Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2009

Τα μονοπάτια που συναντιόμαστε είναι νεύματα που παραλύουν

cebccebfcebdcebfcf80ceb1cf84ceb9ceb1

Μεγάλωσα σε ένα φιλικό περιβάλλον όπου από πολύ νωρίς όσα θέλαμε να κοινωνήσουμε μεταξύ μας, ως παρέα, τα ανταλλάσσαμε μέσω τραγουδιών. Για μας η μουσική ήταν κώδικας επικοινωνίας, σημείο αναφοράς, κριτήριο αξιολόγησης των μελών που προσπαθούσαν να διεισδύσουν στο στενό μας κύκλο, τρόπος άμεσης και έμμεσης συνεννόησης, ανταμοιβή για κάποιο κατόρθωμα και τιμωρία για τα κρίματά μας. Υλικό ζωής. Αίτιο και αιτιατό.

Επί χρόνια θυμάμαι πως η ζωή μου εξαρτιόταν από τη μουσική που άκουγα. Ζούσα σύμφωνα με τους στίχους του Κέηβ ή του Κέρτις, μιλούσα με τη φωνή της Κρίστιν, έκοβα τα μαλλιά μου σας της Σούζι, ανέδιδα τη μυρωδιά του Σανκάρ, φορούσα κατάσαρκα το πετσί της Πάττι και της ΠιΤζέι και κοιμόμουν αγκαλιά με τους εφιάλτες των Κιούρ. Οι φίλοι μου ήταν πάντοτε εναρμονισμένοι και φυσικά με βοηθούσαν να πάω ακόμα πιο πέρα στο παρανοϊκό αυτό παιχνιδάκι της αλλαγής ταυτότητας και της ύπαρξης μέσω «κάτι» άλλου. Ήμασταν μαζί, κι αυτό έδινε στα πάντα μια περαιτέρω γοητεία κι ένα μυστήριο που όμοιό του δεν ξανασυνάντησα ποτέ.

Σε πολλές περιπτώσεις τις αποφάσεις για τη ζωή μου δεν τις πήρα εγώ μα το εκάστοτε μουσικό κόλλημά μου, που μιλούσε με το στόμα μου και σκεφτόταν με το μυαλό μου. Με θυμάμαι να κινούμαι εκστατικά προς τα πεντάγραμμα των ειδώλων που δικαίωναν την έννοια «ύπαρξη» για μένα, κάπως στα τυφλά. Πάντοτε αγαπούσα τους αντισυμβατικούς καλλιτέχνες, τους παράξενους, τους παραμελημένους από το ευρύ κοινό. Σε κείνους έβρισκα μια μυστική μαγεία που φανερωνόταν μόνο σε όσους ήταν υποψιασμένοι και την αναζητούσαν ακούραστα. Όταν το αντικείμενο του πόθου μου γινόταν σελέμπριτι η σχέση άλλαζε, γινόμασταν πολλοί κι εγώ την πολυκοσμία σπανίως την αντέχω.

Ο περίγυρός μου κουβαλούσε τα ίδια μυαλά με μένα. Ευνοϊκό αυτό για τις κοινές κραιπάλες, για κάτι αλησμόνητα πάρτι όπου η αυτοκαταστροφή άγγιζε τα όρια της υστερίας, για τρελούς έρωτες που μιλούσαν μόνο με στίχους και επ’ ουδενί με άλλου είδους λέξεις. Ευνοϊκό για ένα modus vivendi παρακμιακό και συνάμα εξυψωμένο στα ουράνια. Με αυτή την ομάδα ανθρώπων, κοντά στους οποίους με έφερνε αρχικώς η μουσική και κατόπιν τους ανήγα σε συντρόφους ζωής όπως κι εκείνοι εμένα, η εφηβεία και τα μετεφηβικά χρόνια είχαν ένα χρώμα παράξενο, μουντό και ελκυστικό μέχρι κακουργήματος. Ευωδίαζαν μελαγχολιά και υποσχέσεις για ένα ξεχωριστό, ιδιαίτερο μέλλον, καθόλου κοινότοπο, και προορισμένο για πολύ προσωπική χρήση (της ομάδας).

Περνώντας ο καιρός, η κατακρήμνιση σε νότες, μελωδίες, λέξεις και προεκτάσεις που δίνονταν κατά βούληση στα εκάστοτε πονήματα παλιών και νέων αποκαλύψεων της γκρίζας ζώνης του υποσυνειδήτου μας (κοινώς καλλιτέχνες, συγκροτήματα, παραγωγές κ.λπ.) όχι μόνο αποτελούσε κομμάτι του DNA μας αλλά κατέστη και σαφής ενήλικη –πολιτική- ιδεολογία. Η μελαγχολία και ο τρόμος του κενού έκαναν χώρο για τη γλυκιά θλίψη της ανθρώπινης υπόστασης, για τη χαρά που μπορεί να βρεθεί στα πάντα (απίστευτο κι όμως αληθινό), για μια έκπληξη που αναμένεται και για την ελπίδα πως τελικά όλα θα πάνε καλά και όσα ευχόμαστε θα συμβούν, για μια κοινωνία κάπως φιλικότερη προς τον χρήστη και για τρόπους επιβίωσης και συντήρησής της. Το σουρωτήρι της μουσικής πάντοτε διύλιζε τα νέα στοιχεία, τις σκέψεις και τις αποφάσεις και κατεύθυνε τα βήματά μας. Και μας έδινε φτερά για ένα αύριο με αξία και ενδιαφέρον. Με δυνατότητες. Όχι μόνο στις καλλιτεχνικές και ψυχολογικές μας αναζητήσεις μα και σε πολύ πιο ανθρώπινα πράγματα, καθημερινά, σημαντικά κι ασήμαντα.

Μέχρι σήμερα η συγκίνησή μου όταν ανακαλύπτω ή μου αποκαλύπτουν ένα νέο συγκρότημα ή κάποιο σπουδαίο τραγούδι δεν μπορεί να ανταγωνιστεί παρά εκείνη που νιώθω όταν βρίσκω ένα μαγικό βιβλίο. Η μουσική όμως ευνοεί περισσότερο την κοινωνικοποίηση και την επικοινωνία, το αναγνωρίζω. Και παρόλο που η μετεφηβική περίοδος της ζωής μου ανήκει σε ένα μακρινό παρελθόν (φευ!), έχω ακόμα την τύχη να πέφτω πάνω σε ανθρώπους που καταλαβαίνουν τι εννοώ κι ας μην έχουμε μιλήσει ποτέ με άλλο τρόπο, παρά μόνο μέσα από μουσικές απόπειρες και κρυφά νοήματα μέσα από τις γραμμές ενός νοερού πενταγράμμου. Αυτοί οι άνθρωποι με συγκινούν βαθιά. Αναπτερώνουν το ηθικό μου και την πίστη μου στις ανθρώπινες σχέσεις που ξεφεύγουν από την πεπατημένη και ανακαλύπτουν μονοπάτια που θέλω διακαώς να διαβώ και, κυρίως, να αφουγκραστώ με ευγνωμοσύνη.

 
 

 (Αφιερωμένο εξαιρετικά στους indictos και  wunbad, μιας και πολλές φορές μου βρήκαν μονοπάτι)

(Firewater – So this is how it feels)

 —

4.36′ δική σου ώρα

(Faithless: Insomnia Remix)

 

Ο χάρτινος Φλεβάρης της καρδιάς μας

february

Τελειώνει στοχαστικά ο Φλεβάρης κι έχω την εντύπωση πως αυτό το μήνα τα πάντα συνέβησαν σε πιο γρήγορους ρυθμούς από το κανονικό. Οι εβδομάδες του στο σύστημα του συνολικού χρόνου στάθηκαν κουτσουρεμένες, και η καμπύλη της μελαγχολίας μου παρατήρησα πως εναλλασσόταν με τον πλέον ανταγωνιστικό τρόπο με εκείνη της αναστάτωσης. Ο πραγματικός χρόνος  των ημερών μου αναδύεται μέσα από αεροπορικές συνδέσεις και πίξελ τεχνάσματα και, όλως περιέργως, αυτή η ανάδυση νομίζω πως τελικά με θλίβει κάπως. Θα προτιμούσα να αποφύγω να κρατώ σημειώσεις για όλα αυτά τα μυστήρια, μιας και οι σημειώσεις πολύ συχνά αφαιρούν το νόημα από την παρούσα στιγμή εφόσον την καθιστούν υλικό προς μετέπειτα μελέτη. Ο πειρασμός όμως είναι έντονος, και η μελλοντική διαύγεια του βλέμματός μου γνωρίζω πως εξαρτάται άμεσα από αυτή τη γραφειοκρατική διαδικασία της περίληψης του παρόντος.

 

Αυτός ο Φλεβάρης είναι γκρίζος και παγωμένος. Τόσο από τον 1ο όσο και από τον 13ο όροφο, τα τοπία της αποσύνθεσης μεταμορφώνονται πότε σε σκηνές χορού μιας αστικής μοναξιάς και πότε σε φλάσμπακ εικόνες ενός επερχόμενου πανικού που λατρεύει τις κακοτοπιές. Σμήνη πουλιών που διαγράφουν κύκλους στον αέρα, οδοφράγματα σε πολιτικοποιημένες γειτονιές της καθημερινότητάς μου, μια γαλάζια γραβάτα κι ένα φούξια παλτό που χάνονται στη γωνία, ένα κόκκινο φανάρι που πέρασα χωρίς να πρέπει, όμορφες σκηνές της απλής ημερήσιας ρουτίνας στην οποία δεν έχω κάτι να προσάψω, πέρα από το γεγονός πως τίποτα μέσα της δεν καταφέρνει πλέον να μου εμπνεύσει τον έρωτα.

 

Βέβαια, η ανορεξία μου απέναντι στις πολλαπλές διαβαθμίσεις του γκριζωπού χειμώνα, που θα μπορούσε να κρύβει και κάτι ενδιαφέρον σε άλλη περίπτωση, ωχριά μπροστά στις μεγαλοπρεπείς εσωτερικές αντιθέσεις τις οποίες βίωσα –ή φαντάστηκα πως βιώνω- τον τελευταίο καιρό. Και όμως, αυτή η ανορεξία ψυχανεμίζομαι πως οφείλεται σε μια συγκεκριμένη απουσία που διαιωνίζεται και γερνάει μαζί με τα χιλιόμετρά μου στο χρόνο. Διαισθάνομαι πως κάτι λείπει και νιώθω πως αυτό το μυστήριο κάτι μου υπενθυμίζει με τον πιο επιβλητικό τρόπο την ανάγκη μου γι’ αυτό. Ενδέχεται να είναι ένα είδος νοσταλγίας όχι για πράγματα που έγιναν, μα για το χρόνο κατά τον οποίο διαδραματίστηκαν, στην ώρα τους, πληρωτικά. Η απόσταση που με χωρίζει από όσα έγιναν την κατάλληλη στιγμή με αναστατώνει γιατί καταλαβαίνω πως είναι χρονικά ελάχιστη μα ψυχολογικά τεράστια. Άρα το αδιέξοδο του μηνός είναι πια εγγυημένο.

 

Κατ’ αυτό τον τρόπο, το υπονοούμενο της απουσίας αυτού του παράξενου κάτι εντείνει την έλλειψή του και με εμποδίζει από το να αξιολογήσω αντικειμενικά και δίκαια αυτό τον πολύπαθο μήνα. Ενδέχεται βέβαια η λύση να κρύβεται και πάλι σε κάποιο κλισέ: περιμένω να σβήσει αυτό που μελετώ και μετά μπορώ να το αξιολογήσω και να το γνωρίσω καλύτερα. Προς τι ο κόπος, αναρωτιέμαι. Αν σβήσει αυτό που με απασχολεί θα βρεθώ να μελετώ το κουφάρι μιας εποχής που απεβίωσε μέσα στην άγνοια και την αμφιβολία, και η post mortem απολογία του θα είναι μάλλον άχρηστη και περιττή.

 

Δεν θα προσπαθήσω άλλο πια να περιγράψω το φετινό Φλεβάρη. Το νόημά του άλλωστε αφορά τον καθένα μας ξεχωριστά και δεν νομίζω πως θα μπορούσε να προσλάβει συνολική χροιά ως αντικείμενο μελέτης ή συζήτησης. Το μόνο που επιμένω να παρατηρώ καθώς περνούν οι μήνες είναι ο βαθμός της απολίθωσης κάποιων λυτρωτικών ιδεών που εμφανίζονται απρόσμενες μέσα από ένα σύννεφο ή πίσω από ένα δέντρο, φωτίζουν τον κόσμο σαν μεγαλειώδη πυροτεχνήματα κι αμέσως αυτοαναιρούνται με αφόρητο κυνισμό κι αδιαφορία, λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 

Εντούτοις, κάνοντας μια έσχατη προσπάθεια επίδειξης καλής θέλησης, προσπερνώ τις σκηνοθετικές απόπειρες της νοσταλγίας μου κι επικεντρώνομαι στις εκδηλώσεις της επιθυμίας μου. Είναι τρομερό πόσο άμεση σχέση έχουν αυτές οι συγκεκριμένες εκδηλώσεις στη ζωή μου με την αναλήθεια που την διέπει. Σκέφτομαι πως τα θαύματα του είδους είναι απολύτως συνυφασμένα με την αλλοτρίωση του ψεύδους και φοβάμαι πως δεν θα γλιτώσουν ποτέ από αυτό τον φαύλο κύκλο. Αυτός ο Φλεβάρης ήταν διδακτικός, παρόλα ταύτα. Έχω την εντύπωση πως με δίδαξε κάτι σπουδαίο: ενδέχεται στην πραγματικότητα να προτιμώ το όνειρο των πραγμάτων περισσότερο από ό, τι τα ίδια τα πράγματα. Γενικώς. Ενδέχεται επίσης να φοβάμαι την οιαδήποτε αναμέτρηση με τις συνιστώσες ενός πραγματικού, υλικού χρόνου ο οποίος θα ερχόταν σε σαφή αντιπαράθεση με τον επινοημένο χρόνο των τεχνασμάτων μου, εξ ου και η αδυναμία μου να αντιπαραβάλω αποτελεσματικά το φαντασιακό στο πραγματικό και να παραδεχτώ πως η ζωή δεν συμβαίνει ιδανικά μόνο μέσα στο νου μου αλλά έχει περιθώρια να αναπτυχθεί και αλλού.

 

Αυτός ο μεστός Φλεβάρης με συγκίνησε. Μέσα από την αμφιταλάντευσή μου ανάμεσα στη μαύρη μαγεία των ενστίκτων και στις παγίδες μιας νευρωτικής έμμονης ιδέας, με βοήθησε να δω κάπως πιο διάφανα τον εαυτό μου και την πορεία μου στον κόσμο. Με ανάγκασε, κατά κάποιο τρόπο, να έρθω αντιμέτωπη με μια χρόνια ανεπάρκεια που μεθόδευσα επισταμένα έτσι ώστε να μπορώ να κρύβω πίσω της κάθε νεογέννητη ανάγκη και κάθε ανυπόφορο κίνδυνο που ενδέχεται να ελλοχεύει κατά καιρούς στο κατώφλι μου. Έχω την αμυδρή εντύπωση πως με το τέλος τούτου του μάταιου Φλεβάρη αυτό τον ανυπόφορο κίνδυνο ενδέχεται να μην τον φοβάμαι πια και τόσο πολύ. Μπορεί μάλιστα να καταφέρω να τον κρατήσω και στο χέρι. Κάπως σαν χάρτινη σελίδα, ακόμα ζεστή από την εκτύπωση.

(The Creatures: Wild thing)

Ένα παράξενο τραγούδι

streets2

Τα παραμύθια δεν είν’ αλήθεια, αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέμματα///Χτες, στη μέση του κεντρικού δρόμου στο Λουτράκι βρισκόταν ένα σταθμευμένο λεωφορείο. Ξαφνικά άρχισε να γίνεται σεισμός και το λεωφορείο έγερνε δεξιά κι αριστερά σαν καράβι σε φουρτούνα. Όταν τελειώσε ο σεισμός βγήκα από το λεωφορείο-καράβι και άρχισα να περπατάω στη μισοέρημη πόλη. Το σούρουπο ήταν κάπως παράξενο, γιατί έμοιαζε με νύχτα ενός ξένου πλανήτη. Μερικοί άνθρωποι τριγυρνούσαν σε εκλογικά κέντρα και μαγαζιά αναζητώντας απαντήσεις στην αλλόκοτη περιέργειά τους. Πέραν τούτου, δεν συνέβη τίποτα το αξιοσημείωτο μέχρι το τέλος της βόλτας///«Θέλω να αποδράσω, θέλω να γυρίσω στον πλανήτη μου», είπε το μικρό άλιεν και κανείς δεν κατάλαβε τι μπορεί να εννοούσε///«Δεν είσαι άλιεν, καλό μου», παρενέβη η Miss Broadway, «είσαι δειλό και άμαθο»///Αντιβίωση υπάρχει; Ναι, αλλά αργεί να ενεργήσει///»Το ρίγος τέρπεται από την υγρότητα – ύστερα έρχεται η στιγμή που και αυτό στρατολογείται στην παρωδία, την οποία ωστόσο έχει απορρίψει εκ των προτέρων. Εκείνο το βράδυ, στην οθόνη του Φοίνικα, θερινού κινηματογράφου, η Διαβεβαίωση είχε γεμίσει ανθρώπινα εκκρεμή » – Ε. Αρανίτσης///Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου του τίποτα. Φοράω την απογευματινή μελαγχολία μου σαν κόσμημα και βγαίνω στην άσφαλτο οδηγώντας με προσεκτικές κινήσεις το υπνωτισμένο μου αμάξι προς τον αιώνιο Σκοπό///Στη γωνία, μια ειρωνική ματιά ενός μακρινού εμπύρετου ΕΣΥ με επαναφέρει στην τάξη της ζωής μου, υπενθυμίζοντάς μου πως όσοι πιστεύουν στα θαύματα είτε τρελλοί είναι είτε ανήλικα παιδιά και χρήζουν συμπόνιας///Θα ήθελα να ήμουν αρκετά δυνατή ώστε να κανόνιζα να μην ξαναϋπάρξει ποτέ και κανενός είδους ματαίωση. Αλίμονο, είμαι απλώς ένα δειλό και άμαθο, κι η αντιβίωση αργεί να με πιάσει///»Τρεις φορές τον κόσμο γύρισα, τρεις παλιές ευχές ψιθύρισα, μια για μένα και για σένα δυο» – Ε. Αρανίτσης///Κι αν η κλωστές σου κρέμονται από μια ζωή, μην αφεθείς, κρατήσου, πίσω από το έκτο δέντρο του κήπου σου κρύβεται η εγκληματική εκείνη σκέψη που αναμένεται να ενώσει το τώρα με το μετά υπερβαίνοντας τις συναισθηματικές δοσοληψίες της ερωτικής μας ανασφάλειας///Το βράδυ θα πάρω τη Ρεβάνς από την αποτυχία της ημέρας μας σκορπώντας γύρω μου χαμόγελα κι ευτυχισμένες νοερές λέξεις, παραπλανώντας ως σύγχρονος Δούρειος Ίππος τον ίδιο μου τον εαυτό που θα χάψει το τέχνασμα και θα κοιμηθεί με το λούτρινο αρκουδάκι του αγκαλιά τον ύπνο της πιο γλυκιάς ψευδαίσθησης- Κατά βάθος, να ξέρεις, δεν πιστεύω σε τίποτα από όλα αυτά///Στην ξύλινη κοιλιά μου θα γουργουρίζουν αναστεναγμοί ξένων εραστών που ζουν εν επιγνώσει τη ζωή τους, μα εγώ θα είμαι μακριά και θα έχω αυτιά μόνο για κάποιες άλλες απαντήσεις///Παράξενη ώρα η 17.11΄. Κι από τον 13ο όροφο ξέρει να κάνει τον κόσμο να φαίνεται καλοβαλμένος///Διάδρομοι και ενδείξεις για την έξοδο κινδύνου ρουφούν το βλέμμα μου και με ωθούν προς μια ιδεολογική απόδραση που κάποιος κάπου κάποτε, θα χαρακτήριζε «της μιας δραχμής»///Το νόμισμα άλλαξε έκτοτε, το ίδιο κι οι αξίες///«Είμαστε όλοι βρώμικοι, μόνο που μερικοί από μας κοιτάζουμε τα άστρα» – Όσκαρ Ουάιλντ///Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξέρουν να βουτάνε στα βαθιά χωρίς να βρέξουν ούτε το μανίκι τους. Κυρίως όμως μου αρέσει η επίγνωση πως δεν θα τους μοιάσω ποτέ///Τα σέβη μου.

 

(Ξύλινα σπαθιά: Ένα παράξενο τραγούδι)

Break-up as it should be

cf87cf89cf81ceb9cf83cebccf8ccf82

Δέκα τρόποι για ένα σωστό χωρισμό

 1. Θέλεις να το κάνουμε για μια τελευταία φορά κι έπειτα να εξαφανιστώ για πάντα;

2. Σου έχω οργανώσει ένα τρελλό πάρτι γι’ απόψε. Βreak up surprise party λέγεται, θα καταλάβεις!

3. Αυτή η διαφήμιση έχει ένα βαθύτερο νόημα, νομίζω πως συμφωνώ!

4. Καληνύχτα και καλή τύχη.

5. Όταν γυρίσετε από τις διακοπές το σπίτι θα είναι καινούριο. Τα παλιά έπιπλα θα τα κρατήσω εγώ.

6. Χρόνια πολλά! Σου έχω ένα δωράκι: κλείσε τα μάτια και υπόγραψε εδώ.

7. Μην ανησυχείς για την κατάθλιψή μου, μωρό μου. Θα φροντίσει ο Ισμαήλ να με παρηγορήσει στα Κανάρια. Φεύγουμε αύριο με απευθείας πτήση.

8. Αγάπη μου, δεν πειράζει που έσβησες εκείνα τα sms από το κινητό σου. Τα έκανα ήδη forward στο δικηγόρο μου.

9. Τι σύμπτωση! Την ημερομηνία του γάμου μας λέω να γιορτάσουμε και την ημερομηνία του διαζυγίου μας! Αυτό κι αν είναι συμβολικό, ε;

10. Τρώω τώρα να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Από Δευτέρα που θα λάβεις την αίτηση αρχίζω δίαιτα, στο υπόσχομαι.

 
 
 
 
 
 
 
 
 

 

(The Sound: I can’t escape myself)

(Ο χωρισμός όπως ΔΕΝ θα έπρεπε να είναι)

 

 

Σύγκρουση πλανητών

planets-small

 Στραβοπατάνε οι ώρες της νυχτερινής ζωής μου, γλιστράνε σε υδραγωγούς σωλήνες και στάζουν μαζί με τη βροχή μέσα στο σκοτάδι/// Χτες διαπίστωσα πως στις 2.30 το πρωί τα πουλιά κελαϊδάνε ακόμα και απόρησα με τα ωράρια των φωνητικών τους ασκήσεων. Λίγο μετά πέρασε ένα αεροπλάνο πάνω από το κρεββάτι μου και ξαφνικά κατάλαβα πως προτιμούσα να ακούω αεροπλάνα να πετάνε παρά κελαϊδίσματα πουλιών. Όσο περνά ο καιρός νιώθω όλο και πιο αφύσικη///Επίσης, ο κόσμος γύρω μου γίνεται όλο και πιο υπερβολικός. Έχω την αίσθηση πως εσχάτως πέφτω αποκλειστικά και μόνο πάνω σε τεθωρακισμένους ανθρώπους οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να κάνουν δίαιτα ακόμα και στις σκέψεις. Η Miss Broadway λέει πως αν τα πράγματα δεν συμβαίνουν αυτόματα, απλά και ξεκάθαρα δεν θα πρέπει να τα σκεφτόμαστε ούτε καν ως πιθανότητες///Σοφά λόγια σοφών γυναικών///Το αγαπημένο μου παιχνίδι με το τυχαίο και το ακατόρθωτο καλά κρατεί. Μέσα σε μια εποχή σκληρών πάγων και γυμνών βλεμμάτων, τυχαίνει κάπου κάπου να ξεκλέψω ένα κύμα θέρμης και χαράς///Αυτό τον καιρό ο καθρέφτης μου αντανακλά αποκλειστικά και μόνο την ανάγκη μου για τη γνωστή συγκίνηση, αδελφή της παραμυθίας///Άλλοτε αντανακλούσε και τις προσδοκίες των άλλων από μένα. Εσχάτως άλλαξα κανάλι και στέκομαι απολύτως αυτιστικά απέναντι στα πράγματα, διψασμένη για λυσσαλαία ομφαλοσκόπηση άνευ ορίων///Ασπρόμαυρες εικόνες, που θυμίζουν το απίθανο που ενδέχεται να καταστεί πιθανό αν κάποιος ρυθμίσει το φως της οθόνης και τη φορτίσει με τα σωστά pixel///Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να συμμετέχω στα αισθήματα εκείνων που αγαπώ. Να αποκρυπτογραφώ τους μυστικούς τους κώδικες. Να μοιράζομαι τη γλώσσα τους. Εκεί καταλήγουν όλα τελικά: στο σοβαρότερο εργαλείο των ενδόμυχων χειρισμών μου -στις λέξεις///Και των ενδόμυχων επιθυμιών μου///Μήπως κάτι που θεωρείται «μη αναστρέψιμο» είναι το κλειδί για μια τέλεια ανατροπή;///Πώς να κατονομάσει κανείς όλες εκείνες τις ανθρώπινες συμπεριφορές που ανατρέπουν κι επιτρέπουν χωρίς να αποτρέπουν τελικά;///Μερικές φορές οι παράπλευρες επιτυχίες είναι δίδυμα αδέλφια με τις παράπλευρες απώλειες. Απλώς η κατανόηση αργεί να βρει το δρόμο για τις ανθρώπινες ζωές και οι άνθρωποι υπολογίζουν άλλα αντ’  άλλων///Επιθυμώ ένα γενναιόδωρο τραγούδι, να μπει στο σώμα μου σαν οξυγόνο και να κάνει τα ακροδάχτυλά μου να μυρμηγκιάσουν από ηδονή///Εσχάτως τα πρωινά ξεκινάνε όλο έπαρση κι αρκούντως κραυγαλαία για να οδηγήσουν τον πλανήτη σε μια νυχτερινή τροχιά άνευ όρων και συνόρων, κι όποιος τολμηρός αποφασίσει να αφεθεί στο χειροκρότημα μιας συναστρίας είναι εκείνος που τελικώς ενδέχεται να σωθεί ή έστω να αξιωθεί μια κάποια γνώση///Έξω φυσάει, κι από το παράθυρο του 13ου ορόφου παρατηρώ τον επιληπτικό χορό των δέντρων με μια αγωνία απρόσμενη, διστακτική και εντελώς προσωποποιημένη///maurochali, πείτε μου καμιά κουβέντα///Βγαίνω για τσιγάρο///Τα σέβη μου.

(silver mt. zion: Stumble then rise on some awkward morning)

Music for drunk people

(Εξαιρετικά αφιερωμένα στα παιδιά του Σαββάτου -όλοι γνωρίζουμε ποιο αφιερώνεται σε ποιον, αρκεί να ξεμεθύσουμε!)

(Ηerr K., manos, Krotkaya, Gregory, Τραβηχτή, ποιήτρια, This_Heat22  και λοιπά κορίτσια, χορεύουμε?)

Τhe nurse is waiting behind this door

zerdebasapostolhs10

Χτες το βράδυ έγινε κάτι απίστευτο. Στην πόλη φυσούσε ένας δυνατός άνεμος που έκανε τα πάντα να τρίζουν και τα δέντρα να γέρνουν στην άσφαλτο έτοιμα να ξεριζωθουν. Βρισκόμουν μέσα στο σπίτι μου, και κοίταζα το δρόμο. Τα σύννεφα ήταν γκριζωπά και έτρεχαν με εκείνο τον απόλυτα αγαπημένο βιαστικό τρόπο που μ’ αρέσει να τα κοιτάζω στον ουρανό.

Ξαφνικά το δωμάτιο μέσα στο οποίο βρισκόμουν άρχισε να γέρνει δεξιά κι αριστερά, με δύναμη, ανάλογα με τη φορά του ανέμου. Έμεινα έκπληκτη και σκέφτηκα πως κάτι σοβαρό γινόταν κάτω από τα πόδια μου. Κοίταξα το υπόλοιπο σπίτι από το παράθυρο που βρίσκεται στο πλάι και κατάλαβα πως το δωμάτιο μέσα στο οποίο στεκόμουν είχε προστεθεί αργότερα στο αρχικό κτίριο, είχε διαφορετικά θεμέλια, ήταν μια νεώτερη, πρόσθετη κατασκευή που τώρα αποκολλούνταν από το κυρίως σπίτι.

Το ταρακούνημα συνεχίστηκε με μεγάλη ένταση, μέχρι που το δωμάτιο αποκολλήθηκε εντελώς από το υπόλοιπο σπίτι και άρχισε να το πετάει ανεξέλεγκτα στον ουρανό καθώς το παρέσερνε ο δυνατός άνεμος που μαστίγωνε την πόλη. Βρέθηκα λοιπόν σε ένα ιπτάμενο δωμάτιο, χωρίς σκεπή, που έκανε βόλτες πάνω από την πόλη κι αφηνόταν όλο και περισσότερο στη φούρια του αέρα. Δεν ένιωθα φόβο, απλώς κάπως παράξενα.

Από μακριά διέκρινα το υπόλοιπο σπίτι, στο μπαλκόνι του οποίου στεκόταν η αδελφή μου και με χαιρετούσε σηκώνοντας το χέρι της. Ήταν μικρή και φορούσε ένα μακρύ ροζ νυχτικό ή φόρεμα, ενώ τα μαλλιά της ήταν χυμένα στους ώμους της. Την χαιρετούσα κι εγώ κάπως πιο χαρωπά από όσο ήθελα, για να την καθησυχάσω, να μην ανησυχεί που με πήρε ο αέρας. Ξαφνικά, την ίδια στιγμή που εγώ άνοιξα μια ροζ ομπρέλλα μέσα στο ιπτάμενο δωμάτιο χωρίς ταβάνι, και την ύψωσα προς τον ουρανό, από το στόμα της αδελφής  μου άρχισαν να βγαίνουν μικρές ροζ σαπουνόφουσκες και να πετάνε στον αέρα. 

Το ροζ χρώμα είχε ανέκαθεν την ικανότητα να με καθησυχάζει γλυκά και να μου δείχνει πως σε όλα υπάρχει μια κάποια λογική, έστω και στα πιο παράλογα πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή μου.

——

Στις πιο καίριες στιγμές της ζωής υπάρχουν κώδικες που τονίζουν ή προβάλλουν με μεγαλύτερη ένταση και σαφήνεια κάποια πράγματα, τα οποία, αν εκφράζονταν διαφορετικά, θα είχαν και εντελώς διαφορετική σημασία. Ένας από αυτούς τους κώδικες, για παράδειγμα,  είναι και ο πληθυντικός του ζευγαριού. Όταν το εγώ γίνεται εμείς αμέσως καθίσταται σαφές πως ο πληθυντικός του ζεύγους παραμερίζει ο,τιδήποτε άλλο, και κυρίως, κάθε απόπειρα ανταρσίας του ενικού του εγώ. Το ατομικό γίνεται συλλογικό -και μάλιστα εντός της τρομερής εκείνης σύμβασης που ονομάζεται γάμος- και τότε μπροστά στο κάθε τι δεν στέκεται ένα σώμα αλλά ένα τοίχος. Κι από τις δυο πλευρές του -μέσω κι έξω- μάλλον αδιαπέραστο. Μόνο κάτι αδιόρθωτα καθάρματα, ικανά και δαιμόνια σαν τον Κίτα και τον Παλαιοκώστα κατορθώνουν και κάνουν το Αλκατράζ να μοιάζει με την παιδική χαρά της γειτονιάς τους, όπου μπαινοβγαίνουν για πλάκα αποδεικνύοντας γι’  άλλη μια φορά τη σχετικότητα των πραγμάτων και τις σκανταλιάρικες χαρές της τσουλήθρας, της τραμπάλας και των υπολοίπων πατροπαράδοτων παιχνιδιών.

——

Είναι πολύ ωραία να σκέφτεται κανείς πως κάτι/κάποιος του πηδάει το μυαλό. Μερικές φορές μου φαίνεται ερεθιστικότερο και από άλλου είδους πηδήματα και με ελκύει σαφώς περισσότερο (εδώ επεμβαίνει έξαλλη η Miss Broadway και μου ρίχνει εκνευρισμένη ένα φάσκελο στα μούτρα) – συνεχίζω-  γιατί μου φαίνεται πιο προκλητικό και πιο ανταγωνιστικό. Και βέβαια, πιο πολλά υποσχόμενο (επανεμφάνιση της αφρίζουσας Miss Broadway που αυτή τη φορά μου χώνει σφαλιάρα στον κοντοκουρεμένο μου σβέρκο) καθότι αυθαίρετο και εγωκεντρικό τελικά.

Οι λέξεις είχαν ανέκαθεν ανυπέρβλητη ισχύ πάνω μου -συχνά ισχυρότερη και από αυτή των κινήσεων/πράξεων/γεγονότων. Μπορώ να πω λοιπόν πως αν ήμουν μια άλλη από αυτήν που είμαι, με διαφορετική ζωή και άλλα περιθώρια απόφασης και δράσης, θα μπορούσα να ερωτευτώ ένα στόμα που μιλάει ή μερικά δάχτυλα που γράφουν πολύ ευκολότερα από ένα σώμα που με πλευρίζει και μου σερβίρει στο πιάτο όσα λαχταρώ να αποκρυπτογραφώ αργά αργά με αυθαιρεσία και μοναχικότητα (Η Miss Broadway λέει τώρα πως η περίπτωσή μου την ανησυχεί σοβαρά, άνοιξε τον κατάλογο και ψάχνει γιατρό). Άσε που παίζει να μην με ενδιαφέρει και τόσο πολύ η αποκρυπτογράφηση των υποννοουμένων όσο το ταξίδι ανάμεσα στις αγαπημένες λέξεις, ο αντίκτυπός  τους μόλις τελειώσει η οθόνη ή το χαρτί, η πλαστελίνη όσων ειπώθηκαν που κατόπιν παίρνει κατά βούληση σχήματα αστεριών ή τεράτων μέσα στο γυμνασμένο και ασύμφορο μυαλό μου («Mέσα στο νου σου κρύβεις καραμέλες», είπε η Miss Broadway, «παρόλα αυτά, αν συνεχίσεις να τρέφεσαι μόνο από αυτές σε λίγο θα πεθάνεις από ασιτία!»). Δεν με ξέρει όμως καλά, η Μεσσαλίνα της σάρκινης πασαρέλας και των αδίστακτων δηλώσεων. Χωράω όση ζάχαρη μπορεί να μου δώσει ένας τόνος καραμέλες Τσάρλεστον, και λίγο πάρα πάνω.

 Δευτέρα 3 και νιώθω τα πόδια μου ανάλαφρα, ξεκούραστα, να περπατάνε μερικά εκατοστά πάνω από τη γη κι όμως με το σταθερότερο και το πιο σίγουρο βήμα των τελευταίων αιώνων. Οι συμβάσεις που συνάπτουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, εφόσον δημιουργούνται μέσω λέξεων, είναι ένας πολύ καλός τρόπος συνεννόησης και αντιμετώπισης του μέλλοντος. Η σαφήνεια των λέξεων επικυρώνεται από την ακρίβεια της στάσης μας απέναντι στις συμβάσεις που τις φέρουν. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξέρουν να κρατούν το λόγο τους. Νομίζω πως τους σέβομαι περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα ανθρώπων. Κι επίσης, μόνο μαζί τους θέλω να κλείνω συμφωνίες, μιας και μόνον έτσι μπορώ κι εγώ να λειτουργώ. Αυτή εδώ η Δευτέρα έχει κάτι ροζ και μου αρέσει.

 
 
 
 

 

[Plastikman – Blue Monday (Richie Hawtin Mix)]

(Σε κείνους που δεν ξέρουν πως πίσω από το τοίχος του εγκλεισμού τους στέκεται η νοσοκόμα με τη ροζ στολή, κι ένα ζευγάρι φτερά στα χέρια)

 

 

 

 

 

 

If it be You will

antony

 

Οι Παρασκευές είναι ωραίες γιατί ανασαίνουν κάπως πιο ελεύθερα από τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας, αν και φανατικές καπνίστριες. Ο επίσης καπνιστής Σίσυφος έχει σχεδόν φτάσει στην κορυφή του λόφου και βρίσκεται λίγο πριν το επόμενο κατρακύλισμα στην παιδική τσουλήθρα της επαναλαμβανόμενης πτώσης του///-Theorema είστε αστεία. -Γιατί, Miss Broadway; -Επειδή επιμένετε στις ψυχαναγκαστικές εμμονές σας κι έχω πια βαρεθεί. Είστε ένα ζωντανό κλισέ! –Miss Broadway, δεν το κάνω για πλάκα, αμετανόητος παραμένει εκείνος που δεν αντέχει να μετανοήσει! –Theorema, είστε μανιοκαταθλιπτική και παράδοξη, σαν τον Όσκαρ (αλλά μάλλον γι’ αυτό σας αγαπώ, αν και Θεέ μου, γιατί όλες οι ανώμαλες σε μένα;…). Anyway, καλά που έχω το σκυλάκι μου, τη Nessie, για να ανταλλάξουμε ψυχοθεραπευτικές αγκαλιές και να περάσει και τούτη η δύσκολη νύχτα///Θα’ θελα να δω μια ταινία όπου ο πρωταγωνιστής να παίζει μόνο με το βλέμμα. Και να μην επιδιώκει τίποτα. Απλώς να κάνει να συμβεί αυτό που ποτέ δεν συμβαίνει///Τις νύχτες εξακολουθώ τις γνωστές ασκήσεις ύφους στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου. Μπροστά μου παρελαύνουν εξωτικά ζώα και επικίνδυνες αποστολές μιας αναιμικής εποχής που προσπαθεί να αναδασώσει τον ευρύτερο χρόνο/// «Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου το ξοδεύω μέσα στις ψηφιακές παρέες του υπολογιστή μου», είπε το χρυσόψαρο. «Τον υπόλοιπο καιρό σχεδιάζω ποστ και διαδικτυακές απαντήσεις. Αλλά ας μην το κάνουμε θέμα»///Τα μεσημέρια οι αισθήσεις μου τσιτώνονται με εκείνο τον παλιό, καλό τρόπο που ενίοτε νοσταλγώ πιεστικά. Μετά, αφού γίνουν όλα δικά μου κι ηρεμήσω, αναρωτιέμαι για ποιο λόγο μπαίνω στο τριπάκι της σύγχρονης accommodation αντί να επιδιώκω λίγη απλή humanity///Η σημερινή ποδηλάτισσα φορούσε ένα ασημένιο σκουφάκι, κεντημένο με διάφανες παγιέτες. Έκανα ζουμ στο εξαιρετικό αξεσουάρ κι αποφάσισα πως τόση κομψότητα πάνω σε ένα ποδήλατο καταντά κατάχρηση εξουσίας///Μου αρέσει να οδηγώ αγορίστικα. Οι γυναίκες στο τιμόνι είναι η ζωντανή απόδειξη πως ο πλανήτης Αφροδίτη δεν έχει καθόλου δρόμους, κι αν έχει είναι για πέταμα/// «Χαίρομαι πολύ που καταφέρνω να συγκινώ άντρες και γυναίκες», είπε η Μαντόνα. «Εξερευνώντας τον ερωτισμό μου κατάφερα να απενοχοποιήσω και τις έρευνες των άλλων». Τι να ένιωθαν άραγε οι Μικροί Εξερευνητές μπροστά σε μια τέτοια τρομερή αποκάλυψη;/// Μ: -Τι απέγιναν εκείνα τα αγόρια που προσπαθούσαν να προσεγγίσουν τα κορίτσια με τρυφερότητα; Γ: -Τα τελευταία τα άφησα στην Κέρκυρα, πριν χρόνια. Νομίζω πως έκτοτε δεν ξανασυνάντησα πουθενά τέτοιο είδος///Atrocities///Πιο πολύ φοβάμαι το λόγο παρά την πράξη. Ό, τι δεν χαρακτηριστεί με λέξεις κατά κάποιο τρόπο δεν έχει καταφέρει να υπάρξει επισήμως στους κώδικές μου και αυτό συχνά είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος διαχείρισης καταστάσεων και συναισθημάτων/// Σήμερα νιώθω ανέμπνευστη. Γράφω με το στανιό, ίσα για να πέσει ένα κείμενο μετά τη Χιονάτη που ξεσήκωσε σκάνδαλα και βροχή γραπτών μηνυμάτων στο κινητό μου τηλέφωνο/// Μα τι πάθατε όλοι;///Μέχρι και οι ασέξουαλ ήρωες των παραμυθιών έχουν κάποτε το δικαίωμα να ενηλικιωθούν και να ζουν μια ζωή εκτός παραμυθίας και σχετικά απρόβλεπτη/// Μόνο εγώ δεν καταφέρνω να κάνω το πολυπόθητο βήμα της συναισθηματικής ενηλικίωσης, αλλά και αυτό μάλλον προσωρινό είναι///Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται μόνο για την απόλαυσή τους. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που τη βρίσκουν και την απολαμβάνουν όμως. Η απόλαυση δεν είναι εξ ορισμού απολαυστική κι όποιος λέει το αντίθετο μάλλον δεν έχει καταλάβει τη σχετικότητα των πραγμάτων///If you don’t crack my heart how do you think you can break my back?///Κουράστηκα να φτύνω χρυσόσκονη, νιώθω πως ο λαιμός μου γδάρθηκε για τα καλά με τόση φω μπιζού λάμψη. Πάω να κρύψω τη φωνή μου κάτω από το μπλε σεντόνι μου και να καμωθώ πως ξαναβρήκα τους ωκεανούς της πολλά υποσχόμενης παιδικής μου ηλικίας///Καλό Σαββατοκύριακο, virtual people. Σας απευθύνω ένα φιλί τριών δευτερολέπτων///Τα σέβη μου.

___

(Unwound: Scarlette)

 

Sometimes the strength of flesh is not enough

zerdebasapostolhs6

 

Η Χιονάτη στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε αφηρημένη το δάσος. Τα πάντα ήταν καταπράσινα, στις γλάστρες μπουμπούκιαζαν οι βιολέτες και οι τουλίπες που φύτευε κάθε χρόνο ο τρίτος νάνος και τα πουλιά τιτίβιζαν ευτυχισμένα πετώντας ολόγυρα. Η αρμονία της φύσης ήταν απόλυτη και η μέρα έλαμπε καταγάλανη και ζεστή. Ευτυχία. «Τόση ομορφιά», σκέφτηκε, «αρχίζει και μου δίνει στα νεύρα. Είναι όλα τόσο υπέροχα τακτοποιημένα και γλυκά που σε λίγο θα πέσω σε εαρινή νάρκη. Ούτε ο Ξανθούλης στη Brugges δεν ένιωσε τόση αηδία!» κατέληξε, ανασύροντας μια παρόμοια, ονειρικής ομορφιάς σκηνή που είχε κάποτε δημιουργήσει εμετικά συναισθήματα στον αγαπημένο της συγγραφέα.

Έπληττε πολύ η Χιονάτη παρατηρώντας τον Παράδεισο. Της έλειπε κάτι αδιόρατο, ένιωθε μια εσωτερική φαγούρα να την γαργαλά στο στομάχι, που όμως έμενε ανικανοποίητη, καθώς δεν έβρισκε τρόπο να ξυστεί. Απομακρύνθηκε από το παράθυρο και κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα. Άνοιξε τα δύο φύλα και άρχισε να ξεκρεμά τα φορέματά της, απλώνοντάς τα πάνω στο οκταπλό κρεβάτι  –καμιά φορά οι οικογένειες τυγχάνει να συναντιούνται σε πλήρη απαρτία– και βάλθηκε να τα κοιτάζει.  Σατέν, βελούδα, μεταξωτά πολύχρωμα φουστάνια γέμισαν σε λίγο τον τόπο, μπλεγμένα μεταξύ τους ακατάστατα.

Μετά από λίγο, αφού χάζεψε τα σχέδια κι έκανε συνδυασμούς χρωμάτων και υλικών, η Χιονάτη σηκώθηκε από την άκρη του κρεβατιού όπου καθόταν και άρχισε να γδύνεται.  Πέταξε το κόκκινο κορσάζ και την γαλάζια μάξι φούστα της. Κατόπιν έβγαλε τις λευκές νάιλον κάλτσες και τα κόκκινα δαντελωτά εσώρουχά της. Μένοντας ολόγυμνη μέσα στο ανοιξιάτικο δωμάτιο, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της ντουλάπας. «Χμ, καλούτσικο», μονολόγησε κάνοντας μια στροφή γύρω από τον εαυτό της, και ξέροντας πως ο καθρέφτης της έλεγε πάντοτε τη σκληρή αλήθεια.

Εκείνη τη στιγμή, η πόρτα άνοιξε και στο δωμάτιο εμφανίστηκε ο πέμπτος νάνος. Αυτός ο νάνος ήταν ο πιο αγενής απ’ όλους. Έμπαινε στα δωμάτια δίχως να χτυπάει, ρευόταν ξεδιάντροπα στο τραπέζι, σκόρπαγε παντού τα βρώμικα ρούχα του –ένα πραγματικό ζώο.

«Τι κάνεις εδώ, κωλοκοριτσάκι;», την ρώτησε αντικρίζοντάς την γυμνή. Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε ο πέμπτος νάνος ήταν παροιμιώδες. Γνώριζε όλα τα βρομόλογα του πλανήτη κι εκφραζόταν πάντα με τον πιο τραχύ και χυδαίο τρόπο που μπορούσε να φανταστεί κανείς.

«Πρόβες», του απάντησε η ολόγυμνη Χιονάτη.

«Τι προβάρεις, μωρό μου;» τη ρώτησε ο πέμπτος κοιτώντας την πονηρά από την κορυφή ως τα νύχια.

«Γυμνές πόζες!», χαριεντίστηκε η Χιονάτη ανταποδίδοντας το πονηρό χαμόγελο.

«Ω, νόμιζα ρούχα», είπε ο πέμπτος περιπαικτικά.

«Τι βλέπεις να φοράω αυτή τη στιγμή, πέμπτε;» ρώτησε η Χιονάτη δήθεν αγανακτισμένη. «Δεν με βλέπεις; Είμαι γυμνή!», και τούρλωσε τα απαλά της οπίσθια προς το μέρος του.

«Σε βλέπω, καυλίτσα μου», της απάντησε ενώ έβγαζε ήδη τα ρούχα του με βιασύνη. Και συνέχισε «Θες να παίξουμε ένα παιχνιδάκι συγκινήσεων, Χιονάτη; Θα ολοκληρωθεί εύθυμα, όπως πάντα, με την αποκάλυψη ενός μυστικού. Του γνωστού μυστικού που τόσο γουστάρεις, ωραία μου».

Η Χιονάτη τον κοίταξε χαμογελώντας αινιγματικά και απλώθηκε στο κρεβάτι, πάνω στα πολύχρωμα ρούχα, αμίλητη.

«Το κορμάκι σου θα είναι το αντάλλαγμά μου, έτσι;» ρώτησε ο πέμπτος κοιτώντας την. «Το γυμνό γυναικείο κορμί, όσο κοινότοπο και να είναι πια ως αντάλλαγμα, εξακολουθεί να με συγκινεί αφόρητα. Θα μου δώσεις;», κατέληξε.

«Αν περιμένεις αρκετά κι αν είσαι πολύ καλό παιδί θα σου δώσω», του πέταξε η Χιονάτη ανοίγοντας νωχελικά τα πόδια της.

Ο νάνος έριξε μια ματιά κι αμέσως ένιωσε να φουσκώνει από επιθυμία. Αυτό το κορίτσι είχε κάτι περίεργο, ήταν παιδί και γυναίκα μαζί, μπερδεμένη, αναποφάσιστη, και ως εκ τούτου απίστευτα ερεθιστική ανάμεσα στις πόζες της. Την πλησίασε με αχόρταγο βλέμμα και άρχισε να της χαϊδεύει τις γάμπες.

«Πέμπτε, όλοι γνωρίζουν την αξία της αναμονής στο σεξ», ψιθύρισε η Χιονάτη κοιτώντας τον στα μάτια. «Η αναβολή της τελικής ικανοποίησης είναι πολύ πιο διεγερτική από την ίδια την ερωτική πράξη», κατέληξε κάπως λαχανιασμένη από τα χάδια του πέμπτου που γίνονταν όλο και πιο τολμηρά πάνω της.

«Πολλά λες, βρωμόμουνο», είπε ο νάνος και όρμησε πάνω της.

Χώθηκε στην αγκαλιά της κι ένιωσε μεμιάς τη γνωστή συναρπαστική ζαλάδα που του δημιουργούσε το άρωμα των μαστών της. Ρούφηξε την αγγελική μυρωδιά με κλειστά μάτια κι άρχισε να περιφέρει τη γλώσσα του πάνω τους.

«Μαζί σου τίποτα δεν είναι χάσιμο χρόνου, πουτανίτσα μου», της είπε ο πέμπτος μπουκώνοντας ένα στήθος λευκό κι αγνό σαν γάλα. «Ούτε καν η αναβολή της τελειωτικής μου απόλαυσης. Ξεκινάς τόσο γλυκά που με λιγώνεις σαν σιρόπι φράουλα κι έπειτα αγριεύεις ξαφνικά και με τρελαίνεις στην καύλα σαν ξαναμμένη σκύλα», κατέληξε επίσης λαχανιασμένος.

Ο πέμπτος συνέχισε να χαϊδολογά το στήθος της Χιονάτης ενώ εκείνη είχε καταπιαστεί με το ορθωμένο και κατακόκκινο πέος του, μαλάζοντάς το απαλά ανάμεσα στα λεπτά της κρινοδάχτυλα. Ταυτόχρονα, τον γέμιζε ζεστά φιλιά πασαλείβοντάς τον με σάλιο και καυτές ανάσες.

«Σα λουλούδι το στόμα σου, μικρή βρωμίτσα», αναστέναξε ο πέμπτος ανάμεσα στη γλώσσα και στη ζεστή αναπνοή της καθώς τον έγλυφε απαλά στο λαιμό και τον δάγκωνε χωρίς να τον πονάει. «Ο έκτος λέει πως παίρνεις την καλύτερη πίπα του δάσους, γιατί δεν δοκιμάζεις και με μένα μία μιας και βρεθήκαμε; Στείλε με στην κόλαση της καύλας με τα χειλάκια σου, πορνίδιο, κάνε σα να μη σε βλέπει κανείς. Αυτό δεν κάνεις πάντα, άλλωστε;», ψέλλισε φουσκωμένος για τα καλά.

«Αυτό που κάνω στον καθένα σας το κάνω καλά απλώς επειδή δεν ντρέπομαι για τίποτα, πέμπτε», απάντησε η Χιονάτη διακόπτοντας το γλείψιμο. «Είσαι εύφλεκτος κι είμαι τόσο ανήθικη όσο χρειάζεται για να το εκμεταλλεύομαι και να το χρησιμοποιώ προς όφελός σου κάθε φορά», συμπλήρωσε με λάγνο ύφος και ξαναχώθηκε στο λαιμό του πέμπτου.

«Είσαι η παρωδία της λογικής, σκατόμουνο», είπε ο νάνος. «Στο δάσος εμφανίζεσαι σαν μαθητριούλα και στο κρεβάτι είσαι πουτάνα ολκής! Θα σε ξεσκίσω καργιόλα μου, θα σε κάνω να μετανιώσεις για όλα –και κυρίως γι’ αυτό που είσαι» της σφύριξε στο αυτί.

Ο πέμπτος σκαρφάλωσε πάνω της και μπήκε μέσα της με μια απότομη και πολύ δυνατή κίνηση. Η Χιονάτη βόγκηξε κι έκλεισε τα μάτια ηδονικά. Αφέθηκε να την χτυπάει με ορμή, ανοίγοντας όλο και περισσότερο στη λύσσα του.

«Σαν την Αφροδίτη μέσα στο όστρακο που τη γέννησε, πουτάνα μου, στέκεις αγνή και παραδείσια, έτοιμη να πάρεις τον πιο σκληρό πούτσο του κόσμου ανάμεσα στα γαλακτερά σου μπούτια», βόγκηξε ο νάνος αγκομαχώντας.

«Είμαι πειστική στους ρόλους μου, πέμπτε, επειδή δεν τους βλέπω σαν ρόλους μα σαν πραγματική ζωή», είπε η Χιονάτη. «Με γεύεστε και οι επτά με τον καλύτερο τρόπο και για τον καθένα σας φυλάω πάντοτε κάτι ξεχωριστό».

Η Χιονάτη και ο πέμπτος νάνος έκαναν πια άγριο, ανεξέλεγκτο έρωτα βογκώντας και φωνάζοντας δυνατά. Ο πέμπτος ρουφούσε αχόρταγα το λαιμό της και της μάλαζε τα στήθη ενώ εκείνη χάιδευε τους γλουτούς του σπρώχνοντάς τον προς το μέρος της όλο και πιο πιεστικά.

«Ενσαρκώνεις πάντα αυτό που μυστικά ποθεί ο καθένας μας, πορνίδιο», ψέλλισε ο νάνος με κόπο. «Είσαι θεαματική κι υπερβολική, κρύβεσαι μέσα μας για να σε επιθυμήσουμε όλο και περισσότερο. Και το καταφέρνεις, γύναιο, μια απ’ το πουλί μια απ’ την καρδιά μας σέρνεις τελικά, αγνή και βρωμερή γυναίκα. Θέλω να σε βασανίσω, να ουρλιάξεις από πόνο κι από καύλα, να σε λιώσω και να χυθείς σαν καυτό πετιμέζι, γαμημένη μου θεά».

Οι ρυθμοί των κινήσεων είχαν πλέον επιταχυνθεί στο έπακρο και οι φωνές της Χιονάτης και του πέμπτου αντηχούσαν ως την άκρη του δάσους. Σε λίγα λεπτά, ενώ τα σώματα συνέχιζαν να χτυπιόνται αλύπητα μεταξύ τους, η Χιονάτη ξεχύθηκε στον δυνατότερο οργασμό της καριέρας της φωνάζοντας με λύσσα:

«Πάρτε το γαμήλιο χιόνι του πιο αγνού αιδοίου όλων των παραμυθιών! Πάρτε τις μελωδίες και τη δεξιοτεχνία μου, και δώστε μου για πάντα ό, τι πιο επικίνδυνο και μυστικό μπορείτε να γεννήσετε, ταπεινά ζώα! Την άμωμη σπορά σας, λίγη από την αγάπη σας!…».

Τότε ο πέμπτος νάνος σπάραξε μέσα της ουρλιάζοντας, κι αγγίζοντας ό, τι πιο θεϊκό διαδραματίστηκε ποτέ σε παιδικό παραμύθι.

Έπεφτε το βράδυ πια, και τα ζώα είχαν από ώρα λουφάξει στις φωλιές τους φοβισμένα. Κάτι μέρες σαν κι αυτήν είναι προτιμότερο οι σελίδες των παραμυθιών να κλείνουν νωρίτερα από το προβλεπόμενο, για λόγους ασφάλειας, τάξης και δημόσιας αιδούς.

___

 

(Αφιερωμένο εξαιρετικά στον K.K.Moiris, μιας και του το υποσχέθηκα)

___

 

 

 

(Kreidler feat. Momus: Mnemorex/So many Moons)

 

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: