There is no Santa Claus

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Staxtes στις 30 Νοεμβρίου 2017)

Υπάρχει ένας αλάθητος τρόπος να καυτηριάζεις μια πληγή, ένα συναίσθημα, μια έξη.

Στη διαδικασία αυτή, η δυσφορία είναι φυσικά αναμενόμενη: καμία χειρουργική επέμβαση δεν έχει πλάκα.

Όταν όμως πρόκειται για θέμα ζωής ή θανάτου, σαφώς προτιμάς να διασχίσεις έναν κάμπο με αγκάθια παρά να περιμένεις να βγουν τα φίδια να σε φάνε.

Ο τρόπος αυτός είναι μάλλον απλός ως προς τη σύλληψή του.

Το άρρωστο «κάτι» συνήθως χτυπιέται καλύτερα με τα δικά του μέσα.

Η πληγή χτυπιέται με νυστέρι που την σκάβει λίγο περισσότερο για να την καθαρίσει.

Το συναίσθημα παλεύεται με τα τραγούδια/μέρη/λόγια/εικόνες που το έχτισαν και το συνόδευαν όσο διαρκούσε αμφίπλευρα το πάθος (τόσο ώστε να γίνεις αναίσθητος σε αυτά).

Και η έξη χρειάζεται μια νέα έξη για να αποδομηθεί, και σιγά σιγά να σβήσει.

Είναι σκληρό να πρέπει κάποιες φορές να αποχωρίζεσαι αιφνιδίως πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους που έχεις αγαπήσει βαθιά.

Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως, ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της ανατροπής. Της διάψευσής τους.

Κανένας βέβαια δεν το σκέφτεται αυτό όταν τις εγκαινιάζει.

Όπως οι έφηβοι και οι νεαροί, έτσι και οι ερωτευμένοι οικειοποιούνται το αίσθημα – ή έστω την εντύπωση – της αθανασίας.

Οι νέοι έχουν την ωραία ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατοι σωματικά και ψυχικά, και οι ερωτευμένοι πως η σχέση τους είναι μοναδική, και ποτέ δεν θα λήξει.

Είναι όμορφοι οι θιασώτες του ανέφικτου, ακριβώς επειδή προσδίδουν – έστω και προσωρινά – ένα ανθρώπινο πρόσωπο στις κατεξοχήν απάνθρωπες καταστάσεις: στο χρόνο που περνά και στην φθορά των πάντων.

Διασκεδάζουν τις εντυπώσεις όσων σοφότερων πέρασαν ήδη από εκεί και γνωρίζουν όσα αυτοί αρνούνται να πιστέψουν.

Ενίοτε, τους βοηθούν να παραβλέψουν, ή έστω να λησμονήσουν για λίγο την ματαιότητα της ύπαρξης και να τοποθετηθούν μέσα σε ένα δανεικό ιδανικό πλαίσιο, που ναι μεν δεν τους ανήκει οριστικά, από την άλλη όμως επιδρά ανακουφιστικά, και τους ανανεώνει.

Με την ίδια λαχτάρα και θαυμασμό που ένας γέροντας κρατά στα πόδια του και χαίρεται με ένα μωρό παιδί που του χαμογελά και του μεταδίδει κύματα ζωής και διάρκειας που στην ουσία ο ίδιος δεν έχει , οι ενήλικες επωφελούνται από την έξαψη των νεαρών που θεωρούν πως είναι μοναδικοί και άτρωτοι σε αυτό τον κόσμο. Και αυτό, όχι μόνον όσον αφορά στις ανύπαρκτες ακόμη ρυτίδες τους ή τα ακόμη δροσερά τους χείλη, αλλά και στο εύρος και στην ισχύ των αισθημάτων τους, που τα χειρίζονται και τα επιδεικνύουν ως αναλλοίωτα και μοναδικά στην πλάση.

Τα παραμύθια είναι όμορφα, ποτίζουν τις ψυχές και διευκολύνουν τον ύπνο των δικαίων.

Όσο μεγαλώνουμε και χάνουμε αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων την πίστη μας σε αυτά,

τόσο θεριεύει μέσα και γύρω μας ο κίνδυνος της αναπόφευκτης ξηρασίας.

Όμως σε περιστάσεις σαν αυτήν τα λόγια είναι μάταια, περιττά, και λίγα.

Και τούτο εδώ το κείμενο γράφτηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα σε μια βόρεια πόλη με βροχή, μόνο και μόνο για να επιχειρήσει να παραπονεθεί διακριτικά, να βγάλει λίγη πίκρα απέναντι στις προτετελεσμένες διαδρομές που υποχρεούνται να διανύουν όλα τα πράγματα του κόσμου.

*

©Μαρία Πετρίτση

Advertisements

Paradise Circus

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 30 Νοεμβρίου 2017)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα φαγοπωλείο που έμοιαζε με τσίρκο. Οι σερβιτόροι φορούσαν στολές θηριοδαμαστών και οι σερβιτόρες έμοιαζαν με ακροβάτριες. Στην κουζίνα οι κατσαρόλες ήταν μαγικά καπέλα και στα ράφια τα κρασιά ήταν φυλαγμένα σε δοκιμαστικούς σωλήνες. Οι πελάτες φορούσαν εντυπωσιακά ρούχα και φανταχτερά κοσμήματα, που έβρισκαν στο βεστιάριο της εισόδου δωρεάν.

Παντού υπήρχαν καθρέφτες, πολύχρωμα φωτάκια, κεριά, βελούδινα μαξιλάρια, σημαιάκια, τροχοί της τύχης, καρουσέλ και κρυστάλλινες σφαίρες. Οι μουσικοί κυκλοφορούσαν σαν σαλτιμπάγκοι ανάμεσα στα τραπέζια χορεύοντας και παίζοντας φλογέρα, ντέφι και βιολί. Η τραγουδίστρια, μια όμορφη κοπέλα με αφόρητα γλυκό βλέμμα και λαχταριστό κορμί, τους ακολουθούσε ημίγυμνη, χαρίζοντας λουλούδια στους πιο γοητευτικούς πελάτες. Πότε πότε έκανε ακροβατικά παίζοντας με τις κλωστές που έδενε σφιχτά στα χέρια της, και δίπλωνε το σώμα της σαν λάστιχο αποφεύγοντας με κομψούς ελιγμούς τις μύτες των μαχαιριών που οι μουσικοί εκτόξευαν επιτήδεια προς το μέρος της.

Στην ξύλινη σκάλα έπεφτε ένα διάφανο πέπλο που χώριζε τη σάλα από τα καμαρίνια των ζογκλέρ, που έμοιαζαν με κλόουν, και ήταν κοντοί σαν νάνοι. Όταν το φαγοπωλείο γέμιζε κόσμο, οι ζογκλέρ έβγαιναν όλοι μαζί και αντάλλασσαν μεταξύ τους καθαρά και βρώμικα πιάτα και ποτήρια, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει για πότε βρίσκονταν από το τραπέζι στην κουζίνα και τούμπαλιν.

Στο μενού υπήρχαν πιάτα σπάνιων γεύσεων, φτιαγμένα με μυρωδικά και εξωτικά μπαχάρια, και τα ποτήρια εκτός από ζεστό ρουμπινί κρασί γέμιζαν και με πολύχρωμα μεθυστικά κοκτέηλ. Στο φαγοπωλείο δεν σερβίρονταν ποτέ πιάτα με κρέας, και αυτό ήταν το μοναδικό σημείο όπου η ιδιοκτήτρια, που υπεραγαπούσε τα ζώα, διαχώριζε τη θέση της από το κλασικό σαρκοβόρο τσίρκο έτσι όπως το ξέρουμε ή το έχουμε ακούσει.

Η μαγεία και η παραξενιά του τσίρκου-φαγοπωλείου έφερνε ευφορία και χαλάρωση στους πελάτες, που αργά τη νύχτα μεταμορφώνονταν στους αγαπημένους τους ήρωες και ζούσαν δικές τους στιγμές. Άλλοι προτιμούσαν τις παιδικές σκηνές και άλλοι έβρισκαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν τις πιο ενήλικες φαντασιώσεις τους. Όλοι έφευγαν λίγο πριν χαράξει, ευχαριστημένοι και απαλλαγμένοι, έστω και προσωρινά, από το άγχος της καθημερινής τους ταυτότητας.

Οι γείτονες αγνοούσαν την ύπαρξη του μαγικού φαγοπωλείου, στο οποίο μπορούσε κανείς να βρεθεί περνώντας μέσα από μια μυστική πόρτα, χτισμένη στο πίσω μέρος ενός μπακάλικου. Μόνο οι ιδιοκτήτες του μαγαζιού γνώριζαν την ύπαρξη του μυστικού περάσματος, και οι αφοσιωμένοι πελάτες που, κυρίως τα Σάββατα, αφού πρώτα ψώνιζαν τα τσιγάρα και την τεκίλα τους από τον γλυκομίλητο μπακάλη, κατέβαιναν τα σκαλιά του μαγικού φαγοπωλείου, με τον ίδιο τρόπο που η Αλίκη είχε γλιστρήσει παλιότερα στην είσοδο της Χώρας των Θαυμάτων.

Το φαγοπωλείο αυτό λειτουργούσε επί χρόνια στην ίδια γειτονιά, και ήταν μοναδικό στο είδος του. Ακούγονται ιστορίες πολλές για όλα αυτά τα χρόνια που χάρισε στους πελάτες του χαρά και μαγεία, αλλά αυτές τις ανακαλύπτει κανείς τυχαία, κρυφακούγοντας από το διπλανό τραπεζάκι σε ένα αδιάφορο συνοικιακό καφέ. Έτσι μαθαίνει πολλά, μέσα από διηγήσεις τρίτων που σύχναζαν κάποτε εκεί, και σήμερα το αναπολούν με την τρυφερή νοσταλγία θεατή περιπλανώμενου τσίρκου που μέσα σε λίγες μέρες μάζεψε τις σκηνές και τα καμαρίνια του κι έφυγε για άλλη πόλη.

 

Ένα γδαρμένο γόνατο

-Συνταγές μαγειρικής για πορτοκαλόπιτα, κόκορα κρασάτο, μουχαλεμπί, χταποδάκι στιφάδο, κιουνεφέ, μουσταλευριά, σάντουιτς. Συνταγές επιτυχίας στον έρωτα, στις φιλίες, στα επαγγελματικά, στα οικονομικά ζητήματα. Συνταγές ευτυχίας. Συνταγές τυφλοσούρτες. Λάθος ή σωστές. Κι ο καιρός περνά, κι εμείς μεγαλώνουμε ζώντας τη ζωή που ξέρουμε – ή μαθαίνουμε – να ζούμε.

-Πριν κάτι μέρες άκουσα το αγαπημένο μου κομμάτι του John Cale, το «Dying on the vine», και ο νους μου ξαναγύρισε σε μια παλιά εποχή που πλέον θητεύει στο σούρουπο ενός τρυφερού τοπίου μεγάλων προσδοκιών που έμειναν από λάστιχο. Η μουσική τιμά το μεγαλείο της νοσταλγίας. Ουαί κι αλίμονο – η μουσική ξέρει.

-Η αφοσίωση που επιλέγουν να μας αφιερώσουν οι άνθρωποι είναι ανάλογη της αδιαφορίας με την οποία είναι ικανοί να μας αντιμετωπίσουν εάν κάποιο κοινό πάθος σταματήσει να λειτουργεί ως όχημα για έναν προορισμό όπως τον σχεδίαζαν. Εμείς, επίσης. Δόξα και τιμή στην ισορροπία της ανταποδοτικότητας.

-Ελάχιστα πράγματα είναι πιο ευχάριστα από το να μαγειρεύεις μαζί με αγαπημένους σου ανθρώπους.

-Θα ήθελα να γυρίζει ταινίες ο Λάνθιμος κάθε μήνα. Και να βγάζει δίσκο η Λένα Πλάτωνος. Και βιβλίο ο Ευγένιος Αρανίτσης. Χρόνια το λέω αυτό, και γνώμη δεν αλλάζω. Και μετά μου λένε πως είμαι κυκλοθυμική.

-Κέρκυρά μου, λατρεμένη μου, φέρε μια καταιγίδα. Γονάτισέ μας ξανά με τα χαρτιά που κρύβεις στο μανίκι σου.

-I guess that I miss you, I guess I forgive you, I’m glad you stood in my way. Τι ωραίοι στίχοι.

-Ο έρωτας με έρωτα περνάει, λέει η λαϊκή σοφία. Οι φοβίες, άραγε, ομοίως;

-Χθες βράδυ ονειρεύτηκα πως παντρευόμουν ένα φίλο μου, που στην πραγματικότητα ουδέποτε με συγκίνησε ερωτικά, κι ενώ τον παντρεύτηκα άλλαξα γνώμη και κατέληξα να ξαναπαντρεύομαι την ίδια μέρα κάποιον άλλον, χρησιμοποιώντας την ίδια ασημένια βέρα. Όταν την έβγαλα από το δάχτυλό μου για να δω τι έλεγε μέσα, διαπίστωσα πως έγραφε το όνομα ενός αγνώστου, που είχε πουλήσει τη βέρα του επειδή δεν την χρειαζόταν πια. Αναρωτήθηκα τι είδος ανθρώπου πουλάει τη βέρα του επειδή δεν την θέλει άλλο. Μετά, έτρεξα να φωτογραφηθώ ανάμεσα σε δύο Γιαπωνέζες νύφες που παντρεύονταν ταυτοχρόνως σε ένα πάρκο. Αυτές φορούσαν ολόλευκα νυφικά, εγώ τα γνωστά μαύρα ρούχα μου. Είχα το δεξί μου γόνατο γδαρμένο, και μια γραμμή αίμα κυλούσε ως το χώμα. Ωραίο κόκκινο χρώμα.

 

-Πότε ξαναρχίζουμε;

-Μετά από αυτό που πάθαμε;

-Μετά από αυτό που πάθαμε.

 

-Στο κουρείο ενός απομακρυσμένου ορεινού χωριού ένας κουρέας έπινε βερμούτ και άκουγε Περικλή Περράκη. Την ίδια στιγμή, σε ένα αρχαίο μπαρ σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της πρωτεύουσας, ο γηραιός ιδιοκτήτης έπινε ουίσκι σε ποτήρι σωλήνα και άκουγε το ίδιο συγκλονιστικό τραγούδι. Αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου και αυτό ήταν ένα τραγικό, μοιραίο λάθος, που όμως δεν κατάφερε ποτέ να διορθωθεί.

Η τρίχα

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/63823 στις 23 Απριλίου 2017)

Είναι οδυνηρή η στιγμή που διαπιστώνεις πως κάποιος που μέχρι πρότινος σε αγαπούσε, ή νόμιζες πως σε αγαπούσε, πλέον εύχεται το θάνατό σου. Έναν θάνατο που μπορεί να μην αφορά άμεσα την υλική σου υπόσταση, αλλά την ύπαρξή σου εντός κι εκτός του κόσμου του. Στέκεσαι τότε λυπημένος μπροστά σε εκείνο που ήταν και δεν είναι πια, και αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι και τα αισθήματά τους να είναι τόσο ευμετάβλητα και ασταθή. Απάντηση δεν βρίσκεις συχνά, μόνο εικασίες μπορείς να κάνεις και αυτές χωρίς την παραμικρή βεβαιότητα πως αντικατοπτρίζουν κάτι αληθινό.

Εκείνο το πρωί ξύπνησα με έναν βαρύ και πολύ συγκεκριμένο πόνο στο κεφάλι. Όπως όταν χτυπάμε κάπου και φουσκώνει καρούμπαλο ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων.

Άγγιξα με το χέρι το πονεμένο σημείο και διαπίστωσα πως πάνω από το μέτωπο, βαθιά στο τριχωτό της κεφαλής είχε φυτρώσει μια ατσαλένια τρίχα. Ήταν λεπτή και έμοιαζε με τα υπόλοιπα μαλλιά μου. Έφτανε ως τη μέση της πλάτης μου, ολόισια και στιλπνή. Η μεταλλική ρίζα της με πονούσε, και όταν προσπάθησα να την τραβήξω διαπίστωσα πως ήταν αδύνατον να μετακινηθεί από το κεφάλι μου. Έτρεξα στο μπάνιο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Η ατσαλένια τρίχα ήταν εκεί – αμετακίνητη, γυαλιστερή και σκληρή. Και ήταν όντως τρίχα!

Την ανασήκωσα και την κοίταξα καλά. Ήταν πράγματι ένα συνηθισμένο κομμάτι σύρμα που είχε ριζώσει στο κεφάλι μου. Η εικόνα μου φάνηκε απίστευτη και εντελώς εφιαλτική, παρόλα αυτά παρέμεινα ψύχραιμη. Αναρωτήθηκα πώς είχε συμβεί αυτό και αν όσα ζούσα ήταν όνειρο ή πραγματικότητα. Δεν μου έχει συμβεί να δω ποτέ ανθρώπους με μεταλλικά μαλλιά, ούτε καν σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Πόσω δε μάλλον στην καθημερινή ζωή.

Έπιασα τη βάση της και προσπάθησα να την στρίψω μπρος πίσω, έτσι όπως λυγίζουμε ένα σύρμα όταν θέλουμε να το τσακίσουμε σε ένα σημείο και να κοπεί. Ήταν αδύνατον. Η τρίχα παρέμενε γερά ριζωμένη στο κεφάλι μου. Κατάλαβα πως έπρεπε να βρω άλλο τρόπο. Τότε το μάτι μου έπεσε στο ψαλίδι ραπτικής που χρησιμοποιούσε η μητέρα μου για να κόβει ρούχα. Δεν ξέρω γιατί βρισκόταν στο μπάνιο, πάντως ήταν εκεί. Το άρπαξα και προσπάθησα να κόψω την τρίχα λίγα εκατοστά πάνω από τα υπόλοιπα μαλλιά μου. Να την κουρέψω. Και πάλι αδύνατον. Ήταν τόσο σκληρή που ένιωσα πως αν επέμενα, σε λίγο θα έσπαγα το ψαλίδι.

Εκείνη τη στιγμή άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα. Παράτησα το ψαλίδι στο νιπτήρα και έτρεξα ν΄ ανοίξω. Ένας από μηχανής θεός στεκόταν στο κατώφλι. Ήταν ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με στολή πού θύμιζε κάτι ανάμεσα σε τραυματιοφορέα και πυροσβέστη. Χωρίς πολλά πολλά, κατάλαβα πως είχε έρθει για να με βοηθήσει. Δεν τον ρώτησα πώς είχε μάθει τι συμβαίνει ούτε ποιος τον έστειλε να με γλιτώσει από το μαρτύριο της σιδερένιας τρίχας. Δεν μπήκε καν στον κόπο να μου εξηγήσει.

Μου ζήτησε να καθίσω σε μια καρέκλα και να μείνω ακίνητη. Υπάκουσα χωρίς να σχολιάσω. Όλα συνέβαιναν με έναν απολύτως φυσικό τρόπο που δεν μου δημιουργούσε καμία αγωνία. Ο άντρας στάθηκε μπροστά μου, και ψηλάφισε την άκρη της μύτης μου. Είπε «θα την κόψω από δω». Διαμαρτυρήθηκα πως η τρίχα μου βρισκόταν στο κεφάλι και όχι στη μύτη μου, και πως το βαρύ σιδερένιο εργαλείο που κρατούσε στο χέρι του ήταν άσχετο με αυτό που έπρεπε να γίνει. Έμοιαζε με κλειδί συνεργείου, ή γιγάντιο κατσαβίδι, και πρέπει να ζύγιζε τουλάχιστον τρία κιλά. Αν έπεφτε στη μύτη μου θα μου την έσπαγε σε χίλια κομμάτια.

Ο άντρας μου είπε να μην μιλάω και να κρατήσω την αναπνοή μου για πέντε δευτερόλεπτα, ενόσω εκείνος θα στόχευε το σημείο όπου θα χτυπούσε με το εργαλείο του. Τον άκουσα να μετράει αντίστροφα από το πέντε μέχρι το ένα. Ψιθυριστά. Στο μηδέν πήρε βαθιά ανάσα και κατέβασε με φόρα το εργαλείο μπροστά στο πρόσωπό μου. Δεν ένιωσα τίποτα.

«Τελειώσαμε», μου είπε και μου έτεινε τη σιδερένια τρίχα μου.

Πήρα το σύρμα και το κοίταξα. Μετά άγγιξα την άκρη της μύτης μου και ένιωσα μια ιδέα μεταλλικής ρίζας που βαθούλωνε κάπως από το υπόλοιπο δέρμα. Έτρεξα στο μπάνιο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Ο σωτήρας μου είχε δίκιο. Η μύτη μου είχε απλώς ένα μικρό μεταλλικό στίγμα και το κεφάλι μου ήταν καθαρό. Έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει και όλο αυτό το ανεξήγητο σκηνικό ήταν σαν να μην συνέβη ποτέ.

Το σαλόνι του σπιτιού μου ήταν τώρα γεμάτο κόσμο. Κάθισα στον καναπέ και περιεργάστηκα τα άγνωστα πρόσωπα που όμως δεν μου δημιουργούσαν την παραμικρή ανασφάλεια ή περιέργεια. Κάποιος με πλησίασε και άρχισε να με φιλάει στα χείλη. Με φιλούσε γλυκά, πολύ απαλά και όμορφα. Μου άρεσε πολύ. Κάποια στιγμή απομάκρυνε το πρόσωπό του, με κοίταξε και μου είπε:

«Σ’ αγαπώ μόνο για σήμερα. Αύριο θα θέλω να είσαι κάτι άλλο, που όμως δεν θα είσαι κι ούτε θα αντέχεις να γίνεις. Τότε θα σε απαρνηθώ και θα ευχηθώ το θάνατό σου».

Στο χέρι του κρατούσε τη μεταλλική τρίχα μου και έπαιζε μαζί της. Την τύλιγε γύρω από τα δάχτυλά του και την έκανε να μοιάζει με ταλαιπωρημένο ελατήριο. Με κοιτούσε ήσυχα και έδειχνε ήρεμος και σίγουρος για τον εαυτό του. Κατάλαβα πως ήταν δική του.

Σηκώθηκα από τον καναπέ και τότε ένιωσα πως κατά μήκος των μηρών μου, εσωτερικά, κυλούσε κάτι ζεστό. Έσκυψα και είδα μια γραμμή αίμα να στάζει στους αστραγάλους μου, και μετά στο πάτωμα. Κάλυψα όπως όπως το σώμα μου με ένα μαξιλάρι από τον καναπέ και έτρεξα στο μπάνιο. Δεν πονούσα ούτε ένιωθα πανικό. Μόνο μια βαθιά λύπη. Έμεινα αρκετή ώρα εκεί, προσπαθώντας να θυμηθώ απ’ την αρχή και να εξηγήσω όλα όσα είχαν γίνει.

Απάντηση δεν βρήκα, ομολογώ. Μόνο εικασίες έκανα, και αυτές χωρίς την παραμικρή βεβαιότητα πως αντικατόπτριζαν κάτι αληθινό.

 

Γάλα απ’ το στήθος

(Ένα εικονογραφημένο με ζωγραφιές του Mark Ryden παραμύθι)

Η Σοφία είναι ένα εννιάχρονο αγγελικό νυμφίδιο, άσπιλο κι αμόλυντο από ανθρώπου χέρι. Έχει ροζ καραμελένια χείλη, διάφανα γαλάζια μάτια και κατάξανθα, σχεδόν λευκά, μαλλιά. Ακριβώς ίδια με το αλαβάστρινο δέρμα της. Ο αφαλός της είναι ένας τοσοδά κρατήρας όπου θα μπορούσαν να καλλιεργούνται όστρακα με τα σπανιότερα μαργαριτάρια του  κόσμου.

Τα στήθη της είναι στρογγυλά και γεμάτα γάλα. Οι θηλές της μοιάζουν με ολόφρεσκα ζαχαρωτά έτοιμα να πιπιλιστούν και να λιγώσουν τον ουρανίσκο κάθε ζωντανού οργανισμού του πλανήτη. Ανάμεσα στα ολομέταξα μπούτια της το παρθένο αιδοίο της θυμίζει μωρουδιακό στόμα που κάθε τόσο ανοιγοκλείνει αχόρταγα αναζητώντας την παραδείσια τροφή του: λίγο ευωδιαστό γάλα τριαντάφυλλο ή μερικές σταγόνες υπόλευκου θρεπτικού νέκταρ.

Τα πρωινά και τα μεσημέρια η Σοφία ζει όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας της, η ζωή της δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα βράδια όμως, αφού κάνει με θρησκευτική ευλάβεια επανάληψη στα παλιά ποιήματα του Ευγένιου Αρανίτση, εκείνα που εξυμνούν τους αφόρητους παιδικούς έρωτες και τον βαθύ καημό τους, περιμένει την ώρα που οι φίλοι του μπαμπά της τελειώνουν το πούρο τους και τις φιλοσοφικές τους συζητήσεις, και τότε κατεβαίνει στο σαλόνι φορώντας τα πιο παράδοξα κοριτσίστικα φορέματα που σχεδιάστηκαν ποτέ από ανθρώπου χέρι.

Έχει φρεσκάρει τις ολομέταξες μπούκλες της με τη χτένα της και έχει πουδράρει απαλά το μπούστο της με τη μαργαριταρένια πούδρα της μαμάς της. Κινείται με χάρη και σεμνότητα ανάμεσα στους ιδρωμένους μεσήλικες, που στη θέα της γεμίζουν γι’ άλλη μια φορά με λικέρ κεράσι τα κρυστάλλινα ποτήρια τους και παίρνουν βαθιές εισπνοές καθαρίζοντας τη φωνή τους. Τους λέει καλησπέρα και τους χαμογελά.

Είναι τόσο όμορφη κι αγνή που όλοι σεμνύνονται στο πέρασμά της. Χαμηλώνουν το βλέμμα τους και αφήνουν να αρχίσει να ξεκουράζεται χαλαρά η στάση του σώματός τους. Βήχουν και την ρωτούν πώς πήγε στο σχολείο σήμερα και τι καινούριο της έμαθε η δασκάλα. Η ανάσα της, καθώς γέρνει το κεφάλι και τους απαντά ψιθυριστά, ευωδιάζει ροδόνερο και παιδική πείνα.

Κάθεται για λίγο στον μεγάλο καναπέ με τα βελούδινα μπροκάρ, αυτόν που τσιμπάει και γδέρνει ευχάριστα τα γυμνά της μπράτσα, και κάνει πως βαριέται. Οι αναστατωμένοι κύριοι σπεύδουν όπως μπορούν να την κάνουν να μείνει στην αίθουσα μερικά λεπτά πάρα πάνω. Γελούν και την παροτρύνουν να μην φύγει τόσο νωρίς απ’ την παρέα τους, «κρίμα θα’ ναι!». Άλλος της λέει άνοστα αστεία για τον καιρό, άλλος ενδιαφέρεται για την πρόοδό της στη μουσική  και άλλος την ρωτά τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει.

Η Σοφία απαντά σε όλους ευγενικά, με το τακτ και τη γαλήνη που προκύπτουν από την εξαίρετη ανατροφή της. Η φωνή της θυμίζει κελάιδισμα πουλιού και η πάναγνη μα και ανεξήγητα θελκτική εμφάνισή της κάνει τους κυρίους να πείθονται πως μπροστά τους δεν βρίσκεται ένα εννιάχρονο παιδί αλλά ένα παραδείσιο ανεξήγητο πλάσμα βγαλμένο από το πιο κρυφό και ένοχο όνειρό τους.

Ο μπαμπάς και η μαμά της είναι πολύ περήφανοι για την εκλεκτή θυγατέρα τους, το φως της ζωής τους, και δεν της χαλάνε ποτέ χατίρι. Της αγοράζουν δαντελένιους γιακάδες για τα χειροποίητα φουστάνια της, μεταξωτά κοκαλάκια και πολύχρωμες κορδέλες για τα στιλπνά μαλλιά της, ροζ μαξιλάρια για το κρεβάτι της και πολλά, πάμπολλα χνουδωτά ζωάκια για να κοιμάται μαζί τους τις νύχτες.

Μερικές φορές, όταν η Σοφία αρχίσει να χασμουριέται μισοκρύβοντας το στόμα της με το χέρι, κάποιος από τους φίλους του μπαμπά της προσφέρεται να την συνοδεύσει στο δωμάτιό της και να την βοηθήσει να σκεπαστεί με το λουλουδάτο πάπλωμά της. Ανεβαίνουν χέρι χέρι τα ξύλινα σκαλιά και διασχίζουν τον ημιφωτισμένο διάδρομο που οδηγεί στην κάμαρά της.

Λίγο πριν φτάσουν στο κατώφλι της, η Σοφία αφήνει το χέρι του συνοδού της και προπορεύεται. Η αύρα της την ακολουθεί σαν αέρινο μονοπάτι και μεθά λίγο πιο πολύ τον ευγενικό ακόλουθό της. Ο αέρας μυρίζει λιβάνι, γυναικεία ανάγκη και παιδική πονηριά. Ο σκοτεινός διάδρομος φωτίζεται από τη λάμψη της αγγελικής της παρουσίας. Ο ζαλισμένος κύριος την ακολουθεί σιωπηλά χωρίς να ορίζει εκατό τοις εκατό τις πέντε του αισθήσεις.

Όταν η Σοφία μπει στο δωμάτιο, του ζητά να καλύψει με το χέρι του τα μάτια του και να την αφήσει να γδυθεί για να ετοιμαστεί να ξαπλώσει. Εκείνος υπακούει πρόθυμα και καλύπτει τα μάτια του με τα μισάνοιχτα δάχτυλά του. Η Σοφία κατεβάζει τα ρούχα και τα στολίδια της αφήνει τις μεταξωτές κάλτσες της στο πάτωμα, δίπλα στα βαμβακερά εσώρουχά της. Τεντώνει το πάναγνο και αμόλυντο σώμα της προς όλες τις κατευθύνσεις, σκύβει και αναδιπλώνεται, και όταν βεβαιωθεί πως ο ευγενικός φίλος του μπαμπά της έχει θαυμάσει όλες τις γωνίες και όλα τα κοιλώματα του παιδικού της βασιλείου, ξαπλώνει στο πουπουλένιο κρεβάτι της και αγκαλιάζει στοργικά τα χνουδωτά της ζωάκια.

Στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι της κρέμεται ένας πεντάμορφος Ιησούς, που τις μοναχικές νύχτες η Σοφία γονατίζει μπροστά του ολόγυμνη σαν σκουλήκι, και με δάκρυα στα μάτια του μιλά και του προσεύχεται.

Μερικές φορές νιώθει πως ο Ιησούς παίρνει τη δική της μορφή – πως γίνονται ένα. Αυτός κρατά στα χέρια του το απολωλός πρόβατο σε βιβλική μορφή και την κοιτά με κατανόηση και απροσμέτρητη αγάπη, συγχωρώντας την μεγαλόψυχα για κάθε της φταίξιμο και πονηρή σκέψη.

Αφού τεντωθεί στο πουπουλένιο κρεβάτι της, για να μπορέσει να κοιμηθεί, η Σοφία ζητά από τον ευγενικό άνθρωπο να καθίσει για λίγο δίπλα της και να της πει ένα παραμύθι. Ποτέ και κανένας δεν αρνήθηκε το χατίρι της, και όλοι συναγωνίζονται μεταξύ τους για την πιο εμπνευσμένη νυχτερινή μυθοπλασία.

Η Σοφία ακούει σιωπηλά μισοκλείνοντας τα βελούδινα βλέφαρά της και χασμουριέται απελευθερώνοντας ευωδιαστά σύννεφα παιδικής νύστας και αόρατες σταγόνες πολύτιμου κοριτσίστικου σάλιου. Στην αγκαλιά της τα πολύχρωμα ζωάκια της απολαμβάνουν απαλά τσιμπήματα και θωπείες. Η φωνή του ανθρώπου ραγίζει, χαμηλώνει και υψώνεται ανεξέλεγκτα, το μέτωπο και οι παλάμες του ιδρώνουν – παρόλα αυτά τα πάντα διατηρούν την αξιοπρέπεια και την μαγευτική γλυκύτητά τους.

Πού και πού, όταν το παραμύθι ενεργοποιεί το μητρικό της ένστικτο, η Σοφία νιώθει την ανάγκη να προσφέρει. Τότε φέρνει το χέρι πάνω στην καραμελένια της θηλή και πιέζει με τα δύο δάχτυλα τη ρώγα της, έτσι όπως έχει δει σε περιοδικά της μητέρας και του πατέρα της να κάνουν οι γυναίκες που έχουν μόλις γεννήσει ή και για άλλους λόγους.

Γαλάζιο νερό, κάπως γαλακτώδες και πολύ αρωματικό ξεπηδά τότε από το μαλακό δέρμα της, σαν λεπτός πίδακας ζεστής ευτυχίας. Το σαν-γάλα ζουμάκι του στήθους της διαγράφει την ημικυκλική του τροχιά και προσγειώνεται στο ανοιχτό στόμα του μικρού ζώου που πεινάει περισσότερο απ’ όλα.

Η Σοφία στύβει λίγο ακόμα και πιέζει με τα δάχτυλα τη ρώγα, να βγει καλά καλά και να στραγγίξει εντελώς το σαν-γάλα νέκταρ της, για να μην στάξει μετά εδώ κι εκεί και λερώσει τα σεντόνια. Ανάμεσα στα ορθάνοιχτα πόδια της, το μικρό της αιδοίο πάλλεται σαν ολοζώντανο μύδι. Ανοιγοκλείνει πυρετικά, αφήνοντας μια θεσπέσια μυρωδιά καμένης ζάχαρης να πλημμυρίσει τον αέρα του δωματίου. Είναι ζουμερό και αφράτο, και πολύ συχνά μπαλίτσες με αέρια ή δυο τρεις μικρές σταγόνες γαλακτώδους υγρού ξεχειλίζουν από τα θερμά χείλη του και ποτίζουν τα σεντόνια.

Τότε η Σοφία κοιτάζει τον ευγενικό κύριο κατάματα, αφήνοντας για χάρη του ένα μικρό, κοφτό γελάκι. Αυτός την παρακολουθεί άναυδος προσπαθώντας να διατηρήσει τη θέση του στην καρέκλα σταθερή και την ίδια του τη ζωή καθώς πρέπει.

Το κορίτσι αρχίζει να ντρέπεται, κλείνει τα πόδια, και γυρίζει μπρούμυτα στο κρεβάτι. Λίγες ανεξήγητες τύψεις της γαργαλούν το στομάχι απαλά μα δεν την αποκαρδιώνουν. Αποκοιμιέται σε λίγη ώρα αμίλητη, με τα ζωάκια της αγκαλιά, και τον τουρλωμένο ποπό της να ανεβοκατεβαίνει ανεπαίσθητα σύμφωνα με την αναπνοή της.

Μικρές ολοστρόγγυλες φυσαλίδες αρχίζουν τότε να αναδύονται σαν δώρο εξ ουρανού από την τρυφερή και νόστιμη τρυπούλα του πρωκτού της, γεμίζοντας το δωμάτιο με καλειδοσκοπικά χρώματα και αγγελικά αρώματα.

Δώρα που θα άξιζε να στολίζουν την επιθανάτια έναστρη νύχτα κάθε ευλογημένου θνητού, ως αποχαιρετιστήριο δώρο και παραδείσιο ξεπροβόδισμα εκείνου του γλυκύτατου χερουβείμ που τον συνοδεύει σιωπηλά προς την τελική εξαΰλωσή του.

 

Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει

https://www.youtube.com/watch?v=giUfgHcN0oQ

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/63516 στις 7 Απριλίου 2017)

Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ένα μεγάλο παζλ. Ενώνεις κομματάκια, συνδυάζεις καμπύλες και γωνίες, υπολογίζεις φόρμες και προχωράς. Στήνεις ένα τελικό αποτέλεσμα στο μυαλό σου, γίνεσαι αρχιτέκτονας και χτίστης μαζί. Δοκιμάζεις συνεχώς ταιριάσματα, που άλλα πετυχαίνουν και άλλα πέφτουν στο κενό. Ο σκοπός είναι να προχωράει το έργο, να σε πείθει για το μέλλον του, να σε τροφοδοτεί με ικανοποίηση και χαρά βλέποντάς το να προοδεύει.

Αυτό που λέμε πρόοδος δεν είναι απαραίτητα ο σχηματισμός μιας ευχάριστης εικόνας. Μπορεί αυτό που απεικονίζεται να είναι από θεσπέσιο μέχρι δυσάρεστο ή ενοχλητικό στην όψη. Δεν είναι όλα για όλους, και παρότι ένα παζλ συνήθως ψυχαγωγεί, ενδέχεται υπό συγκεκριμένες περιστάσεις ο στόχος να είναι απλώς η ολοκλήρωσή του και όχι η τελική τέρψη μπροστά στην εικόνα του.
Αν λείπει κάποιο κομμάτι, αν παράπεσε στο πάτωμα, στο ντουλάπι ή στο κουτί, το παζλ μένει ανολοκλήρωτο. Σε αυτή την περίπτωση είτε ψάχνεις το χαμένο ταίριασμα, είτε εγκαταλείπεις το έργο. Εξαρτάται πόσο θέλεις να ολοκληρώσεις το παζλ ή αν τελικά σου είναι αδιάφορο, ως άλλο ένα παιχνίδι κατασκευής που εύκολα το παρατάς για να ξεκινήσεις κάτι άλλο.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, και δη οι ερωτικές, κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο.
Όσο το αγαπώμενο πρόσωπο σε τροφοδοτεί με εικόνες, ιδέες, σκέψεις και συναισθήματα, όσο σε συναρπάζει, σε κινητοποιεί να επιχειρήσεις την επόμενη κίνηση, να πας το έργο λίγο πιο πέρα. Σε κάνει να θέλεις να επιδιώξεις και να δεις την πρόοδο, σου κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και σε τροφοδοτεί ψυχικά για το επόμενο βήμα. Κι αυτό, επειδή η ψυχολογική προετοιμασία των παικτών είναι μια αλληλένδετη με τις κινήσεις τους διαδικασία, που έχει ως καύσιμο την ανταπόκριση, τον συναισθηματικό ανεφοδιασμό, την τέρψη μπροστά σε κάτι που συνεχίζει να αναπτύσσεται και να σημαίνει κάτι σπουδαίο.

Ο εραστής που αισθάνεται αγαπημένος, κατέχει τα εφόδια για να κάνει την επόμενη κίνηση αγάπης. Αυτά τα εφόδια είναι ανίκητα, τίποτε δεν μπορεί να τα υπερβεί, όσο δύσκολες και αν είναι οι συνθήκες. Έχει σύμμαχο, συμπαίκτη που τον κάνει να νιώθει ισχυρός, αήττητος, και χίλιους λόγους για να συνεχίσει να επιδιώκει το μέλλον. Άρα είναι και ο ίδιος μάχιμος και δυναμικός, και συμμετέχει ενεργά σε αυτό τον ωραίο αγώνα.

Συνήθως δεν έχουν σημασία οι δηλώσεις, σε περιπτώσεις σαν αυτές. Οι ερωτευμένοι λένε πολλά. Σημασία έχουν οι πράξεις. Η έμπρακτη απόδειξη πως η όποια σχέση περπατάει προς τα μπρος, ακόμη και να κάποιες φορές συμβαίνουν πισωγυρίσματα. Τι είναι αυτό που ακολουθεί ανεξάντλητα και απρόσκοπτα ανοδική πορεία, εξάλλου; Στη Φύση όλα συμβαίνουν κυκλικά, παράλληλα, ταυτόχρονα, αλλά και ετεροχρονισμένα ή και αντίθετα. Η Φύση είναι το βασίλειο και η δόξα της εντροπίας.

Το ερωτικό παζλ πρέπει να κινείται, να ζει, να ανασαίνει. Να πείθει πως έχει λόγο να συνεχιστεί. Ο ασφαλέστερος τρόπος για να μείνει στη μέση είναι ένας από τους δύο, ή και οι δύο, να νιώσουν και να δείξουν πως το έργο δεν έχει μέλλον και ζωή. Όχι να το πουν ή απλώς να το αισθανθούν: να το αποδείξουν.

Ο ερώμενος που τυχόν αποφασίσει να επιμείνει στην πάλη της διαδικασίας για κάποια πρόοδο δεν θα πειστεί ποτέ πως οφείλει να τα παρατήσει, εάν ο ερών δεν του αποδείξει πως η αγάπη και η όρεξή του έχει πια στερέψει, και άρα δεν είναι πλέον ερώμενος. Τότε δεν χρειάζεται άλλου είδους αποδείξεις – τις αποδείξεις τις ζει στο πετσί και στο είναι του. Σε κάθε βλέμμα που ακουμπά στον κόσμο. Επειδή μένει ακάλυπτος, στερημένος. Το εσωτερικό καύσιμό του λιγοστεύει και κάποια στιγμή δεν έχει παρά να το αναγνωρίσει και να συμμορφωθεί, μιας και δεν έχει πια τα εφόδια ή τη δύναμη να κάνει βήμα. Αναγκάζεται τότε να προσγειωθεί σε μια νέα πραγματικότητα, στεγνή και απογυμνωμένη από τα στολίδια των αισθημάτων που ζεσταίνουν την ψυχή, κενή από το ωραίο και δυσεύρετο εκείνο νόημα που άλλοτε έθρεφε σαν μωρό που θεριεύει το αίσθημα που έδενε τους δυο ανθρώπους.

Το ζωοποιό γάλα μιας ερωτικής σχέσης είναι η διάχυτη αγάπη, η εικόνα και η ιδέα της συναισθηματικής εγγύτητας και τη ανάγκης που κάνει τους εραστές ανίκητους και θεϊκούς. Και, κυρίως, ενωμένους. Η ανταλλαγή άυλων κυρίως υλικών, δηλαδή, που μόνο αυτά καταφέρνουν να κάνουν έναν άνθρωπο να αισθάνεται αθάνατος μπροστά στο θάνατο της αγάπης.

«Προειδοποιήθηκε, έλαβε εξηγήσεις, κι όμως επιμένει». Είναι μια διαδικασία άμυνας, ή έστω της ιδέας της, για κείνον που δεν θέλει να παραδεχτεί την πραγματικότητα της μοναξιάς που ακολουθεί μια σχέση χωρίς αίσιο τέλος. Δεν διαρκεί πολύ η διαδικασία αυτή, και αυτό είναι επιβεβαιωμένο. Ο καιρός θεραπεύει τις πληγές, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θεραπεύει και τις ελπίδες.
Εδώ δικαιώνεται η γνωστή κινηματογραφική ρήση εκλογίκευσης: «Ο έρωτας είναι σαν την ιλαρά. Σου αφήνει σημάδια, αλλά περνάει».

Εκείνος που αναγκάζεται να υποστεί μια εξέλιξη της πραγματικότητας που τον κάνει και πονάει, που αρχικά την αρνείται και βάζει στόχο να την ανατρέψει προς το καλύτερο, κάποτε καταλαβαίνει το άτοπο των προσπαθειών του. Και συμμορφώνεται. Θωρακίζεται. Βλέπει καθαρά. Καταλαβαίνει. Κι έτσι μπαίνει σε λειτουργία αυτοάμυνας, παύει να επιμένει, το πείσμα του ξεθωριάζει, φθίνει, γίνεται μαλθακό. Μέχρι που σταματάει οριστικά να υπάρχει.

Το σημάδι που αφήνει ο έρωτας πάνω του λειαίνεται σιγά σιγά, σαν βοτσαλάκι στην παραλία. Παραμένει εκεί μόνο και μόνο για να του υπενθυμίζει απλώς πως και οι χειρότερες πληγές κλείνουν κάποτε, και πως ο πόνος λήγει.

Τότε, και μόνο τότε τελειώνουν και οι ανθρώπινες σχέσεις. Όταν η ελπίδα της ύπαρξης του ζωοποιού συναισθήματος στα έγκατα της ψυχής του άλλου αρχίσει να καταρρέει. Μόνο έτσι παύει να ζει και στην ψυχή του έτερου εραστή.

Έτσι, ο έρωτας καταλήγει να συμμορφώνεται με τους κανόνες του παζλ. Αν οι παίκτες δεν επιδιώξουν να ξαναβρούν τα χαμένα κομμάτια, αν η ανάγκη και η επιθυμία τους για ολοκλήρωση της εικόνας αποδειχθούν ανίσχυρες και περιορισμένες, τότε το παζλ μένει ημιτελές. Κλείνεται στο κουτί του διαλυμένο και τη θέση του καταλαμβάνει ένα καινούριο παιχνίδι. Ή και κανένα.
Στους έρωτες συμβαίνει το ίδιο: αν οι συνοδοιπόροι πάψουν να νιώθουν και να πείθουν για την ανάγκη τους να εξελιχτεί η όποια σχέση, αν δείξουν πως η ένωσή τους δεν τους είναι πια ακριβή, τότε εκείνη κλείνεται σε ένα κουτί, χάνει τη δομή και τη δύναμή της, και γίνεται ανάμνηση ή και λησμονημένος χρόνος, κηλίδα στα έγκατα μιας αποξενωμένης από τον άλλον ψυχικής κατασκευής. Ολόιδια με ένα παλιό σημάδι ιλαράς πάνω σε ένα μάγουλο ή σε ένα χέρι.

Γείτονες

  • (Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62906 στις 9 Μαΐου 2017)
  • Πού και πού, στο παράθυρο του τρίτου ορόφου με τα ξύλινα πατζούρια και τις κόκκινες κουρτίνες της πολυκατοικίας επί της οδού Μακρυγιάννη, σε μια επαρχιακή πόλη που δεν έχει σημασία το όνομά της, εμφανίζεται ένα λιγνό κορίτσι. Τα απογεύματα βγαίνει στο στενό μπαλκονάκι, κοιτάζει την πλατεία και τα γύρω στενά κι έπειτα ξαναμπαίνει μέσα και βάζει νερό για τσάι. Συνήθως περπατά ξυπόλητη και κυκλοφορεί με ένα κοντομάνικο φανελάκι. Όταν βράσει το νερό, βυθίζει στο φλυτζάνι της το σακουλάκι Lipton και παρατηρεί το διάφανο υγρό να βάφεται καφέ. Εισπνέει με ανακούφιση τη μυρωδιά που αναδίνεται και κάθεται στην μοναδική καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Περιμένει να κρυώσει το τσάι της κι έπειτα αρχίζει να το ρουφά με μικρές κοφτές γουλιές. Όλη αυτή την ώρα ένας πράσινος μικρός παπαγάλος φτερουγίζει μέσα στο κεφάλι της. Μόλις πιεί το τσάι της γονατίζει μπροστά στα εικονίσματα και κάνει προσευχή.

    Στον πρώτο όροφο του σπιτιού κατοικεί μια ηλικιωμένη. Τα πατζούρια του υπνοδωματίου της είναι σπασμένα αυτό όμως δεν φαίνεται να την ενοχλεί. Στην πλευρά της κουζίνας σκαρφαλώνει ένας κισσός που η κυρία καμαρώνει συνεχώς. Κάθε βδομάδα τον ποτίζει με ένα πλαστικό μπουκάλι από κόκα κόλα, εκτός αν βρέξει ενδιάμεσα, οπότε δεν χρειάζεται να κατέβει ως το ισόγειο. Στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού λάμπει ένα μαβί ρουμπίνι καθώς αδειάζει τις τελευταίες σταγόνες στη ρίζα του φυτού. Τα απογεύματα της αρέσει να τραγουδάει Βαμβακάρη.
    Εννιά χρονών και ολομόναχος στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Το απόγευμα, μετά το σχολείο, βγαίνει στο μπαλκόνι και απλώνει στο μάρμαρο τα Lego του μέχρι να έρθουν σπίτι οι γονείς του.

    Φτιάχνει πύργους και αποθήκες, με φανταχτερά χρώματα οπωσδήποτε, με κομψά σχήματα και μεγάλες εισόδους. Κάποτε ονειρεύεται να χτίσει μια ολόκληρη πόλη από Lego. Τότε είναι σίγουρο πως θα χρησιμοποιήσει μόνο κόκκινα και πράσινα τουβλάκια και μέσα θα βάλει πολλά Play Mobil. Η πόλη που θα χτίσει θα είναι πυκνοκατοικημένη και γεμάτη ουρανοξύστες. Από τον τελευταίο όροφο του πιο ψηλού κτιρίου θα κοιτάζει τα υπόλοιπα κτίρια και θα γελάει δυνατά. Η πόλη θα είναι όλη δική του. Τέτοια σκέφτεται καθώς ολοκληρώνει ένα διώροφο γκαράζ για οχήματα της πυροσβεστικής.

    (Η απέναντι μονοκατοικία έχει βαφτεί πρόσφατα. Οι τοίχοι του σαλονιού, εσωτερικά, έχουν το χρώμα της μανόλιας και τα πατζούρια είναι κυπαρισί. Τα υπόλοιπα είναι όλα άσπρα. Ο κήπος είναι γεμάτος γλάστρες και δέντρα, και στην άκρη γαβγίζει ένα σκυλί.«Έτσι γινότανε στην πόλη εκείνα τα χρόνια, πέτρινα όλα, καλοφτιαγμένα. Πενήντα χρόνια ζήσαμε στο σπίτι, μέχρι που πέθανε η γριά και το έγραψε του γιου μου. Εκείνος το άφηκε να ρημάξει, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης. Εμένα με πήγε στης αδερφής μου αρχικά, να το νοικιάσει δήθεν και τέτοια. Μόλις πέθανε κι αυτή, με πέταξε εδώ μέσα. Ερήμωσε το σπίτι, σαρκοφάγα λουλούδια και περικοκλάδες ξεπεταχτήκανε από τα παράθυρα, γέμισε ο κήπος φίδια και πόντικες – έτσι μαθαίνω. Ούτε το φροντίζουν, ούτε τίποτα. Ο ίδιος μου τα λέει. Αν έβλεπε η γιαγιά του την κατάντια του θα τον έκανε τ’ αλατιού. Εγώ δεν δύναμαι, χήρα γυναίκα είμαι, έχω διαβήτη και διάφορες παθήσεις, χάνω μέρα με τη μέρα την όρασή μου και το κουτσό πόδι ασθενεί. Το σπίτι μου το θυμάμαι, και τα νέα μου τα λέει αυτός, μια φορά στο τόσο που μου φέρνει σοκολάτες για διαβητικούς και καινούριες παντόφλες. Καλύτερα έτσι. Αναπολώ τη μανόλια κι οδύρομαι. Ας πάω μέσα τώρα, έπιασε αγιάζι και κάπως σα να κρύωσα».
    Η γυναίκα τελειώνει να σκέφτεται και μπαίνει στο δωμάτιό της. Το γηροκομείο όπου ζει της παρέχει όλες τις ανέσεις που θα της εξασφαλίσουν άλλη μία ήρεμη νύχτα ζωής.)

    Το ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας με τα ξύλινα πατζούρια είναι κατάλευκο και σχεδόν άδειο. «Στο πάτωμα είχε πήλινες γλάστρες με χρωματιστά κεριά και στους τοίχους κολλημένα χαρτόνια με ζωγραφιές της. Κοιμότανε κατάχαμα σε ένα στρώμα γεμάτο μαξιλάρες. Από το ταβάνι κρεμότανε μια μαριονέττα με φορεσιά μαρκησίας και ανακατεμένα μαλλιά. Γυρνούσαμε από το μπαρ κι αρχίζαμε. Δεν λέγαμε λέξη. Γδυνόταν σιωπηλά και με τραβούσε πάνω της. Κάθε νύχτα εναλλάξ, άγριο γαμήσι, τρυφερό γαμήσι, εγώ την ήθελα σαν τρελός κι εκείνη με ρούφαγε. Είχε κάτι παράξενο και αυτή η ίδια αλλά και το μέρος όπου βρισκόμασταν. Σαν να μην ήταν κομμάτια της πραγματικότητας. Σαν να το είχα φανταστεί το σκηνικό. Το σπίτι της δεν μύριζε τίποτα. Τα χαράματα με σήκωνε να φύγω. Απότομα, ξαφνικά. Μια μέρα της είπα πως την αγαπούσα και πως ήθελα να μείνω εκεί. Με έσπρωξε στην πόρτα λέγοντάς μου με παγωμένη φωνή: “Έρωτες και παραμύθια. Αν μείνεις εδώ θα γνωριστούμε, κι όσα περισσότερα μαθαίνεις για κάποιον τόσο πιο γρήγορα χάνεις το ενδιαφέρον σου για κείνον. Οι καβλωτικές παραμύθες θέλουν ανώνυμους συμπαίκτες. Πρέπει να είναι άγριες, γεμάτες απανθρωπιά. Αν μάθω πώς σε λένε και τι σ’ αρέσει για πρωινό, μ’ έχασες, εξημερώθηκες. Δεν έχω λόγο να σε κρατήσω”».

Μέρες νοσοκομείου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62594 στις 24 Φεβρουαρίου 2017)

 

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1985. Ημερολόγιο.

Απόψε το βράδυ βγήκα με τον Έντεχνο. Κατά διαβολική σύμπτωση είναι τα γενέθλιά μου: κλείνω τα δεκαέξι, αλλά δεν το ξέρει κανείς στο μπαρ, εκτός από τη φίλη μου. Ήρθαμε νωρίς και αράξαμε για ποτό στους καναπέδες. Οι τρεις μας. Κρατά στα χέρια του τη φωτογραφική μηχανή του και προσπαθεί διαρκώς να με βγάλει φωτογραφία αλλά εγώ όλο του λέω να περιμένει γιατί δεν είμαι έτοιμη. Φόρεσα το καλό κόκκινο πουλόβερ μου κι έπιασα τα μαλλιά μου αλογοουρά –δεν είμαι και χάλια. Ήθελα όμως να πάω στην τουαλέτα να βαφτώ λίγο, να φαίνομαι πιο ερωτική. Εκείνος με στοχεύει με την κάμερα και κάνει πως βγάζει φωτογραφίες, αλλά τελικά αυτό νομίζω πως είναι απλώς μια δικαιολογία για να με κοιτάζει με την άνεσή του.

Τον Έντεχνο τον γνώρισα ένα βράδυ στο μπαρ όπου έπαιζε μουσική. Μου την έπεσε πολύ επιθετικά, με τσαμπουκά και ολίγη αγένεια. Όχι καμάκι, απλώς ατάκες που έδειχναν εξαιρετική αντιπάθεια προς το μέρος μου. Φαινόταν πως δεν με γούσταρε, κάτι του έκανα μάλλον και του την έσπαγα χοντρά. Δεν με άντεχε. Ό, τι έλεγα, εκείνος το αντίθετο. Ένα κομμάτι του ζήτησα μια μέρα και ίσα που δεν μου πέταξε το βινύλιο στα μούτρα. Πολλή τσαντίλα, δεν καταλάβαινα γιατί. Η κολλητή μου επέμενε πως ο Έντεχνος με γούσταρε και του έβγαινε έτσι, αλλά εγώ ήμουν σίγουρη πως έλεγε ό, τι να’ ναι.

Ένα βράδυ με ρώτησε αν ακούω ελληνικά, κι εγώ, μπασμένη στο κλίμα του φτυσίματός του, του απάντησα πως ακούω μόνο ντίσκο. Έτσι, για να του τη σπάσω. Έπαθε πλάκα, από εκείνη τη στιγμή με κοίταζε και φρίκαρε. Εγώ ψιλοδιασκέδαζα με τη φάση, μου άρεσε να του την μπαίνω και να τον εκνευρίζω. Πέρασε λίγος καιρός και το βιολί βιολάκι. Της κολλητής μου ούτε που της έδινα σημασία όταν έσκιζε τα ρούχα της πως ο Έντεχνος είχε κολλήσει και δεν ήξερε πώς να φερθεί λόγω γουσταρίσματος.

Ένα βράδυ μείναμε στο μπαρ ως αργά και τελικά καταλήξαμε με παρέα σε ένα ξενυχτάδικο της εθνικής οδού, με σκυλάδικα, ξένα του θανάτου και γαβ γκαρσόνες να μοιράζουν μπόμπες σε ψηλά ποτήρια. Εγώ δεν είχα ξαναπάει ποτέ σε τέτοιο μαγαζί, αλλά ήταν μαζί ο Μάκης με το αμάξι του κι έτσι μας πήγε για πλάκα να δούμε πώς είναι. Τον Έντεχνο δεν τον περιμέναμε, αλλά τελικά έσκασε μύτη μαζί με ένα άλλο παιδί από το μπαρ.

Καθίσαμε όλοι μαζί και πιάσαμε την κουβέντα. Πιο κει οι άλλοι μιλάγανε ένας Θεός ξέρει για τι, κι εγώ με τον Έντεχνο πιάσαμε κουβέντα για τα σχολεία και τους καθηγητές μας. Του έκανα την καμπόση, πως και καλά εγώ πήγαινα σε καλύτερο σχολείο από εκείνο που είχε βγάλει αυτός, πως το δικό του ήταν της πλάκας τότε, κι άλλα τέτοια χαζά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι με είχε πιάσει και κόμπλαρα του κερατά. Έλεγα μαλακίες γιατί δεν μπορούσα να βρω τα λόγια να πω αυτό που σκεφτόμουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Φερόμουν σα βλάκας γιατί δεν μπορούσα να φερθώ αλλιώς. Αυτός με άκουγε χαμογελώντας και κάθε τόσο μου έλεγε: «Είσαι μια ψηλομύτα κότα, τίγκα στην έπαρση!». Μετά με ρώτησε πόσων χρονών είμαι ακριβώς, αλλά δεν απάντησα, δεν είναι ανάγκη να ξέρει και τα πάντα.

Η νύχτα συνεχίστηκε μέσα στην κόντρα. Σε κάποια φάση που φωνάζαμε για ώρα ο ένας στο αυτί του άλλου ο Έντεχνος γυρνάει και μου σκάει ένα φιλί που κόντεψε να με στείλει στον άλλο κόσμο. Έτσι, στο ξαφνικό. Χωρίς προειδοποίηση, γύρισε και κόλλησε το στόμα του στο δικό μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, ένιωθα απίστευτη ζαλάδα κι εκείνος εκεί, να συνεχίζει να με φιλάει διαολεμένα καλά, χωρίς να με ακουμπάει αλλού –ούτε το χέρι δεν μου έπιασε. Τρελάθηκα. Δεν κατάλαβα τι μου είχε σκάσει στο ξαφνικό, είχα πάθει πλακάρα, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ένιωθα να τον θέλω όλο και περισσότερο.

Στο διάλειμμα των φιλιών συνεχίζαμε το κράξιμο, αγώνας δρόμου οι ατάκες μας, πέφτανε σαν πρόκες μέσα στο τεντωμένο αυτί κι έπειτα ξανά μανά τα γλωσσόφιλα της κόλασης και το στομάχι κόμπος. Σε κάποια φάση ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται, λυγίσανε τα γόνατά μου, έφαγα μια δυνατή σκουντιά από την κολλητή μου και σηκωθήκαμε και φύγαμε χωρίς να πούμε ούτε καληνύχτα.

Έκανα μέρες να ξαναδώ τον Έντεχνο, δεν είχα κουράγιο να βγω αμέσως μετά από εκείνο το βράδυ. Κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας νόμιζα πως θα έσπαγε η καρδιά μου. Ζούσα και ξαναζούσα τα φιλιά μας, μύριζα το μάγουλό του, έβλεπα τα μάτια του. Ένιωθα μια αφόρητη ένταση, έναν πανικό εντελώς ανεξήγητο. Τον σκεφτόμουν και το βλέμμα του γινόταν χταπόδι που με έσφιγγε να με πνίξει. Έπαιρνα βαθιές ανάσες για να κατορθώσω να λειτουργήσω, τον σκεφτόμουν ασταμάτητα κάθε λεπτό, επίμονα, διαρκώς, τόσο κόλλημα με τον τύπο. Το πιο περίεργο είναι πως δεν ήταν από τα αγόρια που μου αρέσουν συνήθως. Δεν είχε τίποτα από όσα θεωρούσα γοητευτικά μέχρι τώρα. Ίσως αυτό να τον έκανε ακόμα πιο ακαταμάχητο στο κεφάλι μου, το γεγονός δηλαδή πως δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό του έβρισκα και τράβαγα τέτοιο ζόρι μαζί του. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, πέρασα μερικές μέρες νοσοκομείου μέχρι να τον ξαναδώ. Σαν άρρωστη.

Ένα βράδυ, κάτι μέρες μετά, πήγαμε για ποτό στο γνωστό μπαράκι μαζί με τη φιλενάδα μου, ξέροντας πως θα τον δούμε εκεί. Τις προηγούμενες μέρες δεν της είχα πει με λεπτομέρειες τι ζημιά είχα πάθει με τον τύπο γιατί ήμουν σίγουρη πως θα με έκραζε. Συνεχώς μου λέει πως φλασάρω σε άσχετους, πως είμαι έτοιμη να ενδώσω απερίσκεπτα σε όποιον μου κάνει κλικ, και διάφορα τέτοια. Την ψιλοφοβόμουν γιατί αναγνωρίζω πως με ξέρει καλά, προτίμησα λοιπόν να το παίξω πιο άνετη από όσο ήμουν και να κρατήσω την ψυχραιμία μου.

Όταν τον είδαμε κόντεψε να μου πέσει το ποτήρι με τη μπύρα. Μετά από αρκετή ώρα πήγαιν’ έλα, πέρασε με μια γαβάθα γεμάτη σύκα και μας πρόσφερε από ένα, σα να μην έτρεχε μία. Ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Όλο το βράδυ προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να κάνω την αδιάφορη. Πέτυχε. Όσα βλέμματά του έπιανα με το πλάι των ματιών μου απέφυγα να τα ανταποδώσω. Τον κοιτούσα μόνο όταν είχε στραμμένο το βλέμμα κάπου αλλού. Έμεινα με την κολλητή μου όλο το βράδυ χωρίς να πάω ούτε για κατούρημα. Αν με πετύχαινε πουθενά είμαι σίγουρη πως θα έπεφτα στην αγκαλιά του. Γι’ αυτό δεν το κούνησα ούτε λεπτό από δίπλα της.

Προχτές το βράδυ τον είδα σε ένα άλλο μαγαζί με τους φίλους του. Κώλωσα αλλά παρέμεινα σοβαρή. Προς μεγάλη μου έκπληξη με πλησίασε και μου ζήτησε με τη μία το τηλέφωνό μου. Του το έδωσα με την ψυχή στο στόμα και απόψε βγήκαμε την πρώτη μας βόλτα μαζί. Φόρεσα το κόκκινο πουλόβερ γιατί όλοι μου λένε πως μου πάει πολύ. Προσπάθησα να γίνω όσο πιο όμορφη γινόταν. Μέχρι να περάσει η ώρα και να τον δω είχα ταχυκαρδία και ήμουν όλο νεύρα. Τώρα χαλάρωσα κάπως. Ελπίζω να πάει καλά η βραδιά. Ευτυχώς αύριο δεν έχουμε σχολείο κι έτσι θα μπορέσω να αργήσω κάπως απόψε.

Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω από αυτόν τον τύπο, μάλλον τίποτα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό μεταξύ μας, ξέρω μόνο πως είναι τόσο σέξι που με κάνει και ξεχνάω κάθε σκοπό, παραλογίζομαι.

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στις τουαλέτες. Ήρθα να βαφτώ αλλά τελικά έγραψα το κατεβατό μου κι ακόμα άβαφτη είμαι. Θα κόψω τη σελίδα αυτή τώρα και θα την χώσω στο μπουφάν της κολλητής μου καθώς θα βγαίνουμε έξω από το μαγαζί με τον Έντεχνο. Θα μπορέσει να διαβάσει όσα σκέφτηκα και όσα δεν τόλμησα να της πω από αγωνία μήπως μου βάλει τις φωνές και από ανασφάλεια για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ψιλοντρεπόμουν κιόλας, για να πω την αλήθεια. Καταλαβαίνω γιατί με κράζει κάθε τόσο και πως θέλει μόνο το δικό μου καλό. Με αγαπάει και την αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά πού και πού χρειάζεται να της τα γράφω για να τα ακούει καλύτερα. Πρέπει να ξέρει. Πρέπει. Μερικές φορές της λέω να μην αναζητά νοήματα και κρυμμένα μηνύματα εκεί όπου δεν υπάρχουν μα αυτή ούτε που με λαμβάνει υπόψη. Νομίζει πως ό, τι κι αν πω είναι γεμάτο πράγματα και θάματα που προσπαθώ να κρύψω γι’ αυτό και τα κωδικοποιώ και μετά προσπαθεί να εξηγήσει το κάθε τι.

Καμία σχέση. Τώρα λοιπόν, θα της δώσω αυτήν εδώ τη σελίδα για να δει τι σημαίνει νόημα…

Είμαι σίγουρη πως θα με καταλάβει, κι αυτό για μένα μετράει πολύ. Μπορώ να πω περισσότερο κι από τον Έντεχνο. Κι ας τον γουστάρω σαν άρρωστη, κι ας ζω για πάρτη του μέρες νοσοκομείου.

 

Το μυρμήγκι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10892  στις 22 Φεβρουαρίου 2017)

Είναι ένα μυρμήγκι που προχωράει μακριά από τα υπόλοιπα. Σκύβω καλύτερα και το παρατηρώ. Μαύρο, μεγαλούτσικο, με μακριές κεραίες και δαγκάνες. Έχω τινάξει το σακουλάκι της τυρόπιτας στο χώμα και κάθομαι στο πεζούλι. Παρακολουθώ τις ορδές των φίλων του να σπεύδουν. Άλλα καταπιάνονται με τα μεγαλύτερα φύλλα σφολιάτας, μερικά με κάτι μικροσκοπικά κομματάκια τυρί. Το δικό μου μυρμήγκι κινείται απόμερα, κουνάει πάνω κάτω τις κεραίες του και σταματάει απότομα μόλις συναντήσει κάποιο άλλο. Πιάνω ένα κομματάκι φύλλο και το ρίχνω μπροστά του. Φρενάρει, το επεξεργάζεται και αλλάζει πορεία. Το μυρμήγκι μου δεν πεινάει, αψηφά τον κίνδυνο, δεν έχει αίσθηση του καθήκοντος, είναι τρελό.

Είμαι επτά χρονών και όταν δεν κάθομαι στο θρανίο μου, στη λεκάνη της τουαλέτας ή στο τραπέζι της κουζίνας μου αρέσει να κάθομαι στο πλατύσκαλο του σπιτιού ή στο πεζούλι δίπλα από τις λεμονιές και να παρατηρώ τα μυρμήγκια. Ξέρω πως υπάρχουν διάφορες φυλές. Καφετιά, μαύρα, μικρά, μεγάλα, φτερωτά, πλατυκέφαλα. Στο χώμα της αυλής μας κυκλοφορούν διάφορα από αυτά. Νομίζω πως όλα μοιάζουν μεταξύ τους. Αν εξαιρέσεις το χρώμα και το μέγεθος, θα έλεγα πως το χώμα κατοικείται αυστηρά από ολόιδια σπιτικά μυρμήγκια.

Πολλές φορές παρακολουθώ πού καταλήγει μια σειρά μυρμηγκιών και φτάνω μέχρι τη φωλιά τους. Έχω προσπαθήσει να δω τι υπάρχει μέσα στον σκοτεινό κρατήρα, όμως είναι αδύνατον. Η τρύπα είναι πολύ μικρή, δεν φαίνεται τι έχει μέσα. Παλιότερα μου είχε συμβεί να πατήσω πάνω σε μυρμηγκοφωλιές και να χαλάσω το μικρό βουναλάκι σκόνης και χώματος που τις περιβάλλει. Πλέον προσέχω περισσότερο και δεν κάνω τέτοια λάθη.

Το μυρμήγκι μου ξεμακραίνει από τα υπόλοιπα και αδιαφορεί για τα αποφάγια που έχω ρίξει μπροστά του. Αναρωτιέμαι γιατί το κάνει αυτό, την ώρα που οι δικοί του σκοτώνονται να μαζέψουν προμήθειες για το χειμώνα. Κάποτε είχα δει ένα μυρμήγκι να σέρνει έναν κόκκο σιταριού τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από κείνο. Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, ήταν ένα άλλο, που έσερνε μια νεκρή μέλισσα που στα μάτια του θα πρέπει να φάνταζε τουλάχιστον σαν τον γίγαντα Γκρισίνο. Άλλα κουβαλάνε κατσαρίδες, σκαθάρια, ψίχα ψωμιού, φτυμένες πατάτες, κουκούτσια, μέχρι και το ξεραμένο καύκαλο από μια πληγή που είχα ξύσει κάποτε και όταν το πέταξα μπροστά τους σκοτώθηκαν να το αρπάξουν και ν’ αρχίσουν να τρέχουν.

Είναι μεσημέρι και ο ήλιος με χτυπάει κατακούτελα. Κάνει ζέστη και πιο κει η μάνικα ποτίζει σιγανά τα λουλούδια της μάνας μου. Το συνηθίζει να αφήνει ανοιχτή τη βρύση για να ποτίζονται λίγο λίγο τα φυτά όταν βαριέται να ποτίσει κανονικά. Πολύ συχνά γεμίζει ο τόπος λάσπες.

Σκύβω πάνω από το τρελό μυρμήγκι και το πιάνω. Πάει να μου γλιτώσει αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να μην του σπάσω τα πόδια, και γενικώς να μην το λιώσω κατά λάθος. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Ξαφνικά νιώθω πως ξύπνησα, η μεσημεριανή ζαλάδα έχει περάσει.

Με το άλλο χέρι αρπάζω μια καρφίτσα που μόλις ανακάλυψα στα χώματα και καρφώνω στη μέση το μυρμήγκι. Η άκρη της καρφίτσας μου τρυπάει λίγο το δάχτυλο αλλά όχι τόσο βαθιά ώστε να τρέξει αίμα. Το σουβλισμένο μυρμήγκι μου κουνιέται σαν τρελό. Το φέρνω μπροστά στα μάτια μου και το κρατάω έτσι όπως έχω δει να κρατάνε οι γυναίκες ένα λουλούδι ή τα άλλα παιδιά το γλειφιτζούρι τους. Το κάνω γύρους στον αέρα. Αυτό συνεχίζει να κουνάει χέρια και πόδια σαν παλαβό. Αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει τι του συνέβη.

Σε λίγο βαριέμαι το παιχνίδι μου κι αρχίζω να πεινάω. Πετάω το καρφιτσωμένο μυρμήγκι πιο κει και μπαίνω στο σπίτι. Δεν κάνω καν τον κόπο να το πατήσω για να βάλω ένα τέλος στο βάσανό του, μιας και δεν μου περνάει καν απ’ το μυαλό καν πως το μυρμήγκι μπορεί να πονάει.

Αργά το απόγευμα ξαναβγαίνω στην αυλή και αναρωτιέμαι τι να απέγινε η αυτοσχέδια σούβλα μου. Επιστρέφω στο σημείο του μαρτυρίου και ψάχνω να το βρω. Η καρφίτσα πουθενά. Το παρτέρι έχει γεμίσει λάσπες. Κλείνω τη μάνικα που τρέχει απ’ το πρωί και ξανακάθομαι στη θέση μου, στο πεζούλι. Σκύβω κοντά στη γη και μυρίζω τη σκόνη. Κοιτάζω κάτω από τα πόδια μου και φτύνω λίγο σάλιο γεμάτο μπουρμπουλήθρες και υπολείμματα μακαρονιών. Δεκάδες μυρμήγκια μαζεύουν τροφή για το χειμώνα.

 

Το φωτάκι

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 26 Ιανουαρίου 2017 – απόσπασμα)

[…]

Η Μισέλ – καλλιτεχνικό όνομα, φορεμένο ειδικά για την περίσταση –  άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία.Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη παιδική ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μισέλ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μισέλ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μισέλ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μισέλ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μισέλ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν ζωντανές ηλεκτρικές κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες σπαρταριστά από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Αρέσει σε %d bloggers: