Το βιβλίο της παιδικής ηλικίας

1454919_10152635788917670_5910471468549210363_n

[…]

Εκείνο το απόγευμα αποφασίσαμε να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Η Καορί μου είπε ότι ήξερε ένα συμπαθητικό μπιστρό, όχι πολύ μακριά από το ξενοδοχείο μας, με καθαρά ποτά και νόστιμο φαγητό. Τόσες μέρες τρώγαμε στο πόδι, είτε στα όρθια, σε καντίνες για τουρίστες, είτε σε ασιατικά φαστ φουντ που έμπλεκαν την γιαπωνέζικη κουζίνα με την κορεάτικη και την ινδική. Δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και σε λίγο ανηφορίζαμε προς τα σκαλάκια της Μονμάρτρης. Έκανε κρύο και σουρούπωνε πολύ γλυκά, σχεδόν με τρυφερότητα. Οι ελάχιστοι περαστικοί που συναντούσαμε ήταν χωμένοι στα παλτά τους ως το λαιμό, όπως κι εμείς. Κανένας δεν κοιτούσε στα μάτια κανέναν. Η Καορί προπορευόταν μερικά βήματα, κι εγώ ακολουθούσα λαχανιασμένη. Ήξερα πως της άρεσε να με καθοδηγεί, κι έτσι την άφηνα να παριστάνει τον τουριστικό οδηγό πατώντας πάνω στα βήματα που πριν από μένα είχε πατήσει εκείνη.

Φτάσαμε σχετικά σύντομα. Το μπιστρό ήταν συμπαθητικό και εξαιρετικά ζεστό. Από το ταβάνι κρέμονταν παλιακοί πολυέλαιοι με οβάλ λαμπιόνια και χάλκινα άνθη και πουλιά. Στους τοίχους υπήρχαν καθρέφτες και μικρές γκραβούρες του Παρισιού. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα και στολισμένα με μικρά μπρούτζινα κηροπήγια όπου έκαιγαν κρεμ κεριά. Οι λιγοστοί πελάτες, που κινούνταν μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας, παραήταν απασχολημένοι με αυτό που έκαναν ώστε να προσέχουν την πόρτα που ανοιγόκλεινε κάθε τόσο. Τίποτε στο χώρο δεν θύμιζε χλιδή ή πολυτέλεια. Όλα παρέπεμπαν σε κάτι απλό, οικείο, σχεδόν οικογενειακό. Ένιωσα αμέσως πού άνετα, σχεδόν ευφορικά. Απόρησα που η Γιαπωνέζα γνώριζε τόσο καλά τα γούστα μου και το Παρίσι.

-Κάθισε και βγάλε το βιβλίο, μου είπε και μου έδειξε ένα τραπεζάκι για δύο κοντά στη τζαμαρία.

Ήξερα πως ανυπομονούσε. Κάθισε πρώτη. Άναψε τσιγάρο, έπεσε πίσω και με κοίταξε. Πέταξα το παλτό στην πλάτη της καρέκλας μου και βολεύτηκα ανάμεσα σε δυο παχουλά μαξιλάρια. Η Καορί έκανε νόημα στο σερβιτόρο, ο οποίος έσπευσε στο τραπέζι μας. Χωρίς καν να με συμβουλευτεί, παρήγγειλε μια Veuve Cliquot Ponsardin και με κοίταξε ευχαριστημένη. Ήξερα πως θα τρώγαμε μετά. Όσο πίναμε, η Καορί κι εγώ δεν βάζαμε μπουκιά στο στόμα μας. Ποτέ.

-Κερνάς απόψε, να υποθέσω; ρώτησα χαμογελώντας κάπως περιπαικτικά.

-Κερνάω. Αν θες να μάθεις, πήρα προκαταβολή από την εφημερίδα και θέλω να το γιορτάσουμε.

-Στην υγειά μας, λοιπόν, είπα και ύψωσα το ποτήρι που είχε μόλις σερβιριστεί μπροστά μου με τον πιο διακριτικό τρόπο.

-Το βιβλίο, έκανε και έδειξε με το σαγόνι την τσάντα μου.

Τράβηξα το φερμουάρ και έβγαλα το βιβλίο στο τραπέζι. Η Καορί ρούφηξε μια γενναία γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι μπροστά της. Οι μπουρμπουλήθρες της σαμπάνιας τρεμόπαιξαν όπως τα μάτια της πάνω απ” το κερί. Παρατήρησα πως τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Έτριψε τα χέρια της και σταύρωσε τα δάχτυλα κάτω από το σαγόνι.

-Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από το να είναι χειμώνας, να πίνεις εκλεκτή σαμπάνια σε ένα συμπαθητικό μπιστρό στο Παρίσι, να περιμένεις να δοκιμάσεις μια θεσπέσια βελουτέ σούπα με κρουτόν και να σου διαβάζει Αρανίτση από το πρωτότυπο η προσωπική σου μεταφράστρια, έκανε και μου χαμογέλασε με μια παιδιάστικη ευτυχία που απλώθηκε γύρω της σαν φωτοστέφανο.

-Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα να είσαι Γιαπωνέζα στο Παρίσι, αρκεί να έχεις μια φίλη Ελληνίδα που να ταιριάζει με τα γούστα σου και να σε διευκολύνει, έτσι;, είπα και άνοιξα το Βιβλίο της Παιδικής Ηλικίας σε μια τυχαία σελίδα.

-Καθόλου άσχημα, παρατήρησε. Με κάνεις και νιώθω πως η καλοπέραση μπορεί και να είναι κάτι εφικτό. Απενοχοποιημένο ακόμα και για μας τις απλές εργαζόμενες μετανάστριες.

[…]

Μια νύχτα στις Βρυξέλλες

d4277-staxtes-bottom_b(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 5 Νοεμβρίου 2014 στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης του περιοδικού Στάχτες)

[…]

Το κέντρο της πόλης μοιάζει με λούνα παρκ. Κορίτσια με φανελάκι “I fuck for candy” και αγόρια που δεν σε αφήνουν να τους αγγίξεις τα μαλλιά για να μην τους χαλάσεις το χτένισμα καπνίζουν χασίς και φτηνό αμερικάνικο καπνό στις νότιες γειτονιές της πόλης.

Ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα στα μπουρδέλα και στα θέατρα, πέφτει υγρασία στο δρόμο.

Θέλω να μάθω πού ψωνίζουν εσώρουχα οι ντίβες των παραθύρων και να ποζάρω στον καθρέφτη και στον εραστή μου όπως ποζάρουν κι αυτές στους περαστικούς που τις κοιτάζουν σκεπτικοί, χωρίς να τους ενδιαφέρει ο ψυχικός τους κόσμος ή τα άγχη τους, παρά μόνο οι μπούκλες των χειλιών και των μαλλιών τους. Θέλω να κολλήσω λίγη από την αμεριμνησία τους, όπως κολλάνε τα μωρά ιλαρά και μαγουλάδες. Θέλω να δοκιμάσω λίγο από τον εξωτικό τους πυρετό που πέφτει χωρίς θερμόμετρο, φτάνει να επιδοθεί εκεί που χρειάζεται μια γερή δόση σεροτονίνης.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Winter in Japan

WINTERinJAPAN

Εκείνο το χειμώνα που θα ζήσουμε στην Ιαπωνία, όλοι οι δρόμοι θα είναι αποκλεισμένοι από τα χιόνια. Θα είναι δύσκολος και μακρύς – έτσι θα λένε οι εκφωνητές στο ραδιόφωνο και θα τρίβουν πίσω απ” το μικρόφωνο τα χέρια τους, και θα φυσάνε χνώτο στις παλάμες τους πίνοντας σακέ για να ζεσταθούν μέσα στο ραδιοφωνικό σταθμό όπου θα είναι εγκλωβισμένοι. Η πόλη θα είναι ακινητοποιημένη και σιωπηλή. Τίποτε δεν θα κινείται, πέρα από το φως των φαναριών που θα κουνιούνται μπρος πίσω από τον αέρα. Παντού ησυχία και σεβάσμια παγωνιά. Μια παγωνιά αιώνων.

Με κάποιο τρόπο οι προμήθειες που θα υπάρχουν στο κελάρι μας θα επαρκούν για να μας ταΐσουν αρκετές εβδομάδες – μπορεί και μήνες. Μπισκότα καλαμποκιού, κονσέρβες τυριού, ξηροί καρποί, ζάχαρη, παστό χοιρομέρι και ψάρια στο βαρέλι. Τα βράδια θα ανάβουμε το τζάκι, θα καπνίζουμε τα στριφτά τσιγάρα σου και θα πίνουμε ζεστό κρασί. Τότε θα νιώθουμε πως ο κόσμος δεν υπάρχει. Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα μπορούμε να είμαστε ρεαλιστές. Πράγματι, ο κόσμος δεν θα υπάρχει, αφού στην πόλη δεν θα συμβαίνει τίποτα, και την πόρτα μας δεν θα την χτυπά ποτέ κανένας.

Θα ανακαλύψουμε πώς είναι να ζει κανείς μια ξέγνοιαστη ζωή. Ενήλικοι κι ελεύθεροι, αν υποθέσουμε πως αυτό μπορεί στις μέρες μας να υπάρξει. Εγκλωβισμένοι στο αδιέξοδο του χειμώνα, θα καταλάβουμε πόσο ευχάριστες είναι κάποιες μορφές σκλαβιάς και θα απολαμβάνουμε την ομορφιά τους.

Θα πλένω στο χέρι τα μάλλινα πουλόβερ σου και θα μου μαγειρεύεις μπιφτέκια με μανιτάρια και καυτερά μπαχαρικά σε ένα παμπάλαιο τηγάνι. Θα σε ρωτάω ποια είναι η γνώμη σου για την ειλικρίνεια και την απάτη, και θα μου λες πως στο παρελθόν μας κρύβεται ένα τεράστιο απόθεμα υποθηκευμένης αγάπης που δεν γίνεται με τίποτα να εξαπατηθεί. Κάθε μέρα θα χάνουμε και λίγο από τον πολιτισμό που θα έχουμε κουβαλήσει μαζί μας μπαίνοντας σε αυτό τον χειμώνα, και τότε θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε πώς είναι στ” αλήθεια να ζεις, ν” αγαπάς και να σ” αγαπούν άνευ όρων. Εξάλλου, και οι δυο θα έχουμε καταλάβει πια πως ο μόνος τρόπος για να κατακτηθεί και να μεγαλώσει ελεύθερα μια αγάπη σαν αυτήν που μου έχεις φυτέψει στην καρδιά, είναι μέσα στην απομόνωση ενός παγερού, δύσβατου ιαπωνικού χειμώνα, όπου ο κόσμος γύρω μας θα έχει πάψει να υπάρχει εντελώς, και ο καθένας μας θα είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του. Ίσως λιγάκι και για τον άλλον. Και ως εκεί.

 

 

Διακοπές πολυτελείας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα http://www.e-dromos.gr/ στις 27 Σεπτεμβρίου 2014)

Η πολυτέλεια είναι ελλειπτική. Επιβάλλεται χωρίς στολίδια, συμπληρώματα και υπεραφθονία ύλης και υπηρεσιών. Δεν λαμβάνει υπόψη της καταστάσεις και τάσεις που θα της στερούσαν κάτι από την λιτή της επιβλητικότητα. Η πολυτέλεια είναι γυμνή. Κρύβει μέσα της μια σπάνια σοφία.

Η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια τοπία πολυτελείας. Ένα από αυτά είναι οι Οθωνοί, ένα μικρό νησί στο βορειοδυτικότερο σημείο της χώρας,  το μεγαλύτερο από τα τρία Διαπόντια νησιά της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, πάνω από την Κέρκυρα .

Το νησί, με έκταση 10,8 Km2, είναι καταπράσινο, κυρίως ορεινό, με ανώτερο υψόμετρο το Μεροβίγκλι (393 μ.) και με βραχώδεις ακτές αλλά και μικρές αμμώδεις παραλίες. Το χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους διακόσιους. Κύριες ασχολίες τους ο τουρισμός, η μελισσοκομία και η αλιεία. Παλιότερα ασχολούνταν με την ελαιοπαραγωγή, τώρα όμως τα δύο χιλιάδες ελαιόδεντρα του νησιού, τα οποία παράγουν την «ελαία την μικρόκαρπο», με μεγάλη περιεκτικότητα λαδιού υψηλής ποιότητας, μένουν ανεκμετάλλευτα.

Μέρα παρά μέρα, νωρίς το απόγευμα, ο Πήγασος αφήνει επιβάτες και τρόφιμα στο λιμάνι του νησιού, τον Άμμο. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης είναι σχεδόν παράλογη. Ούτε ένα τουριστικό μαγαζί , ούτε ένα περίπτερο, ούτε μία ξαπλώστρα, ούτε ένα beach bar. Μόνο μια καταπράσινη πλαγιά πάνω από μια αμμώδη παραλία, λίγα χαμηλά κτίσματα σε παραδοσιακή αρχιτεκτονική, κάποιες ψαροταβέρνες, και το καφέ της Νίνας.

Η Νίνα είναι η πρώτη γνωριμία των Οθωνών. Και να θέλει, ο επισκέπτης δεν μπορεί να της ξεφύγει. Πιάνει αμέσως φιλίες με όλο τον κόσμο που καταφθάνει. Λέει καλημέρα και κάθεται στο τραπέζι σου με μια κούπα καφέ κι ένα τσιγάρο στο χέρι. «Ψάχνετε δωμάτιο; Στου Μανόλη θα πάτε! Πάω να τον βρω». Είναι φιλόξενη με την άνεση και το κέφι όχι μόνο του επαγγελματία που ψάχνει πελατεία, αλλά και του ανθρώπου που ευχαριστιέται τον άγνωστο να τον κάνει γνωστό, με τη ζωντάνια και το κέφι ενός παιδιού που δεν βαριέται να κάνει φίλους.

Κατάγεται από την Κέρκυρα και φέτος άνοιξε το πιο γραφικό καφενείο του νησιού μέσα «σε μια παλιά αποθήκη που ξαναφτιάχτηκε από την αρχή, με δικό μου γούστο». «Στον Άμμο», το όνομά του. Δίπλα της ο άντρας της, ο Νίκος, πρώην υπάλληλος στη ΔΕΗ Οθωνών και νυν μελισσοκόμος, παρακολουθεί τη συζήτηση μειδιώντας.

Στο καφενείο της η Νίνας, όπου πηγαινοέρχονται διαρκώς ντόπιοι και ξένοι, προσφέρονται μέλι από τα μελίσσια του Νίκου, χειροποίητα γλυκά και λικέρ από φρούτα που μαζεύει η ίδια στο δάσος. Συσκευασμένα προϊόντα αρνείται να σερβίρει. «Θα φτιάξω λεμονόπιτα, όμως πρέπει να πάω στις λεμονιές. Του εμπορίου είναι κερωμένα, η γεύση τους δεν είναι καλή. Το λικέρ κούμαρο σ” αρέσει;». Μαζί με τον καφέ κερνάει σπιτικά αμυγδαλωτά ή τα μπισκότα της ημέρας.

Η Νίνα δεν έχει κουζίνα που θα δικαιολογούσε παροχές εστιατορίου. Ένα μεσημέρι όμως, αργά, στο καφενείο της φάγαμε το καλύτερο μεσημεριανό του Αυγούστου. «Ξεχαστήκατε και κλείσανε; Έχω αυγά από τις κότες μου για μια ομελέτα, πάω να δω αν έμειναν ντοματίνια στη γλάστρα, να κόψω και λίγο ζυμωτό ψωμί και να βάλω μια τηγανιά πατάτες απ” αυτές που έβγαλα χτες από το περιβόλι».  Τα σουπλά ήταν κομμάτια κουζινόχαρτο και στη γυάλινη κανάτα φρέσκο πηγαδίσιο νερό. Το τραπέζι της Νίνας ήταν πολυτελείας. Γύρω μας, Ιταλοί και ντόπιοι γελούσαν μαζί χωρίς να νοιάζονται για το περασμένο της ώρας.

Όταν η συζήτηση στρέφεται στα πολιτικά, λέει: «Ήμουν στο ψηφοδέλτιο του Νικολούζου, αλλά δεν βγήκα. Δεν πειράζει, αρκεί που η Κέρκυρα ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ». Μιλάει για τους Οθωνούς που έμειναν χωρίς σχολείο αφού έφυγαν όλα τα παιδιά, για την ιστορία των πειρατών και των φιδιών που κάποτε απειλούσαν το νησί, για μια ωραία έκθεση ζωγραφικής που παραμένει κλειστή λόγω έλλειψης προσωπικού και για το γιατρό, που πότε είναι πότε δεν είναι σε υπηρεσία.

Η δωρική λιτότητα του τοπίου, τα κρυστάλλινα νερά που μυρίζουν θυμάρι, οι μικροί σιωπηλοί οικισμοί γύρω από το βουνό, ο έναστρος ουρανός που αφήνει να φαίνονται χιλιάδες αστέρια τις νύχτες, οι όμορφοι άνθρωποι των Οθωνών, η εγκάρδια φιλοξενία της Νίνας, είναι ψηφίδες αγαλλίασης που κάνουν το μεγάλο μωσαϊκό του τόπου αυτό που είναι. Ένας προορισμός πολυτελείας για όσους θέλουν να περάσουν λίγο καιρό σε έναν τόπο λιτό και αγνό, σε μια κοινωνία παλιακή και ταυτόχρονα πολύ μπροστά από την εποχή μας .

Ιστορίες της Πέμπτης – Deep Skin

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 στο περιοδικό Στάχτες)

[…]

Ο κάτω κόσμος έγινε το υπέροχο βασίλειό μας. Μας περιέθαλψε σαν όστρακο που κλείνει μέσα του δυο μαύρα μαργαριτάρια και τα προστατεύει από τους αλιείς. Οι χαρακιές από τα νύχια μου γύρω από τα ολόλευκα μπράτσα της έγιναν πληγές που αφόρμισαν και αργούσαν τρομακτικά να κλείσουν. Τα στήθη της τα έκανα πεδίο μάχης και καταστροφής.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετά

AVGH

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 28 Ιουνίου 2014)

Το Σάββατο 28 Ιουνίου, ένα γνωστό αθηναϊκό στέκι, το radiobubble, κλείνει τις πόρτες του. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, όπου μέχρι σήμερα στεγαζόταν και το ραδιοφωνικό στούντιο του ομώνυμου διαδικτυακού σταθμού, αποχαιρετά το κοινό και τους φίλους που εδώ και επτά χρόνια το αγάπησαν, το στήριξαν και μοιράστηκαν εντός του μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια ζωής και όχι μόνο. Από το φθινόπωρο θα βρίσκεται σε αναζήτηση νέου χώρου.

Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών”, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Στο πλευρό του, η Καλλιόπη Τακάκη, ηχολήπτρια και ηθοποιός. Ως ηθοποιός έχει δουλέψει στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Ως ηχολήπτρια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε συναυλίες με γνωστά- άγνωστα συγκροτήματα. Για μικρά χρονικά διαστήματα, συνεργάστηκε στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρουσίαζε μουσικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και στο radiobubble.

Η συνέχεια εδώ

Από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 28 Ιουνίου 2014)

“Σε μια εποχή όπου το όνειρο της επιτυχίας, κάθε είδους επιτυχίας, έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήματα εκτός από τον εαυτό του, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε με βάση το οποίο να μετρήσουν τα επιτεύγματά τους, εκτός από τα επιτεύγματα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση και επιδοκιμασία, και η ποιότητα αυτής της έγκρισης έχει υποστεί από μόνη της πολλές σημαντικές αλλαγές“.

Αυτά λέει ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο του “Η κουλτούρα του ναρκισσισμού“, και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, η φράση θα μπορούσε να αναφέρεται στο radiobubble. Σκληρή και άκαμπτη η πραγματικότητα, παρόλα αυτά οι άξιοι επιβιώνουν και προχωρούν. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, μαζί με το γνωστό πατάρι απ’ όπου εξέπεμπε και το “διαγαλαξιακό ραδιόφωνο” του σταθμού, κλείνει το Σάββατο 28 Ιουνίου. Μέσα στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να θεωρείται, ήδη, ιστορικό στέκι. Κέρδισε την αγάπη μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που, ενίοτε, δεν δίσταζε να ταξιδέψει και από άλλες χώρες για να παρευρεθεί σε κάποια εκδήλωση, και το θαυμασμό των “συναδέλφων” του, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της ουσίας αυτού του μαγαζιού και υποκλίθηκαν στο πρωτοποριακό του ύφος.

Η συνέχεια εδώ

Γλυκό σοκολάτα κι ένα κινηματογραφικό καρέ

staxtes-fassa8_7_13

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου στο περιοδικό  Στάχτες, στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης)

 

Ήταν περασμένες επτά όταν βγήκαμε στο μπαλκόνι και καθίσαμε με τα πόδια πάνω στα κάγκελα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις γειτονικές πολυκατοικίες και ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά με διάφανα σύννεφα. Βολευτήκαμε και κοιταχτήκαμε συνωμοτικά.Οι καρέκλες του σκηνοθέτη άφηναν την πλάτη να βουλιάζει όμορφα στο δροσερό πανί τους. Η πλατεία είχε κόσμο, πολύ κόσμο, ως συνήθως. Στην οδό Θεμιστοκλέους δε νιώθεις ποτέ μοναξιά. Χαζεύαμε τους περαστικούς καπνίζοντας και περιμένοντας να γίνει το κέικ σοκολάτα που ψηνόταν στο φούρνο. Έφτιαξα τούρκικο καφέ με άρωμα μαστίχα, έφερα και δυο σφηνάκια λικέρ μαστίχα χιώτικη ορίτζιναλ για συμπλήρωμα και ανάψαμε καινούρια τσιγάρα ρουφώντας τη μυρωδιά της σοκολάτας από την κουζίνα.

Οι γλάστρες μας ήταν καταπράσινες. Η καινούρια σου γαρδένια αρωμάτιζε τον αέρα με μια βαμβακερή μυρωδιά παιδικής ηλικίας. Οι κάκτοι μου ετοιμοπόλεμοι και στιβαροί περίμεναν να πέσει το βράδυ. Οι τριανταφυλλιές και ο δυόσμος τσάκιζαν τα πεζούλια με την ευωδιά τους. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα του Απρίλη.

Το γλυκό έκαιγε στο φούρνο αλλά δεν κρατιόμασταν. Έβαλα τέσσερα αχνιστά κομμάτια μέσα σε ένα πιάτο και τα περιέλουσα με το σιρόπι μαύρης σοκολάτας που ονειρευόσουν από το πρωί. «Τι καλά που έριξες μέσα αμύγδαλο, κεράσι και λεβάντα!», αναφώνησες μόλις έφερα το πιάτο στο μπαλκόνι.

Τρώγαμε μαζί, γελώντας με τις πηρουνομαχίες που ξεσπούσαν όταν σημαδεύαμε την ίδια μπουκιά. Μετά έτρεξες μέσα κι έφερες υποβρύχιο τριαντάφυλλο με παγωμένο νερό, «μισή κουταλίτσα όλο κι όλο, ίσα να φύγει η πικρίλα της σοκολάτας».

[…]

Η συνέχεια εδώ

©Μαρία Πετρίτση

Τον Σεπτέμβρη θα ερωτευτούμε αλλού

Radiobubble_goodbye_Ippokratous2

 

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι σημαίνει νοσταλγία και πότε την νιώθουμε.

Για παράδειγμα, η νοσταλγία έρχεται μάλλον με το σκίρτημα που αισθανόμαστε όταν θυμηθούμε, ξαφνικά, ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο που έχουμε χάσει.

Ή μιας ευχάριστης κατάστασης που έφτασε στην ημερομηνία λήξης της, και έτσι όπως την ξέραμε, απλώς δεν έχει άλλο.

Πότε και πώς λήγουν όμως τα πράγματα και η αίσθηση που αφήνουν πίσω τους, όταν έχουν ήδη προλάβει να μας μαγέψουν;

Όσο ζει μέσα μας η έξαψη της δημιουργίας τους, και ο θρίαμβος της χαράς που μας πρόσφεραν, οι εμπειρίες και τα πράγματα παραμένουν ζωντανά – δεν λήγουν.

Η αγάπη δεν στερεύει.

Κανένα μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αισιόδοξο από αυτό, μιας και μέσα του κρύβεται η υπόσχεση για ένα παλλόμενο μέλλον.

Το radiobubble μας φιλοξένησε για κάμποσο καιρό. Πρόλαβε να ριζώσει ευθέως όσο και παράπλευρα στην καθημερινότητά μας.

Μας συγκίνησε με συγκεκριμένες ή αφηρημένες αφορμές, μουσικές, ποτά, ανθρώπους σπάνιους και συναρπαστικούς, σε καλύτερες ή σε χειρότερες στιγμές – όλες δικές μας ήταν.

Μας έφερε κοντά σε οικείους μας.

Στην ωραία εκείνη ιδέα που αποκαλείται «ράτσα».

 Ίδια ή παρόμοια με μας – ποτέ και κανείς δεν ένιωσε εκεί μέσα μόνος.

Ζήσαμε νύχτες ρομαντικές, γαλήνια απογεύματα, αλκοολικά χαράματα δίπλα σε μια άσφαλτο που μύριζε κοινή πορεία.

Αποστηθίσαμε βλέμματα, φωνές, αγγίγματα και μυρωδιές περαστικών από το διπλανό τραπέζι.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, από κείνα που σε κάνουν να νιώθεις τόσο οπαδός της πραγματικότητας όσο και δέσμιος μιας ολόδικής σου, τρυφερής φαντασίας.

Το radiobubble της Ιπποκράτους 146, στις 28 Ιουνίου μας αποχαιρετά.

Ας κάνουμε πως δεν ακούμε εκείνο το εσώτερο Κρακ! και ας βάλουμε ακόμη ένα ποτό στην υγειά των φίλων.

Το φθινόπωρο θα ξανανθίσει κάπου ολοκαίνουρια ο bubble έρωτάς μας.

Ν. Σαραντάκος: Ο Βασιλιάς του τρακ και οι τίτλοι από την τελευταία φράση

3D

[…]

Για να βάλω και κάποιους κανόνες, ζητάμε μυθιστορήματα ή διηγήματα ή και θεατρικά έργα που η τελευταία τους φράση να περιέχει τον τίτλο τους. Το βιβλίο της Πετρίτση ικανοποιεί τις προδιαγραφές, αφού η τελευταία φράση (“Είμαι ο βασιλιάς του τρακ”) περιέχει και τον τίτλο (Ο βασιλιάς του τρακ). Με τα διηγήματα, μπορεί ο τίτλος του διηγήματος να μην είναι και τίτλος του βιβλίου, θα το δεχτούμε όμως. Ποιήματα νομίζω ότι θα είναι αρκετά, αλλά αν βρείτε θα τα δεχτούμε κι αυτά.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1.333 other followers

%d bloggers like this: