκλιση.

 «Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες», λέει ο Ντεμπόρ στο βιβλίο του Η κοινωνία του θεάματος. Τα trendy μαγαζιά προσελκύουν μεν πελάτες βορείων προαστίων, τελικά όμως δεν ευνοούν την επαφή με την κοινωνία «της κάτω πλευράς του καναλιού». Η κοινωνική σχέση ανάμεσα σε ομάδες που τις χωρίζουν οικονομικά και μορφωτικά χάσματα δεν γεφυρώνεται μέσα σε μια glamour επιχείρηση ή χάρη σε αυτήν. Η εικόνα που αφορά τον επισκέπτη του Σαββάτου είναι τελείως διαφορετική από αυτήν του κατοίκου της περιοχής, που είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει ποτέ να καταναλώσει το παραμικρό εκεί μέσα. Στην πράξη φαίνεται πως οι κοσμοπολίτες της αστικής ελίτ δεν γίνεται να ενσωματωθούν τόσο εύκολα με τα λαϊκά στρώματα. Το κοινωνικό τους κεφάλαιο δεν είναι το ίδιο και η ενσωμάτωση, όταν επιτευχθεί, σπανίως είναι διαρκείας.

 «Τα “φυτεμένα” κέντρα διασκέδασης έχουν συνήθως την τάση να διασπούν την κοινωνία», υποστηρίζει ο Daniel Zamora, κοινωνιολόγος στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών και αρχισυντάκτης του περιοδικού Radical. «Από τη μια υπάρχει ένα κοινό που στηρίζει αυτό το είδος κατανάλωσης αγκαλιάζοντας τις σχετικές επιχειρήσεις, και από την άλλη υπάρχει ένα δεύτερο το οποίο, λόγω έλλειψης οικονομικών ή άλλων πόρων, στην ουσία εκτοπίζεται από την ίδια του την περιοχή. Συνεπώς, δεν είναι μόνο το αστικό τοπίο που εκχυδαΐζεται, αλλά και οι σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Ιστορικά, η χωροταξική συγκέντρωση και η σύμπνοια μεταξύ των λαϊκών τάξεων αποτελεί όπλο χειραφέτησης και αντίστασης. Είναι σημαντικό λοιπόν το όποιο δυναμικό να χρησιμοποιείται σήμερα ως μέσον βελτίωσης των συνθηκών ζωής των κατοίκων, έτσι ώστε να ευνοείται η ισότητα και όχι απλώς να είναι διαχειρίσιμη η ανισότητα».

 Σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες οι λαϊκές περιοχές που γίνονται της μόδας χάρη σε μια επικοινωνιακή φούσκα τελικά καταβυθίζονται σε ένα είδος αυτοκαταστροφής. Το φαινόμενο δεν είναι τίποτε άλλο από μια παρενέργεια των νεοφιλελεύθερων οραμάτων που αποσκοπούν στη μεταμόρφωση των αστικών κέντρων σε τόπους κατανάλωσης και ακριβού τουρισμού. Τα κέντρα των μεγαλουπόλεων αντιμετωπίζονται πλέον ως σημεία αναψυχής και όχι παραγωγής. Ο μύθος του «αστικού ουράνιου τόξου» είναι μια ουτοπία που αφορά αποκλειστικά και μόνο τις αναπτυξιακές πολιτικές των μεγάλων δυτικών πρωτευουσών, και όχι την ίδια την κοινωνία.

 —

Η Μαρία Πετρίτση είναι συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο της, το μυθιστόρημα «Μιράντα» (Κέδρος, 2012). Διατηρεί το ιστολόγιο http://www.thethreewishes.wordpress.com

Μικρή αγγελία

logo

(Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 2 Νοεμβρίου 2013)

ΖΗΤΟΥΝΤΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΜΕΡΙΚΗΣ/ΠΛΗΡΟΥΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ. ΑΜΟΙΒΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ, ΕΛΑΣΤΙΚΟ ΩΡΑΡΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΜΑΣ ΑΠΟΣΤΕΛΛΟΝΤΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ. ΘΑ ΤΗΡΗΘΕΙ ΣΕΙΡΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑΣ ΣΤΙΣ ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΑΣΗ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΗΣ ΣΦΡΑΓΙΔΑΣ. ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΜΕΤΑΞΥ SUCCESS STORY ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΔΥΟ ΕΝΝΟΙΕΣ ΑΣΥΜΒΑΤΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ.

Αγγειοπλάστες, Αμαξάδες, Ασβεστοποιοί, Μπογιατζήδες, Βυρσοδέψες, Γανωτζήδες, Κατασκευαστές κουδουνιών.

«Ήμουν δεν ήμουν δέκα έξι χρονών. Κατοχή, πείνα, καταλαβαίνεις. Όταν με είδε ο αδελφός μου ο Πέτρος με την τάβλα γεμάτη ξηρούς καρπούς – είχα πάρει, ούτε που θυμάμαι με τι λεφτά, πασατέμπο, στραγάλια, διάφορα – τα πέταξε όλα κάτω κι άρχισε να τα πατάει στο δρόμο. Δεν ήθελε κάποιος από την οικογένειά μας να πουλάει πασατέμπους, το θεωρούσε υποτιμητικό. Αργότερα, πήρα μια άλλη τάβλα, ξύλινη, που την στερέωνα με ένα δερμάτινο λουρί γύρω από το λαιμό κι έφτανε ως τη μέση, και τη γέμισα με εμπόρευμα. Τριγυρνούσα στους δρόμους φωνάζοντας: «χτένες, κουβαρίστρες, σαπουνάκια, τσατσάρες, βούρτσες, οδοντόπαστες…», και πουλούσα το εμπόρευμά μου. Το βράδυ έδινα στον πατέρα μου το κέρδος της ημέρας. Καμιά φορά έβγαζα μέχρι και πενήντα δραχμές! Πολλά λεφτά! Κανονικός εμποράκος. Έτσι έγινε και μετά. Το εμπόριο ήταν το πάθος μου». Στυλιανός Π., ετών 89, συνταξιούχος.

Φουρνάρηδες, Χαλκουργοί, Ιατροί, Ζωγράφοι, Καλαφάτες, Καπιστράδες, Καραβομαραγκοί, Καρβουναραίοι.

«Όταν ήμουν μικρή ήθελα να γίνω μεταφράστρια λογοτεχνίας. Αυστηρά. Με άλλου είδους κείμενο δεν θα καταπιανόμουν ποτέ, έλεγα. Ορκιζόμουν, δε, πως υπολογιστή δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ. Όλα θα τα χτυπούσα στη γραφομηχανή! Έτσι νόμιζα. Είχα μια Maritsa, δανεική, και σκεφτόμουν πως τα εργαλεία της δουλειάς μου θα ήταν μια δική μου ολόιδια γραφομηχανή, μαύρη κατά προτίμηση, και άπειρα λεξικά. Χάρτινα. Ούτε που φαντάστηκα ποτέ πως μετά από τόσα χρόνια σπουδών θα κατέληγα σε ένα ανήλιαγο γραφείο να δακτυλογραφώ, να διορθώνω και να μεταφράζω στην οθόνη καταλόγους εστιατορίων και πιστοποιητικά θανάτου, γεννήσεων και διαζυγίων. Πριν μια βδομάδα με απέλυσαν και τώρα είμαι πάλι στη γύρα». Ειρήνη Κ., ετών 44, άνεργη.

Πεταλωτές, Ρακιτζήδες, Ράπτες, Γουναράδες, Σαμαροποιοί, Σιδεράδες, Υποδηματοποιοί, Υφάντρες, Μελισσοκόμοι.

«Πτυχίο πήρα πριν από έξι χρόνια. Πρόπερσι έκανα ένα stage, αμισθί φυσικά, σε ένα εργοστάσιο έξω από το Αγρίνιο. Πρώτη φορά έπαιρναν εκπαιδευόμενο, είπαν. Μεγάλη η χάρη μου, έπρεπε να λέω κι ευχαριστώ. Δούλευα σαν το σκυλί δέκα ώρες τη μέρα και βέβαια δεν είδα ποτέ δεκάρα τσακιστή. Ούτε μια ώρα άδεια. Μόλις τελείωσα άρχισα να ψάχνω δουλειά πάνω στο αντικείμενό μου – Χημικός Μηχανικός τελείωσα, στην Αθήνα – αλλά γρήγορα κατάλαβα πως στον τομέα μου δεν υπάρχει περίπτωση να εργαστώ. Δεν θέλω να σκεφτώ τη λύση της μετανάστευσης στο εξωτερικό προς το παρόν. Θέλω πρώτα να προσπαθήσω στην Ελλάδα. Αλλιώς, βλέπουμε. Κοιτάζω καθημερινά τις μικρές αγγελίες και προσπαθώ να βρω κάτι σχετικά κοντά στο πατρικό μου, για να γλιτώνω τα μεταφορικά και τα νοίκια. Σερβιτόρος, μπάρμαν, ταξιτζής, περιπτεράς, μάγειρας, ό, τι να’ ναι. Πρέπει να βρω έναν τρόπο να βιοποριστώ». Βασίλης Γ., ετών 31, άνεργος.

Καφετζήδες, Κεραμιδάδες, Ζωέμποροι, Καλαθοπλέκτες, Φαναρτζήδες, Σχοινοποιοί, Αχθοφόροι, Πωλήτριες.

«Θέλω να γίνω αεροσυνοδός. Αυτό είναι το όνειρό μου. Οι δικοί μου λένε πως η εποχή δεν σηκώνει όνειρα. Και πως είναι επικίνδυνο επάγγελμα, πως δεν θα μπορέσω να κάνω οικογένεια, πως θέλει μέσον, πολλά λεφτά, δέκα ξένες γλώσσες και τα λοιπά και τα λοιπά. Δικαιολογίες και υπερβολές. Να μείνω στο πατρικό θέλουν, να κάνω τρία τέσσερα παιδιά με το γιο του γείτονα που είναι καλό παιδί και δουλευταράς, να μαγειρεύω και να σιδερώνω, και να περνάμε όλοι μαζί Χριστούγεννα και Πάσχα στο χωριό του. Εγώ όμως ή θα γίνω αεροσυνοδός ή τίποτα. Προτιμώ να φτιάχνω γλυκά σε σχήμα αεροπλάνου και να τα τρώω μόνη μου στην κουζίνα». Ιουλία Κ., ετών 22, άνεργη.

Καθαρίστριες, Βενζινάδες, Νοσοκόμες, Δάσκαλοι, Ηλεκτρολόγοι, Θεατρικοί Συγγραφείς, Διακοσμητές, Αρχιτέκτονες, Ηθοποιοί.

«Επιτέλους κάποια καλά νέα για την Οικονομία! Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας, το πρόγραμμα ΕΡΓΑΝΗ το οποίο καταγράφει κάθε στιγμή τις προσλήψεις και τις απολύσεις –και μιλάω για τη μισθωτή απασχόληση- σε όλη την Ελλάδα, για πρώτη φορά τον Μάρτιο και τον Απρίλιο οι προσλήψεις είναι περισσότερες από τις απολύσεις! Να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί σε “εποχικούς” παράγοντες, δηλαδή στην πρόσκαιρη αύξηση των προσλήψεων λόγω τουριστικών εργασιών, γιατί στο χρονικό διάστημα που καλύφθηκε δεν είχε ακόμα ουσιαστικά ξεκινήσει η τουριστική περίοδος. Έχουμε, λοιπόν, μια πρώτη ένδειξη ότι η αύξηση της ανεργίας έχει αρχίσει να φρενάρει». Αντώνης Σ., ετών 62, πρωθυπουργός.

Το χέρι που όπλισε την κάμερα

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο δρόμο της Αριστεράς στις 28 Σεπτεμβρίου 2013)

Για το Πρώτο Θέμα που δημοσίευσε την διαβόητη φωτογραφία του Παύλου Φύσσα λίγο πριν ξεψυχήσει αιμόφυρτος από χέρι νεοναζί γράφτηκαν πολλά. Για τους πενήντα χιλιάδες αιμοδιψείς συμπατριώτες μας που έσπευσαν στα περίπτερα να αγοράσουν το έντυπο, και για όσους αναδημοσίευσαν τη φωτογραφία στα κοινωνικά δίκτυα, άλλα τόσα. Για τους πεντακόσιες χιλιάδες ψηφοφόρους της ΧΑ που την έβαλαν στη Βουλή ξαναχύθηκε αναδρομικά πολύ μελάνι. Για την αιφνίδια, ματωμένη «αφύπνιση» της πολιτείας απέναντι στον κίνδυνο του φασισμού τυπώθηκαν σελίδες επί σελίδων. Για την σκοπιμότητα ή όχι της δημοσίευσης του ντοκουμέντου, αναπτύχθηκαν άπειρες πολεμικές. Για τον άνθρωπο που τράβηξε αυτή τη φωτογραφία δεν ειπώθηκε τίποτα.

Δεν αναφέρθηκε κάπου το όνομά του. Αγνοείται πόσα χρήματα πήρε ως αμοιβή για να πουλήσει την επίμαχη φωτογραφία. Δεν μαθεύτηκε ποιος ήταν ο ρόλος του στο σημείο του φόνου, για ποιο λόγο βρισκόταν εκεί, πώς και αν αντέδρασε – πέρα από το να φωτογραφίσει το έγκλημα και κατόπιν να διοχετεύσει τη φωτογραφία στην αγορά. Δεν απαθανάτισε τη στιγμή του φόνου ή το πρόσωπο του φονιά. Απαθανάτισε το θύμα την ώρα που ψυχορραγούσε στην άσφαλτο. Έβγαλε ένα άρτιο, ασφαλές πορτρέτο.

Ό, τι και να λένε οι εφημερίδες, τα κοινωνικά δίκτυα και οι περαστικοί στις γειτονιές, τα γεγονότα δεν αλλάζουν. Ένας νέος άνθρωπος έχασε τη ζωή του και κάποιος από τους παρόντες απαθανάτισε το ψυχορράγημα και στη συνέχεια εκπόρνευσε το υλικό του. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρει κανείς ποιος είναι, τι δουλειά κάνει, ποια είναι η ηλικία του, πώς είναι το πρόσωπό του. Η ιστορία της εν λόγω φωτογραφίας δεν διαφέρει από αυτές που ακούγονται κάθε φορά που αποκαλύπτεται ένα καινούριο δίκτυο πορνείας: τραβήχτηκε την κατάλληλη στιγμή, έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με lifestyle φυλλάδα, πουλήθηκε, τυπώθηκε και βγήκε φτιασιδωμένη στα πεζοδρόμια αποφέροντας, χάρη στην πορνογραφική χροιά της, επιπλέον κέρδη στον προαγωγό της.

Μετά από όλα αυτά, αναρωτιέται κανείς: πώς είναι αυτός ο άνθρωπος που, ενώ μπροστά στα μάτια του συνέβαινε ένα έγκλημα, είχε την ψυχραιμία να οπλίσει την κάμερα και να ρίξει άλλη μια σφαίρα στον χτυπημένο; Τι σκεφτόταν εκείνο το δευτερόλεπτο που κεντράριζε την εικόνα του μέσα στο κάδρο του φακού; Πώς χτυπούσε η καρδιά του; Ποια δύναμη εμπόδισε το χέρι του να τρέμει από φρίκη και τα μάτια του να θολώσουν από τρόμο και δάκρυα; Πώς κατάφερε να παραμείνει στην απέναντι πλευρά της ζωής; Πώς ένιωσε τρεις μέρες μετά τις διαπραγματεύσεις, βλέποντας το εκτρωματικό έργο του κρεμασμένο στα τσιγκέλια του περιπτέρου και ακούγοντας τη μητέρα του δολοφονημένου να οδύρεται για το σφαγμένο παιδί της;

Αυτός ο ηθικά λεηλατημένος άνθρωπος, ανώνυμος και κρυμμένος, έχει το κουράγιο και κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια ξέροντας πως βρήκε τρόπο να ξεδιψάσει την άρρωστη ανάγκη τους για κανιβαλισμό ή να προσβάλλει ακόμα χειρότερα την αξιοπρέπειά τους. Μπορεί ανάμεσά τους να ψάχνει προδοτικά το επόμενο θύμα του. Μπορεί να νιώθει θριαμβευτής και έξυπνος – εξάλλου έβγαλε λεφτά από το θάνατο ενός αθώου. Αγνοεί όμως πως τελικά δεν κοιτάζει μόνο τους πελάτες του που αρέσκονται σε εικόνες σφαγείου ή κρύβουν μέσα τους ένστικτα φρίκης και αποτροπιασμού. Κοιτάζει κατά πρόσωπο ολόκληρη την κοινωνία. Μια κοινωνία που έχει πολλούς σαν αυτόν, αλλά και κάμποσους που δεν του μοιάζουν καθόλου.

Ξεχνά πως παρότι τα θηρία σαν και του λόγου του είναι ένα κομμάτι του κοινωνικού ιστού, στη ζούγκλα κυκλοφορούν και άλλου είδους ζώα. Είναι ασεβής τόσο απέναντι στη ζωή όσο και στο θάνατο. Τα χέρια του είναι λερωμένα. Κράτησε μια κάμερα, και με το ίδιο σαρκοβόρο ένστικτο του δολοφόνου που τράβηξε μαχαίρι, εκείνος τράβηξε και, στη φυλλάδα που μέχρι πρότινος προωθούσε τους φασίστες ως ποπ σύμβολα, πούλησε έναντι ενός ή πολλών πινακίων φακής αυτή τη φωτογραφία. Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώος. Επειδή είναι Απάνθρωπος. Απέναντί του, όμως, στέκονται Άνθρωποι που τον περιφρονούν και είναι αντίπαλοί του. Άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο ματωμένο κέρδος και δεν ορκίζονται σε αυτό. Κάποτε θα έρθει η ώρα που θα το αντιληφθεί, όπως και όλοι εκείνοι που τόσο καιρό πατούν επί πτωμάτων νομίζοντας πως δικαιούνται να μακελεύουν κατά το δοκούν μια ολόκληρη λαβωμένη κοινωνία.

Κάποτε θα αντιστραφούν οι ρόλοι και η δικαιοσύνη θα πάψει να είναι διακοσμητική. Αυτός θα είναι ένας φόρος τιμής στο φωτογραφημένο αίμα του Παύλου Φύσσα και όλων εκείνων που έχασαν και χάνουν τη ζωή τους σε μια εποχή αδικίας και αλληλοσπαραγμού.

Αρέσει σε %d bloggers: