Thethreewishes’s Weblog

Όλα λάθος

Νοεμβρίου 11, 2009 · 18 σχόλια

1AAE4CC3E2832D34CF3ACEF0A9B2D

Χτες έβρεχε όλη νύχτα. Κακοκοιμήθηκα. Βροντάγανε ως το χάραμα οι τσίγκοι στα παράθυρα μα τέντες δε βάλαμε ακόμα κι άμα μπει νερό στο ισόγειο μαύρα μου μαντάτα. Τους άφησα να χτυπάνε και δεν κουνήθηκα.

«Τουλάχιστον θα γλιτώσουμε την πλημμύρα», σκεφτόμουν καθώς έχανα τον ύπνο μου.

Η χοντρή ροχάλιζε δίπλα μου σαν βουβάλι. Αναρωτήθηκα τι σκατά κάνω σ’ αυτό το βούρκο που λέω για ζωή. Τα δύο βουβαλάκια μου ρουφάνε το αίμα καθημερινά, λεφτά για φροντιστήριο, λεφτά για παπούτσια, λεφτά για σινεμά, λεφτά για πιτόγυρα, λεφτά, λεφτά, λεφτά. Η χοντρή τρέχει πίσω μου ξεσκονίζοντας το σκαλί που ανεβαίνω, μαζεύοντας τα ρούχα που ακουμπάω στην καρέκλα, τσακίζοντας τα νεύρα μου με την υστερική φωνή της και με την κακομούτσουνη φάτσα της, συνεχώς ξινισμένη. Στο εργοστάσιο γαμήσι και πρόστιμο η δουλειά, σε λίγο δεν θα έχω κουράγιο ούτε τα πόδια μου να πάρω από την κούραση εκεί μέσα. Το μποστάνι είναι κι αυτό δεύτερη δουλειά κανονικά, αλλά από τα έξτρα της λαϊκής πληρώνω τις δόσεις για το σπίτι. Σκυλίσια ζωή, γαμώ το κέρατό μου.

 «Δε μ’ αγαπάς πια», ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του εφιάλτη μου από το διπλανό μαξιλάρι. Έξω έριχνε καρέκλες. Γύρισα προς το μέρος της κι αναστέναξα με κλειστά μάτια. Η βροχή είχε δυναμώσει, τα νεύρα μου τσατάλια, δεν θα το άντεχα κι αυτό.

«Όχι πάλι ρε πούστη μου», σκέφτηκα στα μουγκά.

«Τρεις μήνες έχεις να μ’ ακουμπήσεις, άντρας είσαι συ ή πτώμα;», συνέχισε η μουλάρα. Αντί να πάει να κοιταχτεί σε κάνα καθρέφτη μπας και δει τα χάλια της αναρωτιέται αν είμαι άντρας εγώ. Άντρας είμαι, όχι κτηνοβάτης, αλλά πού να πάρει πρέφα αυτή. Έκανα πως δεν άκουσα.

«Δηλαδή αν δεν πάω με τον άντρα μου με ποιον να πάω; Με τον κουμπάρο;» συνέχισε.

«Άσε μας νυχτιάτικα ρε Τούλα», της απάντησα, «είμαι πτώμα, δε με βλέπεις;».

«Με παραμελείς Χρήστο, έχω παράπονα», το βιολί της αυτή.

«Τούλα, δουλεύω σα σκυλί για να σας τα ακουμπάω, φροντίζω και το μποστάνι για τη λαϊκή, ξεθεώνομαι όλη μέρα στο τρέξιμο, τι θες;».

«Έχω όρεξη», χαριεντίστηκε το κτήνος.

«Εγώ πάλι καμία», της απάντησα και σιχτίρισα από μέσα μου τη μαύρη μου τη μοίρα. Τελικά το πήρε απόφαση, αποκοιμήθηκε και σε λίγο το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν ο βρυχηθμός της. Έξω η βροχή κι ο αέρας σπάγανε τα πάντα.

Το πρωί, εκεί που καθάριζα το μποστάνι πριν φύγω για το εργοστάσιο, πλησίασε ο μεγάλος μέσα από τις λάσπες και άρχισε πάλι τα δικά του. «Μπαμπά, θέλω λεφτά για τα αγγλικά. Πάλι καθυστέρησα τα δίδακτρα κι η καθηγήτρια φωνάζει. Η μαμά είπε να έρθω να σου ζητήσω».

«Την τύφλα σου δε σκαμπάζεις από αγγλικά», του είπα, «απορώ τι σκατά σας μαθαίνουν εκεί μέσα. Ή μήπως είσαι τόσο τούβλο που ό, τι κι αν κάνει η δασκάλα εσύ δεν χαμπαριάζεις μία;».

«Προσέχω στο μάθημα, να ρώτα την», απάντησε το ζωντόβολο, «του χρόνου θα δώσω και για το Λόουερ μαζί με τους μεγάλους».

Έβγαλα ένα πεντοχίλιαρο, το άρπαξε και εξαφανίστηκε ανάμεσα στα κολοκύθια. Τον κοίταξα να ξεμακραίνει και αναρωτήθηκα αν αυτό το πλάσμα ήταν ο γιος που ονειρεύτηκα όταν μάθαμε πως θα κάναμε αγόρι.

«Σκατά στα μούτρα σου», μονολόγησα.

Σε λίγο μπήκα μέσα να πλυθώ και να αλλάξω για τη δουλειά. Το σπίτι ήταν σα φούρνος από τη ζέστη. Τα καλοριφέρ καίνε μέρα νύχτα στο φουλ, χαμάμ εκεί μέσα. Όσο κι αν φωνάζω να κάνουμε λίγη οικονομία, να το ανάβουμε για λίγες ώρες κάθε μέρα και να κλείνουμε τις πόρτες φεύγοντας, αυτοί πέρα βρέχει. Η πόρτα της κουζίνας μένει πάντα ανοιχτή και μετά αναρωτιούνται γιατί δε φτουράει ζέστη στο σπίτι. Στο μπάνιο έβραζε ο τόπος, κόντεψα να σκάσω. Γύρισα τη βάνα του καλοριφέρ στο μηδέν και πλύθηκα βιαστικά. Ύστερα φόρεσα τη φόρμα της δουλειάς και κατέβηκα στην κουζίνα. Η μικρή με περίμενε να την πάω στο σχολείο.

«Άντε ρε μπαμπά! Πάλι θα αργήσω πρώτη ώρα», γκρίνιαξε.

«Είμαι έτοιμος, πάμε», της είπα χωρίς να πιώ ούτε μια γουλιά καφέ.

Βγήκαμε στο δρόμο και περπατήσαμε ως το Φίατ. Με το που μπήκαμε μέσα έβαλα αμέσως μπρος να ζεστάνει λίγο η μηχανή. Το τιμόνι ήταν κρύο σαν παγοκολώνα.

«Γιατί δεν παίρνεις ένα αμάξι της προκοπής; Τούτο εδώ το σαράβαλο κάνει μία ώρα να πάρει μπρος κάθε μέρα», είπε βάζοντας τη ζώνη της, χωρίς καν να με κοιτάξει.

«Έχεις λεφτά να το πληρώσεις; Γιατί εγώ καπούτ!», της απάντησα τσαντισμένος. «Κι επίσης, καλημέρα, Αλεξάνδρα», της πέταξα κάνοντας όπισθεν.

«Καλημέρα», απάντησε άκεφα η μικρογραφία της Τούλας και κοίταξε έξω.

Η διαδρομή ήταν ελάχιστη, αλλά οι καρόδρομοι του χωριού δεν επιτρέπουν και πολλά γκάζια. Παντού είχε λακκούβες με νερό και στις άκρες των δρόμων σέρνονταν σπασμένα κλαδιά και φύλλα μέσα στις λάσπες. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ο καιρός βαρύς.

«Διάολε, αυτή η υγρασία με τσακίζει, μου πονάνε όλα μου τα κόκαλα», μονολόγησα. Εκείνη τσιμουδιά. Χάζευε αδιάφορα τη γλίτσα στο δρόμο και τα κοράκια που μαζεύονταν στα γυμνά κλαριά ή στα καλώδια της ΔΕΗ.

Μετά από λίγο την άφησα έξω από το προαύλιο του σχολείου και κατηφόρισα προς το εργοστάσιο. Ένα τέταρτο αργότερα φόρτωνα και ξεφόρτωνα καφάσια με μπουκάλια πότε στο φορτηγό πότε στην αποθήκη. Ως το μεσημέρι θα πηγαινοερχόμουν έτσι μέσα στην υγρασία. Το αφεντικό, ευτυχώς, δεν πολυκατέβαινε στις αποθήκες. Καλός μαλάκας κι αυτός. Τουλάχιστον για την ώρα είχαμε την ησυχία μας, έτσι για αλλαγή.

Δούλευα μηχανικά, σχεδόν σαν αναίσθητος. Γύρω μου ο θόρυβος από τις μηχανές με ξεκούφαινε. Σκέφτηκα πως αυτή την ώρα η χοντρή μάλλον θα τύλιγε ντολμαδάκια κουτσομπολεύοντας με καμιά γειτόνισσα από το παράθυρο της κουζίνας, με τα ρολά στο κεφάλι και τις κρέμες στα μούτρα της. Έφερα τη φάτσα της στη σκέψη μου και έφτυσα κάτω με αηδία. Να σκεφτείς πως αυτή τη γυναίκα κάποτε την ερωτεύτηκα για την ομορφιά της, ο ηλίθιος. Είκοσι χρόνια μετά μουντζώνω τον εαυτό μου κάθε πρωί στον καθρέφτη μα δεν αλλάζει κάτι. Από άγγελος έγινε ο δαίμονας ο ίδιος. Πού να φανταστώ πως το φιδίσιο κορμάκι της θα γινόταν σαν πατάτα; Πώς να μαντέψω την τρομερή ασχήμια της πίσω από εκείνη την απίστευτη ομορφιά των καστανών ματιών της; Με στράβωσε ο έρωτας, χαντάκωσα τη ζωή μου, ξόφλησα. Τέτοια σκεφτόμουν και ζόριζα το φόρτωμα, έσπρωχνα τα καφάσια με δύναμη στην καρότσα του φορτηγού.

«Πήγε μία. Δεν πάμε για καμιά μπίρα ρε Χρήστο;» ακούστηκε σε μια στιγμή η φωνή του Φώτη πίσω από την πλάτη μου. Ήταν ώρα για διάλειμμα και συνήθως το περνάγαμε απέναντι, στο καφενείο της Μάρως.

«Πάμε ρε μεγάλε, ώρα είναι», του απάντησα σεκλετισμένος. Προχωρήσαμε στα μουγκά τα δύο τετράγωνα και χωθήκαμε στη ζεστασιά του μαγαζιού. Η Μάρω μας πλησίασε με το δίσκο στο χέρι, πήρε παραγγελία κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα της. Στο τραπέζι μας το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες. Ανάψαμε ταυτόχρονα τσιγάρο και ξεφυσήσαμε μαζί.

«Πώς πάει ρε Φώτη;», ρώτησα το φίλο μου. Φαινόταν κομμένος, το μούτρο του ήταν χλωμό και κάτω από τα μάτια είχε μαύρους κύκλους.

«Χέστα κι άστα, μια από τα ίδια. Τίποτα καινούριο στον ορίζοντα», αποκρίθηκε αναστενάζοντας. Ο Φώτης ήταν εργένης. Ζούσε με τη μάνα του στο πατρικό του και δεν έβγαινε από το σπίτι του παρά μόνο για να πάει στη δουλειά ή τα  μεσημέρια, που ερχόμασταν μαζί στης Μάρως για κάνα τσίπουρο στα γρήγορα. Η Μάρω κατέφθασε με τη μπίρα του Φώτη και το τσίπουρό μου, ακούμπησε το πιατελάκι με το μεζέ δίπλα στο τασάκι, άφησε τα ποτήρια και εξαφανίστηκε πάλι στην κουζίνα. Το μαγαζί γέμιζε σιγά σιγά, όλο το εργοστάσιο πάντα εδώ ερχόταν. Σκέφτηκα πως όλοι μας βράζαμε στο ίδιο καζάνι, αλλά αυτή η σκέψη δεν με ανακούφισε και πολύ. Ο Φώτης παρέμενε αμίλητος. Ήπιαμε και τσιμπήσαμε τον άνοστο μεζέ κι έπειτα σηκωθήκαμε για την επόμενη βάρδια που άρχιζε στις δύο. Άκεφος εκείνος, άκεφος κι εγώ. Ούτε λέξη πάρα πάνω δεν είπαμε.

Βγαίνοντας είδα πως ο καιρός χάλαγε όλο και πιο πολύ. Ψιλόβρεχε τσίρι τσίρι κάτι στάλες σαν κάτουρο. Οι μπότες μου γέμισαν λάσπη με τη μία. Σήκωσα όσο έπαιρνε το γιακά του σακακιού μου και άναψα τσιγάρο. Τα δάχτυλά μου βρωμάγανε σαρδέλα και καπνό. Η πλάτη μου πονούσε, το στόμα μου ήταν φαρμάκι. Έφτυσα ξανά και πήρα βαθιά ανάσα. Έκανε κρύο και είχε τρομερή υγρασία. Σκατόκαιρος. Σε λίγο φτάσαμε στο εργοστάσιο, ξαναπιάσαμε δουλειά και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω.

Κατά τις επτά που βγήκα στο δρόμο τα φώτα της ΔΕΗ είχαν ανάψει. Κοίταξα το κηδειόχαρτο στην κολώνα απέναντι από την έξοδο του εργοστασίου, πλησίασα και διάβασα το όνομα που έλεγε πάνω. «Λαυρέντιος Μίχας, ετών 97».

«Τα χρόνια σου να πάρουμε, κυρ Λαυρέντιε, κι ο Θεός να σε συγχωρέσει», σκέφτηκα και συνέχισα προς το αμάξι.

Λίγο πριν φτάσω στη στροφή για το συνοικισμό κατέβασα ταχύτητα και έστριψα προς το ξέφωτο του Λίμπα. Είδα πως το σπίτι της Ελένης είχε φως. Παρκάρισα όπως πάντα πίσω από το κοτέτσι και ανέβηκα τα σκαλιά. Χτύπησα την πόρτα με το δάχτυλο και περίμενα. Την άκουσα να πλησιάζει σέρνοντας τις παντόφλες. Μου άνοιξε μισόγυμνη και με έβαλε μέσα. Το δωμάτιο ήταν ζεστό και μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί. Ήπιαμε ένα ουίσκι της κακιάς ώρας σε κάτι μικρά χρωματιστά ποτήρια και ξαπλώσαμε αμίλητοι στο κρεβάτι της. Ο σομιές έτριζε με την παραμικρή μας κίνηση. Καθώς μπαινόβγαινα μέσα της εκείνη με χάιδευε, αναστέναζε δίπλα στο αυτί μου και με άναβε όλο και πιο πολύ. Τη γούσταρα έτσι που ήταν μαχμουρλού και νυσταγμένη εκείνη τη στιγμή. Δεν περίμενε παρέα, μάλλον ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο όταν της χτύπησα την πόρτα. Η Ελένη είναι καλή γυναίκα, δεν προσβάλλει κανέναν, ό, τι ώρα κι αν κοπιάσει στο σπιτικό της. Στον έρωτα είναι μπόλικη, σου δίνεται ωραία. Έχει κορμί τραγουδιστό, ξέρει να κάνει τον άντρα να καλοπερνάει στο πλευρό της και σπανίως ζητάει περισσότερα από όσα προαιρείσαι να της δώσεις. Τελείωσα σχεδόν αμέσως, ρίχτηκα ανάσκελα στο στρώμα να πάρω μια ανάσα κι άναψα τσιγάρο. Καπνίσαμε αμίλητοι κι έπειτα σηκωθήκαμε μαζί.

«Να είσαι καλά, ομορφάντρα μου, και να σε βλέπω συχνότερα», μου πέταξε την ώρα που της άφηνα το πεντοχίλιαρο στο κομοδίνο. Χαμογέλασε και τα δόντια της ήταν άσπρα και γυαλιστερά. Ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών, ζωντοχήρα και άκληρη. Είχε ξεμείνει στο χωριό εδώ και χρόνια, όταν την παράτησε ο δικός της και έφυγε για την πρωτεύουσα με μια πολύ μικρότερή του. Έκτοτε κανείς δεν έμαθε νέα του. Εκείνη έμεινε μόνη. Μαζί μας.

«Γεια σου Ελένη, καληνύχτα», αποκρίθηκα και βγήκα στο ξεροβόρι.

Έφτασα σπίτι γύρω στις δέκα. Οι υπόλοιποι ήταν χωμένοι στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, με τα πιάτα τους στα χέρια. Κανείς δε γύρισε να με κοιτάξει με το που μπήκα.

«Έχει ντολμαδάκια στην κατσαρόλα, βάλε και φάε», μου πέταξε η γυναίκα μου χωρίς να αλλάξει θέση. Στην ασπρόμαυρη οθόνη κάποιος πυροβολούσε πάνω στο άλογό του και φώναζε κάτι στα αγγλικά. Μπήκα στην κουζίνα, σερβιρίστηκα ένα καλό πιάτο και κάθισα στο τραπέζι. Το καρό τραπεζομάντιλο ήταν γεμάτο λίγδες. Έφαγα λαίμαργα τα κρύα ντολμαδάκια κι ήπια ένα ποτήρι νερό. Μετά, έβαλα το πιάτο στο νεροχύτη, ρεύτηκα με δύναμη και βγήκα από την κουζίνα κλείνοντας το φως.

Την ώρα που χώθηκα κάτω από την κουβέρτα ξανάπιασε βροχή. Έμεινα για λίγη ώρα να κοιτάζω τα κλαδιά της λεμονιάς που πηγαινοερχόντουσαν με μανία και χτυπάγανε το τζάμι. Μαύρη μαυρίλα ο ουρανός, γκάπα γκούπα οι τσίγκοι, άχνα στο δωμάτιο. Το λαιμό μου έγδερνε ένα αγκάθι. Έβηξα δυνατά και γύρισα πλευρό στα κρύα σεντόνια. Έκλεισα τα μάτια και συνέχισα να βλέπω τις στάλες της βροχής με ανάποδα χρώματα μέσα στο σκοτάδι. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι τώρα δεν κουνήθηκα στο κρεβάτι. Η ώρα έχει πάει μία. Η χοντρή άφαντη. Θα την πήρε ο ύπνος στον καναπέ, ως συνήθως.

Χτες κακοκοιμήθηκα. Απ’ ό, τι φαίνεται κι απόψε μαύρο ύπνο θα κάνω.

(Στο maurochali που μου υπενθύμισε)

→ 18 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Lexotanil 3 mg

Νοεμβρίου 9, 2009 · 9 σχόλια

superstar

Όταν το παιδί ήταν παιδί, ήταν η ώρα για αυτά τα ερωτήματα: Γιατί είμαι εγώ, και γιατί δεν είμαι εσύ; Μετά, το παιδί περπάτησε αβοήθητο, ένιωσε αυτό και όχι εσύ, σε λίγο μάλιστα ακροβάτησε από την κούνια και κατέβηκε στο δρόμο με περιέργεια. Σε χρόνο ανεπαίσθητο, η ώρα της αναχώρησης του παιδιού πλησίασε στο ρολόι και τότε όλοι αναρωτήθηκαν προς τα πού θα έδειχνε η καινούρια πυξίδα. Γύριζε τις σελίδες των βιβλίων το παιδί αποθηκεύοντας σφαίρες με πεζοκεφαλαίες αιχμές, παραγράφους και στίξη, γιατί κάποιος φρόντισε και του έμαθε από νωρίς πως «εκεί έξω τα πυρομαχικά στις τσέπες είναι απαραίτητα για να επιβιώσεις, κι η ελευθερία είναι δύσκολο ιδανικό, αλλά ωραίο».

Καινούριες μέρες πηγαινοέρχονται, οι λέξεις συνεχίζουν να τονίζονται μα τα πνεύματα έχουν πια καταργηθεί από τη γραμματική και από τις πόλεις. Τα κοριτσάκια με τα σπίρτα τώρα πια κρατάνε αναπτήρες, οι μικροί πρίγκιπες πετάνε με Jetair και δεν φοβούνται τις αναταράξεις. Το παιδί μιλά μια ξένη γλώσσα που μέσα της δεν έχει πάντοτε τη λέξη «παιδί» έτσι όπως την ήξερε, εκτός αν είναι καθισμένο για μια έσχατη στιγμή στα πονεμένα πια γόνατα της μελαγχολικής μαμάς του.

Σε λίγο θα ανοίξει τα φτερά του – ευτυχώς όχι κέρινα, η τεχνολογία έχει προχωρήσει – κι έτσι οι γύρω του σπεύδουν να ενημερωθούν για το δελτίο καιρού, να μην ανησυχούν εκ των προτέρων για τον κίνδυνο που μπορεί να ελλοχεύει. Οι καιροί αλλάζουν όμως, κι έτσι αύριο το πρωί το παιδί μπορεί να μην πετάξει με υπερηχητικό αεροπλάνο (τα lexotanil για την πτήση τα έκρυψε άλλος στην τσέπη του γιατί αυτός τα χρειαζόταν περισσότερο) μα να χωθεί σε ένα παλιό κίτρινο υποβρύχιο και να γυρίσει τον κόσμο κολυμπώντας, φιλώντας πού και πού γλυκά στο στόμα ένα κόκκινο χρυσόψαρο ή μέχρι και τον ίδιο το θεό Ποσειδώνα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί περίμενε το πρώτο χιόνι, και το περιμένει έτσι ακόμη και τώρα. Τουλάχιστον αυτό δεν άλλαξε, κι είναι σίγουρα μια μικρή παρηγορία, όχι για τις φαρμακευτικές εταιρείες που αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς μα για κάτι ωραίους δρόμους γεμάτους συνθήματα που περιμένουν το παιδί και εννοείται πως το χρειάζονται ξεμούδιαστο, κυρίαρχο του εαυτού του, πράγμα που οπωσδήποτε αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στις γενεές του είδους που τώρα κερνάνε η μια την άλλη μεσκάλ και χημεία, αποστρέφοντας προσεκτικά το βλέμμα από κάθε ά-σφαλτο του παρελθόντος.

→ 9 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Σχέδια για το μέλλον

Νοεμβρίου 6, 2009 · 16 σχόλια

post_kia_2

 «Με λένε Κ. και μόλις αποφοίτησα από τη Σχολή Δημόσια Διοίκησης, όπου μου βγήκε ο κώλος για να καταφέρω να περάσω μετά από τέσσερις αποτυχημένες προσπάθειες. Η πέμπτη ήταν η καλή και να’ μαι τώρα με το χαρτί στο χέρι, έτοιμη να διοριστώ στο Εφετείο και να ξεκινήσω μια λαμπρή καριέρα. Σε δυο τρία χρόνια από τώρα, μόλις στρώσω στη δουλειά δηλαδή, θα παντρευτώ τον Ε. και αμέσως μετά το γάμο θα κάνουμε ένα παιδί. Θα μένουμε στο δεύτερο όροφο της ιδιόκτητης πολυκατοικίας μας στο Ψυχικό, μαζί με την οικογένειά μου. Στο ισόγειο μένει η μαμά, στο δεύτερο η αδελφή μου και στον τρίτο ο αδελφός μου με το γκόμενό του. Αυτόν τον βάλαμε στον τρίτο για να μη φαίνεται πολύ, αρκετά μας ξεφτίλισε τόσα χρόνια με τις ανωμαλίες και τα ανόητα φερσίματά του.

Βέβαια, μέχρι να παντρευτώ σκοπεύω να λιώσω στη ντόλτσε βίτα, στους γκόμενους και στις διακοπές στα νησιά. Τα καλοκαίρια θα φεύγω με το σκάφος της κολλητής μου και θα οργώνουμε το Αιγαίο. Θα βρω έναν καλό ψυχίατρο για τις Παρασκευές κι ένα σύγχρονο γυμναστήριο για τα υπόλοιπα απογεύματα της εβδομάδας. Θα οργανώνω γκαλά ντίνερ στο σπίτι και θα γνωρίσω όλη την αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας. Μπορεί να γραφτώ και στο ΠΑΣΟΚ, αν είναι ακόμα κυβέρνηση, ποτέ δεν ξέρεις πότε μπορεί να χρειαστείς και ποιον.

Μετά το γάμο ο Ε. κι εγώ θα κάνουμε παρέα μόνο με ζευγάρια φίλων μας. Τα μπακούρια τέλος. Το παιδί θα πηγαίνει στου Ντιρή και ο Ε. θα αναλαμβάνει υποθέσεις από κοινού με δικηγόρους του ύψους του, σαν τον Κούγια ας πούμε. Ενίοτε θα βγαίνει και στην τηλεόραση.  Τη διακόσμηση του διαμερίσματός μας θα την αναθέσω στον Laki Gavala ο οποίος εκτός από εξαιρετικά βραδινά φορέματα haute couture αναλαμβάνει και τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων για όλα τα celebrities της Αθήνας. Θα οδηγώ μια ασημένια BMW κάμπριο και θα πίνω πάντα Martini on the rocks. Δεν θα ασχοληθώ με φιλανθρωπίες προς το παρόν, αυτό θα το αφήσω για κάπως αργότερα.

Γενικώς έχω συγκεκριμένα σχέδια για τη ζωή μου. Αποφεύγω να πολυψειρίζω τα  πράγματα, έχω πρακτικό νου και υψηλούς στόχους. Δεν έχω χρόνο για χάσιμο. Επίσης, έχω ευαισθησίες κι ας λένε πως είμαι σκύλα. Έχω ευαίσθητη καρδιά, κι ας μοιάζει με κώλο όταν την ζωγραφίζουν τα παιδιά της αδελφής μου και μου ζητάνε μετά να κολλήσω τη σελίδα με μαγνητάκια στο ψυγείο».

(Μετά απ’ όλα αυτά η Κ. κατευθύνθηκε προς το τζακούζι, αφού πρώτα άναψε τα επτά κόκκινα χαλαρωτικά κεριά του καλού φενγκ σούι. Λίγο πριν βυθιστεί στις ευωδιαστές μπουρμπουλήθρες του αγαπημένου της αφρόλουτρου Armani η εύθραυστη καρδιά της έβγαλε μια ύστατη φωνή και σταμάτησε να τροφοδοτεί το αγαλματένιο κορμί της με αίμα. Κάτι τέτοιες καρδιές καταφέρνουν πάντα να κάνουν τα πράγματα κώλο, σκέφτηκε ο αδελφός της το ίδιο βράδυ όταν την ανακάλυψε γυμνή πάνω στα γαλάζια Balenciaga πλακάκια του μπάνιου).

(Διπλό κλικ στο βιντεάκι)

→ 16 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Μήπως το μέλλον μας διαγράφεται άκρως κυνικό;

Νοεμβρίου 5, 2009 · 5 σχόλια

dogtooth

Κυνόδοντας: <αρχαία ελληνική – κυνόδους < κυν- (<κύων) + οδοντ- (<οδούς) + -ας /αρσενικό / ουσιαστικό/ ερμηνεία: το τρίτο από τη μέση δόντι στην οδοντοστοιχία των θηλαστικών, αυτό που βρίσκεται μεταξύ των τομέων στο κέντρο του στόματος και των προγομφίων. Είναι μεγαλύτερο σε ύψος από τα άλλα δόντια και αιχμηρό στην άκρη του / συνώνυμο: σκυλόδοντο.

Σύνοψη

Ο πατέρας, η μητέρα και τα τρία τους παιδιά ζουν σε μια μονοκατοικία έξω από την πόλη.Γύρω από το σπίτι υπάρχει ένας ψηλός φράχτης. Τα παιδιά δεν έχουν φύγει ποτέ από το σπίτι. Διαπαιδαγωγούνται, ψυχαγωγούνται, βαριούνται και αθλούνται έτσι όπως οι γονείς τους πιστεύουν ότι θα έπρεπε, χωρίς κανένα εξωτερικό ερέθισμα. Τα παιδιά επίσης πιστεύουν ότι τα αεροπλάνα που πετάνε πάνω από το σπίτι είναι παιχνίδια και ότι τα ζόμπι είναι μικρά κίτρινα λουλούδια. Ο μόνος άνθρωπος που μπαίνει μέσα στο σπίτι είναι η Χριστίνα, η οποία δουλεύει σαν φρουρός security στο εργοστάσιο του πατέρα. Ο πατέρας κανονίζει τις επισκέψεις της στο σπίτι με σκοπό να κατευνάζει τις σεξουαλικές ορμές του γιού. Όλη η οικογένεια, και ιδιαίτερα η μεγάλη κόρη, λατρεύει την Χριστίνα. Μια μέρα η Χριστίνα κάνει δώρο στην μεγάλη κόρη μια στέκα για τα μαλλιά ζητώντας της κάτι άλλο σε αντάλλαγμα.

 Η ιδέα

 Η ιδέα του Κυνόδοντα γεννήθηκε από σκέψεις σχετικά με το μέλλον της οικογένειας. Το πώς o θεσμός της οικογένειας θα εξελιχθεί στο μέλλον και για το τι θα συνέβαινε αν αυτός ο κοινωνικός οργανισμός σταματούσε να υπάρχει όπως τον γνωρίζουμε. Τι θα έκανε κάποιος για να τον διατηρήσει με κάθε κόστος; Και τι θα συνέβαινε στους ανθρώπους που θα εμπλέκονταν σε αυτή τη διαδικασία. Ποιά θα ήταν η διαστρέβλωση των σωμάτων και των πνευμάτων μετά τον εγκλεισμό και τη διαμόρφωση;

Η υπόθεση

 Η υπόθεση θα μπορούσε να εκτυλίσσεται οπουδήποτε, όμως πρόκειται για μια τυπική ελληνική οικογένεια, έστω και στην υπερβολή της. Χωρίς να είναι γκροτέσκα -απλώς η συνθήκη είναι ακραία. Προσπαθήσαμε να κάνουμε τον Κυνόδοντα το αντίθετο μιας κλειστοφοβικής ταινίας. Γι’ αυτό τοποθετήσαμε τη δράση σε ένα εύπορο σπίτι με πισίνα και πράσινο. Υπάρχουν πολλές σκηνές που διαδραματίζονται εξωτερικά σε έναν όμορφο κήπο, ο οποίος φυσικά περικλείεται από έναν ψηλό φράχτη. Για τα παιδιά αυτά, αυτό είναι ο κόσμος. Ακριβώς αυτό άλλωστε μας ενδιέφερε: ο περιορισμός της αντίληψης ενός ανθρώπου. Το πώς μπορεί κάποιος να πιστέψει ότι φέρ’ ειπείν είναι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο ή ότι ο πλανήτης μας είναι ο μόνος στο σύμπαν.

 Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Σενάριο: Γιώργος Λάνθιμος, Ευθύμης Φιλίππου
Δ/ση Φωτογραφίας: Θύμιος Μπακατάκης
Σκηνογράφος/Ενδυματολόγος: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου
Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης
Ήχος: Λέανδρος Ντούνης
Παίζουν: Χ.Στέργιογλου, Μ.Βάλεϊ, Α.Παπούλια, X.Πασσαλής, Μ.Tσώνη, A.Καλαϊτζίδου
Παραγωγός: Γιώργος Τσούργιαννης
Executive Producer: Ηρακλής Μαυροειδής
Associate Producer: Αθηνά Τσαγκάρη
Δ/ση Παραγωγής: Σταύρος Χρυσογιάννης
Εταιρεία Παραγωγής: BOO PRODUCTIONS
Συμπαραγωγοί: ΕΚΚ, Γιώργος Λάνθιμος, Horsefly Productions

Πηγές

Cinema  Kathimerini  To Vima  Cinemart

 

→ 5 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Συνθήματα

Νοεμβρίου 3, 2009 · 22 σχόλια

συνθημα

“Θέλω να γίνω αυτό που ήμουν τότε που ήθελα να γίνω αυτό που είμαι”, έγραψε κάποιος στην πλατεία Εξαρχείων///Πριν λίγες μέρες, περπατώντας στη γειτονιά της νιότης μου -της πραγματικής και της νοερής- ένιωσα εκείνη τη γνωστή, ανυπέρβλητη déjà vue αίσθηση μιας ταυτότητας που ξεχάστηκε κι έκτοτε παραμένει χαμένη σε κάποια αζήτητα, πίσω από μια στίβα χαρτιά ή κάτω από ένα έπιπλο που έχει χρόνια να ξεσκονιστεί///Η φωτογραφία πάνω στο μπλε πλαστικοποιημένο χαρτί είναι ασπρόμαυρη και παραπλανητική. Το έφηβο πρόσωπο με τα μικρά γυαλιά και το ανέκφραστο βλέμμα δεν ζει πια εδώ, νομίζω πως αγνοείται///Μάλλον γι’ αυτό δεν παραδόθηκε ποτέ στον ιδιοκτήτη της η ταυτότητα εκείνη, εφόσον ένας άγνωστος  -ανύπαρκτος;-  παραλήπτης σπανίως λαμβάνει κάτι που αγνοείται πού ακριβώς οφείλει να αποσταλεί///”Όσο μακριά κι αν είσαι εγώ σ’ αγαπώ”///Σπιρτόκουτο, Ποδήλατο, Αλεξανδρινό, Χάρτες, ζεστή σοκολάτα και συμπάθεια, τσιγάρα και βαθιές αναπνοές///Τα Εξάρχεια είναι μια γειτονιά-βιβλίο. Μπορείς να την περπατήσεις, να την κοιτάξεις, να την μυρίσεις και να τη διαβάσεις. Ακριβώς όπως ένα ωραίο, πλούσιο εικονογραφημένο βιβλίο///“Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του”///Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα; Σε ποιον ανήκει η Αθήνα; Σε ποιον ανήκεις κι εσύ, που κοιτάζεις τους δυο φοιτητές που περνάνε έξω από τη τζαμαρία του Φλοράλ ντυμένοι στα μαύρα, με τα λεπτά και όμορφα σώματα και τα κουρασμένα μάτια, κι αναρωτιέσαι πώς να είναι το δωμάτιό τους, τι να μυρίζουν τα ρούχα τους, πώς να είναι η φωνή τους στις τρεις τα χαράματα όταν ψιθυρίζουν μεθυσμένοι;///Κλέβω κουβέντες από διπλανά τραπέζια και φαντάζομαι ζωές. Εικάζω συνθήκες και οραματίζομαι καταστάσεις. Παρατηρώ γόνατα, δάχτυλα και λαιμούς αγνώστων, λαθρεπιβιβάζομαι για λίγες στιγμές στα οχήματα των ματιών τους κι ανεβοκατεβαίνω κλίμακες σύμφωνα με το φόρτο της στιγμής///Της δικής τους στιγμής, που για λίγο τη σφετερίστηκα και την έκανα δική μου, κι έπειτα την επέστρεψα σεμνά κάνοντας πως δεν συνέβη κάτι, πως δεν συνέβη τίποτα///Έξω η πλατεία ζουζουνίζει σα μελίσσι, περαστικοί με σακούλες Πρωτοπορία ή Παπασωτηρίου ανεβοκατεβαίνουν βιαστικοί, κορίτσια με μπότες ως το γόνατο και αγόρια με μαύρα κοντοκουρεμένα μαλλιά ανταλλάσουν νεύματα, παρέες χειρονομούν, τζάνκια πάνε κι έρχονται ανάμεσα στα τραπέζια, σύννεφα περνάνε, οι ζωές μιλάνε///Ρακόμελα στο Ρακουμέλ και μεζέδες στον Ινδό, ρουχάδικα με γκόθικ βιτρίνες, δισκοπωλεία και λαχειοπώλες. Κίτρινες ροδέλες τα περαστικά ταξί, κυλάνε σαν τα λεμόνια μιας αυλής που θυμίζει καλοκαίρι. Πανώ για την πορεία της εβδομάδας, “Έξω οι μπάτσοι από την Πλατεία”, οδός Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, αφίσσες και πιτόγυρα στον Κάβουρα, αναβρασμός αδρεναλίνης και ιδεολογία ανοιχτού χώρου, Ροζαλία και καρώ τραπεζομάντηλα///“Αν τα λάθη διδάσκουν τότε έχω καταπληκτική μόρφωση”///Αλλιώτικη πόλη, δυνατή. Χίμαιρα και προορισμός μαζί, κι άντε βρες προς τα πού πρέπει να κατευθυνθείς για να εντοπίσεις τα ξεχασμένα μονοπάτια που σε οδηγούσαν σε εκείνο το μαγικό “εκεί” όπου συνέβαινε κάτι σπουδαίο///“Μας λείπεις”///Κι εσείς μου λείπετε, αν και νομίζω πως τώρα πια δεν θυμάμαι καν ποιοί είστε. Για την ακρίβεια, δεν θυμάμαι καν ποια είναι κι εκείνη που σας λείπει και την κάνατε σύνθημα στη Σόλωνος ένα βράδυ, πάνω σε μια στιγμή αδυναμίας///Μήπως μπορεί κάποιος να μου επιστρέψει τις στιγμές αδυναμίας μου που χάθηκαν στη σκόνη των φαναριών;///Βαβέλ, κλειστή η είσοδος, Cafeina, ένα μπουλούκι ένστολοι χαχανίζουν καθώς περνάς, κλομπ, περικνημίδες, μπλε μπουφάν, είναι δεν είναι εικοσιπέντε, τι να πήγε στραβά;///Μια χαμογελαστή Χιονάτη με πολυβόλο προειδοποιεί: “Δεν είμαι εδώ για τη διασκέδασή σου”///Λίγο πιο κει, στον ίδιο τοίχο: “Μην αφήσεις αυτό που σε τρώει να χορτάσει”. Ως συνήθως, το διαβάζω λάθος: “Μην αφήσεις αυτό που σε τρώει να σε χορτάσει”. Κι έτσι καλό ακούγεται, μπορεί και τραγικότερο. Αφιερώνεται στα αδέσποτα του μελιού, που ονειρεύονται μαριονέττες και αυτοσχεδιασμούς μέσα στη νύχτα///Όταν περπατάω μού αρέσει πάντα να κοιτάζω κάτω. Τα πλακόστρωτα της Αθήνας δεν είναι τόσο γοητευτικά όσο της Κέρκυρας, νομίζω όμως πως είναι σαφώς ευνοϊκότερα για τα σκυφτά βλέμματα και τα αναποφάσιστα βήματα εκείνων των ανθρώπων που κατάφεραν να γίνουν αυτό που ήθελαν και τώρα ονειρεύονται να ξαναγίνουν αυτό που ήταν///Ήταν ωραία, και μου τη σπάει ο Παρατατικός///Τα σέβη μου.

→ 22 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Οι γεύσεις της παιδικής ηλικίας που νοσταλγώ

Οκτωβρίου 20, 2009 · 33 σχόλια

αναγνωστικό

Ντομάτες γεμιστές ///Μουσταλευριά///Γλυκό βύσσινο///Κεφτεδάκια με πατάτες τηγανητές///Σούπα κοντογεναδίτισσα///Μπιφτέκια λαδολέμονο με πατάτες στο φούρνο///Φασολάδα με καυτερή πιπερίτσα///Φακές///Αυγά τηγανητά με πατάτες και κασέρι///Κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες, δεντρολίβανο και σκόρδο///Κέικ βανίλια///Μαρμελάδα γιερμάς/// Ψωμί με βούτυρο Βιτάμ και ζάχαρη///Μελιτζάνες και κολοκυθάκια με κουρκούτι τηγανητά///Γιουβαρλάκια/// Παστίτσιο///Μακαρόνια ω γκρατέν///Χταπόδι με μακαρονάκι κοφτό///Χοντρά μακαρόνια με καυτό λάδι, σκόρδο και μυζήθρα///Κοτόπουλο κοκκινιστό με πιλάφι///Μαγειρίτσα///Γλυκό σαλαμάκι με κακάο και μπισκότα Πτι Μπερ/// Ντολμαδάκια με ρύζι ή με κιμά///Ψάρι ψητό λαδορίγανη///Σπανακόρυζο///Πατάτες μπλουμ///Μακαρόνια με κιμά///Μπάμιες με κοτόπουλο///Γίγαντες///Χοιρινό με σέλινο///Κοτόσουπα μιλανέζα///Τουρλού κατσαρόλας///Ιμάμ μπαϊλντί///Μελιτζάνες με τυρί στο φούρνο///Μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτα και βασιλικό///Χόρτα λαδολέμονο///Πασχαλιάτικα κουλούρια///Το κέικ της αφθονίας///Κοτόσουπα με φιδέ///Μουσακάς///Φασολάκια///Καγιανάς///Στρογγυλές πατάτες τηγανητές με τριμμένο Kerrygold///Σπανακόπιτα/// Μπακαλιάρος σκορδαλιά///Τραχανάς με φέτα///Αγκινάρες με αρακά///Αγκινάρες α λα πολίτα///Μπριζόλες με πιπεριά και ντομάτα στο τηγάνι///Χαλβάς///Τα σέβη μου.

→ 33 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Ένα παγωμένο ταξίδι στα άδυτα της μοναξιάς

Οκτωβρίου 19, 2009 · 10 σχόλια

nothomb

Μπορεί κανείς να σκοτώσει από έρωτα; Αποφασίζει να επιχειρήσει μια τρομοκρατική ενέργεια για χάρη ενός ανεκπλήρωτου πόθου; Φτάνει ως το τέλος; Αν δεν μπορεί να παραμείνει στη ζωή και στη μνήμη του αγαπημένου προσώπου κάπως αλλιώς, γίνεται να αποφασίσει να παραμείνει αξέχαστος εξαιτίας μιας φρικιαστικής πράξης; Αυτά κι άλλα πολλά στο έσχατο πόνημα της χαϊδεμένης μας Αμελί, που απογειώνεται σαν Βασίλισσα των Πάγων για ένα κρύο ταξίδι στην καρδιά του χειμώνα και της απόλυτης μοναξιάς .

→ 10 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

A skinny desire came to the party dressed as shadow

Οκτωβρίου 16, 2009 · 15 σχόλια

read_my_lips

1. Εκείνο το βράδυ ήταν παράξενο. Γινόταν φασαρία στον κήπο, μια φασαρία που απλωνόταν στο στήθος και στην κοιλιά κάνοντας την ταραχή μέρος της απόλαυσης. Ο φόβος ήταν και πάλι το συμπληρωματικό χρώμα της ηδονής. Ευτυχώς, στον κήπο γίνονται συχνά φασαρίες, και τις περισσότερες φορές οι έρωτες εκεί μέσα πιάνονται όχι από τα μάτια αλλά από το λαιμό. Μετά δεν κατεβαίνουν στα χείλη αλλά στο υπογάστριο. Εκείνο το βράδυ πάνω από τα κεφάλια τους έσταζε λεμονάδα. Ανάμεσα στα πόδια τους μπλέκονταν αδέσποτες γάτες. Έξω φύσαγε. Η PJ Harvey τους κρατούσε τρυφερά το χέρι επιβραβεύοντας τις μάταιες προσπάθειές τους, ως συνήθως. Εκείνο το βράδυ γινόταν φασαρία.

2. Την άκουγε να τρώει μια καραμέλα. Το στόμα της έκανε υπόκωφους θορύβους που απλώνονταν στο χώρο διακριτικά. Έγλυφε, δάγκωνε, μάσαγε. Ανοιγόκλεινε τα χείλη καθώς άλλαζε θέση στην καραμέλα με τη γλώσσα της, το σάλιο κυκλοφορούσε αδέσποτο γύρω από τα ούλα. Σε μια στιγμή το πάνω χείλος γυάλισε περισσότερο από το κάτω γιατί μόλις το είχε γλύψει. Μετά αναστέναξε σιγανά αφήνοντας μια μυρωδιά μέντας να την πλαισιώσει για μια στιγμή. Ύστερα μάσησε την άκρη και ακούστηκε ένα κρακ! που το έπνιξε στον ουρανίσκο της αφήνοντας ένα μικρό αναστεναγμό ευχαρίστησης. Πιπίλισε το τελευταίο ζαχαρωτό κομματάκι πλαταγιάζοντας τη γλώσσα κι έπειτα καθάρισε με ένα λευκό χαρτομάντιλο το μισάνοιχτο στόμα της που είχε στις άκρες λίγο σάλιο. Οι συνειρμοί πηγαινοέρχονταν σαν ανεξέλεγκτα τρένα.

3. Κάθονται σε διπλανά τραπέζια. Ο χώρος είναι μικρός, οι καρέκλες στριμωγμένες. Με την πρώτη υποψία παγωνιάς δοκιμάζει να φορέσει το σακάκι του που κρέμεται στην πλάτη της καρέκλας του. Οι αγκώνες τους αγγίζονται φευγαλέα μα κάνουν και οι δυο πως δεν κατάλαβαν τίποτα. Δυο αρώματα φυσάνε πίσω από την πλάτη τους. Συνεχίζουν να κοιτάζονται μυστικά, προσπαθώντας να αποφύγουν τη διασταύρωση των βλεμμάτων τους. Είναι ντυμένοι στα μαύρα, περίπου ίδια ηλικία, όμορφα αγόρια και οι δυο. Αφουγκράζονται ο ένας τη φωνή του άλλου, από τις διαφορετικές παρέες τους. Πώς προφέρει το σίγμα; Τι ωραίο όμικρον, κλειστό και βαθύ. Παρατηρεί τα δάχτυλά του, πώς κρατάει το τσιγάρο, πώς το φέρνει στο στόμα του. Κοιτάζει τα παπούτσια του, ανεβαίνει λίγο προς το γόνατο και αφήνει το βλέμμα του εκεί. Κατά σύμπτωση κοιτάζονται την ίδια στιγμή. Στα μάτια αυτή τη φορά. Σε λίγο σηκώνονται και οι δυο και κατευθύνονται προς το εσωτερικό του μαγαζιού. Χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Αυτό, αντιθέτως, δεν ήταν καθόλου σύμπτωση θα έλεγε κανείς.

→ 15 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα:

Τα δακτυλικά αποτυπώματα του Οκτώβρη

Οκτωβρίου 13, 2009 · 21 σχόλια

serrano

Όσες φορές και να δω το «Χαμένοι στη μετάφραση» δεν το βαριέμαι. Είναι από κείνες τις ταινίες-θερμοφόρες για τις κρύες νύχτες όπου δεν συμβαίνει τίποτα μέσα στα δωμάτια των ανθρώπων και ξάφνου αρχίζουν να συμβαίνουν όλα μονοκοπανιά///Το Τόκυο δεν είναι απλώς μια πόλη, είναι μια κατάσταση μυαλού που μοιάζει με σταυρόλεξο για προχωρημένους λύτες///Με φτιάχνει/// Ειδικά όταν γίνομαι η Σκάρλετ Γιόχανσον και πίνω σκωτς δίπλα στον Μπιλ Μάρρεη που ξενυχτά λίγο πριν του πω I wish you a good fRight στο αεροδρόμιο και συνεχίσω το δρόμο μου συγκινημένη///Έξω πιάσανε τα πρώτα κρύα του φθινοπωρινού βορά και το τζάμι μου είναι παγωμένο το πρωί που ξεκινάω για τη δουλειά. Κάθε μέρα στις 9:00 γίνομαι μια λευκή πολική αρκούδα με ξεκούμπωτο πουκάμισο που ξύνει το παρμπρίζ ενός αυτοκινήτου-σκέητμπορντ φτύνοντας σεμνές βρισιές και χαμηλόφωνη γκρίνια///Χωρίς να ακούει κανείς///Ο αέρας των τελευταίων ημερών είναι αεροστεγής, ελάχιστα πράγματα διαπερνούν την ηθελημένη ηρεμία των πραγμάτων///Στο μυαλό μου φύεται μια ιδεώδης –αν και κάπως κατατονική– Neverland που με φιλοξενεί νυχθημερόν και με αποχαυνώνει ευεργετικά λίγο πριν βυθιστώ στο βραδινό λήθαργο της γλυκιάς πολύτιμης ρουτίνας μου///Αγκαλιάζω τους οικείους μου και τα μαξιλάρια με τρυφερότητα μαθήτριας νηπιαγωγείου και στοργή πιγκουίνου που ξεκινά έναν μακρύ χειμώνα στην Ανταρκτική///Πολύ συχνά κάποιος με πιάνει από το χέρι και με παίρνει μαζί στις ενύπνιες βόλτες του όταν ξεπορτίζει τα βράδια. Και τα πρωινά. Και τα απογεύματα. Διαρκώς///Μου αρέσει να κάνω βόλτες πιασμένη χέρι χέρι with the dreamer who’s still asleep///Κυρίως επειδή κρατάω το χέρι Του, κι έτσι δεν με νοιάζει καν προς τα πού τραβάω///Τα Σάββατα ποτίζω τους κάκτους με φρέσκο νερό από την τσαγιέρα και τραβάω τις κουρτίνες στα παράθυρα. Μαγειρεύω νοσταλγικά γλυκά στραπατσάροντας τις αυθεντικές συνταγές και σκέφτομαι κατά προσέγγιση με λέξεις άλλων///Χαζεύω τα περαστικά αεροπλάνα που κρύβονται στα σύννεφα και προσπαθώ να φανταστώ τους προορισμούς τους. Νομίζω πως όλα πηγαίνουν στην Αθήνα και τα χαιρετάω κουνώντας την παλάμη μου///Ζωγραφίζω χάρτες της Αυστραλίας με ξυλομπογιές και σχεδιάζω τα βουνά, τις πεδιάδες και τις ερήμους της ηπείρου με το μάτι. Μετά βρίσκω αυτοκόλλητα ζωάκια από παλιά άλμπουμ και στολίζω το οικοσύστημα με στοργή και τα απαραίτητα///Ο κόσμος μια ζωγραφιά στα χέρια μου, η φύση ένα αυτοσχέδιο κολάζ γεμάτο δακτυλικά αποτυπώματα///Στα διαλείμματα, αφήνω διάφορες εμβόλιμες σκέψεις να τρυπάνε το μυαλό μου κι έπειτα τις κοιτάζω να χάνονται σαν μπαλόνια σε άδειο ουρανό. Οι τρύπες κλείνουν αμέσως μετά κι οι σκέψεις είναι σα να μην έγιναν ποτέ///Όσες μένουν τις κάνω διηγήματα και τις κλείνω στο συρτάρι μέχρι την επομένη///Όταν δεν οδηγώ διαβάζω ένα όμορφο βιβλίο και ανακαλύπτω έκθαμβη πως είναι ακόμα δυνατόν να εκμηδενίζεται ο χρόνος χάρη σε μερικές κίτρινες σελίδες Καστανιώτη που χαϊδεύω με το χέρι μου καθώς περνάνε τα γεγονότα και οι φράσεις μαρσάροντας μαζί με το λεωφορείο///Αν με πιάσουν οι γνωστές αϋπνίες των δώδεκα χώνω στις τσέπες μου μικρές σοκολάτες και ταΐζω με μικρές μπουκιές τους ανήσυχους καλικάτζαρους που κρύβονται μέσα στην κοιλιά μου και πίσω από τα έπιπλα///Μετά αρχίζω να κυκλοφορώ ξιπόλιτη με ένα ποτήρι νερό στο χέρι και να βεβαιώνομαι πως οι πόρτες είναι κλειδωμένες και τα παράθυρα κλειστά. Στην τηλεόραση παίζουν ελληνικές σειρές του ‘70 από την ΥΕΝΕΔ///Νομίζω πως αυτό το βαριεστημένο Οκτώβρη η ζωή είναι φίλη μου και δεν παρεξηγείται με τίποτα///Τα σέβη μου.

→ 21 ΣχόλιαΚατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα:

Άπνοια

Οκτωβρίου 7, 2009 · 20 σχόλια

Ζατελη

Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά. Καινούριες νότες δεν ακούγονται από πουθενά. Πάλι τα ίδια τραγούδια, ξανά οι ίδιοι στίχοι; Κουράζεται ο κόσμος με την επανάληψη, βαριέται τα ίδια και τα ίδια. Κι οι σκέψεις δεν έχουν τη σημασία που είχαν άλλοτε, ηχούν χιλιοειπωμένες, παλιές. Ανούσιες. Η σιωπή είναι χρυσός, έλεγε μια σοφή γυναίκα κάποτε. Οι παλιοί ήξεραν, είχαν τη γνώση. Τσαλακωμένα χαρτάκια και άδεια πίξελ οι εμπνεύσεις μου, καιρός για διάλειμμα, να πάρουμε μια ανάσα.

→ 20 ΣχόλιαΚατηγορίες: Χωρίς κατηγορία
Ετικέτα: