Χωρίς τρυφερότητα

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 28 Σεπτεμβρίου 2016)

Με το πέρας του χρόνου, και μόλις ωριμάσουν οι συνθήκες γι’ αυτό που αναπόφευκτα  μέλλει να συμβεί, μόλις δηλαδή τα πλεονάσματα της τρυφερότητας στη ζωή του αρχίσουν να γίνονται υπολείμματα και στο τέλος απώλεια, ο άνθρωπος, για να μην πεθάνει από μελαγχολία, αλλάζει δέρμα και συμπεριφορά.  
 
Επιβιώνει χάρη σε ξεχασμένα αποθεματικά. Αρχίζει να ασχολείται με πράγματα απλά, καθημερινά, που μέχρι πρότινος μπορεί και να αψηφούσε (οι γενικεύσεις είναι πράγμα επικίνδυνο, οι κερδισμένοι της τρυφερότητας μοιάζουν όμως τρομερά μεταξύ τους). Γίνεται πιο ταπεινός (οι τυλιγμένοι με τη ζεστή κουβέρτα της τρυφερότητας νιώθουν και είναι κάτι σαν θεοί) και πιο σεμνός (οι χαϊδεμένοι της τρυφερότητας έχουν μια δικαιολογημένη υπεροψία στην ψυχή και στα χείλη). Παύει να αναζητά στα σύννεφα αγγέλους, και αρχίζει να εκτιμά την ύπαρξη των πουλιών. 
 
Κάνει πράγματα που δεν έκανε. Παρατηρεί με θρησκευτική προσήλωση τα υπό κατάρρευση ισόγεια καταστήματα μιας βρώμικης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας και κάνει νοερές προσευχές στις  ιστορικές επιγραφές τους. Περιεργάζεται τα πρόσωπα των περαστικών, τα δέντρα, τα δενδρύλλια, τα παρτέρια των δρόμων. Χαζεύει τα άνθη μιας γαζίας ή τους καρπούς μιας χαρουπιάς που φύεται σε ένα πεζοδρόμιο το οποίο μέχρι τότε δεν είχε αντιληφθεί, και μόλις πάει σπίτι αναζητά βιβλιογραφία με την ιστορία και τη χρήση του παράξενου φυτού ανά τον κόσμο (οι τρυφεροκρουσμένοι στα ντουζένια τους έχουν μάτια μόνο για το συννεφάκι μέσα απ’ το οποίο ξεπροβάλλει η οπτασία του εκλεκτού της καρδιάς τους).
 
Κολυμπά στις επτά το πρωί σε μια ανώνυμη αμμώδη παραλία γεμάτη σπασμένα κοχύλια (αυτός που ανέκαθεν μισούσε τα σπασμένα πράγματα και τα χωρίς τρυφερότητα άγνωστα νερά) και διαβάζει σαν χρησμό τις ρωγμές και τις θρυμματισμένες άκρες τους. Κρύβει πευκοβελόνες στις σελίδες των βιβλίων του απλώς και μόνο για να κρύψει κάτι (οι τρυφεροί έχουν πάντα κάποιο μυστικό), μαζεύει αποκόμματα εισιτηρίων και αποδείξεις μαγαζιών για να θυμάται λεπτομέρειες από ένα ταξίδι όπου δεν έβγαλε φωτογραφίες μιας και δεν είχε όρεξη να απαθανατίσει κάτι. Χαμογελά σε εκνευρισμένα παιδάκια που παιδεύουν τους γονείς τους στο εστιατόριο χωρίς να εξανίσταται, εφόσον ελάχιστα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω του τον καίνε πραγματικά.
 
Γίνεται περαστικός των τόπων, επισκέπτης των βλεμμάτων, των αισθημάτων και των νοημάτων. Δοκιμάζει τεχνικές χαλάρωσης που καταπολεμούν το άγχος και τις φοβίες (η έλλειψη τρυφερότητας προκαλεί φοβίες), και μετά ορμάει αψήφιστα σε βαπόρια, τρένα, αεροπλάνα, λεωφορεία και ρηχά νερά. Σκοπός του γίνεται η όσο πιο ανώδυνη φυγή και όχι πια το Μαζί μιας τρυφερής συνομωσίας.
 
Απόλαμβάνει την πραγματική γεύση ενός φαγητού ή ενός κρασιού (η τρυφερότητα παραπλανεί την όσφρηση και τη γεύση, και κάνει τα πάντα να φαίνονται ιδανικά), εφορμά σε ξένα κατατόπια προσπαθώντας να θυμηθεί εκείνη την υπέροχη ξεγνοιασιά του άσκοπου ξοδέματος που μόνο οι μοναχικοί μπορούν να νιώσουν, εφόσον το μυαλό τους δεν είναι πια κανείς εκεί για να το κινεί προς το μέρος του.
 
Προσέχει λιγότερο το ημερολόγιο πρόγραμμά του, από το οποίο απουσιάζει κάποιο ραντεβού που άλλοτε θα προκαλούσε καρδιοχτύπι και αγωνία (οι τυχεροί της τρυφερότητας χάνουν αεροπορικά ταξίδια στην Κέρκυρα ή στην Ισπανία προκειμένου να ζήσουν λίγες στιγμές επίγειας τρυφερότητας στο δωμάτιό τους).
 
Γίνεται ελαστικός και ανεκτικός, κάπως πιο ανθρώπινος (οι ευλογημένοι της τρυφερότητας μπορούν να γίνουν εγωιστές μέχρι αηδίας) κι αφήνεται με απλότητα και μια κάποια αδιαφορία στην τύχη και στην καλοσύνη των ξένων. Γίνεται και ο ίδιος καλύτερος με τους ξένους και τους καρδιοχτυπούντες, μιας και ξέρει τι όμορφα είναι εκεί που βρίσκονται, και νοσταλγεί.
 
Μπροστά στις ενδεχόμενες νοερές και ψυχικές παλινδρομήσεις του προτάσσει νέα σχέδια και νέες προοπτικές, ακόμα και αν αυτή είναι μια πρακτική που μέχρι πρότινος δεν του ταίριαζε καθόλου. Διώχνει τις σκέψεις του με μια κίνηση του χεριού, σαν να ήταν ενοχλητικά κουνούπια. Όχι δίχως λίγο πόνο, είναι η αλήθεια. Ούτε δίχως μια κάποια τάση να υποκύψει ξανά στον πειρασμό, στην προσπάθεια να περισώσει ίσως κάτι απ’ τα χαμένα ή να ξαναμπεί στο στίβο της αναζήτησης εκείνου που έχει μόλις χάσει.
 
Παρόλα αυτά, συνειδητοποιεί πως η απώλεια της τρυφερότητας είναι πια γεγονός, και αυτό τον επαναφέρει γρήγορα στην τάξη του κενού. Σε μια αυστηρά μαθηματική τάξη. Και καθώς η επανέναρξη των διαδικασιών για μια νέα του εναρμόνιση με το πολυπόθητο συναίσθημα του φαίνεται βουνό, ο άνθρωπος προτιμά να φέρεται σαν τους ανακουφιστικά αποχαυνωμένους τηλεθεατές των σαλονιών και των καναπέδων, που ενώ καθημερινά βλέπουν εκατομμύρια εικόνες να περνούν μπροστά από τα μάτια τους, στην πραγματικότητα δεν διακρίνουν ποτέ το βάθος καμίας.
 
Συνειδητά αποφεύγει τα πολλά, και αρκείται στα στοιχειώδη. Υιοθετεί το κενό ως προσωρινό συγκάτοικο του μυαλού και του δωματίου του. Γίνεται άλλος ένας ερασιτέχνης περαστικός παρατηρητής απ’ τις ζωές των άλλων, με τον ίδιο τρόπο που τους υποδέχεται πλέον και ο ίδιος στη δική του.
 
Αφήνει ψύχραιμα τον καιρό να περνά και λίγο λίγο αρχίζει ν’ αντέχει περισσότερα απ’ όσα άντεχε τότε  που κι ένα φύλλο που έπεφτε μπορούσε να τον συντρίψει. Αρχίζει σιγά σιγά να τα ξαναβρίσκει με τον εαυτό του (οι τυλιγμένοι με τρυφερότητα τα βρίσκουν κυρίως με το αγαπώμενο μέλος μέσα στο οποίο χάνονται) και να μένει όλο και πιο γυμνός. Πιο μόνος. Πιο κυνικός. Σοφότερος.
 
Πανέτοιμος να ξαναρχίσει τα πάντα, να εξελιχθεί τρομερά, αλλά σε καμία περίπτωση να εμπιστευτεί εκείνη την τρομερή και άνευ όρων καταβύθιση στην φευγαλέα και προσωρινή, φευ!, εγκάρδια τρυφερότητα που κάποτε τον έκανε να κοντέψει να πεθάνει από μελαγχολία.
 
 

Δεν είναι, φίλε, όλες ίδιες οι καρδιές

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

 

Είναι κάτι μέρες παράξενες. Που σου ξεφεύγουν, σε μπερδεύουνε, δεν μπορείς να τις εξηγήσεις. Μοιάζουν με μαδημένα γαρύφαλλα στο πάτωμα βρωμερού σκυλάδικου στο τέρμα μιας εθνικής οδού χαράματα Δευτέρας. Μυρίζουν μελαγχολικά και άσχημα, σαν άπλυτα σεντόνια γεμάτα ακάρεα και ληγμένο DNA. Έχουν το χρώμα ενός ενοχλητικού κυριακάτικου απογεύματος στην επαρχία, που δεν σηκώνει κεφάλι με τίποτα. Και μοιάζουν να υποφέρουν.

Ηχούν σαν φθαρμένος αμανές πρώην φερέλπιδος λαϊκού τραγουδιστή που όμως χάθηκε σταδιακά από τις πίστες, γιατί δεν έπραξε τα δέοντα ώστε να κάνει λαμπρή καριέρα όπως οι μεγαλόσχημοι συνάδελφοί του. Έχουν το χρώμα των ματιών μιας γλυκιάς κοπέλας δίχως όνομα στην άκρη μιας παρέας επωνύμων, σε μια φωτογραφία του ’86, ανάμεσα σε κοψίδια και λιωμένα σαλατικά που αργότερα θα αποτελέσουν υλικό για την τέχνη. Διστάζουν να εκδηλωθούν ισότιμα στην εβδομάδα, σαν παιδιά που ντρέπονται και φοβούνται για κάτι που ετοιμάζεται να τα μαλώσει ένας μεγάλος, αυστηρός. Αν μπορούσαν, οι μέρες αυτές θα σκίζονταν μόνες τους απ’ το ημερολόγιο, αφήνοντας τη θέση τους στο χαρτάκι της επόμενης μέρας, με τα ανέκδοτα, τις γιορτές και τις συνταγές μαγειρικής για αρχάριους και προχωρημένους.

Κάτι τέτοιες μέρες οι άνθρωποι νιώθουν ανήμποροι, μόλις κατά το ένα τοις εκατό ιδιοκτήτες της ζωής τους. Οι σκέψεις και τα αισθήματά τους δεν έχουν καμία σχέση με τις σκέψεις και τα αισθήματα κάποιου που μόλις έλαβε ένα ακριβό δώρο, ένα απρόσμενο μήνυμα, κάποια καλά μαντάτα ή έστω ένα δροσερό μπουκέτο λουλούδια. Τότε οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι, κι οι στιγμές τους θραυσματάκια αναμνήσεων και νοσταλγίας για σαφή ή και απροσδιόριστα πράγματα που ματαίως έπραξαν, σκέφτηκαν ή ήλπισαν πως θα ζήσουν. Δεν είναι αμέριμνοι, ούτε καν αδιάφοροι για αυτά που συμβαίνουν μέσα τους και γύρω. Δεν πάνε για καφέ στη Μαβίλη ή στο Λιστόν, δεν τηλεφωνούν σε μια μακρινή θεία, δεν καταστρώνουν σχέδια διακοπών ούτε κάνουν όνειρα για το μέλλον. Πάσχουν από την ακινησία εκείνου που δεν του απέμεινε τίποτε να πει. Εκείνου που νιώθει πως του λιγοστεύουν οι αισθήσεις. Γίνονται ένα με τη σιωπή του υπνωτισμένου, με την ακαμψία του σώματος ενός άδικα σκοτωμένου από παρεξήγηση στη μέση μιας κακόγουστης πλατείας.

Αυτές οι μέρες που υποσκάπτουν έτσι τη ζωή των κατοίκων τους, είναι απρόβλεπτες και πολύ χολωμένες. Πατάνε πάνω σε πτώματα υποσχέσεων και πλάνων που ματαιώθηκαν χωρίς καν έναν σοβαρό και άξιο λόγο. Θέλουν τους ανθρώπους τους νικημένους και παραιτημένους εξαρχής, με το πρώτο κιόλας φως του ήλιου. Είναι απόπειρες αποφυγής της όποιας πραγματικότητας, κάτι σαν προθάλαμοι σοβαρού χειρουργείου όπου ο γιατρός σου λέει πως όλα θα γίνουν όπως πρέπει κι ο ασθενής μάλλον θα επιβιώσει. Θυμίζουν πόρτες που κλείνουν πριν καν ολοκληρωθεί η ξενάγηση, ξερά χωράφια που λιμοκτονούν και ζέχνουν ψοφιμίλα, άδεια μπουκάλια μπίρας μετά από μια νύχτα απ’ την οποία δεν έμεινε τίποτα, κι ας συνέβησαν πολλά και διάφορα σπουδαία.

Αυτές οι μέρες οι παράξενες μοιάζουν με παλλόμενες καρδιές που παρότι δείχνουν πανομοιότυπες, δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Κολλάνε σαν υγρασία σε ανοχύρωτα δέρματα και πονάνε σαν τσιμπήματα από άρρωστα κουνούπια. Έρχονται αιφνίδια, μετά από τις μικρές ή μεγάλες καταστροφές που χτυπούν σαν πραγματικοί ή νοεροί κεραυνοί τις ζωές των ανθρώπων. Φορούν πάνω τους στάχτες από ένα τελευταίο μισοκαπνισμένο Μάρλμπορο, ιδρώτα που δεν σαπουνίστηκε εγκαίρως, κουρελάκια από λαϊκά τραγούδια μιας προδοσίας, μιας καψούρας, ενός ντεραπαρίσματος που κόστισε τη ζωή σε αθώους και ενόχους. Στις γωνίες τους βλέπει κανείς ένα παλιό μαξιλάρι-αιρ κοντίσιον που κάποτε δρόσιζε τον αγκώνα κάποιου που αγαπήθηκε πολύ μα δεν το πίστεψε ποτέ του, ένα φορεμένο φανελάκι που μυρίζει ένα οποιοδήποτε «εσύ», ένα ξεχασμένο πι κι ένα ξύλινο μπαστούνι κάποιου που μάλλον δεν είναι πια εδώ, γι’ αυτό και οι οικείοι του αποφάσισαν να του βγάλουν στο σφυρί το σπίτι.

Αυτές οι μονόφθαλμες, κουτσές και φιμωμένες μέρες συμβαίνουν πανομοιότυπα και τρομακτικά σε όσους, καθότι αναποφάσιστοι, έχουν ανάγκη να αναβάλλουν γι’ άλλη ώρα κάτι σημαντικό. Σε όσους δεν αντέχουν τον πόλεμο, τις διαπραγματεύσεις, την ίδια την πραγματικότητα που τους έλαχε σαν λοταρία μια Δευτέρα πρωί, κι έτσι τσακίζονται να αποφύγουν τα σημεία των καιρών μπας και γλιτώσουν. Κι ενώ ξέρουν πως κάτι τέτοια δεν γλιτώνονται, εκείνοι επιμένουν να διατηρούν την ψευδαίσθηση πως μπορούν για λίγο ακόμα, έστω, να τα καθυστερήσουν.

Βάσει παλαιότητας

staxtes-fassa13_3_13sepia

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 22 Σεπτεμβρίου 2016)

Ο άντρας ήταν ψιλόλιγνος και ευέλικτος. Είχε κάτι από τη άγρια ελαστικότητα του λιονταριού και την αυστηρή πλαστικότητα της μπαλαρίνας. Παρέμενε ιδιαίτερα αρρενωπός, παρότι οι κινήσεις του είχαν κάτι έντονα γυναικείο. Μύριζε νύχτα και αλκοόλ. Είχε πολύ μαύρο δέρμα, και κάπως γυαλιστερό. Το ασπράδι των ματιών του ήταν γεμάτο μικρές κόκκινες φλέβες. Τα χείλη του ήταν τόσο μαύρα που στο τέλος γίνονταν ασημί. Σαν το ασημί που βγαίνει όταν μουτζουρώνεις με μολύβι για πολλή ώρα ένα χαρτί και τελικά η μουτζαλιά γίνεται ασημόμαυρη, και λάμπει. Ή και λίγο μπλε, αν έχεις καλλιτεχνικό μάτι και επιμένεις να υπεραναλύεις τα χρώματα και τους δερματικούς ιριδισμούς τους.

Το όνομά του ήταν δύσκολο για όποιον δεν είναι συνηθισμένος στα αφρικάνικα ονόματα, ο ίδιος όμως δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να το προφέρει διαφορετικά για να το ακούσει καλύτερα η λευκή που καθόταν δίπλα του και σιγόπινε το ρούμι της καπνίζοντας ευρωπαϊκά τσιγάρα.

«Οι φίλοι μου με σέβονται επειδή είμαι η γηραιότερος της παρέας», είπε και μισόκλεισε τα φλεγόμενα μάτια του. Από το απέναντι τραπέζι τρεις κατάμαυροι άντρες κοίταζαν σιωπηλά. «Έτσι είναι στη φυλή μας. Δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Οι νεώτεροι σέβονται τους γηραιότερους, και οι γηραιότεροι ηγούνται των νεώτερων – δεν υπάρχει ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν».

Κοίταξε για λίγη ώρα το ποτήρι του, σαν να το διάβαζε. Χωρίς να μιλάει. Μετά σηκώθηκε, πήρε από το χέρι τη λευκή γυναίκα, έκαναν μερικά βήματα και άρχισαν να χορεύουν στο κέντρο της πίστας. Κάτι ήσυχο, σχεδόν ρομαντικό. Ήχοι της ζούγκλας ζώων και ανθρώπων, απόηχοι των παρανοήσεων ενός μικρού καλοκαιριού που έφευγε λίγο λίγο. Ένας πίνακας του Λουστάλ. Μια σκηνή από ταινία με άγριες στέπες και αρπακτικά. Λίγοι στίχοι από ένα παλιό τραγούδι της Κούμπα Γκάουλο. Η μουσική γεννούσε εικόνες.

Από την άκρη του ξύλινου πάγκου, κάτω από τις λάμπες με το θαμπό, κίτρινο φως, σαν αυτά που μένουν αναμμένα στα παιδικά δωμάτια όταν τα μωρά πέφτουν για ύπνο, οι μαύρες γυναίκες τους κοιτούσαν με καχυποψία. Ήταν όμορφες και χρωματιστές. Ντυμένες με τα σπάνια φυτά της στέπας, τα εξαίσια λουλούδια της άγριας φύσης, τις εικόνες μιας υπέροχης παγανιστικής γιορτής. Γυναίκες τυλιγμένες σε μια ζωή που ανήκε μόνο σε κείνες και στις άγριες φυλές τους.

Οι μαύρες γυναίκες είχαν συνηθίσει να απαιτούν και να απολαμβάνουν την προσοχή των αντρών που μπαινόβγαιναν στο μαγαζί και στη ζωή τους. Ο χώρος αυτός ήταν ως τότε ένα ιερό άβατο για τους ξένους. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν έναν δικό τους να χορεύει με μια λευκή και αυτό τους φαινόταν απίστευτο, έμοιαζε με παράπτωμα, ένα μεταφυσικό λάθος. Η σκηνή είχε κάτι το εξοργιστικό όσο και κινηματογραφικά ερεθιστικό. Ήταν σχεδόν ανεξήγητη, σαν παραβιασμένο έθιμο που σε κάνει να φοβάσαι και να απορείς τι θ’ απογίνεις την άλλη μέρα.

Το ζευγάρι συνέχισε να χορεύει χωρίς να ενοχλείται από τα αιχμηρά βλέμματα που, εξάλλου, δεν φαινόταν να διακρίνει ουδόλως. Η μουσική, η ώρα και το ρούμι κυλούσαν ήσυχα, γλυκά, μέσα στη νύχτα. Οι μαύρες γυναίκες σχολίαζαν τη σκηνή με βαριές, εκνευρισμένες φωνές και τραχιά λόγια, που παρόλα αυτά δεν κατάφερναν να ραγίσουν τη γαλήνη της στιγμής. Στο ρεφραίν του τραγουδιού, ο άντρας έσκυψε απότομα και φίλησε τη λευκή γυναίκα στα χείλη. Λικνίστηκαν γι’ άλλη μια στιγμή κι έπειτα στάθηκαν ακίνητοι στο κέντρο της πίστας. Την ένιωσε να κουρνιάζει στο στέρνο του και την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά, έτσι όπως τυλίγει κανείς με τα χέρια του ένα απροστάτευτο παιδί που φοβάται για τους σωστούς ή τους λάθος λόγους. Μετά την πήρε από το χέρι και κάθισαν στο τραπέζι, αθόρυβα και αδιάφορα, έτσι όπως είχαν σηκωθεί.

Αντάλλαξαν δυο τρεις κουβέντες ακόμα, που χάθηκαν στα βάθη της μελωδίας ενός καινούριου τραγουδιού και στην αψιά γεύση που αφήνει το ρούμι στο στόμα τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Σε λίγη ώρα, το ίδιο απρόσμενα με τον ερχομό της, η λευκή βγήκε από το μαύρο μαγαζί και χάθηκε στην ευρωπαϊκή νύχτα.

Ο μαύρος αρχηγός έμεινε με τη σεβαστική παρέα του και τις μαινάδες με τα άφρο χτενίσματα και τα ολοστρόγγυλα αφρικάνικα βυζιά, να προσπαθεί να ιεραρχήσει βάσει παλαιότητας τα χρώματα των στομάτων που ενώνονται, τους ήχους των αλλότριων φιλιών και τις λέξεις μιας ξένης, πρόσκαιρης καλοκαιρινής γλώσσας που δεν θα ξαναμιληθεί ποτέ της.

Βάσει παλαιότητας. Ισχυρότερη ιεραρχία απ’ αυτήν δεν υπάρχει.

Το βραβείο

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 14 Σεπτεμβρίου 2016)

 

Όπως μου συμβαίνει συχνά, άλλα ήθελα να κάνω κι άλλα κάνω σήμερα. Όμως η βροχή και το τρένο που αργοπορεί  μου άλλαξαν τα σχέδια. Ήθελα να σε δω, να σου τρίψω την πλάτη και τα δάχτυλα των ποδιών. Να σου διηγηθώ μια ιστορία με άγρια ζώα και άγνωστους πλανήτες μέχρι να κοιμηθείς, και να σε περιμένω να ξυπνήσεις με καφέ και μπισκότα βουτύρου. Και να μείνουμε μαζί στο κρεβάτι μέχρι να σουρουπώσει, να βλέπουμε τι χρώμα γίνεται ο ουρανός.

Ήθελα να μου πεις τι όνειρο είδες, τι φαγητό έχεις όρεξη να φας και αν είχες ποτέ σου γάτα. Είναι παράξενο, γνωρίζεις κάποιον όλο και καλύτερα, και παρόλα αυτά αγνοείς σημαντικά στοιχεία της ζωής του. Θα ήθελα να μου πεις σε ποια στάση σου άρεσε να κοιμάσαι όταν ήσουν μικρός, τι απαντούσες στους μεγάλους όταν σου έλεγαν «όχι», και την πρώτη πρώτη σου ανάμνηση, όταν ακόμη δεν υπήρχαν αναμνήσεις.

Τώρα που κάθομαι και στα λέω όλα αυτά μου λείπει το άρωμά σου και η αίσθηση του χεριού μου πάνω στο μάγουλό σου. Σου έχω ξαναπεί πως έχεις τον πιο όμορφο λαιμό που έχω δει. Μοιάζει με λαιμό μικρού παιδιού. Όταν σε φιλάω εκεί, όταν σε αγγίζω, σε ξαναβρίσκω ξαφνικά σε δύο ηλικίες. Στη σημερινή και στην αλλοτινή σου. Λατρεύω τη σκέψη πως μέσα από ένα κομμάτι του σώματός σου μπορώ και περιφέρομαι ανάμεσα στις ηλικίες σου. Εσύ δεν το ξέρεις όταν συμβαίνει, όμως είναι εξαιρετικό.

Μου αρέσει να σε κοιτάζω όταν μιλάς, ακόμα κι αν εσύ μονολογείς ή χαζεύεις τον τοίχο απέναντί σου. Μερικές φορές, στις συζητήσεις μας, έχω παρατηρήσει πως αφαιρείσαι, το βλέμμα σου πετάει αλλού, και τότε πιστεύω απόλυτα όσα μου λες, επειδή ξέρω πως είναι αλήθεια. Όταν μου λες την αλήθεια άλλοτε σε μισώ κι άλλοτε χώνομαι ακόμα πιο βαθιά στον συναρπασμό μου για σένα. Όταν μου λες ψέματα θέλω να καταφέρω να σε σιχαθώ και να μην σε ξαναδώ ποτέ. Να μη με νοιάζεις, να είναι σαν να μην σε γνώρισα, σαν να μην υπήρξες.

Μερικές φορές σκέφτομαι σαν κανίβαλος. Όπως σήμερα, για παράδειγμα, που ήθελα να κάνω άλλα πράγματα κι όμως η βροχή και το τρένο που αργεί μου άλλαξαν τα σχέδια. Έχω ονειρευτεί πολλές φορές πως σε ξαπλώνω και αρχίζω να σε τρώω σιγά σιγά. Εσύ δεν πονάς, και αυτό κάνει το έργο μου ευκολότερο. Τελικά σε τρώω σχεδόν ολόκληρο, και γίνομαι ένα Εμείς που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ σου. Σε έχω μέσα μου, αφομοιωμένο, και με ποτίζεις σιγά σιγά με τα θρεπτικά συστατικά σου, την ομάδα αίματός σου, τα υγρά και τις σκέψεις σου, τα βιώματά σου. Έπειτα καταλαβαίνω πως αυτό είναι κάπως βίαιο – όπως όλες οι ανθρώπινες ενώσεις – και αλλάζω φαντασίωση.

Μας βάζω να βρισκόμαστε σε ένα ύποπτο ξενοδοχείο στο Τόκιο, σε μια υπόγεια τουαλέτα στις Βρυξέλλες, πίσω από μια σκάλα σε ένα σταθμό του μετρό στη Μαδρίτη, στην είσοδο μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα, σε μια ακτή στο πουθενά. Στα όνειρά μου μας βάζω δίπλα δίπλα, λες και πρόκειται για έναν αγώνα άνευ αντιπάλου, όπου για λίγο βρίσκονται και οι δύο παίκτες στην ίδια πλευρά και παλεύουν για τον ίδιο στόχο.

Άλλες φορές, όταν σε σκέφτομαι, οι εικόνες μέσα μου λοξοδρομούν. Δεν είμαι σίγουρη πως θα καταφέρω μετά να τις ξαναβάλω στη θέση τους. Τότε εύχομαι να έπαυα να ήμουν άνθρωπος με χέρια, πόδια και σκέψεις, και να γινόμουν το σφουγγάρι σου. Ένα σφουγγάρι που το πιάνεις με το χέρι σου και τρίβεις την κοιλιά σου, το στήθος σου, τις μασχάλες και το πίσω μέρος των ποδιών σου. Να με πιάνεις σφιχτά και να με βάζεις στη σωστή γωνία ή στη σωστή κοιλότητα που θέλεις να καθαρίσεις. Και μετά να με ξαναγεμίζεις με αφρόλουτρο και να με αφήνεις να σέρνομαι πάνω σου σαν σιροπιαστό γλυκό.

Θα έδινα το παν για να βγαίναμε μαζί μια νύχτα στο ποτάμι, να κοιτάζαμε τα πλοία να περνούν και να μυρίζαμε το κρύο και τα Χριστούγεννα που σε λίγο θα πλησιάζουν. Κάθε εποχή έχει τη δική της μυρωδιά. Μόλις η εποχή έρθει, χάνεται αυτή η οσμή και τη θέση της παίρνουν σελίδες στο ημερολόγιο, νοερές σημειώσεις, αισθήματα που αμβλύνονται με τον καιρό και στο τέλος γίνονται άλλα από αυτά που ήταν. Μαζί σου θα ήθελα να ζω στο κατώφλι όλων των εποχών. Και ο κόσμος να μυρίζει πάντα το ίδιο.

Αυτό κι αν είναι το υπέρτατο βραβείο.

Είσαι μία πόρτα που κλείνει

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque την 1η Σεπτεμβρίου 2016)

Όταν ήμουν μικρή ήμουν σοφή. Σκεφτόμουν και καταλάβαινα πρόωρα πράγματα που δεν ήταν ο καιρός τους να γίνουν αντιληπτά και να λέγονται μεγαλοφώνως – πόσω δε μάλλον να αποτυπώνονται σε λευκές κόλλες χαρτί και να ξεχνιούνται μέσα σε συρτάρια ή βιβλία φιλοσοφίας και μαθηματικών μέχρις ότου οι υποψίες γίνουν ενδείξεις και οι ενδείξεις αποδείξεις μιας περίπλοκης εσώτερης ζωής που ποτέ δεν βρήκε την ακριβή θέση της στον έξω κόσμο. Και  λέω εσώτερης, επειδή όσο μπόρεσε να ξεμυτίσει, τόσο ξεμύτισε. Όμως, το ψάρι που σπαρταράει για ένα λεπτό στα δίχτυα του ψαρά δεν είναι λιγότερο σημαντικό από το άλλο που κολυμπάει αμέριμνο κι έχει μπροστά του χίλιες μέρες ζωής ακόμα.
 
Το μεγαλύτερο μέρος εκείνης της πρώιμης εποχής, σαν άλλο μαύρο κουτί αεροπλάνου που καταγράφει τις αφανείς λεπτομέρειες μιας πτήσης, παρέμεινε τυλιγμένο σε μια σκιά, και μέσα σε αυτήν εκκολάφθηκε. Όπως τα ελαττωματικά ή τα πολύ πλούσια τυχερά παιδιά, που μεγαλώνουν προστατευμένα στο άσυλο ή στο παλάτι των γονιών τους, μακριά από τον έξω κόσμο και τις χαρές ή τους κινδύνους του. Κι ενώ λαχταρούν τη μυρωδιά μιας κουτσουλιάς ή τη γεύση ενός κερασιού, το μόνο που καταφέρνουν χάρη στα λιγοστά φανταστικά μέσα τους και στις περιγραφές τρίτων, είναι να διακρίνουν τρύπες-κουτσουλιές στο φεγγάρι τις έναστρες νύχτες που κοιτούν τον ουρανό, και να οσφραίνονται τη δροσερή ηδύτητα του ώριμου κερασιού μέσα σε ένα ποτήρι νερό βαμμένο με κόκκινη τέμπερα την ώρα της ιχνογραφίας. 
 
Εκείνη η άγουρη νοερή ζωή, διανθισμένη με κομψές κινήσεις και αισθήματα εκτός κυκλοφορίας, ενοχές μεταφυσικού περιεχομένου και σαφείς τάσεις προς αποφυγή, έμοιαζε με καλούπι από μπετά πολυκατοικίας. Μπορεί να ήταν και τα ίδια τα μπετά που πάνω τους στήθηκε και έπηξε η τραχιά πραγματικότητα, έτσι όπως την διακρίνουμε με γυμνό μάτι τρισδιάστατη, και την αντιλαμβανόμαστε με όλες τις αισθήσεις μας. Προέκυψε τελικά ένας άνθρωπος με κάποιες αρετές και ικανότητες, ορισμένα χαρίσματα, κάμποσα μεγάλα κενά και αμέτρητα ελαττώματα. Ένας κανονικός άνθρωπος, με λίγα λόγια, μια περίπτωση χωρίς ιδιαίτερη σημασία για τη ροή του σύμπαντος ή τις θέσεις των πλανητών και των άστρων.
 
Είναι αξιοθαύμαστο πόσο αποτελεσματικά και πληρωτικά μπορεί κανείς να ζει, παράλληλα με μια καθ’ όλα φυσιολογική καθημερινότητα, την εσώτερη, παράδοξη και απολύτως ειλικρινή ζωή του. Και δεν αναφέρομαι εδώ στα άγχη, τις αγωνίες και τις αναζητήσεις των εφήβων ή των διαταραγμένων ψυχικά ανθρώπων, που είτε παλεύουν διαρκώς με τέρατα, είτε ονειρεύονται κόσμους ιδανικούς, είτε τρώγονται με τον εαυτό τους. Αναφέρομαι σε μια ομαλότατη και πληρέστατη παράλληλη – τουλάχιστον ως προς την πρόοδο και την εξέλιξή της – πραγματικότητα, που σε τίποτε δεν εμποδίστηκε ή δεν εμπόδισε την απτή ζωή να εκτυλίσσεται με τους όποιους ρυθμούς της.
 
Αυτή η μυστική, ας την πούμε, ζωή, στάθηκε εξαρχής ένας άυλος και ανομολόγητος κόσμος που μέσα του είχα την δυνατότητα να κάνω ό, τι θέλω, να είμαι η άλλη εγώ και να κυκλοφορώ γυμνή χωρίς αιδώ και άγχος. Η ανομολόγητη και εσκεμμένα παραγκωνισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό. Εκείνη που μισούσε τις εξωστρεφείς εκμυστηρεύσεις και τις δημόσιες εμφανίσεις, που δεν μιλούσε με κανέναν για όσα συνέβαιναν στον σκοτεινό θάλαμο όπου επιβίωνε, που παρατηρούσε με θαυμασμό μα και αγιάτρευτη αποστροφή τα πράγματα και τους ανθρώπους. Εκείνη που έφτιαχνε όποιου είδους σχέσεις ήθελε με όποιον ένιωθε πως τις αξίζει, και επιχειρούσε κάπου κάπου, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, να νιώσει πως γίνεται κάτι μαγικό και αποκτά σάρκα και οστά, έστω κάποιες φορές, έστω και για λίγο, ως άλλη Περσεφόνη που μπορούσε στην ώρα της να γίνεται γυναίκα πραγματική, μέχρις ότου έρθει η άλλη ώρα της, εκείνη της επιστροφής στον Άδη. Η ώρα της επιστροφής ήταν πάντα για μένα μια πολύ σπουδαία ώρα.
 
Η μυστική μου κρύπτη όπου διαπλάστηκαν η ανομολόγητη προσωπικότητα και ο χαρακτήρας μου έμεινε θεόκλειστη στο κοινό κατά τη διάρκεια της παράλληλης ζωής μου. Κράτησε σαν επτασφράγιστο μυστικό τον αληθινό εαυτό μου, εκείνο τον άγνωστο που άλλοτε αγαπούσα περιπαθώς και άλλοτε σιχαινόμουν σαν κατσαρίδα. Με παρηγόρησε σε καιρούς χαλεπούς που έτυχε να νιώσω ολομόναχη ή, αντιθέτως, οικτρά εκτεθειμένη, και με φιλοξένησε σε εποχές θριάμβου, σκληρότητας ή απορίας, καλύπτοντας την όποια αγωνία μου με ευωδιαστό αναισθητικό χώρου.
 
Λίγο πριν πεθάνω στην πραγματική ζωή, για μία και μοναδική φορά, συνέβη κάτι θαυμαστό και πρωτοφανές: ένα απόγευμα, στα ξαφνικά, οι μεντεσέδες του κρησφύγετού μου έτριξαν και η πόρτα του μυστικού δωματίου μου άρχισε να ανοίγει. Ήταν μια εκπληκτική και εντελώς απρόσμενη στιγμή, όπου κάτι συνέβαινε απ’ έξω προς τα μέσα.
 
Μόλις διέκρινα το φως της ημέρας να διαπερνά το κατώφλι της φωλιάς μου, ένιωσα όπως η μάνα την ώρα που της παίρνουν με καισαρική τον πρώτο της γιο. Το έμβρυο δεν θέλει να ξεμυτίσει από κει, γιατί είναι ζεστά και φιλόξενα, και δεν νιώθει φόβο. Η μάνα θέλει να το κρατήσει μέσα στο κορμί της για πάντα, επειδή ξέρει πως τίποτε δεν θα κατορθώσει ποτέ να αγαπήσει όσο αυτό. Όμως το μαγικό χέρι του έμπειρου μαιευτήρα ανοίγει εγκαίρως μια τομή και αφήνει το φως να πλημμυρίσει το μέσα σώμα. Κι έτσι, διαιωνίζει τη ζωή και αλλάζει τον ρου των πραγμάτων.
 
Έτσι κι εγώ, την καίρια στιγμή, είδα το κρυφό μου δωμάτιο να γεμίζει φως και μια άγνωστη φιγούρα να μου τείνει το χέρι. Ήταν σαν να μου ζητούσε να ξαναγεννηθώ, να αφεθώ στο φως, η μυστική εγώ, η σιωπηλή, η απολύτως προστατευμένη στα αγαπημένα μου σκοτάδια.
 
Με ανεξήγητη ανακούφιση και ηδονική χαρά παραμέρισα και άφησα το δωμάτιό μου να υποδεχτεί την ανεξήγητη παρουσία. Έκανε βήματα μικρά, προσεκτικά και μετρημένα. Δεν με τρόμαξε ούτε για μία στιγμή. Παρότι ένιωθα την καρδιά μου να τρέμει καθώς την παρακολουθούσα να πλησιάζει, η ευτυχία μου για την εμφάνιση του απροσδόκητου επισκέπτη που είχε κατορθώσει να εντοπίσει και να ανοίξει την αόρατη πόρτα μου, απάλυνε κάθε δισταγμό μου.
Ο σημαντικότερος θρίαμβός μου έφτασε σαν μάννα εξ ουρανού τη στιγμή που η ανεξήγητη παρουσία άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, να μου απευθύνεται με ανθρώπινη φωνή και να μου λέει λόγια που δεν θα άφηναν αράγιστα ούτε τα μπετά της πιο γερά τσιμεντωμένης, ακλόνητης πολυκατοικίας.
 
Έμεινε ελάχιστα για τα χρονικά δεδομένα του αδήλωτου κόσμου μου, υπερβολικά πολύ ίσως για κείνα της πραγματικής ζωής έτσι όπως την μετρούν τα δρομολόγια των τρένων, τα χρονοδιαγράμματα των στατιστικών προβλέψεων και οι ημερομηνίες επετείων. Οι επισκέπτες τέτοιων δωματίων χάνουν γρήγορα την υπομονή τους, ή χορταίνουν εύκολα με μια μικρή ξενάγηση στον προθάλαμο του κυρίως χώρου. Αν υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή για τη βιασύνη τους, κάποτε θα έρθει και αυτή στο φως, έτσι όπως ήρθαν τόσα και τόσα.
 
Δεν πρόλαβα να της δείξω και πολλά. Κατάφερε μόνο να ρίξει μια ματιά και να αντιληφθεί ίσως τη διακριτική μυρωδιά του δωματίου. Ήταν αναμενόμενο: μια ολόκληρη ζωή σε σκιερό μέρος δεν γίνεται να ανθίσει ολοσχερώς κάτω από ένα έστω και ιδιωτικής χρήσεως λαμπερό φως. Θέλει το χρόνο της, και όπως όλοι γνωρίζουμε ο χρόνος έχει για τον καθένα μας άλλη σημασία.
 
Το πέρασμά της από τον τόπο μου, όμως, στάθηκε κοσμογονικό γεγονός. Έμοιαζε με ηλεκτροφόρο καλώδιο που βοηθά το πηχτό σκοτάδι μιας ερήμου να διαλυθεί, έστω και με διακυμάνσεις. Ήμουν το σκοτάδι και ήταν το ηλεκτροφόρο καλώδιο. Μου χάρισε τη χαρά και την παραδοχή της παράδοξης εγγύτητας που δύναται να εκδηλωθεί από το πουθενά και καταφέρνει να διαπερνά προστατευτικά πέπλα, μυστικές εισόδους, ακάλυπτους χωρίς πρόσωπο, ανεξερεύνητες περιοχές. Με έκανε να πιστέψω στην ουσία των πιθανοτήτων και στις αποδείξεις της εκπλήρωσής τους – κάπως σαν τις ευχές. Και να καταλάβω, τελικά, πως οι μυστικοί κόσμοι μας είναι πλανήτες στη σκιά, από κάπου όμως υπάρχει πιθανότητα κάποιο εξασκημένο μάτι να τους διακρίνει μέσα από τα άπειρα ηλιακά έτη.
 
Όταν ήμουν μικρή ήμουν σοφή. Διαισθανόμουν πως η καθημερινή πραγματικότητα ήταν το εξαίσιο κουκούλι που θα στέγαζε την θαυμαστή και παράλληλα τρομαχτική εσώτερη ζωή μου. Τις σκέψεις, τις εικόνες, τις σχέσεις, τις διακλαδώσεις, τη διασταύρωση και την ανάμειξη των πιο ασύμβατων υλικών για την απόλαυση ενός αχαρακτήριστου και δίχως μικρό όνομα κυρίως πιάτου.
 
Όσο διήρκεσε η εγκόσμια ζωή μου, έζησα καλά. Η ισορροπία που επεδίωξα και κατάφερα να διατηρήσω ανάμεσα στα μέσα και στα έξω πράγματα ήταν μάλλον εντυπωσιακή. Η καισαρική τομή που απρόσμενα έριξε λίγο σύντομο φως στα έγκατα των σπλάχνων μου, ήταν ένα δώρο ξαφνικό, μια επιπλέον λαμπερή επιβράβευση για το υπόλοιπο του χρόνου μου, που είχα προτιμήσει να κυλήσει σκιερά και δίχως εξάρσεις. Ενδεχομένως και για τις όποιες επιλογές μου.
 
Λίγο πριν λήξουν όλα αυτά, και απαντώντας στη μόνη ερώτηση που μου απευθύνθηκε ποτέ κατά τη διάρκεια αυτής της ιστορίας, απάντησα ήρεμη και κάπως λυπημένα χορτασμένη, μα κατά βάθος σοφότερη και σίγουρα ευτυχής για το θαυμαστό που μου είχε συμβεί:
«Τι είσαι; Είσαι μία πόρτα που κλείνει».
 

 

 

Петро

 
(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 24 Μαΐου 2016)
 
Κάθε βράδυ ήμασταν εκεί. Στο πάρκο, στο ίδιο παγκάκι, στις ίδιες θέσεις. Οι δυο μας ολομόναχοι σε ολόκληρο το δάσος. Ο Γιούρι να καπνίζει άφιλτρα Παλ Μαλ και μετά να φιλάει το σκύλο του στο στόμα. Εγώ να τρώω πασατέμπο και να φτύνω τα τσόφλια όσο πιο μακριά μπορώ. Το αλάτι να μου καίει τα χείλια και τη γλώσσα, όμως να μην σταματώ πριν τελειώσω το σακουλάκι και το παιχνίδι μου. Και να κοιτάζω αλλού. Πάντα να κοιτάζω αλλού. Για μένα ήταν κάτι σαν άσκηση αντοχής ή βασανιστήριο ο άνθρωπος και το σκυλί που ερωτοτροπούσαν. Κι όμως επέμενα να είμαι κάθε βράδυ εκεί, και να κάνω ακριβώς τα ίδια.
 
Ο σκύλος ήταν τρελός, στριφογύριζε γύρω απ’ την ουρά του, κυλιόταν στα χώματα, έβγαζε τη γλώσσα και σάλιωνε το πρόσωπο του Γιούρι. Εκείνος έβαζε τα γέλια, του έγλειφε τη μουσούδα και τον φιλούσε όπου έβρισκε. Του χάιδευε το κεφάλι και τον φώναζε “Γουλφ”. Ήταν κι οι δυο τους για τα σίδερα, όμως δεν μπορούσα να τους σιχαθώ, τους αποδεχόμουν και τους αγαπούσα έτσι όπως αποδέχεται και αγαπάει κάποιος τις συνήθειές του – χωρίς να τις κρίνει.
 
Μια μέρα ο σκύλος ήρθε μόνος του στο πάρκο. Ο Γιούρι πουθενά. Ανησύχησα, ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό και ένιωσα εκτεθειμένη. Κοίταξα στην είσοδο του πάρκου μήπως και τον διακρίνω, μα τίποτα. Το λυκόσκυλο με πλησίασε, μύρισε τα πασατέμπια μου και πήρε να μου γλείφει το χέρι.
 
Άρχισα να κλαίω. Κατάλαβα πως κάτι κακό είχε συμβεί στο Γιούρι. Το λυκόσκυλο αλυχτούσε πένθιμα και μου έγλειφε τα δάχτυλα. Μου φάνηκε ακόμα πιο σαλεμένο. Έσκυψα και το άφησα να αγγίξει τα χείλη μου. Άρχισε αμέσως να με γλείφει παντού, όπως έκανε και σε κείνον. Ένιωσα τη ζεστή υγρή γλώσσα του να σχηματίζει λέξεις πάνω στο δέρμα μου. Λέξεις και απελπισία.
Όταν κατάλαβα τι ήθελε να μου πει, κατάλαβα και το λόγο που τόσο καιρό ο Γιούρι δεν άντεχε να μην το φιλά στο στόμα.
 
Με τον Γιούρι συναντηθήκαμε στο καράβι για την Αίγινα, το περσινό καλοκαίρι. Εκείνος πήγαινε διακοπές κι εγώ στους δικούς μου. Γνωριστήκαμε όταν τον πλησίασα και του ζήτησα ένα τσιγάρο. Μου είπε πως ήταν Ουκρανός και πως είχε έρθει στην Ελλάδα με τη μητέρα του, που είχε πιάσει δουλειά. Δουλειά, γενικώς και αορίστως. Έτσι είπε. Δεν ρώτησα περισσότερα. Ήταν κάπου είκοσι χρονών, όπως κι εγώ, και μιλούσε το ίδιο κακά Αγγλικά με μένα.
 
Σηκώθηκε, μου έκανε ομπρέλα τις χούφτες για να ανάψω και ξανακάθισε άτσαλα στην άκρη του πάγκου δίπλα σε ένα σκουπιδοντενεκέ για να καπνίσει το δικό του. Ένα σίδερο που προεξείχε ούτε που κατάλαβα από πού του έγδαρε το μηρό. Το παντελόνι του γέμισε αίματα. Το πρώτο πράγμα που κάναμε φτάνοντας στο λιμάνι ήταν να πάμε μαζί στο Κέντρο Υγείας για αντιτετανικό. Από τότε βλεπόμασταν κάθε μέρα.
 
Έμενε σε ένα ενοικιαζόμενο στο λιμάνι που, όπως μου εξήγησε, του το είχε παραχωρήσει ένας φίλος της μάνας του που πλήρωνε το νοίκι για τον Αύγουστο, αλλά ο ίδιος είχε αναγκαστεί να γυρίσει στην Αθήνα για αδιευκρίνιστους λόγους. Του Γιούρι δεν του άρεσε να εξηγεί πολλά, μισούσε τις λεπτομέρειες. Κι έτσι δεν ρωτούσα.
 
Εγώ έμενα στην Αγιά Μαρίνα, κάπου δέκα χιλιόμετρα από το λιμάνι. Κάθε απόγευμα, αργά, έπαιρνα το λεωφορείο και κατέβαινα να τον βρω. Καθόμασταν στο πάρκο με τις κούνιες, που εκείνη την ώρα ήταν συνήθως άδειο από παιδιά. Οι γονείς μου δούλευαν νυχτερινοί σε ξενοδοχείο για τη σαιζόν κι έτσι κανείς δεν ανησυχούσε που γυρνούσα σπίτι με το πρώτο πρωινό δρομολόγιο.
 
Του Γιούρι του άρεσε που το νησί ήταν γεμάτο ελιές, αμπέλια και έλατα, όποτε πηγαίναμε βόλτα όμως προτιμούσε να περπατάμε ως το ναό της Αφαίας και μετά να γυρίζουμε στο πάρκο μέσα από τα χωράφια. Κάναμε πάντα την ίδια διαδρομή. Σε παραλία για μπάνιο δεν πήγαμε ποτέ. Ο Γιούρι μισούσε το κολύμπι. Ήταν άσπρος σαν το γάλα και ήσυχος σαν αρνί.  Ένα βράδυ που πήγα στο πάρκο τον βρήκα με παρέα. Ένα γέρικο λυκόσκυλο που, όπως μου είπε, τον είχε υιοθετήσει. Περισσότερα δεν έμαθα ποτέ. Απλώς από κείνη τη μέρα συναντιόμασταν στο παγκάκι οι τρεις μας.
 
Συζητούσαμε σε τσακισμένα Αγγλικά και καμιά φορά λέγαμε όπως όπως κάποιο τραγούδι των Μπητλς. Μας άρεσαν πολύ και των δύο, ξέραμε τις μελωδίες και όσους στίχους είχαμε καταφέρει να καταλάβουμε από τα τραγούδια τους. Όταν ήταν κάπως άκεφος μου μιλούσε για το Ροβένκι, την πόλη όπου ζούσαν με τη μάνα του πριν βρει δουλειά στην Ελλάδα, κι όπου έμεναν ακόμα οι φίλοι του κι ο πατέρας του με την καινούρια του γυναίκα. Τον πατέρα του δεν τον αγαπούσε και πολύ. Για τη μάνα του μιλούσε πάντα με λατρεία. Έλεγε πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ και πως έφτιαχνε το καλύτερο Μπορς  του κόσμου.
 
Είχαν κήπο με τριανταφυλλιές κι ένα σκύλο στο πατρικό του, μου έλεγε, τον Пέτρο. Τον είχαν αφήσει μόνο του φεύγοντας, κι είχα πάντα την εντύπωση πως ο Γιούρι δεν το ξεπέρασε ποτέ. Όταν του είπα πως στην Ελλάδα το Πέτρος είναι ανθρώπινο όνομα είχε χαμογελάσει και μου είχε πει πως ο Πέτρος τους ήταν σαν άνθρωπος για κείνους.
 
– Петро, έτσι γράφεται στα ουκρανικά το όνομα του σκύλου μου, μου είπε ένα απόγευμα και το χάραξε στο χώμα με ένα κλαρί. Έτσι βάφτισε και τον καινούριο.
 
Όταν τον ρωτούσα τι δουλειά ήθελε να κάνει μου έλεγε πως όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει δάσκαλος. Μετά άλλαξε γνώμη και δεν ήθελε να γίνει τίποτα. Ήθελε να ζει με τη μάνα του και να καπνίζει άφιλτρα Παλ Μαλ στα πάρκα. Από τη μέρα που τον υιοθέτησε ο Петро, είπε, ήθελε να γίνει ο καλύτερος φίλος του σκύλου.
 
Ποτέ δεν κατάλαβα πώς έφτασαν να φιλιούνται στο στόμα, ο άνθρωπος και το σκυλί. Και τι σήμαινε για τους δυο τους. Αυτό γινόταν όμως. Εγώ, παρότι σιχαινόμουν λίγο, καθόμουν δίπλα του στο παγκάκι, κοιτούσα αλλού και μασούλαγα σπόρια. Εκείνος έπαιζε με τον Петро που έδειχνε να τον αγαπάει σαν τρελός. Και ο Αύγουστος περνούσε.
 
Ποτέ δεν ζήλεψα το σκυλί, παρότι μετά από λίγο καιρό κατάλαβα πως ήμουν ερωτευμένη με τον Γιούρι. Τις ώρες που δεν ήμασταν μαζί σκεφτόμουν τα χέρια του, που όταν μου μιλούσε τα κουνούσε σαν μαέστρος, τα μάτια του που ήταν κατάμαυρα και πολύ υγρά, λες κι ήταν πάντα έτοιμος να κλάψει, τα ίσια μαλλιά του που έπεφταν στον αυχένα του αχτένιστα, το γαλακτερό δέρμα του που ήταν διάστικτο από καφετί ελιές. Φανταζόμουν πως μου έλεγε πολλά και διάφορα με την ωραία φωνή του, και καμιά φορά κρυφογελούσα με τη βαριά προφορά του όταν έλεγε το λάμδα ή το χι. Με τον Γιούρι κάναμε παρέα όταν ήμασταν αλλά και όταν δεν ήμασταν μαζί. Και αυτό το έβρισκα πάρα πολύ ωραίο.
Τα βράδια που καταφέρναμε να ανταλλάξουμε δυο τρεις λέξεις πάρα πάνω μου διηγούνταν ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια στην πατρίδα του, μου μιλούσε για τη μητέρα του που είχε κάνει χίλιες δυο δουλειές για να τον ζήσει από τότε που έφυγε ο πατέρας του απ’ το σπίτι, για το σκύλο τους του Петро που την ακολουθούσε παντού, και τις νύχτες κοιμόταν μαζί τους στο κρεβάτι. Ένιωθα πως ο Γιούρι ήταν ένα πολύ ευαίσθητο και στεναχωρημένο παιδί, παρότι δεν παραπονέθηκε ποτέ για το παραμικρό. Κάτι στον τρόπο που μου εξιστορούσε τη ζωή του, κάτι στο βλέμμα του όταν επέστρεφε νοερά εκεί, μου έδινε να καταλάβω πως το παρελθόν δεν ήταν εύκολο για κείνον.
 
Ένα βράδυ, μια βδομάδα πριν πάρει το καράβι για τον Πειραιά, μου χάρισε μια φωτογραφία. Έτσι, χωρίς να μου πει πολλά, έχωσε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του και έβγαλε μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία με μια γυναίκα, ένα παιδί κι ένα σκυλί. Μου την έδωσε αμίλητος και άναψε τσιγάρο. Κατάλαβα πως ήταν εκείνος, η μητέρα του και ο παλιός Петро. Η γυναίκα, όχι πάνω από τριάντα χρονών όπως υπολόγισα στη φωτογραφία, ήταν λυγερόκορμη, με μακριά μαύρα μαλλιά και σαγηνευτικό βλέμμα. Κοιτούσε χαμογελώντας το φακό, κι έμοιαζε ευτυχισμένη. Φορούσε ένα ελαφρύ φουστάνι που άφηνε να φαίνονται οι χυτές, γυμνές γάμπες της και ήταν ξιπόλητη πάνω σε ένα ασβεστωμένο πεζούλι . Στην αγκαλιά της το παιδί. Δίπλα της, με το κεφάλι στραμμένο προς το μέρος της, ο κατάμαυρος σκύλος.
 
-Και ο παλιός Петро λυκόσκυλο; τον ρώτησα χωρίς να ξεκολλήσω το βλέμμα από τη φωτογραφία.
 
-Ναι, η μάνα μου τον φώναζε “Γουλφ” όταν σκαρφάλωνε δίπλα μας στο κρεβάτι.
 
Μόνο αυτό είπε και μετά άρχισε να χαριεντίζεται με τον καινούριο Петро που άπλωνε τη ροζουλί γλώσσα του σε ολόκληρο το πρόσωπό του και με έκανε να αναρριγώ. Κοίταξα για κάμποση ώρα τη φωτογραφία και προσπάθησα να βρω ομοιότητες ανάμεσα σε κείνο το στρογγυλό μωρό και το λιγνό αγόρι που καθόταν δίπλα μου και φιλιόταν με το σκύλο. Κατάφερα να μην βρω καμία και στο τέλος την έχωσα στο τσαντάκι μου και συνέχισα να ξεφλουδίζω σπόρια.
 
-Τη μάνα μου τη λένε Ανούκ, είπε τότε, ξαφνικά. Στα ελληνικά σημαίνει όμορφη, χαριτωμένη. Όταν έφυγε ο πατέρας μου, ούτε σαράντα χρονών αυτή,  ορκίστηκε να μην βάλει ποτέ άλλον άντρα στο σπίτι. Ήμουν ήδη δέκα χρονών, δεν ήθελε να ζω με πατριό ή γκόμενο, ήξερε πως θα δυσανασχετούσα. Με αγαπούσε υπερβολικά για να με κάνει γιο ενός ξένου ή για να γίνει η αιτία να στεναχωρηθώ. Μέχρι σήμερα που πάτησε τα πενήντα, με άλλον άντρα δεν έχει πάει. Αν ποτέ την δω με άλλον, στο ορκίζομαι, είμαι ικανός να τους σκοτώσω. Και τους δυο. Καμιά φορά τις νύχτες έβλεπα που τραβούσε τον Петро πάνω της, και γύριζε μπρούμυτα για να τον διευκολύνει. Εκείνος την μύριζε και έπαιρνε θέση. Έκανα πως κοιμόμουν, γιατί καταλάβαινα πως αυτό έπρεπε να κάνω. Στο κάτω κάτω δεν ήταν άντρας – ήταν σκυλί. Όταν τελείωναν γυρνούσε ανάσκελα, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε στο στόμα. Εκείνος της έγλειφε το πρόσωπο, και μετά ξάπλωνε στα πόδια της κι αποκοιμιόταν μαζί μας.
 
Μόλις σταμάτησε να μιλάει συνειδητοποίησα δεν ακουγόταν τίποτα στην παιδική χαρά. Ούτε πουλιά, ούτε κόρνες, ούτε η βουή του λιμανιού που συνήθως έφτανε ως εκεί. Πήδηξα τότε απ’ το παγκάκι όπου  καθόμασταν, έτρεξα προς το δάσος, εκεί που τέλειωνε το πάρκο και άρχιζε η πλαγιά, και έκανα εμετό το νερό, τα σπόρια και τα σωθικά μου. Έπειτα ξάπλωσα στο χώμα και περίμενα. Δεν ξέρω τι περίμενα – ίσως τίποτα, ίσως κάτι που δεν ήξερα τι ήταν. Εκείνος δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Τον έβλεπα από μακριά. Κάπνιζε και με περίμενε να σηκωθώ. Ο σκύλος είχε ξαπλώσει στα πόδια του και λαγοκοιμόταν.
 
Αρκετή ώρα μετά, σηκώθηκα, τίναξα το φουστάνι μου και έστρωσα τα μαλλιά μου. Το πάρκο μύριζε πεύκο και βροχή. Πλησίασα, κάθισα δίπλα του στο παγκάκι και τον αγκάλιασα. Τόσο σφιχτά που νόμιζα πως θα σκάσω. Ένιωθα πως αν χαλάρωνε αυτή η αγκαλιά θα σπάζαμε κι οι δυο σε χίλια κομμάτια. Δεν είπαμε τίποτε άλλο εκείνη τη νύχτα. Ούτε με τον Петро ξαναφιλήθηκε.
 
Το επόμενο βράδυ ήρθε μόνο του το σκυλί. Απ’ την πρώτη στιγμή που το είδα φοβήθηκα. Ένιωσα σαν ανατριχίλα την καταστροφή. Ήθελα να φωνάξω μα δεν έβγαλα λέξη. Άφησα τον Петрο να με πλησιάσει και έσκυψα προς το μέρος του όπως είχα δει να κάνει κι εκείνος τόσες φορές. Το σκυλί ούρλιαξε σαν πληγωμένο. Με κοίταξε, κατάλαβε και αφέθηκε στο πένθος του. Στο κοινό μας πένθος.
 
Την επόμενη μέρα βούιξε το νησί. Ένας Ουκρανός είχε βρεθεί σκοτωμένος στο λιμάνι. Μια γυναίκα είχε έρθει να τον βρει, ακούστηκε, πενηντάρα πατημένη. Ο Ουκρανός πιάστηκε στα χέρια με τον άντρα που την συνόδευε, και η μαχαιριά τον είχε βρει στο στομάχι. Πέθανε από αιμορραγία πριν καν φτάσει επιτόπου το ασθενοφόρο του νησιού. Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε το ζευγάρι και ποιοι ήταν ακριβώς. Μόνο το σκύλο του είδαν να φεύγει κλαίγοντας, αλλά δεν πλησίασε κανείς, τα λυκόσκυλα δεν πιάνονται φίλοι.
 

Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 11 Μαΐου 2016)

[Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν
πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως,
κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα]
 
 
 
Η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να πλησιάζει πολύ. Στηρίχτηκε στο κούφωμα της μπαλκονόπορτας με ανοιχτά χέρια και πόδια, και περίμενε έτσι όπως περιμένουμε ένα μεγάλο κύμα μέσα στη βάρκα ή έναν μετασεισμό. Ο ουρανός γύρω από το κτίριο φωτιζόταν ήδη από την υπερφυσική λάμψη του ιπτάμενου πλανήτη. Το σκοτάδι έμοιαζε με κάτι άγνωστο, είχε σχεδόν αλλοιωθεί. Η νύχτα είχε γίνει απόσπασμα φωτός, ο αέρας μετακινούνταν σπασμωδικά ξεσηκώνοντας φύλλα και σκουπίδια. Η εικόνα έμοιαζε να ανασαίνει.
 «Θα έρθει τελικά. Τι αγωνία», σκέφτηκε και ένας έκτακτος παλμός της τάραξε την καρδιά.
Το φεγγάρι βρισκόταν πια σε απόσταση αναπνοής. Στύλωσε το βλέμμα της και παρατήρησε την ανώμαλη γρανιτένια επιφάνεια που πλησίαζε. Μικροί γκριζόμαυροι κρατήρες χάλαγαν την όποια αρμονία υπέθετε κανείς κοιτώντας το από μακριά. Το φεγγάρι ήταν αλλιώτικο από αυτό που έδειχνε από την ασφαλή απόστασή του. Μια πέτρινη μάζα χωρίς την παραμικρή γοητεία. Η ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας φαινόταν πια ολοκάθαρα, λουσμένη με ένα σχεδόν εκτυφλωτικό, ανοίκειο φως. Η γυναίκα αναρωτήθηκε αν ο ήλιος θα συνέχιζε να το φωτίζει σαν προβολέας ακόμη κι όταν όλα γύρω του θα είχαν καταστραφεί. Και αν είναι φυσιολογικό όλα να αλλάζουν πρόσωπο όταν μας πλησιάσουν σε απόσταση αναπνοής.
Η πέτρινη μάζα πλησίασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έσπασε τις κεραίες του κτιρίου και τσάκισε ένα μεγάλο κομμάτι της τσιμεντένιας πλάκας. Συντρίμμια εκτινάχτηκαν ολόγυρα. Κρότοι χάλασαν τη σιωπή. Μια μυρωδιά από θειάφι απλώθηκε τριγύρω.
«Το φεγγάρι μυρίζει αποσύνθεση, είναι σκαμμένο από νεκρά ηφαίστεια και τρέχει σαν δαιμονισμένο», σκέφτηκε η γυναίκα σφίγγοντας τα δόντια της.
Έπειτα ο εκτροχιασμένος πλανήτης συνέχισε την κυκλική πορεία του αφήνοντας ξωπίσω του σοβάδες, κομμάτια τούβλων και τσαλακωμένα σύρματα. Η εικόνα έμοιαζε με σκηνή πολέμου.
Σε λίγο όλα ξανάγιναν φυσιολογικά. Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε κάτι βίαιο και βιαστικό. Μια αίσθηση άγχους και μια αίσθηση κενού, κάπως υπερβολική και παγωμένη. Η γυναίκα σκέφτηκε πως αυτή η σκηνή θα μπορούσε να είναι καρέ κινηματογραφικής ταινίας και πως ήταν κρίμα που κανένας σκηνοθέτης δεν είχε προλάβει να την δει.
Μπήκε στο δωμάτιο, τράβηξε την κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κρύωνε και ήταν νευρική, η ανησυχία την εμπόδιζε να βολευτεί στο μαξιλάρι. Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε την πλάτη του κοριτσιού που βρισκόταν δίπλα της. Άγγιξε έναν έναν τους σπονδύλους, όλη τη ραχοκοκαλιά. Ένιωσε τη θέρμη του ακίνητου σώματος να μεταδίδεται στα ακροδάχτυλά της σαν απτή αγάπη.
Το κορίτσι μετακινήθηκε απαλά, γυρνώντας προς το μέρος της. Η γυναίκα σκέφτηκε πως το μόνο άξιο πράγμα που είχε ποτέ ήταν κάτι τέτοιες θρυμματισμένες στιγμές όπου ένα ξέφρενο φεγγάρι ή ένα αιφνίδιο συναίσθημα κατάφερναν να διαταράξουν την κατά τ’ άλλα απολύτως ατάραχη ζωή της.
«Ήρθε το φεγγάρι; Κρίμα που το έχασα…», ψέλλισε μισοκοιμισμένο το κορίτσι.
Η γυναίκα χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω δεν υπήρχε τίποτα. Νύχτα σαν κενό μέσα από μια λεπτή κουρτίνα. Το φεγγάρι είχε γίνει απώλεια, ένα γεγονός χαμένο, μια σιωπή.
 Μετά ακούμπησε το βλέμμα στο σώμα που ξάπλωνε δίπλα της στο σεντόνι σε απόσταση αναπνοής. Ένα θαμπό φως, σαν κατάλοιπο της προηγούμενης λάμψης, έκανε τις μικρές καμπύλες να μοιάζουν με ουράνια σώματα. Ήταν λυπημένη με τον τρόπο που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως, κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα.
 «Ήρθε, ναι. Πέρασε. Κοιμήσου τώρα, σε λίγο ξημερώνει», μουρμούρισε, και σκέφτηκε τα κομμάτια των σοβάδων, τα θρυμματισμένα τούβλα και τα λυγισμένα σίδερα στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας που είχε αφήσει πίσω του ο εκτροχιασμένος πλανήτης που όλοι οι μακρινοί νόμιζαν πως ήταν κατακίτρινος, όμορφος και σταθερός.
 
 

Γιατρός πουτάνα

Dekata_n

[Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος αριθ. 45 του περιοδικού  (δε)κατα, την άνοιξη 2016]

Εμένα όταν με ρωτάγανε παλιά τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις, έλεγα πουτάνα. Πάντα με διόρθωναν όμως, και έλεγαν γιατρός. Τελικά συμβιβάστηκα και άρχισα να λέω γιατρός πουτάνα. Αυτό θα γίνω όταν μεγαλώσω: γιατρός πουτάνα. Μου φαίνεται πως είναι το καλύτερο επάγγελμα της γης.

Αυτό που δεν πρόκειται να γίνω ποτέ είναι νύφη με νυφικό και γαμπρό στα σκαλιά της Αγίας Άννας, δηλαδή γυναίκα κάποιου σαν τον μπαμπά, με μαλλιά κότσο σαν της μαμάς και συγγενείς σαν τους θείους και τις θείες με τις δερμάτινες λωρίδες και τις κοιλάρες, τα βαμμένα μαλλιά και τις πλισέ φούστες με το φερμουάρ στον κώλο. Δεν θέλω να έχω κούτελο που γυαλίζει και μυρίζει Nivea, χρυσή αλυσίδα με ειδικό κούμπωμα στο χέρι για τις Κυριακές, κορσέ για να μαζεύει τα ράμματα απ’ την καισαρική και παλιά γράμματα στο συρτάρι που το βράδυ να με κάνουν να κλαίω.

Δεν θέλω με τίποτα να έχω πεθερικά, κουνιάδες, κουνιάδους και ανίψια σαν τις ξαδέρφες μου, που τα καλοκαίρια τις φέρνουν να ζήσουν μαζί μας στο χωριό για να πάνε οι δικοί τους διακοπές στην Ευρώπη, και η μαμά τις φωνάζει κρυφά μουλάρες, και τσακώνεται με τον μπαμπά που όλο εδώ ξεπεζεύουν και που μόνο η μάνα τους είναι για ζωή ενώ εκείνη ρεύει στα πόδια της κάθε μέρα και κάνει τη δούλα σε όλο του το σόι.

Όταν την πιάνει η συγκίνηση, η μαμά μου λέει πως έχει νευροφυτικά και κατάθλιψη εκ γενετής επειδή είναι κληρονομικό τους – εννοεί τους γονείς της και τους παππούδες της που δεν ζουν πια όμως μόνο εκείνοι την αγαπούσαν – και κλαίει δίπλα στο παράθυρο και φυσάει τη μύτη της στη χαρτοπετσέτα, μου λέει να διαβάζω πολύ και να είμαι καλή μαθήτρια για να μην έχω ανάγκη κανέναν όταν μεγαλώσω και να μην απλώνω το χέρι στον άντρα μου σαν ζητιάνα, όπως κάνει αυτή που δεν πήρε ποτέ πτυχίο.

Μου λέει να πάω στο πανεπιστήμιο, να βγάζω δικά μου λεφτά, γιατί η μόρφωση είναι ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι που κανείς δεν θα μπορέσει να μου πάρει και θα το έχω για όλη μου τη ζωή ολόδικό μου. Όταν μου λέει για το χρυσό βραχιόλι η κοιλιά μου σφίγγεται και με πιάνει κάτι σαν διάθεση για εμετό. Νιώθω σαν γάτα που τη στρίμωξαν στη γωνία. Σκέφτομαι το χρυσό βραχιόλι με το ειδικό κούμπωμα που της έχει χαρίσει ο μπαμπάς και φοβάμαι. Φοβάμαι μήπως η μόρφωση-χρυσό-βραχιόλι με κάνει κι εμένα σαν αυτήν, δυστυχισμένη, με μύτη κόκκινη, σαν μελιτζάνα απ’ τα κλάματα, και μια πεθερά που να με ελέγχει και να μου κάνει παρατηρήσεις.

Όμως η μαμά δεν τα καταλαβαίνει αυτά, εξάλλου όταν την πιάνουν τα νευροφυτικά της δεν ακούει τι λέω εγώ, θέλει μόνο να λέει εκείνη. Και να κλαίει.

Έχω σκεφτεί επίσης πως καλό θα ήταν να έβρισκα έναν τρόπο να μην μεγαλώσω ποτέ. Να μη γίνω κανονική γυναίκα. Δεν μου αρέσει που η μαμά μου λέει καμιά φορά να βγάλω το σκασμό και να φαρμακώσω αυτό που έχει μαγειρέψει, ούτε όταν μου λέει να πέσω στο κρεβάτι και να σβερκωθώ ενώ εγώ δεν νυστάζω καθόλου. Αυτές οι λέξεις με κάνουν και νιώθω σαν σκουπίδι στο φαράσι. Φαντάζομαι όμως πως όταν είναι μεγάλος κανείς μόνο έτσι μπορεί να μιλάει στους μικρότερους, ειδικά αν είναι μητέρα με σπασμένα νεύρα και ημικρανίες, και περνάει εμμηνόπαυση, και φοβάται πως τα παιδιά της θα την στείλουν στον τάφο και θα μείνουν ορφανά, και μετά ο πατέρας τους, επειδή είναι ανίκανος να τα μεγαλώσει και σκέφτεται μόνο το σόι του, θα τα στείλει να γίνουν δουλικά στις κουνιάδες της, και τα ωραία κεντήματα που τους έχει ετοιμάσει για προίκα θα τα καρπωθούν οι μουλάρες οι ξαδέρφες που θα συνεχίσουν για πάντα να έχουν μαμά επειδή μόνο κάτι τέτοιες έχουν τύχη.

Επίσης, οι μεγάλοι έχουν κι άλλα προβλήματα που δεν θα ήθελα να ζήσω ποτέ μου. Έχουν χρέη στην τράπεζα που μπορεί να τους πάρει το σπίτι, έχουν χοληστερίνη, ζάχαρο και ταχυπαλμίες, φίλους που τους κερατώνουν οι γυναίκες τους, φίλες που ο άντρας τους δεν τους δίνει λεφτά ή σημασία, έχουν χρυσά βραχιόλια με λίρες στα χέρια και σταυρουδάκια στο λαιμό, πεθερικά, υποχρεώσεις, αυτοκίνητο που θέλει σέρβις και συνήθειες που τις νύχτες γίνονται πολύ ενοχλητικές για όποιον δεν τον πιάνει ύπνος, δίπλα.

Στο σχολείο η δασκάλα μας, που είναι κανονική γυναίκα, έχει τα νεύρα της σπασμένα, κοιτάζει συνεχώς το ρολόι της κι αναγκάζεται να κλωτσάει με τις μπότες την Κική που ποτέ δεν ξέρει να πει μάθημα και να βρίζει ηλίθιο τον Σάκη, που επειδή ο πατέρας του σκοτώθηκε πέρυσι σε αυτοκινητιστικό έχει πάθει σοκ και από τότε δεν έχει γράψει ποτέ μια σωστή ορθογραφία. Στο μπακάλικο η κυρία Μπιστίκαινα δεν αφήνει τον κύριο Μπίστικα να κάνει ταμείο, επειδή είναι ανίκανος και αν δεν ήταν αυτή θα είχε πέσει έξω το μαγαζί και θα τους έσκιζαν τα σκυλιά τα ρούχα. Στο καθαριστήριο η αρραβωνιαστικιά του Μιχάλη, που δεν ξέρω το όνομά της, την ξέρω έτσι απλώς, είναι συνεχώς ιδρωμένη πάνω από τη σιδερώστρα και το μόνο που την ανακουφίζει λίγο είναι μια πορτοκαλάδα που την πίνει σιγά σιγά με το καλαμάκι και μετά βάζει στη σακούλα το μπουκάλι για να το πάει πίσω και να πάρει μερικά λεφτά επειδή τα έχουν ανάγκη. Στο περίπτερο η κυρά Γωγώ είναι γριά και ίσα που χωράει να καθίσει στο σκαμνάκι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς, επειδή ο άντρας της είναι άρρωστος και θέλει τα λεφτά για το νοσοκομείο. Αυτά βλέπω και τρομάζω με τη ζωή κι αναρωτιέμαι τι κακό έκανα και με έστειλε ο Θεός να ζήσω.

Όταν μεγαλώσω – ξέρω πως κανείς δεν τη γλιτώνει τελικά και όλοι μεγαλώνουν – θα γίνω γιατρός πουτάνα επειδή η Ρένα που τα έφτιαξε με τον κύριο Ιωσήφ και κόντεψε να του κλείσει το σπίτι, αλλά τελικά δεν του το’ κλεισε, είναι όμορφη, όταν περνάει απ’ την πλατεία μυρίζει άρωμα και τα μαλλιά της είναι ξανθά και καλοχτενισμένα. Όλοι την κοιτάζουν και τα μάτια τους βγάζουν φωτιές. Η μαμά λέει πως έτσι είναι οι πουτάνες. Ανέμελες και φτιασιδωμένες, άλλοι πληρώνουν τα σπασμένα, τι ανάγκη έχουν αυτές;

Η Ρένα φοράει κάτι μαύρες γυαλιστερές μπότες με τακούνια που ακούγονται όμορφα στο πεζοδρόμιο και πάντα χαμογελάει. Στα μάτια έχει πράσινη σκιά και στο χέρι ένα κόκκινο ρολόι. Έχει ωραία ρούχα και κοραλί κραγιόν. Ούτε χρυσό βραχιόλι, ούτε φούστα με πιέτες και φερμουάρ στον κώλο, ούτε κατάθλιψη εκ γενετής. Βέβαια εκείνη δεν είναι γιατρός, εγώ όμως θα γίνω. Θα γίνω επειδή ο μπαμπάς μου είπε πως είναι ο μόνος τρόπος για να φύγω μακριά απ’ το χωριό, να ξεχάσω, να κάνω τη ζωή μου στην πρωτεύουσα, να έχω πάντα λεφτά και ανάγκη κανέναν.

Μου το είπε εκείνο το μεσημέρι που γύρισε απ’ τη δουλειά και έπρεπε να ξεκουραστεί επειδή μετά είχε διπλοβάρδια στο εργοστάσιο και ήταν εξαντλημένος, κι έπρεπε να βρει ένα τρόπο να του περάσει ο πονοκέφαλος και να ηρεμήσει. Όταν έπεσε πάνω μου και έβαλε το δάχτυλο μέσα απ’ την κυλόττα μου άρχισα να κλαίω, όμως μου είπε να κάνω σιγά επειδή αν μας άκουγε η μαμά θα τον έδιωχνε απ’ το σπίτι, θα έμενα ορφανή και μετά από τόση ντροπή δεν θα μου ξαναμιλούσε κανένας.

Εγώ συνέχισα να κλαίω στα μουγκά επειδή φοβόμουν και πονούσα με κείνο το μαρτύριο, ενώ αυτός μπαινόβγαινε μέσα μου και μου έλεγε πως τον ξεκούραζε και του άρεσε πολύ έτσι όπως γλιστρούσε από τα αίματα, και πως την άλλη φορά δεν θα πονέσει τόσο, και πως αν μπορούσε θα έφερνε στο κρεβάτι και μια φίλη του που ξέρει απ’ αυτά, και θα μου χάιδευε τα μαλλιά για να με παρηγορήσει, αλλά ήταν μεσημέρι και δεν γινόταν να την δουν.

Δεν θέλω να γίνω κανονική γυναίκα με βραχιόλι, πεθερικά, φίλους που βάζουν τα δάχτυλα μέσα απ’ την κυλόττα του παιδιού τους, φίλες που δεν τους δίνει ο άντρας τους σημασία ή λεφτά, σπίτι που η σκεπή μπάζει νερό και αυλή με κοτέτσι που βρωμάει τρομερά και όλο γεμίζει λάσπες. Δεν θέλω να πηγαίνω για εξομολόγηση τις Κυριακές, να φοράω βρώμικη ποδιά με λίγδες, να με κουτσομπολεύουν οι χωριάτισσες που άλλη δουλειά δεν έχουν και να περνάω τις νύχτες βλέποντας τηλεόραση μέχρι να με πιάσει το ηρεμιστικό.

Θέλω να γίνω γιατρός πουτάνα, να πάω στην Αθήνα, να έχω ξανθά μαλλιά, να φοράω κόκκινο ρολόι και μπότες ως το γόνατο σαν της Ρένας, να με κοιτάζουν όλοι με θαυμασμό και να έχω όποιον θέλω χωρίς να πρέπει να τον παντρευτώ, επειδή θα είναι ήδη παντρεμένος. Θέλω να μην χρειαστεί να ξαναπονέσω ποτέ, και να ξέρω να γιατρεύω τα παιδιά που πέρασαν ένα μαρτύριο και μετά τα πήγαν στο γιατρό για να διορθώσει στα γρήγορα τα σπασμένα και να μην πέσει πάνω τους η κατακραυγή της κοινωνίας.

Όμως αυτά αργούν ακόμη. Είναι νωρίς γι’ αυτή τη ζωή. Για την ώρα πρέπει να φαρμακώνω ό, τι μαγειρεύει η μαμά, να ξαπλώνω δίπλα στο μπαμπά τα μεσημέρια, να γράφω σωστή ορθογραφία για να μην φάω κλωτσιά απ’ τη δασκάλα μου, και να κρατάω το στόμα μου κλειστό, γιατί αν κάτι απ’ όλα αυτά μαθευτεί θα είναι αμαρτία και έγκλημα, θα με τιμωρήσει ο Θεός και θα πάω στην κόλαση για πάντα.

Άννα της Τασκένδης

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 28 Απριλίου 2016)

 

Η μνήμη δεν είναι η μυστική θυρίδα της Ιστορίας. Πολύ συχνά γίνεται ο παραμορφωτικός καθρέφτης της. Ή η παρασυμπαθητική μελάνη με την οποία χρωματίζουμε καμιά φορά όσα δεν αντέχουμε να θυμόμαστε έτσι ακριβώς όπως συνέβησαν ή προτιμούμε να αλλοιώνουμε την πραγματική τους εικόνα. Κυρίως για λόγους αυτοπροστασίας, τις περισσότερες φορές, και λιγότερο από αμέλεια ή επιπολαιότητα. Άλλοτε βέβαια μπορεί να συμβεί και από απλό συμφέρον.

Το ταξίδι της ζωής δεν το κάνουμε για να μπορέσουμε κάποτε να φτάσουμε στον τάφο μας ασφαλείς και μέσα σε ένα καλοδιατηρημένο, αρυτίδωτο σώμα, αλλά κυρίως για να μπορούμε να ξεγλιστράμε προς όλες τις πλευρές, πλήρως εξαντλημένοι, φωνάζοντας “μα τι ωραία βόλτα!”. Στο τέλος, τα ενθυμήματα από την πορεία αυτής της βόλτας, είτε θετικά είναι είτε αρνητικά, αποτελούν τις μοναδικές μας αποσκευές που αντιστέκονται στο χρόνο και μας ανήκουν ανεπιστρεπτί. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κανείς τις αναμνήσεις του εξαρτάται από πολλά πράγματα. Κυρίως όμως από το ποιον και τα βιώματά του.

Το ειδικό βάρος μιας ανάμνησης είναι τελείως διαφορετικό από αυτό της σκέψης. Άλλο είναι να θυμάσαι κάτι ή κάποιον και άλλο να τον σκέφτεσαι. Το πρώτο έρχεται φυσικά, το δεύτερο ανήκει στη σφαίρα της επιλογής και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη. Όσο περνά ο καιρός και συμβαίνουν τα πράγματα, όσο γερνάω και διαπιστώνω πως μου λιγοστεύουν οι αντοχές, τόσο περισσότερο ο νους μου γυρνά στην Άννα.

Ήμουν πέντε χρονών, τότε. Ζούσαμε ήδη στην Τασκένδη. Ήταν η πρώτη χρονιά που θα πήγαινα σχολείο και ένιωθα φρικτά. Φοβόμουν ακόμη και να σηκώσω το κεφάλι. Η μητέρα μου με είχε ντύσει με ένα πράσινο φόρεμα με κόκκινα λουλούδια και μου είχε χτενίσει τα μαλλιά κοτσιδάκια. Ποδιές δεν φορούσαμε ακόμα, αυτά ξεκινούσαν από το Δημοτικό. Εγώ άρχιζα μόλις το νηπιαγωγείο.

Εκείνο το πρωί με άφησε μπροστά στην είσοδο του σχολείου και μου έδωσε ένα σακουλάκι κάστανα για το διάλειμμα. Δεν ήθελα να φύγει, αλλά μου είχε εξηγήσει πως οι γονείς απαγορευόταν να μπουν μέσα και πως αν ησύχαζα στο τέλος θα περνούσα καλά. Με φίλησε και με έσπρωξε προς την πόρτα. Έπειτα μου κούνησε το χέρι και μου είπε πως θα με περίμενε εκεί μετά το σχολείο.

Έκανα μερικά βήματα στο προαύλιο και κοντοστάθηκα μην ξέροντας πού να πάω. Γύρω μου έβλεπα κι άλλα παιδιά που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τους γονείς τους. Ένα κοριτσάκι με γκρι φόρεμα, μάλλον φτιαγμένο από παλιό σακί, έκλαιγε δυνατά. Πιο δυνατά απ’ όλους. Η μητέρα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει, όμως εκείνο φώναζε “πάρε με!” και τραβιόταν προς τα πίσω. Με τα πολλά εκείνη έχασε την ψυχραιμία της, έβαλε τις φωνές και τελικά άστραψε στην κόρη της ένα δυνατό χαστούκι. Το παιδί σταμάτησε να κλαίει, κατέβασε το κεφάλι και προχώρησε προς τα σκαλιά της εισόδου χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Εγώ παρακολουθούσα μαρμαρωμένη.

Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι πλησίασα το κορίτσι και πιάσαμε κουβέντα. Ήθελα οπωσδήποτε να γίνω φίλη της. Αφενός μου είχε φανεί πολύ συμπαθητική, αφετέρου ένιωθα πως όφειλα να της προσφέρω τη στήριξή μου, και ας ήμασταν συνομήλικες. Της έδωσα μερικά κάστανα που τα δέχτηκε πρόθυμα. Έπειτα καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια δεν χωρίσαμε ούτε στιγμή. Η Άννα η Εβραία έγινε μου φίλη κι εγώ δική της.

“Η Λαοκρατία είναι η καινούρια καλύτερή μου φίλη”, είπε το μεσημέρι στη μητέρα της για μένα, εκείνη όμως δεν φάνηκε να δίνει και πολλή σημασία.

Στα μαθήματα η Άννα ήταν αδύναμη. Παρόλο που περνούσαμε αρκετές ώρες μελετώντας, πότε στο σπίτι της και πότε στο δικό μου, την επόμενη μέρα ήταν σαν να τα είχε ξεχάσει όλα. Έπαιρνε κακούς βαθμούς και γενικώς δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τη δασκάλα. Αργότερα, οι καθηγητές την συμβούλευαν να προσπαθήσει να μάθει κάποια τέχνη και να αφήσει τα γράμματα. Το έβρισκα εγκληματικό και δεν σταματούσα να της το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία.

Οι γονείς της Άννας εργάζονταν σε ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο. Είχαν έρθει λίγο πριν από εμάς στην Τασκένδη. Η καταγωγή τους ήταν από τη Μακεδονία. Ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι φτιαγμένο από χώμα, μερικά τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας. Ήταν ένα μονόπατο κτίσμα βαμμένο με ασβέστη, που στην αυλή του είχε μια οξιά και ένα δέντρο που έμοιαζε με πλάτανο. Έξω από τα τζάμια είχε κάτι σταυρωτά κάγκελα, που ο πατέρας της τα είχε βάψει μαύρα και με φόβιζαν επειδή μου θύμιζαν φυλακή.

Ο πατέρας της ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Κάθε φορά που μας έβλεπε να μελετούμε στην κουζίνα ερχόταν από πάνω μας και μας έλεγε πως ήταν αγωνιστής, ένας από αυτούς που “είχαν πάει να πιάσουν τους ουρανούς για να ξεπλύνουν το αίσχος της Βάρκιζας”.

“Εγώ είμαι παρτιζάνος”, φώναζε. “Νιώθω στο πετσί μου τις βουρδουλιές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού”.

Μετά κατέρρεε στο μοναδικό ντιβάνι του σπιτιού και ροχάλιζε σαν τρένο. Αργότερα κυκλοφόρησε πως παρόλα όσα έλεγε, ο ίδιος ανήκε στη χρουστσωφική κλίκα, όμως κάτι τέτοια με την Άννα δεν τα θίγαμε ποτέ. Ούτε τότε ούτε μετά. Ποτέ μας.

Κάθε μεσημέρι η μητέρα της έφερνε στο σπίτι φαγητό με κουπόνια. Τα χρήματα που έπαιρναν από το εργοστάσιο δεν τους έφταναν. Ο πατέρας της ξόδευε τα περισσότερα στο κρασί. Ήταν δυστυχισμένος και ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Δεν φαινόταν να νοιάζεται και πολύ για την οικογένειά του. Ούτε καν για τον εαυτό του. Η Άννα μου έλεγε πως τα βράδια που γύριζε μεθυσμένος  έβαζε τις φωνές και πολλές φορές τις έδερνε χωρίς λόγο.

Παρόλο που ήμασταν καρδιακές φίλες, η Άννα δεν ήθελε να έρχεται στο σπίτι μου. Αν και φαινόταν να συμπαθεί πολύ τη μητέρα μου, τον πατριό μου τον φοβόταν επειδή ήταν Ρώσος. Τις ελάχιστες φορές που κατόρθωσα να την πείσω, επέμενε να κλεινόμαστε στο δωμάτιό μου και να διαβάζουμε εκεί μέσα. Παρότι ήξερα πως μπορεί και να πεινούσε, αρνιόταν σχεδόν πάντα να δοκιμάσει κάτι από την κουζίνα μας. Μόνο όταν είχαμε σταφιδόψωμο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τότε δεχόταν να φάει, και θυμάμαι ολοκάθαρα πως τσιμπούσε ακόμη και τα ψίχουλα σαν πουλάκι. Εγώ απέφευγα να τρώω στο σπίτι τους επειδή ήξερα πως οι μπουκιές ήταν μετρημένες. Όποτε έφερνε η μητέρα της τίποτε καρύδια ή αμύγδαλα, δεχόμουν να με φιλέψουν απλώς και μόνο από ευγένεια. Πάντα είχα όμως την αγωνία πως κάθε μου μπουκιά ήταν μία λιγότερη για την Άννα κι έτσι ποτέ δεν ευχαριστήθηκα το κέρασμα.

Μια μέρα η Άννα ήρθε στο σχολείο κλαμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο. Πηγαίναμε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τα μαθήματα δεν μας άφηναν πολύ χρόνο για συζήτηση και βόλτες. Επιπλέον, τον τελευταίο καιρό διαβάζαμε η καθεμιά στο σπίτι της. Η Άννα βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές και διάβαζε τη νύχτα, όταν της έμενε λίγος ελεύθερος χρόνος. Εγώ, παρόλο που επίσης βοηθούσα τη μητέρα μου, προτιμούσα να διαβάζω το απόγευμα κι έτσι αλλάξαμε την συνήθειά μας να μελετάμε μαζί.

“Χτες το βράδυ με χτύπησε ο πατέρα μου”, μου είπε μετά από χίλια παρακάλια εκείνο το πρωί. “Μου έσπασε το δόντι μου, και τώρα δεν θα βγάλω άλλο”, μουρμούρισε και ανασήκωσε το μπλαβιασμένο ούλο της δείχνοντάς μου ένα κενό στη θέση του κυνόδοντα.

Εκείνη την ώρα κόντεψα να τρελαθώ. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή. Την καθησύχασα όπως όπως και περίμενα με το ζόρι να τελειώσει το μάθημα για να τρέξω στο εργοστάσιο όπου δούλευε ο πατέρας της. Μόλις τον είδα να αστειεύεται με τους συναδέλφους του πάνω από μια σιδερένια ρόδα που στριφογύριζε δίπλα από κάτι αχνιστά καζάνια, πλησίασα κοντά του και τον τράβηξα από το μανίκι. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Οι άλλοι εργάτες σάστισαν. Έπεσε παγωμάρα. Κανείς δεν μίλαγε.

Στάθηκα μπροστά του και τον κοίταξα. Κατάλαβε τι ήθελα εκεί. Πριν προλάβει να πει ο, τιδήποτε σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, πλησίασα το πρόσωπό του και τον έφτυσα με όλη μου τη δύναμη φωνάζοντας “ντροπή σου!”. Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά όμως εγώ έσκυψα πιο χαμηλά και παρόλο που τρέκλισα προς στιγμήν, τελικά ξεγλίστρησα μακριά του. ‘Ήμουν δεκαοκτώ χρονών και ήταν πάνω από εξήντα. Το έβαλα στα πόδια πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό. Οι εργάτες γύρω του γελούσαν. Άκουσα τις βρισιές και τις απειλές του από μακριά. Η φωνή του έμοιαζε με γαύγισμα λυσσασμένου σκύλου. Τον μισούσα.

Εκείνο το βράδυ η Άννα κοιμήθηκε στο σπίτι μας. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω και πολλά στους δικούς μου. Οι μώλωπες στο πρόσωπό της ήταν εύγλωττοι. Περάσαμε ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας. Κάπου κάπου έβαζε τα κλάματα και χωνόταν στην αγκαλιά μου. Προσπαθούσα να την παρηγορώ κάθε λεπτό, έστυβα το μυαλό μου να βρω μια λύση. Το μόνο που θυμάμαι να της επαναλαμβάνω χίλιες φορές ήταν πως δεν θα έφευγα από κοντά της και πως δεν θα την άφηνα μόνη της ποτέ.

Η Άννα ήταν αδύναμος χαρακτήρας, μου θύμιζε ένα μεγάλο αθώο παιδί. Είχε τη γλυκύτητα και την απλότητα του καλού ανθρώπου, εκείνου που ο νους του δεν χωράει το κακό. Την αγαπούσα σαν αδελφή, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Την προστάτευα όσο περισσότερο μπορούσα καθημερινά, επειδή ένιωθα πως αυτό περίμενε από μένα και επειδή μου ήταν πολύτιμη. Ήμουν ο φύλακας άγγελός της και ήταν η συντροφιά μου. Ήξερα πως είχε κάποια νοητική υστέρηση. Δεν ήταν κάτι υπερβολικό, όμως η διανοητική της ηλικία ήταν κάπως χαμηλότερη από την κανονική μας. Παρόλα αυτά, η παρουσία της στη ζωή μου μού έδινε χαρά, με γέμιζε γαλήνη. Την έβρισκα έξυπνη με έναν λεπτό τρόπο, διαφορετικό. Ο χρόνος που περνούσαμε μαζί ήταν για μένα κερδισμένος χρόνος. Θεσπέσιος.

Σαν τώρα τα θυμάμαι. Κάθε μέρα την σκέφτομαι και μελαγχολώ.

Το επόμενο πρωί την άφησα να κοιμάται στο κρεβάτι μου και πήγα μόνη μου σχολείο. Μου φάνηκε υπερβολικά κουρασμένη και αδύναμη. Επιπλέον, το πρόσωπό της ήταν σε κακά χάλια, κάπως χειρότερα από την προηγούμενη μέρα που είχε συμβεί η σκηνή. Το μεσημέρι που γύρισα στο σπίτι έτρεξα αμέσως να την δω. Η μητέρα μου δεν είχε γυρίσει ακόμα, ο πατριός μου έλειπε στη Μόσχα για δουλειές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντίκρισα ένα θέαμα που μου πάγωσε το αίμα.

Η Άννα κρεμόταν από ένα σκοινί που είχε δέσει στο φως του δωματίου και δίπλα της ήταν πεσμένη η καρέκλα που χρησιμοποιούσα για κομοδίνο στο κρεβάτι μου. Ακόμα θυμάμαι την κραυγή μου, το καρδιοχτύπι και τον τρόμο μου. Νόμισα πως η γη έφευγε κάτω από τα πόδια μου και πως κινδύνευα να πέσω.

Άρπαξα το νεκρό σώμα και προσπάθησα να την ανασηκώσω στον αέρα κλαίγοντας. Το δέρμα της ήταν παγωμένο, τα μάτια της κλειστά. Κατάλαβα πως ήταν πλέον αργά. Στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από τα πόδια της, υπήρχε μια μικρή λίμνη. Κατάλαβα πως η Άννα είχε κατουρηθεί και η σκέψη με έκοψε σε χίλια μυτερά, απαίσια κομμάτια.

Έπεσα στο κρεβάτι όπου την προηγούμενη νύχτα είχαμε κοιμηθεί μαζί και άρχισα να ουρλιάζω σαν λύκος. Έσφιγγα τα δόντια μου τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα τα σπάσω. Χτυπιόμουν και έκλαιγα με μανία, έφτυνα σάλια και έδερνα το στρώμα με τις γροθιές. Σκεφτόμουν πως έδερνα εκείνον και χτύπαγα όλο και πιο δυνατά. Με απερίγραπτο μίσος. Σαν τρελή. Ήθελα να τον σκοτώσω.

Λίγο αργότερα, όταν συνήλθα κάπως και προσπάθησα να ψυχραιμήσω για να δω τι θα κάνω με την καταστροφή, είδα ένα λευκό χαρτάκι χωμένο κάτω από το μαξιλάρι της. Το ξεδίπλωσα, διάβασα την ανορθόγραφη φράση της και μετά ξανάρχισα να κλαίω, απολύτως συντετριμμένη και δυστυχής:

“Σηγγνώμη που πέθανα εδώ, όμως αν το έκανα στο σπίτη η μάνα μου θα έτρωγε κσύλο για τις ζυμιές, και δε θέλω”.

Drum και zippo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 8 Απριλίου 2016)

 
Όταν έπεφτε στο κρεβάτι της άρεσε να διαβάζει παλιά τεύχη της Βαβέλ ή της Διάπλασης των Παίδων, ενός περιοδικού μετά εικονογραφιών δια παίδας και κοράσια. Όταν έκλεινε τα μάτια ονειρευόταν κελύφη σαλιγκαριών, σπίτια που γέμιζαν νερό κι έπρεπε να κολυμπήσει για να φτάσει στην κρεβατοκάμαρα και ωραία μανικετόκουμπα από ξένα σακάκια.
 
Εκείνη την ημέρα, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του μετρό, διαπίστωσε πως έβγαινε σε μια άδεια πόλη. Ήταν μόνη της. Στο χέρι της κρατούσε ένα μαύρο τηλέφωνο, από κείνα τα παλιά με το στρογγυλό καντράν και τα λευκά νούμερα. Χωρίς καλώδιο.
 
 Το άφησε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να περπατά στην άσφαλτο –γύρω της η πόλη έμοιαζε με σταματημένο καρέ. Καμία κίνηση, κανένας ήχος. Ούτε καν τα σύννεφα δεν πετούσαν στον ουρανό. Έκανε λίγα βήματα και τότε είδε μπροστά στα πόδια της μια διάφανη πλαστική σακούλα με νερό. Στο πάνω μέρος ήταν δεμένος ένας χοντρός κόμπος. Μέσα κολυμπούσαν δύο ψάρια. Της φάνηκαν κάπως υπερτροφικά για να προέρχονται ή να προορίζονται για κάποια γυάλα, δεν ήταν καν χρυσόψαρα. Τα άφησε εκεί και περπάτησε κι άλλο.
Συνέχισε να προχωρά μέχρι που είδε το κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού.
 
 
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το μεγάλο ρολόι. Ήταν σταματημένο στις 3. Παρατήρησε πως στα πλάγια του, δεξιά κι αριστερά, υπήρχαν δύο μεγάλα φτερά. Της ήρθαν στο νου τα Φτερά του Έρωτα, αλλά πέρα από αυτή τη σκέψη τίποτε περισσότερο δεν παρέπεμπε στην ταινία. Στον ουρανό τα σύννεφα είχαν ζωντανέψει και τώρα έτρεχαν σε γρήγορη κίνηση προς το βορρά. Μπήκε στο σταθμό και κατευθύνθηκε προς το βάθος.
 
Στο τέλος του διαδρόμου, εκεί που ήταν η καφετέρια, είδε τον Tom Waits και τον τον Iggy Pop που έπιναν burbon και καφέ. Κάπνιζαν στριφτά τσιγάρα, στο τραπέζι έχασκε ανοιχτός ένας καπνός Drum κι ένας zippo, και γύρω τους κανείς.
 
Ήξερε πως η σκηνή ήταν από την ταινία του Jarmusch, Coffee & Cigarettes. Η μόνη διαφορά ήταν πως η εικόνα τους ήταν παραμορφωμένη, έτσι όπως παραμορφώνεται καμιά φορά στο σινεμά η κόπια και τη βλέπεις να βγάζει όξινες μπουρμπουλήθρες στην οθόνη, και να τρυπάει, να καίγεται, να πεθαίνει.
Αρέσει σε %d bloggers: