Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση, στις Στάχτες

ARANITSIS_cover

[…]

Μασάω γρήγορα. Γεμίζω το στόμα μου και κλείνω τα μάτια να πάει παντού η γεύση. Καίει αλλά μ΄ αρέσει. Με τον πόνο τα πήγαινα ανέκαθεν καλά. Μάλλον εκπαιδεύτηκα άπαξ και δια παντός πάνω σε κείνη την οδοντιατρική καρέκλα. Αυτός θα μπορούσε να είναι τίτλος τσόντας ή πορνοπεριοδικού αλλά δεν πειράζει. Η σάλτσα μου είναι όντως σέξι. Καταπίνω το καυτό, λιανισμένο μου φαγητό σχεδόν αμάσητο και νιώθω το κεφάλι μου να γεμίζει από την ηδονή της γλυκιάς ελευθερίας των βίτσιων. Μέχρι να τελειώσω το πιάτο μου έχω γίνει ο Μαραντόνα κι έχω βάλει πέντε γκολ. Οι κερκίδες αλαλάζουν και ένα κορίτσι με βαμμένο πρόσωπο και στητά βυζιά μου πετάει τη φανέλα του για να την υπογράψω. Μ’ αγαπάει, όμως εγώ δεν μπορώ να το αισθανθώ. Στέλνω φιλιά τους οπαδούς, μαζεύω το πιάτο και τα μαχαιροπίρουνα και νιώθω ωραία. Μετά βγαίνω από το γήπεδο, ορμάω στα αποδυτήρια και αφήνομαι στις ιαχές των ποδοσφαιριστών και του προπονητή. Καθώς και στον ήχο του νερού που τρέχει στο νεροχύτη.

[…]

Η συνέχεια εδώ: http://staxtes.com/2003/?p=6214

Το ερωτικό μονόπρακτο της σύμπτωσης

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliothèque στις 16 Μαΐου 2015)

(Το ζευγάρι είναι ξαπλωμένο στο ξύλινο ανάκλιντρο κάτω από το μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Στα πόδια τους είναι ριγμένο ένα μπλε σεντόνι και από τα μισόκλειστα πατζούρια μπαίνει ήλιος. Δίπλα τους, στο πάτωμα, υπάρχουν δύο ποτήρια κρασί πάνω σε μια στοίβα βιβλία .Είναι μεσημέρι και κάνει ζέστη)
Εκείνος: Θα ήθελα να μπορούσα να βαδίζω κάθε στιγμή στο πλάι σου. Να μου αρκεί το παράλληλο βήμα μας πάνω στις πλάκες του πάρκου. Να νιώθω ξεγνοιασιά κρατώντας το χέρι σου όταν περνάμε το δρόμο. Να είσαι το αγαπημένο μου ατύχημα και να είμαι το δικό σου.
Εκείνη: (γελώντας) Ατύχημα. Ωραία λέξη. Είμαστε δυο μικρά ατυχήματα που συνέπεσαν και δημιούργησαν ένα μεγάλο. «Συμβαίνειν», «συμβεβηκός» κατονομάζουν συχνά για τον Αριστοτέλη αυτό που συνέβη να πηγαίνει μαζί. Αυτό που εξωτερικά συνέπεσε.
Εκείνος: Μάλλον εννοείς το τυχαίο. Τη σύμπτωση. Το ξαφνικό.
Εκείνη: Ναι, μάλλον. Όπως επίσης και το άκρως αντίθετό τους. Αυτό δηλαδή που ουσιωδώς ή αναγκαία συμπορεύεται με κάτι άλλο.
Εκείνος: Είσαι ένα από εκείνα τα ουσιώδη ατυχήματα που πάντοτε ονειρευόμουν να μου συμβούν.
Εκείνη: Θα έλεγα μάλλον πως καραδοκούσες για τυχηματικά συμβεβηκότα.
Εκείνος: Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Σε συνάντησα τελικά.
(Την αγκαλιάζει και της χαϊδεύει το κεφάλι. Εκείνη γέρνει στον ώμο του και τον φιλάει στο λαιμό. Γυρνάει προς το μέρος της και αρχίζουν να χαϊδεύονται. Σε λίγο μετακινούνται πάνω στο ανάκλιντρο σα να παλεύουν. Το μπλε σεντόνι πέφτει στο πάτωμα σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης. Ένα από τα δυο ποτήρια γλιστρά και το κόκκινο κρασί χύνεται)
Εκείνη: Μερικά πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά. Βαδίζουν αναπόδραστα μαζί.
Εκείνος: Αναρωτιέμαι. Όσα συμπορεύονται με τον τρόπο που λες είναι άραγε μέρη του ίδιου πράγματος ή αποτελούν το ένα μέρος του άλλου;
Εκείνη: Τα χέρια μας κινούνται συντονισμένα επειδή ανήκουν στο σώμα μας. Έτσι παίζουμε πιάνο, για παράδειγμα.
Εκείνος: Τα χέρια μας είναι χωμένα το δικό σου μέσα στο δικό μου και κινούνται σε ένα αρμονικό χάδι. Δεν ανήκουν όμως στο ίδιο σώμα. Κι όμως οι κινήσεις μας είναι συντονισμένες.
Εκείνη: Είναι λοιπόν μια σχέση διαδοχής. Στην περίπτωσή μας αυτή η διαδοχή αφορά το πέρασμα από την κατάσταση δυο χεριών που ανήκουν στο ίδιο σώμα στην επαφή δυο χεριών που ανήκουν σε διαφορετικά σώματα μα καταφέρνουν να συντονιστούν μεταξύ τους.
Εκείνος: Μεταξύ των χεριών μας υπάρχει μια ιδανική τάξη συνύπαρξης.
Εκείνη: Όπως και μεταξύ πολλών άλλων σημείων των σωμάτων μας.
Εκείνος: Ναι, όπως και μεταξύ πολλών άλλων σημείων των σωμάτων μας.
(Είναι αγκαλιασμένοι. Σκύβει και την φιλά στο στόμα. Του ανταποδίδει το φιλί με κάπως περισσότερη θέρμη. Μετά αρχίζει να τον φιλά στο λαιμό, στο στέρνο, στην κοιλιά. Εκείνος αναστενάζει και πιάνει το κεφάλι της με τα χέρια του. Το καθοδηγεί στο κέντρο των μηρών του. Το μπλε σεντόνι παραμένει ξεχασμένο στο πάτωμα)
 Εκείνος: Μέσα στον άχρονο αιώνιο χρόνο μπορεί μόνο να υπάρξει διάταξη των συνυπάρξεων. Είμαστε μέρη ενός Όλου. Κι επίσης, κάτι διαδέχεται πάντα κάποιο άλλο κάτι. Και οι συμβάσεις που συνάπτονται ανάμεσα στα ενίοτε «κάτι» αποτελούν τα διάφορα σχήματα συνύπαρξης. Στοιχειοθετούν την Ιστορία, κατά κάποιο τρόπο. Αυτή τη στιγμή, εμείς οι δυο συναρμολογούμε την ιστορία μας.
Εκείνη: Μέσα από την  Ιστορία μάς παρέχεται η ανάδυση μιας ριζικής ετερότητας, ενός νεωτερισμού. Η σύμπτωση που μας ένωσε διαγράφει μια πορεία, άγνωστη εκ των προτέρων.
Εκείνος: Η ιστορία δίδεται άμεσα ως διαδοχή. Κι εγώ σε είχα ανάγκη να μου τύχεις. Είσαι το αποτέλεσμα της ανάγκης μου.
Εκείνη: Οι αιτίες βαίνουν μαζί με τα αποτελέσματα, τα μέσα μαζί με τον σκοπό. Στα λατινικά accidens σημαίνει αυτό που «συν-βαίνει».
Εκείνος: Συμπορευόμαστε  λοιπόν στα μονοπάτια μιας ιστορίας με άγνωστο τέλος και συμβαδίζουμε επειδή τα σημεία-κλειδιά γι’ αυτή τη συμπόρευση ταιριάζουν εντυπωσιακά καλά. Και αυτό είναι όλο.
(Της πιάνει το χέρι και φιλάει μία μία τις άκρες των δαχτύλων της. Του ψιθυρίζει στο αυτί διάφορα, μα το μόνο που ακούγεται προς τα έξω είναι σκόρπιες λέξεις -«comitans», «αντίθετο άκρο μιας σύγχυσης…», «εξ ανάγκης…», «γνωστή ψυχολογική αυταπάτη».)
 
(Αυλαία)

Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση (εκδ. Bibliothèque)

ARANITSIS_cover

Ένας άντρας ζει απομονωμένος στο διαμέρισμά του. Μιλά με αποφθέγματα ανθρώπων που θαυμάζει και κάποια μέρα ονειρεύεται να γίνει ο Ευγένιος Αρανίτσης. Πιστεύει πως η αγάπη πρέπει να εφευρεθεί ξανά και πως η μνήμη είναι το μοναδικό όπλο της δικαιοσύνης. Βλέπει ψυχεδελικά όνειρα και είναι ερωτευμένος με μιαν άγνωστη από το απέναντι μπαλκόνι με την οποία έχει τις πιο παράξενες φαντασιώσεις.
Τρία αδέσποτα σκυλιά θα του αλλάξουν με τον πιο απρόσμενο τρόπο τη ζωή.

Το βιβλίο κυκλοφορεί κανονικά από σήμερα. Το βρίσκετε στην Πρωτοπορία, στην Πολιτεία, στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο (Θεμιστοκλέους 37, Εξάρχεια) και κατόπιν παραγγελίας, στο σπίτι σας.

Στις 9 Μαΐου θα παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της έκθεσης βιβλίου, ενδιάμεσα θα κάνει μια βόλτα στη Κέρκυρα, όπου θα παρουσιαστεί στο βιβλιοπωλείο Πλους, και θα καταλήξει στην Αθήνα, όπου θα παρουσιαστεί στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη, στις 16 Μαΐου.

Η έκδοση είναι συλλεκτική.

Let’s get totally, totally, fucked

Μονοκατοικια

Τα βράδια γίνομαι ένα κομμάτι από παιχνίδι. Πλαστικό, ξύλινο ή πλαστελίνη. Αγκαλιάζω τη γάτα μου, τη Μονοκατοικία, αυτή την αθυρόστομη που λέει συνεχώς «fuck» και μοιάζει με έφηβο κορίτσι, και της δίνω κρυφά τζούρες απ’ το τσιγάρο μου. Η Μονοκατοικία είναι η γάτα των εθισμών και λατρεύει τις βρισιές, γι΄αυτό την αγαπάω.

Κοιταζόμαστε επί ώρες ακίνητες στο σκοτάδι και προσπαθούμε να φανταστούμε πώς θα ήταν ένας αιφνίδιος ίλιγγος για καλό σκοπό, το επόμενο πρωί ή αργά το απόγευμα. Μέχρι τις τρεις χακάρουμε μανιωδώς τις διαβαθμίσεις των συναισθημάτων μας, κι έτσι, μόνο έτσι τη βγάζουμε καθαρή. Η Μονοκατοικία κι εγώ. Που στις πέντε παριστάνουμε τις Γιαπωνέζες ηθοποιούς και αντιμετωπίζουμε τα ηλιόλουστα πρωινά των οκτώ παρά δέκα με την ψυχραιμία πλημμύρας ξέφωτου ανάμεσα σε δυο σε βραχώδη όρη.

(μετά βάζουμε η μία στην άλλη πρόστιμο και λέμε let’s get totally, totally fucked)

….

Περί σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας

πορν

.

Έκανα πρόσφατα μια βόλτα από ένα γνωστό πορνογραφικό σάιτ και πέρασα αρκετή ώρα παρακολουθώντας σκηνές πραγμοποίησης ανθρώπων, σαδομαζοχιστικών στιγμιοτύπων και λοιπών βίαιων και ακραίων περιστατικών. Το μότο ήταν σχεδόν παντού το ίδιο: μια υπεραρσενική εξουσία μετατρέπει τη γυναίκα σε ερωτικό αντικείμενο εξευτελίζοντας, υποβιβάζοντας και βασανίζοντάς την προκειμένου να αγγίξουν αμφότεροι ένα σημείο ευφορίας στο οποίο η ηθική του αφέντη και η ηθική του σκλάβου συναντιούνταν σε μια από κοινού έντονη εμπειρία.

Ενίοτε οι ρόλοι αντιστρέφονταν και τη θέση του ισχυρού έπαιρνε μια γυναίκα – αυτό όμως σπανιότερα.

Όλα αυτά διαδραματίζονταν κάθε φορά μέσα σε ένα περιβάλλον άχαρο, ψυχρό, απογυμνωμένο από οποιοδήποτε ίχνος της προσωπικότητας των πρωταγωνιστών, απανθρωποποιημένο, εξοπλισμένο με ευφάνταστα όργανα, παράξενα εργαλεία και έπιπλα αιχμαλώτισης και βασανισμού, ειδικά προσαρμοσμένα στο μενού των «ασκήσεων» στις οποίες επιδίδονταν οι πρωταγωνιστές της εκάστοτε ιστορίας.

Όπως και οι κυρίαρχοι άντρες, οι περισσότερες υποτακτικές γυναίκες δεν είχαν βρεθεί, φυσικά, κατά τύχη σε αυτά τα σκηνικά. Επρόκειτο σαφέστατα για γυναίκες των οποίων η προσωπικότητα είχε αφαιρεθεί οικειοθελώς και ο κύριος σκοπός τους ήταν η αφύπνιση, η υπηρεσία και η ικανοποίηση του αντρικού πόθου.

Αντίστοιχα, επρόκειτο για άντρες που αρέσκονταν σε ακραίες πρακτικές σεξουαλικής διάδρασης, και οι οποίοι προφανώς χρειάζονταν την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος προκειμένου να λειτουργήσουν και να απολαύσουν.

Όσον αφορά τις γυναίκες πρωταγωνίστριες, δεν ξέρω κατά πόσον η ηδονική απόλαυση του πόνου μέχρι σημείου απώλειας των αισθήσεών τους ή η τελική μεταβίβασή τους σε μια άλλη, παραληρηματική νοητική σφαίρα είχε σταθεί η πραγματική αιτία της συμμετοχής τους σε αυτά τα σκηνικά. Αγνοώ επίσης το κατά πόσον ο εξευτελισμός και η ταπείνωσή τους ήταν ικανά να τους προσφέρουν κάποιο είδος λύτρωσης, υποθέτω όμως πως προφανώς σε όλα έβρισκαν κάτι ψυχικά ανακουφιστικό και σωματικά απολαυστικό – κάτι αναγκαίο.

Συνήθως οι συμπεριφορές του είδους κάθε άλλο παρά επιπόλαιες ή αθώες είναι, και μάλλον αποσκοπούν στην κάλυψη κάποιων βαθύτερων αναγκών που αν δεν πληρωθούν κατ’ αυτό τον τρόπο, τα άτομα αδυνατούν να επιβιώσουν φυσιολογικά. Είναι αυτονόητο πως, για κάποιους ανθρώπους, η υπέρτατη σεξουαλική απόλαυση ενδέχεται να περνάει μέσα από τον πόνο, όπως για άλλους περνάει μέσα από την απόλυτη τρυφερότητα, την πλατωνική αφοσίωση ή τις οποιεσδήποτε φετιχιστικές προτιμήσεις.

Σε αυτές τις ταινίες μικρού μήκους οι αδύναμοι και ευάλωτοι ήταν συστηματικά αντικείμενα εκμετάλλευσης, ενώ οι ισχυροί και βίαιοι έπαιζαν το ρόλο του παντοδύναμου αφέντη-κυνηγού που είχε την ελευθερία να κακοποιήσει κατά βούληση το θήραμά του, ικανοποιώντας τόσο το πραγμοποιημένο ον όσο και τον εαυτό του. Είναι αυτονόητο πως η συναινετική συμμετοχή των ενήλικων πρωταγωνιστών σε αυτά τα δρώμενα, και το σαφές πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματιζόταν η πράξη, αφαιρούσε κάθε ίχνος «παρανομίας» ή «αισχρότητας» από τις κινήσεις που κάποιοι επέβαλλαν και κάποιοι υφίσταντο. Επρόκειτο καθαρά για μια δίκαιη συναλλαγή όπου το κάθε μέρος έβγαινε προφανώς με τον τρόπο του κερδισμένος.

Αρχικά σκέφτηκα πως αυτά τα σκοτεινά σκηνικά πατριαρχικής ελευθεριότητας ήταν είτε οι τόποι όπου οι προσωπικότητες και τα αισθήματα στέλνονται για να πεθάνουν επειδή έτσι αποφασίστηκε, είτε τα καθαρτήρια μιας κοινωνίας που, τουλάχιστον δια μέσου αυτών, δεν διστάζει να αποκαλύψει στον έξω κόσμο το πραγματικό της πρόσωπο, και είτε να του βγάλει τη γλώσσα κοροϊδευτικά είτε να γυρίσει το άλλο μάγουλο και να περιμένει αντιδράσεις.

Οι ρόλοι θύτης-θύμα ήταν σαφείς και αυστηρά προκαθορισμένοι, ανεξαρτήτως της όποιας ηθικής ή αισθητικής λειτουργία τους. Το παιχνίδι βασιζόταν ξεκάθαρα στην άσκηση εξουσίας. Το όλο σκηνικό ήταν στημένο ως τέτοιο, οι βαθμίδες ιεραρχίας ήταν ορισμένες εξαρχής και κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την δίκαιη και κοινώς αποδεκτή κατανομή των ρόλων.

Αναρωτήθηκα αν οι διαδικασίες αυτές αποτελούν κομμάτι αναπαραγωγής και στήριξης του κοινωνικού συντηρητισμού, εφόσον λειτουργούν χρησιμοποιώντας ως μέσον τους τον έλεγχο των σωμάτων και τις ιεραρχικές βαθμίδες. Σκέφτηκα μετά πως ο έλεγχος των σωμάτων εν προκειμένω είναι αποτέλεσμα του ελέγχου κάποιων ψυχικών μηχανισμών που λειτουργούν ως προπομποί, και σημείο εκκίνησης της ανάγκης για την υλική πραγμάτωση μιας προσωπικής ιδέας.

Είναι αυτονόητο πως οι άνθρωποι διαθέτουν την ελευθερία να παράγουν, να συμμετέχουν και να απολαμβάνουν αυτό το υλικό, όπως και οποιοδήποτε άλλο. Ο αυτοπεριορισμός της ελευθερίας ή η λογοκρισία δεν θα μπορούσαν παρά να βλάψουν την ιδέα και την πράξη της σεξουαλικής απελευθέρωσης του ατόμου. Συνεπώς, η πορνογραφία του είδους δεν διαφέρει και πολύ από άλλες μορφές έκφρασης, εντέλει.

Ένα επιπλέον σημείο στο οποίο στάθηκα νοερά ήταν εκείνο της απαρχής των πραγμάτων σε αυτό το περιβάλλον σεξουαλικής δραστηριότητας: κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται προγραμματισμένος να ασκεί βασανιστήρια πάνω σε ξένα ή οικεία σώματα προκειμένου να κατορθώσει να εξασφαλίσει την ικανοποίησή του. Κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται κατέχοντας τις πολύ συγκεκριμένες τεχνικές άσκησης αυτής της συναινετικής βίας πάνω στον άλλον. Κάποιος τον εκπαιδεύει.

Αντίστοιχα, κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται με την επιθυμία ή την ανάγκη να υποστεί εξευτελισμό ή σωματικό πόνο προκειμένου να αγγίξει την σεξουαλική αποθέωση, τον οργασμό. Κάτι ή κάποιος τον διαπλάθει.

Η σαδομαζοχιστική συμπεριφορά των ατόμων είναι καταρχήν ζήτημα εγκεφαλικό, όπως και οποιαδήποτε άλλη ενστικτική λειτουργία. Καθίσταται τεχνικό σε επόμενο στάδιο, όταν δηλαδή τα άτομα αποφασίσουν ή αναγκαστούν – για οποιονδήποτε λόγο – να κάνουν πράξη αυτή τη νοερή πλευρά της ύπαρξής τους. Τότε, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία γίνεται από τρόπος ζωής μέχρι επάγγελμα.

Οι άνθρωποι είναι βουλησιαρχικά όντα. Επιλέγουν, αποφασίζουν, προτιμούν και πράττουν βάσει όσων βιώνουν, παρατηρούν και ασκούν. Αυτό τους καθιστά τόσο ελεύθερους όσο και υπεύθυνους για τις συνέπειες των επιλογών τους.

Κλείνοντας τον υπολογιστή σκέφτηκα πως εν κατακλείδι, η σαδομαζοχιστική πορνογραφία είναι, πέρα από τρόπος ζωής για μερικούς, άλλος ένας ικανός τρόπος διασκέδασης για άλλους, ειδικά όταν απεικονίζεται ως ελεύθερη ανθρώπινη δραστηριότητα και όχι ως βαριά βιομηχανία. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η εμπορική εκμετάλλευση του σεξ μέσω της αγοραίας πορνογραφίας τείνει να καταστεί εργαλείο κοινωνικής και ηθικής χειραγώγησης εφόσον τυγχάνει ολοένα και ευρύτερης μαζικής αποδοχής.

Αντίστοιχα, δεν γίνεται να αρνηθούμε πως, από μια άλλη άποψη, η ιδιωτική άσκηση πορνογραφικού σεξ παρεκκλίσεων, φετιχιστικών συμπεριφορών, και οιωνδήποτε συναινετικών πρακτικών εμπνέουν τους μετέχοντες, θα μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο δικαίωμα του ατόμου, αλλά έως και επαναστατική πράξη.

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα αυτά, και πέρα από θεωρητικές αναλύσεις ή βερμπαλιστικούς συλλογισμούς, αν δεχτούμε πως η πνευματική αναγέννηση περνάει αναμφισβήτητα μέσα από το σώμα, οφείλει κανείς να παραδεχτεί τουλάχιστον πως η σαδομαζοχιστική πορνογραφία εξιδανικεύει αυτό που ελλιπώς προβάλλει, λειτουργώντας ως διεγερτική χρυσόσκονη στις καθησυχαστικές μας βεβαιότητες, στην ενοχική ηθική και στα στεγανά της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας.

Άρα το να προσπαθεί κανείς να θέσει πρότυπα ομορφιάς, να ακολουθήσει επίκαιρες τάσεις ή να αναζητήσει «μοντέρνους» τρόπους διέγερσης δια μέσου της σαδομαζοχιστικής πορνογραφίας για το θεαθήναι ή για αστεϊσμό είναι μάλλον μάταιο. Η πορνογραφική κουλτούρα, εν προκειμένω, θα ήταν σαφώς χρησιμότερο να αντιμετωπίζεται σαν έντιμη, συνειδητή επιλογή που στοχεύει στην εμβάθυνση και στην καλλιέργεια ενός φαντασιακού το οποίο δεν αποσκοπεί πουθενά αλλού πέρα από τη βαθιά συγκίνηση, ενίοτε ψυχοθεραπευτική, που το σεξ μπορεί να προσφέρει στους ανθρώπους.

Μαγείρεψα

11070618_10152926621982670_6937246393759599272_n 11062689_10152914528782670_1512132040289220736_n 11054434_10152926401837670_4964161336430589227_n 11046820_10152919505072670_2841660107207945370_n 11042982_10152923988227670_7567635613636560493_n 11026016_10152901451362670_1353911182433071713_n 11008057_10152909648052670_4396561721764656051_n 10934075_10152886261482670_1361498433471745948_n 10896842_10152898651932670_6354194561457930269_n 10502207_10152916400317670_6951911732175427185_n 10426133_10152921757627670_4658288273003563823_n 10390183_10152913436832670_300372526078922348_n 10152405_10152900608512670_1538815992721093694_n 988943_10152872658787670_5177445110933426460_n

Μια απειροελάχιστη ταλάντωση σε μεγάλα ύψη

d4277-staxtes-bottom_b(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στάχτες, για τη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στις 12 Μαρτίου 2014)

Δίπλα στα σπήλαια του Όρεγκον, στο Φορτ Ροκ και στο Πέισλεϊ. Εκεί θα ζούμε. Σε ένα ισόγειο σπίτι με κήπο και μια ξύλινη βεράντα με θέα προς την ανατολή. Τα πρωινά θα χαζεύουμε τον ποταμό Κολούμπια που θα μεταφέρει γιγάντιους κορμούς δέντρων, σάπια λάστιχα αυτοκινήτων και νεαρούς κάστορες που θα ακροβατούν από τη μια όχθη στην άλλη, και τα άσπρα σύννεφα στον γαλάζιο αμερικάνικο ουρανό. Θα χαιρετάμε τα ποταμόπλοια που δεν θα μας βλέπουν, θα τα βλέπουμε όμως εμείς και θα μας φτάνει. Θα ζούμε επιτέλους μια αμέριμνη, αληθινή ζωή. Αυτό που έλεγες πάντα. Θα έχουμε μάθει τις καλλιέργειες και τα αρδευτικά συστήματα της περιοχής και θα εξασφαλίζουμε την τροφή μας. Τα γύρω χωράφια θα είναι γεμάτα καλαμπόκια, γλυκοπατάτες, μαρούλια και ηλιόσπορο. Όλα θα τα περιποιούμαστε εμείς οι ίδιοι, με τα χέρια μας. Δεν θα μας νοιάζει να λερωθούμε. Θα τα πουλάμε μετά στη λαϊκή του Φορτ Κλάτσοπ, που θα γίνεται κάθε Τετάρτη δίπλα στο χειμερινό σταθμό ανεφοδιασμού και θα παίρνουμε φρούτα, παστό και όσπρια από κείνα που προτιμάς.

(το υπόλοιπο κείμενο εδώ)

Καθαρά Δευτέρα

Καθαρη Δευτεραc

Στο χτήμα είχαν στρώσει τραπέζια στη σειρά, με άσπρα, χάρτινα τραπεζομάντηλα, κανάτες με κρασί, πιάτα και ποτήρια.

Η νύχτα ήταν σαν αραχνιασμένο δωμάτιο.

Οι γυναίκες έφερναν απ’ την κουζίνα πιάτα με καλαμάρια, σαλάτες και χταπόδια.

Θυμάμαι τις γάμπες τους κάτω απ’ τα τσίτια, τι όμορφα που άλλαζαν στο βηματισμό.

Οι άντρες έπιναν καθισμένοι στη σειρά κι έκαναν αστεία και θόρυβο. Με τις κοιλιές τούρλα.

Εμείς τα παιδιά προσπαθούσαμε να πετύχουμε τους γλόμπους πάνω απ’ τα κεφάλια μας με κάτι κλαριά δέντρων που κατέβαιναν ως χαμηλά.

‘Η πετάγαμε πέτρες και σβώλους ψωμί στη γάτα που ξερογλειφόταν.

Η γυναίκα του Ανέστη, ξεχνάω πώς τη λέγανε, έβαζε λαϊκά και ρεμπέτικα στο ράδιο και κάπνιζε κρυφά πίσω απ΄την κουρτίνα.

Την έβλεπα μέσα απ’ το πατζούρι της κουζίνας, όπου η μάνα μου και οι θείες έψηναν τηγανόψωμα και μελιτζάνες.

Όταν τέλειωσαν τις δουλειές και κάθισαν μαζί μας, τα μισά πιάτα ήταν κρύα και τα άλλα μισά φαγωμένα.

Ένιωσα κάπως ντροπιασμένος που οι γυναίκες θα έτρωγαν μόνες τους όμως δεν άνοιξα το στόμα να πω λέξη.

Προσπάθησα να ξεχάσω τη γαϊδουριά, επειδή ήξερα πως ο μόνος τρόπος για να μη νιώθεις τύψεις είναι να διαγράψεις από τη μνήμη σου το συμβάν.

Ο παππούς δεν μιλούσε. Έκανε σα να μην ήταν καν εκεί. Ο παππούς μισούσε τα Κούλουμα και την Καθαρά Δευτέρα.

Όταν σηκώθηκε η γυναίκα του Ανέστη και η θεία Ελπίδα να χορέψουν ένα μικρασιατικό, έμεινα μαρμαρωμένος μπροστά στη θέα των χεριών τους.

Μου θύμιζαν φίδια, ή πλοκάμια χταποδιού που μπλέκονταν μεταξύ τους και έκαναν την αραχνιασμένη νύχτα να ευωδιάζει γυναικείο ιδρώτα.

Το στέρνο της θείας Ελπίδας γυάλιζε με μια γυαλάδα ζεστή, και οι γάμπες της μου έφερναν ταραχή και στομαχόπονο.

Δίπλα μου τα ξαδέλφια τρώγανε ταραμάδες και λαγάνες που τα άλειφαν σαν παγωτό.

Εγώ δεν ήθελα να φάω. Πήρα στη ζούλα ένα κρασοπότηρο και το άδειασα μονορούφι.

Μετά από λίγο όλα ήταν λιγότερο βαριά, κι εγώ σε ελεύθερη πτώση.

Εκείνη τη νύχτα ο παππούς χάθηκε στο χτήμα.

Η γυναίκα του Ανέστη δεν βγήκε να τον ψάξει μαζί με τους άλλους.

Έμεινε στο σπίτι και κάπνιζε, κάπνιζε κι έπινε ουίσκι μέχρι το πρωί.

Μαγείρεψα

01_n.

02_n

.

03_n

.

04

.

06_n

.

07_n

.

08_n

.

09_n

Για ποιον γράφτηκε ο Εθνικός Ύμνος και λίγοι στίχοι

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς στις 14 Φεβρουαρίου 2014)

.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό, και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.
Για την Ελευθερία που έχει πρόσωπο και κρατά σπαθί στο χέρι. Για την Ελλάδα των γυμναστικών επιδείξεων, της λιτανείας του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτη, της παρέλασης της 25ης Μαρτίου.
Του αγιασμού, της σχολικής φωτογραφίας, της μπλε ποδιάς. Της μπάντας στην πλατεία. Του Μινιόν και του Λαμπρόπουλου, της καθαρεύουσας και του πολυτονικού. Του Τσεκλένη και του Πατίστα. Της γραμματικής και της ορθογραφίας. Το ύψιλον δασύνεται, μακρό προ βραχέως περισπάται. Της Μεγάλης Εβδομάδας και των Χαιρετισμών, της ορθόδοξης βάπτισης νεογνών σε μπρούτζινη κολυμπήθρα. Του Δεκαπενταύγουστου και του Ψυχοσάββατου, του θυμιατού πάνω στο μνήμα.
Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.
Των λαϊκών ασμάτων του μεσημεριού και του ακάλυπτου που μυρίζει καλαμαράκια. Του Νεοφύτου, του Αγάθωνος, της Αθανασίας, της Κυριακής των Προπατόρων. Του τούρκικου καφέ, των τούρκικων λέξεων, της τουρκοκρατίας. Των Ιονίων νησιών και της Θράκης. Της Μεταπολίτευσης και του Πολυτεχνείου. Του Ρετιρέ και του Λούνα Παρκ, πέντε κρίκοι ένα τάλιρο, δραχμές στο βιβλιάριο της Εθνικής Τραπέζης. Του Τσαρούχη, του Πετρόπουλου, του Κουν, της Μελίνας. Του παπά, του δάσκαλου, του γιατρού και του δικηγόρου. Της εκδρομής με το αυτοκίνητο στη Βουλγαρία. Της Αλεξίου, του Νταλάρα, του Σαββόπουλου, του Νικολαΐδη. Της νύφης με τα τούλια και του αρραβώνα με τα στέφανα πάνω στο εικόνισμα σταυρωτά. Των πεθερικών στη μπροστινή θέση.
Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή, δεν είν’ εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.
Των κρατικών νοσοκομείων με τις βάρδιες κάτω από τις νέον λάμπες, τις γόπες Καρέλια πίσω από τη σκάλα, τις νοσοκόμες με τα πεταλούδα γυαλιά. Του φαγητού της μαμάς, της προίκας, της δασκάλας με τα χρυσά μάτια και του λεβέντη της Τρούμπας. Του τσαμπουκά, του φιλότιμου, της φραπεδιάς, της ελληνικής φιλοξενίας. Των αμετάφραστων εννοιών και των ηχοποιημένων λέξεων. Του Οδυσσέα του Πολυμήχανου και του Ευγένιου Αρανίτση. Του Μελιγαλά και του Κρυφού Σχολειού, του ΕΑΜ, του Ζέρβα, της Ιοκάστης και του Φλωράκη. Της Καίτης Γαρμπή και της Νένας Βενετσάνου. Της σπανακόπιτας, του κομπολογιού και του Παστίτσιου. Του Λουκή και της Μαλβίνας, του Τσιτσάνη και του Μάρκου. Των σεισμών.
Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.
Της Έλλης Λαμπέτη, του Δημήτρη Χορν και της Τίνας Σπάθη. Του σταυρού κάτω απ΄ τα εικονίσματα, του σταυρού κάτω απ΄ τα κύματα, της ευχής της μάνας. Της Αγίας Λαύρας και του Κρυφού Σχολειού. Του αιώνιου φοιτητή, του φλώρου, του ροκά, του φρικιού, της ακμής στο κούτελο μέχρι τα τριάντα. Των Εξαρχείων, των ουζερί, των παραλιακών οδών, της εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου. Των ιερομαρτύρων και των μπράβων, των λαϊκών μαγαζιών στο πλάι του δρόμου, των κοριτσιών που τις νύχτες βάζουν κουφέτα κάτω απ’ το μαξιλάρι τους.
΄Ολοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.
Των καρδιαγγειακών επεισοδίων, της μεσογειακής διατροφής, του οίνου που ευφραίνει καρδίας. Της πιτυρίδας, της ονυχοφαγίας, των υπέρβαρων παιδιών. Της Αρκαδίας. Του Καραμανλή, του Παπανδρέου, των Δώδεκα Θεών. Των γιασεμιών και της αστακομακαρονάδας, της πολυκατοικίας χωρίς πετρέλαιο, του Εκράν και της Ριβιέρα, του Ντεπό. Της εποχής των δολοφόνων και της εποχής των παχιών αγελάδων.
Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως από μία μεριά και απ’ άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.
Του Βαλκανιζατέρ. Των πλακάτ, των μολότοφ, της Lacta και των Ζωνιανών. Της συγκίνησης και του κόμπου στο λαιμό μπροστά σε όλους. Της φωνής, της χειρονομίας, του ξερόλα, του κουβαρντά, της Κατίνας. Της πρέφας και του ταβλιού, του νυχτερινού μπάνιου. Της Αγια Σοφιάς. Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, της Ευρώπης, της ρεζέρβας. Του μπουζουκιού, του Χαμένου Αδελφού, του Μεγαλέξαντρου και της γοργόνας.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν’ πολλές, πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Του Δροσίνη. Της λεμονιάς, της ελιάς, του γλυκού του κουταλιού και του άρπα κόλλα. Του Χατζιδάκι. Του δε βαριέσαι και του έλα να σε πάρω αγκαλιά. Του σου ορκίζομαι στα μάτια μου, του αττικού ουρανού, του Πλάτωνα και της γαλανόλευκης. Του σήκω χόρεψε κουκλί μου. Της εθνικής παλιγγενεσίας. Της εξόδου του Μεσολογγίου. Της Σπάρτης και της Αθήνας. Του Βασανίζομαι.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1.368 other followers

Αρέσει σε %d bloggers: