Γείτονες

  • (Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62906 στις 9 Μαΐου 2017)
  • Πού και πού, στο παράθυρο του τρίτου ορόφου με τα ξύλινα πατζούρια και τις κόκκινες κουρτίνες της πολυκατοικίας επί της οδού Μακρυγιάννη, σε μια επαρχιακή πόλη που δεν έχει σημασία το όνομά της, εμφανίζεται ένα λιγνό κορίτσι. Τα απογεύματα βγαίνει στο στενό μπαλκονάκι, κοιτάζει την πλατεία και τα γύρω στενά κι έπειτα ξαναμπαίνει μέσα και βάζει νερό για τσάι. Συνήθως περπατά ξυπόλητη και κυκλοφορεί με ένα κοντομάνικο φανελάκι. Όταν βράσει το νερό, βυθίζει στο φλυτζάνι της το σακουλάκι Lipton και παρατηρεί το διάφανο υγρό να βάφεται καφέ. Εισπνέει με ανακούφιση τη μυρωδιά που αναδίνεται και κάθεται στην μοναδική καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Περιμένει να κρυώσει το τσάι της κι έπειτα αρχίζει να το ρουφά με μικρές κοφτές γουλιές. Όλη αυτή την ώρα ένας πράσινος μικρός παπαγάλος φτερουγίζει μέσα στο κεφάλι της. Μόλις πιεί το τσάι της γονατίζει μπροστά στα εικονίσματα και κάνει προσευχή.

    Στον πρώτο όροφο του σπιτιού κατοικεί μια ηλικιωμένη. Τα πατζούρια του υπνοδωματίου της είναι σπασμένα αυτό όμως δεν φαίνεται να την ενοχλεί. Στην πλευρά της κουζίνας σκαρφαλώνει ένας κισσός που η κυρία καμαρώνει συνεχώς. Κάθε βδομάδα τον ποτίζει με ένα πλαστικό μπουκάλι από κόκα κόλα, εκτός αν βρέξει ενδιάμεσα, οπότε δεν χρειάζεται να κατέβει ως το ισόγειο. Στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού της χεριού λάμπει ένα μαβί ρουμπίνι καθώς αδειάζει τις τελευταίες σταγόνες στη ρίζα του φυτού. Τα απογεύματα της αρέσει να τραγουδάει Βαμβακάρη.
    Εννιά χρονών και ολομόναχος στον δεύτερο όροφο του κτιρίου. Το απόγευμα, μετά το σχολείο, βγαίνει στο μπαλκόνι και απλώνει στο μάρμαρο τα Lego του μέχρι να έρθουν σπίτι οι γονείς του.

    Φτιάχνει πύργους και αποθήκες, με φανταχτερά χρώματα οπωσδήποτε, με κομψά σχήματα και μεγάλες εισόδους. Κάποτε ονειρεύεται να χτίσει μια ολόκληρη πόλη από Lego. Τότε είναι σίγουρο πως θα χρησιμοποιήσει μόνο κόκκινα και πράσινα τουβλάκια και μέσα θα βάλει πολλά Play Mobil. Η πόλη που θα χτίσει θα είναι πυκνοκατοικημένη και γεμάτη ουρανοξύστες. Από τον τελευταίο όροφο του πιο ψηλού κτιρίου θα κοιτάζει τα υπόλοιπα κτίρια και θα γελάει δυνατά. Η πόλη θα είναι όλη δική του. Τέτοια σκέφτεται καθώς ολοκληρώνει ένα διώροφο γκαράζ για οχήματα της πυροσβεστικής.

    (Η απέναντι μονοκατοικία έχει βαφτεί πρόσφατα. Οι τοίχοι του σαλονιού, εσωτερικά, έχουν το χρώμα της μανόλιας και τα πατζούρια είναι κυπαρισί. Τα υπόλοιπα είναι όλα άσπρα. Ο κήπος είναι γεμάτος γλάστρες και δέντρα, και στην άκρη γαβγίζει ένα σκυλί.«Έτσι γινότανε στην πόλη εκείνα τα χρόνια, πέτρινα όλα, καλοφτιαγμένα. Πενήντα χρόνια ζήσαμε στο σπίτι, μέχρι που πέθανε η γριά και το έγραψε του γιου μου. Εκείνος το άφηκε να ρημάξει, ανεπρόκοπος, χαραμοφάης. Εμένα με πήγε στης αδερφής μου αρχικά, να το νοικιάσει δήθεν και τέτοια. Μόλις πέθανε κι αυτή, με πέταξε εδώ μέσα. Ερήμωσε το σπίτι, σαρκοφάγα λουλούδια και περικοκλάδες ξεπεταχτήκανε από τα παράθυρα, γέμισε ο κήπος φίδια και πόντικες – έτσι μαθαίνω. Ούτε το φροντίζουν, ούτε τίποτα. Ο ίδιος μου τα λέει. Αν έβλεπε η γιαγιά του την κατάντια του θα τον έκανε τ’ αλατιού. Εγώ δεν δύναμαι, χήρα γυναίκα είμαι, έχω διαβήτη και διάφορες παθήσεις, χάνω μέρα με τη μέρα την όρασή μου και το κουτσό πόδι ασθενεί. Το σπίτι μου το θυμάμαι, και τα νέα μου τα λέει αυτός, μια φορά στο τόσο που μου φέρνει σοκολάτες για διαβητικούς και καινούριες παντόφλες. Καλύτερα έτσι. Αναπολώ τη μανόλια κι οδύρομαι. Ας πάω μέσα τώρα, έπιασε αγιάζι και κάπως σα να κρύωσα».
    Η γυναίκα τελειώνει να σκέφτεται και μπαίνει στο δωμάτιό της. Το γηροκομείο όπου ζει της παρέχει όλες τις ανέσεις που θα της εξασφαλίσουν άλλη μία ήρεμη νύχτα ζωής.)

    Το ισόγειο διαμέρισμα της πολυκατοικίας με τα ξύλινα πατζούρια είναι κατάλευκο και σχεδόν άδειο. «Στο πάτωμα είχε πήλινες γλάστρες με χρωματιστά κεριά και στους τοίχους κολλημένα χαρτόνια με ζωγραφιές της. Κοιμότανε κατάχαμα σε ένα στρώμα γεμάτο μαξιλάρες. Από το ταβάνι κρεμότανε μια μαριονέττα με φορεσιά μαρκησίας και ανακατεμένα μαλλιά. Γυρνούσαμε από το μπαρ κι αρχίζαμε. Δεν λέγαμε λέξη. Γδυνόταν σιωπηλά και με τραβούσε πάνω της. Κάθε νύχτα εναλλάξ, άγριο γαμήσι, τρυφερό γαμήσι, εγώ την ήθελα σαν τρελός κι εκείνη με ρούφαγε. Είχε κάτι παράξενο και αυτή η ίδια αλλά και το μέρος όπου βρισκόμασταν. Σαν να μην ήταν κομμάτια της πραγματικότητας. Σαν να το είχα φανταστεί το σκηνικό. Το σπίτι της δεν μύριζε τίποτα. Τα χαράματα με σήκωνε να φύγω. Απότομα, ξαφνικά. Μια μέρα της είπα πως την αγαπούσα και πως ήθελα να μείνω εκεί. Με έσπρωξε στην πόρτα λέγοντάς μου με παγωμένη φωνή: “Έρωτες και παραμύθια. Αν μείνεις εδώ θα γνωριστούμε, κι όσα περισσότερα μαθαίνεις για κάποιον τόσο πιο γρήγορα χάνεις το ενδιαφέρον σου για κείνον. Οι καβλωτικές παραμύθες θέλουν ανώνυμους συμπαίκτες. Πρέπει να είναι άγριες, γεμάτες απανθρωπιά. Αν μάθω πώς σε λένε και τι σ’ αρέσει για πρωινό, μ’ έχασες, εξημερώθηκες. Δεν έχω λόγο να σε κρατήσω”».

Μέρες νοσοκομείου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/62594 στις 24 Φεβρουαρίου 2017)

 

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 1985. Ημερολόγιο.

Απόψε το βράδυ βγήκα με τον Έντεχνο. Κατά διαβολική σύμπτωση είναι τα γενέθλιά μου: κλείνω τα δεκαέξι, αλλά δεν το ξέρει κανείς στο μπαρ, εκτός από τη φίλη μου. Ήρθαμε νωρίς και αράξαμε για ποτό στους καναπέδες. Οι τρεις μας. Κρατά στα χέρια του τη φωτογραφική μηχανή του και προσπαθεί διαρκώς να με βγάλει φωτογραφία αλλά εγώ όλο του λέω να περιμένει γιατί δεν είμαι έτοιμη. Φόρεσα το καλό κόκκινο πουλόβερ μου κι έπιασα τα μαλλιά μου αλογοουρά –δεν είμαι και χάλια. Ήθελα όμως να πάω στην τουαλέτα να βαφτώ λίγο, να φαίνομαι πιο ερωτική. Εκείνος με στοχεύει με την κάμερα και κάνει πως βγάζει φωτογραφίες, αλλά τελικά αυτό νομίζω πως είναι απλώς μια δικαιολογία για να με κοιτάζει με την άνεσή του.

Τον Έντεχνο τον γνώρισα ένα βράδυ στο μπαρ όπου έπαιζε μουσική. Μου την έπεσε πολύ επιθετικά, με τσαμπουκά και ολίγη αγένεια. Όχι καμάκι, απλώς ατάκες που έδειχναν εξαιρετική αντιπάθεια προς το μέρος μου. Φαινόταν πως δεν με γούσταρε, κάτι του έκανα μάλλον και του την έσπαγα χοντρά. Δεν με άντεχε. Ό, τι έλεγα, εκείνος το αντίθετο. Ένα κομμάτι του ζήτησα μια μέρα και ίσα που δεν μου πέταξε το βινύλιο στα μούτρα. Πολλή τσαντίλα, δεν καταλάβαινα γιατί. Η κολλητή μου επέμενε πως ο Έντεχνος με γούσταρε και του έβγαινε έτσι, αλλά εγώ ήμουν σίγουρη πως έλεγε ό, τι να’ ναι.

Ένα βράδυ με ρώτησε αν ακούω ελληνικά, κι εγώ, μπασμένη στο κλίμα του φτυσίματός του, του απάντησα πως ακούω μόνο ντίσκο. Έτσι, για να του τη σπάσω. Έπαθε πλάκα, από εκείνη τη στιγμή με κοίταζε και φρίκαρε. Εγώ ψιλοδιασκέδαζα με τη φάση, μου άρεσε να του την μπαίνω και να τον εκνευρίζω. Πέρασε λίγος καιρός και το βιολί βιολάκι. Της κολλητής μου ούτε που της έδινα σημασία όταν έσκιζε τα ρούχα της πως ο Έντεχνος είχε κολλήσει και δεν ήξερε πώς να φερθεί λόγω γουσταρίσματος.

Ένα βράδυ μείναμε στο μπαρ ως αργά και τελικά καταλήξαμε με παρέα σε ένα ξενυχτάδικο της εθνικής οδού, με σκυλάδικα, ξένα του θανάτου και γαβ γκαρσόνες να μοιράζουν μπόμπες σε ψηλά ποτήρια. Εγώ δεν είχα ξαναπάει ποτέ σε τέτοιο μαγαζί, αλλά ήταν μαζί ο Μάκης με το αμάξι του κι έτσι μας πήγε για πλάκα να δούμε πώς είναι. Τον Έντεχνο δεν τον περιμέναμε, αλλά τελικά έσκασε μύτη μαζί με ένα άλλο παιδί από το μπαρ.

Καθίσαμε όλοι μαζί και πιάσαμε την κουβέντα. Πιο κει οι άλλοι μιλάγανε ένας Θεός ξέρει για τι, κι εγώ με τον Έντεχνο πιάσαμε κουβέντα για τα σχολεία και τους καθηγητές μας. Του έκανα την καμπόση, πως και καλά εγώ πήγαινα σε καλύτερο σχολείο από εκείνο που είχε βγάλει αυτός, πως το δικό του ήταν της πλάκας τότε, κι άλλα τέτοια χαζά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάτι με είχε πιάσει και κόμπλαρα του κερατά. Έλεγα μαλακίες γιατί δεν μπορούσα να βρω τα λόγια να πω αυτό που σκεφτόμουν στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Φερόμουν σα βλάκας γιατί δεν μπορούσα να φερθώ αλλιώς. Αυτός με άκουγε χαμογελώντας και κάθε τόσο μου έλεγε: «Είσαι μια ψηλομύτα κότα, τίγκα στην έπαρση!». Μετά με ρώτησε πόσων χρονών είμαι ακριβώς, αλλά δεν απάντησα, δεν είναι ανάγκη να ξέρει και τα πάντα.

Η νύχτα συνεχίστηκε μέσα στην κόντρα. Σε κάποια φάση που φωνάζαμε για ώρα ο ένας στο αυτί του άλλου ο Έντεχνος γυρνάει και μου σκάει ένα φιλί που κόντεψε να με στείλει στον άλλο κόσμο. Έτσι, στο ξαφνικό. Χωρίς προειδοποίηση, γύρισε και κόλλησε το στόμα του στο δικό μου. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει, ένιωθα απίστευτη ζαλάδα κι εκείνος εκεί, να συνεχίζει να με φιλάει διαολεμένα καλά, χωρίς να με ακουμπάει αλλού –ούτε το χέρι δεν μου έπιασε. Τρελάθηκα. Δεν κατάλαβα τι μου είχε σκάσει στο ξαφνικό, είχα πάθει πλακάρα, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ένιωθα να τον θέλω όλο και περισσότερο.

Στο διάλειμμα των φιλιών συνεχίζαμε το κράξιμο, αγώνας δρόμου οι ατάκες μας, πέφτανε σαν πρόκες μέσα στο τεντωμένο αυτί κι έπειτα ξανά μανά τα γλωσσόφιλα της κόλασης και το στομάχι κόμπος. Σε κάποια φάση ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται, λυγίσανε τα γόνατά μου, έφαγα μια δυνατή σκουντιά από την κολλητή μου και σηκωθήκαμε και φύγαμε χωρίς να πούμε ούτε καληνύχτα.

Έκανα μέρες να ξαναδώ τον Έντεχνο, δεν είχα κουράγιο να βγω αμέσως μετά από εκείνο το βράδυ. Κάθε λεπτό της μέρας και της νύχτας νόμιζα πως θα έσπαγε η καρδιά μου. Ζούσα και ξαναζούσα τα φιλιά μας, μύριζα το μάγουλό του, έβλεπα τα μάτια του. Ένιωθα μια αφόρητη ένταση, έναν πανικό εντελώς ανεξήγητο. Τον σκεφτόμουν και το βλέμμα του γινόταν χταπόδι που με έσφιγγε να με πνίξει. Έπαιρνα βαθιές ανάσες για να κατορθώσω να λειτουργήσω, τον σκεφτόμουν ασταμάτητα κάθε λεπτό, επίμονα, διαρκώς, τόσο κόλλημα με τον τύπο. Το πιο περίεργο είναι πως δεν ήταν από τα αγόρια που μου αρέσουν συνήθως. Δεν είχε τίποτα από όσα θεωρούσα γοητευτικά μέχρι τώρα. Ίσως αυτό να τον έκανε ακόμα πιο ακαταμάχητο στο κεφάλι μου, το γεγονός δηλαδή πως δεν μπορούσα να καταλάβω τι στο καλό του έβρισκα και τράβαγα τέτοιο ζόρι μαζί του. Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, πέρασα μερικές μέρες νοσοκομείου μέχρι να τον ξαναδώ. Σαν άρρωστη.

Ένα βράδυ, κάτι μέρες μετά, πήγαμε για ποτό στο γνωστό μπαράκι μαζί με τη φιλενάδα μου, ξέροντας πως θα τον δούμε εκεί. Τις προηγούμενες μέρες δεν της είχα πει με λεπτομέρειες τι ζημιά είχα πάθει με τον τύπο γιατί ήμουν σίγουρη πως θα με έκραζε. Συνεχώς μου λέει πως φλασάρω σε άσχετους, πως είμαι έτοιμη να ενδώσω απερίσκεπτα σε όποιον μου κάνει κλικ, και διάφορα τέτοια. Την ψιλοφοβόμουν γιατί αναγνωρίζω πως με ξέρει καλά, προτίμησα λοιπόν να το παίξω πιο άνετη από όσο ήμουν και να κρατήσω την ψυχραιμία μου.

Όταν τον είδαμε κόντεψε να μου πέσει το ποτήρι με τη μπύρα. Μετά από αρκετή ώρα πήγαιν’ έλα, πέρασε με μια γαβάθα γεμάτη σύκα και μας πρόσφερε από ένα, σα να μην έτρεχε μία. Ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Όλο το βράδυ προσπαθούσα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και να κάνω την αδιάφορη. Πέτυχε. Όσα βλέμματά του έπιανα με το πλάι των ματιών μου απέφυγα να τα ανταποδώσω. Τον κοιτούσα μόνο όταν είχε στραμμένο το βλέμμα κάπου αλλού. Έμεινα με την κολλητή μου όλο το βράδυ χωρίς να πάω ούτε για κατούρημα. Αν με πετύχαινε πουθενά είμαι σίγουρη πως θα έπεφτα στην αγκαλιά του. Γι’ αυτό δεν το κούνησα ούτε λεπτό από δίπλα της.

Προχτές το βράδυ τον είδα σε ένα άλλο μαγαζί με τους φίλους του. Κώλωσα αλλά παρέμεινα σοβαρή. Προς μεγάλη μου έκπληξη με πλησίασε και μου ζήτησε με τη μία το τηλέφωνό μου. Του το έδωσα με την ψυχή στο στόμα και απόψε βγήκαμε την πρώτη μας βόλτα μαζί. Φόρεσα το κόκκινο πουλόβερ γιατί όλοι μου λένε πως μου πάει πολύ. Προσπάθησα να γίνω όσο πιο όμορφη γινόταν. Μέχρι να περάσει η ώρα και να τον δω είχα ταχυκαρδία και ήμουν όλο νεύρα. Τώρα χαλάρωσα κάπως. Ελπίζω να πάει καλά η βραδιά. Ευτυχώς αύριο δεν έχουμε σχολείο κι έτσι θα μπορέσω να αργήσω κάπως απόψε.

Δεν ξέρω τι ακριβώς περιμένω από αυτόν τον τύπο, μάλλον τίποτα. Δεν έχουμε τίποτα κοινό μεταξύ μας, ξέρω μόνο πως είναι τόσο σέξι που με κάνει και ξεχνάω κάθε σκοπό, παραλογίζομαι.

Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στις τουαλέτες. Ήρθα να βαφτώ αλλά τελικά έγραψα το κατεβατό μου κι ακόμα άβαφτη είμαι. Θα κόψω τη σελίδα αυτή τώρα και θα την χώσω στο μπουφάν της κολλητής μου καθώς θα βγαίνουμε έξω από το μαγαζί με τον Έντεχνο. Θα μπορέσει να διαβάσει όσα σκέφτηκα και όσα δεν τόλμησα να της πω από αγωνία μήπως μου βάλει τις φωνές και από ανασφάλεια για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ψιλοντρεπόμουν κιόλας, για να πω την αλήθεια. Καταλαβαίνω γιατί με κράζει κάθε τόσο και πως θέλει μόνο το δικό μου καλό. Με αγαπάει και την αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο, αλλά πού και πού χρειάζεται να της τα γράφω για να τα ακούει καλύτερα. Πρέπει να ξέρει. Πρέπει. Μερικές φορές της λέω να μην αναζητά νοήματα και κρυμμένα μηνύματα εκεί όπου δεν υπάρχουν μα αυτή ούτε που με λαμβάνει υπόψη. Νομίζει πως ό, τι κι αν πω είναι γεμάτο πράγματα και θάματα που προσπαθώ να κρύψω γι’ αυτό και τα κωδικοποιώ και μετά προσπαθεί να εξηγήσει το κάθε τι.

Καμία σχέση. Τώρα λοιπόν, θα της δώσω αυτήν εδώ τη σελίδα για να δει τι σημαίνει νόημα…

Είμαι σίγουρη πως θα με καταλάβει, κι αυτό για μένα μετράει πολύ. Μπορώ να πω περισσότερο κι από τον Έντεχνο. Κι ας τον γουστάρω σαν άρρωστη, κι ας ζω για πάρτη του μέρες νοσοκομείου.

 

Το μυρμήγκι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10892  στις 22 Φεβρουαρίου 2017)

Είναι ένα μυρμήγκι που προχωράει μακριά από τα υπόλοιπα. Σκύβω καλύτερα και το παρατηρώ. Μαύρο, μεγαλούτσικο, με μακριές κεραίες και δαγκάνες. Έχω τινάξει το σακουλάκι της τυρόπιτας στο χώμα και κάθομαι στο πεζούλι. Παρακολουθώ τις ορδές των φίλων του να σπεύδουν. Άλλα καταπιάνονται με τα μεγαλύτερα φύλλα σφολιάτας, μερικά με κάτι μικροσκοπικά κομματάκια τυρί. Το δικό μου μυρμήγκι κινείται απόμερα, κουνάει πάνω κάτω τις κεραίες του και σταματάει απότομα μόλις συναντήσει κάποιο άλλο. Πιάνω ένα κομματάκι φύλλο και το ρίχνω μπροστά του. Φρενάρει, το επεξεργάζεται και αλλάζει πορεία. Το μυρμήγκι μου δεν πεινάει, αψηφά τον κίνδυνο, δεν έχει αίσθηση του καθήκοντος, είναι τρελό.

Είμαι επτά χρονών και όταν δεν κάθομαι στο θρανίο μου, στη λεκάνη της τουαλέτας ή στο τραπέζι της κουζίνας μου αρέσει να κάθομαι στο πλατύσκαλο του σπιτιού ή στο πεζούλι δίπλα από τις λεμονιές και να παρατηρώ τα μυρμήγκια. Ξέρω πως υπάρχουν διάφορες φυλές. Καφετιά, μαύρα, μικρά, μεγάλα, φτερωτά, πλατυκέφαλα. Στο χώμα της αυλής μας κυκλοφορούν διάφορα από αυτά. Νομίζω πως όλα μοιάζουν μεταξύ τους. Αν εξαιρέσεις το χρώμα και το μέγεθος, θα έλεγα πως το χώμα κατοικείται αυστηρά από ολόιδια σπιτικά μυρμήγκια.

Πολλές φορές παρακολουθώ πού καταλήγει μια σειρά μυρμηγκιών και φτάνω μέχρι τη φωλιά τους. Έχω προσπαθήσει να δω τι υπάρχει μέσα στον σκοτεινό κρατήρα, όμως είναι αδύνατον. Η τρύπα είναι πολύ μικρή, δεν φαίνεται τι έχει μέσα. Παλιότερα μου είχε συμβεί να πατήσω πάνω σε μυρμηγκοφωλιές και να χαλάσω το μικρό βουναλάκι σκόνης και χώματος που τις περιβάλλει. Πλέον προσέχω περισσότερο και δεν κάνω τέτοια λάθη.

Το μυρμήγκι μου ξεμακραίνει από τα υπόλοιπα και αδιαφορεί για τα αποφάγια που έχω ρίξει μπροστά του. Αναρωτιέμαι γιατί το κάνει αυτό, την ώρα που οι δικοί του σκοτώνονται να μαζέψουν προμήθειες για το χειμώνα. Κάποτε είχα δει ένα μυρμήγκι να σέρνει έναν κόκκο σιταριού τουλάχιστον τέσσερις φορές μεγαλύτερο από κείνο. Το πιο εντυπωσιακό, βέβαια, ήταν ένα άλλο, που έσερνε μια νεκρή μέλισσα που στα μάτια του θα πρέπει να φάνταζε τουλάχιστον σαν τον γίγαντα Γκρισίνο. Άλλα κουβαλάνε κατσαρίδες, σκαθάρια, ψίχα ψωμιού, φτυμένες πατάτες, κουκούτσια, μέχρι και το ξεραμένο καύκαλο από μια πληγή που είχα ξύσει κάποτε και όταν το πέταξα μπροστά τους σκοτώθηκαν να το αρπάξουν και ν’ αρχίσουν να τρέχουν.

Είναι μεσημέρι και ο ήλιος με χτυπάει κατακούτελα. Κάνει ζέστη και πιο κει η μάνικα ποτίζει σιγανά τα λουλούδια της μάνας μου. Το συνηθίζει να αφήνει ανοιχτή τη βρύση για να ποτίζονται λίγο λίγο τα φυτά όταν βαριέται να ποτίσει κανονικά. Πολύ συχνά γεμίζει ο τόπος λάσπες.

Σκύβω πάνω από το τρελό μυρμήγκι και το πιάνω. Πάει να μου γλιτώσει αλλά δεν μπορεί. Προσπαθώ να μην του σπάσω τα πόδια, και γενικώς να μην το λιώσω κατά λάθος. Η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα. Ξαφνικά νιώθω πως ξύπνησα, η μεσημεριανή ζαλάδα έχει περάσει.

Με το άλλο χέρι αρπάζω μια καρφίτσα που μόλις ανακάλυψα στα χώματα και καρφώνω στη μέση το μυρμήγκι. Η άκρη της καρφίτσας μου τρυπάει λίγο το δάχτυλο αλλά όχι τόσο βαθιά ώστε να τρέξει αίμα. Το σουβλισμένο μυρμήγκι μου κουνιέται σαν τρελό. Το φέρνω μπροστά στα μάτια μου και το κρατάω έτσι όπως έχω δει να κρατάνε οι γυναίκες ένα λουλούδι ή τα άλλα παιδιά το γλειφιτζούρι τους. Το κάνω γύρους στον αέρα. Αυτό συνεχίζει να κουνάει χέρια και πόδια σαν παλαβό. Αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει τι του συνέβη.

Σε λίγο βαριέμαι το παιχνίδι μου κι αρχίζω να πεινάω. Πετάω το καρφιτσωμένο μυρμήγκι πιο κει και μπαίνω στο σπίτι. Δεν κάνω καν τον κόπο να το πατήσω για να βάλω ένα τέλος στο βάσανό του, μιας και δεν μου περνάει καν απ’ το μυαλό καν πως το μυρμήγκι μπορεί να πονάει.

Αργά το απόγευμα ξαναβγαίνω στην αυλή και αναρωτιέμαι τι να απέγινε η αυτοσχέδια σούβλα μου. Επιστρέφω στο σημείο του μαρτυρίου και ψάχνω να το βρω. Η καρφίτσα πουθενά. Το παρτέρι έχει γεμίσει λάσπες. Κλείνω τη μάνικα που τρέχει απ’ το πρωί και ξανακάθομαι στη θέση μου, στο πεζούλι. Σκύβω κοντά στη γη και μυρίζω τη σκόνη. Κοιτάζω κάτω από τα πόδια μου και φτύνω λίγο σάλιο γεμάτο μπουρμπουλήθρες και υπολείμματα μακαρονιών. Δεκάδες μυρμήγκια μαζεύουν τροφή για το χειμώνα.

 

Το φωτάκι

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 26 Ιανουαρίου 2017 – απόσπασμα)

[…]

Η Μισέλ – καλλιτεχνικό όνομα, φορεμένο ειδικά για την περίσταση –  άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία.Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη παιδική ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μισέλ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μισέλ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μισέλ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μισέλ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μισέλ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν ζωντανές ηλεκτρικές κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες σπαρταριστά από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Η ομορφιά των αντιθέσεων

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 17 Ιανουαρίου 2017)

Να περπατάς στα χιόνια με κατάμαυρα ρούχα.
Να στολίζεις με πάναγνη σαντιγί ένα διαβολικά σοκολατένιο γλυκό.
Να βλέπεις χρωματιστά όνειρα μια αφώτιστη νύχτα.
Να διαισθάνεσαι το θρίαμβο του νικητή έρωτα στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης.
Να περιφέρεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο με κλειστά παράθυρα στο κέντρο μιας μεγαλούπολης.
Να υποκύπτεις με παιδική αθωότητα στη μαύρη μαγεία ενός αισθήματος ενηλίκων.
Να ζωγραφίζεις το μεγάλο χάρτη της εξωστρέφειας ιχνογραφώντας τα μικρά σημεία της εσωστρέφειάς σου.
Να λες από σεμνότητα ναι σε κάποιον που χρειάζεται το αντίθετο του όχι.
Να θυμάσαι επίμονα όσα με την απουσία τους θα κινδύνευαν να ξεχαστούν.

Το τέλος του κόσμου

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 7 Ιανουαρίου 2017)

Η πόλη είναι λεηλατημένη και βρωμάει ψοφίμι και αποκαΐδια.

Τα κορίτσια-Μάνγκα λικνίζονται αισχρά για να ερεθίσουν τα άγρια ράπερ αγόρια.

Φορούν πρόστυχα ρούχα και είναι βαμμένα με απόκοσμα χρώματα, νεκρικά. Τα πρόσωπά τους είναι σχεδόν παραμορφωμένα.

Τα αγόρια μοιάζουν με λυκόσκυλα, έχουν εμφυτεύματα, τροχισμένα δόντια και βλέμμα ναρκομανή. Ορμάνε χωρίς δεύτερη σκέψη, κατακρεουργούν τους ανυποψίαστους και ζητωκραυγάζουν.

Νικητής είναι αυτός που προλαβαίνει να ρουφήξει πιο πολύ αίμα απ’ όλους σε χρόνο μηδέν.

Το έπαθλο είναι πάντα ένα τσόκερ με σκουριασμένες πρόκες, που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην επόμενη θυσία.

Οι συμμορίες των πόλεων μοιάζουν με άγριες αγέλες. Τρομοκρατούν τους ελάχιστους φιλήσυχους πολίτες και διαλύουν το περιβάλλον τους.

Όλα έχουν κάτι φαντασμαγορικά αρρωστημένο και ψεύτικο, κάπως αποτυχημένα κινηματογραφικό.

Ο αέρας μυρίζει οινόπνευμα και κάνναβη, στους δρόμους καίγονται σκουπίδια.

Τα λάστιχα ενός πολεμικού οχήματος χαράζουν με μαύρο χρώμα την άσφαλτο και η εξάτμιση πυροβολεί σαν στούκας.

Τα μαγαζιά είναι λεηλατημένα, τα δάση ξερά, ο ουρανός μολυβένιος, βρώμικος. Τα πουλιά στέκονται στα σύρματα, χιτσοκικά και λιμασμένα. Τα σύννεφα ραδιενεργά.

Τρελοί, μασκαράδες, απατεώνες, σάτιροι με σιδεροπρίονα στα χέρια ξεμοναχιάζουν έφηβα παιδιά και τους κόβουν τα πόδια ή τα γεννητικά όργανα.

Μια ακραία δυσκολία, ένα μεθυστικό μίσος, ο μεγαλομανής ερωτισμός του φόβου, μια σκηνή σεξουαλικής τρομολαγνείας, ένας τραγικός θάνατος συμβαίνουν κάπου πιο πέρα.

Σε ένα πρώην γραφείο τελετών με μουχλιασμένους τοίχους το αίμα έχει ταγκή γεύση και είναι ζεστό. Το σάλιο και τα σπέρμα είναι λευκά σαν το χιόνι. Ο ήχος της γροθιάς σκάει πάνω στο μάγουλο, ηδονή το κρακ! ενός σπασμένου οστού. Ο πόνος αγιοποιείται, εξιδανικεύεται, προσφέρεται σαν θεία κοινωνία στους πιστούς ενός νέου δόγματος χωρίς σαφές καταστατικό.

Τα μέλη είναι ακρωτηριασμένοι δολοφόνοι που διψούν για εκδίκηση και φόνους.

Στις σοφίτες των σπιτιών τα μικρά παιδιά μεγαλώνουν με ταινίες πορνό και γαριδάκια. Οι μητέρες πίνουν ουίσκι και θηλάζουν στα τέσσερα τα μωρά τους, ενώ ταυτόχρονα κάποιος άγνωστος χώνει μπαστούνια του χόκεϊ, ρολά από χαρτί τουαλέτας και οικόσιτα χάμστερ στον πρωκτό τους.

Μια τρομερή ιστορία λαγνείας εκτυλίσσεται στο υπόγειο ενός ερειπωμένου σπιτιού στη δυτική άκρη της πόλης (ο έρωτας είναι αποκηρυγμένη λέξη και το αστικό κέντρο εμπόλεμη ζώνη).

Οι τρεις εραστές είναι νευρωτικοί. Ζουν στο έλεος των φόβων που τους τέρπουν. Εκτονώνονται με σεξουαλικές πρακτικές που τους προκαλούν αγωνία και ακραίο σωματικό πόνο.

Μια τραγική ένταση φέρνει όλα τα πράγματα στο ζενίθ τους. Μικρές δόσεις σχιζοφρένειας γεμίζουν τις κινήσεις τους, οδηγώντας τους στην κατάρρευση. Οι στιγμές του ξεπεσμού, της σωματικής εξάντλησης, της ψυχικής κόπωσης προσδίδουν μια ακόμα πιο διεστραμμένη αξία στη μοναδικότητα της επαφής τους.

Έξω συμμορίες κανιβάλων και κακοποιών που μοιάζουν με σακατεμένα ρομπότ σκορπούν τη φρίκη σαν αστείο. Συμμορίες παπάδων ληστεύουν τα παγκάρια των εκκλησιών. Συμμορίες προαγωγών λιώνουν τα κορίτσια τους στο ξύλο.

Δεν υπάρχει κάποια κορυφή που πρέπει να κατακτηθεί σε αυτή την κοινωνική ιεραρχία. Ο ξεπεσμός της νοσηρότητας είναι ο μόνος σκοπός.

Πίσω απ’ όλα σιγοβράζει μια τραγική ένταση. Ο καιρός περνά με ανυπολόγιστες δαπάνες κάθε είδους ενέργειας και ευνοεί την όποια προσπάθεια παραβίασης της ακεραιότητας των όντων.

Οι νύχτες αντηχούν από σατανικά γέλια, χορούς, όργια, ουρλιαχτά. Οι ανθρωποθυσίες αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη, οι δήμιοι χλευάζουν και κομματιάζουν κάθε ηθικό σκοπό.

Οι μέρες είναι φρικαλέες, δαιμονικά συμπαγείς, αλλοτριωμένες πάνω στο ρολόι. Η επιβίωση με υγιείς όρους είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει κανέναν.

Κάθε μέρα που περνά τα όντα γίνονται όλο και πιο ανυπόφορα αδύναμα. Βυθίζονται στην παράνοια και στην παρακμή χωρίς να νιώθουν τύψεις.

Το τελευταίο μωρό που γεννιέται καίγεται ζωντανό σε μια οργιαστική τελετή καθώς ένας τυφλός ιεροσκόπος, ο τελευταίος μακρινός απόγονος του τελευταίου νόμιμου ιερομάντη των Ελευσινίων μυστηρίων, προσεύχεται υπέρ της επικράτησης της μεγάλης σύγχυσης και του μεγαλείου της αποστροφής.

Το τέλος του κόσμου πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα και το σύμπαν κοχλάζει ανεξέλεγκτο, εξαγριωμένο

Χριστούγεννα στην πόλη

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10494 στις 22 Δεκεμβρίου 2016)

Βεράντες και κοπέλες απαστράπτουσες από χάρη και καλλιέπεια, υπερσύγχρονος πολιτισμός, πεζοδρόμια με ηλεκτρονικά εκδοτήρια εισιτηρίων για ένα όνειρο μικρό, μυστικές ευχές για ένα όνειρο μεγάλο///Γιγαντοαφίσες με δαντελωτά εσώρουχα και ημιπολύτιμες ευχές, λαμπερά αυτοκίνητα εν κινήσει, γούνινοι γιακάδες πάνω σε μάγουλα ροδαλά, επαίτες που μιλούν σε γλώσσες αλλότριες, περίλυπα κι απορημένα περιστέρια, κορίτσια-παγίδες από άλλα έτη φωτός, τυφλοί που διασχίζουν διαβάσεις, πρόχειρο γεύμα υπαίθρου αχνιστό, χιόνι πέφτει από ψηλά, και Χριστούγεννα συμβαίνουν///Ευχές που έγιναν πραγματικότητα, πραγματικότητα που παρέμεινε ευχή. Ολόγυρα η ζωή προχωρά. Όπως και να’ χει, ένα είναι το μόνο σίγουρο, να το θυμάσαι: εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος///Κυανή και άλικη η πόλη, με χρυσαφένια φώτα στις αιχμές και ασημόσκονη στις εσοχές της///Μόνο ο ουρανός παρέμεινε γκριζωπός, για να ταιριάζει πιο καλά με τις προβλέψεις και τις εικασίες///Τα οπτικά εφέ καλπάζουν αγέρωχα στη μεγάλη πλατεία, η φάτνη με τα ζωντανά πλήρης σανού και καβαλίνας, μιλιούνια οι τουρίστες από ξένες χώρες μακρινές, κλείσε τα μάτια, μάτια μου, θα αστράψει το φλας, μη στραβωθείς, δεν κάνει///Εκατό σακούλες υπό μάλης αγωνιούν, μια στάλα κρύο στάζει στην άκρη της μύτης, δυο πατούσες υγρές διαμαρτύρονται, ατέλειωτοι οι δρόμοι αυτής της πόλης, όλων των πόλεων που δεν γνωρίσαμε ποτέ, ατέλειωτες και οι φωνές που λαχταράμε ν’ακούμε///Αν είχα ένα βασίλειο θα το αντάλλασσα με λίγο μέλι στον πάτο μιας ζεστής τσικουδιάς στην ταβέρνα ενός ορεινού χωριού χαμηλών ταχυτήτων και βαρομετρικών, αλλά δεν έχω///Στην έξοδο μιας όμορφης στοάς τρεις αγιοβασίλισσες μοιράζουν σοκολατάκια σε χρυσαφένιο χαρτί  -σπεύδουν τα παιδάκια περιχαρή, η χαρά της γεύσης αυτής απ’ τα παλιά είναι το δώρο μου για σένα///Σαν μερτικό ελέους γεύσου το, γλυκαντικό παρηγορίας με φρούτα του πάθους για τους απαθείς, ίσως και λίγη (π)άχνη για τους ρομαντικούς και τους απογοητευμένους///Κάποιοι δεν θα γυρίσουν φέτος στα πάτρια ευλαβικά, δεν έχουν πάτρια ούτε ευλάβεια, οι γιορτές θα είναι  κάπως πιο γυμνές απ’ ό, τι στα χρόνια τα παλιά που γύρω από ένα τραπέζι ο θρίαμβος του δείπνου εξάγνιζε δεινά και αμαρτίες///Πάλαι ποτέ οι εποχές που οι ενοχές τσακίζονταν κάτω από ένα κρυστάλλινο γοβάκι μόνο και μόνο επειδή κάποιο λάθος διαπράχθηκε λόγω χαράς ή έστω εν αγνοία///Παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι όπου δεν υπήρχαν όρια ανοχής παρά μόνον ευχές κι επιθυμίες///Τώρα τα λάθη κι οι αμαρτίες δεν παραβλέπονται, παρακωλύονται από το γήρας ή και τις συμβάσεις του. Βαραίνουν σαν το έσχατο στάχυ στην καμπούρα της καμήλας που κινάει για τη Βηθλεέμ και μόλις κάτσει πάνω της μοναχικό, όσο λιγοστό κι αν είναι, τα ποδάρια της λυγίζουν και το άθλιο ζώο σωριάζεται ηττημένο καταγής///Με το πρώτο χάραμα της επόμενης χρονιάς πάθη και λάθη θα ημερέψουν και, ως οφείλουν από καταβολής κόσμου, θα βυθιστούν και πάλι στα σκότη μιας αναβολής και μιας επίχρυσης ελπίδας για κάτι που δεν έγινε αρκετά σωστά, για όσα θα μπορούσαν να είχαν πάει καλύτερα μα έμειναν στην ίδια τάξη///Το ανθρώπινο δράμα εν οίστρω και φέτος, ξοδεύεται σε ευχετήριες αποστολές και φρεσκογυαλισμένα χαμόγελα πολλαπλών διαδρομών που καταλήγουν σε εορταστικά αδιέξοδα άνευ αποζημίωσης ή δικαιώματος αλλαγής///Με το γραμμάριο η συμμετοχή στις ζωές των άλλων που κατοικοεδρεύουν πια πολύ μακριά για να μας πιάσουν στοργικά το χέρι και να μας διδάξουν την αγάπη γι’ άλλη μια φορά. Μας βαρέθηκε η ψυχή τους, δεν είμαστε αρκετοί, και οι άνθρωποι συχνά μοιάζουν με τράπεζες, και οι τράπεζες δεν αγαπούν τους ανθρώπους///Πονάνε οι ευάλωτοι στις γωνιές της γης, και στις καμπύλες ο φόβος φυλάει τα έρμα με στολή στρατιωτικού φρουρού που εποπτεύει έναν ούτως ή άλλως ανύποπτο χώρο και χρόνο///Ό, τι μπορούμε κάνουμε, κι αν δεν είναι αρκετό ας είναι ο πλησίον μας επιεικής μαζί μας///Με ό, τι αποθέματα μείνανε ρεζέρβα θα περάσουμε φέτος τις γιορτές, κι αν κάποιος από μηχανής αναγεννηθείς Θεός θελήσει να φανεί μεγαλόψυχος και να σκορπίσει δώρα κι ελεημοσύνη, τότε μπορεί και να κερδίσουμε το μυθικό φλουρί και όλα να γίνουν πιο ωραία///Χρόνια πολλά και φέτος σε όλους μας, και ας είναι η χρονιά που περιμένει στα σκαριά κάπως στοργικότερη από αυτήν που εκπνέει με βία.

 

Αγάπη μου, θέλω να γίνω ψάρι

%ce%b5%ce%be%cf%89%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf2%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%ba%ce%bf

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 9 Δεκεμβρίου 2016)

 

Στους ανθρώπους αρέσει να διηγούνται τις ιστορίες τους. Τους αρέσει να αυτοπεριγράφονται, να ομολογούν και να εξομολογούνται, χωρίς να γίνονται απαραιτήτως εμφανώς εξομολογητικοί ή να βυθίζονται στο μελόδραμα ή στη ματαιοδοξία. Κάποιες φορές αυτές οι ιστορίες καταφέρνουν να ταράξουν τα νερά μιας κανονικότητας αναμενόμενης και τετριμμένης, μιας και οι ανθρώπινες διηγήσεις μπορούν από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνουν παράτολμες, εξεζητημένες, απρόσμενα προσωπικές. Και να μας εκπλήξουν.

Ένα κορίτσι που συνοδεύεται παντού από έναν αόρατο φίλο που την προστατεύει. Μια μετανάστρια που δεν φοβάται να ριζώσει σε μια χέρσα πατρίδα. Ένας μεσόκοπος αστός που θέλει να αλλάξει τη φύση του και να μεταμορφωθεί σε ψάρι. Μια ένοικος πολυκατοικίας που τις νύχτες γίνεται dj για τους πεθαμένους. Μια υπέργηρη που ονειρεύεται ένα χρωματιστό λούνα παρκ. Μια ερωμένη που έχει προβλέψει το τέλος της ερωτικής σχέσης της πριν καν συναντήσει τον εραστή της. Ένας σκύλος που αγαπήθηκε και αγάπησε τους ανθρώπους όσο κανείς. Ένα τραγικό ατύχημα που λυτρώνει την ομορφιά από το σιδερένιο κλουβί της. Μια αιφνίδια ομολογία που, μετά θάνατον, θα δικαιώσει έναν αδικημένο. Ένα μικρό κορίτσι που νομίζει πως τα φταίει όλα αυτό. Ένας μεγάλος έρωτας που σκοντάφτει πάνω στους γυάλινους τοίχους μιας σατανικής συνομωσίας. Μια γυναίκα που ονειρεύεται να γίνει Θεός για μία μέρα, και γίνεται. Ένας κρεατοφάγος που προτιμά τις μερίδες του σενιάν. Ένας νοσταλγός του παρελθόντος που βάφει το μέλλον με ρετρό χρώματα. Μια μητέρα που φεύγει για διακοπές για πάντα. Ένας άνθρωπος με διπλή ταυτότητα που κάνει παρέα με τα σφάγια μιας κρεαταγοράς. Ένα μωρό που δεν γεννιέται ποτέ αλλά κανείς δεν ξέρει πού έχει καταλήξει. Ένα παιδί που κάνει τον θάνατο παιχνίδι. Δυο παιδικές φίλες που γίνονται υποσημείωση στα ιστορικά βιβλία. Μια νοικοκυρά που οραματίζεται μια ζωή σαν πόστερ. Και άλλα πολλά.

Η ανάγκη για μεταμόρφωση, η δυσδιάκριτη αθωότητα ενός μυστηριώδους ονείρου, οι μαγικές ευχές κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων που υστερούν σε αληθοφάνεια μα καταλήγουν στην έκπληξη που προκύπτει από την ευχέρεια κινήσεων του απελπισμένου ή του πολύ ισχυρού. Ένα ταξίδι στους θαυμαστούς ακάλυπτους χώρους της ζωής κάποιων αδιάφορων περαστικών που δεν θα τους δίναμε ποτέ σημασία. Μια κλεφτή ματιά στις σκέψεις εκείνων που προτιμούν τη σιωπή από το λόγο. Μια συλλογή διηγημάτων που κλιμακώνει και αποκλιμακώνει την ένταση της διήγησης των ιστοριών της με τον τρόπο που ένας πιανίστας πατάει τα πλήκτρα και παράγει ήχους, μουσική. Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliotheque.

Τορτελίνι αλα κρεμ

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις http://staxtes.com/2003/?p=10268 στις 24 Νοεμβρίου 2016)

 

Την βλέπω που ανακατεύει το νερό και μου’ ρχεται να φωνάξω. Τη γυναίκα μου, την Ειρήνη. Είκοσι χρόνια μαζί, ένα φαγητό δεν έμαθε να μαγειρεύει. Ούτε βραστό αυγό δεν ξέρει να φτιάχνει η άχρηστη, και μου καμώνεται για μαγείρισσα περιωπής με ένα πάκο τορτελίνια. Σκίζει το χαρτί του Knorr και πετάει τον κύβο στην κατσαρόλα. Μετά ανακατεύει ξανά να πάει παντού η μυρωδιά, έτσι λέει. Δεν αντέχω πια, δε γίνεται άλλο, έσκασα, απόψε θα της το πω. Όλα θα της τα ξεράσω. Να ξεμπερδεύω. Να ανασάνω. Να φύγει από πάνω μου αυτή η συμφορά.

«Μύρισε να δεις τι ωραία που ευωδιάζει το φαΐ», λέει και μου δείχνει με την κουτάλα το βραστό νερό με τα πρασινοκόκκινα ίχνη – αυτό που ονομάζει «φαΐ».

Δεν ξέρω τι να κάνω. Πλησιάζω και τραβάω μια μυτιά σα να ρούφαγα κόκα. Τους σιχαίνομαι τους κύβους Knorr, μου φέρνουν αναγούλα.

«Ωραίο», της λέω ξεροβήχοντας και της χαμογελάω κι από πάνω.

Πρέπει να τελειώνω με όλα αυτά. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου και να φερθώ σαν άντρας. Ωραία, έγινε. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είμαι που ερωτεύεται άλλη. Έγκλημα έκανα στην τελική ή μήπως το κυνήγησα κιόλας; Τόσα χρόνια είμαστε μαζί, αδέρφια γίναμε! Ίδιο αίμα. Πηδιέσαι όμως με την αδερφή σου; Είναι ποτέ δυνατόν; Όχι πως με τη Σοφία έμπλεξα μόνο για το σεξ, εννοείται. Τα βλέπω όλα σοβαρά, έρωτας βαρβάτος. Στην αρχή ήταν μια γλυκιά ιδέα, ένα καλό κρεββάτι, λίγη παρέα τις ώρες της μοναξιάς. Σιγά σιγά άρχισα να κολλάω μαζί της. Την σκεφτόμουν συνεχώς, έκανα δέκα ρεηφρές την ώρα στο κινητό μπας κι έστειλε μέηλ, δεν κοιμόμουν τις νύχτες. Οδηγούσα και της αφιέρωνα τραγούδια ενώ δεν ήταν εκεί, μιλάγαμε, της έλεγα και μου απαντούσε, στο μυαλό μου πανικός. Μια δεύτερη ζωή μες στο κεφάλι μου, ακόμα πιο ζωντανή από την πρώτη. Και οι κλεμμένες μας στιγμές, ευτυχία…

«Τα τορτελίνια επιπλέουν. Λες να έγιναν; Μάλλον. Έτσι γράφει στο πακέτο», με ρωτάει και με κοιτάζει σαν να ξέρει τι σκέφτομαι. Σαν να με διαβάζει.

«Σβήσε τη φωτιά και σούρωσέ τα», της απαντώ και την ίδια στιγμή σκέφτομαι πως θέλω να της φέρω την κατσαρόλα στο κεφάλι. Ή να χώσω μέσα το κεφάλι μου εγώ. Καλύτερη ιδέα.

«Η κρέμα γάλακτος με το ροκφόρ πόση ώρα πρέπει να βράσει; Να τρίψω σκόρδο τώρα ή μετά;», ρωτάει με φωνή αναζητήσεων του Ερυθρού Σταυρού και με πιάνει ζαλάδα.

«Λιώσε στην κρέμα το τυρί, ανακάτεψέ τα κάνα τέταρτο σε σιγανή φωτιά με ξύλινο κουτάλι, ρίξε μανιτάρια, μπέικον, αλατοπίπερο και στο τέλος λίγο βούτυρο και μια πρέζα σκόρδο», απαγγέλλω τη συνταγή που υποτίθεται πως είχε αναλάβει να μαγειρέψει.

Είναι ενοχλητική και κάπως απωθητική. Παρόλα αυτά δεν την μισώ. Απλώς τώρα πια την βρίσκω αδιάφορη, κρύα, εκνευριστική, ασέξουαλ. Κάποτε την ερωτεύτηκα μέχρι θανάτου, σήμερα απλώς την ανέχομαι και μελαγχολώ. Μπορεί και αυτή το ίδιο.

Η Σοφία περιμένει να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα.

«Αν της το πεις επιτέλους», μου ξεκαθάρισε, «μπορούμε να μείνουμε μαζί από το ίδιο βράδυ. Αν διστάσεις ξανά, έληξε – θα πάω πίσω στο νησί και μη με ψάξεις».

Να μην την ψάξω…

«Έλα λίγο μωρέ να δεις τη σάλτσα», με φωνάζει η γυναίκα μου και σπεύδω σαν κουρδισμένο ρομπότ κοντά της.

Η σάλτσα έχει δέσει, τα υλικά έχουν γίνει ένα μεταξύ τους, οι μυρωδιές έχουν συγχωνευτεί. Ένας χυλός που μυρίζει όλα τα υλικά μαζί και κανένα χώρια. Όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά. Όπως και οι ζωές μας.

Την κοιτάζω που σερβίρει στην κουζίνα μας. Με τα γνωστά μαχαιροπίρουνα, τα οικεία πιάτα, τα παλιά μας ποτήρια. Στο τραπέζι που αγοράσαμε μαζί μια μέρα στο Μοναστηράκι. Στην κοινή κουζίνα μας. Σκέφτομαι το βόλεμα των γυαλικών μέσα στα ντουλάπια. Των σεντονιών στο συρτάρι. Των ρούχων στις κρεμάστρες. Των βιβλίων στα ράφια. Το δικό μου δίπλα της, μέσα στο σπίτι αυτό. Το βόλεμά μας. Τεράστιο μαρτύριο το ξεβόλεμα από ένα βόλεμα σαν αυτό, σκέτη αγωνία η ανασφάλεια του άλλου. Είμαι δειλός, ένα φοβισμένο και παραιτημένο πλάσμα, θα έπρεπε να ντρέπομαι και το ξέρω. Όμως δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Αυτός είμαι, κι είναι πια αργά για αλλαγές. Κι αν η Σοφία με παρατήσει και καταρρεύσω μετά; Αν στραβώσει κάτι;

Τουλάχιστον τώρα ξέρω πως η ζωή μου είναι στρωμένη, σίγουρη, σαφής. Αν με τη Σοφία δεν τα βρούμε στη συγκατοίκηση, στα οικονομικά, στις διακοπές ή όπου, τι κάνω εγώ μετά; Αν με βαρεθεί και με στείλει στο διάολο; Είναι μόλις τριάντα εννιά χρονών. Η ζωή μπροστά της. Εγώ πάτησα τα πενήντα πέντε, δεν είμαι και στην πρώτη μου νιότη, τα προβλήματα υγείας ολοένα και πιο πολλά, η ψυχική μου άνεση στενεύει. Παρόλο τον έρωτα και το ωραίο σεξ, παρόλη την κάβλα, παρόλο μου τον θαυμασμό για το λαχταριστό σώμα της και το λαμπερό μυαλό της, είμαι τώρα για νεανικές περιπέτειες, για πρόβες δεσμών και για δοκιμές ζωής;…

«Τρώμε, αγάπη μου», φωνάζει από μέσα η γυναίκα μου, και τότε ξέρω μέσα μου πως ούτε και φέτος θα χωρίσω.

Η υψηλή τέχνη του φλερτ

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 13 Νοεμβρίου 2016)

Το φλερτ είναι η ζάχαρη άχνη της libido. Ένας ακαριαίος μυστικός έρωτας – κεραυνοβόλος, ευχάριστος και ημιτελής, άρα κάπως παιδαριώδης θα έλεγαν λανθασμένα οι πιο πρακτικοί – με σαφές σημείο εκκίνησης και συγκεκριμένο τερματικό σημείο. Είναι ένας στιγμιαίος εντυπωσιασμός και η έκφρασή του που καλλωπίζει το χρόνο. Στην πιο σωστή μορφή του μπορεί να διαρκέσει από μερικά δευτερόλεπτα έως και λίγα λεπτά. Σπανίως κάπως πάρα πάνω. Δεν αποσκοπεί απαραιτήτως σε κάποια ερωτική έξαψη διαρκείας σε συνέχειες, με συνέχεια, για τη συνέχεια. Αντιθέτως, συνήθως υμνεί την κομψή ασυνέχεια μιας διαδικασίας που σε άλλη περίπτωση θα οδηγούσε πιθανώς σε χειροπιαστές αποδείξεις του πάθους.

Το φλερτ είναι το αισθησιακό πυροτέχνημα του μινιμαλισμού της ερωτικής επικοινωνίας. Φίλοι του είναι η ευγένεια, η λεπτότητα, το χιούμορ. Είναι το μέσον για να διανύσει κανείς τη μυστική απόσταση που συνδέει την κωμική πλευρά του χαρακτήρα του με την αντίπερα όχθη της, που είναι η σοβαρότατη διάθεση για το θελκτικό ερωτικό κάλεσμα που επιτάσσει κατά καιρούς η Φύση. Το φλερτ είναι η έκφραση της ανάγκης για αισθησιακή επικοινωνία, και μια απόδειξη της ανθρώπινης πίστης στην πρώτη εντύπωση που ακινητοποιεί και μαγεύει. Είναι η ωραία διέξοδος ενός ερωτικού καλέσματος που, για οποιονδήποτε λόγο, επιλέγει αυτό τον τρόπο για να εκδηλωθεί.

Το φλερτ είναι το παραδείσιο παζλ των αισθήσεων. Ένα διανοητικό σταυρόλεξο για ικανούς παίκτες. Μια ερωτική δαντέλα που υφαίνεται λέξη λέξη, βλέμμα βλέμμα, σιωπή σιωπή. Είναι ένας τρόπος επικοινωνίας που υμνεί την διακριτική επαφή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους οι οποίοι ξεχώρισαν ο ένας τον άλλον και αλληλοδιαλέχτηκαν, συνήθως μέσα σε πλήθος άλλων, για να διανύσουν από κοινού μια σύντομη απολαυστική διαδρομή εγρήγορσης και συγκίνησης. Το φλερτ είναι μια χαρούμενη αντίληψη της ζωής, ένα παιχνίδι. Απέχει πολύ από την έλλειψη σθένους των απαισιόδοξων και από την συμπλεγματική περιφρόνηση των κυνικών. Όταν ασκείται ως η καλή τέχνη που είναι, το φλερτ είναι πράξη θαρραλέα, συγκροτημένη, ευγενής.

«Δεν βγαίνω, πια, τα βράδια γιατί δεν φλερτάρουν οι άνθρωποι. Τι νόημα έχει να βγεις αν δεν φλερτάρεις;», έλεγε η Μελίνα Μερκούρη. Το φλερτ είναι μια κίνηση φιλική, αβρή, εκλεπτυσμένη. Δίνει ουσία σε μια νυχτερινή έξοδο, απαλύνει μια δύσκολη μέρα, μουδιάζει μια αρνητική διάθεση, εξευμενίζει μια διάθεση θλιμμένη. Σαγηνεύει με τη γλυκύτητά του και ευεργετεί με την αίσθηση που αφήνει πίσω του ακόμα και όταν έχει πια τελειώσει. Είναι το αθώο στολίδι μιας ανθρώπινης επαφής που ασκείται με κομψό και έξυπνο τρόπο, κλείνοντας υπαινικτικά το μάτι στους αποφασισμένους και χαϊδεύοντας απαλά τους αναποφάσιστους.

Ουδείς δικαιούται να κακοχαρακτηρίσει ή να δυσαρεστηθεί από κάποιον που χρωματίζει την ατμόσφαιρα μιας συνάντησης φλερτάροντας διακριτικά, ασκώντας την σκανταλιάρικη διπλωματία μιας ερωτοτροπίας που ξεκινά και καταλήγει στο λόγο περνώντας μέσα από τις κοιλάδες και τις χαράδρες της αναστάτωσης του υπογαστρίου, του στομαχιού, του οισοφάγου, των ματιών, της άκρης των δακτύλων.

Το φλερτ είναι απαλλαγμένο από την ενοχή. Θυμίζει παιδικό όνειρο που αφήνει την πραγματικότητα ανέπαφη, αρωματίζοντάς την απλώς με μια φευγαλέα, αόρατη μυρωδιά κάποιων παράδοξων συνδυασμών που αναστατώνουν χωρίς να εξηγούνται. Είναι δαιμόνιο, σκλαβωτικό, συναρπάζει. Αναζωογονεί με την εφευρετικότητα και την ηδονική του ευωδία που καμία σχέση δεν είχε ποτέ με την σαφή προστυχιά ή τα συνώνυμά της. Το φλερτ υπενθυμίζει και επικυρώνει την ιδέα της αγνότητας της φαντασίας και του πάθους. Τα πρώιμα στάδια της ερωτικής επαφής. Τις καλές πλευρές του εαυτού μας.

Το φλερτ, παρότι μάλλον σημειολογικό άθλημα, δεν περιφρονεί τις σαρκικές ηδονές. Αντιθέτως, όταν ασκείται με ταλέντο και ανεμελιά, τις υπονοεί και ενδεχομένως τις προετοιμάζει. Η μυστική μαγεία του κρύβεται στη σαφή, λεπτεπίλεπτη γραμμή που το διαχωρίζει από το αμιγές ερωτικό κάλεσμα. Το φλερτ είναι το χαμογελαστό χερουβείμ που φτερουγίζει γύρω απ΄ τη φωτιά ενός πάθους που δεν έχει ανάψει ακόμα. Δεν είναι όμως μια άγονη απόλαυση, είναι ο πυρήνας της ερωτικής επικοινωνίας στην πιο αγνή μορφή της. Από αυτό ενδέχεται να προκύψουν όλα ή τίποτα, και τούτο είναι άλλο ένα ευγενές χαρακτηριστικό της ύπαρξής του. Το φλερτ είναι ένα αριστοκρατικό, υψηλό, ανυπόμονο κάλεσμα ζωής. Ένα ρομαντικό και κάπως θεατρικό άπλωμα του χεριού, μια σεμνή υπόκλιση, ένα όσο χρειάζεται τολμηρό νεύμα προς κάποιον που κοιτάζει.

Αρέσει σε %d bloggers: