Μαγείρεψα

φωτογραφία

12143280_10153381575677670_6341746544560185803_n

12191065_10153432638932670_1835792405372880387_n

12109028_10153398415577670_8082991830963913708_n

12107124_10153396850447670_6695360151893437282_n

11953106_10153304143327670_4942988266791075108_n

Ποτέ μας

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 21 Ιανουαρίου 2015)

Εκείνο το απόγευμα αποφασίσαμε να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Η Καορί μου είπε ότι ήξερε ένα συμπαθητικό μπιστρό, όχι πολύ μακριά από το ξενοδοχείο μας, με καθαρά ποτά και νόστιμο φαγητό. Τόσες μέρες τρώγαμε στο πόδι, είτε στα όρθια, σε καντίνες για τουρίστες, είτε σε ασιατικά φαστ φουντ που έμπλεκαν την γιαπωνέζικη κουζίνα με την κορεάτικη και την ινδική. Δέχτηκα και σε λίγο ανηφορίζαμε προς τα σκαλάκια της Μονμάρτρης. Έκανε κρύο και σουρούπωνε πολύ γλυκά, σχεδόν με τρυφερότητα. Οι ελάχιστοι περαστικοί που συναντούσαμε ήταν χωμένοι στα παλτά τους ως το λαιμό, όπως κι εμείς. Κανένας δεν κοιτούσε στα μάτια κανέναν. Η Καορί προπορευόταν μερικά βήματα, κι εγώ ακολουθούσα λαχανιασμένος. Ήξερα πως της άρεσε να με καθοδηγεί, κι έτσι την άφηνα να παριστάνει τον τουριστικό οδηγό πατώντας πάνω στα βήματα που πριν από μένα είχε πατήσει εκείνη.
 
Φτάσαμε σχετικά σύντομα. Το μπιστρό ήταν συμπαθητικό και εξαιρετικά ζεστό. Από το ταβάνι κρέμονταν παλιακοί πολυέλαιοι με οβάλ λαμπιόνια και χάλκινα άνθη και πουλιά. Στους τοίχους υπήρχαν καθρέφτες και μικρές γκραβούρες από γειτονιές του Παρισιού. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα κι είχαν κάτι μικρά μπρούτζινα κηροπήγια με αναμμένα κρεμ κεριά. Οι λιγοστοί πελάτες, που κινούνταν μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας, παραήταν απασχολημένοι με αυτό που έκαναν ώστε να προσέχουν την πόρτα που ανοιγόκλεινε κάθε τόσο. Τίποτε στο χώρο δεν θύμιζε χλιδή ή πολυτέλεια. Όλα παρέπεμπαν σε κάτι απλό, οικείο, σχεδόν οικογενειακό. Ένιωσα αμέσως πού άνετα, σχεδόν ευφορικά. Απόρησα που η Γιαπωνέζα γνώριζε τόσο καλά τα γούστα μου και το Παρίσι.
 
-Κάθισε και βγάλε το βιβλίο, μου είπε και μου έδειξε ένα τραπεζάκι για δύο κοντά στη τζαμαρία.
 
Ήξερα πως ανυπομονούσε. Κάθισε πρώτη. Άναψε τσιγάρο, έπεσε πίσω και με κοίταξε. Πέταξα το παλτό στην πλάτη της καρέκλας μου και βολεύτηκα ανάμεσα σε δυο παχουλά μαξιλάρια. Η Καορί έκανε νόημα στο σερβιτόρο, ο οποίος έσπευσε στο τραπέζι μας. Χωρίς καν να με συμβουλευτεί, παρήγγειλε μια Veuve Cliquot Ponsardin και με κοίταξε ευχαριστημένη. Ήξερα πως θα τρώγαμε μετά. Όσο πίναμε, η Καορί κι εγώ δεν βάζαμε μπουκιά στο στόμα μας ποτέ. Ποτέ μας.
-Κερνάς απόψε, να υποθέσω; ρώτησα χαμογελώντας κάπως περιπαικτικά.
-Κερνάω. Αν θες να μάθεις, πήρα προκαταβολή από τη δουλειά και θέλω να το γιορτάσουμε.
-Στην υγειά μας, λοιπόν.
-Το βιβλίο, έκανε και έδειξε με το σαγόνι την τσάντα μου.
Τράβηξα το φερμουάρ και έβγαλα το βιβλίο στο τραπέζι. Η Καορί ρούφηξε μια γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι μπροστά της. Οι μπουρμπουλήθρες της σαμπάνιας τρεμόπαιξαν όπως τα μάτια της πάνω απ’ το κερί. Παρατήρησα πως τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Έτριψε τα χέρια της και σταύρωσε τα δάχτυλα κάτω από το σαγόνι.
-Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από το να είναι χειμώνας, να πίνεις εκλεκτή σαμπάνια σε ένα συμπαθητικό μπιστρό στο Παρίσι, να περιμένεις να δοκιμάσεις μια θεσπέσια κρεμμυδόσουπα με κρουτόν και να σου διαβάζει Αρανίτση κάποιος που σου είπε πως κοντά σου γίνεται καλύτερος άνθρωπος και σου ορκίστηκε πως δεν θα χωρίσετε ποτέ.
 
-Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα να είσαι Γιαπωνέζα στο Παρίσι, αρκεί να έχεις έναν Έλληνα εραστή που να ταιριάζει με τα γούστα σου και να συμμερίζεται τα υποννοούμενά σου, έτσι;, είπα και άνοιξα το Βιβλίο της Παιδικής Ηλικίας σε μια τυχαία σελίδα.
 
-Καθόλου άσχημα, παρατήρησε. Εξάλλου σε έχω ερωτευτεί, δεν θέλω να σε χάσω. Ξέρω πως κανέναν δεν θα ξανασυναντήσω σαν εσένα, όπως ούτε σαν εμένα εσύ. Θα ήθελα να με αγαπούσες λίγο, βέβαια. Θα ήταν πιο δίκαιη η κατανομή των αισθημάτων μεταξύ μας. Επιπλέον, μου είσαι πολύτιμος, με κάνεις και νιώθω πως η καλοπέραση μπορεί και να είναι κάτι εφικτό. Απενοχοποιημένο ακόμα και για μας τις απλές εργαζόμενες μετανάστριες. Διάβασέ μου λίγο.
 
Άρχισα να διαβάζω μερικές σελίδες. Το χέρι της άγγιζε το δικό μου πάνω στο τραπέζι. Πού και πού της έριχνα κοφτές ματιές πάνω απ’ το βιβλίο. Ούτε εγώ ήθελα να την χάσω, έπρεπε όμως να βρω έναν τρόπο να την πείσω γι’ αυτό. Ούτε πως την αγαπούσα πίστευε κατά βάθος. Όλα έμοιαζαν επικίνδυνα κοντά της. Μόνο εγώ ένιωθα καθαρός. Ήξερα πράγματι πως δεν θα ξανασυναντούσα ποτέ μια γυναίκα σαν αυτήν. Σταμάτησα να διαβάζω και έβαλα το πόδι μου ανάμεσα στα δικά της, κάτω από το τραπέζι. Με κοίταξε ψύχραιμα και άνοιξε τα μπούτια της. Την χάιδεψα με τις άκρες των δαχτύλων.
 
-Αντρέα; έκανε ξαφνικά.
 
-Έλα μωρό μου, της απάντησα όπως πάντα.
 
-Πότε θα χωρίσουμε εμείς οι δυο;
 
-Θα κάνουμε πως χωρίζουμε πολλές φορές, επανέλαβα τη γνωστή απάντηση, όμως εμείς οι δυο δεν θα χωρίσουμε ποτέ. Ποτέ μας.

Το φωτάκι

tumblr_o0xcycxdQ81uzg6sbo1_500

(Απόσπασμα από το αδημοσίευτο διήγημα Το φωτάκι)

[…]

Η Μ άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε αργά, μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι με πάγο και αλκοόλ. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Οι κομμώτριες

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 14 Ιανουαρίου 2016)

Ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το  ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν έμαθα ποτέ, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

‘Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;΄ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. ΄Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει δήθεν τυχαία το βυζί στη μούρη;΄.

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Ήταν κάπως χυδαίοι. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου.  Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της.

Η γυναίκα

53_12369038_932155380165090_8356077422886599636_n

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 53 του περιοδικού Μανδραγόρας)

Ήταν κάποτε μια γυναίκα που σιδέρωνε ασταμάτητα. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της μέχρι τα τελευταία της, σιδέρωνε. Η σιδερώστρα δεν της άρεσε πολύ. Προτιμούσε να στρώνει πάνω στην ξύλινη κομόντα μια κουβέρτα διπλωμένη στα τέσσερα, και πάνω της ένα βαμβακερό σεντόνι. Απλωμένα στη μαλακή αυτή επιφάνεια τα υφάσματα δέχονταν πιο εύκολα το τσουρουφλιστό σιδερένιο πάτημα και η τσάκιση πετύχαινε απολύτως. Έτσι, καθισμένη μπροστά σε έναν μπόγο τσαλακωμένα ρούχα που μύριζαν σαπούνι Μασσαλίας περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Τις υπόλοιπες μαγείρευε ψάρια σαβόρ, στιφάδο με αμέτρητα κρεμμύδια και κουκιά λαδορίγανη.

Όταν σιδέρωνε μαξιλαροθήκες, πουκάμισα, τραπεζομάντηλα και πετσέτες κουζίνας, η γυναίκα τραγουδούσε παλιά τραγούδια για την ξενιτιά και καμιά φορά έκλαιγε για κάποιον που της έλειπε πολύ μα δεν γινόταν να τον συναντήσει. Το απόγευμα, όταν τελείωνε το σιδέρωμα και τη μαγειρική, μια άλλη γυναίκα, αρκετά μικρότερη, ερχόταν και της χτένιζε τα μαλλιά. Ξέπλεκε την πλεξούδα που έστεκε κουλουριασμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και της χάιδευε το κρανίο με μια πλαστική τσατσάρα. Τις λεπτές, μακριές γκρίζες τρίχες που έμεναν ανάμεσα στα δόντια της χτένας φρόντιζε να τις κάνει σβώλο και να τις κρύβει στην τσέπη της, επειδή η μεγαλύτερη γυναίκα στεναχωριόταν πολύ όταν τις έβλεπε κι ένιωθε πως γερνούσε.

Χειμώνα καλοκαίρι η γυναίκα φορούσε μαύρα ρούχα και χαμηλά παπούτσια με αδιαφανείς νάιλον κάλτσες. Πενθούσε ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια, ενδεχομένως και τα προηγούμενα. Ένα, δύο πρόσωπα ή δέκα, δεν έχει σημασία. Το πένθος δεν έφευγε από πάνω της ποτέ – ούτε καν όταν σιδέρωνε, ενδεχομένως κυρίως τότε.

Όταν έγιναν της μόδας οι ηλεκτρικές σιδερώστρες η γυναίκα αρνήθηκε να τις κοιτάξει, πόσω δε μάλλον να χρησιμοποιήσει κάποια από αυτές. Συνέχισε να σιδερώνει με τον παλιό καλό τρόπο και να νιώθει ασφαλής. Δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις, δεν αμφισβητούσε την καθημερινότητα, δεν νευρίαζε ποτέ και με κανέναν. Δεν κοιτούσε το ημερολόγιο. Όταν ήθελε να μάθει τι μέρα ήταν, ρωτούσε απλώς τι μέρα είναι.

Η γυναίκα αδυνατούσε να κατανοήσει την ασχήμια κάποιων σκέψεων ή πράξεων, εκτός από εκείνες που έρχονταν σε αυτονόητη ρήξη με τις πατροπαράδοτες αρχές της. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε κριτικό νου. Προτιμούσε να βλέπει τον κόσμο όμορφο, ηθικό, σχεδόν αγγελικά πλασμένο. Ήταν επιεικής και μεγαλόψυχη, και ένιωθε ανίκανη να βλάψει μυρμήγκι. Δεν ενοχλούσε ποτέ τους άλλους και πάντα προσπαθούσε να προσφέρει αυτό που νόμιζε πως ήταν ανάγκη να προσφέρει. Γελούσε με ιδιαίτερη γλυκύτητα και τα μάτια της είχαν ένα χρώμα ανάμεσα στο μελί και το καφέ, που ήταν δύσκολο να προσδιορίσεις στην παλέτα.

Μέχρι το τέλος της ζωής της η γυναίκα που σιδέρωνε βρήκε τρόπο να παραμείνει σε μια ηλικία πολύ κοντά στην παιδική – όχι όμως λόγω κάποιας νοητικής ή συναισθηματικής υστέρησης, παρά μόνο χάρη στη σπάνια ικανότητά της να εντοπίζει, να διατηρεί και να ποτίζει με στοργή το παραμικρό ίχνος αγνότητας εντός και εκτός της.

Δεν υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να ειπωθούν γι’ αυτήν, παρότι ένας δεινός συγγραφέας ξέρει να βγάζει από τη μύγα ξύγκι. Ένας άνθρωπος, όμως, που περιγράφει με γραπτές λέξεις έναν οικείο του, πολύ συχνά ξεμένει από λόγια στη μέση της ιστορίας κι έτσι αφήνει τις εικόνες και τις έννοιες μισές, σαν αυτόμολους ήρωες σε ελεύθερη πτώση.

Μαγείρεψα και άλλα ποιήματα

Εξωφυλλο

Το καινούριο μαγειρικοποιητικοπαράδοξο βιβλιαράκι είναι γεγονός.

Κι απ’ ό, τι φαίνεται, πέρα από χάρτινο είναι και αγαπησιάρικο.

Ο Θάνος Τριάντα γράφει δυο λόγια για το καλωσόρισμα.

Ο Νίκος Πριόβολος, επίσης.

Μόλεμπεϊκ, η καθημερινότητα στο «γκέτο»

AVGH

(Kείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα στις 30 Νοεμβρίου 2015)

Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις μια πόλη, ή μια γειτονιά, είναι να την περπατήσεις. Στις μέρες μας, η πιο συζητημένη και επίκαιρη γειτονιά των Βρυξελλών είναι το Μόλεμπεϊκ (καθώς σε αυτή, μετά την 13η Νοεμβρίου, έγιναν συλλήψεις εννιά υπόπτων για τις επιθέσεις στο Παρίσι). Κάποτε η περιοχή αυτή αποκαλούνταν «το Μικρό Μάντσεστερ του Βελγίου» λόγω της έντονης βιομηχανικής ανάπτυξης που γνώρισε πριν από έναν περίπου αιώνα, σήμερα όμως έχει τη φήμη πως «χρειάζεσαι διαβατήριο για να περάσεις», και αυτή η φήμη, πέρα από αστεϊσμός είναι σε μεγάλο βαθμό και μια δυσάρεστη πραγματικότητα.
Ο δήμος των ενενήντα πέντε χιλιάδων κατοίκων είναι δομημένος σε δύο κομμάτια που χωρίζονται από τις γραμμές του τρένου. Δυτικά του σιδηροδρομικού σταθμού απλώνεται η αμιγώς οικιστική περιοχή και τα κτίρια της δεκαετίας του ’50 και του ’60, που αρχικά κατοικούνταν αποκλειστικά από Βέλγους. Ανατολικά του σιδηροδρομικού σταθμού ανθεί το εμπόριο, η νυχτερινή ζωή, τα θέατρα και το αραβικό φολκλόρ που, όσο διαρκεί το φως της μέρας, προσελκύουν έναν σημαντικό αριθμό τουριστών και επισκεπτών. «Πρόκειται για την ‘αραβική γειτονιά’, που άλλοτε έμοιαζε με το Marrakech, στις μέρες μας όμως κινδυνεύει σοβαρά να μεταμορφωθεί σε ένα νέο Peshawar», τονίζει χαρακτηριστικά η δήμαρχος.
Σήμερα το Μόλεμπεϊκ κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από Άραβες, και κατά 80% από Μαροκινούς. Τα μικρομάγαζα, τα εστιατόρια, τα καφενεία και τα σχολεία λειτουργούν κυρίως με τον ντόπιο πληθυσμό. Η περιοχή υπακούει σε άρρητους νόμους οι οποίοι αποτελούν τον καθημερινό κώδικα επικοινωνίας και κοινωνικής δομής του μουσουλμανικού κόσμου. Πολυάριθμα μαροκινά, τούρκικα ή αλγερινά τζαμιά λειτουργούν σε μικρά διαμερίσματα εργατικών πολυκατοικιών, παρότι υπάρχει και κανονικό τζαμί του οποίου ο μιναρές διακρίνεται από όλα τα σημεία της περιοχής. Στα κρεοπωλεία δεν πωλείται χοιρινό κρέας και η τροφοδοσία τους γίνεται σχεδόν αποκλειστικά από την εταιρεία Isla Meat. Σε ορισμένα καφενεία, όπως το γνωστό στην περιοχή L’ Baraka, η παρουσία γυναικών δεν γίνεται εύκολα ανεκτή. Η πώληση αλκοόλ επιτρέπεται σε συγκεκριμένα μόνο σημεία και εξυπηρετεί κυρίως τουριστικούς σκοπούς.
«Όσες φορές έχει πατήσει λευκός στο μαγαζί μου», αναφέρει ο Τζαμάλ, ιδιοκτήτης καφενείου, «είναι για να κάνει κάποιον έλεγχο. Δεν έχω τίποτα εναντίον της πολυπολιτισμικότητας, όμως όλοι μου οι πελάτες είναι Μαροκινοί». Ο Τζαμάλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομικού μετανάστη που ήρθε στο Βέλγιο αναζητώντας εργασία και κοινωνική ανέλιξη, όπως πολύς κόσμος που καταφθάνει καθημερινά από την Αλγερία, την Τουρκία, το Πακιστάν και τη Σομαλία. «Ήρθα εδώ για να δουλέψω. Αν ήταν να διάλεγα χώρα με καλό καιρό θα έμενα στην πατρίδα μου. Τουλάχιστον εκεί κάνει ζέστη. Τώρα με τα επεισόδια η μάνα μου ανησυχεί, με παίρνει τηλέφωνο από το Μαρόκο κάθε βράδυ».
Ο γνωστός ηθοποιός Ben Hamidou, σαράντα εννέα ετών, μουσουλμάνος, είναι ένας από τους κύριους εκπροσώπους της τέχνης και της διανόησης στην περιοχή. Έζησε την έξαρση των επιθέσεων των ακροδεξιών στις συνοικίες του Molenbeek του ’80, τις οδομαχίες του ’91, τη δημιουργία των πρώτων αστικών κατοικιών, την εξάπλωση του τσαντόρ, την έξαρση της τζιχάντ. «Παρατηρώ μια εμμονή στις διακρίσεις και την καταπίεση, μια έξαρση της ισλαμοβοφίας», δηλώνει. «Όλα αυτά όμως δεν είναι μοιραία. Δεν καταπολεμούνται με παράπονα και μεμψιμοιρίες. Πρέπει να αναλάβουμε δράση».

«Το Μόλεμπεϊκ το θεωρούσα σπίτι μου για εννέα ολόκληρα χρόνια», δηλώνει ο Φλαμανδός Teun Voeten, πολιτισμικός ανθρωπολόγος και φωτογράφος πολεμικού ρεπορτάζ. «Το 2005, πού ήρθα να μείνω εδώ, ήταν η πιο κακόφημη και φθηνή γειτονιά των Βρυξελλών. Ανήκα στο νέο κύμα των ανθρώπων με πανεπιστημιακή μόρφωση, κατά κανόνα λευκών, των ‘bourgeois bohémiens’, όπως μας αποκαλούσαν οι Βέλγοι. Συνεργαζόμασταν με έναν ντόπιο εργολάβο, τον Χασάν, ο οποίος μια ωραία πρωία εξαφανίστηκε με τα ενενήντα πέντε χιλιάδες ευρώ που του είχαμε πληρώσει για την ανακαίνιση του κτιρίου μας. Μέσα σε εννέα χρόνια κατάλαβα πως η γειτονιά κατοικούνταν κυρίως από φανατισμένους και επικίνδυνους ανθρώπους. Με την ανεργία να φτάνει το 30% οι δρόμοι ήταν γκιλοτίνες. Οι λευκές που κυκλοφορούσαν στο δρόμο ασκεπείς άκουγαν βρισιές και απειλές. Αν τολμούσες να πεις μια κουβέντα για να τις υποστηρίξεις σε φώναζαν ρατσιστή και σου άρχιζαν κατήχηση. Τα εβραϊκά μαγαζιά στη Chaussée de Gand έκλεισαν κακήν κακώς, βανδαλισμένα. Οι ομοφυλόφιλοι της περιοχής έφυγαν άρον άρον, καθώς έπεφταν θύματα βίας κάθε τόσο. Δεν υπήρχε ούτε ένα καφενείο όπου να μπορούσαν να συνυπάρξουν άραβες, μαύροι και λευκοί. Οι παιδικές συμμορίες κυριαρχούσαν στην περιοχή, ασφάλεια δεν ένιωθες πουθενά. Έφυγα από το Μόλεμπεϊκ το 2014 λόγω φόβου. Η κουλτούρα της γειτονιάς μου ήταν η κουλτούρα της άρνησης. Μια αλλιώτικη δυναμική μπορεί να υπάρχει στην Καζαμπλάνκα ή στο Μαρακές, σίγουρα όμως όχι εδώ. Το Μόλεμπεϊκ είναι γεμάτο στενά δρομάκια, φθηνά διαμερίσματα και ιδιωτικά Kashba [τι ν αυτό] όπου οι τζιχαντιστές μπορούν να κρυφτούν ανενόχλητοι. Ο αυτοκινητόδρομος και ο πιο πολυσύχναστος σιδηροδρομικός σταθμός της πόλης βρίσκονται λίγα λεπτά πιο πέρα, γεγονός που εξασφαλίζει εύκολη οδική πρόσβαση».

Ο Νίκος, Έλληνας δικηγόρος, μόνιμος κάτοικος Βρυξελλών, λέει: «Ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του. Υπάρχει ένας αόρατος εχθρός που δεν ξέρεις πότε θα χτυπήσει. Ελπίζουμε να πιάσουν σύντομα τους τρομοκράτες, ξέρουμε όμως πως δεν είναι εύκολο. Η μουσουλμανική κοινότητα των Βρυξελλών είναι τεράστια, και πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν ενσωματωθεί καν στην κοινωνία μας.”
Ο Αντώνης, επίσης μόνιμος κάτοικος Βρυξελλών, προγραμματιστής η/υ, δηλώνει: «Πιστεύω πως έτσι όπως έχουν τα πράγματα για την ώρα τίποτε σοβαρό δεν πρόκειται να συμβεί. Μπαίνουμε όμως σε μια εποχή αμφιβολίας και άγχους. Από την άλλη, αυτή η κατάσταση θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο βήμα για την επίλυση σοβαρών προβλημάτων σε περιοχές όπως το Άντερλεχτ  και το Μόλεμπεϊκ, όπου η εγκληματικότητα είναι υψηλότερη από άλλα σημεία της πόλης».
Οι κάτοικοι του Μόλεμπεϊκ δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ζουν κανονικά τη ζωή τους σύμφωνα με τους κώδικες του πολιτισμού, της ιστορίας και της θρησκείας τους. Μέσα στο κλειστό πλαίσιό τους, συνεχίζουν να διατηρούν τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμά τους. Εκπαιδεύουν τα παιδιά τους σύμφωνα με αυτές τις αρχές και φροντίζουν να μην χαθούν οι παραδόσεις τους, όπως τείνει να κάνει κάθε λαός που ζει μακριά από τη χώρα του. Είναι αλήθεια πως εξαιτίας των κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων τους, καθώς και της ταξικής διαφοράς με άλλες εθνότητες της χώρας, η πλήρης ενσωμάτωσή τους στη βελγική κοινωνία δεν είναι αυτονόητη. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητάς του, το Βέλγιο θεωρείται από τα ανεκτικότερα και προοδευτικότερα ευρωπαϊκά κράτη.
Το 2012, στην κεντρική πλατεία της πόλης, την τουριστική Grand Place, το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο δέντρο αντικαταστάθηκε από μια φωτεινή κυβιστική κατασκευή από μέταλλο ύψους είκοσι τεσσάρων μέτρων. Πολλοί υποστήριξαν πως αυτό συνέβη μετά από ενστάσεις της μουσουλμανικής κοινότητας που πρότεινε «την κατάργηση αυτού του παγανιστικού συμβόλου, το οποίο με το πέρας του χρόνου εκχριστιανίστηκε από τις εκκλησίες». Τη φήμη αυτή έσπευσε να διαψεύσει ο εκπρόσωπος του Δήμου Βρυξελλών. Η κοινή γνώμη, εντούτοις, αντέδρασε έντονα, δεδομένου ότι μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα όπως οι Βρυξέλλες οφείλει να σέβεται τις παραδόσεις και τις ιδεολογίες όλων των κατοίκων της, εφόσον ακόμη και για τους άθεους το χριστουγεννιάτικο δέντρο παραμένει ένα εορταστικό σύμβολο.
Η πραγματικότητα είναι πως, για τον τουρίστα, μια βόλτα στα στενά του Μόλεμπεϊκ θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρουσα εμπειρία. Για τους κάτοικους των Βρυξελλών, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα σχεδόν άβατο μουσουλμανικό γκέτο.

Πηγές: POLITICO –  Molenbeek broke my heart, Teun Voeten, 2015
La Libre.be –  Molenbeek, son enérgie et ses démons, François Brabant, 2015
New Diaspora –  Fear and Loathing in Brussels, Katerina Koronaki, 2015

Καινούρια άφιξη

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 27 Νοεμβρίου 2015)

Πήγε δώδεκα. Δεν νυστάζω. Μπαίνω στην κουζίνα, ανάβω το φως, ξαναγεμίζω για τρίτη φορά το νεροπότηρο με κρασί, δυναμώνω τους Rolling Stones και γυρνάω στο μπαλκόνι. Ρουφάω μια γερή και ανάβω τσιγάρο. Δεν φέρνω έξω το μπουκάλι επειδή το προτιμώ παγωμένο. Το ζεστό κρασί μου φέρνει αναγούλα και μεταμεσονύκτιες ενοχές. Ξυπνάω τα χαράματα με ταχυκαρδία. Το κρύο περιορίζεται στο να με μεθάει, είναι καλύτερα.
 
Σταυρώνω τα πόδια στο κάγκελο του μπαλκονιού και κοιτάζω απέναντι. Στο βάθος διακρίνω τα φώτα στην άκρη της πόλης. Μπροστά μου αναμμένα καντήλια. Φυσάει λίγο και τα κυπαρίσσια θροΐζουν και αμολάνε τη γνωστή μυρωδιά κλανιάς που κάποιος ψέκασε γύρω της άρωμα φρεσκάδας για να την κρύψει. Τα μισώ τα κυπαρίσσια και τη βρωμομυρωδιά τους. Ζέχνουν θάνατο και παγωμάρα. Τα σιχαίνομαι.
 
Δεν έχουν ανάψει όλα τα καντήλια απόψε – μπορεί κάποια να έσβησαν λόγω αέρα. Συνήθως τα Σάββατα περνάνε το πρωί οι συγγενείς και τα ανάβουν να κρατήσουν ως τη Δευτέρα. Τα περισσότερα δεν είναι με λάδι και φυτίλι, είναι με άλλο υγρό, δεν ξέρω τι, και διαρκούν μέρες. Μέχρι το μεσημέρι η περιοχή πνίγεται στο λιβάνι και στην μπαγιάτικη λουλουδίλα. Έπειτα καθαρίζει κάπως η ατμόσφαιρα και μυρίζουν καλαμαράκια και πατάτες τηγανητές ή απλωμένα ρούχα.
Από τότε που σταμάτησα να δουλεύω εκτός και κάνω ό, τι μπορώ απ’ το σπίτι έχει τύχει να δω κηδείες από το άλφα ως το ωμέγα. Σαν να παρακολουθώ τηλεοπτική σειρά σε συνέχειες.
Έρχονται πρώτα οι συγγενείς και μετά καταφθάνει η νεκροφόρα. Βάζουν το φέρετρο στο παρεκκλήσι και πάει κόσμος να χαιρετίσει το νεκρό. Μετά τον παίρνουν στα χέρια τα κοράκια και ξωπίσω ψέλνει ο παπάς. Ακολουθούν οι άλλοι. Μόλις φτάσουν στο μνήμα ψέλνει άλλα πέντε λεπτά, ο κόσμος πετάει λουλούδια στον νεκρό, κλαίει και αποχαιρετάει όπως μπορεί κι έπειτα απομακρύνονται ως το παρεκκλήσι για κονιάκ και καφέ. Πίσω μένει ένας που γεμίζει τον τάφο με χώμα. Είναι πάντα ο ίδιος. Τον σκέφτομαι να δουλεύει απαθής, ή και με διαρκή ανατριχίλα. Τα φτυάρι κάνει χρατς χρατς και με πιάνει στο λαιμό. Πολύ ξερός ήχος – σαν βήχας. Όταν έχει ήλιο μου έχει τύχει να δω στάλες από τον ιδρώτα του εργάτη να πέφτουν πάνω στον κοστουμαρισμένο τεθνεώτα. Όταν έχει βροχερή μέρα γεμίζει ο τάφος και ο τόπος λάσπες.
 
Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις τους ανθρώπους να θάβουν τους συγγενείς ή τους φίλους τους. Θα έλεγα πως ξεπερνούν τα όρια του εαυτού τους. Πετάνε τα λουλούδια και λένε αυτά που θέλουν να πουν, κι ύστερα απομακρύνονται με χαμηλωμένο κεφάλι. Τα σκυμμένα κεφάλια σπανίως σημαίνουν κάτι τόσο ειλικρινές και απόλυτο όσο αυτές τις στιγμές. Είναι οι στιγμές που οι ζώντες έχουν απομείνει μόνοι με τον εαυτό τους και οι τεθνεώτες είναι πια γι’ αυτούς υπόβαθρο σε μελλοντικά παρτέρια, ή σκέτα ονόματα σε επιμνημόσυνες δεήσεις.
 
Αυτή την κίνηση, με την ίδια σημασία, την έχω συναντήσει αρκετές φορές και στο κέντρο της Αθήνας. Κι εκεί έχει πολλή αθλιότητα και μοναξιά, και οι άνθρωποι μοιάζουν να πενθούν κάτι οριστικά χαμένο. Είναι μια μοναξιά βάθους τριών τουλάχιστον μέτρων. Δεν μιλάμε για κρίση, δηλαδή, μιλάμε για ολική καταστροφή. Για ένα άλλο είδος θανάτου.
 
Οι φίλοι μου κορόιδευαν όταν τους ανακοίνωσα πως νοίκιασα διαμέρισμα με θέα σε νεκροταφείο. Τους είπα πως δεν πιστεύω στα φαντάσματα ή στην μετά θάνατον ζωή και πως οι τάφοι δεν με τρομάζουν επειδή δεν έχουν τίποτα μέσα πέρα από μύκητες και λιωμένες γραβάτες. Μετά τους κάλεσα στο πάρτι μου. Ήρθαν ντυμένοι ζόμπι. Δεν με προσέβαλλε αυτό, ούτε εξεπλάγην. Τόσο γελοίους κι αξιολάτρευτους φίλους έχω.
 
Τα απογεύματα το τοπίο είναι πολύ γαλήνιο. Σχεδόν κατανυκτικό. Κοιτάζω τους σταυρούς και τα μάρμαρα, τα χρώματα των λουλουδιών, τα πλαστικά στεφάνια. Ονόματα δεν διακρίνω από δω, έχω μπει όμως στο νεκροταφείο και ξέρω ποιοι είναι οι κοντινοί γείτονές μου. Ένας ογδονταεννιάχρονος θαμμένος πάνω στη μάνα του, ένας εξηντάρης με φθαρμένη φωτογραφία, μια νεαρή με ωραία μάτια και μακριά μαύρα μαλλιά και κάμποσα ζευγάρια. Δεν έχουν όλοι φωτογραφίες, βέβαια, θυμάμαι όμως τις θέσεις τους. Ξέρω ποιος ακριβώς βρίσκεται πού αλλά αποφεύγω να το πω μπροστά σε τρίτους. Μόνο όταν τους χαιρετάω εξ αποστάσεως, απ’ το μπαλκόνι δηλαδή, τους λέω με τα ονόματά τους. Μερικοί έχουν σπασμένα τα τζαμάκια στο προσκεφάλι τους, άλλοι έχουν μέσα σουβενίρ από την παλιά τους ζωή. Όλοι κάτι έχουν.
 
Η ώρα πήγε δύο. Ο χρόνος περνάει αλλόκοτα όταν είναι νύχτα. Ξεγλιστρά. Η μουσική παίζει δυνατά σε λούπα. Τριγύρω ερημιά και αναμμένα καντήλια. Κανείς δεν ενοχλείται από το θόρυβο, περιέργως. Από δίπλα εννοώ, μιας και από απέναντι ποτέ δεν δέχτηκα παρατηρήσεις για κάτι. Νιώθω μια ωραία εξάντληση να μου παραλύει το κορμί. Το μυαλό μου είναι άδειο. Είμαι μια ανθρώπινη μάζα που δεν θέλει να αλλάξει θέση, που δεν χρειάζεται τίποτα, που ξέρει πως κάποτε θα καταλήξει στο απέναντι μαρμάρινο ξενοδοχείο και κάποιος από κάποιο μπαλκόνι θα την κοιτάζει πίνοντας κρασί.
 
Σήμερα είχαμε καινούρια άφιξη στο νεκροταφείο. Μια κοπελιά με πολύ μεγάλο σόι και κατάξανθα μαλλιά. Την είχαν ντύσει στα μαύρα.
Εύχομαι να έχει βολευτεί στη θέση της, και κυρίως να της αρέσουν οι Rolling Stones.

Ταξίδι στην Κέρκυρα

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 19 Νοεμβρίου 2015)

ου τυχαίνει καμιά φορά. Σπανίως, αλλά μου τυχαίνει. Εκεί που περιμένω στην πιάτσα με τα ταξί, να εμφανίζεται πελάτης που έχω ξαναπάρει κούρσα. Τους αναγνωρίζω αμέσως, φυσικά. Είμαι φυσιογνωμιστής. Ονόματα δεν συγκρατώ, πρόσωπα όμως δεν ξεχνάω. Συνήθως είναι πελάτες που παίρνω από τα ΚΤΕΛ ή την πλατεία Καραϊσκάκη και κάνουν σταθερά την ίδια διαδρομή. Αυτές είναι οι καλύτερες πιάτσες του κέντρου. Αράζω εκεί με τους άλλους και λέμε καμιά κουβέντα μέχρι να αδειάσουν τα λεωφορεία στο σταθμό και να αρχίσει το μεροκάματο ή το νυχτοκάματο, αναλόγως.

Την είδα που βγήκε απ’ το μετρό. Παρόλο που κόντευε να βραδιάσει φόρεσε το μαύρο γυαλί και σήκωσε το χέρι. Ήμουν πρώτος στη σειρά. Κύλησα δυο τρία μέτρα στο ρελαντί, κατέβηκα και της άνοιξα την πόρτα. Μπήκε χωρίς να με χαιρετήσει. Έβαλα μπρος και την κοίταξα μέσα από το καθρεφτάκι. Περίμενα. Θυμόμουν πως την έλεγαν Λαοκρατία. Παράξενο όνομα, το είχα συγκρατήσει από την άλλη φορά.

“Πάλι εσείς”, πέταξε ανέκφραστα. “Ε λοιπόν, από την πρώτη κιόλας στιγμή που σας είδα, τότε, σκέφτηκα πως έχετε όψη μεταπράτη”.

Με θυμόταν.

“Τι εννοείτε;  Κάνω το μεσάζοντα σε καμιά βρωμοδουλειά και δεν το κατάλαβα;”, νευρίασα και άναψα τσιγάρο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να προσβληθώ αμέσως ή να περιμένω να μου εξηγήσει τι εννοούσε.

“Κυψέλη”, είπε τελικά.

Έβγαλα φλας και βγήκα στο δρόμο. Η κίνηση είχε κόψει κάπως, αλλά η βροχή δεν βοηθούσε και πολύ. Πηγαίναμε σαν τις κότες. Οδηγούσα χαλαρά, τσεκάροντας δεξιά κι αριστερά τους περαστικούς στα πεζοδρόμια.

“Όχι , αφήστε το”, με πρόλαβε.

Κατάλαβα πως δεν ήθελε διπλή κούρσα.

“Μάλιστα “, συμμορφώθηκα αμέσως.

“Πάμε δεξιά στην Πατησίων”, μουρμούρισε λίγο πριν βγάλω φλας αριστερά προς Αλεξάνδρας.

Πάλι ξεφεύγαμε από το δρομολόγιο. Όπως και την προηγούμενη φορά, που ήθελε να πάει στην Σπετσών μέσω Δροσοπούλου. Έκανα έναν ελιγμό αυτοκτονίας και έστριψα δεξιά. Ένας γιωταχής μου κόρναρε και με μούντζωσε.

“Έχετε καλά αντανακλαστικά”, μου έκανε το κομπλιμάν της. “Τα Χριστούγεννα όμως με αρρωσταίνουν. Η Αθήνα απόψε μου φαίνεται θλιβερή. Φώτα και ψεύτικα αστέρια στα καλώδια της ΔΕΗ, βιτρίνες, σακούλες στα χέρια των ανθρώπων. Ευχαρίστως θα την άδειαζα μονομιάς”.

“Την πόλη;”, ρώτησα.

“Μάλιστα. Την πόλη. Και τώρα θα ήθελα να με πάτε να δω τη θάλασσα, αν δεν σας πειράζει. Άλλαξα γνώμη”, είπε.

Σκέφτηκα πως έπρεπε να ήταν εντελώς τρελή και πως αυτό που λέμε “γνώμη” στην περίπτωσή της ήταν κάτι που άλλαζε υπερβολικά συχνά.

Σκέφτηκα να πάω προς Πειραιά. Η κίνηση μπούκωνε τους δρόμους, η Αθήνα πάθαινε νευρικό κλονισμό. Θυμήθηκα την κηδεία του εγγονού της. Εκεί που είχε πει ότι πήγαινε την προηγούμενη φορά, πριν καταλήξουμε σε κείνο το ξενοδοχείο. Δεν αναφέρθηκα στο συμβάν. Στο ράδιο έπαιζε κάτι ροκιές από τα νιάτα μου. Έξω έβρεχε πολύ και είχε σκοτεινιάσει τελείως. Τα μαγαζιά έκλειναν και ο κόσμος αραίωνε. Δυνάμωσα το καλοριφέρ. Ήταν ωραία.

“Τα Χριστούγεννα η Κέρκυρα μοιάζει με καράβι. Τα απογεύματα φυσάει ο Σιρόκος και μυρίζει ο τόπος αγιοσύνη και θαλπωρή. Οι κυράδες μαγειρεύουν ντρέδουλες και μελομακάρονα και ανήμερα ψήνουν γαλοπούλες και αρνί με δάφνες και σταφίδα. Την παραμονή τα παιδιά ξεχύνονται στα καντούνια μαζί με τις μπάντες της Φιλαρμονικής και λένε τα κάλαντα. Απογειώνεται η πλατεία από τις φωνές και τις τρομπέτες. Οι νοικοκυρές φιλεύουν τον κόσμο κουμκουάτ στο χαρτί, αμύγδαλα και κουραμπιέδες. Έχουμε δικά μας κάλαντα εμείς στα χωριά, δεν τα ξέρετε εσείς εδώ στο Νότο”.

Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει ξαφνικά και θυμήθηκα το νησί μου. Μονολογούσα λες και δεν ήταν άλλος στο ταξί. Ένιωθα μεγάλη νοσταλγία.

Λίγο πριν το λιμάνι, στα είκοσι μέτρα μπροστά από το ταξί, είδα ένα σκυλί που κούτσαινε στο δρόμο. Κατέβασα ταχύτητα και το προσπέρασα σιγανά. Δεν ήθελα να το τρομάξω. Ένιωθα να με μπουκώνει μια παράξενη λύπη. Στη θάλασσα αχνοφαίνονταν τα φώτα από τα αραγμένα καράβια. Πεζός κανείς. Πάχνη. Το Ιόνιο πέλαγος ήταν πολύ μακριά από μένα.

“Σπύρος λοιπόν”, μάντεψε χωρίς να με ρωτήσει το όνομά μου. Με είχε ακούσει. “Πάμε στην Κέρκυρα; Μπορείτε τώρα;”.

Δεν κατάλαβα αν το εννοούσε ή αν μου έκανε πλάκα.

“Ναι, βάζω πέμπτη και σε κάνα δίωρο θα είμαστε εκεί. Κρατηθείτε!”, αστειεύτηκα επειδή μου φάνηκε πως αυτό ήταν ό, τι πιο ασφαλές μπορούσα να κάνω.

“Πάμε στο αεροδρόμιο. Θα πάρουμε την πρώτη πτήση που θα βρούμε, κάποια πρέπει να υπάρχει. Θα πάμε στο νησί, θα πιούμε ένα κρασί σε μια ταβέρνα που θυμάστε από παλιά και το πρωί επιστρέφουμε”, συνέχισε. “Δεν μπορεί, θα έχετε κι εσείς τις προσωπικές σας αναμνήσεις “.

Γύρισα και την κοίταξα. Νύχτα.

Έβγαλα φλας και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου. Φύσαγε πολύ. Η βροχή έσκαγε πάνω στα τζάμια. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν σταγόνες από τη θάλασσα, καθαρή αλμύρα. Μετά είδα την εικόνα ενός αχινού που τον παίρνει ο αέρας και προσγειώνεται στο παρμπρίζ, με τα αγκάθια να διαπερνούν το τζάμι και να χώνονται μέσα. Με πιάνει πότε πότε κάτι αλλόκοτο, και φαντάζομαι παράξενες εικόνες.

Χωρίς να ρωτήσω τίποτα έβαλα πρώτη και ξεκινήσαμε. Αν ήταν εκείνη μία φορά τρελή εγώ μπορούσα να γίνω δέκα. Σε μια ώρα ήμασταν στο αεροδρόμιο, με τα εισιτήρια της τελευταίας πτήσης στο χέρι. Είχα χρόνια να πάω στο νησί. Όλα μου φαίνονταν απίστευτα. Λες και δεν τα ζούσα.

Μπήκαμε στο αεροπλάνο και καθίσαμε στις θέσεις μας.

“Όταν ήμουν μικρός στον Άη Μαθιά λέγαμε τα κάλαντα και με τα φραγκοδίφραγκα αγοράζαμε φλογέρες. Είναι κάτι σιροπιαστά γλυκά με σουσάμι και μαύρη σταφίδα, δεν ξέρω πώς τα λέτε εσείς. Η μάνα μου μας φόραγε τα καλά μας, για να μην εκτεθεί στη γειτονιά, και τρέχαμε με τον αδελφό μου από το χάραμα ως τη νύχτα. Μόλις γυρίζαμε, ανάβαμε το τζάκι και ψήναμε κάστανα και κουκουνάρια. Ο πατέρας μου έβαζε πατάτες και πορτοκαλόφλουδες στη θράκα και η μάνα σέρβιρε το αρνί με τις πατάτες και τη σούπα δίπλα στη φωτιά. Οι παππούδες μας έπιναν κρασί κι έλεγαν ιστορίες από την Κατοχή. Εμείς σαστίζαμε. Το γκρέμισε πρόπερσι ο αδερφός μου το σπίτι, έχτισε διώροφο, τίποτα από τα παλιά δεν έμεινε εκεί πάνω. Τον πόνεσα τον τόπο μου, τόσα χρόνια έχω να πατήσω…”.

“Είστε από ένα χωριό που το λένε Άγιο Ματθαίο, λοιπόν”, σχολίασε η ονειροπαρμένη. “Πριν γίνει μαθητής του Ιησού, ο Ματθαίος ήταν τελώνης στη Γαλιλαία, άνθρωπος αμαρτωλός, το ξέρατε;”.

Ξερόβηξα και σήκωσα τους ώμους. Δεν ήξερα κι ούτε με ένοιαζε να μάθω.

Αυτή συνέχισε να χαζεύει το σκοτάδι σα να μην υπήρχα δίπλα της. Έμοιαζε να μη νοιάζεται για τίποτα. Κοίταξα τα μαύρα ρούχα της και το χέρι όπου την προηγούμενη φορά είχε το διαμαντένιο δαχτυλίδι. Είδα πως έλειπε από το δάχτυλό της. Τα χέρια της ήταν τελείως γυμνά. Μου άρεσαν έτσι όπως τα είχε ακουμπήσει στα γόνατά της με τις παλάμες προς τον ουρανό. Αναρωτήθηκα αν της άρεσε να προσεύχεται ή αν η κίνηση ήταν τυχαία.

Η πτήση κράτησε ελάχιστα ή έτσι μου φάνηκε. Με το που φτάσαμε στο Ιωάννης Καποδίστριας πήραμε ταξί και κατεβήκαμε στην πόλη. Μαυρίλα παντού, εκτός από τα στολίδια του δημάρχου στα δέντρα και στις κολώνες. Η πλατεία άδεια, στους δρόμους ψυχή. Στον κόλπο της Γαρίτσας ερημιά. Μόνο κύματα και σκοτάδια. Το Ιόνιο στα καλύτερά του. Είχε βρέξει και στην Κέρκυρα όλα ήταν μουσκεμένα και καθαρά. Ένιωθα μια ζεστή ταραχή στα σπλάχνα μου, ένα λίγωμα ωραίο. Τα γόνατά μου τρέκλιζαν. Αν δεν ντρεπόμουν την κυρά θα άρχιζα να κλαίω. Με τον τόπο αυτό υπήρξα ανέκαθεν βαριά ερωτευμένος.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα κατεβήκαμε τα σκαλιά του γερο Γισδάκη και πιάσαμε τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, κάτω από τα παλιά βαρέλια. Χάρηκα που το ταβερνείο ήταν ακόμα εκεί. Το βρήκα εύκολα, περισσότερο με την ανάμνηση παρά με τον προσανατολισμό μου. Φάγαμε μπουρδέτο με πιλάφι, κατσικίσιο τυρί και σαλάτα λάχανο με άνηθο και λεμόνι. Ήπιαμε κρασί από το βαρέλι με το καπνισμένο ξύλο, το καλό. Τσουγκρίζαμε και το κατεβάζαμε μονομιάς, σα νεράκι.

Σιγά σιγά ξαναθυμόμουν τις μυρωδιές και τις γεύσεις του νησιού και μέσα μου ξέσπαγε θρήνος. Ο ταβερνιάρης καθόταν αμίλητος στη γωνιά και έπινε χωρίς να ασχολείται. Μου φάνηκε γερασμένος αλλά ήσυχος. Μισοφευγάτος. Αυτή δε μίλαγε πολύ. Πού και πού άφηνε το πιρούνι της και τσιμπολογούσε λίγο ψωμί. Όταν το έκανε αυτό μου θύμιζε εκείνο το χτυπημένο σκυλί στο δρόμο, στην Αθήνα. Όμως αυτό δεν της το είπα. Χάρη σε κείνη την αλλοπρόσαλλη γυναίκα βρισκόμουν μετά από τόσο καιρό στο νησί. Δεν ήθελα να σχολιάσω τίποτα.

Αφού φάγαμε και ήπιαμε σκέφτηκα πως κάπου έπρεπε να βγάλουμε τη νύχτα μας. Με τα λεφτά που είχε επιμείνει να μου ξεχρεώσει τη χαμένη βάρδιά μου μπορούσα να την πάω στο Καβαλιέρι. Το καλύτερο ξενοδοχείο του νησιού. Ήταν και παρέμενε, αν έκρινα από τη φωτοχυσία και την κόκκινη μοκέτα της εισόδου. Αυτή όμως δεν τα ήθελε τα κυριλέ ξενοδοχεία, δεν της άρεσαν καθόλου τα “δωμάτια-μπουτίκ”.

Έτσι είπε.

“Αν θέλετε πάμε στο λιμάνι  να περιμένουμε το χάραμα και μετά να πάρουμε το πρώτο αεροπλάνο για πίσω”, πρότεινε. “Το φαγητό ήταν πολύ καλό, και το κρασί διαμάντι. Μπορεί να συνεχιστεί το ίδιο υπέροχα αυτή η βραδιά με μια βόλτα στην πόλη”.

“Πάμε να κλείσουμε τα μάτια μας δυο ώρες πριν φύγουμε ξανά”, την παρότρυνα σχεδόν παραιτημένος.

Με είδε που ήμουν κατάκοπος και στο τέλος δέχτηκε να πάμε σε κάνα φτηνό ξενοδοχείο στο λιμάνι. Διάλεξε ένα παρακμιακό ερείπιο που πριν τριάντα χρόνια γνώριζε δόξες και τιμές, τώρα πια όμως φαινόταν τελειωμένο. Περνούσαμε απέξω και μόλις το είδε έδειξε με το δάχτυλο “εκεί”. Απόρησα που δεν το είχαν σφραγίσει οι αρχές πριν αρχίσουν να πέφτουν τα μπαλκόνια σε κεφάλια. Στην είσοδο κρεμόταν μια γκρεμοτσακισμένη ταμπέλα με το όνομα. “Constantinople”.

“Εάλω η Πόλις”, κατάπια όπως όπως τη σκέψη μου, ξέροντας πως κάθε κουβέντα μου είχε διλπή σημασία, γι’ αυτό ήταν καλύτερα να την κρατάω για τον εαυτό μου.

Μπήκαμε μούσκεμα από τη βροχή και πήραμε ένα κλειδί από τον ρεσεψιονίστ που καθόταν στον ξύλινο πάγκο. Ήταν ένας υπέργηρος λακωνικός Κερκυραίος ντυμένος σαν Εγγλέζος ευγενής του περασμένου αιώνα. Δίπλα του μια γυναίκα με κάτασπρα σγουρά μαλλιά , σαν μάγισσα από κακό παραμύθι, έπλεκε με το βελονάκι της μια ροζ παιδική κουβέρτα. Η σκηνή μου φάνηκε εφιαλτική. Αν την έβλεπε ο Ευγένιος Αρανίτσης θα μεγαλουργούσε.

Μετά τα διαδικαστικά με τις ταυτότητες και τα λοιπά ο ρεσεψιονίστ μας καληνύχτισε και ξανάπιασε την εφημερίδα του. Η γριά συνέχισε να πλέκει.

Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε με τα σκαλιά. Το μυαλό μου βούιζε από σκόρπιες σκέψεις. Κομματάκια σκέψεων, για την ακρίβεια, όχι ολόκληρες σκέψεις. Μια νύχτα σαν αυτή, με καταιγίδα και βοριάδες στο νησί, μετά από αιώνες ξενιτιάς στην Αθήνα, βρισκόμουν με μια άγνωστη γυναίκα στο πιο τιποτένιο ξενοδοχείο της πόλης, να συναντώ μισότρελους Κερκυραίους και να πίνω καπνιστό κρασί από τα βαρέλια του ταβερνιάρη φίλου του πατέρα μου που δεν με αναγνώρισε καν. Όλα έμοιαζαν τελείως παρανοϊκά. Αν ξυπνούσα το επόμενο πρωί και καταλάβαινα πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε συμβεί, θα είχα δει τουλάχιστον το καλύτερο όνειρο της ζωής μου.

Στο δωμάτιο έκανε ζέστη. Μια σόμπα έκαιγε πετρέλαιο και μύριζε βαριά. Το περιβάλλον θύμιζε σοσιαλιστικό ρεαλισμό, είχε κάτι το αγέρωχα υπερήφανο και συνάμα εντελώς νοσηρό. Ξέφτια στα κουφώματα, λερή μοκέτα κάτω, καμπινεδάκι με μπιντέ από κείνους τους αρχαίους, τους μπρούτζινους, και στη γωνιά μια ξύλινη ντουλάπα ίδια με κείνη την προικώα της γιαγιάς μου, στο χωριό, που όταν της έτριζαν τα πορτόφυλλα ξυπνούσαν και πεθαμένο.

Από τα παράθυρα έμπαινε ο θόρυβος της προκυμαίας όπου λυσσομανούσαν τα κύματα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και τα καράβια ήταν φωτισμένα και θαμπά. Στο Βίδο, απέναντι, σκοτάδι.

Ξάπλωσα κοντά της και άπλωσα το χέρι έτσι όπως κάνουμε όταν γνωριζόμαστε καλά με κάποιον και μπορούμε να τον καλέσουμε δίπλα μας. Κούρνιασε στην αγκαλιά μου σαν παιδί. Τα μαλλιά της μύριζαν καπνό και χειμώνα. Η ανάσα της κρασί και παλιό τρόμο.

“Ησύχασε”, της μίλησα για πρώτη φορά στον ενικό και γύρισα προς τη μεριά της.

Την αγκάλιασα πιο σφιχτά και άρχισα να την φιλάω στο στόμα. Με αγκάλιασε κι εκείνη. Έγλειψα τα χείλη της απαλά, με τον τρόπο που γλύφει όμορφα η γάτα το γατάκι. Ήταν ζεστή και φιλόξενη. Με συγκινούσε. Θυμήθηκα πως την προηγούμενη φορά είχε κλάψει πάνω στον έρωτα και φοβήθηκα μη γίνει κάτι και μου ξανασπάσει. Ήξερα πως ήταν ραγισμένη και γεμάτη μυστικά. Κι αν δεν το ήξερα, το μάντευα. Φαινόταν. Ήταν μια γυναίκα γεμάτη μυστικά, σαν εκείνα τα καράβια στο λιμάνι, που για μια στιγμή τα φαντάστηκα – ποιος ξέρει γιατί – γεμάτα μελαμψούς λαθρεπιβάτες.

Δεν συνέβη τίποτα απ’ όσα φοβόμουν. Σμίξαμε αμίλητοι, με κάτι που έμοιαζε με αληθινή αγάπη, ακόμα και ανάμεσα σε δυο άγνωστους. Αυτή τη φορά δεν έκλαψε, ούτε σηκώθηκε να φύγει στη μέση. Ήταν πιο ήρεμη και πιο απλή, με έκανε να νιώθω πως με είχε ανάγκη. Αποκοιμήθηκε σχεδόν αμέσως μετά, κουρνιασμένη στην αγκαλιά μου.

Το πρωί ήπιαμε καφέ και περπατήσαμε στο λιμάνι. Ο ουρανός ήταν γεμάτος γκριζόμαυρα σύννεφα. Πάνω από τα κεφάλια μας έκρωζαν γλάροι και κοράκια. Κοίταζα το φρούριο πάνω στο λόφο του και δεν έλεγα να το χορτάσω. Και το πλακόστρωτο, τις μικρές λακκούβες με τα απόνερα της νύχτας, τα παρτέρια με τα γυμνά δέντρα, τα ανταριασμένα νερά του λιμανιού, τα πεσμένα κερκυραϊκά φύλλα.

“Ο Τσε αγαπούσε πολύ τον ποιητή Ευγένιο Αρανίτση”, μου είπε ξαφνικά και η φωνή της έμοιαζε να έχει βγει από μια μαύρη τρύπα. “Το ξέρατε πως είναι Κερκυραίος; Ευγένιος και αυτός, όπως ο εγγονός μου…”.

“Από ποιητές δεν ξέρω και πολλά, ο Αρανίτσης όμως είναι πιο γνωστός στον τόπο του κι από τις πέτρες”, της είπα και απόρησα που ένιωθα τόσο τρυφερά για κείνη. “Το μόνο που ξέρω είναι πως όταν μεσημεριάζει τον Αύγουστο πάνω από την Κέρκυρα τα σύννεφα στάζουν αίμα και μυρίζουν θυμίαμα, και πως κάποτε στα μέρη αυτά ζωγράφιζε αγγέλους με κόκκινα φτερά ο Τσαρούχης. Αυτός είναι επίσης πολύ γνωστός, τον ξέρουν και οι πέτρες κι ας μην είναι συντοπίτης μας”.

Δεν απάντησε. Ήθελα να την πάρω αγκαλιά μα δεν τόλμησα να την πλησιάσω. Θυμήθηκα τα λόγια της. Κατάλαβα γιατί με έλεγε μεταπράτη. Όποτε συναντιόμασταν ήταν σα να ήμουν ο καιροσκόπος ενδιάμεσος για κάτι που έμοιαζε με ύπουλη, προσωρινή ανακωχή ανάμεσα στην πραγματική ζωή και στον εαυτό της.

Περπατήσαμε ως την άκρη του μόλου, εκεί που αράζουν τα γέρικα φέρι μπωτ που δεν μετράνε πια ταξίδια. Στάθηκε σύριζα στο κράσπεδο και τότε φοβήθηκα μη δώσει μια και πέσει. Έβγαλε τότε από την τσέπη της ένα κομμάτι από το χθεσινοβραδινό ψωμί κι άρχισε να το τρίβει στους γλάρους. Άπλωνε τα χέρια της και έριχνε τα ψίχουλα στον ουρανό. Τα πουλιά μαζεύτηκαν γύρω μας σα μέλισσες και έτρωγαν αυτό που τους πετούσε. Αυτή φαινόταν επιτέλους να ηρεμεί. Αν της άλλαζα όνομα εκείνη τη στιγμή θα την βάφτιζα Γαλήνη. Και θα ήταν ένα περιστέρι που εξόκειλε στο κατώφλι του σπιτιού μου, όπως τότε που ήμουν παιδί κι όλο έμπαιναν πουλιά από την ανοιχτή πόρτα στην Κασσιόπη. Ή ένα από κείνα τα γέρικα φέρι μπωτ, που δεν μετράνε πια ταξίδια, στο λιμάνι της Κέρκυρας.

Ας είναι τα νησιά σου ελαφριά, Ιόνιο πέλαγος“, απήγγειλε τότε ένα στίχο του Κερκυραίου ποιητή και προχώρησε μπροστά, αφηρημένη.

Εγώ έμεινα στο πεζούλι μόνος μου, να την κοιτάζω να ξεμακραίνει και να μη μπορώ πια να υπολογίσω τον καιρό. Να μη μπορώ καν να μετρήσω ούτε τα δέκα μου δάχτυλα, που άξαφνα μου φάνηκαν να μυρμηγκιάζουν από κάτι που έμοιαζε με δίψα ξαφνική και μια παράξενη, ξενόφερτη ανάγκη.

Έκτοτε δεν την ξαναείδα.

Εσταυρωμένος

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 5 Νοεμβρίου 2015)
 
«Δεν θα συναντηθούμε ποτέ ανάμεσα σε δύο στίχους του Μπωντλαίρ, δεν θα περιμένουμε ποτέ το ίδιο λεωφορείο κάτω από μια αφίσα των Coil, δεν θα είμαι το κορίτσι με το πράσινο κασκόλ που διασχίζει την Αιόλου βιαστικά. Δεν θα φωνάξουμε τα ίδια συνθήματα κάτω από την ίδια σημαία. Δεν θα γράψουμε ποτέ κάτι με μαύρη μπογιά σε έναν τοίχο. Δεν θα ανταλλάξουμε παράφορα φιλιά κάτω από τη λάμπα ενός πάρκου. Δεν θα με ακούσεις ποτέ να μουρμουρίζω τις νύχτες, δεν θα μάθω πώς μυρίζεις όταν βγαίνεις από το μπάνιο. Δεν θα δω ποτέ πώς τρως τα μακαρόνια σου, δεν θα ανακαλύψεις πού κρύβω τις ενοχές μου. Δεν θα ακούσω πώς προφέρεις το λάμδα όταν μεθάς, δεν θα αισθανθείς ποτέ τη θερμοκρασία του ώμου μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα. Δεν θα δεις ποτέ τα μάτια μου να βουρκώνουν, δεν θα σκύψω πάνω σου τρυφερά. Δεν θα μάθω ποτέ τι λες όταν παραμιλάς στις 2.30 τα χαράματα, δεν θα μάθεις ποτέ αν έκανα εκείνο το τατουάζ κι αν με πόνεσε η βελόνα. Δεν θα βραχούμε ποτέ μαζί κάτω από την ίδια καταιγίδα, δεν θα τρέξουμε στα στενά για να γλιτώσουμε από τον ίδιο τρόμο. Δεν θα ομολογήσουμε ποτέ τι ώρα είναι μέσα στο μυαλό μας. Δεν θα παρατηρήσεις την επόμενη ρυτίδα μου, δεν θα μετρήσω τις καινούριες άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Δεν θα μετρήσουμε τα κύματα μιας κόκκινης θάλασσας έξω από το Φες, δεν θα έχουμε κοινό κλειδί για όλες μας τις πόρτες.Δεν θα με βοηθάς να μεταμορφώνω τα ψέματα σε αλήθειες, δεν θα περιμένω κοιτώντας το ρολόι μέχρι να φανείς. Δεν θα ενώσουμε ποτέ τη θέα από τα παράθυρά μας, δεν θα σπάσουμε το κινέζικο σερβίτσιο πάνω στον καυγά. Δεν θα κοιτάξουμε ποτέ στα μάτια το παιδί μας. Δεν θα υποδυθούμε ποτέ τους αμέτρητους ρόλους μας, δεν θα με πεις “αγάπη μου”, δεν θα βουλιάξουμε ποτέ μέσα στο ίδιο όμορφο καράβι».
Αυτά είπε το σκιάχτρο με το κίτρινο φουστάνι και τα μακριά μαλλιά στον ξύλινο Εσταυρωμένο που στεκόταν δίπλα του. Εκείνος δεν απάντησε. Γύρω τους, το χωράφι ήταν γεμάτο ώριμα σπαρτά, κάτι μαύρα κοράκια πετούσαν πιο κει κυκλώνοντας το κουφάρι μιας άτυχης χελώνας. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Το σκιάχτρο ζούσε σε κείνο το χωράφι πολύ καιρό. Τον Εσταυρωμένο τον είχαν καρφώσει εκεί την προηγούμενη νύχτα οι τρεις ξένοι που λήστεψαν την εκκλησία του χωριού και έβαλαν φωτιά στο ταχυδρομείο.
«Κοίτα τους πώς μοιάζουν», είχε πει ο μεγαλύτερος, παρατηρώντας τα ανοιχτά τους χέρια πάνω στα ξύλινα στηρίγματα.
«Σαν δυο σταγόνες νερό», είχε γελάσει ο μικρός ρίχνοντας μια κλωτσιά τη βάση του Εσταυρωμένου.
«Τώρα έγιναν ζευγάρι. Ο Εσταυρωμένος και το Σκιάχτρο», είχε συνεχίσει το δωδεκάχρονο κορίτσι που τους ακολουθούσε παντού και μετά συνέχισε να τρώει τα νύχια του με μανία.
 Το επόμενο πρωί, στη μέση του χωραφιού, τέσσερα χέρια απλώνονταν ορθάνοιχτα στον ορίζοντα και τέσσερα πόδια παρέμεναν δεμένα στη βάση ενός ξύλου. Εις διπλούν. Κανείς δεν φάνηκε να προσέχει τον καινούριο κάτοικο ανάμεσα στα στάχυα. Τα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον κάμπο σηκώνοντας σκόνη στον χωματόδρομο, τα κοράκια και οι μάινες τσιμπολογούσαν εδώ κι εκεί. Όλα συνεχίζονταν κανονικά.
 Η σκιά των δύο συγκατοίκων πάνω στη γη ήταν το μόνο που άλλαζε καθώς περνούσαν οι ώρες και μετατοπίζονταν ο ήλιος στον ουρανό.
 
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.392 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: