Γιατρός πουτάνα

Dekata_n

[Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος αριθ. 45 του περιοδικού  (δε)κατα, την άνοιξη 2016]

Εμένα όταν με ρωτάγανε παλιά τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις, έλεγα πουτάνα. Πάντα με διόρθωναν όμως, και έλεγαν γιατρός. Τελικά συμβιβάστηκα και άρχισα να λέω γιατρός πουτάνα. Αυτό θα γίνω όταν μεγαλώσω: γιατρός πουτάνα. Μου φαίνεται πως είναι το καλύτερο επάγγελμα της γης.

Αυτό που δεν πρόκειται να γίνω ποτέ είναι νύφη με νυφικό και γαμπρό στα σκαλιά της Αγίας Άννας, δηλαδή γυναίκα κάποιου σαν τον μπαμπά, με μαλλιά κότσο σαν της μαμάς και συγγενείς σαν τους θείους και τις θείες με τις δερμάτινες λωρίδες και τις κοιλάρες, τα βαμμένα μαλλιά και τις πλισέ φούστες με το φερμουάρ στον κώλο. Δεν θέλω να έχω κούτελο που γυαλίζει και μυρίζει Nivea, χρυσή αλυσίδα με ειδικό κούμπωμα στο χέρι για τις Κυριακές, κορσέ για να μαζεύει τα ράμματα απ’ την καισαρική και παλιά γράμματα στο συρτάρι που το βράδυ να με κάνουν να κλαίω.

Δεν θέλω με τίποτα να έχω πεθερικά, κουνιάδες, κουνιάδους και ανίψια σαν τις ξαδέρφες μου, που τα καλοκαίρια τις φέρνουν να ζήσουν μαζί μας στο χωριό για να πάνε οι δικοί τους διακοπές στην Ευρώπη, και η μαμά τις φωνάζει κρυφά μουλάρες, και τσακώνεται με τον μπαμπά που όλο εδώ ξεπεζεύουν και που μόνο η μάνα τους είναι για ζωή ενώ εκείνη ρεύει στα πόδια της κάθε μέρα και κάνει τη δούλα σε όλο του το σόι.

Όταν την πιάνει η συγκίνηση, η μαμά μου λέει πως έχει νευροφυτικά και κατάθλιψη εκ γενετής επειδή είναι κληρονομικό τους – εννοεί τους γονείς της και τους παππούδες της που δεν ζουν πια όμως μόνο εκείνοι την αγαπούσαν – και κλαίει δίπλα στο παράθυρο και φυσάει τη μύτη της στη χαρτοπετσέτα, μου λέει να διαβάζω πολύ και να είμαι καλή μαθήτρια για να μην έχω ανάγκη κανέναν όταν μεγαλώσω και να μην απλώνω το χέρι στον άντρα μου σαν ζητιάνα, όπως κάνει αυτή που δεν πήρε ποτέ πτυχίο.

Μου λέει να πάω στο πανεπιστήμιο, να βγάζω δικά μου λεφτά, γιατί η μόρφωση είναι ένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι που κανείς δεν θα μπορέσει να μου πάρει και θα το έχω για όλη μου τη ζωή ολόδικό μου. Όταν μου λέει για το χρυσό βραχιόλι η κοιλιά μου σφίγγεται και με πιάνει κάτι σαν διάθεση για εμετό. Νιώθω σαν γάτα που τη στρίμωξαν στη γωνία. Σκέφτομαι το χρυσό βραχιόλι με το ειδικό κούμπωμα που της έχει χαρίσει ο μπαμπάς και φοβάμαι. Φοβάμαι μήπως η μόρφωση-χρυσό-βραχιόλι με κάνει κι εμένα σαν αυτήν, δυστυχισμένη, με μύτη κόκκινη, σαν μελιτζάνα απ’ τα κλάματα, και μια πεθερά που να με ελέγχει και να μου κάνει παρατηρήσεις.

Όμως η μαμά δεν τα καταλαβαίνει αυτά, εξάλλου όταν την πιάνουν τα νευροφυτικά της δεν ακούει τι λέω εγώ, θέλει μόνο να λέει εκείνη. Και να κλαίει.

Έχω σκεφτεί επίσης πως καλό θα ήταν να έβρισκα έναν τρόπο να μην μεγαλώσω ποτέ. Να μη γίνω κανονική γυναίκα. Δεν μου αρέσει που η μαμά μου λέει καμιά φορά να βγάλω το σκασμό και να φαρμακώσω αυτό που έχει μαγειρέψει, ούτε όταν μου λέει να πέσω στο κρεβάτι και να σβερκωθώ ενώ εγώ δεν νυστάζω καθόλου. Αυτές οι λέξεις με κάνουν και νιώθω σαν σκουπίδι στο φαράσι. Φαντάζομαι όμως πως όταν είναι μεγάλος κανείς μόνο έτσι μπορεί να μιλάει στους μικρότερους, ειδικά αν είναι μητέρα με σπασμένα νεύρα και ημικρανίες, και περνάει εμμηνόπαυση, και φοβάται πως τα παιδιά της θα την στείλουν στον τάφο και θα μείνουν ορφανά, και μετά ο πατέρας τους, επειδή είναι ανίκανος να τα μεγαλώσει και σκέφτεται μόνο το σόι του, θα τα στείλει να γίνουν δουλικά στις κουνιάδες της, και τα ωραία κεντήματα που τους έχει ετοιμάσει για προίκα θα τα καρπωθούν οι μουλάρες οι ξαδέρφες που θα συνεχίσουν για πάντα να έχουν μαμά επειδή μόνο κάτι τέτοιες έχουν τύχη.

Επίσης, οι μεγάλοι έχουν κι άλλα προβλήματα που δεν θα ήθελα να ζήσω ποτέ μου. Έχουν χρέη στην τράπεζα που μπορεί να τους πάρει το σπίτι, έχουν χοληστερίνη, ζάχαρο και ταχυπαλμίες, φίλους που τους κερατώνουν οι γυναίκες τους, φίλες που ο άντρας τους δεν τους δίνει λεφτά ή σημασία, έχουν χρυσά βραχιόλια με λίρες στα χέρια και σταυρουδάκια στο λαιμό, πεθερικά, υποχρεώσεις, αυτοκίνητο που θέλει σέρβις και συνήθειες που τις νύχτες γίνονται πολύ ενοχλητικές για όποιον δεν τον πιάνει ύπνος, δίπλα.

Στο σχολείο η δασκάλα μας, που είναι κανονική γυναίκα, έχει τα νεύρα της σπασμένα, κοιτάζει συνεχώς το ρολόι της κι αναγκάζεται να κλωτσάει με τις μπότες την Κική που ποτέ δεν ξέρει να πει μάθημα και να βρίζει ηλίθιο τον Σάκη, που επειδή ο πατέρας του σκοτώθηκε πέρυσι σε αυτοκινητιστικό έχει πάθει σοκ και από τότε δεν έχει γράψει ποτέ μια σωστή ορθογραφία. Στο μπακάλικο η κυρία Μπιστίκαινα δεν αφήνει τον κύριο Μπίστικα να κάνει ταμείο, επειδή είναι ανίκανος και αν δεν ήταν αυτή θα είχε πέσει έξω το μαγαζί και θα τους έσκιζαν τα σκυλιά τα ρούχα. Στο καθαριστήριο η αρραβωνιαστικιά του Μιχάλη, που δεν ξέρω το όνομά της, την ξέρω έτσι απλώς, είναι συνεχώς ιδρωμένη πάνω από τη σιδερώστρα και το μόνο που την ανακουφίζει λίγο είναι μια πορτοκαλάδα που την πίνει σιγά σιγά με το καλαμάκι και μετά βάζει στη σακούλα το μπουκάλι για να το πάει πίσω και να πάρει μερικά λεφτά επειδή τα έχουν ανάγκη. Στο περίπτερο η κυρά Γωγώ είναι γριά και ίσα που χωράει να καθίσει στο σκαμνάκι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς, επειδή ο άντρας της είναι άρρωστος και θέλει τα λεφτά για το νοσοκομείο. Αυτά βλέπω και τρομάζω με τη ζωή κι αναρωτιέμαι τι κακό έκανα και με έστειλε ο Θεός να ζήσω.

Όταν μεγαλώσω – ξέρω πως κανείς δεν τη γλιτώνει τελικά και όλοι μεγαλώνουν – θα γίνω γιατρός πουτάνα επειδή η Ρένα που τα έφτιαξε με τον κύριο Ιωσήφ και κόντεψε να του κλείσει το σπίτι, αλλά τελικά δεν του το’ κλεισε, είναι όμορφη, όταν περνάει απ’ την πλατεία μυρίζει άρωμα και τα μαλλιά της είναι ξανθά και καλοχτενισμένα. Όλοι την κοιτάζουν και τα μάτια τους βγάζουν φωτιές. Η μαμά λέει πως έτσι είναι οι πουτάνες. Ανέμελες και φτιασιδωμένες, άλλοι πληρώνουν τα σπασμένα, τι ανάγκη έχουν αυτές;

Η Ρένα φοράει κάτι μαύρες γυαλιστερές μπότες με τακούνια που ακούγονται όμορφα στο πεζοδρόμιο και πάντα χαμογελάει. Στα μάτια έχει πράσινη σκιά και στο χέρι ένα κόκκινο ρολόι. Έχει ωραία ρούχα και κοραλί κραγιόν. Ούτε χρυσό βραχιόλι, ούτε φούστα με πιέτες και φερμουάρ στον κώλο, ούτε κατάθλιψη εκ γενετής. Βέβαια εκείνη δεν είναι γιατρός, εγώ όμως θα γίνω. Θα γίνω επειδή ο μπαμπάς μου είπε πως είναι ο μόνος τρόπος για να φύγω μακριά απ’ το χωριό, να ξεχάσω, να κάνω τη ζωή μου στην πρωτεύουσα, να έχω πάντα λεφτά και ανάγκη κανέναν.

Μου το είπε εκείνο το μεσημέρι που γύρισε απ’ τη δουλειά και έπρεπε να ξεκουραστεί επειδή μετά είχε διπλοβάρδια στο εργοστάσιο και ήταν εξαντλημένος, κι έπρεπε να βρει ένα τρόπο να του περάσει ο πονοκέφαλος και να ηρεμήσει. Όταν έπεσε πάνω μου και έβαλε το δάχτυλο μέσα απ’ την κυλόττα μου άρχισα να κλαίω, όμως μου είπε να κάνω σιγά επειδή αν μας άκουγε η μαμά θα τον έδιωχνε απ’ το σπίτι, θα έμενα ορφανή και μετά από τόση ντροπή δεν θα μου ξαναμιλούσε κανένας.

Εγώ συνέχισα να κλαίω στα μουγκά επειδή φοβόμουν και πονούσα με κείνο το μαρτύριο, ενώ αυτός μπαινόβγαινε μέσα μου και μου έλεγε πως τον ξεκούραζε και του άρεσε πολύ έτσι όπως γλιστρούσε από τα αίματα, και πως την άλλη φορά δεν θα πονέσει τόσο, και πως αν μπορούσε θα έφερνε στο κρεβάτι και μια φίλη του που ξέρει απ’ αυτά, και θα μου χάιδευε τα μαλλιά για να με παρηγορήσει, αλλά ήταν μεσημέρι και δεν γινόταν να την δουν.

Δεν θέλω να γίνω κανονική γυναίκα με βραχιόλι, πεθερικά, φίλους που βάζουν τα δάχτυλα μέσα απ’ την κυλόττα του παιδιού τους, φίλες που δεν τους δίνει ο άντρας τους σημασία ή λεφτά, σπίτι που η σκεπή μπάζει νερό και αυλή με κοτέτσι που βρωμάει τρομερά και όλο γεμίζει λάσπες. Δεν θέλω να πηγαίνω για εξομολόγηση τις Κυριακές, να φοράω βρώμικη ποδιά με λίγδες, να με κουτσομπολεύουν οι χωριάτισσες που άλλη δουλειά δεν έχουν και να περνάω τις νύχτες βλέποντας τηλεόραση μέχρι να με πιάσει το ηρεμιστικό.

Θέλω να γίνω γιατρός πουτάνα, να πάω στην Αθήνα, να έχω ξανθά μαλλιά, να φοράω κόκκινο ρολόι και μπότες ως το γόνατο σαν της Ρένας, να με κοιτάζουν όλοι με θαυμασμό και να έχω όποιον θέλω χωρίς να πρέπει να τον παντρευτώ, επειδή θα είναι ήδη παντρεμένος. Θέλω να μην χρειαστεί να ξαναπονέσω ποτέ, και να ξέρω να γιατρεύω τα παιδιά που πέρασαν ένα μαρτύριο και μετά τα πήγαν στο γιατρό για να διορθώσει στα γρήγορα τα σπασμένα και να μην πέσει πάνω τους η κατακραυγή της κοινωνίας.

Όμως αυτά αργούν ακόμη. Είναι νωρίς γι’ αυτή τη ζωή. Για την ώρα πρέπει να φαρμακώνω ό, τι μαγειρεύει η μαμά, να ξαπλώνω δίπλα στο μπαμπά τα μεσημέρια, να γράφω σωστή ορθογραφία για να μην φάω κλωτσιά απ’ τη δασκάλα μου, και να κρατάω το στόμα μου κλειστό, γιατί αν κάτι απ’ όλα αυτά μαθευτεί θα είναι αμαρτία και έγκλημα, θα με τιμωρήσει ο Θεός και θα πάω στην κόλαση για πάντα.

Άννα της Τασκένδης

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 28 Απριλίου 2016)

 

Η μνήμη δεν είναι η μυστική θυρίδα της Ιστορίας. Πολύ συχνά γίνεται ο παραμορφωτικός καθρέφτης της. Ή η παρασυμπαθητική μελάνη με την οποία χρωματίζουμε καμιά φορά όσα δεν αντέχουμε να θυμόμαστε έτσι ακριβώς όπως συνέβησαν ή προτιμούμε να αλλοιώνουμε την πραγματική τους εικόνα. Κυρίως για λόγους αυτοπροστασίας, τις περισσότερες φορές, και λιγότερο από αμέλεια ή επιπολαιότητα. Άλλοτε βέβαια μπορεί να συμβεί και από απλό συμφέρον.

Το ταξίδι της ζωής δεν το κάνουμε για να μπορέσουμε κάποτε να φτάσουμε στον τάφο μας ασφαλείς και μέσα σε ένα καλοδιατηρημένο, αρυτίδωτο σώμα, αλλά κυρίως για να μπορούμε να ξεγλιστράμε προς όλες τις πλευρές, πλήρως εξαντλημένοι, φωνάζοντας “μα τι ωραία βόλτα!”. Στο τέλος, τα ενθυμήματα από την πορεία αυτής της βόλτας, είτε θετικά είναι είτε αρνητικά, αποτελούν τις μοναδικές μας αποσκευές που αντιστέκονται στο χρόνο και μας ανήκουν ανεπιστρεπτί. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κανείς τις αναμνήσεις του εξαρτάται από πολλά πράγματα. Κυρίως όμως από το ποιον και τα βιώματά του.

Το ειδικό βάρος μιας ανάμνησης είναι τελείως διαφορετικό από αυτό της σκέψης. Άλλο είναι να θυμάσαι κάτι ή κάποιον και άλλο να τον σκέφτεσαι. Το πρώτο έρχεται φυσικά, το δεύτερο ανήκει στη σφαίρα της επιλογής και επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη. Όσο περνά ο καιρός και συμβαίνουν τα πράγματα, όσο γερνάω και διαπιστώνω πως μου λιγοστεύουν οι αντοχές, τόσο περισσότερο ο νους μου γυρνά στην Άννα.

Ήμουν πέντε χρονών, τότε. Ζούσαμε ήδη στην Τασκένδη. Ήταν η πρώτη χρονιά που θα πήγαινα σχολείο και ένιωθα φρικτά. Φοβόμουν ακόμη και να σηκώσω το κεφάλι. Η μητέρα μου με είχε ντύσει με ένα πράσινο φόρεμα με κόκκινα λουλούδια και μου είχε χτενίσει τα μαλλιά κοτσιδάκια. Ποδιές δεν φορούσαμε ακόμα, αυτά ξεκινούσαν από το Δημοτικό. Εγώ άρχιζα μόλις το νηπιαγωγείο.

Εκείνο το πρωί με άφησε μπροστά στην είσοδο του σχολείου και μου έδωσε ένα σακουλάκι κάστανα για το διάλειμμα. Δεν ήθελα να φύγει, αλλά μου είχε εξηγήσει πως οι γονείς απαγορευόταν να μπουν μέσα και πως αν ησύχαζα στο τέλος θα περνούσα καλά. Με φίλησε και με έσπρωξε προς την πόρτα. Έπειτα μου κούνησε το χέρι και μου είπε πως θα με περίμενε εκεί μετά το σχολείο.

Έκανα μερικά βήματα στο προαύλιο και κοντοστάθηκα μην ξέροντας πού να πάω. Γύρω μου έβλεπα κι άλλα παιδιά που δεν ήθελαν να αποχωριστούν τους γονείς τους. Ένα κοριτσάκι με γκρι φόρεμα, μάλλον φτιαγμένο από παλιό σακί, έκλαιγε δυνατά. Πιο δυνατά απ’ όλους. Η μητέρα του προσπαθούσε να το ηρεμήσει, όμως εκείνο φώναζε “πάρε με!” και τραβιόταν προς τα πίσω. Με τα πολλά εκείνη έχασε την ψυχραιμία της, έβαλε τις φωνές και τελικά άστραψε στην κόρη της ένα δυνατό χαστούκι. Το παιδί σταμάτησε να κλαίει, κατέβασε το κεφάλι και προχώρησε προς τα σκαλιά της εισόδου χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Εγώ παρακολουθούσα μαρμαρωμένη.

Λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι πλησίασα το κορίτσι και πιάσαμε κουβέντα. Ήθελα οπωσδήποτε να γίνω φίλη της. Αφενός μου είχε φανεί πολύ συμπαθητική, αφετέρου ένιωθα πως όφειλα να της προσφέρω τη στήριξή μου, και ας ήμασταν συνομήλικες. Της έδωσα μερικά κάστανα που τα δέχτηκε πρόθυμα. Έπειτα καθίσαμε στο ίδιο θρανίο και επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια δεν χωρίσαμε ούτε στιγμή. Η Άννα η Εβραία έγινε μου φίλη κι εγώ δική της.

“Η Λαοκρατία είναι η καινούρια καλύτερή μου φίλη”, είπε το μεσημέρι στη μητέρα της για μένα, εκείνη όμως δεν φάνηκε να δίνει και πολλή σημασία.

Στα μαθήματα η Άννα ήταν αδύναμη. Παρόλο που περνούσαμε αρκετές ώρες μελετώντας, πότε στο σπίτι της και πότε στο δικό μου, την επόμενη μέρα ήταν σαν να τα είχε ξεχάσει όλα. Έπαιρνε κακούς βαθμούς και γενικώς δεν έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τη δασκάλα. Αργότερα, οι καθηγητές την συμβούλευαν να προσπαθήσει να μάθει κάποια τέχνη και να αφήσει τα γράμματα. Το έβρισκα εγκληματικό και δεν σταματούσα να της το επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία.

Οι γονείς της Άννας εργάζονταν σε ένα μεταλλουργικό εργοστάσιο. Είχαν έρθει λίγο πριν από εμάς στην Τασκένδη. Η καταγωγή τους ήταν από τη Μακεδονία. Ζούσαν σε ένα μικρό σπιτάκι φτιαγμένο από χώμα, μερικά τετράγωνα πιο κάτω από το δικό μας. Ήταν ένα μονόπατο κτίσμα βαμμένο με ασβέστη, που στην αυλή του είχε μια οξιά και ένα δέντρο που έμοιαζε με πλάτανο. Έξω από τα τζάμια είχε κάτι σταυρωτά κάγκελα, που ο πατέρας της τα είχε βάψει μαύρα και με φόβιζαν επειδή μου θύμιζαν φυλακή.

Ο πατέρας της ήταν συνεχώς μεθυσμένος. Κάθε φορά που μας έβλεπε να μελετούμε στην κουζίνα ερχόταν από πάνω μας και μας έλεγε πως ήταν αγωνιστής, ένας από αυτούς που “είχαν πάει να πιάσουν τους ουρανούς για να ξεπλύνουν το αίσχος της Βάρκιζας”.

“Εγώ είμαι παρτιζάνος”, φώναζε. “Νιώθω στο πετσί μου τις βουρδουλιές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού”.

Μετά κατέρρεε στο μοναδικό ντιβάνι του σπιτιού και ροχάλιζε σαν τρένο. Αργότερα κυκλοφόρησε πως παρόλα όσα έλεγε, ο ίδιος ανήκε στη χρουστσωφική κλίκα, όμως κάτι τέτοια με την Άννα δεν τα θίγαμε ποτέ. Ούτε τότε ούτε μετά. Ποτέ μας.

Κάθε μεσημέρι η μητέρα της έφερνε στο σπίτι φαγητό με κουπόνια. Τα χρήματα που έπαιρναν από το εργοστάσιο δεν τους έφταναν. Ο πατέρας της ξόδευε τα περισσότερα στο κρασί. Ήταν δυστυχισμένος και ανήμπορος να σκεφτεί καθαρά. Δεν φαινόταν να νοιάζεται και πολύ για την οικογένειά του. Ούτε καν για τον εαυτό του. Η Άννα μου έλεγε πως τα βράδια που γύριζε μεθυσμένος  έβαζε τις φωνές και πολλές φορές τις έδερνε χωρίς λόγο.

Παρόλο που ήμασταν καρδιακές φίλες, η Άννα δεν ήθελε να έρχεται στο σπίτι μου. Αν και φαινόταν να συμπαθεί πολύ τη μητέρα μου, τον πατριό μου τον φοβόταν επειδή ήταν Ρώσος. Τις ελάχιστες φορές που κατόρθωσα να την πείσω, επέμενε να κλεινόμαστε στο δωμάτιό μου και να διαβάζουμε εκεί μέσα. Παρότι ήξερα πως μπορεί και να πεινούσε, αρνιόταν σχεδόν πάντα να δοκιμάσει κάτι από την κουζίνα μας. Μόνο όταν είχαμε σταφιδόψωμο δεν μπορούσε να αντισταθεί. Τότε δεχόταν να φάει, και θυμάμαι ολοκάθαρα πως τσιμπούσε ακόμη και τα ψίχουλα σαν πουλάκι. Εγώ απέφευγα να τρώω στο σπίτι τους επειδή ήξερα πως οι μπουκιές ήταν μετρημένες. Όποτε έφερνε η μητέρα της τίποτε καρύδια ή αμύγδαλα, δεχόμουν να με φιλέψουν απλώς και μόνο από ευγένεια. Πάντα είχα όμως την αγωνία πως κάθε μου μπουκιά ήταν μία λιγότερη για την Άννα κι έτσι ποτέ δεν ευχαριστήθηκα το κέρασμα.

Μια μέρα η Άννα ήρθε στο σχολείο κλαμένη. Το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο. Πηγαίναμε στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου και τα μαθήματα δεν μας άφηναν πολύ χρόνο για συζήτηση και βόλτες. Επιπλέον, τον τελευταίο καιρό διαβάζαμε η καθεμιά στο σπίτι της. Η Άννα βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές και διάβαζε τη νύχτα, όταν της έμενε λίγος ελεύθερος χρόνος. Εγώ, παρόλο που επίσης βοηθούσα τη μητέρα μου, προτιμούσα να διαβάζω το απόγευμα κι έτσι αλλάξαμε την συνήθειά μας να μελετάμε μαζί.

“Χτες το βράδυ με χτύπησε ο πατέρα μου”, μου είπε μετά από χίλια παρακάλια εκείνο το πρωί. “Μου έσπασε το δόντι μου, και τώρα δεν θα βγάλω άλλο”, μουρμούρισε και ανασήκωσε το μπλαβιασμένο ούλο της δείχνοντάς μου ένα κενό στη θέση του κυνόδοντα.

Εκείνη την ώρα κόντεψα να τρελαθώ. Ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή. Την καθησύχασα όπως όπως και περίμενα με το ζόρι να τελειώσει το μάθημα για να τρέξω στο εργοστάσιο όπου δούλευε ο πατέρας της. Μόλις τον είδα να αστειεύεται με τους συναδέλφους του πάνω από μια σιδερένια ρόδα που στριφογύριζε δίπλα από κάτι αχνιστά καζάνια, πλησίασα κοντά του και τον τράβηξα από το μανίκι. Ξαφνιάστηκε που με είδε. Οι άλλοι εργάτες σάστισαν. Έπεσε παγωμάρα. Κανείς δεν μίλαγε.

Στάθηκα μπροστά του και τον κοίταξα. Κατάλαβε τι ήθελα εκεί. Πριν προλάβει να πει ο, τιδήποτε σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, πλησίασα το πρόσωπό του και τον έφτυσα με όλη μου τη δύναμη φωνάζοντας “ντροπή σου!”. Έκανε να με αρπάξει από τα μαλλιά όμως εγώ έσκυψα πιο χαμηλά και παρόλο που τρέκλισα προς στιγμήν, τελικά ξεγλίστρησα μακριά του. ‘Ήμουν δεκαοκτώ χρονών και ήταν πάνω από εξήντα. Το έβαλα στα πόδια πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό. Οι εργάτες γύρω του γελούσαν. Άκουσα τις βρισιές και τις απειλές του από μακριά. Η φωνή του έμοιαζε με γαύγισμα λυσσασμένου σκύλου. Τον μισούσα.

Εκείνο το βράδυ η Άννα κοιμήθηκε στο σπίτι μας. Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω και πολλά στους δικούς μου. Οι μώλωπες στο πρόσωπό της ήταν εύγλωττοι. Περάσαμε ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας. Κάπου κάπου έβαζε τα κλάματα και χωνόταν στην αγκαλιά μου. Προσπαθούσα να την παρηγορώ κάθε λεπτό, έστυβα το μυαλό μου να βρω μια λύση. Το μόνο που θυμάμαι να της επαναλαμβάνω χίλιες φορές ήταν πως δεν θα έφευγα από κοντά της και πως δεν θα την άφηνα μόνη της ποτέ.

Η Άννα ήταν αδύναμος χαρακτήρας, μου θύμιζε ένα μεγάλο αθώο παιδί. Είχε τη γλυκύτητα και την απλότητα του καλού ανθρώπου, εκείνου που ο νους του δεν χωράει το κακό. Την αγαπούσα σαν αδελφή, ίσως και λίγο πάρα πάνω. Την προστάτευα όσο περισσότερο μπορούσα καθημερινά, επειδή ένιωθα πως αυτό περίμενε από μένα και επειδή μου ήταν πολύτιμη. Ήμουν ο φύλακας άγγελός της και ήταν η συντροφιά μου. Ήξερα πως είχε κάποια νοητική υστέρηση. Δεν ήταν κάτι υπερβολικό, όμως η διανοητική της ηλικία ήταν κάπως χαμηλότερη από την κανονική μας. Παρόλα αυτά, η παρουσία της στη ζωή μου μού έδινε χαρά, με γέμιζε γαλήνη. Την έβρισκα έξυπνη με έναν λεπτό τρόπο, διαφορετικό. Ο χρόνος που περνούσαμε μαζί ήταν για μένα κερδισμένος χρόνος. Θεσπέσιος.

Σαν τώρα τα θυμάμαι. Κάθε μέρα την σκέφτομαι και μελαγχολώ.

Το επόμενο πρωί την άφησα να κοιμάται στο κρεβάτι μου και πήγα μόνη μου σχολείο. Μου φάνηκε υπερβολικά κουρασμένη και αδύναμη. Επιπλέον, το πρόσωπό της ήταν σε κακά χάλια, κάπως χειρότερα από την προηγούμενη μέρα που είχε συμβεί η σκηνή. Το μεσημέρι που γύρισα στο σπίτι έτρεξα αμέσως να την δω. Η μητέρα μου δεν είχε γυρίσει ακόμα, ο πατριός μου έλειπε στη Μόσχα για δουλειές. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντίκρισα ένα θέαμα που μου πάγωσε το αίμα.

Η Άννα κρεμόταν από ένα σκοινί που είχε δέσει στο φως του δωματίου και δίπλα της ήταν πεσμένη η καρέκλα που χρησιμοποιούσα για κομοδίνο στο κρεβάτι μου. Ακόμα θυμάμαι την κραυγή μου, το καρδιοχτύπι και τον τρόμο μου. Νόμισα πως η γη έφευγε κάτω από τα πόδια μου και πως κινδύνευα να πέσω.

Άρπαξα το νεκρό σώμα και προσπάθησα να την ανασηκώσω στον αέρα κλαίγοντας. Το δέρμα της ήταν παγωμένο, τα μάτια της κλειστά. Κατάλαβα πως ήταν πλέον αργά. Στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από τα πόδια της, υπήρχε μια μικρή λίμνη. Κατάλαβα πως η Άννα είχε κατουρηθεί και η σκέψη με έκοψε σε χίλια μυτερά, απαίσια κομμάτια.

Έπεσα στο κρεβάτι όπου την προηγούμενη νύχτα είχαμε κοιμηθεί μαζί και άρχισα να ουρλιάζω σαν λύκος. Έσφιγγα τα δόντια μου τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα τα σπάσω. Χτυπιόμουν και έκλαιγα με μανία, έφτυνα σάλια και έδερνα το στρώμα με τις γροθιές. Σκεφτόμουν πως έδερνα εκείνον και χτύπαγα όλο και πιο δυνατά. Με απερίγραπτο μίσος. Σαν τρελή. Ήθελα να τον σκοτώσω.

Λίγο αργότερα, όταν συνήλθα κάπως και προσπάθησα να ψυχραιμήσω για να δω τι θα κάνω με την καταστροφή, είδα ένα λευκό χαρτάκι χωμένο κάτω από το μαξιλάρι της. Το ξεδίπλωσα, διάβασα την ανορθόγραφη φράση της και μετά ξανάρχισα να κλαίω, απολύτως συντετριμμένη και δυστυχής:

“Σηγγνώμη που πέθανα εδώ, όμως αν το έκανα στο σπίτη η μάνα μου θα έτρωγε κσύλο για τις ζυμιές, και δε θέλω”.

Drum και zippo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην bibliotheque στις 8 Απριλίου 2016)

 
Όταν έπεφτε στο κρεβάτι της άρεσε να διαβάζει παλιά τεύχη της Βαβέλ ή της Διάπλασης των Παίδων, ενός περιοδικού μετά εικονογραφιών δια παίδας και κοράσια. Όταν έκλεινε τα μάτια ονειρευόταν κελύφη σαλιγκαριών, σπίτια που γέμιζαν νερό κι έπρεπε να κολυμπήσει για να φτάσει στην κρεβατοκάμαρα και ωραία μανικετόκουμπα από ξένα σακάκια.
 
Εκείνη την ημέρα, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του μετρό, διαπίστωσε πως έβγαινε σε μια άδεια πόλη. Ήταν μόνη της. Στο χέρι της κρατούσε ένα μαύρο τηλέφωνο, από κείνα τα παλιά με το στρογγυλό καντράν και τα λευκά νούμερα. Χωρίς καλώδιο.
 
 Το άφησε στο πεζοδρόμιο και άρχισε να περπατά στην άσφαλτο –γύρω της η πόλη έμοιαζε με σταματημένο καρέ. Καμία κίνηση, κανένας ήχος. Ούτε καν τα σύννεφα δεν πετούσαν στον ουρανό. Έκανε λίγα βήματα και τότε είδε μπροστά στα πόδια της μια διάφανη πλαστική σακούλα με νερό. Στο πάνω μέρος ήταν δεμένος ένας χοντρός κόμπος. Μέσα κολυμπούσαν δύο ψάρια. Της φάνηκαν κάπως υπερτροφικά για να προέρχονται ή να προορίζονται για κάποια γυάλα, δεν ήταν καν χρυσόψαρα. Τα άφησε εκεί και περπάτησε κι άλλο.
Συνέχισε να προχωρά μέχρι που είδε το κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού.
 
 
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το μεγάλο ρολόι. Ήταν σταματημένο στις 3. Παρατήρησε πως στα πλάγια του, δεξιά κι αριστερά, υπήρχαν δύο μεγάλα φτερά. Της ήρθαν στο νου τα Φτερά του Έρωτα, αλλά πέρα από αυτή τη σκέψη τίποτε περισσότερο δεν παρέπεμπε στην ταινία. Στον ουρανό τα σύννεφα είχαν ζωντανέψει και τώρα έτρεχαν σε γρήγορη κίνηση προς το βορρά. Μπήκε στο σταθμό και κατευθύνθηκε προς το βάθος.
 
Στο τέλος του διαδρόμου, εκεί που ήταν η καφετέρια, είδε τον Tom Waits και τον τον Iggy Pop που έπιναν burbon και καφέ. Κάπνιζαν στριφτά τσιγάρα, στο τραπέζι έχασκε ανοιχτός ένας καπνός Drum κι ένας zippo, και γύρω τους κανείς.
 
Ήξερε πως η σκηνή ήταν από την ταινία του Jarmusch, Coffee & Cigarettes. Η μόνη διαφορά ήταν πως η εικόνα τους ήταν παραμορφωμένη, έτσι όπως παραμορφώνεται καμιά φορά στο σινεμά η κόπια και τη βλέπεις να βγάζει όξινες μπουρμπουλήθρες στην οθόνη, και να τρυπάει, να καίγεται, να πεθαίνει.

Ο άνθρωπος που κοίταζε τα Lonarid να περνούν

 

staxtes-fassa13_3_13sepia

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 24 Μαρτίου 2016)

Στεκόταν στην άσφαλτο, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, και κοίταζε τον πράσινο σταυρό να αναβοσβήνει. Μόνος του. Το Φαρμακείο διανυκτέρευε. Πού και πού, ο φαρμακοποιός που καθόταν πίσω από το ταμείο με μια εφημερίδα στο χέρι, σήκωνε το κεφάλι κι έριχνε κοφτές ματιές στο δρόμο.

Ψιλόβροχο, μεσάνυχτα, σε μια επαρχιακή ελληνική πόλη. Σαράντα εκκλησιών και Κοραή γωνία. Παλιά ήταν εκεί η ΕΒΓΑ του Τάσου και όλοι έλεγαν πως ήταν καλύτερα έτσι – άγνωστο γιατί. Ίσως ο Τάσος να ήταν πιο συμπαθητικός από τον φαρμακοποιό, ίσως όλα αυτά να ήταν απλώς φήμες.

Συνέχισε να στέκεται αναποφάσιστος στην άκρη του δρόμου. Η άσφαλτος γυάλιζε σαν να την είχαν αλείψει με μια πηχτή, άχρηστη γλίτσα. Ο ουρανός βαρύς. Ψιλόβρεχε από το απόγευμα. Μια εκνευριστική βροχή που οι σταγόνες της έμοιαζαν με μικρές απαίσιες καρφίτσες.

Τα περαστικά αυτοκίνητα τον κατάβρεχαν με απόνερα καθώς περνούσαν. Το παντελόνι του λούτσα στις λάσπες. Κάποιος φρέναρε απότομα δίπλα του, κόρναρε θυμωμένα και έφτυσε μια βρισιά. Ο ήχος από τα λάστιχα του αυτοκινήτου τον τάραξε κάπως.

Γύρισε το κεφάλι κι έριξε μια ματιά στο διερχόμενο προσπαθώντας να καταλάβει. Ο οδηγός συνέχισε να βρίζει χειρονομώντας προς το μέρος του. Το πρόσωπό του έσταζε μίσος. Δεν ακουγόταν τίποτα. Οι κουβέντες ανακυκλώθηκαν μέσα στο αμάξι και στο τέλος κόλλησαν σαν χαλκομανία πάνω στα θολωμένα τζάμια. Τις φαντάστηκε τότε να στάζουν παχύρρευστες, ένα με τις χρησιμοποιημένες αναπνοές που έντυναν το βρώμικο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου, και χαμογέλασε.

Απέστρεψε το βλέμμα και παρέμεινε ακίνητος.

Το ΙΧ έφυγε μαρσάροντας. Όσα συνέβαιναν γύρω του δεν φαίνονταν να τον νοιάζουν και πολύ. Ταλαντεύτηκε για λίγο και αποτόλμησε μισό βήμα προς τα μπρος. Εκείνη την ώρα ο φαρμακοποιός έκλεισε την εφημερίδα του και χασμουρήθηκε σαν γάτος. Το λευκό νέον στο ταβάνι του Φαρμακείου τρεμόπαιξε για μια στιγμή και μετά επανήλθε. Μέσα από τη τζαμαρία όλα έδειχναν λιγάκι θαμπά. Η μετέωρη στιγμή διαλύθηκε σαν κρύσταλλο που πέφτει πάνω του ένας ταύρος και το θρυμματίζει. Το βήμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Επανέφερε τα πόδια του στην προηγούμενη θέση τους και ξαναπήρε τη γνωστή στάση. Ένιωθε πως ζούσε μια στιγμή-μεταίχμιο. Μια σημαντική στιγμή της νύχτας όπου όλα εξελίσσονταν σε αργή κίνηση, κάπως σαν μουδιασμένα. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να πάρει επιτέλους μιαν απόφαση, να αφήσει να συμβεί ή να μην συμβεί κάτι.

Απέστρεψε το βλέμμα και κοίταξε τον ουρανό. Είδε έναν κόκκινο σταυρό να αναβοσβήνει ρυθμικά. Στο ίδιο μέγεθος με τον σταυρό του Φαρμακείου. Την ήξερε από παλιά αυτή την αντανακλαστική λειτουργία των ματιών. Όταν κοιτάζεις για πολλή ώρα ένα πράσινο αντικείμενο, αν αποστρέψεις το βλέμμα το βλέπεις να εμφανίζεται μπροστά σου σαν κόκκινη σκιά. Και τούμπαλιν.

«Απόψε θα ονειρευτώ έναν φλεγόμενο ουρανό, ή δυο πουλιά με ανθρώπινα πρόσωπα», χαμογέλασε μόνος του και άφησε την κόκκινη αντανάκλαση να σβήσει σιγά σιγά από τα μάτια του μέχρι που χάθηκε εντελώς.

Η ανάγκη να πάρει ή να μην πάρει μιαν απόφαση διαλύθηκε μέσα του ως δια μαγείας. Όλα πλέον ήταν απλά.

Θυμήθηκε πως την προηγούμενη νύχτα είχε ονειρευτεί σαν γλυπτό το σώμα μιας κότας φτιαγμένο από νεκρά φίδια, κάτι που ήταν, λέει, η ενσάρκωση του Απόλυτου Κακού.
Το όνειρο του έφερε μια πικρή γεύση στο στόμα.

Ένας οξύς όνος στη μέση τον σούβλισε ξαφνικά κάνοντάς τον να αλλάξει στάση. Άνοιξε τη παλάμη και έσφιξε το σημείο όπου υπολόγισε πως βρίσκονται τα νεφρά. Ο φαρμακοποιός σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε στη βιτρίνα. Ήταν φαλακρός και φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Από την τσέπη της λευκής του ρόμπας προεξείχε ένας μαύρος λεπτός φακός. Ήταν η ενσάρκωση του παραδοσιακού φαρμακοτρίφτη, ποντικομούρης, κοντός και με ξινισμένη φάτσα. Κόλλησε τη μύτη στο τζάμι, κοίταξε προς το μέρος του, μετά έστρεψε το βλέμμα στο βάθος του δρόμου, έλεγξε την κλειδωμένη πόρτα και επέστρεψε στο πόστο του ξαναπιάνοντας την διαβασμένη εφημερίδα.

Πήρε βαθιά αναπνοή και έτριψε το πλευρό του. Ο πόνος έμοιαζε να εξασθενεί. Η βροχή συνέχιζε να τον τρυπά σαν ορδή από λυσσασμένες καρφίτσες. Τα αυτοκίνητα έριχναν πάνω του φώτα και λασπόνερα. Ο πράσινος σταυρός αναβόσβηνε νευρωτικά. Η ώρα περνούσε. Το πιο ενοχλητικό ήταν τα μαλλιά του, που κολλούσαν στο μέτωπό του και έσταζαν ρυάκια στο πρόσωπό του. Σκούπισε με τη ράχη της παλάμης τη μύτη του, αναμειγνύοντας μύξες και βροχόνερα. Έπειτα ξερόβηξε σιγανά και αφοσιώθηκε στα διαφημιστικά πόστερ της βιτρίνας. Korres, Betadine, Vichy, μια ανακοίνωση αιμοδοσίας του Ερυθρού Σταυρού, μια κρέμα αδυνατίσματος πάνω σε κάτι καλλίγραμμα πόδια.

Όλη αυτή την ώρα δεν σκεφτόταν τίποτα. Απλώς ζούσε τη ζωή του όρθιος, ένα μέτρο από το πεζοδρόμιο, σε μια επαρχιακή οδό, μπροστά από ένα διανυκτερεύον Φαρμακείο με αντιπαθητικό υπάλληλο. Όλα ήταν απλά. Αυτό όμως κανείς δεν μπορούσε να το καταλάβει.

«Το να μπήγεις μούζικες μέσα στις εικόνες που θα γεμίσει με λέξεις κάποιος άλλος είναι κακό γιατί η εικόνα είναι πια δική του και πρέπει να μείνει άδεια. Αλλά ο κακός εγώ είναι πιο δυνατός από μένα και διέταξε: “βάλε αυτό που άκουγες όσο κοιτούσες αυτόν εκεί κάτω“», σκέφτηκε ο κάτοικος του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, και σε λίγο στο σαλόνι του σπιτιού του αντήχησε η μελωδία του Keeping It.

Τόσην ώρα στεκόταν πίσω από το τζάμι και παρατηρούσε τον μυστήριο άγνωστο που μούσκευε στην άκρη της ασφάλτου, μπροστά στο Φαρμακείο. Μελετούσε τη στάση του σώματός του, την αναποφασιστικότητα των νοερών κινήσεων, τα μουσκεμένα χαρακτηριστικά του. Τις πτυχές της καμπαρντίνας του πάνω στην κυρτή πλάτη.

Πήρε την κάμερα, τράβηξε μια φωτογραφία την παράλληλη πραγματικότητα και την κοίταξε. Ο άνθρωπος-μεταίχμιο διακρινόταν σαν εμβόλιμη κουκκίδα μέσα στο δρόμο. Θαμπή.

Η ζέστη του δωματίου τον έκανε να νιώθει θαλπωρή αλλά και μια απροδιόριστη αγωνία. Γύρισε την πλάτη και εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι.

Είχε βαρεθεί τόσην ώρα να κοιτάζει τον μετέωρο ασθενή της ασφάλτου. Επίσης φοβόταν πως, αργά ή γρήγορα, κάποιος απρόσεκτος οδηγός κινδύνευε να τον κάνει λιώμα μέσα στο υγρό σκοτάδι, και κάτι τέτοια όχι μόνο τον τρόμαζαν, αλλά του υπενθύμιζαν με τον πιο άγριο τρόπο πως για μερικά πράγματα απλώς δεν υπάρχει καμία μα απολύτως καμία θεραπεία.

Κυριακές σε fast forward

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην http://www.bibliotheque.gr/article/53706 στις 15 Φεβρουαρίου 2016)

 

Οι άλλες μέρες θα φανούν μετά. Τις Κυριακές το απόγευμα, με λίγο άγχος που πάει πέρασε κι αυτό το σαββατοκύριακο, θα ακούμε ξιπόλητοι Άκη Πάνου, Residents, Κηλαϊδόνη και ρεμπέτικα του Γιοβάν Τσαούς. Θα πίνουμε βότκα βανίλια και βότκα νορμάλ στο χαλί, και θα τρώμε ό, τι βρεθεί στο ψυγείο. Θα καίμε κόκκινα κεριά και μαντζούνια με άρωμα Kama Sutra ή πατσουλί από τους Πακιστανούς στα Εξάρχεια και θα λέμε ιστορίες με καλό και κακό τέλος.

Θα βλέπουμε τσόντες και θα μιλάμε για τους αγαπημένους μας συγγραφείς, για τις διακοπές και για το αίσχος των πολιτικών της χώρας. Θα σου κάνω μασάζ στα δάχτυλα και θα σου χαϊδεύω την πλάτη. Στο δρόμο θα περνάνε περιπολικά και ασθενοφόρα και στον αέρα θα πετάνε κοράκια και χνούδια. Θα παίζουμε με τα παιχνίδια μας και θα μου μαθαίνεις νέες τεχνικές αδιαφορώντας για την αντίδρασή μου. Θα σου λέω μίλα πιο σιγά και θα μου λες φώναξε πιο δυνατά, είναι για το καλό σου.

Θα βρέχει έτσι όπως πέφτει συνήθως η βροχή τα χαράματα και θα μου λες πως είμαι η πράσινη πέτρα που ήθελες να βρεις και τώρα που την πέτυχες δεν την χάνεις. Θα με τραβάει μέσα από τα έντερα και τα γύρω όργανα κάτι μαγνητικό που θα βγαίνει προς τα έξω σαν κλίση προς το μέρος σου στον καναπέ και τα μαξιλάρια. Θα είμαι ο πύργος της Πίζας και θα είσαι ένα κακόφημο καμπαρέ μιας πρωτεύουσας του Νότου.

Θα αναθεωρώ τις απόψεις και τις προτιμήσεις μου και δεν θα με νοιάζει που κάποια σε κακολόγησε, κάποιος σε παρεξήγησε, κάποιον τον έκλεψες, κάποια την θύμωσες – θα με νοιάζει μόνο να μπορώ όποτε θέλω να σου μυρίζω το λαιμό και να σε φιλάω πάνω απ’ το σαγόνι την ώρα που μιλάς και νευριάζεις που σε κόβω.

Θα καπνίζουμε τη μάρκα μου και θα μου διηγείσαι ιστορίες που θα με κάνουν να ζηλεύω λίγο και να φτιάχνομαι πολύ. Θα σε ρωτάω για τον αγαπημένο σου τύπο γυναίκας. Η πόρτα μας θα είναι κλειδωμένη τέσσερις φορές και δεν θα μας απειλεί τίποτα και κανένας.

Θα μου λες πως δεν σου φτάνει μόνο αυτό που έχουμε, και θα κάνεις ό, τι χρειάζεται για να σου δώσω κι άλλο. Στον ύπνο μου, αργότερα, θα βλέπω σκηνές του μέλλοντος και του διαστήματος μα εσύ θα αργείς να κοιμηθείς, και θα’ ναι μαρτύριο, επειδή θα ξέρεις πως παρότι είχε πάει δύο το πρωί και σε λίγο θα έτρεχες να προλάβεις το τρένο για να πας στη δουλειά σου, υπήρχε περιθώριο να μείνεις λίγο ακόμα κοντά μου.

 

Μαγείρεψα

φωτογραφία

12143280_10153381575677670_6341746544560185803_n

12191065_10153432638932670_1835792405372880387_n

12109028_10153398415577670_8082991830963913708_n

12107124_10153396850447670_6695360151893437282_n

11953106_10153304143327670_4942988266791075108_n

Ποτέ μας

bibliotheque31

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Bibliotheque στις 21 Ιανουαρίου 2015)

Εκείνο το απόγευμα αποφασίσαμε να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Η Καορί μου είπε ότι ήξερε ένα συμπαθητικό μπιστρό, όχι πολύ μακριά από το ξενοδοχείο μας, με καθαρά ποτά και νόστιμο φαγητό. Τόσες μέρες τρώγαμε στο πόδι, είτε στα όρθια, σε καντίνες για τουρίστες, είτε σε ασιατικά φαστ φουντ που έμπλεκαν την γιαπωνέζικη κουζίνα με την κορεάτικη και την ινδική. Δέχτηκα και σε λίγο ανηφορίζαμε προς τα σκαλάκια της Μονμάρτρης. Έκανε κρύο και σουρούπωνε πολύ γλυκά, σχεδόν με τρυφερότητα. Οι ελάχιστοι περαστικοί που συναντούσαμε ήταν χωμένοι στα παλτά τους ως το λαιμό, όπως κι εμείς. Κανένας δεν κοιτούσε στα μάτια κανέναν. Η Καορί προπορευόταν μερικά βήματα, κι εγώ ακολουθούσα λαχανιασμένος. Ήξερα πως της άρεσε να με καθοδηγεί, κι έτσι την άφηνα να παριστάνει τον τουριστικό οδηγό πατώντας πάνω στα βήματα που πριν από μένα είχε πατήσει εκείνη.
 
Φτάσαμε σχετικά σύντομα. Το μπιστρό ήταν συμπαθητικό και εξαιρετικά ζεστό. Από το ταβάνι κρέμονταν παλιακοί πολυέλαιοι με οβάλ λαμπιόνια και χάλκινα άνθη και πουλιά. Στους τοίχους υπήρχαν καθρέφτες και μικρές γκραβούρες από γειτονιές του Παρισιού. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα κι είχαν κάτι μικρά μπρούτζινα κηροπήγια με αναμμένα κρεμ κεριά. Οι λιγοστοί πελάτες, που κινούνταν μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας, παραήταν απασχολημένοι με αυτό που έκαναν ώστε να προσέχουν την πόρτα που ανοιγόκλεινε κάθε τόσο. Τίποτε στο χώρο δεν θύμιζε χλιδή ή πολυτέλεια. Όλα παρέπεμπαν σε κάτι απλό, οικείο, σχεδόν οικογενειακό. Ένιωσα αμέσως πού άνετα, σχεδόν ευφορικά. Απόρησα που η Γιαπωνέζα γνώριζε τόσο καλά τα γούστα μου και το Παρίσι.
 
-Κάθισε και βγάλε το βιβλίο, μου είπε και μου έδειξε ένα τραπεζάκι για δύο κοντά στη τζαμαρία.
 
Ήξερα πως ανυπομονούσε. Κάθισε πρώτη. Άναψε τσιγάρο, έπεσε πίσω και με κοίταξε. Πέταξα το παλτό στην πλάτη της καρέκλας μου και βολεύτηκα ανάμεσα σε δυο παχουλά μαξιλάρια. Η Καορί έκανε νόημα στο σερβιτόρο, ο οποίος έσπευσε στο τραπέζι μας. Χωρίς καν να με συμβουλευτεί, παρήγγειλε μια Veuve Cliquot Ponsardin και με κοίταξε ευχαριστημένη. Ήξερα πως θα τρώγαμε μετά. Όσο πίναμε, η Καορί κι εγώ δεν βάζαμε μπουκιά στο στόμα μας ποτέ. Ποτέ μας.
-Κερνάς απόψε, να υποθέσω; ρώτησα χαμογελώντας κάπως περιπαικτικά.
-Κερνάω. Αν θες να μάθεις, πήρα προκαταβολή από τη δουλειά και θέλω να το γιορτάσουμε.
-Στην υγειά μας, λοιπόν.
-Το βιβλίο, έκανε και έδειξε με το σαγόνι την τσάντα μου.
Τράβηξα το φερμουάρ και έβγαλα το βιβλίο στο τραπέζι. Η Καορί ρούφηξε μια γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι μπροστά της. Οι μπουρμπουλήθρες της σαμπάνιας τρεμόπαιξαν όπως τα μάτια της πάνω απ’ το κερί. Παρατήρησα πως τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Έτριψε τα χέρια της και σταύρωσε τα δάχτυλα κάτω από το σαγόνι.
-Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από το να είναι χειμώνας, να πίνεις εκλεκτή σαμπάνια σε ένα συμπαθητικό μπιστρό στο Παρίσι, να περιμένεις να δοκιμάσεις μια θεσπέσια κρεμμυδόσουπα με κρουτόν και να σου διαβάζει Αρανίτση κάποιος που σου είπε πως κοντά σου γίνεται καλύτερος άνθρωπος και σου ορκίστηκε πως δεν θα χωρίσετε ποτέ.
 
-Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα να είσαι Γιαπωνέζα στο Παρίσι, αρκεί να έχεις έναν Έλληνα εραστή που να ταιριάζει με τα γούστα σου και να συμμερίζεται τα υποννοούμενά σου, έτσι;, είπα και άνοιξα το Βιβλίο της Παιδικής Ηλικίας σε μια τυχαία σελίδα.
 
-Καθόλου άσχημα, παρατήρησε. Εξάλλου σε έχω ερωτευτεί, δεν θέλω να σε χάσω. Ξέρω πως κανέναν δεν θα ξανασυναντήσω σαν εσένα, όπως ούτε σαν εμένα εσύ. Θα ήθελα να με αγαπούσες λίγο, βέβαια. Θα ήταν πιο δίκαιη η κατανομή των αισθημάτων μεταξύ μας. Επιπλέον, μου είσαι πολύτιμος, με κάνεις και νιώθω πως η καλοπέραση μπορεί και να είναι κάτι εφικτό. Απενοχοποιημένο ακόμα και για μας τις απλές εργαζόμενες μετανάστριες. Διάβασέ μου λίγο.
 
Άρχισα να διαβάζω μερικές σελίδες. Το χέρι της άγγιζε το δικό μου πάνω στο τραπέζι. Πού και πού της έριχνα κοφτές ματιές πάνω απ’ το βιβλίο. Ούτε εγώ ήθελα να την χάσω, έπρεπε όμως να βρω έναν τρόπο να την πείσω γι’ αυτό. Ούτε πως την αγαπούσα πίστευε κατά βάθος. Όλα έμοιαζαν επικίνδυνα κοντά της. Μόνο εγώ ένιωθα καθαρός. Ήξερα πράγματι πως δεν θα ξανασυναντούσα ποτέ μια γυναίκα σαν αυτήν. Σταμάτησα να διαβάζω και έβαλα το πόδι μου ανάμεσα στα δικά της, κάτω από το τραπέζι. Με κοίταξε ψύχραιμα και άνοιξε τα μπούτια της. Την χάιδεψα με τις άκρες των δαχτύλων.
 
-Αντρέα; έκανε ξαφνικά.
 
-Έλα μωρό μου, της απάντησα όπως πάντα.
 
-Πότε θα χωρίσουμε εμείς οι δυο;
 
-Θα κάνουμε πως χωρίζουμε πολλές φορές, επανέλαβα τη γνωστή απάντηση, όμως εμείς οι δυο δεν θα χωρίσουμε ποτέ. Ποτέ μας.

Το φωτάκι

tumblr_o0xcycxdQ81uzg6sbo1_500

(Απόσπασμα από το αδημοσίευτο διήγημα Το φωτάκι)

[…]

Η Μ άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στα τυφλά ακολουθώντας την τσατσά που προπορεύτηκε χωρίς να δώσει σημασία. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε «σπίτι». Ο διάδρομος φωτιζόταν από ένα χλωμό πορτοκαλί φωτάκι. Σκέφτηκε πως έμοιαζε πολύ με κείνο που φώτιζε το υπνοδωμάτιό της όταν ήταν μικρή, στο πατρικό σπίτι. Πίσω του μια Παναγία αγκαλιά με το βρέφος Ιησού την κοιτούσε γαλήνια μέχρι να την πάρει ο ύπνος τις νύχτες. Συχνά σηκωνόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, τραβούσε την πρίζα από το εικονοστάσι και το δωμάτιο βυθιζόταν σε ένα απόλυτο, ανακουφιστικό σκοτάδι. Έτσι, χωρίς να βλέπει πλέον τη Μητέρα και το Γιο, χωρίς να της εμποδίζει τη νύχτα το φως του πορτοκαλί γλόμπου, ησύχαζε. Και άρχιζε να ζει τα παιδικά της όνειρα, που μέσα τους έκρυβαν ζούγκλες, μελλοντική εφηβεία, αγαπημένους νεκρούς και λεπτομέρειες με σημασίες απολύτως ανεξιχνίαστες και ακατάλληλες για την παροντική της ηλικία.

Προχώρησε αργά, μέχρι που έφτασε στο στενάχωρο σαλόνι. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα, τσιγάρο και πατσουλί. Στάθηκε στο κατώφλι και περίμενε να εμφανιστεί η τσατσά που περιέργως είχε εξαφανιστεί από δίπλα της. Η κοπέλα που κάπνιζε στην άκρη ενός μαύρου πλαστικού καναπέ της χαμογέλασε νυσταγμένα. Παρατήρησε πως το τσιγάρο της ήταν ολόλευκο και πολύ λεπτό, έμοιαζε με καλαμάκι. Και πως το βερνίκι των νυχιών της είχε ξεφτίσει στις άκρες και αυτό έδινε στα δάχτυλά της μια επιπλέον προστυχιά, κάτι ελκυστικό όσο και αρρωστημένο. Δίπλα της, στην άδεια θέση, ένα μεγάλο γυάλινο τασάκι ξεχείλιζε από γόπες και στάχτες. Ήταν δεν ήταν είκοσι χρονών. Μάτια βαμμένα μπλε ως τα φρύδια της, χείλη πλουμιστά και γυαλιστερά, χαμόγελο ανίας.

Ανάμεσα στα μισάνοιχτα μπούτια της υπήρχαν ξεραμένες χαρακιές. Λεπτές μαύρες γραμμές, ανισομήκεις, σχεδόν παράλληλες η μία με την άλλη. Το γυμνό στήθος της ακουμπούσε στο στομάχι της, άδειο και πεσμένο. Το αέρινο ζιπουνάκι της – ζιπουνάκι, έτσι σκέφτηκε – δεν έκρυβε σχεδόν τίποτε από τις γραμμές του σώματός της. Η κοπέλα είχε μακριά, καστανά μαλλιά με μπούκλες. Και μια απροσδιόριστη ομορφιά που δεν ενέπνεε την παραμικρή δικαιοσύνη.

Όρθια, δίπλα σε μια κομόντα με μια λάμπα τυλιγμένη με ένα βελούδινο αμπαζούρ, μια ξανθιά με ροζ μισάνοιχτο κιμονό και ζαρτιέρες έβηχε δυνατά. Ήταν ξιπόλητη και κάπως ευτραφής. Το πρόσωπό της διακρίνονταν με το ζόρι πίσω από τα αχτένιστα μαλλιά της. Ο βήχας της ήταν σπασμωδικός και πολύ έντονος. Η Μ χαμήλωσε το βλέμμα και περίμενε να περάσει η κρίση άσθματος. Πίσω της, ένα απαλό άγγιγμα έκανε την πλάτη της να ανατριχιάσει. Παραμέρισε αφήνοντας τον πελάτη να μπει και αναζήτησε την τσατσά με το βλέμμα. Ο άντρας κοντοστάθηκε μπροστά στην ξανθιά και έγνεψε γεια στην καθισμένη κοπέλα. Κανείς δεν μιλούσε.

Από τη μισάνοιχτη πόρτα που βρισκόταν στην άκρη του σαλονιού εμφανίστηκαν ως εκ θαύματος άλλες δυο κοπέλες. Η πρώτη ήταν κάπως κοντή, με όμορφο κορμί και πασουμάκια με τακούνια και γουνάκι. Φορούσε μια δαντελωτή μαύρη ρομπ ντε σαμπρ, διάφανη, κι από μέσα ήταν τελείως γυμνή. Τα μαλλιά της έφταναν ως τη μέση. Ήταν λαμπερά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της φωτεινό, βαμμένο, ψύχραιμο, εντυπωσιακά έτοιμο για δουλειά. Πίσω της η δεύτερη κοπέλα ήταν παρόμοια ντυμένη, μόνο που τα πόδια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι διχτυωτές κάλτσες στερεωμένες σε κάτι ζαρτιέρες από στρας, χωρίς εσώρουχο, και το στήθος της ήταν υπερβολικά πληθωρικό. Καθώς περπατούσε οι μαστοί κουνιόνταν πάνω κάτω σαν ελαστικές μπάλες. Οι ρώγες της ήταν βαμμένες κοραλί και γύρω τους ήταν σχεδιασμένα στρογγυλά πέταλα λουλουδιών με μαύρο μελάνι. Τα κορίτσια έκαναν μια βόλτα στο δωμάτιο, ο πελάτης έπιασε τη δεύτερη από το χέρι και χωρίς να πουν κάτι περισσότερο, χάθηκαν στο δωμάτιο απ’ όπου είχαν εμφανιστεί πριν λίγο οι δύο γυναίκες.

Η Μ παρέμενε όρθια, στην άκρη του δωματίου. Η τσατσά, που εμφανίστηκε τότε πίσω της φρεσκαρισμένη και σοβαρή, την τράβηξε από το χέρι και της έγνεψε «εκεί». Μύριζε ένα αρχαίο άρωμα.

«Νομίζω Τόσκα».

Στο σαγόνι της, μια μικρή κρεατοελιά έμοιαζε με ρεβίθι. Η Μ κατάλαβε και ψέλλισε ένα άηχο ευχαριστώ.

Τον βρήκε στο βορινό δωμάτιο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Φορούσε ένα μάλλινο παντελόνι κι από πάνω ήταν γυμνός. Δίπλα του, στο κομοδίνο, ήταν σερβιρισμένος ένας δίσκος με ουίσκι και δυο ποτήρια. Της έγνεψε με τα δάχτυλα να πλησιάσει και της γέμισε ένα ποτήρι με πάγο και αλκοόλ. Της το έδωσε και μετά ήπιε από το δικό του.

Η Μ άρχισε να γδύνεται. Αυτός την παρατηρούσε. Πέταξε τις νάυλον κάλτσες και τα εσώρουχά της στο πάτωμα, το εμπριμέ φουστάνι στην καρέκλα. Ένα κολιέ με μαύρες χάντρες που φορούσε στο λαιμό το άφησε να πέσει δίπλα του, στο σεντόνι.

Ξάπλωσε δίπλα του και έμεινε ακίνητη.

«Σήκω όρθια, στάσου μπροστά μου και άνοιξέ μου τα πόδια σου. Καλά!», την πρόσταξε. «Να βλέπω».

Η Μ σηκώθηκε και άνοιξε τα πόδια μπροστά του. Ύψωσε το χέρι της και τον κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλά της. Ένιωσε ρεύματα ενέργειας να ξεχύνονται στο δωμάτιο. Σαν κλωστές, ή λεπτές αστραπές, βγαλμένες από τις άκρες των νυχιών της.

[…]

Οι κομμώτριες

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 14 Ιανουαρίου 2016)

Ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το  ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν έμαθα ποτέ, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

‘Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;΄ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. ΄Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει δήθεν τυχαία το βυζί στη μούρη;΄.

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Ήταν κάπως χυδαίοι. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το έμαθα ποτέ, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου.  Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της.

Η γυναίκα

53_12369038_932155380165090_8356077422886599636_n

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 53 του περιοδικού Μανδραγόρας)

Ήταν κάποτε μια γυναίκα που σιδέρωνε ασταμάτητα. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της μέχρι τα τελευταία της, σιδέρωνε. Η σιδερώστρα δεν της άρεσε πολύ. Προτιμούσε να στρώνει πάνω στην ξύλινη κομόντα μια κουβέρτα διπλωμένη στα τέσσερα, και πάνω της ένα βαμβακερό σεντόνι. Απλωμένα στη μαλακή αυτή επιφάνεια τα υφάσματα δέχονταν πιο εύκολα το τσουρουφλιστό σιδερένιο πάτημα και η τσάκιση πετύχαινε απολύτως. Έτσι, καθισμένη μπροστά σε έναν μπόγο τσαλακωμένα ρούχα που μύριζαν σαπούνι Μασσαλίας περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Τις υπόλοιπες μαγείρευε ψάρια σαβόρ, στιφάδο με αμέτρητα κρεμμύδια και κουκιά λαδορίγανη.

Όταν σιδέρωνε μαξιλαροθήκες, πουκάμισα, τραπεζομάντηλα και πετσέτες κουζίνας, η γυναίκα τραγουδούσε παλιά τραγούδια για την ξενιτιά και καμιά φορά έκλαιγε για κάποιον που της έλειπε πολύ μα δεν γινόταν να τον συναντήσει. Το απόγευμα, όταν τελείωνε το σιδέρωμα και τη μαγειρική, μια άλλη γυναίκα, αρκετά μικρότερη, ερχόταν και της χτένιζε τα μαλλιά. Ξέπλεκε την πλεξούδα που έστεκε κουλουριασμένη στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και της χάιδευε το κρανίο με μια πλαστική τσατσάρα. Τις λεπτές, μακριές γκρίζες τρίχες που έμεναν ανάμεσα στα δόντια της χτένας φρόντιζε να τις κάνει σβώλο και να τις κρύβει στην τσέπη της, επειδή η μεγαλύτερη γυναίκα στεναχωριόταν πολύ όταν τις έβλεπε κι ένιωθε πως γερνούσε.

Χειμώνα καλοκαίρι η γυναίκα φορούσε μαύρα ρούχα και χαμηλά παπούτσια με αδιαφανείς νάιλον κάλτσες. Πενθούσε ανελλιπώς τα τελευταία χρόνια, ενδεχομένως και τα προηγούμενα. Ένα, δύο πρόσωπα ή δέκα, δεν έχει σημασία. Το πένθος δεν έφευγε από πάνω της ποτέ – ούτε καν όταν σιδέρωνε, ενδεχομένως κυρίως τότε.

Όταν έγιναν της μόδας οι ηλεκτρικές σιδερώστρες η γυναίκα αρνήθηκε να τις κοιτάξει, πόσω δε μάλλον να χρησιμοποιήσει κάποια από αυτές. Συνέχισε να σιδερώνει με τον παλιό καλό τρόπο και να νιώθει ασφαλής. Δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις, δεν αμφισβητούσε την καθημερινότητα, δεν νευρίαζε ποτέ και με κανέναν. Δεν κοιτούσε το ημερολόγιο. Όταν ήθελε να μάθει τι μέρα ήταν, ρωτούσε απλώς τι μέρα είναι.

Η γυναίκα αδυνατούσε να κατανοήσει την ασχήμια κάποιων σκέψεων ή πράξεων, εκτός από εκείνες που έρχονταν σε αυτονόητη ρήξη με τις πατροπαράδοτες αρχές της. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε κριτικό νου. Προτιμούσε να βλέπει τον κόσμο όμορφο, ηθικό, σχεδόν αγγελικά πλασμένο. Ήταν επιεικής και μεγαλόψυχη, και ένιωθε ανίκανη να βλάψει μυρμήγκι. Δεν ενοχλούσε ποτέ τους άλλους και πάντα προσπαθούσε να προσφέρει αυτό που νόμιζε πως ήταν ανάγκη να προσφέρει. Γελούσε με ιδιαίτερη γλυκύτητα και τα μάτια της είχαν ένα χρώμα ανάμεσα στο μελί και το καφέ, που ήταν δύσκολο να προσδιορίσεις στην παλέτα.

Μέχρι το τέλος της ζωής της η γυναίκα που σιδέρωνε βρήκε τρόπο να παραμείνει σε μια ηλικία πολύ κοντά στην παιδική – όχι όμως λόγω κάποιας νοητικής ή συναισθηματικής υστέρησης, παρά μόνο χάρη στη σπάνια ικανότητά της να εντοπίζει, να διατηρεί και να ποτίζει με στοργή το παραμικρό ίχνος αγνότητας εντός και εκτός της.

Δεν υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να ειπωθούν γι’ αυτήν, παρότι ένας δεινός συγγραφέας ξέρει να βγάζει από τη μύγα ξύγκι. Ένας άνθρωπος, όμως, που περιγράφει με γραπτές λέξεις έναν οικείο του, πολύ συχνά ξεμένει από λόγια στη μέση της ιστορίας κι έτσι αφήνει τις εικόνες και τις έννοιες μισές, σαν αυτόμολους ήρωες σε ελεύθερη πτώση.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 1.397 ακόμα followers

Αρέσει σε %d bloggers: