Αρχεία Ιστολογίου

Το ηθικό δίδαγμα μιας βροχερής καλοκαιρινής μέρας

bibliotheque31
(Κείμενο που δησμοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 23 Ιουνίου 2015)


Το θέμα δεν είναι που μένεις, το θέμα είναι τι είσαι πραγματικά και τι αισθάνεσαι πως είσαι. Αν είσαι ένας κάκτος που ζει στη Σιβηρία, βέβαια, όσο αγκαθωτός και να αισθάνεσαι οι ρίζες σου πονάνε. Παθαίνουν αρθριτικά και μαραζώνουν. Λυγίζεις θέλοντας και μη. Ύστερα, κάνεις λογοπαίγνια και εύστοχες παρηχήσεις με λέξεις σαν αυτές – οι ρίζες που μαραζώνουν και σε ξεριζώνουν – και προσπαθείς να σκεφτείς τι άλλο είσαι πραγματικά και τι άλλο αισθάνεσαι, σαν να συμμετέχεις σε κουίζ ή σε τηλεπαιχνίδι.

Μια βροχερή καλοκαιρινή μέρα, για παράδειγμα, είναι πιθανόν να δεις τον εαυτό σου σαν ναυαγοσωστικό και να αισθανθείς έτσι. Αυτοναυαγοσωστικό, για την ακρίβεια, λες, και τότε γίνεσαι και γλωσσοπλάστης, και παρότι δεν σε καταλαβαίνει κανείς εφόσον μιλάς με λέξεις που δεν υπάρχουν και οι γλωσσολόγοι μπορεί να σε αφορίσουν, εσύ καλύπτεσαι με τον νεωτερισμό σου, και αρχίζεις να νιώθεις λίγο πιο καλά.

‘Η λίγο πιο παράξενα.

Η παραξενιά των πραγμάτων, οι ανεξήγητες πλευρές τους, τα κάνουν κάπως πιο υποφερτά. Στην αρχή, τουλάχιστον, νομίζεις.

Σε βοηθούν να νιώσεις λιγάκι πιο ανεύθυνος, πιο ελαφρύς, μπορεί και κάπως αθώος. Ξεθωριάζουν κάπως τα χρώματα των εννοιών και σε αντικαθιστούν με κάτι ανώτερο ως προς την ορθή σου κρίση. Αν δεν περνούν τα πάντα απ’ το χέρι σου, σκέφτεσαι, δεν είσαι ούτε υπεύθυνος ούτε ένοχος γι’ αυτά. Κάποιος άλλος ευθύνεται για όσα σε ενοχλούν ή έστω για όσα δεν καταλαβαίνεις. Και περιμένεις τη θεία δίκη, τον από μηχανής θεό, το χεράκι που κάποιος θα βάλει, για να ανακουφιστεί η απορία για τις μετατοπισμένες ευθύνες σου ή για το αίσθημα κενού σου.

Διαπράττεις λάθη, αστοχίες, ατεχνίες και μικρά ή μεγάλα εγκλήματα, και τα φορτώνεις στην πλάτη του πεπρωμένου ή των καιρών. Στο θέλημα κάποιου Κυρίου. Γίνεσαι ο απατεωνίσκος του εαυτού σου. Τον εξαπατάς και τον απαλλάσσεις χάρη σε ψευδομάρτυρες, του στήνεις παγίδες και ξόβεργες που μοιάζουν με βουνά από ρύζι και μέλι, του πετάς σωσίβια που τον βολεύουν αλλά δεν τον συμφέρουν εφόσον δεν είναι ανθεκτικά και κινδυνεύουν να βουλιάξουν στο πρώτο κύμα.

Όμως αυτό προτιμάς να το παραβλέψεις επειδή είσαι δειλός.

Τα φορτώνεις όλα στην παραξενιά, στην ιδιορρυθμία, στο αλλοπρόσαλλο, στο «έτσι είναι», και νομίζεις πως ξεμπερδεύεις.

Το μόνο που σου μένει αφού περάσει ο καιρός και ξεγλιστρήσεις προσωρινά από τα δεινά που σε βαραίνουν, είναι να περιμένεις καθισμένος στη γωνίτσα σου να έρθει εκείνη η μπλε ώρα όπου όλα θα γυρίσουν για να σου ζητήσουν εξηγήσεις. Τίποτα από όσα έπραξες και αισθάνθηκες, έστω και για μια στιγμή, δεν σε ξεχνάει, ούτε σε συγχωρεί. Όλα θα τα πληρώσεις, όλα θα σε θυμηθούν και θα γυρίσουν ξανά να σου ζητήσουν το λόγο.

Είναι καλύτερο να μην εμπιστεύεσαι τη μοίρα σου λοιπόν, μιας και μοίρα δεν υπάρχει.

Εμπιστέψου καλύτερα το ένστικτό σου που, ακόμη και ανεξήγητα, σε ωθεί να πράξεις.

Να αισθανθείς τι είσαι πραγματικά και τι αισθάνεσαι πως είσαι.

Να διαβάσεις μέσα από τα γεγονότα και τα αισθήματα και να δεις πώς και αν συνδυάζονται, αν μπορούν να συμβιώσουν και να αγαπηθούν, αν έγινε σωστό κουμάντο.

Οι καθυστερημένες απώλειες δεν είναι λιγότερο απώλειες από εκείνες που κατέφθασαν εγκαίρως. Ακόμα και αν καθυστερήσεις να το διανοηθείς, οι αντικειμενικές συνθήκες του κόσμου θα βρουν μια ρωγμή κρίσεως για να σε διαπεράσουν. Όσο είναι νωρίς αγνοείς την αίσθηση του κινδύνου, του ανεκπλήρωτου, του επικείμενου χαμού. Έτσι το θέλει η φύση. Αισθάνεσαι αθάνατος, λεοντόκαρδος και αεί θριαμβευτής. Σαν νεαρός ή σαν ερωτευμένος.

Όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, μαζί με τα αρθριτικά στις ρίζες σου, μαζί με την μικρή τρυπούλα στο αυτοναυαγοσωστικό σου, καταφθάνει και η σοφία της ωριμότητας και των γενναίων ειλικρινών. Η ώρα όπου όλα εξηγούνται και δεν χωράνε χωρατά. Η ώρα που η τράπουλα ξαναμοιράζεται στους παίκτες.

Τότε οι σκέψεις και τα αισθήματα οφείλει να αποδειχθεί πως συμβάδισαν στο ακέραιο με τις παλιές σου πράξεις. Γιατί αν έχεις κάνει το λάθος και έκλεψες το ένα ή το άλλο στο λογαριασμό, αν έπαιξες άτιμο παιχνίδι, τα ρέστα που θα οφείλεις θα είναι ακριβά. Χρεωμένα με δίκαιο, αμετάκλητο και πολύ ζόρικο τόκο.

Μαγείρεψα

Κοτοπουλο

Πατατες

Μακαρονια

Ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει

ESTOn

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του περιοδικού έστω, τον Δεκέμβριο 2014)

 

Υπάρχει ένας αλάθητος τρόπος να καυτηριάζεις μια πληγή, ένα συναίσθημα, μια έξη.

Στη διαδικασία αυτή, η δυσφορία είναι φυσικά αναμενόμενη: καμία χειρουργική επέμβαση δεν έχει πλάκα.

Όταν όμως πρόκειται για θέμα ζωής ή θανάτου, σαφώς προτιμάς να διασχίσεις έναν κάμπο με αγκάθια παρά να περιμένεις να βγουν τα φίδια να σε φάνε.

Ο τρόπος αυτός είναι μάλλον απλός ως προς τη σύλληψή του.

Το άρρωστο «κάτι» συνήθως χτυπιέται καλύτερα με τα δικά του μέσα.

Η πληγή χτυπιέται με νυστέρι που την σκάβει λίγο περισσότερο για να την καθαρίσει.

Το συναίσθημα παλεύεται με τα τραγούδια/μέρη/λόγια/εικόνες που το έχτισαν και το συνόδευαν όσο διαρκούσε αμφίπλευρα το πάθος (τόσο ώστε να γίνεις αναίσθητος σε αυτά).

Και η έξη χρειάζεται μια νέα έξη για να αποδομηθεί, και σιγά σιγά να σβήσει.

Είναι σκληρό να πρέπει κάποιες φορές να αποχωρίζεσαι αιφνιδίως πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους που έχεις αγαπήσει βαθιά, ερωτικά κυρίως.

Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως, ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της ανατροπής. Της διάψευσής τους.

Κανένας βέβαια δεν το σκέφτεται αυτό όταν τις εγκαινιάζει.

Όπως οι έφηβοι και οι νεαροί, έτσι και οι ερωτευμένοι οικειοποιούνται το αίσθημα – ή έστω την εντύπωση – της αθανασίας.

Οι νέοι έχουν την ωραία ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατοι σωματικά και ψυχικά, και οι ερωτευμένοι πως η σχέση τους είναι μοναδική, και ποτέ δεν θα λήξει.

Είναι όμορφοι οι θιασώτες του ανέφικτου, ακριβώς επειδή προσδίδουν – έστω και προσωρινά – ένα ανθρώπινο πρόσωπο στις κατεξοχήν απάνθρωπες καταστάσεις: στο χρόνο που περνά και στην φθορά των πάντων.

Διασκεδάζουν τις εντυπώσεις όσων σοφότερων πέρασαν ήδη από εκεί και γνωρίζουν όσα αυτοί αρνούνται να πιστέψουν.

Ενίοτε, τους βοηθούν να παραβλέψουν, ή έστω να λησμονήσουν για λίγο την ματαιότητα της ύπαρξης και να τοποθετηθούν μέσα σε ένα δανεικό ιδανικό πλαίσιο, που ναι μεν δεν τους ανήκει οριστικά, από την άλλη όμως επιδρά ανακουφιστικά, και τους ανανεώνει.

Με την ίδια λαχτάρα και θαυμασμό που ένας γέροντας κρατά στα πόδια του και χαίρεται με ένα μωρό παιδί που του χαμογελά και του μεταδίδει κύματα ζωής και διάρκειας που στην ουσία ο ίδιος δεν έχει , οι ενήλικες επωφελούνται από την έξαψη των νεαρών που θεωρούν πως είναι μοναδικοί και άτρωτοι σε αυτό τον κόσμο. Και αυτό, όχι μόνον όσον αφορά στις ανύπαρκτες ακόμη ρυτίδες τους ή τα ακόμη δροσερά τους χείλη, αλλά και στο εύρος και στην ισχύ των αισθημάτων τους, που τα χειρίζονται και τα επιδεικνύουν ως αναλλοίωτα και μοναδικά στην πλάση.

Τα παραμύθια είναι όμορφα, ποτίζουν τις ψυχές και διευκολύνουν τον ύπνο των δικαίων.

Όσο μεγαλώνουμε και χάνουμε αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων την πίστη μας σε αυτά,

τόσο θεριεύει μέσα και γύρω μας ο κίνδυνος της αναπόφευκτης ξηρασίας.

Όμως σε περιστάσεις σαν αυτήν τα λόγια είναι μάταια, περιττά, και λίγα.

Και τούτο εδώ το κείμενο γράφτηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα σε μια βόρεια πόλη με βροχή,

μόνο και μόνο για να επιχειρήσει να παραπονεθεί διακριτικά,

να βγάλει λίγη πίκρα απέναντι στις προτετελεσμένες διαδρομές που υποχρεούνται να διανύουν όλα τα πράγματα του κόσμου.

Αυτά

Avatar

Ο βασιλιάς του τρακ

3D

Η στιγμή που όλοι περιμέναμε (κάμποσοι, τουλάχιστον – κι εγώ πρώτη απ’ όλους!) ήρθε.

Με τεράστια χαρά και ένα καμάρι ως τα Ιμαλάια, μοιράζομαι μαζί σας τη συγκίνηση και την περηφάνεια μου.

Το καινούριο μου πόνημα θα βρίσκεται σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία της Ελλάδας (τα κακά θα είναι αυτά που δεν θα το έχουν!) από τις 24 Μαρτίου.

«Ο βασιλιάς του τρακ» (εκδόσεις Κέδρος) είναι έτοιμος να εξομολογηθεί.

Να αγαπηθεί, να μοιραστεί, να αλλάξει χέρια και γνώμες, να γίνει φίλος με όσους τον καταλάβουν, και σύντροφος με όσους νιώσουν πως τα χνώτα τους ταιριάζουν κι έχουν κάτι ακόμα να πουν.

Η μεγαλύτερη τιμή που μου έγινε, πέρα από τη συνεργασία μου με έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο που θαυμάζω από παιδί και τώρα που μεγάλωσα νιώθω πολύ άξια και τυχερή που με συμπεριλαμβάνει στους συγγραφείς του (τι όνειρο κι αυτό! τι τρελή αγάπη όταν άγγιζα τα βιβλία του Κέδρου και μέσα μου ξέσπαγαν τσουνάμια θαυμασμού!), ήταν αυτή που μου έκανε ο Γιώργος Δομιανός, που έφτιαξε το υπέροχο εξώφυλλο του μυθιστορήματός μου. «Τα Σταράκια είναι δικά μου», είπε όταν μου έδειξε τη φωτογραφία του, και τότε με έκανε ν’ αγαπήσω το Βασιλιά του τρακ για ένα λόγο πάρα πάνω. Για αυτή την προσωπική, τρυφερή λεπτομέρεια. Για το κρυφό στοιχείο. Μέχρι ώρας είναι το καλύτερο εξώφυλλο της συγγραφικής μου καριέρας, και από καρδιάς τον ευχαριστώ. Χωρίς τον Γιώργο, Ο βασιλιάς του τρακ δεν θα ήταν αυτό που είναι.

Αυτό το βιβλίο το αγαπάω τόσο πολύ που νομίζω πως η καρδιά μου θα σπάσει μόλις το πιάσω στα χέρια.

Αρχίζουμε την αντίστροφη μέτρηση.

Δέκα μέρες έμειναν.

Χεράκι και φύγαμε, πάμε βιβλιοπωλείο!

Το spoiler της έκδοσης και μια προσωπική έμμονη ιδέα

Δεν ξέρω αν κάνω καλά, μα δεν κρατιέμαι. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιγράφονται αρκετοί ήρωες. Η Μιράντα, ο Νύσης, η Ρόζα, η Οφηλία, ο Μπίλυ, η Μαριάνθη, η Ορτανσία. Όλοι τους δύσκολοι και συνάμα φιλικοί. Ολομόναχοι μα και παρέα. Γήινοι αλλά και κάπως ιδεατοί. Άγγελοι και δάιμονες μαζί, αναλόγως τις περιστάσεις. Βλέπουν παράξενα όνειρα, βασανίζονται, τιμούν την ηδονή, τις ανάγκες και τα αισθήματά τους, και ενίοτε δεν διστάζουν να τα κουρελιάσουν, παρόλα αυτά. Κάνουν λάθη που  μετά τα ερωτεύονται και προσπαθούν, όπως μπορεί ο καθένας, να βγει κάτι καλό στο τέλος της ημέρας παρόλες τις κακοτράχαλες εσωτερικές τους διαδρομές. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας αλλά και μιας υποψιασμένης  φαντασίας που είναι σίγουρο ότι μερικά κομμάτια της βρίσκονται μέσα σε όλους μας, ανεξαιρέτως.

Κι εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο: Μέσα μου, αυτή είναι η ιστορία του Μπίλυ, ενός φανταστικού ήρωα που αγαπήθηκε πολύ, βαθιά και αμετακλήτως. Όπως διαπίστωσα περιγράφοντάς τον μεταξύ άλλων στο χαρτί όσο καιρό κάναμε νοερή παρέα, η λογοτεχνία είναι το σπίτι του, ο φυσικός του χώρος, η μικρή προσωπική του ζούγκλα που μέσα της μπορεί να αποκτά σαφή χαρακτηριστικά, συνήθειες, γούστα και αισθήματα. Να δρα ελεύθερα. Να συναρπάζει. Εμένα, τουλάχιστον, μου το ενέπνευσε όλο αυτό και μάλιστα με το πάρα πάνω. Τον Μπίλυ δεν νιώθω πως τον γέννησα. Νιώθω πως κάπου υπήρχε αυτόνομα, και απλώς με άφηνε να μιλώ γι’ αυτόν έτσι, σαν χάρη.

Τυπικά ο επιφανής πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι άλλος, και όχι ο Μπίλυ. Άλλος στέφεται βασιλιάς στη ροή της πλοκής. Άλλος δίνει τον τίτλο στο βιβλίο αυτό, και όχι δίχως λόγο. Κατά βάθος όμως, και παρότι ο ρόλος του παραμένει από την αρχή ως το τέλος διακριτικός – κομπάρσος θα έλεγε κανείς, κάνοντας μέγα λάθος – μέσα στην καρδιά μου αυτό το βιβλίο είναι το λαγούμι του Μπίλυ. Που είναι έντιμος, παράξενος, αυστηρός, με ασυνήθιστα ερωτικά γούστα, δύστροπο χαρακτήρα και μια γοητεία σατανική. Μέσα σε αυτό και μέσα από αυτό το λαγούμι του μιλά, σιωπά, αγαπά, μισεί και κινεί τα νήματα, παραιτείται ή επιμένει. Πολεμά. Κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της παράδοξης διήγησης ως κεντρική (έμμονη) ιδέα. Ζει στη σκιά, έχει όμως τον τρόπο να λάμπει σαν να τον φώτιζαν δεκατρία φεγγάρια.

Ποιος είπε πως ένας συγγραφέας που γεννά ήρωες δεν έχει τις προτιμήσεις του; Πως δεν μπορεί να αγαπά κάποιον περισσότερο από τους άλλους, παρότι σίγουρα τους νοιάζεται όλους εξίσου πολύ; Νομίζω πως στο βιβλίο διακρίσεις δεν έκανα. Ο Μπίλυ περιγράφεται όπως όλοι οι άλλοι χαρακτήρες. Στη συγκίνησή μου και στην τρυφερότητά μου όμως, είναι βέβαιο, η αδυναμία μου είναι αυτός.

Ο Βασιλιάς του τρακ θα καθίσει σε λίγες μέρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων αναπαυτικά, και θα περιμένει παρέα. Χέρια να τον αγγίξουν, μάτια να τον δουν και στομάχια για να τα δέσει με τους όμορφους, περίτεχνους κόμπους του. Σαν μια πολύχρωμη φωτογραφία του Αράκι.

Ο Βασιλιάς του τρακ είναι το πιο τρυφερό βιβλίο μου. Τους ήρωές μου τους αγαπάω πολύ. Τον Μπίλυ τον λατρεύω. Αυτό όμως είναι μυστικό, γι’ αυτό και σας παρακαλώ να μην το πείτε πάρα έξω…

Iris, la fleur de Bruxelles

AVGH

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ της 19ης Μαΐου 2013)

Η Ίριδα είναι η γηραιότερη άστεγη του μετρό των Βρυξελλών. Κάθε Μάη βγάζει τα χειμωνιάτικα και φορά ένα πουκάμισο με λουλούδια. Αυτό είναι το δικό της καλωσόρισμα στην άνοιξη, ανήμερα στη γιορτή της, όταν η πόλη γεμίζει με ίριδες, το επίσημο σύμβολό της: «Ίρις, το άνθος των Βρυξελλών».

Τα πρωινά διαβάζει τα free press του μετρό και πίνει καφέ στο κυπελάκι. Την καθημερινή της τουαλέτα την κάνει στις εγκαταστάσεις του μετρό, που φτιάχτηκαν για τους υπαλλήλους που πουλάνε εισιτήρια και ανανεώνουν τις συνδρομές των τρένων. Τα Σάββατα βάζει μπουγάδα στους νιπτήρες.

Παλιά δούλευε στην καντίνα ενός νυχτερινού σχολείου. Οι μαθητές ήταν «εργάτες, κομμώτριες και παραγνωρισμένοι φιλόσοφοι». Παρόλο που ήταν ασφαλισμένη, όταν χρειάστηκε να εγχειριστεί στο στομάχι, το νοσοκομείο αναγκάστηκε να το πληρώσει εξ ολοκλήρου η ίδια. Λίγους μήνες αφότου αρρώστησε για δεύτερη φορά, το αφεντικό της την απέλυσε χωρίς αποζημίωση.

Η έξωση από το διαμέρισμά της δεν άργησε να έρθει και η Ίριδα βρέθηκε άξαφνα στο δρόμο. Συγγενείς δεν έχει πια. Οι φίλοι έκαναν πως δεν βλέπουν.

«Όχι πως είχαν και δεν μου έδιναν. Πλούσιος κανείς δεν ήταν. Όμως ο καθένας έχει να αναμετρηθεί με τα δικά του Τάρταρα. Δεν χρειάζεται και τα δικά μου».

Είναι καλότροπη και γαλήνια. Κανένας πανικός στο πρόσωπό της. Καμία εμπάθεια. Παρόλο που έχει ένα και μοναδικό δόντι σκεπασμένο από μαλακά κίτρινα ούλα, δεν ντρέπεται να χαμογελάσει. Το πρόσωπό της φωτίζεται από τη λάμψη του ελεύθερου ανθρώπου, εκείνου που νιώθει πιο δυνατός από τις περιστάσεις και αγαπά τη ζωή. Του αποφασισμένου.

Στην αρχή έμενε σε πάρκα και πλατείες. Χειμώνα-καλοκαίρι στα παγκάκια και στα κατώφλια των μαγαζιών, που όταν έκλειναν εκείνη φώλιαζε κάτω από τις τέντες.

«Τις νύχτες μεθούσαν και μαχαιρώνονταν με σπασμένα μπουκάλια και σουγιάδες. Άκουγαν δυνατά μουσική, έκλεβαν, γέμιζε ο τόπος αστυνόμους. Ούρλιαζαν και βλαστημούσαν, με κατουράγανε, μου έριχναν κλωτσιές και γέλαγαν. Όλο το βόρειο κομμάτι της πόλης γύρισα. Εκεί έχει πολλούς στο δρόμο. Γυναίκες και άντρες ψωνιζόντουσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, κοιμόμουν πάνω στις σύριγγες και στις καπότες. Οι νταβατζήδες έμοιαζαν με τέρατα. Φοβόμουν μέχρι και να τους κοιτάξω. Οι γυναίκες ήταν άσχημες, ταλαιπωρημένες. Έβλεπα τα αυτοκίνητα που σταματούσαν και τις έφτυναν κι έκλαιγα για λογαριασμό τους».

Θυμάται τα παιδικά της χρόνια στην Αρλόν. Την οικογένειά της. Ο πατέρας της ήταν φούρναρης. Κάθε μέρα έτρωγαν μπισκότα, κουλούρια και ζυμωτό ψωμί. Η μητέρα της την έμαθε να ράβει και να πλέκει.

«Η πιο αστεία ήταν η πρώτη μου δουλειά, στο καφενείο του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων. Περνούσαν οι κυρίες μπροστά από το τραπεζάκι μου για να πάνε τουαλέτα, μου άφηναν τα ψιλά και τους έδινα δύο κομμάτια χαρτί. Μετρημένα. Αν κάποια χρειαζόταν περισσότερο έπρεπε να πληρώσει έξτρα. Οι κύριοι ήταν πιο βολικοί, όμως μόλις έβγαιναν κοιτούσα τα χέρια τους και σιχαινόμουν λίγο. Όλα τα ανέχομαι, τη βρωμιά όμως δεν την αντέχω».

Όταν αναπολεί, το πρόσωπό της γίνεται παιδικό. Γεμίζει από μια υπέροχη, αγνή νοσταλγία. Είναι όμορφη με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που ομορφαίνει τους ανθρώπους που παρότι ταλαιπωρούνται δεν νιώθουν μίσος ή κακία. Τους εκτεθειμένους καλοπροαίρετους.

«Είμαι καλά εδώ, δεν παραπονιέμαι. Τώρα με την κρίση ο κόσμος δεν είναι σπάταλος, όμως κάτι γίνεται. Την περνάω. Όταν έρχονται οι φύλακες κάνω πως φεύγω και μετά ξανάρχομαι. Με γνωρίζουν πια, δεν με κυνηγάνε στ’ αλήθεια».

Στην ερώτηση τι χρειάζεται, εκείνη απαντά: «Τσιγάρα». Πιο πολύ και από το φαγητό, η Ίριδα αγαπά το κάπνισμα. Μιλά σεμνά και προσεκτικά. Δεν έχει σχεδόν τίποτα, κι όμως δείχνει να τα έχει όλα.

Κάθε πρωί οι γνωστοί της σκύβουν μπροστά της και την χαιρετούν. Λέει μια καλημέρα και χαμογελά με το μοναδικό της δόντι και τα κίτρινα ούλα της. Με την αγέρωχη ομορφιά της. Η Ίριδα δεν λέει ευχαριστώ σε όσους την κερνούν τσιγάρα ή κάνα ψιλό.

«Que Dieu me protège!» λέει μόνο, και η φράση της έχει διττή σημασία. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ζητά να την προστατέψει κάποιος Θεός ή αν τον ευχαριστεί για την άφθονη φροντίδα που της προσφέρει ήδη. Κανείς δεν θέλει να ρωτήσει — ούτε τολμά. Εξάλλου δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία.

Φουντούνια-Depon

nerantzies

1. Την περασμένη βδομάδα περπατούσα στην Αθήνα ανάμεσα σε ανθισμένες νεραντζιές και κάδους απορριμμάτων. Τη νύχτα οι μυρωδιές ήταν σαφώς πιο έντονες. Υπερίσχυαν τα άνθη, που με πολύ κολακευτικό τρόπο παραμέριζαν τη σκουπιδίλα και έκαναν τον αέρα να μυρίζει σαν καλής ποιότητας αποσμητικό πάνω σε ολοκάθαρη μασχάλη.

2. Το Κ*ΒΟΞ κάνει τα καλύτερα πάρτι του λεκανοπεδίου. Το προηγούμενο Σάββατο άκουσα εκεί μέσα ένα από τα ωραιότερα μουσικά προγράμματα των τελευταίων μηνών. Δυστυχώς μου διαφεύγει η διασκευή ενός κομματιού που σκέφτηκα πως έπρεπε οπωσδήποτε να θυμηθώ να την ψάξω. Πάντα αυτό συμβαίνει, όταν λέω από μέσα μου «να θυμηθώ…». Ξεχνάω.

3. Χτες το βράδυ πήγαμε στην La Piola με τον Ν., τον Χ. και τον Σ. και ήπιαμε ένα καπνιστό κρασί. Κάτι μου λέει πως δεν ήταν πραγματικό κρασί αλλά κολώνια. Μια πόσιμη κολώνια που έκανε τον κόσμο να μοιάζει σαφώς πιο εκλεπτυσμένος και ευωδιαστός απ’ ό, τι είναι στην πραγματικότητα. Σαν σέξι λαιμός.

4. Σήμερα η μέρα μυρίζει «Σε βαρέθηκα!». Είναι το κλασικό άρωμα αυτής της πόλης. Των Βρυξελλών, δηλαδή.

5. Το κείμενο του lifer για τη Μάργκαρετ Θάτσερ και τα μήλα της παιδικής του ηλικίας με συγκίνησε πολύ. Ο lifer είναι κάποιος που μπορείς πολύ εύκολα να του χρωστάς ευγνωμοσύνη, επειδή είναι απλώς μοναδικός και το δείχνει.

6. Χτες τη νύχτα ονειρεύτηκα πως κανένας δεν ήθελε πλέον να μου κάνει τα χατίρια. Έναν καφέ ζήτησα και αυτόν μου είπαν «Άντε φτιάχτον μόνη σου». Ούτε στον ύπνο μου δεν μπορώ πια να απολαύσω ορισμένα προνόμια. Ευτυχώς που υπάρχει έξοδος κινδύνου και όταν βλέπω τα σκούρα φεύγω από το όνειρο γλιστρώντας αλλού σαν το νεράκι μέσα στο σιφόνι της μπανιέρας μου.

7. Χάλασε το πλυντήριο. Χάλασε το πλυντήριο. Χάλασε το πλυντήριο. Κανένας Φρήαρς στα πέριξ.

8. Σήμερα το πρωί στο μετρό ήρθε και κάθισε δίπλα μου ένα δεκάχρονο κορίτσι. Έπαιζε με ένα κουτάκι καραμέλες που στο καπάκι του είχε ένα λαβύρινθο γεμάτο τρύπες. Το παιχνίδι ήταν να μπει το μπαλάκι μέσα σε μια τρύπα και να παραμείνει εκεί μέχρι να στρίψει το μετρό. Αυτό δεν το συμφωνήσαμε, το σκέφτηκα μόνη μου και μέχρι να φτάσουμε το έπαιζα συνεχώς με τον εαυτό μου.

7. Έχω πονοκέφαλο και μια τεράστια λαχτάρα για φουντούνια. ‘Η, τέλος πάντων, κάτι σχετικό. Φουντούνια-Depon.

8. Έφτιαξα ένα ωραιότατο μπουκέτο με κλαδιά ελιάς, πεύκου, στάχυα και πουρνάρι Ακρόπολης. Δυστυχώς το ξέχασα στην Αθήνα και τώρα ένας Θεός γνωρίζει τι του έχει συμβεί.

9. Μου λείπεις και με λυπείς. #Αμένσιοτο

10. Να διαβάσετε το επόμενο τεύχος του Μανδραγόρα. Η ιστορία είναι αληθινή, αλλά κανείς δεν το ήξερε μέχρι τώρα.

 
.
http://www.youtube.com/watch?v=sgbVK0YPX2k

Μια συνέντευξη στο Πανδοχείο

MIRANDA

Μια συνέντευξη στο αίθριο του Πανδοχείου

ola_lathos

… όπου όλα ρέουν φυσικά…

Lemon_

Κι ήθελε ακόμη…*

 

spock

Η χώρα έχει σκεπαστεί από μια ημιδιάφανη μεμβράνη φτιαγμένη από κρατικές ραδιοσυχνότητες, πλαστικά σύννεφα και τοξικούς ρύπους. Είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς με γυμνό μάτι την αφύσικη σκεπή που όμως υπάρχει και κυριαρχεί. Λίγοι το καταφέρνουν. Η πόλη – η ανώνυμη πόλη – μοιάζει με θερμοκήπιο μιας άγνωστης εποχής. Οι άνθρωποί της, ντυμένοι με αλλοπρόσαλλες φορεσιές – άλλοτε κουρέλια και άλλοτε αστεία κοστούμια εποχής – κάνουν ουρές έξω από τα λεωφορεία ή τα ισόγεια τυροπιτάδικα του κέντρου. Είναι χωρισμένοι σε δύο ομάδες. Σε εκείνους που νιώθουν πως πηγαίνουν κάπου και σε εκείνους που πεινούν. Και στις δύο περιπτώσεις όλοι δείχνουν παράταιροι και πολύ αγχωμένοι – σαν να τους κρατά ομήρους του ένας κακόβουλος μυθικός θεός που δεν αγαπάει τους ανθρώπους. Γύρω τους φτερουγίζουν τρικάκια από μια πορεία που έληξε άδοξα, λερά περιστέρια και ίχνη από χημικά ρεσώ.

Στον τρίτο όροφο κάποιου νεοκλασικού που ξεπουλιέται σε τιμή ευκαιρίας ένας δημοσιογράφος με βλέμμα φτιαγμένο από πίσσα και μύτη αρπακτικού βάφει τις σελίδες μιας παραδοσιακής εφημερίδας με ένα χοντρό κίτρινο πινέλο. Δείχνει αφοσιωμένος και πρόθυμος να εργαστεί σκληρά. Αλλάζει χέρι κάθε τόσο στο πινέλο του – από το δεξί στο αριστερό και πάλι πίσω, προσέχοντας να παραμένει διαρκώς στο κέντρο του οπτικού πεδίου του αφεντικού του καθώς μετακινείται.

Δεν φταίει που κουράζεται εύκολα και αλλάζει χέρι, φταίει που καθώς περνάει η ώρα προσπαθεί συνεχώς να βρίσκει μια ευνοϊκότερη θέση δίπλα στο παράθυρο και να στοχεύει καλύτερα τις σελίδες ανάλογα με το προς τα πού υπολογίζει ότι μπορεί να πέσει φως. Μετατρέπει μεθοδικά σε κτήμα του το δημόσιο λόγο και τη δημόσια σκέψη, δουλεύοντας ακατάπαυστα στην πλάτη ενός ολόκληρου εκφασισμένου λαού. Σκυλεύει νεκρούς, παραποιεί αλήθειες, κάνει πειράματα εξίσωσης του λόγου με τη δράση και μαγειρεύει επιμελώς το επόμενο βήμα προς την απόλυτη κατάλυση της ελευθερίας έκφρασης και σκέψης για λογαριασμό των καλών του εργοδοτών.

Σε ένα στενό δυσώδες κανάλι με μεγάλη τηλεθέαση ένας πολιτικός παλιάτσος με θερμούς οπαδούς και όνομα με παράδοση στα πολιτικά σπορ διαπομπεύει λάθος ανθρώπους για λάθος λόγους, επιτίθεται στους αντιπάλους του με χυδαία λόγια – ενίοτε και με ελιγμούς κλεμμένους από γυμναστικές επιδείξεις μιας άλλης εποχής – και χαμογελάει στην κάμερα βγάζοντας ταχυδακτυλουργικά από τις τσέπες του τα φύλλα μιας σημαδεμένης τράπουλας προς τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού. Οι τηλεθεατές, αδιάφοροι για το σάπιο του χαμόγελο, αλαλάζουν πανευτυχείς και ανακάθονται στον καναπέ για το επόμενο επεισόδιο στη γυάλινη αρένα. Η φωτοχημική ρύπανση του περιβάλλοντος τους έχει μεταλλάξει σε αποχαυνωμένα λιοντάρια που διψούν για αίμα, πετώντας άγρια στο ίδιο τσουβάλι όλους όσους τους έχουν πείσει να θεωρούν εχθρούς.

Από το διαστημόπλοιο Έντερπράιζ, που κολυμπά στα όρια της στρατόσφαιρας, ο λομπίστας μίστερ Σποκ παρατηρεί τους κατοίκους της πόλης και μειδιά. Τα μυτερά του αυτιά δεν ιδρώνουν. Οι επιχειρηματίες συνάδελφοί του με τις πλαστικές στολές και τα πανομοιότυπα χτενίσματα στέκουν δίπλα του σε παράταξη σαν να επρόκειτο να στοιχηθούν για να παρελάσουν. Χαιρετούν αγωνιστικά τους πλούσιους λομπίστες από τα γειτονικά διαστημόπλοια που ρυπαίνουν τον ουρανό και οραματίζονται από κοινού μια νέα τάξη πραγμάτων που θα επιφέρει μια σύγχρονη λογο-κρυμμένη στρατιωτική εποχή.

Σε ένα υγρό μπουντρούμι ένας έφηβος τσαλακώνεται από μια συμμορία κακοποιών που πληρώνονται για να μισούν και να καταστρέφουν. Σε ένα δικαστήριο ένας δικαστής διώκει ή αθωώνει φρονήματα. Σε ένα σχολείο μια μαθήτρια μαθαίνει να αρνείται το Ολοκαύτωμα και να υποκλίνεται μπροστά σε μια μαύρη σημαία. Σε ένα συνοικιακό συσσίτιο ένας πατέρας περιμένει για το γεύμα των παιδιών του με το κεφάλι σκυφτό. Σε μια ουρά νοσοκομείου ένας ηλικιωμένος αγκομαχά για μια στάλα αργοπορημένη χημειοθεραπεία. Σε ένα πεζοδρόμιο ένας ξενόφερτος μοναχικός εκλιπαρεί για λίγη πατρίδα μέσα στο βλέμμα των άλλων. Σε ένα νεκροταφείο μια μητέρα στολίζει με κυκλάμινα μια πέτρα που γράφει το όνομα του δολοφονημένου της παιδιού. Σε ένα σούπερ μάρκετ μια ταμίας κλείνει τα μάτια μπροστά σε ένα κλεμμένο πακέτο ζυμαρικών και μετά από λίγο χάνει τη δουλειά της. Στην πλαστική ατμόσφαιρα οι λομπίστες, τα σιδερένια πουλιά και οι κρατικές ραδιοσυχνότητες μεσουρανούν και αλληλοχειροκροτούνται.

Στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας στο μάτι του κυκλώνα, χωμένος σε ένα μοναχικό δώμα που περιστοιχίζεται από σκουριασμένες κεραίες και σάπιους ηλιακούς, ένας νεαρός φοιτητής ζωγραφίζει με νερομπογιές ένα καταπράσινο τοπίο. Στα πόδια του ανασαίνει ένα σκυλί. Στο κρεβάτι του κοιμάται μια όμορφη που τις νύχτες κλαίει απαρηγόρητη και τον ρωτάει «γιατί». Το πρωί τον κοιτά στα μάτια και του χαμογελά περιμένοντας κάτι να συμβεί και όλα να αλλάξουν. Καθισμένοι στο πάτωμα, τρεις εργάτες κι ένας ναύτης που δραπέτευσαν από ένα σπουδαίο έργο τέχνης παίζουν ζάρια, σημειώνουν στίχους από παλιά ποιήματα που τους έρχονται στο νου, και τραγουδάνε:

 

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει.

Ὅμως ἐγὼ δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα.

Ἔβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω.

Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.

Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους

Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία

Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα

Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.

Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,

Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο

Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω

Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω

Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.

Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

*Τίτλος και Ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη

Καθαρή Δευτέρα

Φωτογραφία0550

Καθαρή από παραδοσιακές συνήθειες, νηστίσιμα φαγητά, βόλτες στις εξοχές με τα κίτρινα και μωβ λουλούδια, τραγούδια του ραδιοφώνου, χαρταετούς στα σύρματα της ΔΕΗ, γαλάζιους ουρανούς με πουλιά και πεταλούδες, κρασιά και τσίπουρα στα χάρτινα κυπελάκια, οικείες φωνές, ζαλάδα το μεσημέρι. Καθαρή Δευτέρα κάπου αλλού. Εδώ στα μέρη μας είναι απλώς η ανακεφαλαίωση  της ανεπίδοτης νοσταλγίας μας και μιας ευχής. Άντε, και του χρόνου σπίτια μας.  

Αρέσει σε %d bloggers: