Fahrenheit

bibliotheque31(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 14 Ιουλίου 2015)

 
Με στεναχωρούν οι άνθρωποι που αυτοφωτογραφίζονται. Κάτι από τη μοναξιά της κίνησής τους μου ραγίζει το χαμόγελο σαν γυαλάκι, και σκαρφαλώνει στο λαιμό μου από τα τρίσβαθα μιας ανάμνησης που δεν καταφέρνει να αναδυθεί με σαφήνεια και θάρρος. Ούτε σαν απόγνωση ούτε σαν συγκεκριμένο γεγονός εμφανίζεται μπροστά μου η ανάμνηση αυτή. Απλώς με παραλύει καθολικά όταν κάτι από τα πράγματα καταφέρνει και χτυπά μια μυστική, ευαίσθητη χορδή μου που της μοιάζει.
 Μερικές φορές το κάνω κι εγώ – βγάζω φωτογραφίες τον εαυτό μου. Με στεναχωρώ κι εγώ, όπως όλοι οι άλλοι. Οι άνθρωποι δεν διαφέρουν μεταξύ τους στα βασικά, και αυτό είναι τόσο ανακουφιστικό όσο και παράδοξο. Κάτι τέτοιες λεπτομέρειες, όμως, ομολογώ, δεν κατάφεραν ποτέ να ξεσηκώσουν μέσα μου κάτι ισχυρό, διαφωτιστικό ή έστω και ελάχιστα σημαίνον.
 Ένα βράδυ ονειρεύτηκα φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, έγχρωμες κι ασπρόμαυρες, στοιβαγμένες μέσα σε ένα λευκό χαρτονένιο κουτί από γλυκά ή γάντια. Δεν ξέρω πώς γίνεται το ίδιο κουτί να μπορεί να φιλοξενήσει δυο πράγματα τόσο ετερόκλητα, νομίζω όμως πως η αίσθηση ενός ζευγαριού γαντιών σε χρώμα ροζ παστέλ ανάμεσα σε πολλούς μικρούς λευκούς κουραμπιέδες, λερωμένα από ζάχαρη άχνη και αρωματισμένα με μυρωδιά ροδόνερου, μου χρωμάτισε το όνειρο με μια εσάνς γλυκιάς, ρομαντικής μελαγχολίας σαν αυτή που νιώθουν τα νεαρά κορίτσια όταν κοιτάζουν περιοδικά μόδας ή νυφικά, που μετά από χρόνια θα προβάρουν μπροστά στον καθρέφτη μιας επιδέξιας μοδίστρας που θα τους διορθώνει με βελόνα και κλωστή το μπούστο, την αναπνοή, το ξεχείλισμα της καρδιάς τους.
 Εκείνη τη νύχτα οι φωτογραφίες μου ξεχείλιζαν αγάπη και μυρωδιά Φαρενάιτ. Και γελούσαν λίγο μεθυσμένες καθώς έπιναν κάπως περισσότερο ροζέ. Δεν είναι ν’ απορεί κανείς για το πώς γίνεται να πίνουν κρασί και να γελούν οι φωτογραφίες των ονείρων του. Αρκεί να σκεφτεί πως μέσα τους είναι φυλακισμένες στιγμές από ζωές, ήχοι από φωνές και χρώματα από βλέμματα που κάποτε συνόψιζαν όλες τις γραμματικές του κόσμου και τίποτε δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τα γούστα, τη γεύση και τη διατύπωσή τους.
 Μετά, οι φωτογραφίες μου είπαν «Βάλε μας στη σειρά», κι εγώ τις έβαλα τη μία δίπλα στην άλλη. Η καλύτερή μου, όπως οι κάρτες ποδοσφαιριστών που κάνουν συλλογή τα παιδιά στην Στ’ Δημοτικού, ήταν μια δική σου. Ήταν εκείνη που στεκόσουν πλάτη στο φακό και μου έλεγες, χωρίς να μιλάς, «Μπράβο που σκότωσες το θηρίο, το είχα βάρος στη συνείδησή μου, αλλά τώρα είμαστε καλά».
Αναρωτήθηκα πώς γινόταν και οι φωτογραφίες είχαν συγκεκριμένη φωνή, παρότι λίγο νωρίτερα δεν είχα αναρωτηθεί για τις αλκοολικές τους τάσεις, αλλά μετά κατάλαβα πως στα όνειρα όλα επιτρέπονται και πως μερικά πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά.
 Αν δεν την ακούω ούτε κει τη φωνή σου, κατάλαβα, δεν θα την ακούω πουθενά, και αυτή η ιδέα μου φάνηκε αβάσταχτη, πόνεσε η ψυχή μου – ναι, γίνεται να πονάει μια ψυχή – και τότε ένιωσα μια τεράστια ευγνωμοσύνη για τον ύπνο που μας πλέκει όνειρα κι έτσι μέσα από αυτά μπορώ να κοιτάζω παλιές φωτογραφίες σου με φωνή, γεύση και προτιμήσεις, και να ακούω ξανά ένα μπράβο από το στόμα σου που μιλάει όπως θυμάμαι μόνο εγώ, λατρευτικά κι απόλυτα, και με μια φωνή που μυρίζει Φαρενάιτ.

Rebus

Δρόμος-270

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 3 Ιουλίου 2015 και στην Bibliotheque στις 6 Ιουλίου 2015)

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες σε νησιά, σε επαρχιακές πόλεις με παραθαλάσσιο γλωσσικό ιδίωμα, σε ταινίες σκηνοθετών που μπερδεύω τα ονόματά τους. Μπορεί να ήταν ο Αγγελόπουλος, μπορεί και ο Νικολαΐδης. Στο φως του σούρουπου, λίγο πριν την μπλε ώρα, με τα κινηματογραφικά λαμπιόνια αναμμένα στη σειρά, λίγο πιο κει, να κρέμονται στο πλαστικό καλώδιο είτε από κολώνες της ΔΕΗ είτε από ξέμπαρκα αρμυρίκια, και ένα λαϊκό βαρύ κι ασήκωτο να γρατζουνάει το βάθος της σκηνής σαν θρηνητικό μουρμουρητό ή σαν υποχρεωτικό καιρικό φαινόμενο πάνω από τα ανθρώπινα κεφάλια.

Ήχοι πιρουνιών στην άκρη του πιάτου, εκπνοές καπνού, μια γυναικεία φωνή με μπόλικη εσάνς έρωτα και εμμηνοπαυσιακής υστερίας, το βαρύ γέλιο ενός μάγκα, κάτι άδοξες προθέσεις συμβιβασμού. Ένα πουλί που πάει για ύπνο. Ένα φέρι μποτ που έρχεται κι ένα άλλο που διασχίζει τη θάλασσα στο βάθος, αβάσταχτα σιωπηλό. Κομματάκια από γυαλί οι σκηνές που θυμάμαι, και ξάφνου μου έρχεται στο νου ένα παλιό μου όνειρο, όπου ανέβαινα λέει τις σκάλες του μετρό στην Πανεπιστημίου και μασούσα το γυάλινο μπουκάλι από το άρωμα ενός περαστικού που με είχε εντυπωσιάσει. Το στόμα μου είχε γεμίσει γυαλιά, μα δεν πονούσα. Ένιωθα μόνο την αδιέξοδη και άοσμη υποχρέωση του ανθρώπου που οφείλει να κάνει το καθήκον του – ακόμα και αν αυτό είναι να μασάει γυαλιά ή να καταπίνει πρόκες – και την άδεια λύπη εκείνου που μόλις ανακάλυψε πως είναι φτιαγμένοι από άνθρακα οι περισσότεροι θησαυροί αυτού του κόσμου.

Θυμάμαι τις παράλληλες γραμμές από το κατά τόπους κακό καλούπιασμα του τσιμέντου, εκεί στις αποβάθρες. Σε όλες τις αποβάθρες που έχει τύχει να δω. Ανάγλυφα ρυάκια αποτρόπαιης σκληρότητας, μπετόν αρμέ επιφάνειες που αν περπατήσεις πάνω τους ξιπόλητος θα σου ματώσουν τις πατούσες. Οι αποβάθρες είναι παράθυρα στον κόσμο, σημεία τομής, τρύπες στη διάπλαση του πλανήτη. Τεχνητές γέφυρες που καλύπτουν κενά που η Φύση θα κάλυπτε βέβαια με τρόπο εντελώς διαφορετικό, ενδεχομένως και καθόλου.

Ζούμε στην παρά φύσιν εποχή μιας μετάλλαξης παντός επιστητού, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται με γυμνό μάτι. Οι αποβάθρες, οι ώρες του ρολογιού, οι κινηματογραφικές αναφορές και τα ανεξήγητα όνειρά μας, οι λέξεις και οι κινήσεις μας, μέχρι και οι τυχαίες μας ματιές σε έναν περαστικό που δεν θα αντικρύσουμε ποτέ ξανά μοιάζουν με τις αφορμισμένες πληγές στο σώμα ενός βαριά τραυματισμένου που υποδύεται τον αλώβητο για να μην αφεθεί να συνειδητοποιήσει πως είναι ήδη ακρωτηριασμένος και πως είναι πλέον για όλα αργά.

Θυμάμαι τις τσιμεντένιες αποβάθρες των λιμανιών και επινοώ απ’ την αρχή τα πρόσωπα επιβατών που έχω λησμονήσει. Αναγραμματίζω τα ονόματα των πλοίων σε αστειότητες και σκέφτομαι εικονικές διαδρομές σε θάλασσες και ακτές μιας τηλεοπτικής διαφήμισης, μιας υπερπροσφοράς σε φυλλάδιο διακοπών ενός τουριστικού γραφείου, μιας παλιάς καρτ ποστάλ, μιας παλιάς εποχής, ενός παλιού εαυτού μου, μιας παλιάς ζωής που έχω ξεχάσει πού την άφησα, κι αλίμονό μου αν ποτέ μου τη θυμηθώ κι αρχίσω να την ανακρίνω.

Το ηθικό δίδαγμα μιας βροχερής καλοκαιρινής μέρας

bibliotheque31
(Κείμενο που δησμοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 23 Ιουνίου 2015)


Το θέμα δεν είναι που μένεις, το θέμα είναι τι είσαι πραγματικά και τι αισθάνεσαι πως είσαι. Αν είσαι ένας κάκτος που ζει στη Σιβηρία, βέβαια, όσο αγκαθωτός και να αισθάνεσαι οι ρίζες σου πονάνε. Παθαίνουν αρθριτικά και μαραζώνουν. Λυγίζεις θέλοντας και μη. Ύστερα, κάνεις λογοπαίγνια και εύστοχες παρηχήσεις με λέξεις σαν αυτές – οι ρίζες που μαραζώνουν και σε ξεριζώνουν – και προσπαθείς να σκεφτείς τι άλλο είσαι πραγματικά και τι άλλο αισθάνεσαι, σαν να συμμετέχεις σε κουίζ ή σε τηλεπαιχνίδι.

Μια βροχερή καλοκαιρινή μέρα, για παράδειγμα, είναι πιθανόν να δεις τον εαυτό σου σαν ναυαγοσωστικό και να αισθανθείς έτσι. Αυτοναυαγοσωστικό, για την ακρίβεια, λες, και τότε γίνεσαι και γλωσσοπλάστης, και παρότι δεν σε καταλαβαίνει κανείς εφόσον μιλάς με λέξεις που δεν υπάρχουν και οι γλωσσολόγοι μπορεί να σε αφορίσουν, εσύ καλύπτεσαι με τον νεωτερισμό σου, και αρχίζεις να νιώθεις λίγο πιο καλά.

‘Η λίγο πιο παράξενα.

Η παραξενιά των πραγμάτων, οι ανεξήγητες πλευρές τους, τα κάνουν κάπως πιο υποφερτά. Στην αρχή, τουλάχιστον, νομίζεις.

Σε βοηθούν να νιώσεις λιγάκι πιο ανεύθυνος, πιο ελαφρύς, μπορεί και κάπως αθώος. Ξεθωριάζουν κάπως τα χρώματα των εννοιών και σε αντικαθιστούν με κάτι ανώτερο ως προς την ορθή σου κρίση. Αν δεν περνούν τα πάντα απ’ το χέρι σου, σκέφτεσαι, δεν είσαι ούτε υπεύθυνος ούτε ένοχος γι’ αυτά. Κάποιος άλλος ευθύνεται για όσα σε ενοχλούν ή έστω για όσα δεν καταλαβαίνεις. Και περιμένεις τη θεία δίκη, τον από μηχανής θεό, το χεράκι που κάποιος θα βάλει, για να ανακουφιστεί η απορία για τις μετατοπισμένες ευθύνες σου ή για το αίσθημα κενού σου.

Διαπράττεις λάθη, αστοχίες, ατεχνίες και μικρά ή μεγάλα εγκλήματα, και τα φορτώνεις στην πλάτη του πεπρωμένου ή των καιρών. Στο θέλημα κάποιου Κυρίου. Γίνεσαι ο απατεωνίσκος του εαυτού σου. Τον εξαπατάς και τον απαλλάσσεις χάρη σε ψευδομάρτυρες, του στήνεις παγίδες και ξόβεργες που μοιάζουν με βουνά από ρύζι και μέλι, του πετάς σωσίβια που τον βολεύουν αλλά δεν τον συμφέρουν εφόσον δεν είναι ανθεκτικά και κινδυνεύουν να βουλιάξουν στο πρώτο κύμα.

Όμως αυτό προτιμάς να το παραβλέψεις επειδή είσαι δειλός.

Τα φορτώνεις όλα στην παραξενιά, στην ιδιορρυθμία, στο αλλοπρόσαλλο, στο «έτσι είναι», και νομίζεις πως ξεμπερδεύεις.

Το μόνο που σου μένει αφού περάσει ο καιρός και ξεγλιστρήσεις προσωρινά από τα δεινά που σε βαραίνουν, είναι να περιμένεις καθισμένος στη γωνίτσα σου να έρθει εκείνη η μπλε ώρα όπου όλα θα γυρίσουν για να σου ζητήσουν εξηγήσεις. Τίποτα από όσα έπραξες και αισθάνθηκες, έστω και για μια στιγμή, δεν σε ξεχνάει, ούτε σε συγχωρεί. Όλα θα τα πληρώσεις, όλα θα σε θυμηθούν και θα γυρίσουν ξανά να σου ζητήσουν το λόγο.

Είναι καλύτερο να μην εμπιστεύεσαι τη μοίρα σου λοιπόν, μιας και μοίρα δεν υπάρχει.

Εμπιστέψου καλύτερα το ένστικτό σου που, ακόμη και ανεξήγητα, σε ωθεί να πράξεις.

Να αισθανθείς τι είσαι πραγματικά και τι αισθάνεσαι πως είσαι.

Να διαβάσεις μέσα από τα γεγονότα και τα αισθήματα και να δεις πώς και αν συνδυάζονται, αν μπορούν να συμβιώσουν και να αγαπηθούν, αν έγινε σωστό κουμάντο.

Οι καθυστερημένες απώλειες δεν είναι λιγότερο απώλειες από εκείνες που κατέφθασαν εγκαίρως. Ακόμα και αν καθυστερήσεις να το διανοηθείς, οι αντικειμενικές συνθήκες του κόσμου θα βρουν μια ρωγμή κρίσεως για να σε διαπεράσουν. Όσο είναι νωρίς αγνοείς την αίσθηση του κινδύνου, του ανεκπλήρωτου, του επικείμενου χαμού. Έτσι το θέλει η φύση. Αισθάνεσαι αθάνατος, λεοντόκαρδος και αεί θριαμβευτής. Σαν νεαρός ή σαν ερωτευμένος.

Όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, μαζί με τα αρθριτικά στις ρίζες σου, μαζί με την μικρή τρυπούλα στο αυτοναυαγοσωστικό σου, καταφθάνει και η σοφία της ωριμότητας και των γενναίων ειλικρινών. Η ώρα όπου όλα εξηγούνται και δεν χωράνε χωρατά. Η ώρα που η τράπουλα ξαναμοιράζεται στους παίκτες.

Τότε οι σκέψεις και τα αισθήματα οφείλει να αποδειχθεί πως συμβάδισαν στο ακέραιο με τις παλιές σου πράξεις. Γιατί αν έχεις κάνει το λάθος και έκλεψες το ένα ή το άλλο στο λογαριασμό, αν έπαιξες άτιμο παιχνίδι, τα ρέστα που θα οφείλεις θα είναι ακριβά. Χρεωμένα με δίκαιο, αμετάκλητο και πολύ ζόρικο τόκο.

Είμαστε ευαίσθητοι και όχι σαν τα μούτρα σας

KOKKINO_2

Κάθε Τετάρτη στις δέκα το βράδυ, στο Κόκκινο 102,8, μια εκπομπή εκτός προγράμματος, εκτός ορίων και εκτός σχεδίου, με τον Μανόλη Μαυραντωνάκη.

Σας θέλουμε εκεί. Χεράκι και φύγαμε!

Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση, στις Στάχτες

ARANITSIS_cover

[…]

Μασάω γρήγορα. Γεμίζω το στόμα μου και κλείνω τα μάτια να πάει παντού η γεύση. Καίει αλλά μ΄ αρέσει. Με τον πόνο τα πήγαινα ανέκαθεν καλά. Μάλλον εκπαιδεύτηκα άπαξ και δια παντός πάνω σε κείνη την οδοντιατρική καρέκλα. Αυτός θα μπορούσε να είναι τίτλος τσόντας ή πορνοπεριοδικού αλλά δεν πειράζει. Η σάλτσα μου είναι όντως σέξι. Καταπίνω το καυτό, λιανισμένο μου φαγητό σχεδόν αμάσητο και νιώθω το κεφάλι μου να γεμίζει από την ηδονή της γλυκιάς ελευθερίας των βίτσιων. Μέχρι να τελειώσω το πιάτο μου έχω γίνει ο Μαραντόνα κι έχω βάλει πέντε γκολ. Οι κερκίδες αλαλάζουν και ένα κορίτσι με βαμμένο πρόσωπο και στητά βυζιά μου πετάει τη φανέλα του για να την υπογράψω. Μ’ αγαπάει, όμως εγώ δεν μπορώ να το αισθανθώ. Στέλνω φιλιά τους οπαδούς, μαζεύω το πιάτο και τα μαχαιροπίρουνα και νιώθω ωραία. Μετά βγαίνω από το γήπεδο, ορμάω στα αποδυτήρια και αφήνομαι στις ιαχές των ποδοσφαιριστών και του προπονητή. Καθώς και στον ήχο του νερού που τρέχει στο νεροχύτη.

[…]

Η συνέχεια εδώ: http://staxtes.com/2003/?p=6214

Το ερωτικό μονόπρακτο της σύμπτωσης

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliothèque στις 16 Μαΐου 2015)

(Το ζευγάρι είναι ξαπλωμένο στο ξύλινο ανάκλιντρο κάτω από το μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Στα πόδια τους είναι ριγμένο ένα μπλε σεντόνι και από τα μισόκλειστα πατζούρια μπαίνει ήλιος. Δίπλα τους, στο πάτωμα, υπάρχουν δύο ποτήρια κρασί πάνω σε μια στοίβα βιβλία .Είναι μεσημέρι και κάνει ζέστη)
Εκείνος: Θα ήθελα να μπορούσα να βαδίζω κάθε στιγμή στο πλάι σου. Να μου αρκεί το παράλληλο βήμα μας πάνω στις πλάκες του πάρκου. Να νιώθω ξεγνοιασιά κρατώντας το χέρι σου όταν περνάμε το δρόμο. Να είσαι το αγαπημένο μου ατύχημα και να είμαι το δικό σου.
Εκείνη: (γελώντας) Ατύχημα. Ωραία λέξη. Είμαστε δυο μικρά ατυχήματα που συνέπεσαν και δημιούργησαν ένα μεγάλο. «Συμβαίνειν», «συμβεβηκός» κατονομάζουν συχνά για τον Αριστοτέλη αυτό που συνέβη να πηγαίνει μαζί. Αυτό που εξωτερικά συνέπεσε.
Εκείνος: Μάλλον εννοείς το τυχαίο. Τη σύμπτωση. Το ξαφνικό.
Εκείνη: Ναι, μάλλον. Όπως επίσης και το άκρως αντίθετό τους. Αυτό δηλαδή που ουσιωδώς ή αναγκαία συμπορεύεται με κάτι άλλο.
Εκείνος: Είσαι ένα από εκείνα τα ουσιώδη ατυχήματα που πάντοτε ονειρευόμουν να μου συμβούν.
Εκείνη: Θα έλεγα μάλλον πως καραδοκούσες για τυχηματικά συμβεβηκότα.
Εκείνος: Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Σε συνάντησα τελικά.
(Την αγκαλιάζει και της χαϊδεύει το κεφάλι. Εκείνη γέρνει στον ώμο του και τον φιλάει στο λαιμό. Γυρνάει προς το μέρος της και αρχίζουν να χαϊδεύονται. Σε λίγο μετακινούνται πάνω στο ανάκλιντρο σα να παλεύουν. Το μπλε σεντόνι πέφτει στο πάτωμα σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης. Ένα από τα δυο ποτήρια γλιστρά και το κόκκινο κρασί χύνεται)
Εκείνη: Μερικά πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά. Βαδίζουν αναπόδραστα μαζί.
Εκείνος: Αναρωτιέμαι. Όσα συμπορεύονται με τον τρόπο που λες είναι άραγε μέρη του ίδιου πράγματος ή αποτελούν το ένα μέρος του άλλου;
Εκείνη: Τα χέρια μας κινούνται συντονισμένα επειδή ανήκουν στο σώμα μας. Έτσι παίζουμε πιάνο, για παράδειγμα.
Εκείνος: Τα χέρια μας είναι χωμένα το δικό σου μέσα στο δικό μου και κινούνται σε ένα αρμονικό χάδι. Δεν ανήκουν όμως στο ίδιο σώμα. Κι όμως οι κινήσεις μας είναι συντονισμένες.
Εκείνη: Είναι λοιπόν μια σχέση διαδοχής. Στην περίπτωσή μας αυτή η διαδοχή αφορά το πέρασμα από την κατάσταση δυο χεριών που ανήκουν στο ίδιο σώμα στην επαφή δυο χεριών που ανήκουν σε διαφορετικά σώματα μα καταφέρνουν να συντονιστούν μεταξύ τους.
Εκείνος: Μεταξύ των χεριών μας υπάρχει μια ιδανική τάξη συνύπαρξης.
Εκείνη: Όπως και μεταξύ πολλών άλλων σημείων των σωμάτων μας.
Εκείνος: Ναι, όπως και μεταξύ πολλών άλλων σημείων των σωμάτων μας.
(Είναι αγκαλιασμένοι. Σκύβει και την φιλά στο στόμα. Του ανταποδίδει το φιλί με κάπως περισσότερη θέρμη. Μετά αρχίζει να τον φιλά στο λαιμό, στο στέρνο, στην κοιλιά. Εκείνος αναστενάζει και πιάνει το κεφάλι της με τα χέρια του. Το καθοδηγεί στο κέντρο των μηρών του. Το μπλε σεντόνι παραμένει ξεχασμένο στο πάτωμα)
 Εκείνος: Μέσα στον άχρονο αιώνιο χρόνο μπορεί μόνο να υπάρξει διάταξη των συνυπάρξεων. Είμαστε μέρη ενός Όλου. Κι επίσης, κάτι διαδέχεται πάντα κάποιο άλλο κάτι. Και οι συμβάσεις που συνάπτονται ανάμεσα στα ενίοτε «κάτι» αποτελούν τα διάφορα σχήματα συνύπαρξης. Στοιχειοθετούν την Ιστορία, κατά κάποιο τρόπο. Αυτή τη στιγμή, εμείς οι δυο συναρμολογούμε την ιστορία μας.
Εκείνη: Μέσα από την  Ιστορία μάς παρέχεται η ανάδυση μιας ριζικής ετερότητας, ενός νεωτερισμού. Η σύμπτωση που μας ένωσε διαγράφει μια πορεία, άγνωστη εκ των προτέρων.
Εκείνος: Η ιστορία δίδεται άμεσα ως διαδοχή. Κι εγώ σε είχα ανάγκη να μου τύχεις. Είσαι το αποτέλεσμα της ανάγκης μου.
Εκείνη: Οι αιτίες βαίνουν μαζί με τα αποτελέσματα, τα μέσα μαζί με τον σκοπό. Στα λατινικά accidens σημαίνει αυτό που «συν-βαίνει».
Εκείνος: Συμπορευόμαστε  λοιπόν στα μονοπάτια μιας ιστορίας με άγνωστο τέλος και συμβαδίζουμε επειδή τα σημεία-κλειδιά γι’ αυτή τη συμπόρευση ταιριάζουν εντυπωσιακά καλά. Και αυτό είναι όλο.
(Της πιάνει το χέρι και φιλάει μία μία τις άκρες των δαχτύλων της. Του ψιθυρίζει στο αυτί διάφορα, μα το μόνο που ακούγεται προς τα έξω είναι σκόρπιες λέξεις -«comitans», «αντίθετο άκρο μιας σύγχυσης…», «εξ ανάγκης…», «γνωστή ψυχολογική αυταπάτη».)
 
(Αυλαία)

Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση (εκδ. Bibliothèque)

ARANITSIS_cover

Ένας άντρας ζει απομονωμένος στο διαμέρισμά του. Μιλά με αποφθέγματα ανθρώπων που θαυμάζει και κάποια μέρα ονειρεύεται να γίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης. Πιστεύει πως η αγάπη πρέπει να εφευρεθεί ξανά και πως η μνήμη είναι το μοναδικό όπλο της δικαιοσύνης. Βλέπει ψυχεδελικά όνειρα και είναι ερωτευμένος με μιαν άγνωστη από το απέναντι μπαλκόνι με την οποία έχει τις πιο παράξενες φαντασιώσεις.
Τρία αδέσποτα σκυλιά θα του αλλάξουν με τον πιο απρόσμενο τρόπο τη ζωή.

Το βιβλίο κυκλοφορεί κανονικά από σήμερα. Το βρίσκετε στην Πρωτοπορία, στην Πολιτεία, στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια) και κατόπιν παραγγελίας, στο σπίτι σας.

Στις 9 Μαΐου θα παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της έκθεσης βιβλίου, ενδιάμεσα θα κάνει μια βόλτα στη Κέρκυρα, όπου θα παρουσιαστεί στο βιβλιοπωλείο Πλους, και θα καταλήξει στην Αθήνα, όπου θα παρουσιαστεί στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, στις 16 Μαΐου.

Η έκδοση είναι συλλεκτική.

Let’s get totally, totally, fucked

Μονοκατοικια

Τα βράδια γίνομαι ένα κομμάτι από παιχνίδι. Πλαστικό, ξύλινο ή πλαστελίνη. Αγκαλιάζω τη γάτα μου, τη Μονοκατοικία, αυτή την αθυρόστομη που λέει συνεχώς «fuck» και μοιάζει με έφηβο κορίτσι, και της δίνω κρυφά τζούρες απ’ το τσιγάρο μου. Η Μονοκατοικία είναι η γάτα των εθισμών και λατρεύει τις βρισιές, γι΄αυτό την αγαπάω.

Κοιταζόμαστε επί ώρες ακίνητες στο σκοτάδι και προσπαθούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν ένας αιφνίδιος ίλιγγος για καλό σκοπό, το επόμενο πρωί ή αργά το απόγευμα. Μέχρι τις τρεις χακάρουμε μανιωδώς τις διαβαθμίσεις των συναισθημάτων μας, κι έτσι, μόνο έτσι τη βγάζουμε καθαρή. Η Μονοκατοικία κι εγώ. Που στις πέντε παριστάνουμε τις Γιαπωνέζες ηθοποιούς και αντιμετωπίζουμε τα ηλιόλουστα πρωινά των οκτώ παρά δέκα με την ψυχραιμία πλημμύρας ξέφωτου ανάμεσα σε δυο σε βραχώδη όρη.

(μετά βάζουμε η μία στην άλλη πρόστιμο και λέμε let’s get totally, totally fucked)

….

Περί σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας

πορν

.

Έκανα πρόσφατα μια βόλτα από ένα γνωστό πορνογραφικό σάιτ και πέρασα αρκετή ώρα παρακολουθώντας σκηνές πραγμοποίησης ανθρώπων, σαδομαζοχιστικών στιγμιοτύπων και λοιπών βίαιων και ακραίων περιστατικών. Το μότο ήταν σχεδόν παντού το ίδιο: μια υπεραρσενική εξουσία μετατρέπει τη γυναίκα σε ερωτικό αντικείμενο εξευτελίζοντας, υποβιβάζοντας και βασανίζοντάς την προκειμένου να αγγίξουν αμφότεροι ένα σημείο ευφορίας στο οποίο η ηθική του αφέντη και η ηθική του σκλάβου συναντιούνταν σε μια από κοινού έντονη εμπειρία.

Ενίοτε οι ρόλοι αντιστρέφονταν και τη θέση του ισχυρού έπαιρνε μια γυναίκα – αυτό όμως σπανιότερα.

Όλα αυτά διαδραματίζονταν κάθε φορά μέσα σε ένα περιβάλλον άχαρο, ψυχρό, απογυμνωμένο από οποιοδήποτε ίχνος της προσωπικότητας των πρωταγωνιστών, απανθρωποποιημένο, εξοπλισμένο με ευφάνταστα όργανα, παράξενα εργαλεία και έπιπλα αιχμαλώτισης και βασανισμού, ειδικά προσαρμοσμένα στο μενού των «ασκήσεων» στις οποίες επιδίδονταν οι πρωταγωνιστές της εκάστοτε ιστορίας.

Όπως και οι κυρίαρχοι άντρες, οι περισσότερες υποτακτικές γυναίκες δεν είχαν βρεθεί, φυσικά, κατά τύχη σε αυτά τα σκηνικά. Επρόκειτο σαφέστατα για γυναίκες των οποίων η προσωπικότητα είχε αφαιρεθεί οικειοθελώς και ο κύριος σκοπός τους ήταν η αφύπνιση, η υπηρεσία και η ικανοποίηση του αντρικού πόθου.

Αντίστοιχα, επρόκειτο για άντρες που αρέσκονταν σε ακραίες πρακτικές σεξουαλικής διάδρασης, και οι οποίοι προφανώς χρειάζονταν την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος προκειμένου να λειτουργήσουν και να απολαύσουν.

Όσον αφορά τις γυναίκες πρωταγωνίστριες, δεν ξέρω κατά πόσον η ηδονική απόλαυση του πόνου μέχρι σημείου απώλειας των αισθήσεών τους ή η τελική μεταβίβασή τους σε μια άλλη, παραληρηματική νοητική σφαίρα είχε σταθεί η πραγματική αιτία της συμμετοχής τους σε αυτά τα σκηνικά. Αγνοώ επίσης το κατά πόσον ο εξευτελισμός και η ταπείνωσή τους ήταν ικανά να τους προσφέρουν κάποιο είδος λύτρωσης, υποθέτω όμως πως προφανώς σε όλα έβρισκαν κάτι ψυχικά ανακουφιστικό και σωματικά απολαυστικό – κάτι αναγκαίο.

Συνήθως οι συμπεριφορές του είδους κάθε άλλο παρά επιπόλαιες ή αθώες είναι, και μάλλον αποσκοπούν στην κάλυψη κάποιων βαθύτερων αναγκών που αν δεν πληρωθούν κατ’ αυτό τον τρόπο, τα άτομα αδυνατούν να επιβιώσουν φυσιολογικά. Είναι αυτονόητο πως, για κάποιους ανθρώπους, η υπέρτατη σεξουαλική απόλαυση ενδέχεται να περνάει μέσα από τον πόνο, όπως για άλλους περνάει μέσα από την απόλυτη τρυφερότητα, την πλατωνική αφοσίωση ή τις οποιεσδήποτε φετιχιστικές προτιμήσεις.

Σε αυτές τις ταινίες μικρού μήκους οι αδύναμοι και ευάλωτοι ήταν συστηματικά αντικείμενα εκμετάλλευσης, ενώ οι ισχυροί και βίαιοι έπαιζαν το ρόλο του παντοδύναμου αφέντη-κυνηγού που είχε την ελευθερία να κακοποιήσει κατά βούληση το θήραμά του, ικανοποιώντας τόσο το πραγμοποιημένο ον όσο και τον εαυτό του. Είναι αυτονόητο πως η συναινετική συμμετοχή των ενήλικων πρωταγωνιστών σε αυτά τα δρώμενα, και το σαφές πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματιζόταν η πράξη, αφαιρούσε κάθε ίχνος «παρανομίας» ή «αισχρότητας» από τις κινήσεις που κάποιοι επέβαλλαν και κάποιοι υφίσταντο. Επρόκειτο καθαρά για μια δίκαιη συναλλαγή όπου το κάθε μέρος έβγαινε προφανώς με τον τρόπο του κερδισμένος.

Αρχικά σκέφτηκα πως αυτά τα σκοτεινά σκηνικά πατριαρχικής ελευθεριότητας ήταν είτε οι τόποι όπου οι προσωπικότητες και τα αισθήματα στέλνονται για να πεθάνουν επειδή έτσι αποφασίστηκε, είτε τα καθαρτήρια μιας κοινωνίας που, τουλάχιστον δια μέσου αυτών, δεν διστάζει να αποκαλύψει στον έξω κόσμο το πραγματικό της πρόσωπο, και είτε να του βγάλει τη γλώσσα κοροϊδευτικά είτε να γυρίσει το άλλο μάγουλο και να περιμένει αντιδράσεις.

Οι ρόλοι θύτης-θύμα ήταν σαφείς και αυστηρά προκαθορισμένοι, ανεξαρτήτως της όποιας ηθικής ή αισθητικής λειτουργία τους. Το παιχνίδι βασιζόταν ξεκάθαρα στην άσκηση εξουσίας. Το όλο σκηνικό ήταν στημένο ως τέτοιο, οι βαθμίδες ιεραρχίας ήταν ορισμένες εξαρχής και κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την δίκαιη και κοινώς αποδεκτή κατανομή των ρόλων.

Αναρωτήθηκα αν οι διαδικασίες αυτές αποτελούν κομμάτι αναπαραγωγής και στήριξης του κοινωνικού συντηρητισμού, εφόσον λειτουργούν χρησιμοποιώντας ως μέσον τους τον έλεγχο των σωμάτων και τις ιεραρχικές βαθμίδες. Σκέφτηκα μετά πως ο έλεγχος των σωμάτων εν προκειμένω είναι αποτέλεσμα του ελέγχου κάποιων ψυχικών μηχανισμών που λειτουργούν ως προπομποί, και σημείο εκκίνησης της ανάγκης για την υλική πραγμάτωση μιας προσωπικής ιδέας.

Είναι αυτονόητο πως οι άνθρωποι διαθέτουν την ελευθερία να παράγουν, να συμμετέχουν και να απολαμβάνουν αυτό το υλικό, όπως και οποιοδήποτε άλλο. Ο αυτοπεριορισμός της ελευθερίας ή η λογοκρισία δεν θα μπορούσαν παρά να βλάψουν την ιδέα και την πράξη της σεξουαλικής απελευθέρωσης του ατόμου. Συνεπώς, η πορνογραφία του είδους δεν διαφέρει και πολύ από άλλες μορφές έκφρασης, εντέλει.

Ένα επιπλέον σημείο στο οποίο στάθηκα νοερά ήταν εκείνο της απαρχής των πραγμάτων σε αυτό το περιβάλλον σεξουαλικής δραστηριότητας: κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται προγραμματισμένος να ασκεί βασανιστήρια πάνω σε ξένα ή οικεία σώματα προκειμένου να κατορθώσει να εξασφαλίσει την ικανοποίησή του. Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται κατέχοντας τις πολύ συγκεκριμένες τεχνικές άσκησης αυτής της συναινετικής βίας πάνω στον άλλον. Κάποιος τον εκπαιδεύει.

Αντίστοιχα, κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται με την επιθυμία ή την ανάγκη να υποστεί εξευτελισμό ή σωματικό πόνο προκειμένου να αγγίξει την σεξουαλική αποθέωση, τον οργασμό. Κάτι ή κάποιος τον διαπλάθει.

Η σαδομαζοχιστική συμπεριφορά των ατόμων είναι καταρχήν ζήτημα εγκεφαλικό, όπως και οποιαδήποτε άλλη ενστικτική λειτουργία. Καθίσταται τεχνικό σε επόμενο στάδιο, όταν δηλαδή τα άτομα αποφασίσουν ή αναγκαστούν – για οποιονδήποτε λόγο – να κάνουν πράξη αυτή τη νοερή πλευρά της ύπαρξής τους. Τότε, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία γίνεται από τρόπος ζωής μέχρι επάγγελμα.

Οι άνθρωποι είναι βουλησιαρχικά όντα. Επιλέγουν, αποφασίζουν, προτιμούν και πράττουν βάσει όσων βιώνουν, παρατηρούν και ασκούν. Αυτό τους καθιστά τόσο ελεύθερους όσο και υπεύθυνους για τις συνέπειες των επιλογών τους.

Κλείνοντας τον υπολογιστή σκέφτηκα πως εν κατακλείδι, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία είναι, πέρα από τρόπος ζωής για μερικούς, άλλος ένας ικανός τρόπος διασκέδασης για άλλους, ειδικά όταν απεικονίζεται ως ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα και όχι ως βαριά βιομηχανία. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η εμπορική εκμετάλλευση του σεξ μέσω της αγοραίας πορνογραφίας τείνει να καταστεί εργαλείο κοινωνικής και ηθικής χειραγώγησης εφόσον τυγχάνει ολοένα και ευρύτερης μαζικής αποδοχής.

Αντίστοιχα, δεν γίνεται να αρνηθούμε πως, από μια άλλη άποψη, η ιδιωτική άσκηση πορνογραφικού σεξ παρεκκλίσεων, φετιχιστικών συμπεριφορών, και οιωνδήποτε συναινετικών πρακτικών εμπνέουν τους μετέχοντες, θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο δικαίωμα του ατόμου, αλλά έως και επαναστατική πράξη.

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα αυτά, και πέρα από θεωρητικές αναλύσεις ή βερμπαλιστικούς συλλογισμούς, αν δεχτούμε πως η πνευματική αναγέννηση περνάει αναμφισβήτητα μέσα από το σώμα, οφείλει κανείς να παραδεχτεί τουλάχιστον πως η σαδομαζοχιστική πορνογραφία εξιδανικεύει αυτό που ελλιπώς προβάλλει, λειτουργώντας ως διεγερτική χρυσόσκονη στις καθησυχαστικές μας βεβαιότητες, στην ενοχική ηθική και στα στεγανά της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας.

Άρα το να προσπαθεί κανείς να θέσει πρότυπα ομορφιάς, να ακολουθήσει επίκαιρες τάσεις ή να αναζητήσει «μοντέρνους» τρόπους διέγερσης δια μέσου της σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας για το θεαθήναι ή για αστεϊσμό είναι μάλλον μάταιο. Η πορνογραφική κουλτούρα, εν προκειμένω, θα ήταν σαφώς χρησιμότερο να αντιμετωπίζεται σαν έντιμη, συνειδητή επιλογή που στοχεύει στην εμβάθυνση και στην καλλιέργεια ενός φαντασιακού το οποίο δεν αποσκοπεί πουθενά αλλού πέρα από τη βαθιά συγκίνηση, ενίοτε ψυχοθεραπευτική, που το σεξ μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους.

Μαγείρεψα

11070618_10152926621982670_6937246393759599272_n 11062689_10152914528782670_1512132040289220736_n 11054434_10152926401837670_4964161336430589227_n 11046820_10152919505072670_2841660107207945370_n 11042982_10152923988227670_7567635613636560493_n 11026016_10152901451362670_1353911182433071713_n 11008057_10152909648052670_4396561721764656051_n 10934075_10152886261482670_1361498433471745948_n 10896842_10152898651932670_6354194561457930269_n 10502207_10152916400317670_6951911732175427185_n 10426133_10152921757627670_4658288273003563823_n 10390183_10152913436832670_300372526078922348_n 10152405_10152900608512670_1538815992721093694_n 988943_10152872658787670_5177445110933426460_n

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.382 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: