
Χτες έβρεχε όλη νύχτα. Κακοκοιμήθηκα. Βροντάγανε ως το χάραμα οι τσίγκοι στα παράθυρα μα τέντες δε βάλαμε ακόμα κι άμα μπει νερό στο ισόγειο μαύρα μου μαντάτα. Τους άφησα να χτυπάνε και δεν κουνήθηκα.
«Τουλάχιστον θα γλιτώσουμε την πλημμύρα», σκεφτόμουν καθώς έχανα τον ύπνο μου.
Η χοντρή ροχάλιζε δίπλα μου σαν βουβάλι. Αναρωτήθηκα τι σκατά κάνω σ’ αυτό το βούρκο που λέω για ζωή. Τα δύο βουβαλάκια μου ρουφάνε το αίμα καθημερινά, λεφτά για φροντιστήριο, λεφτά για παπούτσια, λεφτά για σινεμά, λεφτά για πιτόγυρα, λεφτά, λεφτά, λεφτά. Η χοντρή τρέχει πίσω μου ξεσκονίζοντας το σκαλί που ανεβαίνω, μαζεύοντας τα ρούχα που ακουμπάω στην καρέκλα, τσακίζοντας τα νεύρα μου με την υστερική φωνή της και με την κακομούτσουνη φάτσα της, συνεχώς ξινισμένη. Στο εργοστάσιο γαμήσι και πρόστιμο η δουλειά, σε λίγο δεν θα έχω κουράγιο ούτε τα πόδια μου να πάρω από την κούραση εκεί μέσα. Το μποστάνι είναι κι αυτό δεύτερη δουλειά κανονικά, αλλά από τα έξτρα της λαϊκής πληρώνω τις δόσεις για το σπίτι. Σκυλίσια ζωή, γαμώ το κέρατό μου.
«Δε μ’ αγαπάς πια», ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του εφιάλτη μου από το διπλανό μαξιλάρι. Έξω έριχνε καρέκλες. Γύρισα προς το μέρος της κι αναστέναξα με κλειστά μάτια. Η βροχή είχε δυναμώσει, τα νεύρα μου τσατάλια, δεν θα το άντεχα κι αυτό.
«Όχι πάλι ρε πούστη μου», σκέφτηκα στα μουγκά.
«Τρεις μήνες έχεις να μ’ ακουμπήσεις, άντρας είσαι συ ή πτώμα;», συνέχισε η μουλάρα. Αντί να πάει να κοιταχτεί σε κάνα καθρέφτη μπας και δει τα χάλια της αναρωτιέται αν είμαι άντρας εγώ. Άντρας είμαι, όχι κτηνοβάτης, αλλά πού να πάρει πρέφα αυτή. Έκανα πως δεν άκουσα.
«Δηλαδή αν δεν πάω με τον άντρα μου με ποιον να πάω; Με τον κουμπάρο;» συνέχισε.
«Άσε μας νυχτιάτικα ρε Τούλα», της απάντησα, «είμαι πτώμα, δε με βλέπεις;».
«Με παραμελείς Χρήστο, έχω παράπονα», το βιολί της αυτή.
«Τούλα, δουλεύω σα σκυλί για να σας τα ακουμπάω, φροντίζω και το μποστάνι για τη λαϊκή, ξεθεώνομαι όλη μέρα στο τρέξιμο, τι θες;».
«Έχω όρεξη», χαριεντίστηκε το κτήνος.
«Εγώ πάλι καμία», της απάντησα και σιχτίρισα από μέσα μου τη μαύρη μου τη μοίρα. Τελικά το πήρε απόφαση, αποκοιμήθηκε και σε λίγο το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν ο βρυχηθμός της. Έξω η βροχή κι ο αέρας σπάγανε τα πάντα.
Το πρωί, εκεί που καθάριζα το μποστάνι πριν φύγω για το εργοστάσιο, πλησίασε ο μεγάλος μέσα από τις λάσπες και άρχισε πάλι τα δικά του. «Μπαμπά, θέλω λεφτά για τα αγγλικά. Πάλι καθυστέρησα τα δίδακτρα κι η καθηγήτρια φωνάζει. Η μαμά είπε να έρθω να σου ζητήσω».
«Την τύφλα σου δε σκαμπάζεις από αγγλικά», του είπα, «απορώ τι σκατά σας μαθαίνουν εκεί μέσα. Ή μήπως είσαι τόσο τούβλο που ό, τι κι αν κάνει η δασκάλα εσύ δεν χαμπαριάζεις μία;».
«Προσέχω στο μάθημα, να ρώτα την», απάντησε το ζωντόβολο, «του χρόνου θα δώσω και για το Λόουερ μαζί με τους μεγάλους».
Έβγαλα ένα πεντοχίλιαρο, το άρπαξε και εξαφανίστηκε ανάμεσα στα κολοκύθια. Τον κοίταξα να ξεμακραίνει και αναρωτήθηκα αν αυτό το πλάσμα ήταν ο γιος που ονειρεύτηκα όταν μάθαμε πως θα κάναμε αγόρι.
«Σκατά στα μούτρα σου», μονολόγησα.
Σε λίγο μπήκα μέσα να πλυθώ και να αλλάξω για τη δουλειά. Το σπίτι ήταν σα φούρνος από τη ζέστη. Τα καλοριφέρ καίνε μέρα νύχτα στο φουλ, χαμάμ εκεί μέσα. Όσο κι αν φωνάζω να κάνουμε λίγη οικονομία, να το ανάβουμε για λίγες ώρες κάθε μέρα και να κλείνουμε τις πόρτες φεύγοντας, αυτοί πέρα βρέχει. Η πόρτα της κουζίνας μένει πάντα ανοιχτή και μετά αναρωτιούνται γιατί δε φτουράει ζέστη στο σπίτι. Στο μπάνιο έβραζε ο τόπος, κόντεψα να σκάσω. Γύρισα τη βάνα του καλοριφέρ στο μηδέν και πλύθηκα βιαστικά. Ύστερα φόρεσα τη φόρμα της δουλειάς και κατέβηκα στην κουζίνα. Η μικρή με περίμενε να την πάω στο σχολείο.
«Άντε ρε μπαμπά! Πάλι θα αργήσω πρώτη ώρα», γκρίνιαξε.
«Είμαι έτοιμος, πάμε», της είπα χωρίς να πιώ ούτε μια γουλιά καφέ.
Βγήκαμε στο δρόμο και περπατήσαμε ως το Φίατ. Με το που μπήκαμε μέσα έβαλα αμέσως μπρος να ζεστάνει λίγο η μηχανή. Το τιμόνι ήταν κρύο σαν παγοκολώνα.
«Γιατί δεν παίρνεις ένα αμάξι της προκοπής; Τούτο εδώ το σαράβαλο κάνει μία ώρα να πάρει μπρος κάθε μέρα», είπε βάζοντας τη ζώνη της, χωρίς καν να με κοιτάξει.
«Έχεις λεφτά να το πληρώσεις; Γιατί εγώ καπούτ!», της απάντησα τσαντισμένος. «Κι επίσης, καλημέρα, Αλεξάνδρα», της πέταξα κάνοντας όπισθεν.
«Καλημέρα», απάντησε άκεφα η μικρογραφία της Τούλας και κοίταξε έξω.
Η διαδρομή ήταν ελάχιστη, αλλά οι καρόδρομοι του χωριού δεν επιτρέπουν και πολλά γκάζια. Παντού είχε λακκούβες με νερό και στις άκρες των δρόμων σέρνονταν σπασμένα κλαδιά και φύλλα μέσα στις λάσπες. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ο καιρός βαρύς.
«Διάολε, αυτή η υγρασία με τσακίζει, μου πονάνε όλα μου τα κόκαλα», μονολόγησα. Εκείνη τσιμουδιά. Χάζευε αδιάφορα τη γλίτσα στο δρόμο και τα κοράκια που μαζεύονταν στα γυμνά κλαριά ή στα καλώδια της ΔΕΗ.
Μετά από λίγο την άφησα έξω από το προαύλιο του σχολείου και κατηφόρισα προς το εργοστάσιο. Ένα τέταρτο αργότερα φόρτωνα και ξεφόρτωνα καφάσια με μπουκάλια πότε στο φορτηγό πότε στην αποθήκη. Ως το μεσημέρι θα πηγαινοερχόμουν έτσι μέσα στην υγρασία. Το αφεντικό, ευτυχώς, δεν πολυκατέβαινε στις αποθήκες. Καλός μαλάκας κι αυτός. Τουλάχιστον για την ώρα είχαμε την ησυχία μας, έτσι για αλλαγή.
Δούλευα μηχανικά, σχεδόν σαν αναίσθητος. Γύρω μου ο θόρυβος από τις μηχανές με ξεκούφαινε. Σκέφτηκα πως αυτή την ώρα η χοντρή μάλλον θα τύλιγε ντολμαδάκια κουτσομπολεύοντας με καμιά γειτόνισσα από το παράθυρο της κουζίνας, με τα ρολά στο κεφάλι και τις κρέμες στα μούτρα της. Έφερα τη φάτσα της στη σκέψη μου και έφτυσα κάτω με αηδία. Να σκεφτείς πως αυτή τη γυναίκα κάποτε την ερωτεύτηκα για την ομορφιά της, ο ηλίθιος. Είκοσι χρόνια μετά μουντζώνω τον εαυτό μου κάθε πρωί στον καθρέφτη μα δεν αλλάζει κάτι. Από άγγελος έγινε ο δαίμονας ο ίδιος. Πού να φανταστώ πως το φιδίσιο κορμάκι της θα γινόταν σαν πατάτα; Πώς να μαντέψω την τρομερή ασχήμια της πίσω από εκείνη την απίστευτη ομορφιά των καστανών ματιών της; Με στράβωσε ο έρωτας, χαντάκωσα τη ζωή μου, ξόφλησα. Τέτοια σκεφτόμουν και ζόριζα το φόρτωμα, έσπρωχνα τα καφάσια με δύναμη στην καρότσα του φορτηγού.
«Πήγε μία. Δεν πάμε για καμιά μπίρα ρε Χρήστο;» ακούστηκε σε μια στιγμή η φωνή του Φώτη πίσω από την πλάτη μου. Ήταν ώρα για διάλειμμα και συνήθως το περνάγαμε απέναντι, στο καφενείο της Μάρως.
«Πάμε ρε μεγάλε, ώρα είναι», του απάντησα σεκλετισμένος. Προχωρήσαμε στα μουγκά τα δύο τετράγωνα και χωθήκαμε στη ζεστασιά του μαγαζιού. Η Μάρω μας πλησίασε με το δίσκο στο χέρι, πήρε παραγγελία κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα της. Στο τραπέζι μας το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες. Ανάψαμε ταυτόχρονα τσιγάρο και ξεφυσήσαμε μαζί.
«Πώς πάει ρε Φώτη;», ρώτησα το φίλο μου. Φαινόταν κομμένος, το μούτρο του ήταν χλωμό και κάτω από τα μάτια είχε μαύρους κύκλους.
«Χέστα κι άστα, μια από τα ίδια. Τίποτα καινούριο στον ορίζοντα», αποκρίθηκε αναστενάζοντας. Ο Φώτης ήταν εργένης. Ζούσε με τη μάνα του στο πατρικό του και δεν έβγαινε από το σπίτι του παρά μόνο για να πάει στη δουλειά ή τα μεσημέρια, που ερχόμασταν μαζί στης Μάρως για κάνα τσίπουρο στα γρήγορα. Η Μάρω κατέφθασε με τη μπίρα του Φώτη και το τσίπουρό μου, ακούμπησε το πιατελάκι με το μεζέ δίπλα στο τασάκι, άφησε τα ποτήρια και εξαφανίστηκε πάλι στην κουζίνα. Το μαγαζί γέμιζε σιγά σιγά, όλο το εργοστάσιο πάντα εδώ ερχόταν. Σκέφτηκα πως όλοι μας βράζαμε στο ίδιο καζάνι, αλλά αυτή η σκέψη δεν με ανακούφισε και πολύ. Ο Φώτης παρέμενε αμίλητος. Ήπιαμε και τσιμπήσαμε τον άνοστο μεζέ κι έπειτα σηκωθήκαμε για την επόμενη βάρδια που άρχιζε στις δύο. Άκεφος εκείνος, άκεφος κι εγώ. Ούτε λέξη πάρα πάνω δεν είπαμε.
Βγαίνοντας είδα πως ο καιρός χάλαγε όλο και πιο πολύ. Ψιλόβρεχε τσίρι τσίρι κάτι στάλες σαν κάτουρο. Οι μπότες μου γέμισαν λάσπη με τη μία. Σήκωσα όσο έπαιρνε το γιακά του σακακιού μου και άναψα τσιγάρο. Τα δάχτυλά μου βρωμάγανε σαρδέλα και καπνό. Η πλάτη μου πονούσε, το στόμα μου ήταν φαρμάκι. Έφτυσα ξανά και πήρα βαθιά ανάσα. Έκανε κρύο και είχε τρομερή υγρασία. Σκατόκαιρος. Σε λίγο φτάσαμε στο εργοστάσιο, ξαναπιάσαμε δουλειά και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω.
Κατά τις επτά που βγήκα στο δρόμο τα φώτα της ΔΕΗ είχαν ανάψει. Κοίταξα το κηδειόχαρτο στην κολώνα απέναντι από την έξοδο του εργοστασίου, πλησίασα και διάβασα το όνομα που έλεγε πάνω. «Λαυρέντιος Μίχας, ετών 97».
«Τα χρόνια σου να πάρουμε, κυρ Λαυρέντιε, κι ο Θεός να σε συγχωρέσει», σκέφτηκα και συνέχισα προς το αμάξι.
Λίγο πριν φτάσω στη στροφή για το συνοικισμό κατέβασα ταχύτητα και έστριψα προς το ξέφωτο του Λίμπα. Είδα πως το σπίτι της Ελένης είχε φως. Παρκάρισα όπως πάντα πίσω από το κοτέτσι και ανέβηκα τα σκαλιά. Χτύπησα την πόρτα με το δάχτυλο και περίμενα. Την άκουσα να πλησιάζει σέρνοντας τις παντόφλες. Μου άνοιξε μισόγυμνη και με έβαλε μέσα. Το δωμάτιο ήταν ζεστό και μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί. Ήπιαμε ένα ουίσκι της κακιάς ώρας σε κάτι μικρά χρωματιστά ποτήρια και ξαπλώσαμε αμίλητοι στο κρεβάτι της. Ο σομιές έτριζε με την παραμικρή μας κίνηση. Καθώς μπαινόβγαινα μέσα της εκείνη με χάιδευε, αναστέναζε δίπλα στο αυτί μου και με άναβε όλο και πιο πολύ. Τη γούσταρα έτσι που ήταν μαχμουρλού και νυσταγμένη εκείνη τη στιγμή. Δεν περίμενε παρέα, μάλλον ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο όταν της χτύπησα την πόρτα. Η Ελένη είναι καλή γυναίκα, δεν προσβάλλει κανέναν, ό, τι ώρα κι αν κοπιάσει στο σπιτικό της. Στον έρωτα είναι μπόλικη, σου δίνεται ωραία. Έχει κορμί τραγουδιστό, ξέρει να κάνει τον άντρα να καλοπερνάει στο πλευρό της και σπανίως ζητάει περισσότερα από όσα προαιρείσαι να της δώσεις. Τελείωσα σχεδόν αμέσως, ρίχτηκα ανάσκελα στο στρώμα να πάρω μια ανάσα κι άναψα τσιγάρο. Καπνίσαμε αμίλητοι κι έπειτα σηκωθήκαμε μαζί.
«Να είσαι καλά, ομορφάντρα μου, και να σε βλέπω συχνότερα», μου πέταξε την ώρα που της άφηνα το πεντοχίλιαρο στο κομοδίνο. Χαμογέλασε και τα δόντια της ήταν άσπρα και γυαλιστερά. Ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών, ζωντοχήρα και άκληρη. Είχε ξεμείνει στο χωριό εδώ και χρόνια, όταν την παράτησε ο δικός της και έφυγε για την πρωτεύουσα με μια πολύ μικρότερή του. Έκτοτε κανείς δεν έμαθε νέα του. Εκείνη έμεινε μόνη. Μαζί μας.
«Γεια σου Ελένη, καληνύχτα», αποκρίθηκα και βγήκα στο ξεροβόρι.
Έφτασα σπίτι γύρω στις δέκα. Οι υπόλοιποι ήταν χωμένοι στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, με τα πιάτα τους στα χέρια. Κανείς δε γύρισε να με κοιτάξει με το που μπήκα.
«Έχει ντολμαδάκια στην κατσαρόλα, βάλε και φάε», μου πέταξε η γυναίκα μου χωρίς να αλλάξει θέση. Στην ασπρόμαυρη οθόνη κάποιος πυροβολούσε πάνω στο άλογό του και φώναζε κάτι στα αγγλικά. Μπήκα στην κουζίνα, σερβιρίστηκα ένα καλό πιάτο και κάθισα στο τραπέζι. Το καρό τραπεζομάντιλο ήταν γεμάτο λίγδες. Έφαγα λαίμαργα τα κρύα ντολμαδάκια κι ήπια ένα ποτήρι νερό. Μετά, έβαλα το πιάτο στο νεροχύτη, ρεύτηκα με δύναμη και βγήκα από την κουζίνα κλείνοντας το φως.
Την ώρα που χώθηκα κάτω από την κουβέρτα ξανάπιασε βροχή. Έμεινα για λίγη ώρα να κοιτάζω τα κλαδιά της λεμονιάς που πηγαινοερχόντουσαν με μανία και χτυπάγανε το τζάμι. Μαύρη μαυρίλα ο ουρανός, γκάπα γκούπα οι τσίγκοι, άχνα στο δωμάτιο. Το λαιμό μου έγδερνε ένα αγκάθι. Έβηξα δυνατά και γύρισα πλευρό στα κρύα σεντόνια. Έκλεισα τα μάτια και συνέχισα να βλέπω τις στάλες της βροχής με ανάποδα χρώματα μέσα στο σκοτάδι. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι τώρα δεν κουνήθηκα στο κρεβάτι. Η ώρα έχει πάει μία. Η χοντρή άφαντη. Θα την πήρε ο ύπνος στον καναπέ, ως συνήθως.
Χτες κακοκοιμήθηκα. Απ’ ό, τι φαίνεται κι απόψε μαύρο ύπνο θα κάνω.
—
(Στο maurochali που μου υπενθύμισε)








