Αρχεία Ιστολογίου

Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 21 Σεπτεμβρίου 2013, και στις Στάχτες)

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Δεν είναι πολύξερη και κοσμογυρισμένη. Ένα σχολείο έβγαλε όλο κι όλο, και μια Βουλγαρία πήγε κάποτε, άντε να πέρασε και τα σύνορα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας, και μέχρι σήμερα διηγείται ιστορίες από τη διαδρομή και κοιτάζει τις παλιές φωτογραφίες.

Δουλεύει από πέντε χρονών. Μια στα αμπέλια του πατέρα ή στις ελιές, μια στην ταβέρνα με τα δρύινα βαρέλια να λιβανίζει από μέσα το ξύλο για να καπνίσει ωραία το κρασί, μια στην επιχείρηση του μέλλοντα συζύγου, μια πάνω από τα κεφάλια των παιδιών με αριθμητικές και γεωγραφίες, μια στο σπίτι της με ραπτομηχανές και κουβαρίστρες να ράβει για λογαριασμό τρίτων. Μια ζωή δουλειά. Ιδρώτας και κόπος. Ευσυνειδησία.

Στο σινεμά πήγαινε μικρή, τότε που ήταν αρραβωνιασμένη. Τώρα πια, τα βράδια, βλέπει τούρκικα. «Βλακείες, καλά το λες, αλλά και τι να κάνω; Έξω δε μπορώ να βγω, με τα χέρια σταυρωμένα μέσα στους τέσσερις τοίχους θες να κάτσω;». Συμμετέχει στη ζωή των πρωταγωνιστών, κλαίει με τα δράματα, γελάει με τις χαρές τους. Ενίοτε συμβουλεύει φωναχτά τη δακρύβρεχτη πρωταγωνίστρια για την επόμενη κίνησή της, αγανακτεί με τον άδικο εραστή, συμπονά το αίσθημα που δεν ευοδώθηκε και παιδεύει. Άλλοτε γυρνάει κανάλι στις ειδήσεις, απελπίζεται και απορεί με όσα βλέπει εκεί, τα χάνει. Εκπομπές μαγειρικής δεν βλέπει ποτέ. Από τα χέρια της έχουν βγει οι νοστιμότερες συνταγές του κόσμου. Αυτοδίδακτη σε όλα της, δασκάλα του εαυτού της από την πρώτη μέρα της ζωής της.

Πέρασε Κατοχή, πείνα, φτώχεια και κακουχίες. «Βλέπεις το σημάδι στο μέτωπο; Το ‘42, 43 ήταν οι Γερμανοί στα χωριά. Ο πατέρας μου έκρυβε κάτι συγγενείς στο σπίτι για να μην τους σκοτώσουν. Τα απογεύματα, λοιπόν, στην αυλή, σκάβαμε κι ανοίγαμε μια λακουβίτσα τόση όσο ένα κουτί Νουνού και μέσα ρίχναμε νερό κι ασετιλίνη. Σα λάσπη γινόταν αυτό. Στο πάνω μέρος στερεώναμε μετά ένα χάρτινο φυτίλι και όταν του βάζαμε φωτιά αυτό έσκαγε. Έτσι έκαναν πλάκα οι μεγάλο, με το ‘ντουβ’. Χαζογέλαγαν οι άμοιροι, που ζούσαν σαν φυλακισμένοι. Μια μέρα με στείλανε να το φυσήξω γιατί δεν άναβε η φωτιά. Ένιωθα πως έπρεπε να τους διασκεδάσω. Πήγα κοντά, φύσηξα, κι αυτό έσκασε στο πρόσωπό μου. Έτσι με πήρανε τα αίματα, και με έτρεχε η αδερφή μου στο νοσοκομείο. Παιχνίδι των μεγάλων ήταν, αλλά την πλήρωσε το μικρό. Όταν ήρθε ο πατέρας μου το βράδυ από τα χτήματα, έγινε χαμός στο σπίτι».

Δεν μεγάλωσε ανάμεσα σε καντήλια και εικονίσματα. Δεν κάνει μεγάλους σταυρούς και βαθιές μετάνοιες, δεν κρατάει όλες τις νηστείες. Την πίστη της την διδάχτηκε από τους πιο μεγάλους και την θεωρεί πολύ σημαντική. Στην εκκλησία πάει μόνο όταν νοιώσει την ανάγκη. «Το κατηχητικό δεν μου άρεσε, δεν την άντεχα την κλεισούρα. Ήμουν ελεύθερο μυαλό, ήθελα να είμαι έξω και να παίζω. Ή να τρέχω σε δουλειές, να κάνω θελήματα, μπας και βγάλω κάνα πιάτο φαΐ για το σπίτι. Θρησκευτικά έμαθα από τον παππούλη μου, λιβάνι τα χώματά του. Άγιος άνθρωπος, ούτε μύγα δεν πείραξε στη ζωή του. Ψάλτης». Μια φορά έκλεψε από τους Γερμανούς ένα ρολό συρματόπλεγμα για να γλιτώσει τους γονείς της από τις βραδινές σκοπιές στο αμπέλι, που τους έκλεβαν τα σταφύλια κι έπρεπε να μένουν εκεί. «Πώς δε με σκότωσαν οι ναζί… Μικρό παιδί, μια χαψιά, πέντε έξι χρονών ήμουν δεν ήμουν, αλλά αυτοί δεν χαμπάριαζαν από τέτοια. Άνοιξα με τα χέρια μια τρύπα στο φράχτη τους, τρύπωσα στην αποθήκη κι έκλεψα το συρματόπλεγμα που είχαν ανάγκη οι δικοί μου. Δεν ήθελα να χρειάζονται κάτι και να μην το έχουν, ήμουν μικρή αλλά ένιωθα πως έπρεπε να τους προστατεύω. Γονατιστή το κύλησα ως το σπίτι, ρόδα. ‘Να μην τρέχετε τις νύχτες να φυλάτε’, είπα στη μάνα μου όταν τρόμαξε που το είδε στην αυλή. Δική μου και αυτή η ευθύνη. Δεν μου την ανέθεσε κανείς, μόνη μου την πήρα. Μετά σκάψαμε μια γούβα πίσω από το σπίτι, φυτέψαμε και κάτι μελιτζάνες από πάνω και τη γλιτώσαμε. Όταν περίφραξε με αυτό ο πατέρας μου το χτήμα, πολύ μετά, η περηφάνια μου δεν περιγράφεται. Ένιωθα εντάξει με τον εαυτό μου».

Δεν την πειράζουν οι ξένοι που έχουν έρθει στην περιοχή. Τους συμπονά που δεν μιλάνε καλά τη γλώσσα και φοβούνται να πουν πολλά ή έχουν τριμμένα ρούχα. Όταν έχει τους δίνει ένα πιάτο φαΐ ή κάνα σακάκι. Όπου διακρίνει την ανάγκη τρέχει να προσφέρει αυτό που μπορεί. Θέλει να βλέπει γύρω της έναν κόσμο δίκαιο. Δεν αντέχει να κλείνει τα μάτια στον πόνο. «Ο πόλεμος, είτε με όπλα είτε με αδιαφορία ή κακία για τον πλησίον σου, είναι άσχημο πράγμα. Τα έζησα όλα αυτά, και ξέρω τι σημαίνουν. Στον Έντυ που μου σκάλισε τον κήπο έδωσα το μεροκάματο και μια τσάντα λεμόνια. Τις προάλλες έφτιαξα μαρμελάδα και τον φίλεψα ένα βάζο να! Στη Σβέτα που με βοηθάει στις δουλειές πάντα φροντίζω να ζεσταίνω τυρόπιτα, να κόβει τη μέρα της στη μέση, με τον καφέ της. Αν έχω και κάνα έξτρα πακέτο μακαρόνια, της το κερνάω να το μαγειρέψει στα παιδιά της. Στο σούπερ μάρκετ τα μισά μου ψώνια άδειασα μπροστά σε μια γριά που ζητιάνευε στο πεζοδρόμιο. Χίλιες ευχές μου έδωσε, σε άλλη γλώσσα. Λεφτά δεν είχα. Μπορούσα όμως να φάω εγώ ξέροντας πως αυτή πεινάει; Ψυχές είναι κι αυτοί, όπως εμείς. Με οικογένειες και συγγενείς κάπου μακριά. Τι φταίνε που τους ξερίζωσε η φτώχια; Δεν πρέπει να κάνουμε διακρίσεις στους ανθρώπους. Αν δείχνεις κάποιον με το δάχτυλο και λες ‘κοίτα τον κακομοίρη’ είναι σα να λες μπράβο στα κανάλια που κοροϊδεύεις. Δεν είναι θέαμα οι άνθρωποι, αλληλεγγύη και ανθρωπιά ζητάνε. Σε σένα τα λέω όλα αυτά, ποτέ δεν μιλάω πάρα έξω».

Κάθε τόσο ξεχνιέται. Αναπολεί το παρελθόν, μιλά για τις ρίζες της και τις καταβολές της. Την δυσκολεύει ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπει να μεταμορφώνεται. Αγωνιά για το μέλλον των επόμενων γενεών. Να’ την ξανά εκείνη η παλιά ευθύνη. Αλλιώς τα ήλπιζε και αλλιώς τα βλέπει. Στεναχωριέται με την κατάντια της κοινωνίας. Δεν συμπαθεί τους αστυνόμους, δικαιοσύνη επιθυμεί. Δεν πιστεύει πως ο ψήφος της πάει άδικα επειδή δεν είναι νέα τριάντα χρονών – συνεχίζει να νιώθει υπεύθυνη, όπως τότε που ήταν παιδί. Για όλους. Δεν αρνείται να μετακινηθεί πολιτικά – βλέπει πως οι πάλαι ποτέ ιδεολογίες σήμερα έχουν αλλάξει. Ακούει συμβουλές, προσφέρει, φοβάται το σκοτάδι της εποχής, κάνει αυτό το λίγο που μπορεί για να αλλάξει τον κόσμο. Και αυτό το λίγο γίνεται πολύ, γιατί κρύβει μέσα του ψυχή και πίστη. Δεν πιστεύει σε κάποια «κυβέρνηση ευθύνης», πιστεύει πως την έγνοια αυτή ο καθένας οφείλει να την κουβαλά στην πλάτη του ξεχωριστά αν θέλει να λέγεται άνθρωπος.

Δεν είναι μια ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι. Η ζωή της δεν βασίζεται σε απαρέγκλιτες δομές. Τα δράματα και οι θρίαμβοί της δεν έχουν γίνει βιβλίο ή θεατρική παράσταση. Κανένα κοινό δεν θα την χειροκροτήσει μόλις πέσουν οι τίτλοι του τέλους. Είναι η μάνα μου, η μάνα σου, η γιαγιά μας, η γειτόνισσα, η γνωστή, η γυναίκα της διπλανής πόρτας που δεν απέκτησε γνώσεις στο πανεπιστήμιο αλλά γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους πτυχιούχους και τους σοβαροφανείς ρήτορες τον κόσμο και τη ζωή. Σε βάθος. Αυτή η γυναίκα Υπάρχει. Ας γίνει παράδειγμα. Ας γίνει ευγενής Στόχος.

Καλοκαίρι στην πόλη

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 3 Αυγούστου 2013)

Για τον περισσότερο κόσμο, οι γαλάζιες ακρογιαλιές, τα βελούδινα ηλιοβασιλέματα δίπλα στο κύμα, τα γραφικά ουζερί κάτω από τις βουκαμβίλιες ενός νησιώτικου στενού και η δροσιά του καταλύματος σε μια καταπράσινη πλαγιά γεμάτη έλατα φέτος είναι απλώς εικόνες μιας καρτ ποστάλ που καταφθάνει με το ταχυδρομείο κι από πίσω, ένας τυχερός που κατάφερε να αποδράσει, γράφει «Ήλιος και θάλασσα της Αστυπάλαιας, πολλά φιλιά». Ειδάλλως, είναι απλώς νοσταλγικές ματιές σε παλιές φωτογραφίες ή κουνημένα πλάνα γεμάτα αναμνήσεις από ένα παλιό καλοκαίρι που όλα ήταν διαφορετικά.

Για τους ανθρώπους των πόλεων το φετινό καλοκαίρι ανθίζει στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, στους κήπους και στις αυλές όσων διαθέτουν λίγα μέτρα χώμα μπροστά από το κατώφλι τους. Οι βουκαμβίλιες στολίζουν τους ακάλυπτους. Οι παρέες τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους κάτω από μια υφασμάτινη τέντα που κόβει τον ήλιο και τα βλέμματα των ξένων. Αντί για θαλερά έλατα, στις γλάστρες των μπαλκονιών θεριεύουν γιασεμιά και φτέρες. Στα θερινά σινεμά προβάλλονται ταινίες σε Α’ και Β’ προβολή και ο αέρας μυρίζει ποπ κορν και καλαμπόκι. Στα πάρκα και στις πλατείες οι θαμώνες ενδίδουν στη μέθη του θέρους, που κάνει τον κόσμο πιο ωραίο. Τα βράδια, το σκοτάδι της πόλης τρυπούν οι κάφτρες των τσιγάρων και οι πυγολαμπίδες που στολίζουν τις λάμπες της ΔΕΗ. Τα πρωινά ο ήλιος υπενθυμίζει πως, παρά τα όποια μας δεινά, έχουμε ακόμα την τύχη να ζούμε σε έναν τόπο όπου συμβαίνει ένα όμορφο, αληθινό καλοκαίρι. Όσα χρειαζόμαστε υπάρχουν εδώ.

Γεύσεις βασικές, αγαπημένες, τροφή για το σώμα και την ψυχή, χρειάζονται. Που να θυμίζουν θέρος. Μια βανίλια υποβρύχιο, δυο κουταλιές βύσσινο μαζί με τον καφέ, ένας πλούσιος ντάκος, καρπούζι, δυόσμος, μέλι, και τα εδέσματα γίνονται εξωτικά. Απλές χαρές, πληρωτικές. Μια εφημερίδα κάτω από μια σκιά, βόλτες στους δρόμους με τα παρτέρια και τα σιντριβάνια. Πάρκα όπου αντηχούν παιδικές φωνές και μουσικές από ένα τρανζιστοράκι που επιμένει. Πλατεία Μαβίλη, Υμηττός, Ερμού, Εξάρχεια, Κεραμικός, Ψυρρή, Αριστοτέλους. Φεγγάρι μεγάλο και λαμπερό, Φιλοπάππου, Χίλια δέντρα, Μπιτ Παζάρ. Γλυφάδα ή Σούνιο τα Σαββατοκύριακα, βουτιές και άμμος στις πατούσες. Δεν θέλει πολλά κάποιος για να νιώσει ικανοποιημένος. Λίγα και καλά αρκούν – και αυτά τα βασικά, υπάρχουν.

Στιγμές που αντιστέκονται στην κατήφεια της εποχής, χρειάζονται. Από κείνες τις εγκάρδιες,  που παραμερίζουν τη δύστροπη καθημερινότητα μέσα από απλά τεχνάσματα ευτυχίας. Μικροί θησαυροί, προσιτοί σε όλους. Ένας περίπατος χωρίς προορισμό σε μια περιοχή χωρίς τουρίστες. Ένα κυριακάτικο τραπέζι. Λίγες ώρες οικειότητας και μπόλικη αγάπη. Για αντίδωρο, αρκεί ένα βάζο με χειροποίητο γλυκό, ένα καλό βιβλίο, ένας βασιλικός που ψάχνει τη θέση του στο τραπεζάκι της βεράντας, ένα μπουκέτο λουλούδια από το παρτέρι. Έτσι γεννιέται κι έτσι μεταδίδεται η θαλπωρή και η χαρά της προσφοράς. Έτσι εξαπλώνεται η ομορφιά μιας ανθρωπιάς που κυριαρχεί με την απλότητά της. Αυτή είναι η αλάθητη συνταγή που νοστιμίζει ένα τρυφερό, αστικό καλοκαίρι.

Αλληλεγγύη σε όσους η τύχη δεν ευνόησε, χρειάζεται. Να γίνουμε όλοι μια αλυσίδα. Κοινωνικές κουζίνες, εθελοντισμός, συμπαράσταση σε όσους έχουν ανάγκη. Το νεύμα ενός αγνώστου που πλέον δεν πεινά, ένα άγγιγμα στο χέρι από ένα παιδί που απέκτησε ένα παιχνίδι, η ευγνωμοσύνη στα μάτια ενός ασθενή που δέχτηκε μια φιλική επίσκεψη, μια καλημέρα από έναν γείτονα που θέλει να νιώσει πως δεν είναι μόνος. Να τα καρυκεύματα της θερινής ζωής στην πόλη, που κάνουν το καλοκαίρι να μοιάζει όλο και περισσότερο με παραδείσια εποχή.

«Ζούμε σ’ έναν κόσμο μαγικό, με φόντο την Ακρόπολη και το Λυκαβηττό», λέει ένα παλιό τραγούδι. Οι άνθρωποι της πόλης, συνηθισμένοι να βιαζόμαστε και να αγκομαχάμε, αναγκασμένοι να παλεύουμε νυχθημερόν με το τσιμεντένιο τέρας, συχνά ξεχνάμε αυτό το μοναδικό δώρο που μας χαρίστηκε από τη Φύση. Το προνόμιο να ζούμε κάτω από τον ήλιο της Ελλάδας. Αυτό το καλοκαίρι λοιπόν, είναι καιρός να θυμηθούμε. Και να αγαπήσουμε το κλεινόν άστυ που, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, θα ήταν όμορφο να μην το δούμε σαν εχθρό μας.

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ στις 14 Ιουλίου 2013)

Τον τελευταίο καιρό είχε κόλλημα με τα ρουμάνικα. Άκουγε διαρκώς εκείνο το τραγούδι με τους Ρουμάνους που ανεβαίνουν με το ασανσέρ, και χαιρόταν. Στη δουλειά υπήρχαν αρκετοί νεοφερμένοι από τη Ρουμανία. Τη γλώσσα τους δεν την καταλάβαινε. Όταν όμως τους άκουγε να μιλάνε με εκείνους τους τραχείς και ακατέργαστους ήχους, είχε την εντύπωση πως άρχιζε να ζει μέσα στο τραγούδι. Πως ήταν μία από αυτούς.

Ένα μεσημέρι ο καινούριος ρουμάνος συνάδελφος μπήκε στο γραφείο της.

«Γιατί δεν βγαίνεις ποτέ έξω εσύ; Όλο γράφεις, γράφεις. Και τι γράφεις;», μίλησε αγγλικά.

Σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Καλοσυνάτο πρόσωπο, καθαρό. Τριαντακάτι, γκρι κοστούμι και γαλάζιο πουκάμισο με ένα ανοιχτό κουμπί. Χωρίς γραβάτα.

«Καλώστον. Μεσημέριασε. Πάμε να φάμε;», πρότεινε. Χωρίς να απαντήσει στις ερωτήσεις του.

«Πάμε», είπε εκείνος και περίμενε.

Μπήκαν στο ασανσέρ και μέχρι να φτάσουν δεν μιλούσαν, μόνο κοιτούσαν τα νούμερα που άλλαζαν. Γύρω τους, κάποιοι συνάδελφοι συζητούσαν σε άλλες γλώσσες.

«Το ασανσέρ με τους εμιγκρέδες», σκέφτηκε και χαμογέλασε μόνη της.

Έφτασαν στην καντίνα και στάθηκαν στην ουρά. Πλήρωσαν και έψαξαν για θέση. Η αίθουσα βούιζε από κουβέντες και μαχαιροπίρουνα που χτύπαγαν στα πιάτα.

Κάθισαν αντικριστά, στο βάθος, εκεί που είχε λιγότερο κόσμο. Της είπε για την κόρη του, για το αγγλικό τμήμα που απορροφούσε τα παιδιά των ξένων στο σχολείο, για τα πεθερικά του που «ποτέ δεν μιλάνε στα ίσα» και για τη γυναίκα του, που μεγάλωσε χωρίς σοβαρή κληρονομιά επικοινωνίας όμως την αγαπούσε από μικρός. Φίλους δεν είχαν πολλούς. Ο καιρός που ζούσαν στην Ελλάδα ήταν ελάχιστος.

Κοίταξε τα γαλάζια μάτια του πίσω από τα μικρά γυαλιά, το στρογγυλό κοντοκουρεμένο κεφάλι. Στους ώμους του είχε λίγη πιτυρίδα.

«Ρουμάνικη πιτυρίδα», σκέφτηκε παρατηρώντας ένα ένα τα λευκά σκονάκια.

Τον έβλεπε να σκουπίζεται κάθε τόσο με τη χαρτοπετσέτα και χαιρόταν. Ποτέ της δεν χώνεψε τα λερωμένα στόματα.

«Θες καφέ;», τη ρώτησε μετά.

Ήθελε. Άφησαν τους δίσκους πάνω στη ρόδα με τα άπλυτα και προχώρησαν. Ανέβηκαν στον τελευταίο όροφο του κτιρίου με τα πόδια μετρώντας ο καθένας από μέσα του σκαλοπάτια. Στο ταμείο πέρασε μπροστά της και πλήρωσε τους καφέδες. Καμία ρουμάνικη μυρωδιά δεν έφτασε στα ρουθούνια της. Πήραν τα κυπελάκια και κάθισαν.

«Πες μου μια λέξη στα ρουμάνικα», του ζήτησε.

«Τι θες να μάθεις;».

«Δεν ξέρω… Ο, τι να’ ναι. Πες μου ό, τι σκέφτεσαι πρώτο».

«Degete», της είπε τελικά και κοίταξε τα νύχια της.

«Τι σημαίνει αυτό;», μάζεψε αυτόματα τα χέρια της από το τραπέζι.

«Δάχτυλα», της εξήγησε και στράγγιξε τον καφέ του.

Η καρωτίδα του πετάχτηκε μερικά εκατοστά μπροστά στα μάτια της.

Εμιγκρέδες της Ρουμανίας, πιθανότητες ευτυχίας.

«Πώς σου ήρθε να μου πεις ειδικά αυτή τη λέξη;», τον ρώτησε.

Έξω, μακριά, περνούσε ένα αεροπλάνο. Κανένας ήχος δεν έφτανε ως τα αυτιά τους. Μόνο μια λευκή γραμμή χάραζε στα δύο τον ουρανό πάνω από την αμερικάνικη πρεσβεία, και έτσι έκλεινε η εικόνα.

«Είδα τα νύχια σου που είναι κόκκινα, και σκέφτηκα αυτό…», είπε ο Ρουμάνος.

Γέλασε με μια απλότητα τραχιά και συναρπαστική, κι έπειτα σταμάτησε.

Κατέβηκαν τα σκαλιά φλυαρώντας. Στο κατώφλι του γραφείου της κοντοστάθηκε.

«Θα ξαναπεράσω να σε πάρω για φαγητό. Αν καταφέρω και σε πείσω να σηκώσεις κεφάλι, δηλαδή…», αστειεύτηκε και έκανε μεταβολή.

Τον παρατήρησε να απομακρύνεται στο διάδρομο και προσπάθησε να διακρίνει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ράτσας του στο περπάτημά του. Νόμισε πως βρήκε.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε τίποτα.

Μετά, μπήκε στο γραφείο της και έβαλε να ακούσει ξανά το τραγούδι της Λένας Πλάτωνος που μιλούσε για κείνους τους ανθρώπους, τους ανώνυμους, που ανεβαίνουν με το ασανσέρ και μιλάνε ρουμάνικα.

Δακρυσμένες εικόνες

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 13 Ιουλίου 2013)

Πηγαίνεις Γ’ Δημοτικού. Μέσα από το παράθυρο του ισογείου κοιτάζεις τα χελιδόνια και τις κορυφές των πεύκων που είναι γεμάτες κουκούλια, γέρικες κάμπιες και μελλοντικές πεταλούδες. Ο δάσκαλος παραδίδει πατριδογνωσία. Σημειώνει με λευκή κιμωλία στον πίνακα νομούς, ποτάμια, οροσειρές και κλιματολογικές συνθήκες. Μαθαίνεις τα σύνορα και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας χώρας που ονομάζεται πατρίδα και σε αυτήν, χωρίς καν να το ξέρεις, ποντάρεις ήδη πολλά. Το βράδυ, στο κρεβάτι σου, ξαναβλέπεις τις εικόνες της ημέρας όπως βλέπεις τις εικόνες του view master σου. Καμία δεν δακρύζει. Όλες χαμογελούν. Είναι αγνές εικόνες.

Πηγαίνεις Γ’ Γυμνασίου. Έξω από το παράθυρο βλέπεις τα σύννεφα στον ουρανό που καθώς περνάς τις τάξεις κι ανεβαίνεις επίπεδο έρχονται όλο και πιο κοντά σου, και τις νταλίκες που τρέχουν στην εθνική οδό Πατρών – Κορίνθου. Ονειρεύεσαι πως ένα πρωί θα μπουκάρεις σε μία από αυτές και θα το σκάσεις. Από το μάθημα της Αγωγής του πολίτη, που απευθύνεται στους πολίτες μιας χώρας υπό εξαφάνιση, από την Κοσμογραφία που περιγράφει κόσμους και πλανήτες που δεν υπάρχουν πια, από την επαρχιώτικη μιζέρια που λιμνάζει μέσα σου κι έχει να κάνει με όσα νόμιζες και σιγά σιγά παύεις να νομίζεις. Στο ράδιο ο φορτηγατζής ακούει λαϊκά κι εσύ κοιτάζεις τα χωριά της Πελοποννήσου να μένουν πίσω. Οι μαγικές εικόνες των μελλοντικών σου διαδρομών σε κάνουν να χαμογελάς καθώς η ανάσα σου θολώνει το τζάμι. Καμία από αυτές τις εικόνες δεν είναι απίθανη. Όλες ενδέχεται να συμβούν χάρη στο τολμηρό εφηβικό σου μάτι. Είναι ωραίες εικόνες.

Πηγαίνεις Γ’ Πανεπιστημίου. Έξω από τη Γραμματεία βλέπεις διαδηλωτές, πανό και κλούβες. Έχεις μέρες να φας κανονικό φαγητό. Τρέφεσαι με πατατάκια και πορτοκαλάδες απ’ το μηχάνημα. Οι συμφοιτητές κάνουν βάρδιες στην κατάληψη. Κοιμάστε πάνω σε φέιγ βολάν και υπνόσακους που τα καλοκαίρια γεμίζουν άμμο και φύλλα από τα αρμυρίκια της Ανάφης και της Αμοργού. Γράφετε προκηρύξεις, κατεβάζετε ψηφίσματα, μαθαίνετε τι γίνεται στον έξω κόσμο χάρη στο Φέισμπουκ και στο Τουήτερ. Κάτι ακούγεται για άρση του πανεπιστημιακού ασύλου, για επέμβαση των ΜΑΤ, για μια υπουργική απόφαση που καταλύει το Σύνταγμα. Κοιτάζεις τα πρόσωπα των συντρόφων σου, λίγο πριν σας πετάξουν έξω. Όσο περίσκεπτα και να’ ναι, οι εικόνες τους σου γεμίζουν την ψυχή. Είναι μαγικές εικόνες.

Δεν πηγαίνεις πουθενά. Είναι Τρίτη, Ιούλιος του 2013 κι είσαι πια μεγάλος. Μόλις σε απέλυσαν από τη δουλειά επειδή το εργοστάσιο κλείνει. Έξω ο κόσμος θυμίζει καζάνι γεμάτο εκρηκτικά. Μέσα, ένας εικοσαεννιάχρονος αργοπεθαίνει από ασφυξία. Κακοποιοί σκοτώνουν κόσμο με το νόμο, πλούσιοι ροκανίζουν το υστέρημα φτωχών, άνθρωποι πεθαίνουν επειδή δεν αντέχουν να ζήσουν. Στη μικρή οθόνη ενός ιδιωτικού καναλιού μια εικόνα δακρύζει μπροστά στη μίζερη πραγματικότητα. Έχεις καταλάβει πως τα σύγχρονα θαύματα της πίστης αφορούν πια εικονικές τηλεπερσόνες και όχι εικονίσματα. Δεν απορείς με τα κροκοδείλια δάκρυά της. Δεν σε εντυπωσιάζει η άψογης αισθητικής συγκίνησή της. Εξάλλου το μακιγιάζ της δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Είναι αδιάβροχο, παντός καιρού, αντέχει σε στιγμιαίες περφόρμανς συμπόνιας. Στο γυαλί, ένα dream team σχεδιάζει το επόμενο success story του. Στο δρόμο, ένας άστεγος πεινάει δίπλα σε ένα άδειο ΑΤΜ και το πρόσωπο ενός παιδιού χαράζει ένα σπασμένο μπουκάλι. Είναι φρικτές εικόνες.

Άλλαξαν οι εικόνες της ζωής σου από τότε που ήσουν μικρός. Δακρύζουν για λάθος λόγο, γελάνε χωρίς λόγο, δεν σου απευθύνουν το λόγο, δεν έχουν καν λόγο. Σκέφτεσαι κάποιες άλλες εικόνες, μυστικές, που ζουν μέσα σου και τις νύχτες σε τυλίγουν σαν προστατευτικά σεντόνια. Στη φόδρα τους έχει ράψει τις αντοχές σου και όσο πείσμα σου έμεινε από παλιά. Ποντάρεις πάνω τους για να μην το βάλεις στα πόδια. Η έξοδος κινδύνου θα είναι η τελευταία σου διαφυγή. Οι δακρυσμένες εικόνες του μυαλού σου είναι το μόνο σου καύσιμο σε μια εποχή απαντοχής. Είναι γενναίες εικόνες.

Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημρίδα δρόμος της Αριστεράς στις 29 Ιουνίου 2013)

Σήμερα ο Νίκος Νικολαΐδης είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και πέθανε το 2007, λίγα μόλις χρόνια πριν αρχίσουν να εκδηλώνονται ευρέως οι πάσης φύσεως κοινωνικοπολιτικές ασθένειες της εποχής μας. Μέχρι τότε πρόλαβε να γράψει τον Οργισμένο Βαλκάνιο και να γυρίσει, μεταξύ άλλων, τη Γλυκιά Συμμορία, την Πρωινή Περίπολο, Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, το Singapore Sling και το The Zero Years.

Εμπνευσμένος αρχικά από την δεκαετία του ’50, σκιαγράφησε με εξαιρετική ακρίβεια το ζόφο της εποχής που άφησε πίσω του, αλλά και μίας άλλης εποχής, την οποία δεν πρόλαβε μεν να δει, παρόλα αυτά διέβλεψε πως, εφόσον η Ιστορία επαναλαμβάνεται, δεν ήταν πολύ μακριά από το κατώφλι μας. Όπως και συνέβη. Μπλέκοντας την επίγνωση με την διορατικότητα, ο σκηνοθέτης κινηματογράφησε το φιλμ νουάρ της σύγχρονης Ελλάδας, έτσι όπως αυτό προβάλλεται λίγο μετά το θάνατό του. Δυστυχώς όχι στην οθόνη ή στο πανί αλλά στην απτή καθημερινότητά μας.

Όπως και το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού, οι κινηματογραφικοί ήρωες του Νικολαΐδη ζουν στο μεταίχμιο μιας εποχής και μιας ετοιμόρροπης ψυχολογίας. Ακροβατούν ανάμεσα στα όριά τους, που είναι ασαφή και εξαντλημένα. Βιώνουν παράλογες και ακραίες καταστάσεις που τους εξουθενώνουν. Ρισκάρουν τα πάντα σε μια αμφίβολη παρτίδα παίζοντας το τελευταίο τους χαρτί, γιατί ξέρουν ότι αυτή είναι η μόνη λύση. Παλεύουν με κάθε λογής εξουσίες, είτε σε πλατείες είτε σε υπόγεια. Βασανίζονται από τα φαντάσματα του παρελθόντος και ποντάρουν τα πάντα στη συντροφικότητα και στην ελπίδα που γεννά το σώμα και οι εξάρσεις του πνεύματος που κατάφερε να επιβιώσει. Αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο καλό και στο κακό, και είναι δυστυχώς ελάχιστοι αυτοί που γλιτώνουν. Εκείνοι οι ελάχιστοι εναργείς είναι οι μόνοι που ενδέχεται να επιβιώσουν και να αναλάβουν μέσα από τα συντρίμμια του παλιού κόσμου να χτίσουν μια καινούρια ζωή. Ο ρεαλισμός της τέχνης του σκηνοθέτη είναι η περιγραφή της εποχής μας έτσι όπως συμβαίνει στους δρόμους, στα πάρκα, στα σπίτια και στις ψυχές.

Οι ήρωες του Νικολαΐδη δείχνουν κουρασμένοι, απαθείς και παραιτημένοι. Συχνά μοιάζουν να βουλιάζουν στην απελπισία του έξω κόσμου και στα προσωπικά τους αδιέξοδα. Είναι εξοικειωμένοι με το θάνατο, επειδή έτσι είναι αναγκασμένοι. Τα νοερά παιχνίδια τους είναι η κινητήρια δύναμή τους. Ακόμα κι όταν δείχνουν νεκροί, δεν σταματούν να καταστρώνουν σχέδια και να επινοούν λύσεις. Χάρη σε αυτά τους τα τεχνάσματα τα βγάζουν πέρα με το ζοφερό παρόν και προσπαθούν να κερδίσουν πόντους για το δυσδιάκριτο μέλλον. Μέσα τους, κάποιοι παραμένουν παραδείσια πουλιά. Άλλοι αφήνονται να τους καταπιεί η λάσπη. Στο τέλος επιβιώνουν όσοι δεν παρέδωσαν τα όπλα στις βεβαιότητες της εποχής και όσοι κράτησαν μέσα τους ζωντανή έστω και μια παράδοξη ελπίδα.

Ξαναβλέποντας τις ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη δεν μπορεί κανείς παρά να συνδέσει τις εικόνες της εικαστικής δημιουργίας με εκείνες της καθημερινότητας. Οι Έλληνες του 2013 είναι οι πρωταγωνιστές ενός εκκεντρικού φιλμ νουάρ που προβάλλεται σαν οιωνός. Ή σαν αναμενόμενη τιμωρία. Όπως και στις ταινίες, το παρόν προετοιμάστηκε στα μουλωχτά από κάποιους που ποτέ δεν φανέρωσαν το αληθινό τους πρόσωπο στην οθόνη. Οι κομπάρσοι επιδιώκουν την κάθαρση μέσα σε ένα τοπίο θολό, όπου τα νήματα κινούν οι αφανείς πρωταγωνιστές μιας άδικης συνωμοσίας. Κάποιοι θα παραμείνουν παραδείσια πουλιά. Κάποιοι άλλοι θα χαθούν στη λάσπη. Οι τίτλοι του τέλους θα λένε κάτι που εκ των προτέρων δεν γνωρίζει κανείς. Η ελπίδα όμως, έστω και σαν υπονοούμενο, θα παραμείνει ζωντανή μόνο χάρη στα κουρέλια που επιμένουν, προσπαθούν, και παρόλη τη μαυρίλα της εποχής, εκείνα τραγουδάνε ακόμα.

Από τις πίστες στην πολιτική

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε σην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 8 Ιουνίου 2013)

Το να θεωρείται πως άνθρωποι σαν τον Νότη Σφακιανάκη ή τον Γιάννη Πλούταρχο – οι άρχοντες της λαϊκής πίστας και του μερακλωμένου γαρύφαλλου – δεν δικαιούνται να εκφέρουν άποψη επί παντός επιστητού είναι λάθος. Γνώμη μπορεί να έχει ο καθένας για ο, τιδήποτε νιώθει πως τον αφορά. Οι λαϊκοί καλλιτέχνες έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με τους έντεχνους, τους κλασικούς, τους ροκ και τους μεταμοντέρνους συναδέλφους τους. Αρκεί να το κάνουν με σύνεση και αυτογνωσία. Η εξαρχής περιφρόνησή τους μόνο και μόνο εξαιτίας της ταμπέλας του «σκυλάδικου» ή της εμπορευματοποιημένης καλλιτεχνικής τους διαδρομής είναι μάλλον ελιτίστικη και καταχρηστική.

Με τις πρόσφατες δηλώσεις τους, οι μέχρι πρότινος δήθεν «απολίτικοι» καλλιτέχνες επιχείρησαν να προσαρμόσουν τη θεωρία των άκρων σε μια σύγχρονη «αντισυστημική» εκδοχή. Όπως και διάφοροι άλλοι συνάδελφοί τους – ο Πέτρος Γαϊτάνος ή ο Σταμάτης Γονίδης, για παράδειγμα – εξομοιώνουν εμμέσως πλην σαφώς και εντελώς εκλαϊκευτικά την «άκρα αριστερά» με την «άκρα δεξιά». Υιοθετώντας την προπαγάνδα των μνημονιακών περί «ακροκινούμενων ομάδων» και «δημοκρατικού τόξου», οι λαϊκοί αοιδοί καταλήγουν να υποστηρίζουν τελικά το πρώτο, επιρρίπτοντας κάθε ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της χώρας στους «κακούς πολιτικούς». Συνεπώς, εφόσον οι εν ενεργεία πολιτικοί αρχηγοί είναι ανίκανοι και ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης άκρας αριστεράς είναι μάλλον απίθανος προς το παρόν, νομιμοποιείται η ψήφος στη ΧΑ, η οποία τελικά «αν είναι να πάρει την εξουσία για το καλό της πατρίδας, καλά θα κάνει να την πάρει κι εμείς θα την ψηφίσουμε».

Παραγκωνίζεται βέβαια το γεγονός πως η ΧΑ δρα ως δολοφόνος με σαφές πρότυπο τη ναζιστική ιδεολογία. Όπως επίσης και το γεγονός πως η κοινωνία αποτελείται και από ανθρώπους που κινδυνεύουν από τις πρακτικές της ΧΑ και των ομοίων της, και όχι μόνο από «πελάτες που τα σπάνε λεβέντικα», «μπράβους που καθαρίζουν στα δύσκολα» και «νονούς της νύχτας με γεμάτο πορτοφόλι και σεκλέτια που πνίγονται στο ουίσκι και στα σουξέ». Αυτό είναι ένα φόντο που αφορά αποκλειστικά τις πίστες τους. Παρόλα αυτά, οι ευθύνες που εκ των υστέρων επιρρίπτουν αυτά τα δημόσια πρόσωπα στους πολιτικούς οι οποίοι είναι «οι μόνοι υπεύθυνοι» και προωθούν την άνθιση της καπιταλιστικής κοινωνίας και το στραγγαλισμό του λαού, αποτελούν αντιφατικό επιχείρημα, εφόσον αυτοί οι ίδιοι πολιτικοί είναι, μεταξύ άλλων, το κοινό που τους αποθέωνε τόσα χρόνια στον χώρο εργασίας τους και οι ίδιοι φαίνονταν να το απολαμβάνουν. Όταν ένα υπολογίσιμο μέρος της εθνικής οικονομίας στηριζόταν στα άνθη και στις φιάλες που απλόχερα κατανάλωναν αυτοί οι πολιτικοί στα μαγαζιά όπου τραγουδούσαν οι δημοφιλείς καλλιτέχνες και στο συνεπακόλουθο μάρκετινγκ, η ιδέα της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν φαινόταν να τους ενοχλεί ιδιαίτερα. Το σύστημα τους ευνοούσε και αυτοί το επικροτούσαν με αφιερώσεις, κολακευτικές δηλώσεις σε συνεντεύξεις και φιλικά χτυπήματα στον ώμο.

Τώρα κάτι άλλαξε, και αποφάσισαν να στραφούν εναντίον μιας μερίδας χεριών από κείνα που τους τάιζαν τόσα χρόνια. Ενδεχομένως, με αυτό τον τρόπο, επιδιώκουν να δηλώσουν άμοιροι ευθυνών ή έστω μετανοημένοι. Παραβλέπουν βέβαια το γεγονός πως από το κακό πάνε στο χειρότερο και πως, ως δημόσια πρόσωπα, οφείλουν να μελετάνε προσεκτικότερα τα λόγια τους εφόσον η γνώμη τους έχει απήχηση σε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Οι επιπόλαιες κουβέντες είναι επικίνδυνες. Το να θέλεις να στρέψεις την κοινή γνώμη υπέρ μιας ναζιστικής οργάνωσης μόνο αθώο δεν είναι. Το να αλλάζεις γνώμη είναι θεμιτό. Διαφέρει όμως παρασάγγας από το να προωθείς απόψεις και συμπεριφορές που όχι μόνο έρχονται σε πλήρη ρήξη με όσα με πίστη πρέσβευες επί μακρόν αλλά βάζουν και σε αμετάκλητο κίνδυνο μια ολόκληρη κοινωνία, δίνοντας φτερά στους φασίστες.

PIGS, Gastarbeiter και στρατηγικές πολέμου

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς της 27ης Απριλίου 2013)

Από όλες τις σαρωτικές αλλαγές που αναμένεται να πλήξουν το σύστημα της Μέσης Εκπαίδευσης τον Σεπτέμβριο του 2013 την εντυπωσιακότερη καινοτομία αποτελεί ίσως η πρόταση του γερμανικού κράτους για σύσταση Επαγγελματικού Λυκείου απευθείας συνδεδεμένου με τα γερμανικά εργοστάσια. Αυτό σημαίνει πως η γερμανική κυβέρνηση αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει θέσεις εργασίας στις επιχειρήσεις της Γερμανίας, ανοιχτές στους αποφοίτους των αντίστοιχων ελληνικών Επαγγελματικών Λυκείων των οποίων η έδρα θα βρίσκεται κατά προτεραιότητα στις περιοχές που θα ενταχθούν στην ΕΟΖ (Αν. Μακεδονία, Θράκη).

Το 1960, όταν υπογράφτηκε η πρώτη συμφωνία «Περί απασχολήσεως Ελλήνων εργατών στη Γερμανία», η χώρα άδειασε από το εργατικό δυναμικό της. Περισσότεροι από 400.000 Έλληνες μετανάστευσαν στις φάμπρικες και στα ανθρακωρυχεία της Γερμανίας. Από το εγχείρημα εξαιρούνταν οι ασθενείς και οι αριστεροί.

Αντίθετα με τις προσδοκίες τους, η ζωή που τους περίμενε στο Έσσεν, στο Μόναχο και σε άλλες γερμανικές πόλεις ήταν – εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις – δύσκολη. Στέγαση είτε σε Χάιμ – δηλαδή παράγκες κοντά ή και μέσα στο εργοστάσιο – είτε σε εστίες που θύμιζαν στρατώνες και σε προσφυγικές κατοικίες, ημερομίσθια που φυσικά δεν εξασφάλιζαν πολυτέλειες και ανέσεις, πολύωρη και σκληρή δουλειά, δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες.

Τα πρότυπα είχαν καταρρεύσει. Οι Έλληνες Θεοί που είχαν στο νου τους οι Γερμανοί παρουσιάζονταν τώρα μπροστά τους ως θλιβεροί εργάτες. Η Γη της Επαγγελίας που ονειρεύονταν οι μετανάστες της ελληνικής επαρχίας ή και της πρωτεύουσας αποδεικνύονταν φρούδα ελπίδα. Πέρα από τις δύσκολες επαγγελματικές συνθήκες και συνθήκες διαβίωσης, η γερμανική κοινωνία στάθηκε ιδιαίτερα αυστηρή με τους «Γκασταρμπάιτερ», δηλαδή τους μετανάστες, και σε γενικότερο πλαίσιο. Για παράδειγμα, όποιος κρίνονταν ανεπιθύμητος απελαύνονταν αμέσως, εφόσον όσα χρόνια και να είχε περάσει στη Γερμανία, παρέμενε ως το τέλος ένας χωρίς δικαιώματα Άουσλάντερ, δηλαδή αλλοδαπός. Η λέξη αυτή χρησιμοποιείται και σαν βρισιά.

Οι σημερινοί PIGS, δηλαδή οι χώρες του οικονομικά προβληματικού Νότου που δρομολογείται να τροφοδοτήσουν με εργατικό δυναμικό τις γερμανικές επιχειρήσεις, ήταν τα αλλοτινά διαβόητα Schweine. Κατά περίεργη σύμπτωση, τόσο το ακρωνύμιο όσο και η γερμανική λέξη, σημαίνουν «γουρούνια». Κατά δεύτερη περίεργη σύμπτωση, η οικονομικά κυρίαρχη χώρα ήταν και παραμένει και στις δύο περιπτώσεις η Γερμανία.

Οι Γερμανοί είναι ένας λαός που την όποια ανάπτυξή του την οφείλει σε μεγάλο βαθμό στην αυστηρή κοινωνική και πολιτική του οργάνωση. Οι στρατηγικές ανάπτυξής τους, όπως και οι στρατηγικές πολέμου τους, εκτός από τέλεια προσχεδιασμένες είναι και αδίστακτες. Δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι καθώς και η επανένωση των δύο Γερμανιών το αποδεικνύουν εξάλλου.

Ο Σόιμπλε δήλωσε πρόσφατα πως οι υπόλοιπες χώρες «ζηλεύουν τη Γερμανία επειδή έχει ισχυρή οικονομία». Από τους πρώτους κιόλας μήνες της κρίσης δε οι Γερμανοί, και κάποιοι άλλοι βόρειοι κριτές, χαρακτήρισαν τους Έλληνες «τεμπέληδες και αργόσχολους». Είναι σαφές πως κάθε μέρα που περνά οι θέσεις εργασίας στην Ελλάδα μειώνονται και η ανεργία εκτοξεύεται. Ο Νότος ασθενεί. Ο Βορράς το εκμεταλλεύεται και δολώνει. Όσοι μεταναστεύουν το κάνουν λοιπόν για σαφείς, συγκεκριμένους λόγους και ως επί το πλείστον υποχρεωτικά.

Στην περίπτωση της ισχυρής και αξιοζήλευτης Γερμανίας ποιος ακριβώς είναι βαθύτερος λόγος για τον οποίο ευνοούνται οι μετακινήσεις εργατικού δυναμικού των PIGS στα εδάφη της; Έχει ανάγκη η κραταιά χώρα, ή οποιαδήποτε χώρα, από «αργόσχολους τεμπέληδες»; Ή μήπως ιδρύει Επαγγελματικά Λύκεια έτσι ώστε οι Έλληνες εργάτες – αργότερα και οι υπόλοιποι νότιοι ιθαγενείς – να είναι επαρκώς καταρτισμένοι για τις γερμανικές φάμπρικες και έτσι το «προϊόν» να εξάγεται και ταυτόχρονα να εισάγεται με εγγύηση από τον κατασκευαστή του; Πόσα «τεμάχια» χρειάζεται να μεταφερθούν στα εργοστάσια του Έσσεν, της Φραγκφούρτης και του Μονάχου προκειμένου η αποικία να επανδρώσει επαρκώς το κέντρο; Πόσο θα ωφελήσει αυτή η κίνηση τη γερμανική οικονομία και πόσο θα βλάψει την ελληνική;

Όταν μία χώρα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, δεν την σώζει κάποιος κάνοντάς της αφαίμαξη με το γάντι. Η αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό παρουσιάζεται πλέον ως μοναδική απάντηση στη φτώχεια και στη μάστιγα της ανεργίας στην Ελλάδα. Βέβαια, αυτοί που την προσφέρουν σήμερα συνεισέφεραν προηγουμένως στην εξαθλίωση της εγχώριας οικονομίας και φρόντισαν ώστε εσωτερικά να μην υπάρχουν αμέτρητες επαγγελματικές ευκαιρίες. Έτσι, μπορούν να εκμεταλλεύονται – μεταξύ άλλων – το εργατικό δυναμικό της και να προωθούν «σωτήριες» λύσεις για την ανεργία της.

Είναι άλλο να μεταναστεύει κάποιος από επιλογή και άλλο από ανάγκη. Είναι αυτονόητο πως οι εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες δεν είναι παντού και πάντοτε οι ίδιες. Σήμερα η Γερμανία, μέσω των συγκεκριμένων Λυκείων της, ετοιμάζεται να βάλει τους Έλληνες σε μια αλυσίδα παραγωγής για εργάτες Β’ κατηγορίας που θα απορροφηθούν από τα εργοστάσιά της. Ως σύγχρονοι Γκασταρμπάιτερ, δηλαδή. Πολλοί βλέπουν το ενδεχόμενο ως ύστατη λύση στο οικονομικό αδιέξοδο που επικρατεί. Άλλοι στέκονται πιο δύσπιστοι μπροστά του.

Οι καταβολές και η ιστορική μνήμη των λαών είναι μάταιο να περιφρονούνται. Βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο να εκδηλωθούν και να συνετίσουν εκείνον που τις αψηφά. Λαμβανομένου τούτου υπόψιν, κατανοεί κανείς τα κίνητρα και τις μεθόδους της Γερμανίας, τη θέση των Ελλήνων αλλά και το τελικό αποτέλεσμα που κάποια στιγμή, μοιραία, θα επιβεβαιώσει τον γενικό κανόνα όλων των προηγούμενων κατακτητικών πολέμων που αυτή η χώρα επιχείρησε εναντίον μας. Κάπως έτσι θα λήξει και ο τωρινός. Αυτό ονομάζεται νομοτέλεια, ή αλλιώς δικαιοσύνη.

Να κλαις γοερά και σταματημό να μην έχεις

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της εφημερίδας ΑΥΓΗ  και στο left.gr στις 21 Απριλίου 2013)

Ο λόφος του Φιλοπάππου, ή λόφος Μουσών, βρίσκεται απέναντι από την Ακρόπολη. Δίπλα του υψώνονται ο λόφος του Αστεροσκοπείου, ή λόφος Νυμφών, και ο λόφος της Πνύκας. Στην κορυφή του υπάρχει το μνημείο Φιλοπάππου, το οποίο έστησε κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ο ύπατος Φιλόπαππος και βάφτισε το λόφο. Ο ίδιος κατηγορήθηκε για υπεροψία όταν άφησε εντολή να ταφεί εκεί, έτσι ώστε μετά θάνατον η τελευταία κατοικία του να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τα μνημεία των Θεών που ορθώνονται στους απέναντι λόφους. Χάρη στις ευεργεσίες του στο κράτος των Αθηνών, και στην ευρύτερη προσφορά του στα κοινά, οι Αθηναίοι σεβάστηκαν το θέλημά του.

Το 2002, στο πλαίσιο της Ενοποίησης Αρχαιολογικών Xώρων Αθηνών, ξεκίνησε μια προσπάθεια ο λόφος να περιφραχθεί, να είναι επισκέψιμος με ωράριο, και στα σχέδια ήταν και η ένταξή του στο ενιαίο εισιτήριο των χώρων της ενοποίησης. Το ελληνικό κράτος αποφάσισε πως έπρεπε να εκμεταλλευτεί οικονομικά την ευρύτερη περιοχή, όπου άλλοτε αγόρευαν ρήτορες και συναθροίζονταν πολίτες για να συζητήσουν περί Δημοκρατίας και κοινών, δίνοντας έτσι ένα σύγχρονο νόημα στην τραγική ειρωνεία, που ουδεμία σχέση είχε πλέον με αυτήν του Αισχύλου και του Σοφοκλή.

Το κίνημα των κατοίκων που αναπτύχθηκε αμέσως έβαλε φρένο σε αυτά τα σχέδια και η πρόσβαση στο λόφο παραμένει ελεύθερη. Οι λόφοι δεν έγιναν μουσεία. Από απέναντι, οι Θεοί χαμογελούν. Ο αττικός ουρανός λάμπει.

Στους πρόποδες του λόφου υπάρχουν χαράδρες, βράχια και δύσβατα μονοπάτια. Ο τόπος στολίζεται από πεύκα, πουρνάρια και ελιές. Ο αέρας μυρίζει φρέσκο χώμα. Αλλιώτικο εδώ το μεγαλείο. Εκεί που ξεκινά η αναρρίχηση για τα ιερά μνημεία ο διαβάτης συναντά κάποιες χαμηλοτάβανες, φυσικές σπηλιές. Βράχια και πέτρες με ασύμμετρη είσοδο και τραχύ θόλο. Σπηλιές όπου άλλοτε φώλιαζαν ζώα, προστατευμένα κι ευλογημένα από τους Θεούς.

Από τον 5ο π.Χ. αιώνα έχουν αλλάξει τα πράγματα. Εν έτει 2013, αυτές οι σπηλιές φιλοξενούν ανθρώπους. Δίπλα στη φυλακή του Σωκράτη φωλιάζει σήμερα η απαντοχή εκείνων που δεν στάθηκαν τυχεροί. Των αιφνιδιασμένων. Που δεν προστατεύονται από την πολιτεία ή κάποιον μεγαλόψυχο Θεό. Των κατ’ όνομα απογόνων του Περικλή και του Δημοσθένη.

Μέχρι χθες οι άνθρωποι αυτοί είχαν μια κανονική ζωή. Στο κουδούνι τους ήταν γραμμένο το όνομά τους. Στον τηλεφωνικό κατάλογο είχαν αριθμό. Στο συρτάρι τους βιβλιάριο υγείας και φωτογραφίες από τα παιδικά τους χρόνια. Μέσα σε ελάχιστο καιρό έχασαν τα υπάρχοντά τους και κατέφυγαν στις σπηλιές του Φιλοπάππου για να αποφύγουν τις εισόδους πολυκατοικιών, τα πεζοδρόμια, τα πάρκα. Δεν είναι ρήτορες, πολιτικοί ή στρατιωτικοί. Είναι απλοί άνθρωποι, συνηθισμένοι. Η σύγχρονη πολιτεία δεν προστατεύει τους πολίτες της. Ο «πατήρ ανδρών τε θεών» δεν ασχολείται πια με τα παιδιά του.

Υπάρχει κάτι που οι κάτοικοι των σπηλαίων του 21ου αιώνα –περίπου δεκαπέντε στον αριθμό– διατηρούν ακέραιο. Κάτι που θεωρούν ως το υπέρτατο αγαθό και κάνουν το παν για να το προστατέψουν: την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους. Αυτή είναι η μόνη ηθική αρχή που κρατούν σημαία στην καθημερινότητά τους.

Έστησαν νοικοκυριά με όσα πρόλαβαν να περισώσουν από τα κατασχεμένα σπίτια τους ή με ό,τι βρήκαν στα σκουπίδια. Οι βασικές ανάγκες τους αφορούν μόνο την επιβίωσή τους. Δεν καταδέχτηκαν να ζητιανέψουν τον οίκτο της κοινής γνώμης στο γυαλί ή στα πρωτοσέλιδα. Μαθαίνει γι’ αυτούς μόνο όποιος περνά μπροστά τους. Δεν είναι δειλοί, είναι γενναίοι. Ελπίζουν στο μέλλον. Προτίμησαν αυτή τη ζωή από μια καθημερινότητα πνιγμένη στα χρέη, την αγωνία και τον εξευτελισμό του τοκογλύφου ή του τραπεζίτη που διασύρει, εκβιάζει και τρομοκρατεί μέχρι να αφαιμάξει.

Οι άνθρωποι των σπηλαίων του Φιλοπάππου δεν πάσχουν από σοφιστική υπεροψία. Δεν θεωρούν εαυτόν απόγονο ή κληρονόμο του Πλάτωνα, είναι απλώς παιδιά κάποιων άλλων ανθρώπων. Έφτιαξαν τα σπίτια τους κοντά στα θεμέλια του Ηλιοσκόπιου του Μέτωνα και κοιτάζουν τον ήλιο και το φεγγάρι με γυμνό μάτι. Καλημερίζουν τους διαβάτες που περνούν απ’ το κατώφλι τους κι αν τύχει και το φέρει η στιγμή φιλεύουν τον περαστικό ένα σπιτικό τσίπουρο και διηγούνται μια παλιά ιστορία. Αυτό το ταπεινό τσίπουρο μυρίζει τόσο πολύ «σπίτι», τόσο που βρέχοντας μ’ αυτό τα χείλη σου νιώθεις πως θέλεις να αρχίσεις να κλαις. Να κλαις, να κλαις γοερά, και σταματημό να μην έχεις.

Ding, Dong, The Witch is Dead

Thatcher_XL

Εκείνη η Μαργαρίτα δεν ήταν άλλο ένα κίτρινο άνθος από αυτά που στολίζουν τους ελληνικούς κάμπους και τις εξοχές. Δεν ήταν πλατύφυλλο ροζ λουλούδι από κάποιο ολλανδικό θερμοκήπιο που άνθισε για τρεις μέρες στο βορά ούτε εκείνο απ’ όπου πήρε το όνομά της η γνωστή ηρωίδα του Γουώλτ Ντίσνεϋ. Δεν ήταν τίτλος τραγουδιού των Μπητλς, όπως η Μισέλ ή η Έλεανορ. Ήταν η βαρόνη Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ, κόρη μπακάλη, νεοφιλελεύθερη, φίλη του Ρήγκαν και οπαδός του Φρήντμαν και της Σχολής του Σικάγο, που στις 8 Απριλίου του 2013, στα 88 της χρόνια, πέθανε «ήσυχα στον ύπνο της από εγκεφαλικό».

Μέχρι τότε είχε προλάβει να κάνει πολλά και διάφορα αλλά καθόλου αδιάφορα. Η Σιδηρά Κυρία ήταν η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας. Ήταν εκείνη που εργάστηκε σκληρά προκειμένου να διαλύσει εις τα εξ ων συνετέθη το κοινωνικό κράτος, που έπνιξε τα λαϊκά στρώματα στους φόρους, πολέμησε τα σωματεία σύροντας στην οπισθοδρόμηση πάσης φύσεως συνδικαλισμό, ήπιε τσάι από το χέρι του Πινοσέτ και αποκάλεσε «τρομοκράτη» τον Μαντέλα. Ήταν εκείνη που συρρίκνωσε στο ελάχιστο τη βιομηχανία της χώρας της εκτοξεύοντας την ανεργία σε τεράστια ύψη, εξαφάνισε το Δημόσιο, μεθόδευσε και εκμεταλλεύτηκε πολιτικά την επίθεση της Αργεντινής στα Φώκλαντ, πάτησε επί πτωμάτων.

Η Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν αυτή που άλλαξε ριζικά το παγκόσμιο οικονομικό μοντέλο φέρνοντας στο προσκήνιο τις ιδιωτικοποιήσεις. Παρότι ομολογουμένως διορατική σε κάποια ζητήματα («Δεν επιθυμούμε μια ενωμένη Γερμανία. Αυτό θα οδηγούσε σε αλλαγή των μεταπολεμικών συνόρων και δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε γιατί μια τέτοια εξέλιξη θα έπληττε τη σταθερότητα ολόκληρης της διεθνούς κοινότητας», είχε πει στον Γκορμπατσόφ) ήταν ο προάγγελος της καταστροφικής πολιτικής και οικονομικής εξέλιξης που είχαν και έχουν αρκετές ευρωπαϊκές χώρες καθώς και της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού. Συγκρούστηκε σκληρά με την εργατική τάξη και παρέμεινε πιστή στη φιλελεύθερη ατζέντα της ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις, μην διστάζοντας να γίνει η αιτία να χαθούν ανθρώπινες ζωές. Μεταμόρφωσε σε καπιταλιστικό μόρφωμα μια ολόκληρη κοινωνία ασκώντας την αντιλαϊκή της πολιτική χωρίς κανέναν οίκτο. Στο τέλος της θητείας της, αποχώρησε περήφανα από την Ντάουνινγκ Στρητ χαιρετίζοντας με ένα πλήρες νοήματος νεύμα το διάδοχό της, Τόνι Μπλερ, άξιο πνευματικό παιδί της.

Την ημέρα του θανάτου της Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ, η είδηση τάραξε με απρόσμενο τρόπο τη Βρετανική κοινωνία: ήταν η γυναίκα που κατάφερε να κάνει τον ψυχρότερο λαό της Ευρώπης να βγει και να πανηγυρίσει έξαλλα στους δρόμους μέσα σε μια κυριολεκτικά διονυσιακή ατμόσφαιρα. Μέσα σε λίγες ώρες, σε ολόκληρο το Λονδίνο – και όχι μόνο – αντήχησαν κατάρες, ζητωκραυγές, καθώς και τα δεκάδες τραγούδια που γράφονταν επί δεκαετίες εναντίον της. Στα πάρκα και στις γειτονιές στήθηκαν αυτοσχέδιες διαδηλώσεις με πλακάτ και συνθήματα κάθε άλλο παρά κολακευτικά για την εκλιπούσα. Τα ΜΜΕ βρόντηξαν από επικήδειους σαρκασμού και κυνικότητας. Η παράδοξη αντίδραση ίσως να μην ήταν και τόσο παράδοξη τελικά. «Ελάτε να νικήσουμε μαζί το σοσιαλισμό», ήταν το μότο της και η κοινωνία την εκδικήθηκε πληρώνοντάς την με το αντίτιμο της δράσης και των ιδεών της. Έστω και κατόπιν εορτής. Έστω και έτσι.

Πάρτι και φιέστες συνήθως δεν στήνονται γύρω από ένα φέρετρο. Ο θάνατος παραμένει πάντοτε κάτι τραγικό και κρύο. Η ιδέα ενός ανθρώπου που πεθαίνει, όσο καταστροφικός και άθλιος και αν υπήρξε στη ζωή του, είναι παράξενο να γίνεται καθαυτή αντικείμενο ξέφρενης γιορτής και κανιβαλικών εκδηλώσεων μίσους. Μοναδική εξαίρεση θα μπορούσε να ίσως θεωρηθεί ο Αδόλφος Χίτλερ, όμως εκείνος δεν ήταν άνθρωπος αλλά ανθρωπόμορφο τέρας.

Όσο συμβολικός κι αν είναι ο χαρακτήρας αυτών των εορταστικών εκδηλώσεων των Βρετανών και των Ιρλανδών, όση δίκαιη αγανάκτηση κι αν κρύβεται πίσω από την άγρια χαρά τους, όσο ανθρώπινη και φυσική να είναι αυτή η έκρυθμη αντίδρασή τους, ενδέχεται να φαντάζει κάπως υπερβολική με τον τρόπο που συμβαίνει. Είναι θεμιτό να καθαρίζει ο κόσμος από τη φύρα του, παρόλα αυτά η σκύλευση ενός νεκρού – όσο φταίχτης και ένοχος κι αν είναι – τελικά παραμένει κάτι ανώφελο επί της ουσίας.

Βέβαια, υπάρχει μια λογική βάση σε όλα αυτά. Εκλείπει σήμερα από το εγκόσμιο προσκήνιο η αρχιέρεια του νεοφιλελευθερισμού, η πρωτεργάτρια καταστροφών και αιτία μεγάλης δυστυχίας γενεών ολόκληρων, οι χαρές και τα πανηγύρια όμως δεν μας γλιτώνουν από τις συνέπειες του περάσματός της από τη ζωή. Οι κατάρες εκτονώνουν, όμως δεν αλλάζουν τον κόσμο. Δίνουν μια στιγμιαία, αναγκαία διέξοδο στο μένος των αδικημένων και των βιασμένων που έχουν κάθε δικαίωμα να ανακουφίζονται από το γεγονός, παρόλα αυτά το πιθανότερο είναι πως και αύριο το πρωί η ζωή τους θα είναι ακριβώς η ίδια. Ακόμα και χωρίς την Μάργκαρετ ως υπαρκτό φυσικό πρόσωπο σε κάποιο σημείο της γης. Η κληρονομιά της παραμένει, και αυτό είναι σημαντικότερο και μάλλον πιο κρίσιμης σημασίας.

 Η μέρα εκείνη πέρασε, τα απόνερά της μένουν. Η κοινωνία δείχνει να εξακολουθεί να υποφέρει όσο και πριν της δοθεί η ευκαιρία να ευχηθεί στη νεκρή Θάτσερ μια επώδυνη αιωνιότητα στην Κόλαση, που σίγουρα είναι το λιγότερο που της αξίζει. Το χειρότερο είναι πως παρότι αυτό το ανίερο πρόσωπο πέθανε, η Ιστορία που αφήνει πίσω του και αυτή που εκκολάφθηκε και εκκολάπτεται πάνω στα βήματά του είναι ακόμη εδώ. Και από αυτό, δυστυχώς, κανένα πάρτι, καμία ξέφρενη γιορτή και καμία μεταφυσική βρισιά δεν μπορεί να μας γλιτώσει. Τα ουσιαστικά όπλα των ανθρώπων δεν ήταν ποτέ οι μνησίκακες κατάρες, όσο και αν αυτές επιδρούν ανακουφιστικά και εξαγνιστικά για κείνον που τις προφέρει: ο ρόλος αυτός ανήκει αποκλειστικά στους οργανωμένους, ανυποχώρητους, απτούς καθημερινούς αγώνες. Ο ουσιαστικός στόχος δεν είναι να εκδικηθεί κανείς τη μνήμη της Θάτσερ. Ο υπέρτατος στόχος είναι η ανατροπή των καταστροφικών ενεργειών της.

Το ιταλικό «όχι» που έκανε την έκπληξη

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς της 2ας Μαρτίου 2013)

Την ώρα που η Ευρώπη κλυδωνίζεται και η ρημαγμένη Ελλάδα της κρίσης αδειάζει σαν μυρμηγκοφωλιά που έπιασε φωτιά, την ώρα που η Κύπρος εμπλέκεται σε ένα αδιέξοδο πολιτικό παιχνίδι με προδιαγεγραμένο αποτέλεσμα, η Ιταλία αντιστέκεται στην κυριαρχία του Βερολίνου ψηφίζοντας στις εκλογές έναν «κωμικό» και έναν «μαφιόζο». Μας εκπλήσσει. Ακούγεται ευτράπελο, μπορεί όμως και να μην είναι.

Στην ουσία, σε αυτές τις πρόσφατες εκλογές οι Ιταλοί ψήφισαν πρωτίστως με κριτήρια κοινωνικής και εθνικής συνείδησης. Με λίγα λόγια αρνήθηκαν να συμβάλλουν στη γερμανοποίηση της χώρας τους. Είπαν ένα εύηχο και σαφές «όχι» στην ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, που εδώ και χρόνια καλπάζει αγέρωχα προς την άσκηση πλήρους οικονομικού ελέγχου στις αγορές αποσαθρώνοντας τη δημοκρατία και κλονίζοντας εντέλει την κοινή ευρωπαϊκή υπόσταση. Η ιταλική γλώσσα είναι όμορφη – ακόμα ομορφότερη όταν αρνείται.

Λίγο πριν αναδυθεί το κίνημα των αγανακτισμένων στις ελληνικές πλατείες οι Ισπανοί σήκωναν πανό: «Ησυχία, οι Έλληνες κοιμούνται». Την εποχή που οι γερμανόφιλοι υπάλληλοι του μνημονίου εναλλάσσονται αλυσιδωτά στον ελληνικό πρωθυπουργικό θώκο – Παπανδρέου, Παπαδήμος, Σαμαράς – ο ιταλικός λαός αρνείται να γίνει συνεργός στην επίτευξη των εθνικών στόχων της κυρίαρχης Γερμανίας. Οι συσχετισμοί ισχύος φαίνονται να αλλάζουν, ή έστω να τίθενται υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

Ο Μπερλουσκόνι, τον οποίο ουσιαστικά εξανάγκασαν οι ευρωπαίοι εταίροι σε παραίτητη δημιουργώντας πλαστά στοιχεία κατάρρευσης της ιταλικής οικονομίας, επιστρέφει στα πράγματα ως ανάχωμα στα γερμανικά σχέδια για επικυριαρχία στην ΕΕ. Ο Γκρίλο δεν είναι απλώς ένας πρώην κωμικός που διασκεδάζει: πείθει το λαό και κερδίζει ψήφους. Το πρώτο ρήγμα εμφανίζεται. Οι Ιταλοί κρίνουν πως η υπαγωγή τους στη γερμανική πολιτική δεν φαντάζει ιδιαίτερα ελκυστική ως μελλοντική προοπτική και ανατρέπουν τα προγνωστικά. Η Ιταλία έχει πάψει προ πολλού να είναι «γελοία». Είναι η πρώτη χώρα που αρνείται να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στους σύγχρονους «σωτήρες» και να υπαχθεί στους «λυτρωτικούς» μηχανισμούς της Τρόικας .

Στην πολιτική δεν υπάρχει αθωότητα. Ο Μπερλουσκόνι φέρεται «αντιευρωπαϊκά» εκπροσωπώντας την ιταλική αστική τάξη που δυσανασχετεί με την οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας. Ο Γκρίλο είναι εκείνος που την κατάλληλη στιγμή, πολύ εύστοχα και σαφώς πιο έντιμα, πρότεινε εκ νέου δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Ιταλίας στην ευρωζώνη, έχοντας πιάσει προηγουμένως τον παλμό της έντονα δυσαρεστημένης κοινωνίας. Τελικά το μήνυμα από την Ιταλία είναι σαφές και ανατρεπτικό: ο λαός απέδειξε με την ψήφο του ότι δεν εμπιστεύεται τη λύτρωσή του στα χέρια των ευρωπαίων τεχνοκρατών και τραπεζιτών οι οποίοι είναι οι μόνοι υπαίτιοι της σημερινής κρίσης.

«Για να λυτρωθείς ο ίδιος, θα πρέπει πρώτα να λυτρωθείς από την ιδέα της λύτρωσης», λέει ο Ν. Καζαντζάκης. «Τα αόρατα νήματα είναι οι δυνατότεροι δεσμοί», συμφωνεί μαζί του ο Φ. Νίτσε.

Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου εδώ και μισό αιώνα εκλέγονται πρωθυπουργοί συνεργάτες και απόγονοι πρωθυπουργών, αυτή την κρίσιμη στιγμή ο λαός θα έπρεπε να απαγκιστρωθεί από την όποια ιδέα έξωθεν λύτρωσής του και να σκεφτεί ελεύθερα. Αποφεύγοντας να ξαναπέσει στην παγίδα των πάλαι ποτέ «δοκιμασμένων» στεγανών που σήμερα πάσχουν από τερατογονία, να αναρωτηθεί επιτέλους σοβαρά για τις οικείες ανεπίσημες οικογενειακές μαφίες που τον διοικούν και για τους «εταίρους-σωτήρες» που τις στηρίζουν. Οι μαφίες χωρίς ταμπέλες και διακριτικά είναι συχνά οι χειρότερες που μπορούν να υπάρξουν.

Αρέσει σε %d bloggers: