Iris, la fleur de Bruxelles

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες , on Μαΐου 19, 2013 by Theorema

5-petritsi

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ενθέματα της ΑΥΓΗΣ της 19ης Μαΐου 2013)

Η Ίριδα είναι η γηραιότερη άστεγη του μετρό των Βρυξελλών. Κάθε Μάη βγάζει τα χειμωνιάτικα και φορά ένα πουκάμισο με λουλούδια. Αυτό είναι το δικό της καλωσόρισμα στην άνοιξη, ανήμερα στη γιορτή της, όταν η πόλη γεμίζει με ίριδες, το επίσημο σύμβολό της: «Ίρις, το άνθος των Βρυξελλών».

Τα πρωινά διαβάζει τα free press του μετρό και πίνει καφέ στο κυπελάκι. Την καθημερινή της τουαλέτα την κάνει στις εγκαταστάσεις του μετρό, που φτιάχτηκαν για τους υπαλλήλους που πουλάνε εισιτήρια και ανανεώνουν τις συνδρομές των τρένων. Τα Σάββατα βάζει μπουγάδα στους νιπτήρες.

Παλιά δούλευε στην καντίνα ενός νυχτερινού σχολείου. Οι μαθητές ήταν «εργάτες, κομμώτριες και παραγνωρισμένοι φιλόσοφοι». Παρόλο που ήταν ασφαλισμένη, όταν χρειάστηκε να εγχειριστεί στο στομάχι, το νοσοκομείο αναγκάστηκε να το πληρώσει εξ ολοκλήρου η ίδια. Λίγους μήνες αφότου αρρώστησε για δεύτερη φορά, το αφεντικό της την απέλυσε χωρίς αποζημίωση.

Η έξωση από το διαμέρισμά της δεν άργησε να έρθει και η Ίριδα βρέθηκε άξαφνα στο δρόμο. Συγγενείς δεν έχει πια. Οι φίλοι έκαναν πως δεν βλέπουν.

«Όχι πως είχαν και δεν μου έδιναν. Πλούσιος κανείς δεν ήταν. Όμως ο καθένας έχει να αναμετρηθεί με τα δικά του Τάρταρα. Δεν χρειάζεται και τα δικά μου».

Είναι καλότροπη και γαλήνια. Κανένας πανικός στο πρόσωπό της. Καμία εμπάθεια. Παρόλο που έχει ένα και μοναδικό δόντι σκεπασμένο από μαλακά κίτρινα ούλα, δεν ντρέπεται να χαμογελάσει. Το πρόσωπό της φωτίζεται από τη λάμψη του ελεύθερου ανθρώπου, εκείνου που νιώθει πιο δυνατός από τις περιστάσεις και αγαπά τη ζωή. Του αποφασισμένου.

Στην αρχή έμενε σε πάρκα και πλατείες. Χειμώνα-καλοκαίρι στα παγκάκια και στα κατώφλια των μαγαζιών, που όταν έκλειναν εκείνη φώλιαζε κάτω από τις τέντες.

«Τις νύχτες μεθούσαν και μαχαιρώνονταν με σπασμένα μπουκάλια και σουγιάδες. Άκουγαν δυνατά μουσική, έκλεβαν, γέμιζε ο τόπος αστυνόμους. Ούρλιαζαν και βλαστημούσαν, με κατουράγανε, μου έριχναν κλωτσιές και γέλαγαν. Όλο το βόρειο κομμάτι της πόλης γύρισα. Εκεί έχει πολλούς στο δρόμο. Γυναίκες και άντρες ψωνιζόντουσαν πάνω απ’ το κεφάλι μου, κοιμόμουν πάνω στις σύριγγες και στις καπότες. Οι νταβατζήδες έμοιαζαν με τέρατα. Φοβόμουν μέχρι και να τους κοιτάξω. Οι γυναίκες ήταν άσχημες, ταλαιπωρημένες. Έβλεπα τα αυτοκίνητα που σταματούσαν και τις έφτυναν κι έκλαιγα για λογαριασμό τους».

Θυμάται τα παιδικά της χρόνια στην Αρλόν. Την οικογένειά της. Ο πατέρας της ήταν φούρναρης. Κάθε μέρα έτρωγαν μπισκότα, κουλούρια και ζυμωτό ψωμί. Η μητέρα της την έμαθε να ράβει και να πλέκει.

«Η πιο αστεία ήταν η πρώτη μου δουλειά, στο καφενείο του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων. Περνούσαν οι κυρίες μπροστά από το τραπεζάκι μου για να πάνε τουαλέτα, μου άφηναν τα ψιλά και τους έδινα δύο κομμάτια χαρτί. Μετρημένα. Αν κάποια χρειαζόταν περισσότερο έπρεπε να πληρώσει έξτρα. Οι κύριοι ήταν πιο βολικοί, όμως μόλις έβγαιναν κοιτούσα τα χέρια τους και σιχαινόμουν λίγο. Όλα τα ανέχομαι, τη βρωμιά όμως δεν την αντέχω».

Όταν αναπολεί, το πρόσωπό της γίνεται παιδικό. Γεμίζει από μια υπέροχη, αγνή νοσταλγία. Είναι όμορφη με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που ομορφαίνει τους ανθρώπους που παρότι ταλαιπωρούνται δεν νιώθουν μίσος ή κακία. Τους εκτεθειμένους καλοπροαίρετους.

«Είμαι καλά εδώ, δεν παραπονιέμαι. Τώρα με την κρίση ο κόσμος δεν είναι σπάταλος, όμως κάτι γίνεται. Την περνάω. Όταν έρχονται οι φύλακες κάνω πως φεύγω και μετά ξανάρχομαι. Με γνωρίζουν πια, δεν με κυνηγάνε στ’ αλήθεια».

Στην ερώτηση τι χρειάζεται, εκείνη απαντά: «Τσιγάρα». Πιο πολύ και από το φαγητό, η Ίριδα αγαπά το κάπνισμα. Μιλά σεμνά και προσεκτικά. Δεν έχει σχεδόν τίποτα, κι όμως δείχνει να τα έχει όλα.

Κάθε πρωί οι γνωστοί της σκύβουν μπροστά της και την χαιρετούν. Λέει μια καλημέρα και χαμογελά με το μοναδικό της δόντι και τα κίτρινα ούλα της. Με την αγέρωχη ομορφιά της. Η Ίριδα δεν λέει ευχαριστώ σε όσους την κερνούν τσιγάρα ή κάνα ψιλό.

«Que Dieu me protège!» λέει μόνο, και η φράση της έχει διττή σημασία. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ζητά να την προστατέψει κάποιος Θεός ή αν τον ευχαριστεί για την άφθονη φροντίδα που της προσφέρει ήδη. Κανείς δεν θέλει να ρωτήσει — ούτε τολμά. Εξάλλου δεν θα είχε καμία απολύτως σημασία.

Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Η’

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 17, 2013 by Theorema

Egon-Schiele-07

Έξω οι νεραντζιές γέμισαν νεραντζάκια. Δεν είναι υποκοριστικό – τα μισώ τα υποκοριστικά, με βγάζουν εκτός εαυτού. Πρόκειται όντως για κάτι πολύ μικρά, πολύ πορτοκαλί νεράντζια. Σαν αυγονέραντζα, ας πούμε. Ή νεραντζομπαλάκια του τένις. Γελοία παρομοίωση, παραστατική εντούτοις. Είναι παράξενο που τα δέντρα έχουν ταυτόχρονα άνθη και καρπούς. Μπορεί να φταίει αυτό που μας ψεκάζουν. Ή η άνοιξη, που φέτος παζαρεύει τις μέρες της με το χειμώνα και τα κάνουν όλα λίμπα στη μοιρασιά.

Λίμπα είναι ένα μεγάλο, πήλινο κιούπι, που μέσα του παλιά φυλάγανε το λάδι. Θυμάμαι μια λίμπα της γιαγιάς μου στην αποθήκη του σπιτιού της. Για την ακρίβεια θυμάμαι τη μυρωδιά του λαδιού, έτσι όπως έσκυβα πάνω από το στόμιο και έπαιρνα βαθιές εισπνοές. Πολύ έντονη. Ήθελα να πέσω μέσα. Τώρα που σκέφτομαι εκείνο το πρασινωπό λάδι, το στόμα μου γεμίζει σάλια. Ξεροκαταπίνω και συνεχίζω να θυμάμαι τη μυρωδιά του. Αδυνατώ να καταλάβω επ’ ακριβώς τη μεταφορά, υποθέτω όμως πως εφόσον η λίμπα είναι ένα μεγάλο δοχείο γεμάτο λάδι, έτσι και η έκφραση σημαίνει πως η περιρρέουσα κατάσταση μοιάζει με λίμπα. Με ένα ευρύχωρο πλαίσιο με χύμα περιεχόμενο, δηλαδή.

Τώρα που το σκέφτομαι αυτό, νιώθω σαν τον Διογένη. Το διαμέρισμά μου είναι το πιθάρι μου, κι εγώ κρύβομαι μέσα. Είμαι ασφαλής, δεν θέλω να το κουνήσω από δω. Είμαι ο άνδρας μέσα στο κιούπι, όπου όλα είναι χύμα. Η λάντζα μπερδεύεται με τις σκέψεις μου, τα άπλυτα ρούχα με τα βήματά μου, εγώ ο ίδιος με τις αντανακλάσεις μου στον καθρέφτη της τουαλέτας. Έξω από το παράθυρό μου ανθίζουν αφύσικα νεράντζια και γαυγίζουν αδέσποτα σκυλιά. Στον ακάλυπτο, μια γυναίκα απλώνει τα ασπρόρουχά της κι ένας πρώην περιπτεράς λύνει σταυρόλεξα. Στον ουρανό πετάνε ραδιενεργά σύννεφα και μέλισσες και στα Τάρταρα τα ποντίκια, οι κατσαρίδες και οι άστεγοι φιλονικούν για ένα ξεροκόμματο και ψάχνουν να βρουν την άκρη. Αν το πολυσκεφτώ αυτό το τελευταίο νομίζω πως θα σαλέψω.

Χτες το βράδυ σκεφτόμουν πως η αγάπη πρέπει να εφευρεθεί ξανά. Να πάψουν οι άνθρωποι να την φοβούνται. Να μην την επιδιώκουν τόσο ασφυκτικά για να επουλώσει την ανασφάλειά τους. Η αγάπη πρέπει να σταματήσει να είναι ένα δακρύβρεχτο παιχνίδι ελιγμών με στρατηγικές κινήσεις και σαφή χαρακτηριστικά. Πρέπει να μεταβληθεί σε ένα πανανθρώπινο, απλόχερα δοσμένο αγαθό στο οποίο να υπάρχει πρόσβαση αναλόγως τις ορέξεις και τις ανάγκες του καθενός. Όπως το μάννα. Όποιος πεινάει πολύ, να παίρνει διπλή μερίδα. Όποιος χόρτασε, να κάθεται στην άκρη και να χωνεύει. Όποιος ατύχησε να γυρίζει ο τροχός και να του πέφτει μπόλικη στο κεφάλι και όποιος ευνοήθηκε από αυτήν να μπορεί να νιώσει ευτυχισμένος. Οι άνθρωποι που περιφέρονται γύρω από την αγάπη μου θυμίζουν πυγολαμπίδες. Έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, μόνο να καούν μπορούν. Αν όμως η αγάπη εφευρεθεί ξανά, αν ξαναγραφτεί καθαρά μέσα μας όπως γράφεται ένα καινούριο βιβλίο ή μια ανιδιοτελής μουσική, τότε μπορεί και να υπάρχει ελπίδα.

Είναι μεσημέρι και η ζέστη μου ανεβαίνει στο λαιμό. Μου φράζει τις φωνητικές χορδές και απελευθερώνεται αργά και βασανιστικά από το λαρύγγι μου, σαν καυτή ανάσα. Αν γινόταν να βγω από το πιθάρι μου θα ήθελα να πάω στη θάλασσα. Σε μια ερημική, βραχώδη παραλία, με βότσαλα και βούρλα. Ξέρω βέβαια πως τα βούρλα φυτρώνουν στα έλη, όμως η εικόνα είναι αυθαίρετη κι έτσι μπορώ να την στολίσω ή να την βρωμίσω με ό, τι μου κάνει κέφι. Ο ουρανός θα ήταν καθαρός και στον αέρα, που θα μύριζε πασχαλινή βιολέτα, θα πετούσαν πουλιά. Εγώ θα περπατούσα σύριζα στη θάλασσα, εκεί που θα είχε βότσαλα μαζί με άμμο. Γύρω από τους αστραγάλους μου θα κολυμπούσαν χρωματιστά χρυσόψαρα με λαμπερά χρώματα. Μωβ, πράσινα, πορτοκαλί και γαλάζια. Το μεσημέρι τα ψάρια θα άρχιζαν να αιωρούνται στον χλιαρό αέρα. Εγώ θα συνέχιζα να περπατάω και κάθε τόσο θα έσπρωχνα με το χέρι τα ιπτάμενα ψάρια πίσω στο νερό. Τα λέπια τους θα ήταν βελούδινα και ζεστά. Όλα γύρω μου γαλήνια.

Το απόγευμα, όταν ο ουρανός θα είχε γεμίσει σύννεφα και η θάλασσα θα ήταν γκριζωπή, θα έκανα μια βουτιά στα ρηχά και θα συναντούσα τρεις ασημένιους Κένταυρους που θα χοροπηδούσαν μέσα στο νερό. Όλα θα ήταν δροσερά, και από μια σχισμή του ουρανού θα έσταζε σαν βροχή η μουσική του Τρυποκάρυδου. Μόλις τελείωνε θα έφευγα και θα γυρνούσα σπίτι. Ως τη νύχτα το όνειρο θα είχε ενσταλαχτεί μέσα μου σαν αρχαία γνώση και μια νεογέννητη αρμονία θα αντικαθιστούσε το χάος και την αβεβαιότητα της λίμπας. Η αγάπη θα είχε εφευρεθεί ξανά και εγώ θα ήμουν εξαγνισμένος.

Αν υποθέσουμε πως τα σώματα των ανθρώπων και των ζώων κατοικούνται από ιστορίες, το δικό μου θα ήταν ένα θησαυροφυλάκιο παράδοξων ονείρων, μαγειρικών συνταγών – δύο για την ακρίβεια, μερικών χιλιάδων σελίδων Ανατομίας, Παθολογίας και Ιστολογίας με ανατριχιαστικά παραδείγματα νοσημάτων και αντενδείξεις φαρμακευτικών αγωγών, ελάχιστων ημερολογιακών δοκιμών και κάμποσων ευσεβών πόθων. Οι ιστορίες των σκύλων της γειτονιάς θα είχαν μάλλον περισσότερα να πουν, εφόσον είναι βέβαιο πως όσο λιγότερο μιλάει κανείς τόσα περισσότερα κρύβει μέσα στο μυαλό του. Έχω εξάλλου καταλήξει στο συμπέρασμα πως, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, οι άνθρωποι είναι πληκτικοί, ρηχοί και γελοίοι. Ιδίως όσοι προσπαθούν να αποδείξουν το αντίθετο με κουβέντες και συμπεριφορές τόσο δήθεν, που η υποκρισία τους φωνάζει δυνατότερα κι από τη σειρήνα του μπατσικού που κατηφορίζει στο δρόμο.

Η μέρα όμως δεν περνάει με όνειρα και αμπελοφιλοσοφίες. Θέλω να φτιάξω κάτι να φάω κι έπειτα να πιω ένα ολόκληρο λίτρο νερό. Είμαι ένα λιμασμένο γουρούνι που περιφέρεται στο λασπωμένο χωράφι όπου το ξέχασαν τα αφεντικά του μέχρι να το θυμηθούν και να το οδηγήσουν στη σφαγή. Το ρολόι τρέχει. Έξω βουίζει ακόμα η σειρήνα του περιπολικού. Ο ήχος της με ταράζει. Ποτέ δεν θα γινόμουν αστυνομικός. Πέρα απ’ όλα τα άλλα, η ζωή μέσα σε ένα περιπολικό που τρέχει στους δρόμους σφυρίζοντας και λαμποκοπώντας σαν ούφο θα με έκανε να ντρέπομαι οικτρά. Δεν νιώθω το ίδιο για τα ασθενοφόρα. Αν όμως είχα να διαλέξω ανάμεσα σε κλέφτη κι αστυνόμο, θα προτιμούσα σίγουρα το πρώτο. Ευτυχώς δεν τίθεται το δίλημμα. Απλώς πεινάω. Και η αγάπη ακόμα να εφευρεθεί ξανά.

Κοιτάζω από το παράθυρο και βλέπω πως έπιασε μπόρα. Η μπουγάδα της Σοφίας Αλευροπούλου θα πλυθεί με βρόχινο νερό και οι νεραντζιές θα ποτιστούν ωραία. Βάζω τα μακαρόνια να βράσουν και βγαίνω στο μπαλκόνι. Κρεμιέμαι στο κάγκελο. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν έπεφτα. Πώς θα φαινόταν το σώμα μου από ψηλά. Μάλλον θα έμοιαζα με τα πτώματα που βρίσκουν στις αστυνομικές σειρές, σχεδιάζουν με κιμωλία το περίγραμμά τους στην άσφαλτο και μετά αναζητούν το δολοφόνο. Ζουμ στο τσακισμένο σώμα και μετά στα βυζιά της σέξι αστυνομικίνας. Και η δράση συνεχίζεται. Η κάμερα δεν σταματά ποτέ. Θέλω να πιω λίγη βροχή. Χωρίς ποτήρι. Με το στόμα. Κατευθείαν από τον ουρανό. Στο δρόμο ερημιά. Από το μπαλκόνι της απέναντι στάζει ένα ρυάκι. Καταλήγει στις λαμαρίνες του κόκκινου αυτοκινήτου και κάνει θόρυβο. Οι σκύλοι έχουν λουφάξει κάτω από το υπόστεγο και χαζεύουν το νερό που κυλάει. Αυτά τα τρία σκυλιά μου δίνουν ελπίδα. Από αυτά θα εφευρεθεί ξανά η αγάπη. Αυτά κρύβουν μέσα τους τις ιστορίες που θα ήθελα να πω.

 

Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

Posted in Αταξινόμητα on Μαΐου 16, 2013 by Theorema

staxtes-fassa13_3_13sepia

-

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις Στάχτες στις 16 Μαΐου 2013)

-

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Δεν είναι πολύξερη και κοσμογυρισμένη. Ένα σχολείο έβγαλε όλο κι όλο, και μια Βουλγαρία πήγε κάποτε, άντε να πέρασε και τα σύνορα της παλιάς Γιουγκοσλαβίας, και μέχρι σήμερα διηγείται ιστορίες από τη διαδρομή και κοιτάζει τις παλιές φωτογραφίες.

Δουλεύει από πέντε χρονών. Μια στα αμπέλια του πατέρα ή στις ελιές, μια στην ταβέρνα με τα δρύινα βαρέλια να λιβανίζει από μέσα το ξύλο για να καπνίσει ωραία το κρασί, μια στην επιχείρηση του μέλλοντα συζύγου, μια πάνω από τα κεφάλια των παιδιών με αριθμητικές και γεωγραφίες, μια στο σπίτι της με ραπτομηχανές και κουβαρίστρες να ράβει για λογαριασμό τρίτων. Μια ζωή δουλειά. Ιδρώτας και κόπος. Ευσυνειδησία.

Στο σινεμά πήγαινε μικρή, τότε που ήταν αρραβωνιασμένη. Τώρα πια, τα βράδια, βλέπει τούρκικα. «Βλακείες, καλά το λες, αλλά και τι να κάνω; Έξω δε μπορώ να βγω, με τα χέρια σταυρωμένα μέσα στους τέσσερις τοίχους θες να κάτσω;». Συμμετέχει στη ζωή των πρωταγωνιστών, κλαίει με τα δράματα, γελάει με τις χαρές τους. Ενίοτε συμβουλεύει φωναχτά τη δακρύβρεχτη πρωταγωνίστρια για την επόμενη κίνησή της, αγανακτεί με τον άδικο εραστή, συμπονά το αίσθημα που δεν ευοδώθηκε και παιδεύει. Άλλοτε γυρνάει κανάλι στις ειδήσεις, απελπίζεται και απορεί με όσα βλέπει εκεί, τα χάνει. Εκπομπές μαγειρικής δεν βλέπει ποτέ. Από τα χέρια της έχουν βγει οι νοστιμότερες συνταγές του κόσμου. Αυτοδίδακτη σε όλα της, δασκάλα του εαυτού της από την πρώτη μέρα της ζωής της.

Πέρασε Κατοχή, πείνα, φτώχεια και κακουχίες. «Βλέπεις το σημάδι στο μέτωπο; Το ‘42, 43 ήταν οι Γερμανοί στα χωριά. Ο πατέρας μου έκρυβε κάτι συγγενείς στο σπίτι για να μην τους σκοτώσουν. Τα απογεύματα, λοιπόν, στην αυλή, σκάβαμε κι ανοίγαμε μια λακουβίτσα τόση όσο ένα κουτί Νουνού και μέσα ρίχναμε νερό κι ασετιλίνη. Σα λάσπη γινόταν αυτό. Στο πάνω μέρος στερεώναμε μετά ένα χάρτινο φυτίλι και όταν του βάζαμε φωτιά αυτό έσκαγε. Έτσι έκαναν πλάκα οι μεγάλο, με το ‘ντουβ’. Χαζογέλαγαν οι άμοιροι, που ζούσαν σαν φυλακισμένοι. Μια μέρα με στείλανε να το φυσήξω γιατί δεν άναβε η φωτιά. Ένιωθα πως έπρεπε να τους διασκεδάσω. Πήγα κοντά, φύσηξα, κι αυτό έσκασε στο πρόσωπό μου. Έτσι με πήρανε τα αίματα, και με έτρεχε η αδερφή μου στο νοσοκομείο. Παιχνίδι των μεγάλων ήταν, αλλά την πλήρωσε το μικρό. Όταν ήρθε ο πατέρας μου το βράδυ από τα χτήματα, έγινε χαμός στο σπίτι».

Δεν μεγάλωσε ανάμεσα σε καντήλια και εικονίσματα. Δεν κάνει μεγάλους σταυρούς και βαθιές μετάνοιες, δεν κρατάει όλες τις νηστείες. Την πίστη της την διδάχτηκε από τους πιο μεγάλους και την θεωρεί πολύ σημαντική. Στην εκκλησία πάει μόνο όταν νοιώσει την ανάγκη. «Το κατηχητικό δεν μου άρεσε, δεν την άντεχα την κλεισούρα. Ήμουν ελεύθερο μυαλό, ήθελα να είμαι έξω και να παίζω. Ή να τρέχω σε δουλειές, να κάνω θελήματα, μπας και βγάλω κάνα πιάτο φαΐ για το σπίτι. Θρησκευτικά έμαθα από τον παππούλη μου, λιβάνι τα χώματά του. Άγιος άνθρωπος, ούτε μύγα δεν πείραξε στη ζωή του. Ψάλτης». Μια φορά έκλεψε από τους Γερμανούς ένα ρολό συρματόπλεγμα για να γλιτώσει τους γονείς της από τις βραδινές σκοπιές στο αμπέλι, που τους έκλεβαν τα σταφύλια κι έπρεπε να μένουν εκεί. «Πώς δε με σκότωσαν οι ναζί… Μικρό παιδί, μια χαψιά, πέντε έξι χρονών ήμουν δεν ήμουν, αλλά αυτοί δεν χαμπάριαζαν από τέτοια. Άνοιξα με τα χέρια μια τρύπα στο φράχτη τους, τρύπωσα στην αποθήκη κι έκλεψα το συρματόπλεγμα που είχαν ανάγκη οι δικοί μου. Δεν ήθελα να χρειάζονται κάτι και να μην το έχουν, ήμουν μικρή αλλά ένιωθα πως  έπρεπε να τους προστατεύω. Γονατιστή το κύλησα ως το σπίτι, ρόδα. ‘Να μην τρέχετε τις νύχτες να φυλάτε’, είπα στη μάνα μου όταν τρόμαξε που το είδε στην αυλή. Δική μου και αυτή η ευθύνη. Δεν μου την ανέθεσε κανείς, μόνη μου την πήρα. Μετά σκάψαμε μια γούβα πίσω από το σπίτι, φυτέψαμε και κάτι μελιτζάνες από πάνω και τη γλιτώσαμε. Όταν περίφραξε με αυτό ο πατέρας μου το χτήμα, πολύ μετά, η περηφάνια μου δεν περιγράφεται. Ένιωθα εντάξει με τον εαυτό μου».

Δεν την πειράζουν οι ξένοι που έχουν έρθει στην περιοχή. Τους συμπονά που δεν μιλάνε καλά τη γλώσσα και φοβούνται να πουν πολλά ή έχουν τριμμένα ρούχα. Όταν έχει τους δίνει ένα πιάτο φαΐ ή κάνα σακάκι. Όπου διακρίνει την ανάγκη τρέχει να προσφέρει αυτό που μπορεί. Θέλει να βλέπει γύρω της έναν κόσμο δίκαιο. Δεν αντέχει να κλείνει τα μάτια στον πόνο. «Ο πόλεμος, είτε με όπλα είτε με αδιαφορία ή κακία για τον πλησίον σου, είναι άσχημο πράγμα. Τα έζησα όλα αυτά, και ξέρω τι σημαίνουν. Στον Έντυ που μου σκάλισε τον κήπο έδωσα το μεροκάματο και μια τσάντα λεμόνια. Τις προάλλες έφτιαξα μαρμελάδα και τον φίλεψα ένα βάζο να! Στη Σβέτα που με βοηθάει στις δουλειές πάντα φροντίζω να ζεσταίνω τυρόπιτα, να κόβει τη μέρα της στη μέση, με τον καφέ της. Αν έχω και κάνα έξτρα πακέτο μακαρόνια, της το κερνάω να το μαγειρέψει στα παιδιά της. Στο σούπερ μάρκετ τα μισά μου ψώνια άδειασα μπροστά σε μια γριά που ζητιάνευε στο πεζοδρόμιο. Χίλιες ευχές μου έδωσε, σε άλλη γλώσσα. Λεφτά δεν είχα. Μπορούσα όμως να φάω εγώ ξέροντας πως αυτή πεινάει; Ψυχές είναι κι αυτοί, όπως εμείς. Με οικογένειες και συγγενείς κάπου μακριά. Τι φταίνε που τους ξερίζωσε η φτώχια; Δεν πρέπει να κάνουμε διακρίσεις στους ανθρώπους. Αν δείχνεις κάποιον με το δάχτυλο και λες ‘κοίτα τον κακομοίρη’ είναι σα να λες μπράβο στα κανάλια που κοροϊδεύεις. Δεν είναι θέαμα οι άνθρωποι, αλληλεγγύη και ανθρωπιά ζητάνε. Σε σένα τα λέω όλα αυτά, ποτέ δεν μιλάω πάρα έξω».

Κάθε τόσο ξεχνιέται. Αναπολεί το παρελθόν, μιλά για τις ρίζες της και τις καταβολές της. Την δυσκολεύει ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπει να μεταμορφώνεται. Αγωνιά για το μέλλον των επόμενων γενεών. Να’ την ξανά εκείνη η παλιά ευθύνη. Αλλιώς τα ήλπιζε και αλλιώς τα βλέπει. Στεναχωριέται με την κατάντια της κοινωνίας. Δεν συμπαθεί τους αστυνόμους, δικαιοσύνη επιθυμεί. Δεν πιστεύει πως ο ψήφος της πάει άδικα επειδή δεν είναι νέα τριάντα χρονών – συνεχίζει να νιώθει υπεύθυνη, όπως τότε που ήταν παιδί. Για όλους. Δεν αρνείται να μετακινηθεί πολιτικά – βλέπει πως οι πάλαι ποτέ ιδεολογίες σήμερα έχουν αλλάξει. Ακούει συμβουλές, προσφέρει, φοβάται το σκοτάδι της εποχής, κάνει αυτό το λίγο που μπορεί για να αλλάξει τον κόσμο. Και αυτό το λίγο γίνεται πολύ, γιατί κρύβει μέσα του ψυχή και πίστη. Δεν πιστεύει σε κάποια «κυβέρνηση ευθύνης», πιστεύει πως την έγνοια αυτή ο καθένας οφείλει να την κουβαλά στην πλάτη του ξεχωριστά αν θέλει να λέγεται άνθρωπος.

Δεν είναι μια ηρωίδα του Ντοστογιέφσκι. Η ζωή της δεν βασίζεται σε απαρέγκλιτες δομές. Τα δράματα και οι θρίαμβοί της δεν έχουν γίνει βιβλίο ή θεατρική παράσταση. Κανένα κοινό δεν θα την χειροκροτήσει μόλις πέσουν οι τίτλοι του τέλους. Είναι η μάνα μου, η μάνα σου, η γιαγιά μας, η γειτόνισσα, η γνωστή, η γυναίκα της διπλανής πόρτας που δεν απέκτησε γνώσεις στο πανεπιστήμιο αλλά γνωρίζει πολύ καλύτερα από τους πτυχιούχους και τους σοβαροφανείς ρήτορες τον κόσμο και τη ζωή. Σε βάθος. Αυτή η γυναίκα Υπάρχει. Ας γίνει παράδειγμα. Ας γίνει ευγενής Στόχος.

Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Ζ’

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 14, 2013 by Theorema

Lemon (1)

Η κοσμοθεωρία μου είναι πως δεν πρέπει να υπάρχουν κοσμοθεωρίες. Είμαι ένας ραδιοφωνικός δέκτης, μια κεραία, που συλλαμβάνω σήματα και ραδιοσυχνότητες από τον κόσμο κι έπειτα ανασυνθέτω τις πληροφορίες και βγάζω συμπεράσματα. Με τον ίδιο τρόπο μου δημιουργούνται εντυπώσεις, ιδέες και απόψεις. Αναμεμειγμένες με αναμνήσεις και εικόνες, που γίνονται μέσα στο μυαλό μου ένας παχύρρευστος χυλός ο οποίος όταν χωνευτεί αφήνει μέσα μου τα θρεπτικά συστατικά του και μετά μπορώ να αποβάλλω τη φύρα του. Όλα αυτά δεν τα σκέφτηκα μόνος μου, κάπου τα έχω διαβάσει. Με άλλη διατύπωση, φυσικά, με αντιπροσωπεύουν όμως απόλυτα. Κάποιος σοφότερος τα σκέφτηκε παλιά και εγώ τα ενστερνίστηκα αμέσως. Δεν ξέρω αν αυτό ονομάζεται κλοπή ή μιμητισμός, όμως οι ιδέες είναι για να κυκλοφορούν, να υιοθετούνται και να εφαρμόζονται από όποιον τις πιστεύει.

Θα ήθελα να πάω κάπου διακοπές. Σε ένα άγνωστο μέρος, ολομόναχος. Και με κάποιο μαγικό τρόπο να εισχωρήσω στη ντόπια ζωή και να γίνω ένα με τον τόπο και τους κατοίκους του. Όχι μόνο με τους κατοίκους αλλά και με τα δέντρα, τα ζώα, το κλίμα, τη γεωγραφία. Αναρωτιέμαι συχνά αν οι διαστάσεις που γνωρίζουμε είναι οι μόνες που υπάρχουν. Θα μπορούσε άνετα να υφίσταται μια διάσταση που μέσα της να κινείται κάποιος συγκεχυμένα, ως αφηρημένη έννοια ή και το αντίθετο. Ως γενικός επόπτης. Σαν κινηματογραφική κάμερα, με άλλα λόγια. Να υπάρχει παντού και να έχει επίγνωση όλων όσων συμβαίνουν σε πολλαπλά επίπεδα, διαρκώς και αδιαλείπτως. Μπορεί σε αυτή την ενδεχόμενη άγνωστη διάσταση, κάπου πολύ μακριά ή και δίπλα μας, η σκέψη μου να εφαρμόζεται ήδη.

Όταν αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στην ιατρική σκόπευα να γίνω ψυχίατρος. Ήθελα να μπαίνω στη σκέψη των άλλων και να εξερευνώ τα κλειστά δωμάτια του νου τους. Και μετά να τους δείχνω σκιτσάκια με μουτζουρωμένες πεταλούδες και ασχημάτιστα σκουλήκια και να τους ρωτάω τι βλέπουν εκεί, αν αυτό που βλέπουν τους μιλάει και τι λέει, αν αλλάζει μορφή και αν είναι συμπαθητικό ή αν τους φοβίζει. Κι έτσι να βγάζω συμπεράσματα και να καταλήγω σε επιστημονικές εκτιμήσεις. Με τον καιρό κατάλαβα πως η προοπτική με ενοχλούσε. Είναι δυσάρεστο να βρίσκεσαι με κάποιον που ξέρεις πως μπορεί να διαβάσει ανά πάσα στιγμή τη σκέψη σου ή να ερμηνεύσει την παραμικρή σου κίνηση. Κανένας δεν θα ήθελε έναν ψυχίατρο στην παρέα του, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε εισβολή. Τους ψυχιάτρους ο κόσμος τους θέλει αυστηρά μέσα στα ιατρεία ή στις κλινικές τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τα μέντιουμ. Ο κόσμος, βαθιά μέσα του, τα μέντιουμ είτε τα κοροϊδεύει είτε τα φοβάται.

Η Βάσω ήταν μέντιουμ. Ήξερε να διαβάζει τον καφέ και να αποκαλύπτει το μέλλον. Ήταν στενές φίλες με τη μητέρα μου, που την υπεραγαπούσε. Στο σπίτι της ήταν χτισμένο στη μέση ενός κάμπου, αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Μου άρεσε το σπίτι αυτό. Ήταν μονόπατο, με σκεπή από Ελενίτ και έναν μεγάλο, αφρόντιστο κήπο. Κάθε φορά που πηγαίναμε εκεί τρελαινόμουν να παίζω με τα γατιά και τα σκυλιά της. Η μητέρα μου καθόταν μαζί της στην κουζίνα, φτιάχνανε καφέ και μόλις τον έπιναν αναποδογύριζαν τα φλιτζάνια στα πιατελάκια. Μερικές φορές έστρωναν πρώτα μια χαρτοπετσέτα, θυμάμαι όμως ότι η μάντισσα επέμενε πως για να γίνει σωστά η δουλειά έπρεπε να λερωθεί το πιάτο. Όταν έκανε κρύο με άφηναν να παίζω μπροστά στο τζάκι, όπου ήταν στρωμένη μια κουρελού γεμάτη χρώματα και μπόλικα ψίχουλα και μυρμήγκια. Ο αδελφός μου σιχαινόταν να καθίσει κατά γης, εμένα ήταν το καλύτερό μου. Εκείνος περίμενε στο σαλόνι με το βιβλίο στο χέρι κι εγώ έπιανα μυρμήγκια και τα πετούσα στη φωτιά. Αυτή είναι μια συνήθεια που με ενοχλεί όταν την θυμάμαι. Τότε όμως δεν σκεφτόμουν λογικά ούτε ήξερα τι σημαίνει τύψεις.

Το πιο συγκλονιστικό πράγμα που είχε αποκαλύψει στη μητέρα μου η φίλη της ήταν ο ίδιος ο θάνατός της. Ακούγεται ανατριχιαστικό, είναι όμως αλήθεια. Ήμουν μεγάλος πια για γατιά, σκυλιά και μυρμήγκια. Εκείνη τη μέρα καθόμουν στην πολυθρόνα με τα κόκκινα τριαντάφυλλα που υπήρχε στο χωλ και περίμενα να τελειώσουν. Οι γονείς μου σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το καλοκαίρι των δεκαεπτά μου χρόνων. Λίγες βδομάδες νωρίτερα η Βάσω είχε διακρίνει στον καφέ δυο ανθρώπους σε ένα δρόμο αδιέξοδο, χωρίς επιστροφή ή παρακάμψεις. Σε μια οριστική διαδρομή, όπως είχε παρατηρήσει. Φυσικά η μητέρα μου δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία ούτε θέλησε, φαντάζομαι, να πάρει πολύ στα σοβαρά το χρησμό. Ενδεχομένως δίστασε και να τον ερμηνεύσει. Η Βάσω ήταν σκεπτική εκείνη τη μέρα. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που την είδα.

Κάθομαι στην κουζίνα και κοιτάζω στον ακάλυπτο. Η Σοφία Αλευροπούλου έχει βγει στο μπαλκόνι με το ασύρματο τηλέφωνο στο αυτί και μιλάει. Πηγαινοέρχεται ασυναίσθητα από τη μία άκρη στην άλλη. Υπολογίζω πως το μπαλκόνι της έχει μήκος περίπου τέσσερα μέτρα. Από τη μία άκρη του μέχρι την άλλη, κάνει περίπου είκοσι βήματα. Στα σχοινιά κρέμονται σεντόνια και μαξιλαροθήκες. Ούτε ένα στρινγκάκι ή σουτιέν. Η σημερινή μπουγάδα έχει ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Πάντα με ήλκυαν οι λεπτομέρειες της ζωής της Σοφίας Αλευροπούλου. Σε τι χρώμα σεντόνια κοιμάται, τι είδους εσώρουχα φοράει, από τι υλικό είναι φτιαγμένες οι ποδιές για την κουζίνα της, τι περιοδικά της αρέσει να διαβάζει, τι μουσική ακούει, τι ώρα πηγαίνει για ύπνο, πώς βάφει τα νύχια της, πώς απαντά στο κουδούνι και διάφορα άλλα.

Ξαφνικά σκέφτομαι τη Σοφία Αλευροπούλου γριά. Με πατερίτσες, ή ακόμα χειρότερα με πι, άσπρα μαλλιά και ζαρωμένο πρόσωπο. Τα χέρια της είναι στιγματισμένα καφετιές κηλίδες και το δέρμα στο λαιμό της γεμάτο κρεμασμένες ρυτίδες. Έχει κοντύνει κάπως, όπως κονταίνουν όλοι όσο γερνούν, και είναι καμπούρα και δυσκίνητη. Κάνει μία ώρα να φτάσει από το ένα άκρο του μπαλκονιού στο άλλο. Καθ’ οδόν της φεύγουν λίγα ούρα, που σχηματίζουν πίσω της μια αχνιστή γραμμή. Είναι χειμώνας εντός κι εκτός, και η γειτόνισσά μου ετοιμάζεται να πεθάνει. Η σκέψη με στεναχωρεί και προσπαθώ να την διώξω αμέσως. Δακρύζω και ξαφνιάζομαι. Νιώθω άσχημα, είμαι σχεδόν τρομοκρατημένος. Δεν είχα καταλάβει πως η Σοφία Αλευροπούλου είναι τόσο σημαντική για μένα. Μπορεί να φταίει που μαζί με την εικόνα της, σε κάποιο βαθύτερο επίπεδο της σκέψης μου, είδα και τη δική μου γερασμένη εικόνα.

«Η ψυχή σου είναι πολύ νέα. Δεν έχεις γεννηθεί πολλές φορές, γι’ αυτό και είσαι τόσο συναισθηματικός, και χαίρεσαι και λυπάσαι αμέσως», μου είχε πει η Βάσω μια φορά, πάνω σε μια κρίση μεταφυσικής διαύγειας. Εμένα δεν μου διάβαζε ποτέ τον καφέ. Μόνο με παρατηρούσε.

Ο συνταξιούχος περιπτεράς του πρώτου βλέπει τηλεόραση. Έχει απλώσει τα πόδια του σε μια πολυθρόνα και κάθεται ακίνητος. Στο ένα χέρι κρατάει το τηλεκοντρόλ και στο άλλο ένα τσιγάρο. Στο μπράτσο του καναπέ έχει ένα τασάκι, το οποίο όμως δεν διακρίνω αν είναι καθαρό ή ξέχειλο. Προσπαθώ να τον φανταστώ νεώτερο, μέσα στο περίπτερό του. Να περνάει όλη τη μέρα βάζοντας και βγάζοντας το χέρι στους πελάτες του, δίνοντας σοκοφρέτες ή ρέστα. Να ακούει λαϊκά στο ραδιόφωνο και να αναστενάζει για μια περαστική με κόκκινο φόρεμα και ωραίες γάμπες, που κρατάει στο χέρι ένα μωρό το οποίο της μοιάζει, δεν είναι όμως δικό του. Αναρωτιέμαι τι είδους γυναίκες να ερωτεύεται ο περιπτεράς. Και τι τρόπο βρίσκει τώρα πια για να τις προσεγγίζει.

Η ώρα κοντεύει μία και το στομάχι μου με κόβει. Θυμάμαι πως έχω να φάω από προχθές και αποφασίζω να σηκωθώ να μαγειρέψω. Βγάζω τη σακούλα με τις φακές απ’ το μανάβη, μια σκελίδα σκόρδο και ένα χοντρό κρεμμύδι. Ανάβω το μάτι και βάζω να βράσει το νερό. Μετά ρίχνω τέσσερις χούφτες φακές στο τραπέζι και αρχίζω να τις καθαρίζω. Βγάζω τα πετραδάκια και τους κόκκους σταριού και τα παραμερίζω με τη γωνία της παλάμης. Έχω τεράστια υπομονή, προσέχω πολύ μη μου φύγει κάτι. Τις φακές τις ρίχνω σε ένα πλαστικό μπλε λεκανάκι που ακουμπά στα πόδια μου. Όταν τελειώνει το καθάρισμα, τις ξεβγάζω στο νεροχύτη και τις ρίχνω στο νερό να κοχλάσουν. Μετά κόβω το κρεμμύδι και το σκόρδο και ψαρεύω ένα φύλλο δάφνης από το βαζάκι με τα μυρωδικά. Αδειάζω το πρώτο νερό και κρατάω τις φακές στο σουρωτήρι. Το μάρμαρο του νεροχύτη έχει γίνει καφέ. Λίγοι κόκκοι φακής μου ξέφυγαν και φράζουν το σιφόνι. Οι ατμοί με τσούζουν στα μάτια και μου κόβουν την αναπνοή. Ρίχνω τις φακές στην κατσαρόλα, προσθέτω το κρεμμύδι, το σκόρδο και τη δάφνη και ξαναγεμίζω με νερό. Μόλις αρχίσει να βράζει το φαγητό προσθέτω τη ντομάτα και μπόλικο αλατοπίπερο. Λίγο πριν σερβιριστώ μια ξέχειλη γαβάθα, ρίχνω λίγο λάδι και ανακατεύω να πάει παντού.

Απ’ έξω ακούγεται ένα τραγούδι του Μητροπάνου. «Σ΄αγαπώ σαν αμαρτία, σε μισώ σα φυλακή, κόψε με λοιπόν στα τρία, στάλα αίμα δεν θα βγει». Και φωνές παιδιών από το διπλανό σχολείο, κόρνες, γατιά που νιαουρίζουν στον ακάλυπτο, ένα παράθυρο που κλείνει απότομα, πουλιά. Νιώθω ήρεμος και παραξενεμένος. Τελειώνω το φαΐ μου και κατεβάζω ένα μεγάλο ποτήρι νερό. Καφέ δεν έχω έτοιμο, θα χρειαστεί να φτιάξω. Μουρμουρίζω το τραγούδι του Μητροπάνου και το αφιερώνω νοερά στη Σοφία Αλευροπούλου, που αν την γνώριζα κανονικά μπορεί και να μην την αγαπούσα καθόλου. Βάζω το μπρίκι να βράσει, ρίχνω τα υλικά και περιμένω. Κοιτάζω τον καφέ από την πρώτη στιγμή της παρασκευής του μέχρι την τελευταία σαν να του κάνω μάγια. Μόλις αρχίσει να φουσκώνει τον κατεβάζω απ’ τη φωτιά και τον σερβίρω σε μια πήλινη κούπα με τον Τουίτι.

Περπατάω με αργά βήματα ως το σαλόνι. Σκέφτομαι πως μέσα στα εξήντα τετραγωνικά μου πρέπει να ανακαλύψω νοήματα, σκοπούς και ελευθερίες. Το ταξίδι μου φαίνεται ενδιαφέρον και αρκετά προκλητικό. Κυρίως όμως μου φαίνεται ασφαλές και ξεκάθαρο. Εδώ μέσα δεν μπορεί να με προδώσει κανείς και δεν μπορώ να προδώσω κανέναν. Δεν οφείλω να συγχωρήσω κάποιον ούτε να του ζητήσω συγγνώμη για να συγχωρεθώ. Δεν περιμένω να θυσιαστεί κανείς για μένα ούτε πρέπει να θυσιαστώ εγώ γι΄αυτόν. Είμαι μόνος μου, μακριά από συζητήσεις, διαιτησίες, εξηγήσεις και παρεξηγήσεις. Είμαι ένας ταξιδιώτης που κατευθύνεται προς το κέντρο του εαυτού του. Μπορώ να παραληρώ, να τρώω, να κοιμάμαι, να κάνω ή να μην κάνω, να ερμηνεύω τις σκέψεις μου, όπως μπορώ και να αφήνω αναπάντητα όσα ερωτήματα δεν θέλω να λύσω. Η κατεύθυνσή μου είναι σαφής και οι όροι δικοί μου. Νιώθω τρομερά μόνος και ταυτόχρονα τελείως ελεύθερος. Σαν αρχηγός χωρίς στρατηγική αλλά με απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Ή σαν βασιλιάς στο σκάκι.

Κάθομαι στον κόκκινο καναπέ και κοιτάζω γύρω μου. Βλέπω πως έχω ξεχάσει το στερεοφωνικό ανοιχτό από χτες. Τα κουμπιά είναι όλα αναμμένα. Ούτε που με νοιάζει. Ανάβω ένα τσιγάρο και φυσάω στο ταβάνι τον καπνό. Σκέφτομαι σε αργή κίνηση και μου αρέσει. Οι ανάγκες μου είναι ελάχιστες. Υποχρεώσεις δεν έχω. Ούτε προοπτικές ή σχέδια για το μέλλον. Όσο μου φτάνουν τα λεφτά για ρεύμα και νερό, θα κάνω πως δεν υπάρχει ο έξω κόσμος. Μετά, θα δω. Αν έρθει η κατάλληλη στιγμή, μπορεί ανάμεσα σε μένα και την κοινωνία να διαιτητεύσουν οι σκύλοι. Να βγάλουν κάποιο πόρισμα αυτοί, που τους ακούω τώρα στο δρόμο να αλυχτάνε παράξενα, σαν να θέλουν να με προειδοποιήσουν για κάτι. Σκέφτομαι τα σκυλιά στο κτήμα της Βάσως, το χρησμό του θανατικού, τα μυρμήγκια που πετούσα στις φλόγες και την πολυθρόνα με τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Μετά σκέφτομαι τον αδελφό μου, τη Νταίζη, τους γονείς μου στο τραπεζάκι του πικ νικ. Ένας κόμπος ανεβοκατεβαίνει στο λαιμό μου. Βήχω και καταπίνω το φλέμα μου. Μετά ρουφάω μια γουλιά καφέ και νιώθω τη μυρωδιά του να μου αρωματίζει τον ουρανίσκο. Γλύφω τα μούσια μου και νιώθω λίγη αηδία. Οι τρίχες στη γλώσσα είναι κάτι που μισώ.

Είμαι ένας απορημένος Ροβινσώνας Κρούσος που ζει μια βυθισμένη περιπέτεια. Δεν φαντάζομαι τι μπορεί να μου συμβεί σε μια ώρα ή σε μια ζωή. Ξέρω μόνο πως αυτή τη στιγμή θα ήθελα να είχα τους τρεις σκύλους εδώ μπροστά μου, να καθόμασταν όλοι μαζί στο πάτωμα και να περνούσαμε λίγη ώρα ακίνητοι, κοιτώντας ο ένας τα μάτια των άλλων. Κι έτσι να μάθαινα πολλά. Να γνώριζα κάτι πάρα πάνω.

 

Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Στ’

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 13, 2013 by Theorema

 pontikaki

Σήμερα είμαι αδιάθετος. Όσο περνά η ώρα φουντώνει η γαστρίτιδα και ο σαδομαζοχισμός μου. Μέσα στο στομάχι μου πλέουν καράβια. Κάτω, χαμηλά, ένα παλινδρομικό «τσικ» μου στρίβει τα έντερα. Σκέφτομαι μεσαιωνικά βασανιστήρια με αλυσίδες, πένσες και τανάλιες και ηδονίζομαι. Από το πρωί έχω κάνει τη διαδρομή σαλόνι – τουαλέτα τουλάχιστον επτά φορές. Χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα, φυσικά, εφόσον όλη μέρα τρέφομαι με τσιγάρα και καφέδες. Κάθε φορά, με το που κάθομαι στη λεκάνη, σκέφτομαι βαρκούλες να ανεβοκατεβαίνουν πάνω στα κύματα των γαστρικών υγρών μου και νιώθω λυρικός και σπουδαίος. Είμαι ένα κινούμενο έργο τέχνης, μια ζωντανή εγκατάσταση. Πού και πού, ένα καΐκι κάπως πιο ογκώδες από τις υπόλοιπες ψαρόβαρκες που κολυμπάνε μέσα μου φρακάρει στα τοιχώματα του διαφράγματός μου και με γδέρνει. Ξεροκαταπίνω και περιμένω να ξεγλιστρήσει από τα στενά και να εξοκείλει στις παρυφές του παχέος εντέρου μου. Ξέρω πως το γδάρσιμο αυτό μου αξίζει και δεν κάνω τίποτα για να το αποφύγω.

Η ώρα κοντεύει τέσσερις. Έξω έχει λιακάδα. Χώνομαι στον κόκκινο βελούδινο καναπέ του σαλονιού και νιώθω τα πάντα μέσα μου να λιώνουν. Κι ύστερα να πέφτουν κάτω. Εντός μου. Ένα βουναλάκι από κατακρημνισμένα εντόσθια μέσα σε ένα αφιλόξενο σώμα. Χαϊδεύω μηχανικά το υπογάστριό μου και παίρνω βαθιές εισπνοές. Ρεύομαι και ανακουφίζομαι στιγμιαία, όμως η αίσθηση δεν διαρκεί. Μετά από λίγο ο κλοιός στενεύει και τα πλεούμενα τσακίζονται ξανά στα εσωτερικά μου βράχια.

Με το σώμα μου δεν τα πήγα ποτέ καλά. Νομίζω πως το αντιπαθούσα πριν καν γεννηθώ. Όταν ήμουν μικρός η μάνα μου έλεγε πως δεινοπαθούσε μέχρι να κατεβάσω τρεις μπουκιές και ντρεπόταν που οι άλλες μαμάδες τάιζαν εύκολα τα βλαστάρια τους ενώ εκείνη πέρναγε τα μαρτύρια του Ταντάλου. Μια φορά, μου έλεγε, είχε μόλις κατορθώσει να με κάνει να φάω ένα πιάτο κρεατόσουπα και ήταν πανευτυχής. Μόλις κατάπια την τελευταία κουταλιά κάνω ένα «κλουπ!», – κλουπ έλεγε, αυτός ήταν ο ήχος – και της ξερνάω όλο το φαγητό στο πιάτο. Τότε εκείνη ένιωσε τόση απελπισία, τόση αδικία από το Θεό, που άρχισε να με ξαναταΐζει τον εμετό μου με το κουτάλι. Δεν σταμάτησε μέχρι που το κατέβασα όλο. Ανάκατο με δάκρυα και μύξες.

Στην εφηβεία άρχισα να τρώω ασταμάτητα. Τα πάντα εκτός από αυγό και κρεατόσουπα. Πήρα αμέτρητα κιλά, και τότε η μάνα μου συνέχισε να ντρέπεται χειρότερα για μένα. Στα διαλείμματα του σχολείου έτρωγα ψωμί φουλαρισμένο με πατατάκια Τσακίρης, γκοφρέτες, κρουασάν, τυρόπιτες. Στο σπίτι σαβούριαζα μπισκότα, μαρμελάδες, λόφους φαγητού, κόκα κόλες, τα πάντα. Η αίσθηση πως το στόμα μου ήταν μπουκωμένο με καθησύχαζε, αλλιώς αισθανόμουν εκτεθειμένος και ανασφαλής. Μπορεί και λιγάκι ένοχος. Τις ώρες που δεν είχα μπροστά μου κάτι φαγώσιμο με έπιανε αγωνία. Ήμουν σε κατάσταση αναμονής για το καταπραϋντικό μου.

Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο επιχείρησα να χάσω κάποια κιλά, κυρίως για γκομενικούς λόγους. Το βάρος μου έγινε ένα μπούμερανγκ που όσο το εκτόξευα στην άλλη πλευρά, τόσο επέμενε να μου ξαναγυρνά στα μούτρα. Περνούσα βδομάδες ολόκληρες τρώγοντας πατάτες τηγανιτές, μήλα και μακαρόνια σκέτα. Τότε αυτή η διατροφή ήταν πολύ της μόδας. Έλεγαν πως αν έτρωγες μόνο αυτά τα τρία φαγητά – αλλά χωρίς να τα αναμειγνύεις – έχανες βάρος εγγυημένα. Μετά δοκίμασα διάφορες άλλες αυτοκαταστροφικές δίαιτες που γιγάντωσαν τη μανία μου για κατανάλωση. Όπως και την απέχθεια για το κορμί μου, μέχρι που τελικά συμφιλιώθηκα με την παραίτηση.

Στο σχολείο ήμουν μελετηρός και υπάκουος μαθητής. Ένα πρωί, στην Α’ λυκείου, αποφάσισα πως είχε έρθει η ώρα να γευτώ – πάλι κάτι να γευτώ ήθελα! – τον απαγορευμένο καρπό για τον οποίο μου μιλούσε διαρκώς ένας ξάδερφός μου, μεγαλύτερος σε ηλικία, που φημιζόταν στο σόι για την ομορφιά και την εξυπνάδα του: την πρώτη μου κοπάνα.

Όλο το βράδυ καρδιά μου χτυπούσε τις ώρες σαν ρολόι. Ο ύπνος μου ήταν διακεκομμένος και ελαφρύς. Ένας σχεδόν μη-ύπνος. Το πρωί έφυγα από το σπίτι κανονικά. Λίγα μέτρα πριν από την είσοδο του σχολείου λοξοδρόμησα και άρχισα να βαδίζω αντίθετα. Αγωνιούσα. Το στομάχι μου ήταν μια λίμνη γεμάτη άγρια χρυσόψαρα και μέσα στα μάτια μου πετάριζαν πεταλούδες – από τότε τα εσωτερικά μου όργανα είχαν μια δική τους ζωή. Παρόλο που έτρεμα, δεν δίστασα. Η ελευθερία με καλούσε κάνοντάς μου σχιζοφρενικά παζάρια. Στον ουρανό πετούσαν τα περιστέρια της ειρήνης και διάφορα άλλα πουλιά. Ένιωθα γενναίος, όπως πρέπει να νιώθει ο καλός πολεμιστής που ετοιμάζεται να μπει στη μάχη.

Η μέρα εκείνη έχει μείνει στο μυαλό μου σαν απόσπασμα από ταινία εποχής, τότε που ο βωβός κινηματογράφος παρουσίαζε ως λογικές ακόμα και τις πιο παράλογες κινήσεις του Τσάρλι Τσάπλιν. Και που το νόημα και την υπόθεση του έργου τα καταλαβαίναμε χωρίς υπότιτλους, χάρη σε όσα μας άφηνε να διακρίνουμε για μια στιγμή στο πρόσωπό του.

Χώθηκα σε ένα καφενείο, τρία τέσσερα στενά κάτω από το σχολείο. Τόσο έφτανε η καλούμπα της απόδρασής μου. Είχε μόνο γέρους μπροστά σε τάβλια και καφέδες. Ήπια πορτοκαλάδα με ανθρακικό και έφαγα μια σπανακόπιτα, ένα λαδοκούλουρο με τυρί και σουσάμι και μια πάστα ποντικάκι, σαν αυτές που μου έφερνε ο πατέρας μου. Μέχρι το μεσημέρι είχα ρουφήξει τουλάχιστον τρία πακέτα τσιγάρα από τους καπνούς των διπλανών και είχα μπουκώσει από φαΐ και ελευθερία.

Εκείνη την ημέρα ο διευθυντής του σχολείου αποφάσισε να κάνει έλεγχο απουσιών. Οι γονείς των μαθητών όλων των τμημάτων είχαν ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς και έπρεπε να δικαιολογήσουν τις απουσίες των παιδιών τους. Ήταν κάτι σαν τις σημερινές προσομοιώσεις πυρκαγιάς που κάνουν οι μεγάλες εταιρείες για να δουν πώς αντιδρά το προσωπικό σε περίπτωση κινδύνου και να δικαιολογήσουν κονδύλια σε εταιρείες συναγερμών και σε πριβέ πυροσβέστες. Το μεσημέρι που γύρισα ανυποψίαστος σπίτι πλήρωσα τοις μετρητοίς το τίμημα της ελευθερίας μου.

Αν έγραφα βιβλίο για τη μέρα αυτή, θα το ονόμαζα «Η πάταξη του επαναστατημένου ανθρώπου» και ουδεμία σχέση θα είχε με τις απόψεις του Σαρτρ. Αν συνέθετα μουσική, θα ήταν κάτι με τίτλο «Ο εκμηδενισμός μιας σοβαροφανούς προσωπικότητας», σε στυλ Καραΐνδρου: λυπητερό, δραματικό και αδιέξοδο όπως μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Αν ήταν ημερολόγιο, θα ήταν αυτό που πάνω του το ίδιο βράδυ θα ξεσπούσα την απόγνωσή μου και κάποια μέρα θα το έβρισκε η μάνα μου, θα το διάβαζε, και αγανακτισμένη με τις οικτρές σκέψεις μου θα μου το έτριβε στα μούτρα σκάβοντας με το δάχτυλο την πρώτη λακουβίτσα της καινούριας εφηβικής νεύρωσής μου, έτσι όπως σκάβουν τα μυρμήγκια μια νέα μυρμηγκοφωλιά.

Εγώ, σαν πειθήνιο παλικάρι, αντί να επαναστατήσω θα κατάπινα την ταπείνωση και τον εξευτελισμό μου και θα έσπευδα να αυτοακυρωθώ στην ποδιά της. Με την προθυμία και το πάθος του ιδανικού αυτόχειρα που απολογείται για την ύπαρξή του και ικετεύει για εξιλέωση. Είμαι σίγουρος πως έτσι θα γινόταν. Ο αγώνας για ελευθερία, όπως και για κάθε άλλο ιδανικό, είναι δύσκολη υπόθεση κι εμένα η μητέρα μου δεν τα σήκωνε κάτι τέτοια. Ήμουν ήδη ένας ηττημένος πολεμιστής. Ένας ρίψασπις.

Αντί να αμυνθώ θα έσπευδα να δηλώσω μετάνοια και να βοηθήσω την ηγετική φιγούρα να με συντρίψει λίγο πιο καλά. Να στρώσει το δρόμο για τις μελλοντικές μου ήττες διαπλάθοντας λιγάκι ακόμα το χαρακτήρα μου. Θα την εκλιπαρούσα για συγχώρεση και, για να την εξευμενίσω, θα την διαβεβαίωνα κλαίγοντας πως και εγώ ο ίδιος με δυσκολία με ανεχόμουν. Θα προσπαθούσα να νιώσω και να δείξω μπροστά της όσο πιο ένοχος γινόταν για να την κάνω να κατανοήσει την ειλικρινή μου μετάνοια. Μετά θα ορκιζόμουν, πλήρης τύψεων, πως όλα ήταν ένα ψέμα και πως όσα είχε διαβάσει στο προσωπικό μου ημερολόγιο ήταν το σενάριο μιας ξένης ζωής και πως δεν της κρατούσα την παραμικρή κακία για την ταπείνωση που μου είχε επιβάλει την ίδια και την επόμενη μέρα βάζοντάς με να ζητήσω δημοσίως συγγνώμη από τον λυκειάρχη για την ανάρμοστη συμπεριφορά μου.

Από κει και πέρα την καθημερινότητά μου θα συνέχιζα να την υποδύομαι ως έναν υποτιθέμενο ρόλο και τα μελανά σημεία της άστοχης κίνησής μου θα έπαυαν να μας αφορούν. Εξάλλου τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη στην πραγματικότητα. Και να συνέβη βέβαια εγώ το έχω απωθήσει, άρα είναι σα να μην έγινε ποτέ. Τη μητέρα μου συνέχισα να την σέβομαι και να την αγαπώ μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής της. Αν ήμουν κινηματογραφικός ήρωας θα ήμουν ο Νόρμαν Μπέητς. Έτσι θα της έδειχνα το σεβασμό και την ταπεινοφροσύνη που τόσο επιμελώς φρόντισε να μου διδάξει.

Είναι ήδη απόγευμα. Έξω έχει ακόμα φως και ακούω κάτι πουλιά να κελαηδάνε. Σηκώνομαι από τον καναπέ και σέρνομαι ως το μπαλκόνι. Η γειτόνισσα με το κομοδινί μαλλί πηγαινοέρχεται στο μπαλκόνι της με ένα λιβανιστήρι στο χέρι. Το θυμίαμα μυρίζει ως εδώ. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Την βλέπω που σταυροκοπιέται μουρμουρίζοντας. Υποθέτω πως έχει πιάσει συζήτηση με το Θεό. Ξαφνικά το εγγονάκι της θρήσκας βγαίνει στο μπαλκόνι και την πλησιάζει χαμογελαστό. Της πιάνει το ελεύθερο χέρι και το φιλάει. Εκείνη του χαϊδεύει το κεφάλι, το παίρνει από το χέρι και το πηγαίνει μέσα για φαγητό όπου διακρίνω οικογενειακή μάζωξη και καλεσμένους. Δίπλα τους η σημαία ανεμίζει ήσυχα. Μου αρέσει πολύ η ελληνική σημαία με το γαλανόλευκο σταυρό και τις λεπτές της ρίγες. Την βρίσκω μία από τις πιο εύστοχες και ενδιαφέρουσες σημαίες του κόσμου. Όπως και τη σπιτική ελληνική κουζίνα, την ελληνική οικογένεια, την ελληνική φιλοξενία και τα λοιπά.

Η κοιλιά μου γουργουρίζει. Ζαλίζομαι από αναγούλα και κούραση. Μπαίνω μέσα και πάω ως την κουζίνα για ένα ποτήρι νερό. Απόψε δεν έχω όρεξη ούτε για μακαρόνια ούτε για φακές. Το στόμα μου μυρίζει κρεατόσουπα και πύον. Φυσάω το χνώτο μου στην παλάμη και τα ρουθούνια μου συσπώνται από τρόμο. Θέλω να καπνίσω σαράντα τσιγάρα, να λιβανίσω με καπνό το διαμέρισμα, και μετά να βάλω τη δισκογραφία των σκύλων να παίζει στη διαπασών, αφού στη δισκοθήκη μου δεν διαθέτω τον εθνικό ύμνο. Μετά θα κάνω κοπάνα από την πραγματικότητα και θα ονειρευτώ πως τρώω πάστα ποντικάκι μέσα σε ένα καφενείο γεμάτο σκελετούς άγνωστων γέρων που επικεφαλής τους είναι ο διευθυντής. Πιο κει ο πατέρας μου θα στέκει μόνος του και θα με κοιτάζει λυπημένος, εγώ όμως θα κάνω πως δεν τον έχω δει.

 

Η δισκογραφία των σκύλων μέρος Ε’

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 8, 2013 by Theorema

Sraosa

(Η φωτογραφία-θαύμα είναι του Sraosha, που δέχτηκε να μου την παραχωρήσει γι’ αυτό το ποστ)

Το τέλος του κόσμου θα έρθει σαν υπεριώδης έκρηξη ένα μεσημέρι με λίβα και παχιές αυγουστιάτικες μύγες στα χωράφια και στους αχυρώνες. Στους στάβλους τα άλογα θα ρουθουνίζουν τρομαγμένα από διαίσθηση. Οι αγελάδες και τα μοσχάρια θα ιδρώνουν κουνώντας σαν έκρυθμα εκκρεμή τις βαριές ουρές τους. Παντού θα υφέρπει κάτι απροσδιόριστα δραματικό. Στις ακρογιαλιές θα πλατσουρίζουν παιδιά με μπρατσάκια και στόματα μπουκωμένα με κεφτεδάκια και κασέρι. Στα βότσαλα οι αμέριμνες μαμάδες τους με τα γυαλιά πεταλούδα και τα πιε-ντε-πουλ μαγιό θα διαβάζουν Καζαμίες και ερωτικά μυθιστορήματα τσέπης κάτω από πάνινες ριγέ ομπρέλες, νιώθοντας γενικώς και αορίστως ερωτευμένες. Ο τόπος θα μυρίζει Κόπερτον και κρεμμυδίλα. Λίγο πιο κει οι μπαμπάδες θα παίζουν ρακέτες και θα ρουφάνε τις κοιλιές κρυφοκοιτάζοντας τις γυμνόστηθες τουρίστριες με τα ξανθά μαλλιά και τα άγρια φωνήεντα στα αλλότρια στόματά τους. Το 2013 θα έχει γίνει 1970 και ο Φίλιππος Νικολάου θα έχει μόλις κάνει το πρώτο του χιτ.

Από τα ισόγεια θα αναδύονται μυρωδιές μεσημεριανού φαγητού – έχει σαφή διαφορά από το βραδινό. Γεμιστά, ομελέτα, χταποδάκι ψητό, κολοκυθοκεφτέδες. Όλα μαγειρεμένα με εκλεκτό ελαιόλαδο. Οι λευκές βουάλ κουρτίνες θα ανεμίζουν ανεπαίσθητα στα ορθάνοιχτα παράθυρα. Οι συνταξιούχοι θα διαβάζουν «Εστία» στο μπαλκόνι και, δίπλα τους, τα λιβακωμένα τους κατοικίδια θα εκλιπαρούν για λίγες σταγόνες νερό στην ξεραμένη τους μουσούδα. Οι ανεμιστήρες θα στέκουν κολοβοί. Οι συχνές διακοπές ρεύματος θα έχουν κοστίσει τη ζωή σε κάμποσους καρδιοπαθείς ή ασθματικούς σε σπίτια και νοσοκομεία. Την πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού, εκείνη τη μέρα δηλαδή, ένα κορίτσι με κρυφά ψυχολογικά προβλήματα θα γιορτάζει τα γενέθλιά του. Ο κόσμος θα καταστραφεί την ώρα που θα φυσάει τα δέκα ροζ κεράκια του πάνω σε μια αφράτη τούρτα αμυγδάλου.

Εκείνη την ώρα θα βρίσκομαι στο σπίτι μου και θα διαβάζω Ευγένιο Αρανίτση. Τις «Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου», για να είμαι συντονισμένος και με το περιβάλλον, παρότι το βιβλίο κυκλοφόρησε μετά την δεκαετία της καταστροφής – τα ετεροχρονισμένα γεγονότα δεν ενοχλούν στο παραμικρό τη σκηνοθεσία μου. Θα έχω μόλις φάει μια τεράστια μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτα, θα έχω καπνίσει τρία τσιγάρα απανωτά και θα βρίσκομαι στον πέμπτο καφέ της ημέρας. Από δίπλα θα ακούγονται ο Αλβανός με την Ουκρανή που θα βγάζουν τα μάτια τους αλυχτώντας σαν αφηνιασμένοι λύκοι. Η Σοφία Αλευροπούλου θα μου έχει κάνει την έκπληξη και θα έχει βγει επιτέλους γυμνή στο μπαλκόνι του ακάλυπτου να απλώσει τη μπουγάδα. Ο ακάλυπτος είναι το βασίλειο του έρωτά μας. Ανάμεσα στον Αρανίτση και στα κάλη της γειτόνισσας θα ρίχνω ματιές και στου περιπτερά, που εκείνη τη μέρα θα έχει διαισθανθεί κι αυτός την καταστροφή, σαν τα άλογα και τους σκύλους, και θα πίνει ούζο ανέρωτο από το πρωί μαζί με το γιο του ακούγοντας Μητροπάνο, Καζαντζίδη και Ζαγοραίο.

Όλη αυτή την ώρα την μεγαλύτερη προσοχή εννοείται πως θα την αφιερώνω στην κωλάρα της Σοφίας Αλευροπούλου, που με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, με κάθε μανταλάκι που θα πιάνει στο σχοινί, θα διογκώνεται και θα πλησιάζει όλο και περισσότερο προς το μπαλκόνι μου. Η μαγική εικόνα της θα αναπαράγεται συνεχώς. Μικρές αλαφιασμένες μπάμπουσκες θα καταλαμβάνουν εγκιβωτισμένες το οπτικό μου πεδίο. Κάθε μανταλάκι και αλλαγή διάστασης, στάσης και ύφους. Στο τέλος το σώμα της θα γίνει ένα αφράτο, λευκό μπαλόνι με σαφή προορισμό, που θα πετάξει πάνω από τον ακάλυπτο, θα μπει στην κουζίνα και θα προσγειωθεί μαλακά πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπό μου. Θα γευτώ την υπέρτατη ηδονή βυθίζοντας τη μούρη μου στις απαλές της δίπλες. Θα εισπνεύσω ως τα βάθη των πνευμόνων μου τις θείες μυρωδιές της. Θα δαγκώσω κάθε πιθαμή της ζαχαρωτής σάρκας της, γλύφοντας τα κρυφά σημεία της με στοργή και μίσος. Μετά θα την ρίξω στο μωσαϊκό προσέχοντας να μη λιώσω κάνα μυρμήγκι, και θα την πηδήξω σαν σεπτός βασιλιάς. Ενδεχομένως και σαν καυλωμένος κανίβαλος. Όπως κάτσει. Με την ησυχία μου, θα χώσω τέρμα τα γκάζια μέσα στο ποθητό κορμί της. Όλα αυτά θα συμβούν την τελευταία μέρα του κόσμου φυσικά. Τότε που το ψυχωτικό κοριτσάκι θα σβήσει τα δέκα ροζ κεράκια του πάνω στην τούρτα αμυγδάλου. Ούτε λεπτό πριν. Ίδια κι απαράλλαχτα. Ακριβώς όπως τα είπα.

Είναι μεσάνυχτα και δεν με πιάνει ύπνος. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και μπαίνω στο μπάνιο. Κάθομαι στη λεκάνη και περιμένω. Δεν θέλω ούτε χέσιμο ούτε κατούρημα, όμως αυτή η στάση επιδρά ανακουφιστικά. Με καθησυχάζει. Αν ήμουν ζωγράφος θα έστηνα τα μοντέλα μου στην τουαλέτα και θα σχεδίαζα το περίγραμμά τους πάνω στον πορσελάνινο θρόνο μου. Θα έδινα ιδιαίτερη προσοχή στα πρόσωπά τους εν ώρα δράσης, καθώς και στα ξεχειλώματα των σωμάτων σε περίπτωση δυσκολίας ή τη στιγμή της ανακούφισης. Αν ήμουν σκηνοθέτης θα ήμουν ο Παζολίνι και θα είχα γυρίσει το Σαλό ακριβώς όπως το έκανε κι εκείνος. Αν ήμουν ποιητής θα είχα συνθέσει τον Ύμνο εις την Ελευθερία, ίσως λίγο παραλλαγμένο από αυτόν του Σολωμού, καθότι η δράση του δικού μου ύμνου θα εκτυλίσσονταν σε κλειστό χώρο και με διαφορετικό περιεχόμενο. Αν ήμουν ηθοποιός θα ήμουν η Τίνα Σπάθη και θα πρωταγωνιστούσα σε κοπρολαγνικές ταινίες της Φίνος Φιλμς. Δεν είμαι τίποτε απ’ όλα αυτά όμως. Είμαι ένας ανώνυμος φοιτητής της ιατρικής με περίσσευμα ενέργειας που ζει έγκλειστος στο σπίτι του και ονειρεύεται το τέλος του κόσμου τρώγοντας φακές και μακαρονάδες που μετά τις αφοδεύει με στοργή.

Σηκώνομαι από τη λεκάνη, τραβάω καζανάκι και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Μετά πλένω τα χέρια μου και φτύνω στο νιπτήρα. Ξανακοιτάζομαι. Η φάτσα μου είναι κάπως τρομακτική. Νιώθω λιγάκι σιχαμένος. Είμαι ο άνθρωπος των σπηλαίων σε μοντέρνα βερσιόν. Ή του κλειδαμπαρωμένου διαμερίσματος με θέα στον ακάλυπτο. Σβήνω το φως και βγαίνω στο διάδρομο. Χαϊδεύω με το δάχτυλο τον τοίχο που αφήνω πίσω μου και κατευθύνομαι προς το σαλόνι. Είναι σα να αφήνω πίσω μου μια αόρατη κλωστή που θα με ξαναφέρει στο σημείο εκκίνησης κάποια μέρα. Μερικές κινήσεις που τις κάνω ψυχαναγκαστικά, όπως η ευθεία γραμμή στον τοίχο με τον δείκτη του δεξιού χεριού ή η τελετουργία της λεκάνης, είναι οι καλύτεροί μου φίλοι. Ο ψυχίατρός μου θα έλεγε πως είμαι καθηλωμένος σε πρώιμο πρωκτικό στάδιο και με μπόλικες εμμονές από τη ζωή μου μέσα στον αμνιακό σάκο. Είναι αλήθεια πως τα έμβρυα απορροφούν την ενέργεια αλλά και τις παρενέργειες της μάνας τους όσο κυοφορούνται. Σταμάτησα να μιλάω στον ψυ όταν κατάλαβα πως είχε μετατραπεί σε φιλόσοφο, παύοντας έτσι να λειτουργεί θεραπευτικά. Η διδακτική του διάσταση ομολογώ πως με άφηνε παγερά αδιάφορο. Αν ήθελα κάτι τέτοιο υπάρχουν πάντα και τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται καν να μετακινηθώ.

Όταν ήμουν μικρός πηγαίναμε εκδρομές με το αυτοκίνητο. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, ο αδελφός μου κι εγώ. Στη διαδρομή ακούγαμε κάτι άσπρες χοντρές κασέτες με Αλέκα Κανελλίδου, Δήμητρα Γαλάνη και Γιώργο Νταλάρα. Ήταν σαν τις σημερινές βιντεοκασέτες στο μέγεθος, αν υποθέσουμε πως υπάρχει κάποιος που τις θυμάται ακόμα. Η μάνα μου προτιμούσε την Κανελλίδου, που είχε βραχνή και λάγνα φωνή. Μάλλον την έκανε να νιώθει απόλυτα τη μυστηριώδη θηλυκή ενέργεια των τραγουδιών της που μιλούσαν συστηματικά για έρωτα, προδοσία και τρομερές αμφιβολίες. Ο αδερφός μου κι εγώ ακούγαμε χωρίς να προσέχουμε. Συνήθως τσακωνόμασταν. Ο πατέρας μου δεν προτιμούσε τίποτα. Έβαζε απλώς τις κασέτες. Και οδηγούσε.

Περνούσαμε εικονοστάσια στολισμένα με ρετουσαρισμένες φωτογραφίες νεαρών νεκρών με μοιραία μάτια, γέφυρες με σκουριασμένα κάγκελα όπου είχαν γίνει ατυχήματα ή παρελάσεις, χωματόδρομους με αγκάθια όπου κάποιο κορίτσι θα είχε σίγουρα ματώσει τη γάμπα του, και καταλήγαμε σε κάτι ανεκδιήγητες εξοχές σαν καρτ ποστάλ, όπου με διάφορους άλλους θείους και απρόσωπα πλέον ξαδέρφια οι γονείς μάζευαν χόρτα, βολβούς, λουλούδια και κλαδιά αμυγδαλιάς. Τις περισσότερες φορές κάναμε πικ νικ σε κάτι μπλε πλαστικά τραπεζάκια με πτυσσόμενα καθίσματα, που όταν τα έκλεινες γίνονταν βαλιτσάκι που χωρούσε τάπερ, πιάτα και ποτήρια. Στο πάνω μέρος είχαν σχεδιασμένα τα σχήματα του ταβλιού. Ο πατέρας μου λάτρευε το τάβλι. Το όλον μου θύμιζε διαστροφή τρίτου βαθμού με αντικείμενο το κιτς και τις βουκολικές του εκφάνσεις. Στο τέλος της ημέρας το βαλιτσάκι έμπαινε στο πορτ μπαγκάζ κι εμείς μαζί με τα αγκαθωτά καλούδια της φύσης στο πίσω κάθισμα. Θυμάμαι ακόμα τις μυρωδιές της εξοχής πάνω στα ρούχα και τα καθίσματά μας. Οσμές πρωτογενούς πλεονάσματος μιας αθώας παιδικής ηλικίας.

Τότε μισούσα εκείνες τις οικογενειακές εξορμήσεις στην ελληνική ύπαιθρο. Οι τάσεις φυγής μου θέριευαν κάθε που οι γονείς μας ανακοίνωναν την επόμενη. Χίλια χρόνια μετά μου πονάνε τα κόκκαλα και οι περισσότερες νευρικές μου απολήξεις. Ξέρω πως αυτές οι απλοϊκές εκδρομές ήταν ό, τι πιο εγκάρδιο έχω ζήσει ποτέ. Κοιτάζω το παρόν και παραξενεύομαι. Τώρα οι εκδρομές μου εξαντλούνται στα πίσω καθίσματα αεροπλάνων για προπληρωμένες διακοπές, στα κηδειόχαρτα των γονιών μου πάνω σε κολώνες όλο πίσσα και πινέζες, και στα επτακόσια χιλιόμετρα ασφάλτου και νοερού χάους με τον αδελφό μου. Ενίοτε και στη διαδρομή σαλόνι – ακάλυπτος όπου καυλώνω αχόρταγα με τη Σοφία Αλευροπούλου.

Κοντεύει τρεις το πρωί. Σαν το τραγούδι. Βγαίνω στο μπροστινό μπαλκόνι και κοιτάζω απέναντι. Μαύρο σκοτάδι παντού. Ηρεμία. Μια σημαία ανεμίζει στο μπαλκόνι του γηραιού ζεύγους. Θα ξέμεινε από την 25η Μαρτίου. Ο δρόμος είναι άδειος και από τα βάθη της ζούγκλας αντηχεί η αδιάκοπη βουή του περιφερειακού. Ο Υμηττός ποτέ δεν κοιμάται. Στην άκρη του πεζοδρομίου, δίπλα στο κόκκινο αμάξι χωρίς πινακίδες, βλέπω τα τρία σκυλιά της δισκογραφίας. Κοιμούνται το ένα δίπλα στο άλλο. Τα δύο είναι μυώδη, το τρίτο κοκκαλιάρικο. Οι ουρές τους μοιάζουν με συμφιλιωμένα φίδια. Θαυμάζω τη γαλήνη της αναπνοής τους. Τα διπλωμένα πόδια τους με συγκινούν. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο η εικόνα μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Στο στήθος μου φουντώνει ένας υπερηχητικός βόμβος. Είναι ένα συναίσθημα λυτρωτικό, απαραίτητο. Θυμίζει αγάπη ή επιθανάτια διαύγεια. Μπορεί και έναν προαιώνιο, ανεξήγητο πατριωτισμό, έτσι όπως φανταζόμουν πως τον ένιωθαν οι ήρωες της Επανάστασης του ’21, όταν μαθαίναμε Ιστορία στην Ε’ δημοτικού. Πατριωτισμός για τον ύπνο των σκύλων.

Μπαίνω στο σαλόνι και κλείνω το παράθυρο. Κατεβάζω το καφετί στόρι και βυθίζομαι στον κόκκινο καναπέ. Τρίβω το μάγουλό μου στο άγριο βελούδο που μυρίζει τσιγαρίλα. Μέσα στο στήθος μου φτερουγίζουν τρελές πεταλούδες. Μέσα στο κεφάλι μου πετάνε άγρια πουλιά. Οι φλέβες μου γέμισαν μυρμήγκια. Δεν ξέρω αν όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή τα ζω ή τα θυμάμαι. Ευτυχώς, κάπου στα ράφια με τα σιντί έχω φυλαγμένη τη δισκογραφία των σκύλων.

Η δισκογραφία των σκύλων Μέρος Δ’

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 7, 2013 by Theorema

Doisneau-Anita

 

Νύχτωσε και είμαι ακόμη καθισμένος στον καναπέ με το μπλοκ ιχνογραφίας στο χέρι. Μια μύγα πετάει γύρω μου εδώ και ώρες. Το δωμάτιο είναι σκοτεινό και από το δρόμο ακούω κορναρίσματα και φωνές. Μάλλον κάποιο παρκαρισμένο Ι.Χ. κλείνει πάλι το δρόμο και δεν μπορεί να περάσει το 15. Ως συνήθως. Αν είχα υπερφυσικές δυνάμεις θα κατέβαινα, θα άρπαζα το αυτοκίνητο και θα το εκτόξευα στο τέλος της κατηφόρας. Με άνεση και στυλ. Μετά θα έκανα μια θεαματική υπόκλιση στον οδηγό του τρόλεϊ και στους επιβάτες που θα με χειροκροτούσαν γοητευμένοι κι έπειτα θα τίναζα τα χέρια μου να βγει ένα συννεφάκι σκόνης, όπως κάνει ο Μαύρος Πητ όταν ξεκαθαρίζει ένα τοπίο.

Κοιτάζω τις σελίδες που σχεδίασα με το μολύβι και προσπαθώ να ερμηνεύσω τις λεπτομέρειες των σκίτσων μου. Τα σκυλιά μοιάζουν με ελέφαντες. Οι ορίζοντες είναι σκοτεινοί και κάπως τερατώδεις. Μοιάζουν με υπερφυσικές μουτζούρες. Στον αέρα πετάνε μεταλλαγμένα κουνούπια, παραμορφωμένα αεροπλάνα και χαριτωμένες πεταλούδες. Σαν αυτές που θα ζωγράφιζε ένα παιδί της Δ’ δημοτικού. Στην άκρη της κάθε σελίδας έχω κάνει μια μαύρη βούλα, κάτι σαν υπογραφή. Τα έργα μου είναι κάπως ασυνάρτητα, αν τα δει κανείς με γυμνό, καθαρό μάτι. Εγώ όμως έχω μυωπία, και όλα τα βλέπω θολά. Τα σχήματα και τα νοήματά τους. Σκέφτομαι ξανά εκείνο τον καλλιτέχνη που έλεγε πως μπορείς άνετα να πουλήσεις σκουπίδια για τέχνη. Προσωπικά ξέρω πως είμαι εντελώς ατάλαντος, δεν έχω καμία καλλιτεχνική φλέβα. Βέβαια στις μέρες μας δεν είναι απαραίτητο να διαθέτεις γνώσεις ή ταλέντα για να πας μπροστά. Αρκεί να μπορείς να προσποιηθείς επαρκώς και να πείσεις τους άλλους πως τα έχεις. Ζούμε στην εποχή της εξαπάτησης. Ένα κόλπο χρειάζεται κι έτσι τακτοποιούνται όλα. Ή έστω τα περισσότερα.

Σηκώνομαι και κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Τρεκλίζω λίγο, όπως συμβαίνει πάντα όταν περνάω ώρες ατελείωτες στην ίδια θέση. Μετά συνηθίζουν τα πόδια μου και βαδίζω κανονικά. Ανάβω το φως και η μπόχα του νεροχύτη με χτυπάει στο πρόσωπο. Σκέφτομαι πως το φως ξυπνά τις μυρωδιές. Αν το ήξερα, θα συνέχιζα να περπατάω στο σκοτάδι. Πλησιάζω στο νεροχύτη και κοιτάζω τη λάντζα. Νομίζω πως ακούω τους νεογέννητους μύκητες να τρίζουν. Τα ξερά μακαρόνια να σπάνε. Τα κατακάθια του καφέ να μου λένε τη μοίρα μου. Με μια απότομη κίνηση ανασηκώνω τα μανίκια και ψαρεύω το σφουγγάρι από το βάθος του σιφονιού. Ούτε εγώ δεν πιστεύω τον εαυτό μου. Νιώθω πως είμαι κάποιος άλλος. Ένας σούπερ ήρωας που δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Ρίχνω μπόλικο Άβα στην άγρια πλευρά του σπόγγου και βρέχω το χάος με μπόλικο νερό. Έπειτα αρχίζω να πλένω με σειρά προτεραιότητας, μέχρι που καμιά ώρα αργότερα ο νεροχύτης έχει αδειάσει, η σήτα έχει γεμίσει και τα χέρια μου είναι εντελώς μουλιασμένα. Σκουπίζομαι σε μια πατσαβούρα που βρίσκω δίπλα μου και ισιώνω την πλάτη. Είμαι ευχαριστημένος. Τα πιάτα είναι καθαρά και όσην ώρα έπλενα σκεφτόμουν πολύ σημαντικά πράγματα, σχεδόν κρίσιμα θα έλεγα.

Πριν κάμποσα χρόνια, τότε που ήμουν ακόμη τριτοετής στη σχολή και χρειαζόμουν φράγκα, έψαχνα δουλειά σε εφημερίδες. Διάβαζα όλες τις αγγελίες, μέχρι και τις κηδείες, τους γάμους και τους πλειστηριασμούς. Τελικά κατέληξα πως ήθελα να δουλέψω μπάρμαν, σερβιτόρος σε εστιατόριο, ντελιβεράς, τέτοια. Οι δουλειές γραφείου ποτέ δεν μου άρεσαν. Τις έβρισκα πένθιμες και πληκτικές. Είχα πάει λοιπόν σε μια συνέντευξη όπου ζητούσαν παιδί για όλες τις δουλειές. Λίγο χαμαλίκι, λίγο καθάρισμα, λίγο λάντζα, όλα από λίγο. Ο εστιάτορας, ένας μεσόκοπος κοιλαράς με μουστάκι και φαλάκρα, με είχε κοιτάξει από την κορυφή ως τα νύχια. Του φαινόταν απίστευτο που ένας φοιτητής ιατρικής έψαχνε δουλειά στα υπόγεια των εστιατορίων. Του εξήγησα πως δεν το έκανα μόνο για τα λεφτά: η λάντζα ανέκαθεν ασκούσε πάνω μου μια καθαρτική, σχεδόν μεταφυσική γοητεία. Ήταν εξάλλου η μοναδική δουλειά που έκανα αγόγγυστα και στο σπίτι μου. Με κοίταξε παράξενα, μου παζάρεψε λίγο ακόμα το μισθό, και όταν είδε πως καιγόμουν να πάρω τη θέση, με προσέλαβε για λαντζέρη. Τα υπόλοιπα, είπε, θα τα ανέθετε σε πιο μικρούς. Πέρασα έξι υπέροχους μήνες μέσα σε κείνο το βρωμερό υπόγειο. Παρέα με λίγδες από σάλτσες, υπολείμματα λιπών και καμένης ζάχαρης, καυτό αφρισμένο νερό μέσα στα καζάνια και κάμποσα ποντίκια πίσω από τους ψύκτες και τα ντουλάπια. Η λάντζα είναι εγκεφαλική δουλειά. Όταν γίνεται σωστά μπορεί κανείς να την δει ως το ποιητικότερο επάγγελμα του κόσμου.

Έξω το σκοτάδι είναι πηχτό. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Ένα από τα καλά της λάντζας είναι πως με κάνει και ξεχνώ το χρόνο. Χάνομαι μέσα στις μπουρμπουλήθρες της και όλα δείχνουν αλλιώς. Κοιτάζω τα φωτισμένα παράθυρα και προσπαθώ να δω τους γείτονες. Η Σοφία Αλευροπούλου σιδερώνει. Μου φαίνεται λιγάκι σκυθρωπή, αλλά μπορεί και να είναι η ιδέα μου. Ο περιπτεράς έχει κλειστά. Η Φωτούλα επίσης. Ρίχνω μια ματιά προς τα πάνω και διακρίνω τη χοντρή του τέταρτου που βλέπει τηλεόραση. Η οθόνη αναβοσβήνει και από εδώ που στέκομαι μπορώ να διακρίνω μόνο τις γάμπες της και την μπλε αντανάκλαση των διαφημίσεων στον τοίχο. Έχει ξαπλώσει σε μια πολυθρόνα με τα πόδια απλωμένα πάνω σε ένα πλαστικό σκαμπό. Αναρωτιέμαι αν σημαίνει κάτι που οι περισσότερες γειτόνισσές μου είναι παχύσαρκες και θλιβερές. Η Σοφία Αλευροπούλου είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, φυσικά. Αυτή την έπαιρνα ευχαρίστως μέρα παρά μέρα.

Θυμάμαι που μου έλεγε ο Γιάγκος πως παλιά ζούσε απέναντί του ένα ζευγάρι που ήταν επιδειξιομανείς. Τα βράδια άναβαν όλα τα φώτα του σπιτιού και έβγαζαν τα ρούχα τους. Αρχικά στέκονταν για λίγο ολόγυμνοι μπροστά στη τζαμαρία, ίσα μέχρι να τραβήξουν τα βλέμματα των γύρω διαμερισμάτων. Έπειτα ξάπλωναν στον καναπέ και άρχιζαν να πηδιούνται αγρίως. Μερικές φορές ο Γιάγκος και οι φίλοι του τους παρακολουθούσαν από την αρχή ως το τέλος. Μου έλεγε πως κάθε τόσο το ζευγάρι φρόντιζε να βεβαιώνεται πως τα γύρω παράθυρα έχουν φως και πως κάποιος τους βλέπει. Προφανώς ήταν απολύτως διεγερτικό γι’ αυτούς. Δεν είναι λίγες οι φορές που ό, τι κάνουμε δεν το κάνουμε για μας αλλά για να μας δουν οι άλλοι. Οι τύποι, προφανώς, ήταν ανασφαλείς και χρειάζονταν επιβεβαίωση. Γι’ αυτό και φρόντιζαν να κρατούν τα γύρω βλέμματα προσηλωμένα. Άλλοτε το έκαναν στο χαλί, στα όρθια μπροστά στο παράθυρο ή σε διάφορες άλλες στάσεις, που δεν θυμάμαι ακριβώς. Νομίζω πως απ’ όλες τις στάσεις αυτή που προτιμώ είναι στα όρθια, μπροστά στη φωταγωγημένη τζαμαρία. Αν πετύχαινα καμιά φορά τη Σοφία Αλευροπούλου να πηδιέται νομίζω πως θα γινόμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης. Αν, δε, την πήδαγα ο ίδιος μπορεί να άγγιζα και τη θέωση.

Ένα ξαφνικό κύμα κούρασης μου διαπερνά την πλάτη σαν ανατριχίλα. Μπορεί να φταίει η λάντζα βουνό, μπορεί να με γυροφέρνει καμιά ψύξη. Δεν έχω καμία όρεξη να αρρωστήσω τώρα. Ούτε να τρέχω σε γιατρούς, φαρμακεία και τα λοιπά. Θα ήταν οικτρό να αναγκαστώ να διακόψω το πρόγραμμα απομόνωσής μου που με τόση αυταπάρνηση έχω κερδίσει τόσες μέρες. Σε περιπτώσεις σαν αυτήν ξέρω ποιο είναι το γιατρικό. Έχω αυτό που χρειάζομαι. Μπαίνω στο σαλόνι και ανοίγω το συρτάρι με τις προμήθειες. Βγάζω το πλαστικό σακουλάκι που κρύβω κάτω από τις αποδείξεις της ΔΕΗ και στρίβω ένα περιποιημένο μαύρο. Στα όρθια. Μετά ξαναβάζω το σακουλάκι στη θέση του, κλείνω το συρτάρι και χώνομαι στον καναπέ. Καπνίζω σιγά σιγά, απολαυστικά, τραβώντας βαθιές, πλούσιες τζούρες. Το σταφ είναι καλό και δεν αργεί να με πιάσει. Νιώθω το κεφάλι μου πιο ελαφρύ, τα βλέφαρά μου πιο βαριά και το σώμα μου γεμάτο φλέβες με αίμα που σφυροκοπάει. Το δωμάτιο ευωδίασε. Τα ρίγη μου πέρασαν. Η πραγματική διάσταση της ύπαρξής μου μόλις μου αποκαλύφθηκε περήφανα υπό μορφή ζαλάδας. Διψάω και νιώθω ξαφνικά λίγη πείνα. Το στόμα μου γεμίζει σάλια. Εκτός από τις αναμνήσεις, άλλη μια αιτία πείνας είναι τα ναρκωτικά. Σηκώνομαι.

Είμαι απογειωμένος και έχω λίγη ταχυκαρδία. Μου συμβαίνει καμιά φορά όταν καπνίζω χόρτο ή μαύρο. Δεν ανησυχώ. Μπαίνω στην κουζίνα και βάζω ένα ποτήρι νερό. Ξέχειλο. Η θέα των πλυμένων πιάτων με γεμίζει ευδαιμονία και ελπίδα για το αύριο. Με κάνει να νιώθω άξιος και ικανός άνθρωπος, πανέτοιμος να αντιμετωπίσω τη ζωή με το σπαθί στο χέρι. Πίνω το νερό και το νιώθω να κατεβαίνει από τον οισοφάγο μέχρι το στομάχι μου. Απόλαυση. Έπειτα ξεπλένω το ποτήρι και το ξαναβάζω στη σήτα. Τέλος τραβάω από το ντουλάπι μια κατσαρόλα, βάζω νερό να βράσει και δίπλα φτιάχνω μια πρόχειρη σάλτσα. Σε ένα τέταρτο η μακαρονάδα μου είναι έτοιμη κι εγώ την καταβροχθίζω ψιλοκομμένη σαν φιδέ στο τραπέζι της κουζίνας.

Ξαφνικά, εκεί που κάθομαι και κοιτάζω το άδειο μου πιάτο, θυμάμαι το θείο Διονυσάκη, τον αδερφό της μάνας μου, που ήταν ράφτης και είχε μετακομίσει από το νησί στην Αθήνα για λόγους αισθηματικούς. Ο θείος Διονυσάκης είχε ερωτευτεί μια κομμώτρια γειτόνισσά του, που μετά από κάμποσα χρόνια πολιορκίας κατάφερε να την παντρευτεί. Τα πρώτα χρόνια ζούσαν ευτυχισμένοι. Έτσι έλεγε τουλάχιστον, και τον πίστευα, γιατί ήταν αισθηματίας και φαινόταν πως τη Λίτσα τη γούσταρε πολύ. Στην αρχή λοιπόν έμειναν στο πατρικό του, στη Ζάκυνθο. Εκείνη όμως δεν ήθελε να μείνουν για πάντα στο νησί. Της έπεφτε μικρή η επαρχία. Τον έφαγε να έρθουν στην Αθήνα, να αλλάξουν ζωή. Τελικά της έκανε το χατίρι και τα παράτησε όλα για πάρτη της. Ραφτάδικο, πατρικό, μάνα, φίλους, όλα. Ήρθανε στην πρωτεύουσα, κι εκείνη έπιασε δουλειά σε κομμωτήριο ενώ αυτός τα κουτσόφερνε βόλτα κάνοντας κατ’ οίκον επιδιορθώσεις ενδυμάτων και τέτοια. Πέθανε από καρδιά λίγα χρόνια αργότερα, και λένε πως η χήρα του βρήκε ένα σκασμό λίρες κάτω από το στρώμα τους, όταν αποφάσισε να το αλλάξει και να πάρει επιτέλους κάτι πιο σύγχρονο και πρακτικό. Θυμάμαι το θείο Διονυσάκη να μιλάει γι’ αυτήν και πλαντάζει η ψυχή μου. Μπορεί να φταίει που είμαι κι εγώ αισθηματίας ή εντελώς μαστουρωμένος. Μπορεί να φταίνε και τα δυο. Όταν είμαι χορτάτος και φτιαγμένος γίνομαι ευσυγκίνητος. Σαν τώρα νομίζω πως ακούω τη φωνή του.

«Που λες, αγόρι μου, η Λίτσα ζούσε στο δρόμο με τα προσφυγικά. Το ξέρω επειδή την είχα δει κάμποσες φορές να βγαίνει από το ίδιο κατώφλι. Τις Κυριακές περνούσε με τις φίλες της από την πλατεία όπου διάφοροι τύποι με γαλάζιο πουκάμισο και μουστάκι έπιναν ούζο κι έτρωγαν μαρίδα κι ελιά με την οδοντογλυφίδα. Εγώ καθόμουν πάντα άκρη άκρη, απόμερα, με την εφημερίδα στο χέρι. Δεν έπινα ούζο, καφέ έπινα και καμιά φορά έτρωγα και κάνα λουκούμι. Πώς τη λέγανε δεν ήξερα τότε, ήξερα όμως τι ώρα θα κατέβαινε κάθε Κυριακή και φρόντιζα να είμαι πάντα εκεί. Φορούσε ένα σταυρουλάκι με χρυσή αλυσίδα, και είχε πάντα πιασμένα πίσω τα μαλλιά. Αργότερα έβαλε τις πέρλες. Μια μέρα κάποιος από δίπλα τής σφύριξε καθώς περνούσε, και μου άναψαν τα αίματα. Δεν είπα κουβέντα, φυσικά. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να νευριάσω. Εκείνη προχώρησε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, την είδα όμως που χαζοχαχάνισε με τις φιλενάδες της. Κι έλαμψε το πρόσωπό της.

«Ξέρεις γιατί μ’ αρέσουν οι κομμώτριες;»ρώτησε ο ένας μουστακαλής με το γαλάζιο πουκάμισο τους άλλους. «Επειδή είναι πρόθυμες, γελάνε εύκολα και πέφτουν γρήγορα στον έρωτά σου. Ξέρουν να κρατάνε σπίτι, αν χρειαστεί, είναι φιλότιμες και σπανίως φέρνουν αντιρρήσεις. Κι έπειτα, τι πιο ωραίο επάγγελμα από αυτό; Ξέρεις πολλά μέρη που να κάθεσαι στην πολυθρόνα σου, και με ένα δεκάρικο να στέκεται μισή ώρα κλαρίνο από πάνω σου η λεγάμενη, να σου πλένει και να σου χαϊδεύει τα μαλλιά και να σου χώνει το βυζί στη μούρη;».

Οι άλλοι γέλασαν και συμφώνησαν, προσθέτοντας διάφορες αστείες λεπτομέρειες που λησμονώ. Εγώ ντράπηκα λίγο. Το όνομά της δεν το γνώριζα, είχα μάθει όμως τι δουλειά έκανε. Δεν ήταν λίγο για αρχή. Από την επόμενη κιόλας μέρα πήρα σβάρνα τα αντρικά κομμωτήρια – όχι τα μπαρμπέρικα, τα άλλα, τα λουξ – και έψαχνα να τη βρω. Να μου χαϊδέψει για μια φορά και τα δικά μου μαλλιά. Και να πλησιάσει το στήθος της στο πρόσωπό μου. Να δω πώς μυρίζει ο κόρφος της, και να βεβαιωθώ αν η μυρωδιά της ταιριάζει με κείνο το φιλάρεσκο, ωραίο χαμόγελο που είχα δει εκείνη την Κυριακή στο πρόσωπό της».

Μαζεύω το πιάτο μου και το αφήνω στο νεροχύτη. Η καρέκλα μου τρίζει φοβερά – ή τουλάχιστον έτσι νομίζω. Κοιτάζω την καθαρή επιφάνεια και την θαυμάζω. Νιώθω περήφανος. Με πληγώνει η ιδέα πως σε λίγο όλα θα είναι άπλυτα και το μάρμαρο γεμάτο λίγδες, όπως πριν, όμως δεν αντέχω να πλύνω ούτε το πιρούνι μου αυτή τη στιγμή. Τα παρατάω όπως είναι και πάω στο δωμάτιό μου. Ανάβω τη λάμπα του γραφείου και ξαπλώνω ανάσκελα στο κρεβάτι μου. Τραβάω δυο μαξιλάρια κάτω από το κεφάλι μου και αφουγκράζομαι την ησυχία. Στο ταβάνι διακρίνω ένα καφετί ίχνος από υγρασία. Απλώνεται ακριβώς πάνω από το προσκέφαλό μου. Μπορεί να στάζει κάνας σωλήνας των από πάνω και να ρούφηξε ο γύψος νερό. Η στάμπα έχει το χρώμα της σκουριάς και μοιάζει με πεθαμένη πεταλούδα. Με αυτή τη σκέψη, και με το πρόσωπο του θείου Διονυσάκη στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, γυρνάω μπρούμυτα και χώνω το κεφάλι στο μαξιλάρι. Ξεσπάω σε ένα ανεξέλεγκτο, βουβό κλάμα, που σε άλλη περίπτωση θα το έβρισκα ανακουφιστικό. Τώρα όμως, δεν ξέρω γιατί, συνοδεύεται απλώς από ένα αίσθημα απελπισίας, ματαιότητας και από μια ενοχλητικότατη γεύση ξινίλας.

΄

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,123 other followers

%d bloggers like this: