Ιστορίες της Πέμπτης

Posted in Αταξινόμητα with tags on Απριλίου 24, 2014 by Theorema

d4277-staxtes-bottom_b

.

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Στάχτες, στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης, στις 25 Απριλίου 2014)

 

Θυμάμαι τα μυωπικά κορίτσια των φέρι μπωτ του ’80. Μακριά μαλλιά και τζην ή φούστες-καθρεφτάκια.Με τη σοφία της Περσινής αρραβωνιαστικιάς ή της Ωραίας Ρεμέδιος στο ένα χέρι και στο άλλο ένα τοστ ζαμπόν-τυρί από το κυλικείο του Άγιος Μελέτιος.

Το νοστιμότερο τοστ του κόσμου.

Απόγευμα, Ρίο-Αντίριο, άνθρωποι χωμένοι στην παντόφλα.

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ μπρος πίσω, πίσω μπρος, κάποιο Γιώτα Χι έγερνε πάνω σε μια μοτοσυκλέτα.

Κάθε εποχή ένα μεγάλο μπλε φθινόπωρο με κυματάκι ελαφρώς ανησυχητικό (ειδικά για όσους ανησυχούν με το τίποτα) και χαμηλό βαρομετρικό όρεξης για πάρα κάτω.

Και τα αγόρια – φοιτητές, φαντάροι, εργαζόμενοι σε λογιστικά γραφεία ή γραφεία κηδειών – που άπλωναν τα άρβυλα στους πλαστικούς καναπέδες κι έπιαναν θέση για τρεις.

Περήφανοι για τον αντρισμό τους.

Στα χέρια τους τίποτα. Στα μάτια η ανάγκη της καλοπέρασης με τρόπο σχεδόν εκφοβιστικό.

Κάποτε είχα δει και μια παρέα αστυνομικών, με μπλε στολές και χρυσά κουμπιά, και σειρήτια.

Έπιναν τούρκικο καφέ στο πλαστικό κυπελάκι, που όλο έλιωνε κι όλο τη γλίτωνε τελικά με λίγη παραμόρφωση στις ρίγες, πάνω πάνω.

Κάποιοι κάπνιζαν Καρέλια, οι προχωρημένοι Κάμελ ή Λάκι Στράικ.

Άλλοι με χειροποίητο πουλόβερ σε χρώμα σταχτί, σιωπηλό ιδρώτα στις μασχάλες τους και έναν έρωτα που δεν ευωδόθηκε στην άκρη των ματιών τους.

Στα μεγάφωνα, λαϊκά της Βίκυς Μοσχολιού και της Πόλυς Πάνου. Σε χαμηλή ένταση, βέβαια, να μην ενοχλείται η νύστα.

Τα θαύμαζα όλα αυτά τα παιδιά, παρότι βρισκόμασταν πάνω κάτω στην ίδια ηλικία.

Ακόμα και όσα χαρακτηριστικά διέθετα, ανέκαθεν τα αντίκρυζα με βλέμμα έκθαμβης ξένης.

Τα κορίτσια και τα αγόρια των φέρι μπωτ αποτελούσαν για μένα ξεχωριστή κοινωνική ομάδα.

Παρότι αταίριαστα με όσα είχα κατά νου, είχαν πάνω μου μια επίδραση πολύ συγκεκριμένη και σαφή.

Με έκαναν να πιστεύω στην εξομάλυνση των δακτύλων τους, έτσι όπως τα κοίταζα να καπνίζουν, να τρώνε, να διαβάζουν, να μην κάνουν τίποτα,

και διέλυαν τις υποψίες μου περί ανεπάρκειας πιανιστών στη χώρα.

Τους θαύμαζα μεμψίμοιρα και μαλθακά, και τους άφηνα να χτενίζουν μέσα μου αυτή την χωρίς ιδιαίτερη σημασία έμπνευση που όμως με ευχαριστούσε.

Πού και πού, ο βόμβος της τουρμπίνας του φέρι μπωτ, που κατά τόπους τρανταζόταν ποιος ξέρει πάνω σε ποιο υπόγειο ψυχρό ή θερμό ρεύμα (εγώ οραματιζόμουν θαλάσσια τέρατα και κοσμογονίες με θρήνους και τρόμο γερμανικού εξπρεσιονισμού στα πρώιμά του) έσπαγε στα δύο την ονειροπόληση και με επανέφερε με σχεδόν άσεμνο τρόπο στην πραγματικότητα.

Οι πιανίστριες μετρούσαν τα νωπά δευτερόλεπτα της διαδρομής που υπολείπονταν μέχρι τη στεριά ρίχνοντας βαριεστημένες ματιές στο μικρό τους ρολόι.

Οι πρίγκιπες των πλήκτρων κατέβαιναν οκτάβα και μιλούσαν μεταξύ τους με κάπως άκομψες φωνές.

Οι αστυνομικοί μου φαίνονταν τραχείς, απέλπιδες και καταδικασμένοι και ο καφετζής που φώναζε “τελευταία παραγγελία” μέσα από το κουβούκλιο με τη νέον λάμπα και μάζευε τα Τσακίρης που του είχαν πέσει στον πάγκο, θλιβερός.

Σε λίγο, ο Άγιος Μελέτιος, προστάτης των ραγιάδων και των ανομοιοκατάληκτων ταξιδευτών, αγκομαχούσε να δέσει στην προβλήτα μιας ψεύτικης άνοιξης, εξαφανίζοντας πλέον μέσα μου κάθε ελπίδα και κάθε χρονικό περιθώριο να πιστέψω πραγματικά πως η λύτρωση αυτού του κόσμου κρύβεται στις κλειδώσεις των δακτύλων κάποιων άγνωστων παιδιών και πως από τη μεριά τους θα επέλθει.

© Μαρία Πετρίτση
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Ερμούπολη, Σύρος 2007

 

 

Ανθρωπί

Posted in Αταξινόμητα with tags , on Απριλίου 22, 2014 by Theorema

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 18 Απριλίου 2014)

.

Καθόταν δίπλα μου στο θρανίο στα Αγγλικά. Την έλεγαν Τένα, εκ του Παρθένα. Λαϊκή οικογένεια, το σπίτι τους δυο βήματα απ’ το δικό μας. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου – εγώ έξι κι εκείνη επτά – και κάπως αυταρχική. Την θαύμαζα που ήξερε να γράφει μερικές λέξεις πάρα πάνω από μένα, αλλά και την φοβόμουν λίγο, επειδή είχε πάντα τον τρόπο να με κάνει να νιώθω τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά μας ως αξεπέραστο εμπόδιo για ο,τιδήποτε άλλο μας αφορούσε.

Συχνά η δασκάλα των Αγγλικών μας έβαζε να ζωγραφίζουμε γύρω από τις καινούριες λέξεις. Εμένα μου άρεσαν τα γήινα χρώματα: πορτοκαλί, καφέ, κεραμιδί. Και το κίτρινο. Το κίτρινο το είχα ερωτευτεί. Ήταν η πρώτη ξυλομπογιά που τελείωνα πολύ πριν από τις άλλες. Έβαφα ήλιους στην άκρη της σελίδας, στο κέντρο, στη βάση της. Ήθελα ολόκληρη η ζωγραφιά μου να είναι ένας μεγάλος, λαμπερός ήλιος. Και τσαλαπετεινούς ζωγράφιζα, εξωτικά πουλιά σε διάφορες στάσεις: να διαβάζουν, να πετούν, να κοιμούνται.

Εκείνη ζωγράφιζε ανθρωπάκια που τα έβαφε με μια μπογιά που την έλεγε «ανθρωπί». Το χρώμα ανθρωπί δεν το είχα ξανακούσει. Ούτε το ξανάκουσα ποτέ. Από κείνη το’ μαθα και δικό της παρέμεινε για πάντα.

Δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν όμορφο κοριτσάκι. Με καστανά μαλλιά και λαμπερά μάτια. Δεν έλιωνα για χάρη της, ούτε ήμουν ερωτευμένος, παρόλα αυτά μου τύχαινε να την σκέφτομαι καμιά φορά πριν με πάρει ο ύπνος. Έμοιαζε κάπως με τη μητέρα μου, έτσι νόμιζα τότε τουλάχιστον. Την φανταζόμουν να σκύβει πάνω από το κρεβάτι μου, να με φιλάει στο μέτωπο και να μου λέει «καληνύχτα».

Την είδα τις προάλλες, τυχαία, στην Αθήνα. Ψώνιζε λαμπάδα για τη βαφτιστήρα της, όπως μου είπε χαμογελώντας. Μου είπε επίσης πως παντρεύτηκε έναν βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, πως μένει στην Κηφισιά και πως έχει τρία παιδιά στο ιδιωτικό της γειτονιάς της. Όλα αυτά σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Για μένα δεν με ρώτησε τίποτε. Χάρηκα που μιλήσαμε, και που ευτυχώς δεν έμοιαζε πια καθόλου με τη μητέρα μου.

Φεύγοντας, δίστασα για μια στιγμή. Κάτι μέσα μου με έτρωγε να την ρωτήσω αν θυμόταν το χρώμα «ανθρωπί». Δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα. Ίσως επειδή αν της το έλεγα, αν της ανέφερα εκείνη την παλιά της λόξα, να την έκανα να νιώσει κάπως άβολα. Ή να κάνει πως δεν θυμάται.

Ήταν ντυμένη ως το λαιμό με μια καφετιά, παχουλή γούνα, αληθινή. Φορούσε μαύρα σινιέ γυαλιά που δεν άφηναν τα μάτια της να φανούν. Στα δάχτυλά της έλαμπαν κάμποσα διαμάντια σε μέγεθος κοτρώνας και τα μαλλιά της ήταν πλέον ξανθό σαντρέ46. Μύριζε ένα βαρύ, ακριβό άρωμα που για μια στιγμή με έκανε να νιώσω ναυτία. Μιλούσε βιαστικά και με κείνη την επίκτητη αριστοκρατική προφορά που έχουν τα προάστια της αίγλης. Δεν ξέρω τι άλλο μου είπε, και δεν θέλω καν να προσπαθήσω να θυμηθώ.

Την αποχαιρέτισα ευγενικά, και μου ευχήθηκε «Καλή συνέχεια σε όλα, έτσι;».

Χαμογέλασα και έγνεψα «Ναι». Δεν της μίλησα για κείνη την αρχαία μπογιά. Τι να θυμηθεί από το «ανθρωπί», σκέφτηκα, μια γυναίκα που φαινόταν πως είχε πια ξεχάσει μέχρι και το παραμικρό νόημα της λέξης;

Το πάρτι του Βασιλιά

Posted in Αταξινόμητα with tags , on Απριλίου 9, 2014 by Theorema

TRAK_PARTY_AFISAKI_n

Το Σάββατο το βράδυ στις εννιά, μετά την εκπομπή όπου θα μιλήσουμε για την αφεντιά του και θα ακούσουμε τα τραγούδια του, ο Βασιλιάς του τρακ κι εγώ θα σας περιμένουμε στο radiobubble, Ιπποκράτους 146, Εξάρχεια, για ένα πολύ εγκάρδιο πάρτι. Σπουδαίες μουσικές, μπόλικο αλκοόλ, εκλεκτά φαγητά, παλιοί και νέοι φίλοι, σας θέλουμε εκεί. Την ιστορία του βιβλίου θα την φτιάξουν οι παρέες του. Τη χαρά του πάρτι θα μου την δώσετε εσείς.

Χεράκι και φύγαμε!

Κοινωνική συνείδηση

Posted in Αταξινόμητα on Μαρτίου 27, 2014 by Theorema

staxtes-fassa13_3_13sepia

.

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 27 Μαρτίου 2014 στο περιοδικό  Στάχτες

στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης

.

Φρέναρε μαλακά στο πορτοκαλί. Στο κόκκινο ήταν κάτω από το φανάρι. Έβγαλε το χέρι έξω από το παράθυρο και συνέχισε να καπνίζει το Μάρλμπορο χαζεύοντας στα πέριξ. Το γνωστό πακιστανάκι πλησίασε κι άρχισε να του σαπουνίζει το παρμπρίζ. Χωρίς να ρωτήσει. Ξιπόλητο. Ως συνήθως. Για λίγο η σκούπα πηγαινοερχόταν σαν παιχνίδι πάνω στο τζάμι. Άσπρος, διάφανος, άσπρος, διάφανος ο κόσμος μπροστά του. Το κορίτσι στράγγιξε τα νερά και του χαμογέλασε με κάτι δόντια σαν φεγγάρια. Εκείνος ψάχτηκε για κάνα ψιλό, πέτυχε ένα πενηντάλεπτο στο βάθος της τσέπης. Το παρέδωσε στην ανήλικη εργάτρια και έβαλε πρώτη ξεκινώντας με το πρώτο πράσινο.Λίγο πιο κάτω, το ίδιο σκηνικό. Φρένο στο πορτοκαλί, νεκρό στο κόκκινο. Το πάρκο πιο κει βούιζε από παιδιά που έτρεχαν κι έπαιζαν αμέριμνα. Η παιδική χαρά έμοιαζε με νηπιαγωγείο. Μια μαμά κρατούσε ένα πράσινο τάπερ και τάιζε σταφύλι ένα μελαχρινό αγόρι. Μια άλλη έτρεχε πίσω από ένα ξανθό κοριτσάκι κουβαλώντας στο χέρι ένα ροζ μπουφάν. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουσε τη φωνή του πωλητή που του πρότεινε χαρτομάντιλα.

«Ένα ευρώ το πακέτο, τζάμπα πράμα, πάρε ένα».

Ψάχτηκε στα γρήγορα, στην ίδια τσέπη ψάρεψε ένα δίευρο. Το παρέδωσε στον έμπορο και παρέλαβε τα χαρτομάντιλα μουρμουρίζοντας «ευχαριστώ». Το φανάρι άναψε.

«Κράτα τα ρέστα, άναψε πράσινο», φώναξε βάζοντας πρώτη.

Στο σπίτι πια, έβγαλε τα παπούτσια και πέταξε τη γραβάτα στον καναπέ. Στην καφετιέρα είχε μείνει καφές από το πρωί. Τον έβαλε κρύο σε μια κούπα και κάθισε κοντά στο παράθυρο. Άρχισε να ανοίγει τους φακέλους που είχε αφήσει στο κατώφλι ο ταχυδρόμος το πρωί. Λογαριασμός κινητού είκοσι ευρώ. Σταθερό ογδόντα πέντε. ΔΕΗ εκατόν τριάντα.

«Πόσα; Το ρημάδι το θερμοσίφωνο πάλι το ξεχάσαμε ανοιχτό;», φώναξε και της έγνεψε να έρθει κοντά του.

Απόδειξη από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα για τη μηνιαία συνεισφορά του. Εθνοκάρτα Φεβρουαρίου. Διαφημιστικό φυλλάδιο για σούπερ προσφορές του γειτονικού Βασιλόπουλου. Φάκελος από την Ένωση Τυφλών Καλλιτεχνών που αγοράζει τις ευχετήριες κάρτες του κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα.

«Έχεις κι ένα γράμμα από το Ινδάκι της Action Aid που υιοθέτησες εκεί στα σύνορα με το Πακιστάν, πώς το λένε το χωριό, είπαμε;», τον ρώτησε πλησιάζοντας κοντά του.

Πήρε το φάκελο από τα χέρια της και έσκισε προσεκτικά την άκρη. Τράβηξε τη ροζ σελίδα. Πάνω πάνω, το Ινδάκι είχε ζωγραφίσει τέσσερις κόκκινες πιπεριές. Στο κάτω μέρος υπέγραφε με το όνομά του. Ταριτγιότι. Τα τελευταία νέα του ήταν ότι πήγαινε σχολείο και είχε αρχίσει να μαθαίνει αγγλικά. Φωτογραφία δεν είχε, με την επόμενη αποστολή θα του έστελναν μία έγχρωμη. Δίπλωσε τη σελίδα και την ξανάβαλε στο φάκελο.

«Θέλεις να πάμε για κάνα ποτό ή προτιμάς να μείνουμε μέσα;», τον ρώτησε μόλις τον είδε πως τελείωσε να κοιτάζει την αλληλογραφία.

«Είμαι κουρασμένος. Ας μείνουμε μέσα. Να ανοίξω κρασί; Έφερα ένα ωραίο», πρότεινε πλησιάζοντας ήδη το ψυγείο.

Σε λίγο έφερε ένα δίσκο με αυτοσχέδια μεζεδάκια που ετοίμασε για συνοδευτικά. Τον ακούμπησε στο τραπέζι κι έβαλε κρασί σε δυο ποτήρια.

«Θες να μιλήσουμε για το θέμα που με απασχολεί εδώ και τόσες μέρες; Τον άλλο μήνα εγκαινιάζεται η πρώτη μου έκθεση ζωγραφικής. Σκέψου! Συμμετοχή σε ομαδική είναι βέβαια, αλλά τα τέσσερα από τα είκοσι έργα είναι δικά μου. Πώς σου φαίνεται;», τη ρώτησε χαμογελώντας.

«Βαριέμαι να συζητάω μαζί σου», του απάντησε δυσαρεστημένη. «Όλο τα ίδια και τα ίδια λες. Όλο για σένα μιλάς! Δεν έχεις κοινωνική συνείδηση. Δεν σε ενδιαφέρουν τα κοινά! Αναρωτιέμαι αν έχεις και οικογενειακή. Κάνα τηλέφωνο τη μάνα σου την πήρες;».

Τσίμπησε ένα από τα χειροποίητα μεζεδάκια του και ρούφηξε μια γουλιά από το κρασί που της είχε προσφέρει. Κοίταξε το σωρό με τα γράμματά του στη διπλανή καρέκλα και απέστρεψε το βλέμμα της. Κάτω από τo μπαλκόνι τους η Αθήνα έσφυζε από ζωή. Είχε σουρουπώσει για τα καλά και στον ουρανό ένα σμήνος πουλιά πέταγε βορείως.

©Μαρία Πετρίτση
εικόνα©Στράτος Φουντούλης, “Αθηναϊκό Αλαλούμ”, 2008

Ο Σελίμ είναι όργιο, μπουνιά και συχώριο

Posted in Αταξινόμητα with tags on Μαρτίου 26, 2014 by Theorema

3D

Το αγαπημένο μου Κανάλι αφιέρωσε μια ολόκληρη σελίδα στον Βασιλιά του τρακ.

Για αντίδωρο, ορίστε ένα απόσπασμα από το βιβλίο, με μπόλικους σωματικούς και ψυχικούς μώλωπες, κάποια νυχτερινά μυστικά, ένα ζευγάρι θολά μάτια και ένα κοριτσίστικο μυαλό που στο πίσω μέρος του κρύβει πάντα λίγη λύπη.

[…]

Πριν λίγο καιρό γνώρισα στο διαδίκτυο μια κοπέλα που τη χτυπάει ο γκόμενός της. Foxy_lady το ψευδώνυμό της, τριανταένα η δεδηλωμένη ηλικία της. Μπορεί στην πραγματικότητα να είναι είκοσι ή σαρανταπέντε, το ίδιο κάνει. Στο ίντερνετ τα πάντα είναι σχετικά. Εμένα με γνωρίζει ως Μπίλυ. Ακόμα και εκεί μέσα χρησιμοποιώ το πραγματικό μου όνομα. Χωρίς περαιτέρω στοιχεία, εννοείται.

“Έχω σοβαρό δεσμό με κάποιον, μπορώ όμως να παίξω μαζί σου ένα αθώο παιχνιδάκι ίσα για να περάσει η ώρα” ήταν η πρώτη της κουβέντα με το που την καλησπέρισα.

Την ρώτησα τι και πώς και μου εξήγησε. Ήταν μαζί του τρία χρόνια. Είπε πως τον αγαπούσε πολύ παρόλο που την κακομεταχειριζόταν και ήξερε πως δεν ήταν αυτό που λέμε άντρας για σπίτι – αυτά ήταν τα λόγια της – άρα μαζί του προφανώς δεν υπήρχε μέλλον. Παρόλα αυτά επέμενε να μιλάει για «σοβαρό δεσμό».

«Μπουνιά και συχώριο ο Σελίμ. Πολύ άγριος», μου είπε και γέλασε μόνη της γράφοντας το γέλιο της. «Χαχαχα».

Θυμήθηκα το στίχο της Σύλβια Πλαθ, όπου λέει πως “κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα” και σκέφτηκα πως από κάτι τέτοιες σχιζοφρενικές συμπεριφορές βουλιάζει στην κόλαση ο κόσμος. Όχι πως θεωρούσα εαυτόν άγιο, όμως η άκομψη υπερβολή της γκόμενας και η περήφανη δήλωση της αρρωστημένης αδυναμίας της με χτύπησαν με δυσάρεστο τρόπο.

Παρόλα αυτά συνέχισα. Της ζήτησα να ανοίξει την κάμερα για να δω πώς ήταν.

[...]

Η συνέχεια εδώ

Ο βασιλιάς του τρακ – Προδημοσίευση

Posted in Αταξινόμητα with tags , on Μαρτίου 10, 2014 by Theorema

Petritsi-trak-STAXTES

Ένα απόσπασμα από τον “Βασιλιά του τρακ” προδημοσιεύεται σήμερα στις Στάχτες

[...]

“Bar Σαύρα”. Έτσι. Μισή αγγλικά και μισή ελληνικά η επιγραφή. Όπως πρέπει. Προκάτ μαγαζί με τοίχους από ενισχυμένο κόντρα πλακέ, μέσα στη λίγδα, σκεπή από ελενίτ και στη μαρκίζα το όνομα της ντίβας διαλαλούσε το πρόγραμμα αναβοσβήνοντας. Κόκκινο-σκοτάδι. Κόκκινο-σκοτάδι. Εναλλάξ. Να φωτίζει παλινδρομικά τη νύχτα με βελούδινα χρώματα.

Είσοδος με χαλάκι από πλαστικό γκαζόν, στα σκαλιά είχαν χέσει περιστέρια. Στην πόρτα κανείς. Μέσα ουίσκι τέσσερα ευρώ και ταξιτζήδες. 46ο χιλιόμετρο μιας ξεχασμένης μισοεθνικής οδού. Κατά το ήμισυ ασφαλτοστρωμένη – “το έργο χρηματοδοτήθηκε το έτος 2001 από την Ε.Ε, μπλα μπλα”– και η υπόλοιπη καρόδρομος. Ευκάλυπτοι και άλλα δέντρα τριγύρω, στον ουρανό θρασύ φεγγάρι.

[...]

Για περισσότερα, κλικ στις πορτοκαλί Στάχτες, πιο πάνω.

Χεράκι και φύγαμε.

Ο βασιλιάς του τρακ

Posted in Αταξινόμητα with tags , on Μαρτίου 7, 2014 by Theorema

3D

Η στιγμή που όλοι περιμέναμε (κάμποσοι, τουλάχιστον – κι εγώ πρώτη απ’ όλους!) ήρθε.

Με τεράστια χαρά και ένα καμάρι ως τα Ιμαλάια, μοιράζομαι μαζί σας τη συγκίνηση και την περηφάνεια μου.

Το καινούριο μου πόνημα θα βρίσκεται σε όλα τα καλά βιβλιοπωλεία της Ελλάδας (τα κακά θα είναι αυτά που δεν θα το έχουν!) από τις 24 Μαρτίου.

“Ο βασιλιάς του τρακ” (εκδόσεις Κέδρος) είναι έτοιμος να εξομολογηθεί.

Να αγαπηθεί, να μοιραστεί, να αλλάξει χέρια και γνώμες, να γίνει φίλος με όσους τον καταλάβουν, και σύντροφος με όσους νιώσουν πως τα χνώτα τους ταιριάζουν κι έχουν κάτι ακόμα να πουν.

Η μεγαλύτερη τιμή που μου έγινε, πέρα από τη συνεργασία μου με έναν ιστορικό εκδοτικό οίκο που θαυμάζω από παιδί και τώρα που μεγάλωσα νιώθω πολύ άξια και τυχερή που με συμπεριλαμβάνει στους συγγραφείς του (τι όνειρο κι αυτό! τι τρελή αγάπη όταν άγγιζα τα βιβλία του Κέδρου και μέσα μου ξέσπαγαν τσουνάμια θαυμασμού!), ήταν αυτή που μου έκανε ο Γιώργος Δομιανός, που έφτιαξε το υπέροχο εξώφυλλο του μυθιστορήματός μου. “Τα Σταράκια είναι δικά μου”, είπε όταν μου έδειξε τη φωτογραφία του, και τότε με έκανε ν’ αγαπήσω το Βασιλιά του τρακ για ένα λόγο πάρα πάνω. Για αυτή την προσωπική, τρυφερή λεπτομέρεια. Για το κρυφό στοιχείο. Μέχρι ώρας είναι το καλύτερο εξώφυλλο της συγγραφικής μου καριέρας, και από καρδιάς τον ευχαριστώ. Χωρίς τον Γιώργο, Ο βασιλιάς του τρακ δεν θα ήταν αυτό που είναι.

Αυτό το βιβλίο το αγαπάω τόσο πολύ που νομίζω πως η καρδιά μου θα σπάσει μόλις το πιάσω στα χέρια.

Αρχίζουμε την αντίστροφη μέτρηση.

Δέκα μέρες έμειναν.

Χεράκι και φύγαμε, πάμε βιβλιοπωλείο!

Το spoiler της έκδοσης και μια προσωπική έμμονη ιδέα

Δεν ξέρω αν κάνω καλά, μα δεν κρατιέμαι. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιγράφονται αρκετοί ήρωες. Η Μιράντα, ο Νύσης, η Ρόζα, η Οφηλία, ο Μπίλυ, η Μαριάνθη, η Ορτανσία. Όλοι τους δύσκολοι και συνάμα φιλικοί. Ολομόναχοι μα και παρέα. Γήινοι αλλά και κάπως ιδεατοί. Άγγελοι και δάιμονες μαζί, αναλόγως τις περιστάσεις. Βλέπουν παράξενα όνειρα, βασανίζονται, τιμούν την ηδονή, τις ανάγκες και τα αισθήματά τους, και ενίοτε δεν διστάζουν να τα κουρελιάσουν, παρόλα αυτά. Κάνουν λάθη που  μετά τα ερωτεύονται και προσπαθούν, όπως μπορεί ο καθένας, να βγει κάτι καλό στο τέλος της ημέρας παρόλες τις κακοτράχαλες εσωτερικές τους διαδρομές. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας αλλά και μιας υποψιασμένης  φαντασίας που είναι σίγουρο ότι μερικά κομμάτια της βρίσκονται μέσα σε όλους μας, ανεξαιρέτως.

Κι εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο: Μέσα μου, αυτή είναι η ιστορία του Μπίλυ, ενός φανταστικού ήρωα που αγαπήθηκε πολύ, βαθιά και αμετακλήτως. Όπως διαπίστωσα περιγράφοντάς τον μεταξύ άλλων στο χαρτί όσο καιρό κάναμε νοερή παρέα, η λογοτεχνία είναι το σπίτι του, ο φυσικός του χώρος, η μικρή προσωπική του ζούγκλα που μέσα της μπορεί να αποκτά σαφή χαρακτηριστικά, συνήθειες, γούστα και αισθήματα. Να δρα ελεύθερα. Να συναρπάζει. Εμένα, τουλάχιστον, μου το ενέπνευσε όλο αυτό και μάλιστα με το πάρα πάνω. Τον Μπίλυ δεν νιώθω πως τον γέννησα. Νιώθω πως κάπου υπήρχε αυτόνομα, και απλώς με άφηνε να μιλώ γι’ αυτόν έτσι, σαν χάρη.

Τυπικά ο επιφανής πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι άλλος, και όχι ο Μπίλυ. Άλλος στέφεται βασιλιάς στη ροή της πλοκής. Άλλος δίνει τον τίτλο στο βιβλίο αυτό, και όχι δίχως λόγο. Κατά βάθος όμως, και παρότι ο ρόλος του παραμένει από την αρχή ως το τέλος διακριτικός – κομπάρσος θα έλεγε κανείς, κάνοντας μέγα λάθος - μέσα στην καρδιά μου αυτό το βιβλίο είναι το λαγούμι του Μπίλυ. Που είναι έντιμος, παράξενος, αυστηρός, με ασυνήθιστα ερωτικά γούστα, δύστροπο χαρακτήρα και μια γοητεία σατανική. Μέσα σε αυτό και μέσα από αυτό το λαγούμι του μιλά, σιωπά, αγαπά, μισεί και κινεί τα νήματα, παραιτείται ή επιμένει. Πολεμά. Κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της παράδοξης διήγησης ως κεντρική (έμμονη) ιδέα. Ζει στη σκιά, έχει όμως τον τρόπο να λάμπει σαν να τον φώτιζαν δεκατρία φεγγάρια.

Ποιος είπε πως ένας συγγραφέας που γεννά ήρωες δεν έχει τις προτιμήσεις του; Πως δεν μπορεί να αγαπά κάποιον περισσότερο από τους άλλους, παρότι σίγουρα τους νοιάζεται όλους εξίσου πολύ; Νομίζω πως στο βιβλίο διακρίσεις δεν έκανα. Ο Μπίλυ περιγράφεται όπως όλοι οι άλλοι χαρακτήρες. Στη συγκίνησή μου και στην τρυφερότητά μου όμως, είναι βέβαιο, η αδυναμία μου είναι αυτός.

Ο Βασιλιάς του τρακ θα καθίσει σε λίγες μέρες στα ράφια των βιβλιοπωλείων αναπαυτικά, και θα περιμένει παρέα. Χέρια να τον αγγίξουν, μάτια να τον δουν και στομάχια για να τα δέσει με τους όμορφους, περίτεχνους κόμπους του. Σαν μια πολύχρωμη φωτογραφία του Αράκι.

Ο Βασιλιάς του τρακ είναι το πιο τρυφερό βιβλίο μου. Τους ήρωές μου τους αγαπάω πολύ. Τον Μπίλυ τον λατρεύω. Αυτό όμως είναι μυστικό, γι’ αυτό και σας παρακαλώ να μην το πείτε πάρα έξω…

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,293 other followers

%d bloggers like this: