Thethreewishes’s Weblog

Carpe Diem

Ιουλίου 12, 2009 · 3 σχόλια

P1020446

Στην κεντρική οδό της πόλης, εκεί όπου το Σαρόκο γίνεται Μαρόκο και ανθίσταται επίμονα σε κάθε είδους ευρωπαϊκό νεωτερισμό, είδα ένα φιδοτόμαρο να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου. Το εντυπωσιακό μήκος του πάλαι ποτέ παγωμένου δέρματος έφτανε τα δύο μέτρα κι είχε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς  των θερμών χρωμάτων αποτυπωμένους πάνω του. Ο σαρκασμός της φύσης, σκέφτηκα, καθώς φαντάστηκα το κρύο ζώο να απεκδύεται το φάλτσο ρούχο και να απομένει γυμνό αναμένοντας μια πιο σωστή ενδυμασία για το χειμώνα///Φολίδες και λέπια καλύπτουν την παγωνιά, γη και ύδωρ προστατεύουν τους αλλότριους της Φύσης///Ένα ξαφνικό τηλεφώνημα από το Πάνθεον με παίρνει από το αυτί και με μεταφέρει στη Ρώμη, εκεί όπου θεοί κι ημίθεοι, περιστέρια και κρυστάλλινα νερά χαριεντίζονται γλυκά με το κυριακάτικο μεσημέρι και τους λευκούς γλουτούς των αγαλμάτινων Ερώτων///Η χαρά των διακοπών χάιδεψε τη σκέψη μου μαζί με τις φωνές των φίλων που γνωρίζουν πώς να διακόπτουν και να ξαναπιάνουν τα νήματα του καιρού και των αισθήσεων με τέχνη και σοφία///Φοίβο και Στέφανε, καλό καλοκαίρι///Μια μικρή καραμελένια έκπληξη οι φωνές των ανθρώπων που οι ανάσες τους μυρίζουν τριαντάφυλλο και ζάχαρη άχνη///Θωπευτικά τα περαστικά βλέμματα των ξένων που προσπαθούν να ανιχνεύσουν μια σπίθα καλοκαιριού σε στιγμιαίες συναντήσεις υπό το φως του φεγγαριού///Τυχαία στιγμιότυπα με διάρκεια ζωής μόλις μερικών δευτερολέπτων ανατρέπουν το δισταγμό του Ιουλίου και βαφτίζουν τη ζωή Ωραία. Είναι εύκολη η χαρά της εποχής, απλώς μερικές φορές τείνω να το ξεχνάω///Μια τεράστια Πλατεία των Ψιθύρων η μεσημεριάτικη γειτονιά, με βάζει σε κουζίνες και αυλές, σε συνομιλίες και στιγμιότυπα καθημερινής ρουτίνας όπου αντηχούν κομμάτια ζωής που μ’ αρέσει να κρυφοκοιτάζω εμβόλιμα///Ένα μαθητευόμενο φλάουτο ανεβοκατεβαίνει κλίμακες υπομονετικά, μια μητέρα μαλώνει το παιδί της, το γνωστό τρανζίστορ προειδοποιεί πως με μια αγάπη καινούρια θα χαράξει πορεία,  τα οικεία περιστέρια διστάζουν στο κατώφλι μου, ο μεσημεριάτικος ήλιος μου θαμπώνει την όραση καθώς ρίχνω ματιές στα σκαλοπάτια///Ένα στωικό Φαγιούμ με κοιτάζει ανέκφραστο από δίπλα και με κάνει να θέλω να του βγάλω τη γλώσσα, να το κάνω να γελάσει, να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους με τη σιωπή και την απραξία αιώνων///«Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, μικρή ανόητη», το ακούω να μου σφυρίζει βλοσυρό από τα βάθη του χρόνου. Αποστρέφω πάραυτα το βλέμμα γιατί τώρα δεν είναι ώρα για περίσκεψη, θέλω μόνο να απολαύσω ανέμελα τούτο το ωραίο μεσημέρι κι αυτό θα μου είναι αρκετό///Ένα καινούριο αιφνίδιο τηλεφώνημα με βγάζει από τη σκιερή νιρβάνα μου και με καλεί για βουτιές και θαλασσινούς μεζέδες στην παραλία. Θα σηκωθώ λοιπόν, θα φορέσω χρωματιστό μαγιό και φρέσκια όρεξη, θα κλείσω προσωρινά την πόρτα μου στα περιστέρια και στους περαστικούς και θα πάω στο Μον Ρεπό μου για λίγη κυριακάτικη ευδαιμονία///Τα σέβη μου.

 

→ 3 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Καταφύγια θηραμάτων

Ιουλίου 11, 2009 · 5 σχόλια

P1030753

Ο έβδομος μήνας αναμενόταν να μου φέρει μια βαλίτσα με ξεκούραση. Παρόλα αυτά, οι πρώτες νύχτες του Ιούλη ξεκίνησαν με καλέντουλα, πασιφλόρα και βαλεριάνα σε χαμηλά ποτήρια-προπομπούς ή κατευθείαν πάνω στο δέρμα κι έκτοτε βολοδέρνουν αναποφάσιστες, ακροβατώντας κοπιαστικά ανάμεσα στην επίμονη υγρασία της γης και στο φωτεινό σκοτάδι της Ιόνιας σκέπης/// Σκληρός μήνας, καυτερός, παράξενος. Καθυστερεί το θέρος. Τσάκισε με το καλησπέρα σας τη γυμνόστηθη Εξιδανίκευση κάτω από την τραχιά του πατούσα και τώρα συνεχίζει ακάθεκτος για νέες βιβλικές καταστροφές. Όποιος φοβάται ας λιποτακτήσει, είναι η μόνη λύση///Απαλλαγμένη πια από την ιδέα της Ωραίας Προκατάληψης, βαδίζω κι εγώ μαζί με όλους στα τυφλά ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια και αφηρημένα βλέμματα χωρίς έναν καημό, χωρίς μιαν εμμονή, σχεδόν απούσα///Βραδινές χειραψίες και γνωριμίες παραλογοτεχνίας στα σκοτεινά καταφύγια θηραμάτων της παλιάς πόλης σκάβουν πρόχειρες σπηλιές στο χρόνο μου χαράζοντας τη γραμμή μιας εσφαλμένης πορείας που παρερμηνεύτηκε στο χάρτη κι οδηγεί ανώφελα στο μεγαλειώδες, ήσυχο Τίποτα του επόμενου πρωινού που επέρχεται σαν σκύλος///Η επιμονή του κόσμου να αναζητά ψυχή κι αναψυχή κάτω από ιπποτικές επιγραφές και μικρές κληματαριές με βουκαμβίλιες, γιασεμιά και νυχτολούλουδα διατηρεί ομολογουμένως μια κάποια γοητεία, μόνο που αυτό το καλοκαίρι τούτη εδώ η γοητεία προσομοιάζει κάπως με τη θλίψη της επίγνωσης και άρα αφήνει χαίνοντα κενά στις προσδοκίες των σωμάτων και των νευμάτων της όποιας Χαράς. Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως τεμπέλης///Αναμοχλεύω νωχελικά τα αγριόχορτα και τις παλιές σελίδες προς άγραν νοήματος και νέου σκοπού –ας πετύχω έστω ένα ζόρι, ένα ξεσήκωμα στην επόμενη παράγραφο, κάτι πια– μα η επιμονή μου δεν ευοδώνεται, η πολυπόθητη συγκίνηση αργεί να ‘ρθεί, μοιάζει όλο και πιο πολύ με φρούδα ελπίδα που χάνεται στη μετάφραση///Ξυπνάω λοιπόν ξανά ασφαλής και κουρασμένη, ανάμεσα σε αδιάφορες επανεκδόσεις πανομοιότυπων ιστορημάτων κι όλο υπόσχομαι πως κάθε απόψε θα είναι όλα διαφορετικά, ως δια μαγείας///Η νομοτέλεια των πραγμάτων παραμένει εντούτοις απαράλλαχτη. Όταν χτυπάς με τις γροθιές την πόρτα της έμπνευσης, της συγκίνησης, της φιλίας, της τύχης -ό, τι χρειάζεται ο καθείς τέλος πάντων, στο κατώφλι εμφανίζεται μια εκνευρισμένη γραία ξεδοντιάρα κι επ’ ουδενί η παρθένα κόρη που όλοι περίμεναν εναγωνίως///Όσο αποζητώ λοιπόν με επιμονή ένα πολύτιμο ανθρώπινο Κάτι το μόνο που θα εμφανίζεται μπροστά μου θα είναι ένα κακομούτσουνο απάνθρωπο Τίποτα and that’s a fact///Περιέργως, η ψυχραιμία μου παραμένει εντυπωσιακή και η οπτική μου αρκούντως θολή ώστε να μην ενοχλούμαι περαιτέρω. Είμαι αδιάφορη και αυτάρκης, δεν ανησυχώ///Ευτυχώς διατηρείται μέσα μου ζωηρή η σκέψη του κοριτσιού με το μπλε φουστάνι στην πλατεία και η εικόνα του κοριτσιού με ένα βαζάκι γλυκό ρόδι στο σκαλί, κι έτσι το θέρος μαλακώνει κάπως και γίνεται πιο ευφρόσυνο. Χάρη στα δυο κορίτσια, χάρη σε αυτά///Κι επίσης χάρη στα αδέσποτα περιστέρια που κατάλαβαν πόσο άκακο είναι το κατώφλι μου κι έτσι το διαβαίνουν κάθε απόγευμα στις έξι, αδιάφορα και τολμηρά///Σάββατο μεσημέρι, ωραία ώρα, ωραίο φως. Στο Ιόνιο οι άνεμοι πνέουν βορειοδυτικά ασθενείς μέχρι μέτριοι και η θερμοκρασία στην πόλη κυμαίνεται από 23 έως 25 βαθμούς Κελσίου///Από κάποιο διπλανό στενό ένα τραντζιστοράκι αναμεταδίδει παλιές λαϊκές επιτυχίες και για μια στιγμή ξεκολλάω από το παρόν, αφήνω πίσω μου την σχεδόν απωθητική ρεαλιστική εκδοχή του γεγονότος και πρωταγωνιστώ σε μια ελληνική ταινία εποχής μαζί με τον Κούρκουλο , την Καρέζη, μπορεί και τον Παπαγιανόπουλο///Κατόπιν επανέρχομαι στο ηλιόλουστο παρόν, πιάνω την φρεσκοτυπωμένη Ζυράννα μου, μυρίζω το χαρτί και αγαλλιάζω με όσα πρόκειται να διαδραματιστούν ανάμεσά μας. Το πάθος χίλιες φορές, είπε, κι εγώ την πιστεύω///Αραγμένη ως αργά στον καναπέ κάτω από το γεωγραφικό χάρτη της Παλαιάς Διαθήκης γεύομαι με ευγνωμοσύνη τα σύκα και τα μούσμουλα που μου πρόσφερε πεσκέσι η γειτόνισσα, κοιτάζω το κάστρο από το πέτρινο παράθυρο της μικροσκοπικής κουζίνας, χαμογελώ από την ανοιχτή μου πόρτα στους αλλότριους περαστικούς που κατεβαίνουν το καντούνι και υπόσχομαι πως απόψε όλα θα είναι διαφορετικά, ως δια μαγείας///Καθώς ζυγώνει το βράδυ, η εικόνα ανατριχιάζει. Από το απέναντι παράθυρο ακούω τους λυγμούς μιας κοπελιάς που λυπάται γοερά, ενώ ταυτόχρονα στον όροφο της Φιλαρμονικής κάποιος παίζει στο πιάνο τα άπαντα του Χατζιδάκι/// Ένα παιδί φωνάζει στα σκαλιά, κάποιοι χειροκροτούν μιαν ορχήστρα, έξω στροβιλίζονται μελτέμια, κουζινικές μυρωδιές και πτήσεις αναχωρήσεων, ενώ μέσα η νύχτα μου ανάβει μέσα σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί /// Τα σέβη μου.

(Depeche Mode: Blue dress)

→ 5 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Σκέψεις κι επισκέψεις

Ιουλίου 6, 2009 · 12 σχόλια

αγγελάκας

(Γ. Αγγελάκας και οι Επισκέπτες: Σιγά μην κλάψω)

→ 12 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Τρία καυτά ερωτήματα και οι απαντήσεις τους

Ιουλίου 3, 2009 · 21 σχόλια

clowns0003-363x449

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ:

-Πόσο ανόητος πρέπει να είναι κάποιος για να νομίζει πως οι άνθρωποι που θαυμάζει/συμπαθεί/επιδιώκει φιλικές σχέσεις μαζί τους έρχονται κοντά του γι’ αυτόν ενώ εκείνοι έρχονται για τον διπλανό του;

-Πόσες τεκίλες πρέπει να πιεί κάποιος για να μιλάει τα πιο άθλια γαλλικά της ζωής του, ενώ αυτή τη γλώσσα την μιλάει καθημερινά τα τελευταία 17 χρόνια;

-Πόσες ώρες πρέπει να μείνει κάποιος στο Εραλδικόν για να μην θυμάται το πρωί ούτε τα μισά απ’ όσα είπε/άκουσε;

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:

-Όσο εγώ. Πολύ, δηλαδή.

-Όσες εγώ. Μερικές, δηλαδή.

-Όσες εγώ. Κάμποσες, δηλαδή.

(Siouxsie & The Banshees: Halloween)

→ 21 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Στα πεύκα φωλιάζουν χερουβείμ

Ιουλίου 2, 2009 · 9 σχόλια

Tiger_lillies_Holthusen

Καλοκαιροφθινόπωρο στο νησί των Φαιάκων, και κρατώ απ’ το χεράκι ένα μπουκέτο σύννεφα και μια μικρή ζακέτα. Τούτος ο Ιούλιος συνεχίζει να κάνει δροσερές τσιριμόνιες και να ανθίσταται στα προπατορικά κλισέ. Μου αρέσει///Οι μεσημεριανοί περίπατοι στο απέναντι νησί κρύβουν θησαυρούς στα μανίκια τους. Εξερευνήσεις δασών και μαγικών μονοπατιών, λιακάδες του ενός τετραγωνικού ανάμεσα στα  πλούσια φυλλώματα των φρουτόδεντρων, “τι έχεις μέσα στο καλάθι σου Κοκκινοσκουφίτσα;” -παίρνω το λύκο παραμάσχαλα και ροβολάμε προς την παραλία με τα μυτερά βράχια και τους αχινούς. Δεν έχω πια ένα λύκο να φοβάμαι, τον συνήθισα, γίναμε φίλοι///Στη διαδρομή μας χαϊδεύουν τις γάμπες ατρόμητοι φασιανοί, κουνελάκια που τα λένε Νίκο ή Γιάννη ανάλογα με τη σειρά εμφανίσεως, ράθυμες γαλοπούλες με κόκκινα πρόσωπα και τα γνωστά σπουργίτια η-Ζαζί-στο-Μετρό. Τρώνε από τα χέρια μας κομματάκια ψωμί και τσουρέκι και δεν διστάζουν να μας ρίξουν και καμιά μικρή δαγκωνιά στα δάχτυλα αν καθυστερήσουμε το επιδόρπιό τους///Στα αβαθή νερά της παραλίας κάτι ερείπια μιας πάλαι ποτέ ξύλινης εξέδρας στέκουν ποιητικά κι αγέρωχα προσελκύοντας αφηρημένες μαρίδες και πρόχειρες σκέψεις θερινής εμβέλειας που σβήνουν με την επόμενη μυωπική βουτιά///Οι πευκοβελόνες τσιμπάνε γλυκά τις υγρές πατούσες και μετά γίνονται κρικάκια μιας αλυσίδας που κοσμεί έναν λαιμό. Από ψηλά, τα παραδείσια χερουβείμ που κρύβονται στα φυλλώματα των πεύκων γελάνε με τα παιχνίδια των ανθρώπων και φωλιάζουν για μια στιγμή στις τσάντες, κάτω από την πετσέτα, στην αριστερή ακρούλα της ψάθας ή κάτω από το σημάδι του μαγιώ στον ώμο///Οι Tiger Lillies στη Θεσσαλονίκη, ο Αγγελάκας στην Κέρκυρα. Δεν είναι ακριβώς fair play μα ομολογώ πως είναι ένας σωστός διακανονισμός///Παρόλη την ευδαιμονία, οι νύχτες εξακολουθούν λιγάκι δύσκολες. Προσπαθώ επί ώρα να συνδεθώ στον ιστό του ύπνου μα ένας ελαττωματικός σέρβερ με πετάει διαρκώς κι όλο στο reconnect με βρίσκουν τα χαράματα///Το πρωί ξυπνάω νωρίς και ρουφάω την υγρασία του νησιού με ευγνώμωνες πνεύμονες ανεμώνες χειμώνες κοιτώνες ροδώνες///Η έλλειψη ύπνου αντισταθμίζεται από ωραίες εικόνες και δροσερές πορτοκαλάδες στο Μικρό καφέ, που τα βράδια διαδέχονται βαρελίσια ποτήρια και κιτρινωπές τεκίλες των τριών γουλιών///Ελάχιστα πράγματα έχουν πραγματική σημασία αυτό το καλοκαίρι. Κάνα δυο που με απασχολούν κάπως περισσότερο έρχονται σαν ηλεκτρική εκκένωση και με τινάζουν στον αέρα μέσα σε μια στιγμή. Μετά συνέρχομαι και κάνω σα να μην τρέχει μία///Είπαμε, αυτό τον καιρό ούτε δίνω ούτε παίρνω πραγματικά. Απλώς βρίσκομαι εδώ, κι αυτό είναι το μόνο που μπορώ///Τα σέβη μου.

(Tiger Lillies: Souvenirs)

→ 9 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Χτες ανέγγιχτο, σήμερα απτό

Ιουνίου 30, 2009 · 9 σχόλια

gold

Μιλούσε μαν άλλη γλώσσα,

την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας λησμονημένης,

τώρα πλέον, πόλεως,

της οποίας και είτανε, άλλωστε,

ο μόνος νοσταλγός.

(Ν. Εγγονόπουλος)

(Army of Lovers: King Midas)

→ 9 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Σαν σκουριασμένες κούνιες στο σεληνόφως

Ιουνίου 27, 2009 · 12 σχόλια

favorite0207_005L

Είναι γεγονός. Τα νέα κάποιων φίλων μου δεν τα μαθαίνω. Τα ονειρεύομαι///Στο καθεβραδυνό δελτίο ειδήσεων της εσωτερικής μου γιγαντοοθόνης προβάλλεται απροκάλυπτα όλη εκείνη η πολύπαθη καθημερινότητα που σε κάθε άλλη περίπτωση θα παρέμενε άγνωστη///Επτασφράγιστο μυστικό παραμένει άλλωστε κι εκείνο το περιβόητο βιβλίο που αναζητούσα χτες στο Λέμον αλλά κανείς δεν είδε, κανείς δεν άκουσε το παραμικρό///Συγκλονιστικό το καινούριο βιβλίο του Θ. Καλλιφατίδη “Φίλοι και εραστές” (εκδ. Γαβριηλίδης) που περιγράφει με ήπια σαφήνεια και εύστοχο χιούμορ τη σύγχρονη κοινωνία του αγχωμένου homo europaeus///Απογοητευτικό -παρόλα τα διθυραμβικά σχόλια που απέσπασε- “Το τσιγάρο και η γιόγκα” (εκδ. Εστία) του Αλ. Αδαμόπουλου που μπερδεύει τα αγγλικά με τα ελληνικά βαφτίζοντας την εμπάθεια συμπάθεια και αποπροσανατολίζει μέχρι και τον ιδρωμένο επιμελητή του///Empathy is not sympathia in hellinikos, dear Watson///Σάββατο κι απομεσήμερο, χωρίς ασετυλίνη, με αεράκι σκανταλιάρικο, που γεμίζει τον τόπο με ταραγμένα μαλλιά και ανάκατα κύμματα///Κάτι μου λέει πως στα τουριστικά μέρη σαν το αγαπημένο μου Λουτράκι η ορμή των ανθρώπων δεν γονιμοποιείται, δεν ανθίζει, δεν δίνει καρπούς. Εννοείται πως δεν βγαίνω στην απέξω///Το μόνο που κυοφορείται επιτυχώς είναι η γνωστή ποικιλία εδώδιμων λεμονιών που τις νύχτες βγάζουν ρόδες και διαγράφουν έξαλλες τροχιές-ροδέλες μέσα σε κοντά ποτήρια///Λεμόνια-ταξί με ελάχιστο τέλος διαδρομής ως τις τρεις τα χαράματα///Κατόπιν αυτού, ο σώζων εαυτόν σωθήτω///Μια πόλη, για να είναι ζωντανή, πρέπει να αλλάζει. Τούτη εδώ η πόλη βαδίζει με ρυθμούς γηραιού σαλιγκαριού στην ανηφόρα/// Παύλο, ευχαριστώ πολύ για την απερίγραπτη σύνθεση που μου χάρισες. Μπροστά σε κάποια πράγματα δεν μπορεί κανείς παρά να στέκεται με σκυμμένο το κεφάλι και σε στάση προσοχής///Ενίοτε και προσευχής. Όπως τώρα, καλή ώρα///Θέματα επικοινωνίας: Πολλές φορές νομίζουμε πως οι ιδέες και οι εικόνες που απευθύνουμε στους άλλους είναι διαυγείς σαν γάργαρο νεράκι, η σκληρή πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Όσα μέσα στο μυαλό μας είναι ξεκάθαρα ενδέχεται έξω από αυτό να μοιάζουν με σκουριασμένες κούνιες στο σεληνόφως///“Διέκρινες τον εαυτό σου κάπου στα κείμενα;” – “Όχι!” -Ορίστε το παράδειγμα ενός κώδικα που νόμιζα πως κατάφερα να σπάσω μα απ’ ό, τι φαίνεται τελικά επιμένει να ανθίσταται σε κάθε είδους λωποδυσία///Ήρεμες μέρες, συγκαταβατικές. Μέσα μου όμως κάθε άλλο παρά ήσυχα ζω. Στο βυθό της θάλασσας γίνεται της κακομοίρας. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό και τα χρυσόψαρα απουσιάζουν///Στην επιφάνεια πνέουν τα γνωστά φιλικά μελτέμια, ελάχιστες είναι όμως οι φορές που το μέσα αντιστοιχεί πλήρως με το έξω///Δεν υπάρχει ρούχο δίχως ξέφτια, Πηνελόπη, τα φαινόμενα απατούν///Κι αν κάνουμε πως συνθηκολογούμε με τα υπόγεια ρεύματα του βυθού μας, είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα πέσουμε με κάποια ρουφήχτρα και τότε είναι που θα φανεί πόσο καλά έχουμε μάθει να κολυμπάμε///Αυτά προς ώρας. Βγαίνω τώρα στον ολόσωμο καθρέφτη της ημέρας με δείκτη ψυχικού αντηλιακού +50///Τα σέβη μου.

(Blue States: Season song)

→ 12 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Ασπιρίνη

Ιουνίου 25, 2009 · 6 σχόλια

timeless

Η πρώτη φράση είναι πάντα δύσκολη. Τα υπόλοιπα ακολουθούν με μεγαλύτερη ευκολία///Εκτός βέβαια αν η αναβολή της πρώτης φράσης με εξυπνακίστικα κολπάκια σαν αυτό μεταθέτει το λόγο δύο γραμμές πιο κάτω αφήνοντας την κουβέντα να χάσκει θλιβερά σαν κούφιο δόντι που περιμένει το αναγκαίο σφράγισμα///Αυτή η Πέμπτη ξεκίνησε με άπνοια και θόρυβο. Το ευεργετικό μελτέμι την έκανε γι’ αλλού και πνέει όπου θέλει. Όχι εδώ πάντως///Η συνήθης φουλαριστή πραγματικότητα τρέχει στο δρόμο με σπασμένη εξάτμιση και λαϊκά στο τέρμα. Πάντα με συγκινούσαν οι απελπισμένες πρωτοβουλίες των ανθρώπων που παλεύουν με κάθε τρόπο να τραβήξουν από τα μαλλιά μια καργιόλα προσοχή που όλο ξεφεύγει///Μια θηλυκή σκοτοδίνη με τυλίγει σαν τσαλακωμένο πέπλο και με κάνει να νιώθω μια στιγμιαία ταύτιση με τις νύφες του Βούλγαρη που κλειστήκανε στ’ αμπάρια κι αδημονούσαν να δουν ένα φως να λάμπει στα μάτια του άγνωστου γαμπρού που περίμενε στη στεριά///Το φως που καίει///Πού να’ ναι εκείνο το παιδί με το σπασμένο δόντι και το γάργαρο γέλιο μιας παρατεταμένης εφηβείας που δεν μάσαγε από τίποτα;///Πού να’ ναι όλα εκείνα τα παιδιά που παίζανε στον πρώτο και στο λήγοντα και πάντα κέρδιζαν τα προς το ζην;///maurochali, πάλι σε μάγκωσε η φουρκέτα; Γιατί αργείς την ασπιρίνη μου;///Έχω μεγάλο κύκλο εργασιών αυτές τις μέρες. Τόσο μεγάλο που δεν αντέχω καν να τον αγγίξω, τον τρύπιο///Η αιφνίδια μελωδία ενός ακορντεόν εισβάλλει από το παράθυρο και μου ακουμπά το μάγουλο με μητρική στοργή. Όλη η δόξα, όλη η χάρη για μια στιγμή σπουργιτάκια στην παλάμη μου κι αέρας στα πανιά μου///Είναι δυνατόν σε μια τόσο στενή πόλη ένα πουλί πετούμενο να μην βρίσκεται ποτέ μπροστά μου;///“Θα βοηθούσε, ξέρεις, αν έβγαινες και πότε πότε από το σπίτι σου, μουχλιασμένη κάλτσα” μου ψιθυρίζει νοερά η γλυκιά μου Miss Broadway  χαϊδεύοντας πατ πατ το κοντοκουρεμένο μου κεφάλι///”Μα δεν δύναμαι, Miss, της αποκρίνομαι εν αμύνη, τις νύχτες κάνω τηλεφωνική παρέα με το έφηβο νόημα της ζωής μου. Πού πια καιρός;”///Είναι αδιανόητο πόσο ευπαθής είναι η φύση της αγάπης. Ειδικά όταν γίνεται ανορθόγραφο σύνθημα στους τοίχους ή ερτζιανός αναστεναγμός, νομίζω πως θα μπορούσε πανεύκολα να μου τσακίσει τα κόκκαλα μονομιάς///Το μεσημέρι κοντοζυγώνει σαν ανάλαφρη πατούσα σε ανατομικό σανδάλι και με ξυπνάει με συμπάθεια. Ώρα να πηγαίνω, σε λίγο κλείνουν κι οι Τράπεζες///Τα σέβη μου.

(M83: Run into flowers)

→ 6 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

The truth is out there

Ιουνίου 25, 2009 · 7 σχόλια

spaceball

dream

 

Εκείνο το βράδυ ο ουρανός ήταν παράξενος. Παχιά γκρίζα σύννεφα βάραιναν στη νότια πλευρά της πόλης. Στα βόρεια είχε ήδη νυχτώσει, κανείς όμως δεν φαινόταν να παραξενεύεται που στη μισή πόλη ήταν νύχτα και στην άλλη μισή απόγευμα.

Βγήκε στο μπαλκόνι κι έστρεψε το βλέμμα προς τον ουρανό, στη μεριά της νύχτας. Το μαύρο κενό ήταν διάσπαρτο από λευκά αστέρια. Πού και πού, ένας μικρός ασημένιος ανεμοστρόβιλος έτρεχε σαν σβούρα διαγράφοντας μια σύντομη καθοδική πορεία στο πουθενά.

Κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά όταν οι ανεμοστρόβιλοι άρχισαν να παίρνουν συγκεκριμένα σχήματα καθώς διέτρεχαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον ουρανό. Ένας έγινε περίγραμμα ανθρώπου με υπερφυσικά άκρα και μακρόστενο κορμί. Κάποιος άλλος πήρε σχήμα καμηλοπάρδαλης και μέχρι να διαγράψει την πορεία του είχε μεταμορφωθεί σε σκελετό του ίδιου ζώου. Ένας τρίτος έσκασε πάνω στον τοίχο του σπιτιού της και μετατράπηκε σε άμορφη μάζα.

Κοίταξε κάπως πιο προσεκτικά τα ίχνη πάνω στο ντουβάρι και σκέφτηκε πως έμοιαζαν με υπολείμματα πυρκαγιάς ή με σιελώδη χημικά απόβλητα. Μπήκε στο σαλόνι κι άρχισε να περιγράφει στην ετερόκλητη παρέα όσα είχαν συμβεί. Κανένας δεν φάνηκε να ανησυχεί με την κατάσταση, κι ας προσπαθούσε εναγωνίως να τους εξηγήσει σε δύο διαφορετικές γλώσσες πως όλα αυτά δεν ήταν καθόλου φυσιολογικά.

Επέστρεψε στο μπαλκόνι. Εκεί διαπίστωσε πως είχε συμβεί κάτι απίστευτο. Η μαύρη μάζα από τον ανεμοστρόβιλο που είχε χτυπήσει τον τοίχο δεν ήταν πια εκεί. Ρίχνοντας μια απορημένη ματιά στο εσωτερικό του διαμερίσματος παρατήρησε πως τα άμορφα γλοιώδη κατάλοιπα είχαν μεταμορφωθεί σε ηλεκτρονικό πίνακα ελέγχου που είχε εντοιχιστεί δίπλα στη σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο.

Στη φωτεινή οθόνη διέκρινε σχεδιαγράμματα και πίνακες στατιστικών που το μηχάνημα σάρωνε με απίστευτη ταχύτητα. Κατάλαβε πως κάποιος σκάναρε ολόκληρη τη ζωή της, περνώντας τα δεδομένα σε έναν αόρατο σκληρό δίσκο και καταγράφοντας ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια που την αφορούσε.

Ο πανικός της μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο και διαπίστωσε πως τώρα η αφύσικη μάζα στεκόταν ακριβώς μπροστά της. Παρατήρησε το ασχημάτιστο υλικό να παίρνει σχήμα ανθρώπινο, αργά αργά, σχεδόν οδυνηρά. Όταν ο ψιλόλιγνος άντρας με το τεράστιο κεφάλι στάθηκε ολόγυμνος μπροστά της  κοίταξε το λιπόσαρκο σώμα του και κατάλαβε πως η χλωμή του απόχρωση ήταν κάθε άλλο παρά ανθρώπινη.

Όταν στράφηκε προς το μέρος της και της μίλησε με ανθρώπινη φωνή στη μητρική της γλώσσα, κατάλαβε τι είχε συμβεί. “Εσύ δεν έλεγες πως συχνά νιώθεις εξωγήινη; Εσύ δεν έλεγες πως αν ποτέ προσγειωνόταν ένα ufo στον πλανήτη σου σίγουρα θα ήξερε πού θα σε βρει; Είχες δίκιο. Ήξερα πού να σε βρω και τελικά σε βρήκα”.

Στροβίλησε το βλέμμα της στο δωμάτιο και σάρωσε την εικόνα. Παρατήρησε πως η ακαταστασία που επικρατούσε στο χώρο ήταν απελπιστική. Ένα καινούριο άγχος καρφώθηκε μεμιάς στο σκληρό της δίσκο.

(David Bowie: Space oddity)

→ 7 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1

Σκέψεις βιολογικής καλλιέργειας

Ιουνίου 24, 2009 · 10 σχόλια

 centaurus

Τρίτη βράδυ, Τετάρτη πρωί///Στο ενδιάμεσο ευχήθηκα ένα μικρό ασημένιο Κένταυρο που κολυμπά στα γκριζωπά νερά της συννεφιασμένης παραλίας, όμως ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος. Η περιοχή διαθέτει πλέον μόνο ξαπλώστρες  -οι ασημένιοι Κένταυροι βούλιαξαν προ πολλού στα ρηχά νερά του Κορινθιακού///Πού είναι οι άνθρωποι με την απύλωτη σκέψη που μου υπόσχονταν κάποτε τη συγκινητική στοργή τους; Πού είναι όλοι αυτοί που με μια τους κίνηση ήξεραν να μεταμορφώνουν μια καταστροφική ασάφεια σε εχέγγυο για μια σαφή μελλοντική πορεία προς το άξιο και το διαφορετικό;///Θα’ θελα να έβλεπα μια έκθεση του Γιώργου Ρόρρη. Να παρατηρήσω προσεκτικά τα μάτια των μοντέλων του και να καταλάβω πώς κατορθώνουν και κάνουν το χώρο κομμάτι του εαυτού τους ξεφεύγοντας από το σύνηθες αντίστροφο///Όμοιες μέρες, αφοπλιστικές. Άφθονος χρόνος για ξόδεμα, μπόλικες εικόνες για το χρονοντούλαπο της ταπεινής προσωπικής μου Ιστορίας///Όπως πάντα, εικάζω πιθανότητες, σχεδιάζω αδυνατότητες, αποφεύγω τις ακρότητες και υποχωρώ σε προτεραιότητες. Το ουσιαστικό στην υπηρεσία των ουσιαστικών, μα απ’ όλα λείπει ένα ρήμα///Με εκνευρίζουν οι άνθρωποι που επιμένουν στο περίγραμμα αδιαφορώντας για τα χαρακτηριστικά και για την ουσία μιας κατάστασης. Δεν αντέχω τους τζογαδόρους των πραγμάτων, επιμένω στην παλιά σχολή που θέλει τα πάντα αρμονικά και φυσιολογικά εξελισσόμενα///Κάθε πράμα στον καιρό του, κι ό, τι δεν γίνει την κατάλληλη στιγμή μάλλον δεν γίνεται ποτέ///Από την άλλη, έρχεται εκείνο το γνωστό “ποτέ δεν είναι αργά” και μου ρίχνει μια κατακούτελη σφαλιάρα αμφιβολίας διαλύοντας τις πολύπαθες βεβαιότητές μου μέσα σε μία και μοναδική στιγμή///Αναφέρομαι σε εκείνη τη στιγμή που η ανταλλαγή ενός παρατεταμένου βλέμματος με το νόημα της επιθυμίας με κάνει κι εύχομαι να μπορούσα ν’ αλλάξω εαυτό καταβροχθίζοντας την κονσόλα του ήχου και μαζί της όλα τα φάλτσα του ξύλινου “μη”///Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι των ανθρώπων, μετά τα μάτια τους, είναι τα δάχτυλά τους. Μια φίλη μου έλεγε πως μπορεί να ερωτευτεί κάποιον από τον τρόπο που οδηγεί. Προσωπικά νομίζω πως θα μπορούσα να ερωτευτώ κάποιον απλώς και μόνο παρατηρώντας τα χέρια του///Παραφράζοντας την παροιμία θα έλεγα πως τα χέρια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Μαζί μου συμφωνεί και ο Χρυσόπουλος, που μου χάρισε στιγμές θριάμβου κι ανυπέρβλητης ευδαιμονίας με τον “Μανικιουρίστα” του///maurochali σπεύσε///Τις τελευταίες μέρες, περισσότερο από παλιά, μου αρέσει να μένω ολομόναχη στο σπίτι και ν’ απολαμβάνω σκηνές μηχανικής καθημερινότητας που με καθησυχάζουν και με διαφωτίζουν όλο και περισσότερο επί της ουσίας///Όταν ανακαλύψω το σωστό ψυχικό αντηλιακό μπορεί να βγω στους δρόμους και να ξεκινήσω το καλοκαίρι///Προς το παρόν κοιτάζω να τα βγάλω πέρα με τις ψυχικές αλλεργίες μου και με τη γκρινιάρα μπακουρίαση που με μαστιγώνει τις νύχτες///Μέχρι τότε διαχειρίζομαι αποτελεσματικά το χρόνο. Τη νύχτα όμως ξυπνά μέσα μου ο λύκος και γυρεύει statements///Προς ώρας το μόνο που δύναμαι να κάνω είναι να εξακολουθώ να τον φιμώνω με υποσχέσεις παθών που τοκίζονται σε μελλοντικό χρόνο και να παροδώ τις αυταπάτες μου κάνοντας σκασιαρχείο από κάθε είδους πράξη///Τα σέβη μου.

(Manyfingers: A remark)

→ 10 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1