Author Archives: Theorema

Γάλα απ’ το στήθος

(Ένα εικονογραφημένο με ζωγραφιές του Mark Ryden παραμύθι)

Η Σοφία είναι ένα εννιάχρονο αγγελικό νυμφίδιο, άσπιλο κι αμόλυντο από ανθρώπου χέρι. Έχει ροζ καραμελένια χείλη, διάφανα γαλάζια μάτια και κατάξανθα, σχεδόν λευκά, μαλλιά. Ακριβώς ίδια με το αλαβάστρινο δέρμα της. Ο αφαλός της είναι ένας τοσοδά κρατήρας όπου θα μπορούσαν να καλλιεργούνται όστρακα με τα σπανιότερα μαργαριτάρια του  κόσμου.

Τα στήθη της είναι στρογγυλά και γεμάτα γάλα. Οι θηλές της μοιάζουν με ολόφρεσκα ζαχαρωτά έτοιμα να πιπιλιστούν και να λιγώσουν τον ουρανίσκο κάθε ζωντανού οργανισμού του πλανήτη. Ανάμεσα στα ολομέταξα μπούτια της το παρθένο αιδοίο της θυμίζει μωρουδιακό στόμα που κάθε τόσο ανοιγοκλείνει αχόρταγα αναζητώντας την παραδείσια τροφή του: λίγο ευωδιαστό γάλα τριαντάφυλλο ή μερικές σταγόνες υπόλευκου θρεπτικού νέκταρ.

Τα πρωινά και τα μεσημέρια η Σοφία ζει όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της, η ζωή της δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα βράδια όμως, αφού κάνει με θρησκευτική ευλάβεια επανάληψη στα παλιά ποιήματα του Ευγένιου Αρανίτση, εκείνα που εξυμνούν τους αφόρητους παιδικούς έρωτες και τον βαθύ καημό τους, περιμένει την ώρα που οι φίλοι του μπαμπά της τελειώνουν το πούρο τους και τις φιλοσοφικές τους συζητήσεις, και τότε κατεβαίνει στο σαλόνι φορώντας τα πιο παράδοξα κοριτσίστικα φορέματα που σχεδιάστηκαν ποτέ από ανθρώπου χέρι.

Έχει φρεσκάρει τις ολομέταξες μπούκλες της με τη χτένα της και έχει πουδράρει απαλά το μπούστο της με τη μαργαριταρένια πούδρα της μαμάς της. Κινείται με χάρη και σεμνότητα ανάμεσα στους ιδρωμένους μεσήλικες, που στη θέα της γεμίζουν γι’ άλλη μια φορά με λικέρ κεράσι τα κρυστάλλινα ποτήρια τους και παίρνουν βαθιές εισπνοές καθαρίζοντας τη φωνή τους. Τους λέει καλησπέρα και τους χαμογελά.

Είναι τόσο όμορφη κι αγνή που όλοι σεμνύνονται στο πέρασμά της. Χαμηλώνουν το βλέμμα τους και αφήνουν να αρχίσει να ξεκουράζεται χαλαρά η στάση του σώματός τους. Βήχουν και την ρωτούν πώς πήγε στο σχολείο σήμερα και τι καινούριο της έμαθε η δασκάλα. Η ανάσα της, καθώς γέρνει το κεφάλι και τους απαντά ψιθυριστά, ευωδιάζει ροδόνερο και παιδική πείνα.

Κάθεται για λίγο στον μεγάλο καναπέ με τα βελούδινα μπροκάρ, αυτόν που τσιμπάει και γδέρνει ευχάριστα τα γυμνά της μπράτσα, και κάνει πως βαριέται. Οι αναστατωμένοι κύριοι σπεύδουν όπως μπορούν να την κάνουν να μείνει στην αίθουσα μερικά λεπτά πάρα πάνω. Γελούν και την παροτρύνουν να μην φύγει τόσο νωρίς απ’ την παρέα τους, «κρίμα θα’ ναι!». Άλλος της λέει άνοστα αστεία για τον καιρό, άλλος ενδιαφέρεται για την πρόοδό της στη μουσική  και άλλος την ρωτά τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει.

Η Σοφία απαντά σε όλους ευγενικά, με το τακτ και τη γαλήνη που προκύπτουν από την εξαίρετη ανατροφή της. Η φωνή της θυμίζει κελάιδισμα πουλιού και η πάναγνη μα και ανεξήγητα θελκτική εμφάνισή της κάνει τους κυρίους να πείθονται πως μπροστά τους δεν βρίσκεται ένα εννιάχρονο παιδί αλλά ένα παραδείσιο ανεξήγητο πλάσμα βγαλμένο από το πιο κρυφό και ένοχο όνειρό τους.

Ο μπαμπάς και η μαμά της είναι πολύ περήφανοι για την εκλεκτή θυγατέρα τους, το φως της ζωής τους, και δεν της χαλάνε ποτέ χατίρι. Της αγοράζουν δαντελένιους γιακάδες για τα χειροποίητα φουστάνια της, μεταξωτά κοκαλάκια και πολύχρωμες κορδέλες για τα στιλπνά μαλλιά της, ροζ μαξιλάρια για το κρεβάτι της και πολλά, πάμπολλα χνουδωτά ζωάκια για να κοιμάται μαζί τους τις νύχτες.

Μερικές φορές, όταν η Σοφία αρχίσει να χασμουριέται μισοκρύβοντας το στόμα της με το χέρι, κάποιος από τους φίλους του μπαμπά της προσφέρεται να την συνοδεύσει στο δωμάτιό της και να την βοηθήσει να σκεπαστεί με το λουλουδάτο πάπλωμά της. Ανεβαίνουν χέρι χέρι τα ξύλινα σκαλιά και διασχίζουν τον ημιφωτισμένο διάδρομο που οδηγεί στην κάμαρά της.

Λίγο πριν φτάσουν στο κατώφλι της, η Σοφία αφήνει το χέρι του συνοδού της και προπορεύεται. Η αύρα της την ακολουθεί σαν αέρινο μονοπάτι και μεθά λίγο πιο πολύ τον ευγενικό ακόλουθό της. Ο αέρας μυρίζει λιβάνι, γυναικεία ανάγκη και παιδική πονηριά. Ο σκοτεινός διάδρομος φωτίζεται από τη λάμψη της αγγελικής της παρουσίας. Ο ζαλισμένος κύριος την ακολουθεί σιωπηλά χωρίς να ορίζει εκατό τοις εκατό τις πέντε του αισθήσεις.

Όταν η Σοφία μπει στο δωμάτιο, του ζητά να καλύψει με το χέρι του τα μάτια του και να την αφήσει να γδυθεί για να ετοιμαστεί να ξαπλώσει. Εκείνος υπακούει πρόθυμα και καλύπτει τα μάτια του με τα μισάνοιχτα δάχτυλά του. Η Σοφία κατεβάζει τα ρούχα και τα στολίδια της αφήνει τις μεταξωτές κάλτσες της στο πάτωμα, δίπλα στα βαμβακερά εσώρουχά της. Τεντώνει το πάναγνο και αμόλυντο σώμα της προς όλες τις κατευθύνσεις, σκύβει και αναδιπλώνεται, και όταν βεβαιωθεί πως ο ευγενικός φίλος του μπαμπά της έχει θαυμάσει όλες τις γωνίες και όλα τα κοιλώματα του παιδικού της βασιλείου, ξαπλώνει στο πουπουλένιο κρεβάτι της και αγκαλιάζει στοργικά τα χνουδωτά της ζωάκια.

Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της κρέμεται ένας πεντάμορφος Ιησούς, που τις μοναχικές νύχτες η Σοφία γονατίζει μπροστά του ολόγυμνη σαν σκουλήκι, και με δάκρυα στα μάτια του μιλά και του προσεύχεται.

Μερικές φορές νιώθει πως ο Ιησούς παίρνει τη δική της μορφή – πως γίνονται ένα. Αυτός κρατά στα χέρια του το απολωλός πρόβατο σε βιβλική μορφή και την κοιτά με κατανόηση και απροσμέτρητη αγάπη, συγχωρώντας την μεγαλόψυχα για κάθε της φταίξιμο και πονηρή σκέψη.

Αφού τεντωθεί στο πουπουλένιο κρεβάτι της, για να μπορέσει να κοιμηθεί, η Σοφία ζητά από τον ευγενικό άνθρωπο να καθίσει για λίγο δίπλα της και να της πει ένα παραμύθι. Ποτέ και κανένας δεν αρνήθηκε το χατίρι της, και όλοι συναγωνίζονται μεταξύ τους για την πιο εμπνευσμένη νυχτερινή μυθοπλασία.

Η Σοφία ακούει σιωπηλά μισοκλείνοντας τα βελούδινα βλέφαρά της και χασμουριέται απελευθερώνοντας ευωδιαστά σύννεφα παιδικής νύστας και αόρατες σταγόνες πολύτιμου κοριτσίστικου σάλιου. Στην αγκαλιά της τα πολύχρωμα ζωάκια της απολαμβάνουν απαλά τσιμπήματα και θωπείες. Η φωνή του ανθρώπου ραγίζει, χαμηλώνει και υψώνεται ανεξέλεγκτα, το μέτωπο και οι παλάμες του ιδρώνουν – παρόλα αυτά τα πάντα διατηρούν την αξιοπρέπεια και την μαγευτική γλυκύτητά τους.

Πού και πού, όταν το παραμύθι ενεργοποιεί το μητρικό της ένστικτο, η Σοφία νιώθει την ανάγκη να προσφέρει. Τότε φέρνει το χέρι πάνω στην καραμελένια της θηλή και πιέζει με τα δύο δάχτυλα τη ρώγα της, έτσι όπως έχει δει σε περιοδικά της μητέρας και του πατέρα της να κάνουν οι γυναίκες που έχουν μόλις γεννήσει ή και για άλλους λόγους.

Γαλάζιο νερό, κάπως γαλακτώδες και πολύ αρωματικό ξεπηδά τότε από το μαλακό δέρμα της, σαν λεπτός πίδακας ζεστής ευτυχίας. Το σαν-γάλα ζουμάκι του στήθους της διαγράφει την ημικυκλική του τροχιά και προσγειώνεται στο ανοιχτό στόμα του μικρού ζώου που πεινάει περισσότερο απ’ όλα.

Η Σοφία στύβει λίγο ακόμα και πιέζει με τα δάχτυλα τη ρώγα, να βγει καλά καλά και να στραγγίξει εντελώς το σαν-γάλα νέκταρ της, για να μην στάξει μετά εδώ κι εκεί και λερώσει τα σεντόνια. Ανάμεσα στα ορθάνοιχτα πόδια της, το μικρό της αιδοίο πάλλεται σαν ολοζώντανο μύδι. Ανοιγοκλείνει πυρετικά, αφήνοντας μια θεσπέσια μυρωδιά καμένης ζάχαρης να πλημμυρίσει τον αέρα του δωματίου. Είναι ζουμερό και αφράτο, και πολύ συχνά μπαλίτσες με αέρια ή δυο τρεις μικρές σταγόνες γαλακτώδους υγρού ξεχειλίζουν από τα θερμά χείλη του και ποτίζουν τα σεντόνια.

Τότε η Σοφία κοιτάζει τον ευγενικό κύριο κατάματα, αφήνοντας για χάρη του ένα μικρό, κοφτό γελάκι. Αυτός την παρακολουθεί άναυδος προσπαθώντας να διατηρήσει τη θέση του στην καρέκλα σταθερή και την ίδια του τη ζωή καθώς πρέπει.

Το κορίτσι αρχίζει να ντρέπεται, κλείνει τα πόδια, και γυρίζει μπρούμυτα στο κρεβάτι. Λίγες ανεξήγητες τύψεις της γαργαλούν το στομάχι απαλά μα δεν την αποκαρδιώνουν. Αποκοιμιέται σε λίγη ώρα αμίλητη, με τα ζωάκια της αγκαλιά, και τον τουρλωμένο ποπό της να ανεβοκατεβαίνει ανεπαίσθητα σύμφωνα με την αναπνοή της.

Μικρές ολοστρόγγυλες φυσαλίδες αρχίζουν τότε να αναδύονται σαν δώρο εξ ουρανού από την τρυφερή και νόστιμη τρυπούλα του πρωκτού της, γεμίζοντας το δωμάτιο με καλειδοσκοπικά χρώματα και αγγελικά αρώματα.

Δώρα που θα άξιζε να στολίζουν την επιθανάτια έναστρη νύχτα κάθε ευλογημένου θνητού, ως αποχαιρετιστήριο δώρο και παραδείσιο ξεπροβόδισμα εκείνου του γλυκύτατου χερουβείμ που τον συνοδεύει σιωπηλά προς την τελική εξαΰλωσή του.

 

Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει

https://www.youtube.com/watch?v=giUfgHcN0oQ

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/63516 στις 7 Απριλίου 2017)

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα μεγάλο παζλ. Ενώνεις κομματάκια, συνδυάζεις καμπύλες και γωνίες, υπολογίζεις φόρμες και προχωράς. Στήνεις ένα τελικό αποτέλεσμα στο μυαλό σου, γίνεσαι αρχιτέκτονας και χτίστης μαζί. Δοκιμάζεις συνεχώς ταιριάσματα, που άλλα πετυχαίνουν και άλλα πέφτουν στο κενό. Ο σκοπός είναι να προχωράει το έργο, να σε πείθει για το μέλλον του, να σε τροφοδοτεί με ικανοποίηση και χαρά βλέποντάς το να προοδεύει.

Αυτό που λέμε πρόοδος δεν είναι απαραίτητα ο σχηματισμός μιας ευχάριστης εικόνας. Μπορεί αυτό που απεικονίζεται να είναι από θεσπέσιο μέχρι δυσάρεστο ή ενοχλητικό στην όψη. Δεν είναι όλα για όλους, και παρότι ένα παζλ συνήθως ψυχαγωγεί, ενδέχεται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις ο στόχος να είναι απλώς η ολοκλήρωσή του και όχι η τελική τέρψη μπροστά στην εικόνα του.
Αν λείπει κάποιο κομμάτι, αν παράπεσε στο πάτωμα, στο ντουλάπι ή στο κουτί, το παζλ μένει ανολοκλήρωτο. Σε αυτή την περίπτωση είτε ψάχνεις το χαμένο ταίριασμα, είτε εγκαταλείπεις το έργο. Εξαρτάται πόσο θέλεις να ολοκληρώσεις το παζλ ή αν τελικά σου είναι αδιάφορο, ως άλλο ένα παιχνίδι κατασκευής που εύκολα το παρατάς για να ξεκινήσεις κάτι άλλο.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, και δη οι ερωτικές, κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο.
Όσο το αγαπώμενο πρόσωπο σε τροφοδοτεί με εικόνες, ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα, όσο σε συναρπάζει, σε κινητοποιεί να επιχειρήσεις την επόμενη κίνηση, να πας το έργο λίγο πιο πέρα. Σε κάνει να θέλεις να επιδιώξεις και να δεις την πρόοδο, σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και σε τροφοδοτεί ψυχικά για το επόμενο βήμα. Κι αυτό, επειδή η ψυχολογική προετοιμασία των παικτών είναι μια αλληλένδετη με τις κινήσεις τους διαδικασία, που έχει ως καύσιμο την ανταπόκριση, τον συναισθηματικό ανεφοδιασμό, την τέρψη μπροστά σε κάτι που συνεχίζει να αναπτύσσεται και να σημαίνει κάτι σπουδαίο.

Ο εραστής που αισθάνεται αγαπημένος, κατέχει τα εφόδια για να κάνει την επόμενη κίνηση αγάπης. Αυτά τα εφόδια είναι ανίκητα, τίποτε δεν μπορεί να τα υπερβεί, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες. Έχει σύμμαχο, συμπαίκτη που τον κάνει να νιώθει ισχυρός, αήττητος, και χίλιους λόγους για να συνεχίσει να επιδιώκει το μέλλον. Άρα είναι και ο ίδιος μάχιμος και δυναμικός, και συμμετέχει ενεργά σε αυτό τον ωραίο αγώνα.

Συνήθως δεν έχουν σημασία οι δηλώσεις, σε περιπτώσεις σαν αυτές. Οι ερωτευμένοι λένε πολλά. Σημασία έχουν οι πράξεις. Η έμπρακτη απόδειξη πως η όποια σχέση περπατάει προς τα μπρος, ακόμη και να κάποιες φορές συμβαίνουν πισωγυρίσματα. Τι είναι αυτό που ακολουθεί ανεξάντλητα και απρόσκοπτα ανοδική πορεία, εξάλλου; Στη Φύση όλα συμβαίνουν κυκλικά, παράλληλα, ταυτόχρονα, αλλά και ετεροχρονισμένα ή και αντίθετα. Η Φύση είναι το βασίλειο και η δόξα της εντροπίας.

Το ερωτικό παζλ πρέπει να κινείται, να ζει, να ανασαίνει. Να πείθει πως έχει λόγο να συνεχιστεί. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να μείνει στη μέση είναι ένας από τους δύο, ή και οι δύο, να νιώσουν και να δείξουν πως το έργο δεν έχει μέλλον και ζωή. Όχι να το πουν ή απλώς να το αισθανθούν: να το αποδείξουν.

Ο ερώμενος που τυχόν αποφασίσει να επιμείνει στην πάλη της διαδικασίας για κάποια πρόοδο δεν θα πειστεί ποτέ πως οφείλει να τα παρατήσει, εάν ο ερών δεν του αποδείξει πως η αγάπη και η όρεξή του έχει πια στερέψει, και άρα δεν είναι πλέον ερώμενος. Τότε δεν χρειάζεται άλλου είδους αποδείξεις – τις αποδείξεις τις ζει στο πετσί και στο είναι του. Σε κάθε βλέμμα που ακουμπά στον κόσμο. Επειδή μένει ακάλυπτος, στερημένος. Το εσωτερικό καύσιμό του λιγοστεύει και κάποια στιγμή δεν έχει παρά να το αναγνωρίσει και να συμμορφωθεί, μιας και δεν έχει πια τα εφόδια ή τη δύναμη να κάνει βήμα. Αναγκάζεται τότε να προσγειωθεί σε μια νέα πραγματικότητα, στεγνή και απογυμνωμένη από τα στολίδια των αισθημάτων που ζεσταίνουν την ψυχή, κενή από το ωραίο και δυσεύρετο εκείνο νόημα που άλλοτε έθρεφε σαν μωρό που θεριεύει το αίσθημα που έδενε τους δυο ανθρώπους.

Το ζωοποιό γάλα μιας ερωτικής σχέσης είναι η διάχυτη αγάπη, η εικόνα και η ιδέα της συναισθηματικής εγγύτητας και τη ανάγκης που κάνει τους εραστές ανίκητους και θεϊκούς. Και, κυρίως, ενωμένους. Η ανταλλαγή άυλων κυρίως υλικών, δηλαδή, που μόνο αυτά καταφέρνουν να κάνουν έναν άνθρωπο να αισθάνεται αθάνατος μπροστά στο θάνατο της αγάπης.

«Προειδοποιήθηκε, έλαβε εξηγήσεις, κι όμως επιμένει». Είναι μια διαδικασία άμυνας, ή έστω της ιδέας της, για κείνον που δεν θέλει να παραδεχτεί την πραγματικότητα της μοναξιάς που ακολουθεί μια σχέση χωρίς αίσιο τέλος. Δεν διαρκεί πολύ η διαδικασία αυτή, και αυτό είναι επιβεβαιωμένο. Ο καιρός θεραπεύει τις πληγές, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θεραπεύει και τις ελπίδες.
Εδώ δικαιώνεται η γνωστή κινηματογραφική ρήση εκλογίκευσης: «Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει».

Εκείνος που αναγκάζεται να υποστεί μια εξέλιξη της πραγματικότητας που τον κάνει και πονάει, που αρχικά την αρνείται και βάζει στόχο να την ανατρέψει προς το καλύτερο, κάποτε καταλαβαίνει το άτοπο των προσπαθειών του. Και συμμορφώνεται. Θωρακίζεται. Βλέπει καθαρά. Καταλαβαίνει. Κι έτσι μπαίνει σε λειτουργία αυτοάμυνας, παύει να επιμένει, το πείσμα του ξεθωριάζει, φθίνει, γίνεται μαλθακό. Μέχρι που σταματάει οριστικά να υπάρχει.

Το σημάδι που αφήνει ο έρωτας πάνω του λειαίνεται σιγά σιγά, σαν βοτσαλάκι στην παραλία. Παραμένει εκεί μόνο και μόνο για να του υπενθυμίζει απλώς πως και οι χειρότερες πληγές κλείνουν κάποτε, και πως ο πόνος λήγει.

Τότε, και μόνο τότε τελειώνουν και οι ανθρώπινες σχέσεις. Όταν η ελπίδα της ύπαρξης του ζωοποιού συναισθήματος στα έγκατα της ψυχής του άλλου αρχίσει να καταρρέει. Μόνο έτσι παύει να ζει και στην ψυχή του έτερου εραστή.

Έτσι, ο έρωτας καταλήγει να συμμορφώνεται με τους κανόνες του παζλ. Αν οι παίκτες δεν επιδιώξουν να ξαναβρούν τα χαμένα κομμάτια, αν η ανάγκη και η επιθυμία τους για ολοκλήρωση της εικόνας αποδειχθούν ανίσχυρες και περιορισμένες, τότε το παζλ μένει ημιτελές. Κλείνεται στο κουτί του διαλυμένο και τη θέση του καταλαμβάνει ένα καινούριο παιχνίδι. Ή και κανένα.
Στους έρωτες συμβαίνει το ίδιο: αν οι συνοδοιπόροι πάψουν να νιώθουν και να πείθουν για την ανάγκη τους να εξελιχτεί η όποια σχέση, αν δείξουν πως η ένωσή τους δεν τους είναι πια ακριβή, τότε εκείνη κλείνεται σε ένα κουτί, χάνει τη δομή και τη δύναμή της, και γίνεται ανάμνηση ή και λησμονημένος χρόνος, κηλίδα στα έγκατα μιας αποξενωμένης από τον άλλον ψυχικής κατασκευής. Ολόιδια με ένα παλιό σημάδι ιλαράς πάνω σε ένα μάγουλο ή σε ένα χέρι.

Γείτονες

  • (Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62906 στις 9 Μαΐου 2017)
  • Πού και πού, στο παράθυρο του τρίτου ορόφου με τα ξύλινα πατζούρια και τις κόκκινες κουρτίνες της πολυκατοικίας επί της οδού Μακρυγιάννη, σε μια επαρχιακή πόλη που δεν έχει σημασία το όνομά της, εμφανίζεται ένα λιγνό κορίτσι. Τα απογεύματα βγαίνει στο στενό μπαλκονάκι, κοιτάζει την πλατεία και τα γύρω στενά κι έπειτα ξαναμπαίνει μέσα και βάζει νερό για τσάι. Συνήθως περπατά ξυπόλητη και κυκλοφορεί με ένα κοντομάνικο φανελάκι. Όταν βράσει το νερό, βυθίζει στο φλυτζάνι της το σακουλάκι Lipton και παρατηρεί το διάφανο υγρό να βάφεται καφέ. Εισπνέει με ανακούφιση τη μυρωδιά που αναδίνεται και κάθεται στην μοναδική καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Περιμένει να κρυώσει το τσάι της κι έπειτα αρχίζει να το ρουφά με μικρές κοφτές γουλιές. Όλη αυτή την ώρα ένας πράσινος μικρός παπαγάλος φτερουγίζει μέσα στο κεφάλι της. Μόλις πιεί το τσάι της γονατίζει μπροστά στα εικονίσματα και κάνει προσευχή.

    Στον πρώτο όροφο του σπιτιού κατοικεί μια ηλικιωμένη. Τα πατζούρια του υπνοδωματίου της είναι σπασμένα αυτό όμως δεν φαίνεται να την ενοχλεί. Στην πλευρά της κουζίνας σκαρφαλώνει ένας κισσός που η κυρία καμαρώνει συνεχώς. Κάθε βδομάδα τον ποτίζει με ένα πλαστικό μπουκάλι από κόκα κόλα, εκτός αν βρέξει ενδιάμεσα, οπότε δεν χρειάζεται να κατέβει ως το ισόγειο. Στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού λάμπει ένα μαβί ρουμπίνι καθώς αδειάζει τις τελευταίες σταγόνες στη ρίζα του φυτού. Τα απογεύματα της αρέσει να τραγουδάει Βαμβακάρη.
    Εννιά χρονών και ολομόναχος στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Το απόγευμα, μετά το σχολείο, βγαίνει στο μπαλκόνι και απλώνει στο μάρμαρο τα Lego του μέχρι να έρθουν σπίτι οι γονείς του.

    Φτιάχνει πύργους και αποθήκες, με φανταχτερά χρώματα οπωσδήποτε, με κομψά σχήματα και μεγάλες εισόδους. Κάποτε ονειρεύεται να χτίσει μια ολόκληρη πόλη από Lego. Τότε είναι σίγουρο πως θα χρησιμοποιήσει μόνο κόκκινα και πράσινα τουβλάκια και μέσα θα βάλει πολλά Play Mobil. Η πόλη που θα χτίσει θα είναι πυκνοκατοικημένη και γεμάτη ουρανοξύστες. Από τον τελευταίο όροφο του πιο ψηλού κτιρίου θα κοιτάζει τα υπόλοιπα κτίρια και θα γελάει δυνατά. Η πόλη θα είναι όλη δική του. Τέτοια σκέφτεται καθώς ολοκληρώνει ένα διώροφο γκαράζ για οχήματα της πυροσβεστικής.

    (Η απέναντι μονοκατοικία έχει βαφτεί πρόσφατα. Οι τοίχοι του σαλονιού, εσωτερικά, έχουν το χρώμα της μανόλιας και τα πατζούρια είναι κυπαρισί. Τα υπόλοιπα είναι όλα άσπρα. Ο κήπος είναι γεμάτος γλάστρες και δέντρα, και στην άκρη γαβγίζει ένα σκυλί.«Έτσι γινότανε στην πόλη εκείνα τα χρόνια, πέτρινα όλα, καλοφτιαγμένα. Πενήντα χρόνια ζήσαμε στο σπίτι, μέχρι που πέθανε η γριά και το έγραψε του γιου μου. Εκείνος το άφηκε να ρημάξει, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης. Εμένα με πήγε στης αδερφής μου αρχικά, να το νοικιάσει δήθεν και τέτοια. Μόλις πέθανε κι αυτή, με πέταξε εδώ μέσα. Ερήμωσε το σπίτι, σαρκοφάγα λουλούδια και περικοκλάδες ξεπεταχτήκανε από τα παράθυρα, γέμισε ο κήπος φίδια και πόντικες – έτσι μαθαίνω. Ούτε το φροντίζουν, ούτε τίποτα. Ο ίδιος μου τα λέει. Αν έβλεπε η γιαγιά του την κατάντια του θα τον έκανε τ’ αλατιού. Εγώ δεν δύναμαι, χήρα γυναίκα είμαι, έχω διαβήτη και διάφορες παθήσεις, χάνω μέρα με τη μέρα την όρασή μου και το κουτσό πόδι ασθενεί. Το σπίτι μου το θυμάμαι, και τα νέα μου τα λέει αυτός, μια φορά στο τόσο που μου φέρνει σοκολάτες για διαβητικούς και καινούριες παντόφλες. Καλύτερα έτσι. Αναπολώ τη μανόλια κι οδύρομαι. Ας πάω μέσα τώρα, έπιασε αγιάζι και κάπως σα να κρύωσα».
    Η γυναίκα τελειώνει να σκέφτεται και μπαίνει στο δωμάτιό της. Το γηροκομείο όπου ζει της παρέχει όλες τις ανέσεις που θα της εξασφαλίσουν άλλη μία ήρεμη νύχτα ζωής.)

    Το ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας με τα ξύλινα πατζούρια είναι κατάλευκο και σχεδόν άδειο. «Στο πάτωμα είχε πήλινες γλάστρες με χρωματιστά κεριά και στους τοίχους κολλημένα χαρτόνια με ζωγραφιές της. Κοιμότανε κατάχαμα σε ένα στρώμα γεμάτο μαξιλάρες. Από το ταβάνι κρεμότανε μια μαριονέττα με φορεσιά μαρκησίας και ανακατεμένα μαλλιά. Γυρνούσαμε από το μπαρ κι αρχίζαμε. Δεν λέγαμε λέξη. Γδυνόταν σιωπηλά και με τραβούσε πάνω της. Κάθε νύχτα εναλλάξ, άγριο γαμήσι, τρυφερό γαμήσι, εγώ την ήθελα σαν τρελός κι εκείνη με ρούφαγε. Είχε κάτι παράξενο και αυτή η ίδια αλλά και το μέρος όπου βρισκόμασταν. Σαν να μην ήταν κομμάτια της πραγματικότητας. Σαν να το είχα φανταστεί το σκηνικό. Το σπίτι της δεν μύριζε τίποτα. Τα χαράματα με σήκωνε να φύγω. Απότομα, ξαφνικά. Μια μέρα της είπα πως την αγαπούσα και πως ήθελα να μείνω εκεί. Με έσπρωξε στην πόρτα λέγοντάς μου με παγωμένη φωνή: “Έρωτες και παραμύθια. Αν μείνεις εδώ θα γνωριστούμε, κι όσα περισσότερα μαθαίνεις για κάποιον τόσο πιο γρήγορα χάνεις το ενδιαφέρον σου για κείνον. Οι καβλωτικές παραμύθες θέλουν ανώνυμους συμπαίκτες. Πρέπει να είναι άγριες, γεμάτες απανθρωπιά. Αν μάθω πώς σε λένε και τι σ’ αρέσει για πρωινό, μ’ έχασες, εξημερώθηκες. Δεν έχω λόγο να σε κρατήσω”».

Μέρες νοσοκομείου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62594 στις 24 Φεβρουαρίου 2017)

 

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1985. Ημερολόγιο.

Απόψε το βράδυ βγήκα με τον Έντεχνο. Κατά διαβολική σύμπτωση είναι τα γενέθλιά μου: κλείνω τα δεκαέξι, αλλά δεν το ξέρει κανείς στο μπαρ, εκτός από τη φίλη μου. Ήρθαμε νωρίς και αράξαμε για ποτό στους καναπέδες. Οι τρεις μας. Κρατά στα χέρια του τη φωτογραφική μηχανή του και προσπαθεί διαρκώς να με βγάλει φωτογραφία αλλά εγώ όλο του λέω να περιμένει γιατί δεν είμαι έτοιμη. Φόρεσα το καλό κόκκινο πουλόβερ μου κι έπιασα τα μαλλιά μου αλογοουρά –δεν είμαι και χάλια. Ήθελα όμως να πάω στην τουαλέτα να βαφτώ λίγο, να φαίνομαι πιο ερωτική. Εκείνος με στοχεύει με την κάμερα και κάνει πως βγάζει φωτογραφίες, αλλά τελικά αυτό νομίζω πως είναι απλώς μια δικαιολογία για να με κοιτάζει με την άνεσή του.

Τον Έντεχνο τον γνώρισα ένα βράδυ στο μπαρ όπου έπαιζε μουσική. Μου την έπεσε πολύ επιθετικά, με τσαμπουκά και ολίγη αγένεια. Όχι καμάκι, απλώς ατάκες που έδειχναν εξαιρετική αντιπάθεια προς το μέρος μου. Φαινόταν πως δεν με γούσταρε, κάτι του έκανα μάλλον και του την έσπαγα χοντρά. Δεν με άντεχε. Ό, τι έλεγα, εκείνος το αντίθετο. Ένα κομμάτι του ζήτησα μια μέρα και ίσα που δεν μου πέταξε το βινύλιο στα μούτρα. Πολλή τσαντίλα, δεν καταλάβαινα γιατί. Η κολλητή μου επέμενε πως ο Έντεχνος με γούσταρε και του έβγαινε έτσι, αλλά εγώ ήμουν σίγουρη πως έλεγε ό, τι να’ ναι.

Ένα βράδυ με ρώτησε αν ακούω ελληνικά, κι εγώ, μπασμένη στο κλίμα του φτυσίματός του, του απάντησα πως ακούω μόνο ντίσκο. Έτσι, για να του τη σπάσω. Έπαθε πλάκα, από εκείνη τη στιγμή με κοίταζε και φρίκαρε. Εγώ ψιλοδιασκέδαζα με τη φάση, μου άρεσε να του την μπαίνω και να τον εκνευρίζω. Πέρασε λίγος καιρός και το βιολί βιολάκι. Της κολλητής μου ούτε που της έδινα σημασία όταν έσκιζε τα ρούχα της πως ο Έντεχνος είχε κολλήσει και δεν ήξερε πώς να φερθεί λόγω γουσταρίσματος.

Ένα βράδυ μείναμε στο μπαρ ως αργά και τελικά καταλήξαμε με παρέα σε ένα ξενυχτάδικο της εθνικής οδού, με σκυλάδικα, ξένα του θανάτου και γαβ γκαρσόνες να μοιράζουν μπόμπες σε ψηλά ποτήρια. Εγώ δεν είχα ξαναπάει ποτέ σε τέτοιο μαγαζί, αλλά ήταν μαζί ο Μάκης με το αμάξι του κι έτσι μας πήγε για πλάκα να δούμε πώς είναι. Τον Έντεχνο δεν τον περιμέναμε, αλλά τελικά έσκασε μύτη μαζί με ένα άλλο παιδί από το μπαρ.

Καθίσαμε όλοι μαζί και πιάσαμε την κουβέντα. Πιο κει οι άλλοι μιλάγανε ένας Θεός ξέρει για τι, κι εγώ με τον Έντεχνο πιάσαμε κουβέντα για τα σχολεία και τους καθηγητές μας. Του έκανα την καμπόση, πως και καλά εγώ πήγαινα σε καλύτερο σχολείο από εκείνο που είχε βγάλει αυτός, πως το δικό του ήταν της πλάκας τότε, κι άλλα τέτοια χαζά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι με είχε πιάσει και κόμπλαρα του κερατά. Έλεγα μαλακίες γιατί δεν μπορούσα να βρω τα λόγια να πω αυτό που σκεφτόμουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Φερόμουν σα βλάκας γιατί δεν μπορούσα να φερθώ αλλιώς. Αυτός με άκουγε χαμογελώντας και κάθε τόσο μου έλεγε: «Είσαι μια ψηλομύτα κότα, τίγκα στην έπαρση!». Μετά με ρώτησε πόσων χρονών είμαι ακριβώς, αλλά δεν απάντησα, δεν είναι ανάγκη να ξέρει και τα πάντα.

Η νύχτα συνεχίστηκε μέσα στην κόντρα. Σε κάποια φάση που φωνάζαμε για ώρα ο ένας στο αυτί του άλλου ο Έντεχνος γυρνάει και μου σκάει ένα φιλί που κόντεψε να με στείλει στον άλλο κόσμο. Έτσι, στο ξαφνικό. Χωρίς προειδοποίηση, γύρισε και κόλλησε το στόμα του στο δικό μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, ένιωθα απίστευτη ζαλάδα κι εκείνος εκεί, να συνεχίζει να με φιλάει διαολεμένα καλά, χωρίς να με ακουμπάει αλλού –ούτε το χέρι δεν μου έπιασε. Τρελάθηκα. Δεν κατάλαβα τι μου είχε σκάσει στο ξαφνικό, είχα πάθει πλακάρα, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ένιωθα να τον θέλω όλο και περισσότερο.

Στο διάλειμμα των φιλιών συνεχίζαμε το κράξιμο, αγώνας δρόμου οι ατάκες μας, πέφτανε σαν πρόκες μέσα στο τεντωμένο αυτί κι έπειτα ξανά μανά τα γλωσσόφιλα της κόλασης και το στομάχι κόμπος. Σε κάποια φάση ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται, λυγίσανε τα γόνατά μου, έφαγα μια δυνατή σκουντιά από την κολλητή μου και σηκωθήκαμε και φύγαμε χωρίς να πούμε ούτε καληνύχτα.

Έκανα μέρες να ξαναδώ τον Έντεχνο, δεν είχα κουράγιο να βγω αμέσως μετά από εκείνο το βράδυ. Κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας νόμιζα πως θα έσπαγε η καρδιά μου. Ζούσα και ξαναζούσα τα φιλιά μας, μύριζα το μάγουλό του, έβλεπα τα μάτια του. Ένιωθα μια αφόρητη ένταση, έναν πανικό εντελώς ανεξήγητο. Τον σκεφτόμουν και το βλέμμα του γινόταν χταπόδι που με έσφιγγε να με πνίξει. Έπαιρνα βαθιές ανάσες για να κατορθώσω να λειτουργήσω, τον σκεφτόμουν ασταμάτητα κάθε λεπτό, επίμονα, διαρκώς, τόσο κόλλημα με τον τύπο. Το πιο περίεργο είναι πως δεν ήταν από τα αγόρια που μου αρέσουν συνήθως. Δεν είχε τίποτα από όσα θεωρούσα γοητευτικά μέχρι τώρα. Ίσως αυτό να τον έκανε ακόμα πιο ακαταμάχητο στο κεφάλι μου, το γεγονός δηλαδή πως δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό του έβρισκα και τράβαγα τέτοιο ζόρι μαζί του. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, πέρασα μερικές μέρες νοσοκομείου μέχρι να τον ξαναδώ. Σαν άρρωστη.

Ένα βράδυ, κάτι μέρες μετά, πήγαμε για ποτό στο γνωστό μπαράκι μαζί με τη φιλενάδα μου, ξέροντας πως θα τον δούμε εκεί. Τις προηγούμενες μέρες δεν της είχα πει με λεπτομέρειες τι ζημιά είχα πάθει με τον τύπο γιατί ήμουν σίγουρη πως θα με έκραζε. Συνεχώς μου λέει πως φλασάρω σε άσχετους, πως είμαι έτοιμη να ενδώσω απερίσκεπτα σε όποιον μου κάνει κλικ, και διάφορα τέτοια. Την ψιλοφοβόμουν γιατί αναγνωρίζω πως με ξέρει καλά, προτίμησα λοιπόν να το παίξω πιο άνετη από όσο ήμουν και να κρατήσω την ψυχραιμία μου.

Όταν τον είδαμε κόντεψε να μου πέσει το ποτήρι με τη μπύρα. Μετά από αρκετή ώρα πήγαιν’ έλα, πέρασε με μια γαβάθα γεμάτη σύκα και μας πρόσφερε από ένα, σα να μην έτρεχε μία. Ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Όλο το βράδυ προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να κάνω την αδιάφορη. Πέτυχε. Όσα βλέμματά του έπιανα με το πλάι των ματιών μου απέφυγα να τα ανταποδώσω. Τον κοιτούσα μόνο όταν είχε στραμμένο το βλέμμα κάπου αλλού. Έμεινα με την κολλητή μου όλο το βράδυ χωρίς να πάω ούτε για κατούρημα. Αν με πετύχαινε πουθενά είμαι σίγουρη πως θα έπεφτα στην αγκαλιά του. Γι’ αυτό δεν το κούνησα ούτε λεπτό από δίπλα της.

Προχτές το βράδυ τον είδα σε ένα άλλο μαγαζί με τους φίλους του. Κώλωσα αλλά παρέμεινα σοβαρή. Προς μεγάλη μου έκπληξη με πλησίασε και μου ζήτησε με τη μία το τηλέφωνό μου. Του το έδωσα με την ψυχή στο στόμα και απόψε βγήκαμε την πρώτη μας βόλτα μαζί. Φόρεσα το κόκκινο πουλόβερ γιατί όλοι μου λένε πως μου πάει πολύ. Προσπάθησα να γίνω όσο πιο όμορφη γινόταν. Μέχρι να περάσει η ώρα και να τον δω είχα ταχυκαρδία και ήμουν όλο νεύρα. Τώρα χαλάρωσα κάπως. Ελπίζω να πάει καλά η βραδιά. Ευτυχώς αύριο δεν έχουμε σχολείο κι έτσι θα μπορέσω να αργήσω κάπως απόψε.

Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω από αυτόν τον τύπο, μάλλον τίποτα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό μεταξύ μας, ξέρω μόνο πως είναι τόσο σέξι που με κάνει και ξεχνάω κάθε σκοπό, παραλογίζομαι.

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στις τουαλέτες. Ήρθα να βαφτώ αλλά τελικά έγραψα το κατεβατό μου κι ακόμα άβαφτη είμαι. Θα κόψω τη σελίδα αυτή τώρα και θα την χώσω στο μπουφάν της κολλητής μου καθώς θα βγαίνουμε έξω από το μαγαζί με τον Έντεχνο. Θα μπορέσει να διαβάσει όσα σκέφτηκα και όσα δεν τόλμησα να της πω από αγωνία μήπως μου βάλει τις φωνές και από ανασφάλεια για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ψιλοντρεπόμουν κιόλας, για να πω την αλήθεια. Καταλαβαίνω γιατί με κράζει κάθε τόσο και πως θέλει μόνο το δικό μου καλό. Με αγαπάει και την αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά πού και πού χρειάζεται να της τα γράφω για να τα ακούει καλύτερα. Πρέπει να ξέρει. Πρέπει. Μερικές φορές της λέω να μην αναζητά νοήματα και κρυμμένα μηνύματα εκεί όπου δεν υπάρχουν μα αυτή ούτε που με λαμβάνει υπόψη. Νομίζει πως ό, τι κι αν πω είναι γεμάτο πράγματα και θάματα που προσπαθώ να κρύψω γι’ αυτό και τα κωδικοποιώ και μετά προσπαθεί να εξηγήσει το κάθε τι.

Καμία σχέση. Τώρα λοιπόν, θα της δώσω αυτήν εδώ τη σελίδα για να δει τι σημαίνει νόημα…

Είμαι σίγουρη πως θα με καταλάβει, κι αυτό για μένα μετράει πολύ. Μπορώ να πω περισσότερο κι από τον Έντεχνο. Κι ας τον γουστάρω σαν άρρωστη, κι ας ζω για πάρτη του μέρες νοσοκομείου.

 

Το μυρμήγκι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10892  στις 22 Φεβρουαρίου 2017)

Είναι ένα μυρμήγκι που προχωράει μακριά από τα υπόλοιπα. Σκύβω καλύτερα και το παρατηρώ. Μαύρο, μεγαλούτσικο, με μακριές κεραίες και δαγκάνες. Έχω τινάξει το σακουλάκι της τυρόπιτας στο χώμα και κάθομαι στο πεζούλι. Παρακολουθώ τις ορδές των φίλων του να σπεύδουν. Άλλα καταπιάνονται με τα μεγαλύτερα φύλλα σφολιάτας, μερικά με κάτι μικροσκοπικά κομματάκια τυρί. Το δικό μου μυρμήγκι κινείται απόμερα, κουνάει πάνω κάτω τις κεραίες του και σταματάει απότομα μόλις συναντήσει κάποιο άλλο. Πιάνω ένα κομματάκι φύλλο και το ρίχνω μπροστά του. Φρενάρει, το επεξεργάζεται και αλλάζει πορεία. Το μυρμήγκι μου δεν πεινάει, αψηφά τον κίνδυνο, δεν έχει αίσθηση του καθήκοντος, είναι τρελό.

Είμαι επτά χρονών και όταν δεν κάθομαι στο θρανίο μου, στη λεκάνη της τουαλέτας ή στο τραπέζι της κουζίνας μου αρέσει να κάθομαι στο πλατύσκαλο του σπιτιού ή στο πεζούλι δίπλα από τις λεμονιές και να παρατηρώ τα μυρμήγκια. Ξέρω πως υπάρχουν διάφορες φυλές. Καφετιά, μαύρα, μικρά, μεγάλα, φτερωτά, πλατυκέφαλα. Στο χώμα της αυλής μας κυκλοφορούν διάφορα από αυτά. Νομίζω πως όλα μοιάζουν μεταξύ τους. Αν εξαιρέσεις το χρώμα και το μέγεθος, θα έλεγα πως το χώμα κατοικείται αυστηρά από ολόιδια σπιτικά μυρμήγκια.

Πολλές φορές παρακολουθώ πού καταλήγει μια σειρά μυρμηγκιών και φτάνω μέχρι τη φωλιά τους. Έχω προσπαθήσει να δω τι υπάρχει μέσα στον σκοτεινό κρατήρα, όμως είναι αδύνατον. Η τρύπα είναι πολύ μικρή, δεν φαίνεται τι έχει μέσα. Παλιότερα μου είχε συμβεί να πατήσω πάνω σε μυρμηγκοφωλιές και να χαλάσω το μικρό βουναλάκι σκόνης και χώματος που τις περιβάλλει. Πλέον προσέχω περισσότερο και δεν κάνω τέτοια λάθη.

Το μυρμήγκι μου ξεμακραίνει από τα υπόλοιπα και αδιαφορεί για τα αποφάγια που έχω ρίξει μπροστά του. Αναρωτιέμαι γιατί το κάνει αυτό, την ώρα που οι δικοί του σκοτώνονται να μαζέψουν προμήθειες για το χειμώνα. Κάποτε είχα δει ένα μυρμήγκι να σέρνει έναν κόκκο σιταριού τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από κείνο. Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, ήταν ένα άλλο, που έσερνε μια νεκρή μέλισσα που στα μάτια του θα πρέπει να φάνταζε τουλάχιστον σαν τον γίγαντα Γκρισίνο. Άλλα κουβαλάνε κατσαρίδες, σκαθάρια, ψίχα ψωμιού, φτυμένες πατάτες, κουκούτσια, μέχρι και το ξεραμένο καύκαλο από μια πληγή που είχα ξύσει κάποτε και όταν το πέταξα μπροστά τους σκοτώθηκαν να το αρπάξουν και ν’ αρχίσουν να τρέχουν.

Είναι μεσημέρι και ο ήλιος με χτυπάει κατακούτελα. Κάνει ζέστη και πιο κει η μάνικα ποτίζει σιγανά τα λουλούδια της μάνας μου. Το συνηθίζει να αφήνει ανοιχτή τη βρύση για να ποτίζονται λίγο λίγο τα φυτά όταν βαριέται να ποτίσει κανονικά. Πολύ συχνά γεμίζει ο τόπος λάσπες.

Σκύβω πάνω από το τρελό μυρμήγκι και το πιάνω. Πάει να μου γλιτώσει αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να μην του σπάσω τα πόδια, και γενικώς να μην το λιώσω κατά λάθος. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Ξαφνικά νιώθω πως ξύπνησα, η μεσημεριανή ζαλάδα έχει περάσει.

Με το άλλο χέρι αρπάζω μια καρφίτσα που μόλις ανακάλυψα στα χώματα και καρφώνω στη μέση το μυρμήγκι. Η άκρη της καρφίτσας μου τρυπάει λίγο το δάχτυλο αλλά όχι τόσο βαθιά ώστε να τρέξει αίμα. Το σουβλισμένο μυρμήγκι μου κουνιέται σαν τρελό. Το φέρνω μπροστά στα μάτια μου και το κρατάω έτσι όπως έχω δει να κρατάνε οι γυναίκες ένα λουλούδι ή τα άλλα παιδιά το γλειφιτζούρι τους. Το κάνω γύρους στον αέρα. Αυτό συνεχίζει να κουνάει χέρια και πόδια σαν παλαβό. Αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει τι του συνέβη.

Σε λίγο βαριέμαι το παιχνίδι μου κι αρχίζω να πεινάω. Πετάω το καρφιτσωμένο μυρμήγκι πιο κει και μπαίνω στο σπίτι. Δεν κάνω καν τον κόπο να το πατήσω για να βάλω ένα τέλος στο βάσανό του, μιας και δεν μου περνάει καν απ’ το μυαλό καν πως το μυρμήγκι μπορεί να πονάει.

Αργά το απόγευμα ξαναβγαίνω στην αυλή και αναρωτιέμαι τι να απέγινε η αυτοσχέδια σούβλα μου. Επιστρέφω στο σημείο του μαρτυρίου και ψάχνω να το βρω. Η καρφίτσα πουθενά. Το παρτέρι έχει γεμίσει λάσπες. Κλείνω τη μάνικα που τρέχει απ’ το πρωί και ξανακάθομαι στη θέση μου, στο πεζούλι. Σκύβω κοντά στη γη και μυρίζω τη σκόνη. Κοιτάζω κάτω από τα πόδια μου και φτύνω λίγο σάλιο γεμάτο μπουρμπουλήθρες και υπολείμματα μακαρονιών. Δεκάδες μυρμήγκια μαζεύουν τροφή για το χειμώνα.

 

Το φωτάκι

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 26 Ιανουαρίου 2017 – απόσπασμα)

[…]

Η Μισέλ – καλλιτεχνικό όνομα, φορεμένο ειδικά για την περίσταση –  άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία.Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη παιδική ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μισέλ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μισέλ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μισέλ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μισέλ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μισέλ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν ζωντανές ηλεκτρικές κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες σπαρταριστά από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Η ομορφιά των αντιθέσεων

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 17 Ιανουαρίου 2017)

Να περπατάς στα χιόνια με κατάμαυρα ρούχα.
Να στολίζεις με πάναγνη σαντιγί ένα διαβολικά σοκολατένιο γλυκό.
Να βλέπεις χρωματιστά όνειρα μια αφώτιστη νύχτα.
Να διαισθάνεσαι το θρίαμβο του νικητή έρωτα στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης.
Να περιφέρεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο με κλειστά παράθυρα στο κέντρο μιας μεγαλούπολης.
Να υποκύπτεις με παιδική αθωότητα στη μαύρη μαγεία ενός αισθήματος ενηλίκων.
Να ζωγραφίζεις το μεγάλο χάρτη της εξωστρέφειας ιχνογραφώντας τα μικρά σημεία της εσωστρέφειάς σου.
Να λες από σεμνότητα ναι σε κάποιον που χρειάζεται το αντίθετο του όχι.
Να θυμάσαι επίμονα όσα με την απουσία τους θα κινδύνευαν να ξεχαστούν.

Το τέλος του κόσμου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 7 Ιανουαρίου 2017)

Η πόλη είναι λεηλατημένη και βρωμάει ψοφίμι και αποκαΐδια.

Τα κορίτσια-Μάνγκα λικνίζονται αισχρά για να ερεθίσουν τα άγρια ράπερ αγόρια.

Φορούν πρόστυχα ρούχα και είναι βαμμένα με απόκοσμα χρώματα, νεκρικά. Τα πρόσωπά τους είναι σχεδόν παραμορφωμένα.

Τα αγόρια μοιάζουν με λυκόσκυλα, έχουν εμφυτεύματα, τροχισμένα δόντια και βλέμμα ναρκομανή. Ορμάνε χωρίς δεύτερη σκέψη, κατακρεουργούν τους ανυποψίαστους και ζητωκραυγάζουν.

Νικητής είναι αυτός που προλαβαίνει να ρουφήξει πιο πολύ αίμα απ’ όλους σε χρόνο μηδέν.

Το έπαθλο είναι πάντα ένα τσόκερ με σκουριασμένες πρόκες, που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην επόμενη θυσία.

Οι συμμορίες των πόλεων μοιάζουν με άγριες αγέλες. Τρομοκρατούν τους ελάχιστους φιλήσυχους πολίτες και διαλύουν το περιβάλλον τους.

Όλα έχουν κάτι φαντασμαγορικά αρρωστημένο και ψεύτικο, κάπως αποτυχημένα κινηματογραφικό.

Ο αέρας μυρίζει οινόπνευμα και κάνναβη, στους δρόμους καίγονται σκουπίδια.

Τα λάστιχα ενός πολεμικού οχήματος χαράζουν με μαύρο χρώμα την άσφαλτο και η εξάτμιση πυροβολεί σαν στούκας.

Τα μαγαζιά είναι λεηλατημένα, τα δάση ξερά, ο ουρανός μολυβένιος, βρώμικος. Τα πουλιά στέκονται στα σύρματα, χιτσοκικά και λιμασμένα. Τα σύννεφα ραδιενεργά.

Τρελοί, μασκαράδες, απατεώνες, σάτιροι με σιδεροπρίονα στα χέρια ξεμοναχιάζουν έφηβα παιδιά και τους κόβουν τα πόδια ή τα γεννητικά όργανα.

Μια ακραία δυσκολία, ένα μεθυστικό μίσος, ο μεγαλομανής ερωτισμός του φόβου, μια σκηνή σεξουαλικής τρομολαγνείας, ένας τραγικός θάνατος συμβαίνουν κάπου πιο πέρα.

Σε ένα πρώην γραφείο τελετών με μουχλιασμένους τοίχους το αίμα έχει ταγκή γεύση και είναι ζεστό. Το σάλιο και τα σπέρμα είναι λευκά σαν το χιόνι. Ο ήχος της γροθιάς σκάει πάνω στο μάγουλο, ηδονή το κρακ! ενός σπασμένου οστού. Ο πόνος αγιοποιείται, εξιδανικεύεται, προσφέρεται σαν θεία κοινωνία στους πιστούς ενός νέου δόγματος χωρίς σαφές καταστατικό.

Τα μέλη είναι ακρωτηριασμένοι δολοφόνοι που διψούν για εκδίκηση και φόνους.

Στις σοφίτες των σπιτιών τα μικρά παιδιά μεγαλώνουν με ταινίες πορνό και γαριδάκια. Οι μητέρες πίνουν ουίσκι και θηλάζουν στα τέσσερα τα μωρά τους, ενώ ταυτόχρονα κάποιος άγνωστος χώνει μπαστούνια του χόκεϊ, ρολά από χαρτί τουαλέτας και οικόσιτα χάμστερ στον πρωκτό τους.

Μια τρομερή ιστορία λαγνείας εκτυλίσσεται στο υπόγειο ενός ερειπωμένου σπιτιού στη δυτική άκρη της πόλης (ο έρωτας είναι αποκηρυγμένη λέξη και το αστικό κέντρο εμπόλεμη ζώνη).

Οι τρεις εραστές είναι νευρωτικοί. Ζουν στο έλεος των φόβων που τους τέρπουν. Εκτονώνονται με σεξουαλικές πρακτικές που τους προκαλούν αγωνία και ακραίο σωματικό πόνο.

Μια τραγική ένταση φέρνει όλα τα πράγματα στο ζενίθ τους. Μικρές δόσεις σχιζοφρένειας γεμίζουν τις κινήσεις τους, οδηγώντας τους στην κατάρρευση. Οι στιγμές του ξεπεσμού, της σωματικής εξάντλησης, της ψυχικής κόπωσης προσδίδουν μια ακόμα πιο διεστραμμένη αξία στη μοναδικότητα της επαφής τους.

Έξω συμμορίες κανιβάλων και κακοποιών που μοιάζουν με σακατεμένα ρομπότ σκορπούν τη φρίκη σαν αστείο. Συμμορίες παπάδων ληστεύουν τα παγκάρια των εκκλησιών. Συμμορίες προαγωγών λιώνουν τα κορίτσια τους στο ξύλο.

Δεν υπάρχει κάποια κορυφή που πρέπει να κατακτηθεί σε αυτή την κοινωνική ιεραρχία. Ο ξεπεσμός της νοσηρότητας είναι ο μόνος σκοπός.

Πίσω απ’ όλα σιγοβράζει μια τραγική ένταση. Ο καιρός περνά με ανυπολόγιστες δαπάνες κάθε είδους ενέργειας και ευνοεί την όποια προσπάθεια παραβίασης της ακεραιότητας των όντων.

Οι νύχτες αντηχούν από σατανικά γέλια, χορούς, όργια, ουρλιαχτά. Οι ανθρωποθυσίες αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη, οι δήμιοι χλευάζουν και κομματιάζουν κάθε ηθικό σκοπό.

Οι μέρες είναι φρικαλέες, δαιμονικά συμπαγείς, αλλοτριωμένες πάνω στο ρολόι. Η επιβίωση με υγιείς όρους είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Κάθε μέρα που περνά τα όντα γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα αδύναμα. Βυθίζονται στην παράνοια και στην παρακμή χωρίς να νιώθουν τύψεις.

Το τελευταίο μωρό που γεννιέται καίγεται ζωντανό σε μια οργιαστική τελετή καθώς ένας τυφλός ιεροσκόπος, ο τελευταίος μακρινός απόγονος του τελευταίου νόμιμου ιερομάντη των Ελευσινίων μυστηρίων, προσεύχεται υπέρ της επικράτησης της μεγάλης σύγχυσης και του μεγαλείου της αποστροφής.

Το τέλος του κόσμου πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και το σύμπαν κοχλάζει ανεξέλεγκτο, εξαγριωμένο

Χριστούγεννα στην πόλη

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10494 στις 22 Δεκεμβρίου 2016)

Βεράντες και κοπέλες απαστράπτουσες από χάρη και καλλιέπεια, υπερσύγχρονος πολιτισμός, πεζοδρόμια με ηλεκτρονικά εκδοτήρια εισιτηρίων για ένα όνειρο μικρό, μυστικές ευχές για ένα όνειρο μεγάλο///Γιγαντοαφίσες με δαντελωτά εσώρουχα και ημιπολύτιμες ευχές, λαμπερά αυτοκίνητα εν κινήσει, γούνινοι γιακάδες πάνω σε μάγουλα ροδαλά, επαίτες που μιλούν σε γλώσσες αλλότριες, περίλυπα κι απορημένα περιστέρια, κορίτσια-παγίδες από άλλα έτη φωτός, τυφλοί που διασχίζουν διαβάσεις, πρόχειρο γεύμα υπαίθρου αχνιστό, χιόνι πέφτει από ψηλά, και Χριστούγεννα συμβαίνουν///Ευχές που έγιναν πραγματικότητα, πραγματικότητα που παρέμεινε ευχή. Ολόγυρα η ζωή προχωρά. Όπως και να’ χει, ένα είναι το μόνο σίγουρο, να το θυμάσαι: εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος///Κυανή και άλικη η πόλη, με χρυσαφένια φώτα στις αιχμές και ασημόσκονη στις εσοχές της///Μόνο ο ουρανός παρέμεινε γκριζωπός, για να ταιριάζει πιο καλά με τις προβλέψεις και τις εικασίες///Τα οπτικά εφέ καλπάζουν αγέρωχα στη μεγάλη πλατεία, η φάτνη με τα ζωντανά πλήρης σανού και καβαλίνας, μιλιούνια οι τουρίστες από ξένες χώρες μακρινές, κλείσε τα μάτια, μάτια μου, θα αστράψει το φλας, μη στραβωθείς, δεν κάνει///Εκατό σακούλες υπό μάλης αγωνιούν, μια στάλα κρύο στάζει στην άκρη της μύτης, δυο πατούσες υγρές διαμαρτύρονται, ατέλειωτοι οι δρόμοι αυτής της πόλης, όλων των πόλεων που δεν γνωρίσαμε ποτέ, ατέλειωτες και οι φωνές που λαχταράμε ν’ακούμε///Αν είχα ένα βασίλειο θα το αντάλλασσα με λίγο μέλι στον πάτο μιας ζεστής τσικουδιάς στην ταβέρνα ενός ορεινού χωριού χαμηλών ταχυτήτων και βαρομετρικών, αλλά δεν έχω///Στην έξοδο μιας όμορφης στοάς τρεις αγιοβασίλισσες μοιράζουν σοκολατάκια σε χρυσαφένιο χαρτί  -σπεύδουν τα παιδάκια περιχαρή, η χαρά της γεύσης αυτής απ’ τα παλιά είναι το δώρο μου για σένα///Σαν μερτικό ελέους γεύσου το, γλυκαντικό παρηγορίας με φρούτα του πάθους για τους απαθείς, ίσως και λίγη (π)άχνη για τους ρομαντικούς και τους απογοητευμένους///Κάποιοι δεν θα γυρίσουν φέτος στα πάτρια ευλαβικά, δεν έχουν πάτρια ούτε ευλάβεια, οι γιορτές θα είναι  κάπως πιο γυμνές απ’ ό, τι στα χρόνια τα παλιά που γύρω από ένα τραπέζι ο θρίαμβος του δείπνου εξάγνιζε δεινά και αμαρτίες///Πάλαι ποτέ οι εποχές που οι ενοχές τσακίζονταν κάτω από ένα κρυστάλλινο γοβάκι μόνο και μόνο επειδή κάποιο λάθος διαπράχθηκε λόγω χαράς ή έστω εν αγνοία///Παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι όπου δεν υπήρχαν όρια ανοχής παρά μόνον ευχές κι επιθυμίες///Τώρα τα λάθη κι οι αμαρτίες δεν παραβλέπονται, παρακωλύονται από το γήρας ή και τις συμβάσεις του. Βαραίνουν σαν το έσχατο στάχυ στην καμπούρα της καμήλας που κινάει για τη Βηθλεέμ και μόλις κάτσει πάνω της μοναχικό, όσο λιγοστό κι αν είναι, τα ποδάρια της λυγίζουν και το άθλιο ζώο σωριάζεται ηττημένο καταγής///Με το πρώτο χάραμα της επόμενης χρονιάς πάθη και λάθη θα ημερέψουν και, ως οφείλουν από καταβολής κόσμου, θα βυθιστούν και πάλι στα σκότη μιας αναβολής και μιας επίχρυσης ελπίδας για κάτι που δεν έγινε αρκετά σωστά, για όσα θα μπορούσαν να είχαν πάει καλύτερα μα έμειναν στην ίδια τάξη///Το ανθρώπινο δράμα εν οίστρω και φέτος, ξοδεύεται σε ευχετήριες αποστολές και φρεσκογυαλισμένα χαμόγελα πολλαπλών διαδρομών που καταλήγουν σε εορταστικά αδιέξοδα άνευ αποζημίωσης ή δικαιώματος αλλαγής///Με το γραμμάριο η συμμετοχή στις ζωές των άλλων που κατοικοεδρεύουν πια πολύ μακριά για να μας πιάσουν στοργικά το χέρι και να μας διδάξουν την αγάπη γι’ άλλη μια φορά. Μας βαρέθηκε η ψυχή τους, δεν είμαστε αρκετοί, και οι άνθρωποι συχνά μοιάζουν με τράπεζες, και οι τράπεζες δεν αγαπούν τους ανθρώπους///Πονάνε οι ευάλωτοι στις γωνιές της γης, και στις καμπύλες ο φόβος φυλάει τα έρμα με στολή στρατιωτικού φρουρού που εποπτεύει έναν ούτως ή άλλως ανύποπτο χώρο και χρόνο///Ό, τι μπορούμε κάνουμε, κι αν δεν είναι αρκετό ας είναι ο πλησίον μας επιεικής μαζί μας///Με ό, τι αποθέματα μείνανε ρεζέρβα θα περάσουμε φέτος τις γιορτές, κι αν κάποιος από μηχανής αναγεννηθείς Θεός θελήσει να φανεί μεγαλόψυχος και να σκορπίσει δώρα κι ελεημοσύνη, τότε μπορεί και να κερδίσουμε το μυθικό φλουρί και όλα να γίνουν πιο ωραία///Χρόνια πολλά και φέτος σε όλους μας, και ας είναι η χρονιά που περιμένει στα σκαριά κάπως στοργικότερη από αυτήν που εκπνέει με βία.

 

Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 9 Δεκεμβρίου 2016)

 

Στους ανθρώπους αρέσει να διηγούνται τις ιστορίες τους. Τους αρέσει να αυτοπεριγράφονται, να ομολογούν και να εξομολογούνται, χωρίς να γίνονται απαραιτήτως εμφανώς εξομολογητικοί ή να βυθίζονται στο μελόδραμα ή στη ματαιοδοξία. Κάποιες φορές αυτές οι ιστορίες καταφέρνουν να ταράξουν τα νερά μιας κανονικότητας αναμενόμενης και τετριμμένης, μιας και οι ανθρώπινες διηγήσεις μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν παράτολμες, εξεζητημένες, απρόσμενα προσωπικές. Και να μας εκπλήξουν.

Ένα κορίτσι που συνοδεύεται παντού από έναν αόρατο φίλο που την προστατεύει. Μια μετανάστρια που δεν φοβάται να ριζώσει σε μια χέρσα πατρίδα. Ένας μεσόκοπος αστός που θέλει να αλλάξει τη φύση του και να μεταμορφωθεί σε ψάρι. Μια ένοικος πολυκατοικίας που τις νύχτες γίνεται dj για τους πεθαμένους. Μια υπέργηρη που ονειρεύεται ένα χρωματιστό λούνα παρκ. Μια ερωμένη που έχει προβλέψει το τέλος της ερωτικής σχέσης της πριν καν συναντήσει τον εραστή της. Ένας σκύλος που αγαπήθηκε και αγάπησε τους ανθρώπους όσο κανείς. Ένα τραγικό ατύχημα που λυτρώνει την ομορφιά από το σιδερένιο κλουβί της. Μια αιφνίδια ομολογία που, μετά θάνατον, θα δικαιώσει έναν αδικημένο. Ένα μικρό κορίτσι που νομίζει πως τα φταίει όλα αυτό. Ένας μεγάλος έρωτας που σκοντάφτει πάνω στους γυάλινους τοίχους μιας σατανικής συνομωσίας. Μια γυναίκα που ονειρεύεται να γίνει Θεός για μία μέρα, και γίνεται. Ένας κρεατοφάγος που προτιμά τις μερίδες του σενιάν. Ένας νοσταλγός του παρελθόντος που βάφει το μέλλον με ρετρό χρώματα. Μια μητέρα που φεύγει για διακοπές για πάντα. Ένας άνθρωπος με διπλή ταυτότητα που κάνει παρέα με τα σφάγια μιας κρεαταγοράς. Ένα μωρό που δεν γεννιέται ποτέ αλλά κανείς δεν ξέρει πού έχει καταλήξει. Ένα παιδί που κάνει τον θάνατο παιχνίδι. Δυο παιδικές φίλες που γίνονται υποσημείωση στα ιστορικά βιβλία. Μια νοικοκυρά που οραματίζεται μια ζωή σαν πόστερ. Και άλλα πολλά.

Η ανάγκη για μεταμόρφωση, η δυσδιάκριτη αθωότητα ενός μυστηριώδους ονείρου, οι μαγικές ευχές κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων που υστερούν σε αληθοφάνεια μα καταλήγουν στην έκπληξη που προκύπτει από την ευχέρεια κινήσεων του απελπισμένου ή του πολύ ισχυρού. Ένα ταξίδι στους θαυμαστούς ακάλυπτους χώρους της ζωής κάποιων αδιάφορων περαστικών που δεν θα τους δίναμε ποτέ σημασία. Μια κλεφτή ματιά στις σκέψεις εκείνων που προτιμούν τη σιωπή από το λόγο. Μια συλλογή διηγημάτων που κλιμακώνει και αποκλιμακώνει την ένταση της διήγησης των ιστοριών της με τον τρόπο που ένας πιανίστας πατάει τα πλήκτρα και παράγει ήχους, μουσική. Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliotheque.

Αρέσει σε %d bloggers: