Ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει

ESTOn

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του περιοδικού έστω, τον Δεκέμβριο 2014)

 

Υπάρχει ένας αλάθητος τρόπος να καυτηριάζεις μια πληγή, ένα συναίσθημα, μια έξη.

Στη διαδικασία αυτή, η δυσφορία είναι φυσικά αναμενόμενη: καμία χειρουργική επέμβαση δεν έχει πλάκα.

Όταν όμως πρόκειται για θέμα ζωής ή θανάτου, σαφώς προτιμάς να διασχίσεις έναν κάμπο με αγκάθια παρά να περιμένεις να βγουν τα φίδια να σε φάνε.

Ο τρόπος αυτός είναι μάλλον απλός ως προς τη σύλληψή του.

Το άρρωστο «κάτι» συνήθως χτυπιέται καλύτερα με τα δικά του μέσα.

Η πληγή χτυπιέται με νυστέρι που την σκάβει λίγο περισσότερο για να την καθαρίσει.

Το συναίσθημα παλεύεται με τα τραγούδια/μέρη/λόγια/εικόνες που το έχτισαν και το συνόδευαν όσο διαρκούσε αμφίπλευρα το πάθος (τόσο ώστε να γίνεις αναίσθητος σε αυτά).

Και η έξη χρειάζεται μια νέα έξη για να αποδομηθεί, και σιγά σιγά να σβήσει.

Είναι σκληρό να πρέπει κάποιες φορές να αποχωρίζεσαι αιφνιδίως πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους που έχεις αγαπήσει βαθιά, ερωτικά κυρίως.

Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως, ενέχουν πάντοτε τον κίνδυνο της ανατροπής. Της διάψευσής τους.

Κανένας βέβαια δεν το σκέφτεται αυτό όταν τις εγκαινιάζει.

Όπως οι έφηβοι και οι νεαροί, έτσι και οι ερωτευμένοι οικειοποιούνται το αίσθημα – ή έστω την εντύπωση – της αθανασίας.

Οι νέοι έχουν την ωραία ψευδαίσθηση πως είναι αθάνατοι σωματικά και ψυχικά, και οι ερωτευμένοι πως η σχέση τους είναι μοναδική, και ποτέ δεν θα λήξει.

Είναι όμορφοι οι θιασώτες του ανέφικτου, ακριβώς επειδή προσδίδουν – έστω και προσωρινά – ένα ανθρώπινο πρόσωπο στις κατεξοχήν απάνθρωπες καταστάσεις: στο χρόνο που περνά και στην φθορά των πάντων.

Διασκεδάζουν τις εντυπώσεις όσων σοφότερων πέρασαν ήδη από εκεί και γνωρίζουν όσα αυτοί αρνούνται να πιστέψουν.

Ενίοτε, τους βοηθούν να παραβλέψουν, ή έστω να λησμονήσουν για λίγο την ματαιότητα της ύπαρξης και να τοποθετηθούν μέσα σε ένα δανεικό ιδανικό πλαίσιο, που ναι μεν δεν τους ανήκει οριστικά, από την άλλη όμως επιδρά ανακουφιστικά, και τους ανανεώνει.

Με την ίδια λαχτάρα και θαυμασμό που ένας γέροντας κρατά στα πόδια του και χαίρεται με ένα μωρό παιδί που του χαμογελά και του μεταδίδει κύματα ζωής και διάρκειας που στην ουσία ο ίδιος δεν έχει , οι ενήλικες επωφελούνται από την έξαψη των νεαρών που θεωρούν πως είναι μοναδικοί και άτρωτοι σε αυτό τον κόσμο. Και αυτό, όχι μόνον όσον αφορά στις ανύπαρκτες ακόμη ρυτίδες τους ή τα ακόμη δροσερά τους χείλη, αλλά και στο εύρος και στην ισχύ των αισθημάτων τους, που τα χειρίζονται και τα επιδεικνύουν ως αναλλοίωτα και μοναδικά στην πλάση.

Τα παραμύθια είναι όμορφα, ποτίζουν τις ψυχές και διευκολύνουν τον ύπνο των δικαίων.

Όσο μεγαλώνουμε και χάνουμε αναγκαστικά και εκ των πραγμάτων την πίστη μας σε αυτά,

τόσο θεριεύει μέσα και γύρω μας ο κίνδυνος της αναπόφευκτης ξηρασίας.

Όμως σε περιστάσεις σαν αυτήν τα λόγια είναι μάταια, περιττά, και λίγα.

Και τούτο εδώ το κείμενο γράφτηκε ένα φθινοπωρινό απόγευμα σε μια βόρεια πόλη με βροχή,

μόνο και μόνο για να επιχειρήσει να παραπονεθεί διακριτικά,

να βγάλει λίγη πίκρα απέναντι στις προτετελεσμένες διαδρομές που υποχρεούνται να διανύουν όλα τα πράγματα του κόσμου.

Αφιέρωση

Είμαι κούκλα ζωντανή

d4277-staxtes-bottom_b

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό  Στάχτες στις 5 Δεκεμβρίου 2014, στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης)

Τις βροχερές μέρες δεν τις αντέχω. Όχι για τη σκοτεινιά ή την υγρασία – αυτά δεν με πειράζουν. Απλώς πρέπει να περνάω τον περισσότερο καιρό στο σπίτι, να μη βραχεί η στολή και τα ρούχα μου. Όχι, η ομπρέλα δεν μου φτάνει. Αν βραχεί το πρόσωπο, τα μαλλιά ή τα χέρια μου, παρότι είμαι αδιάβροχη είναι δύσκολο να βεβαιωθώ πως δεν χάλασε κάτι στην εμφάνισή μου.

Μια φορά περπατούσα στο δρόμο και ο αέρας μου σήκωσε την περούκα. Τραγική στιγμή. Οι περαστικοί έκαναν πέρα, τρόμαξαν. Λες και έβλεπαν κροκόδειλο που ξέφυγε από το τσίρκο. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί – τέτοιο ρεζιλίκι. Κανονικά κάτι τέτοια θα έπρεπε να τα βλέπω ως υποθέσεις ρουτίνας, είμαι όμως καινούριος στο χώρο και δεν έχω προσαρμοστεί. Σιγά σιγά θα συνηθίσω.

Άρχισα να μεταμφιέζομαι εδώ και δυο μήνες. Όταν φοράω το δεύτερο δέρμα μου και νιώθω το πλαστικό να κολλάει πάνω μου, είμαι ευτυχισμένος. Το πλαστικό είναι αχόρταγο, αγκαλιάζει σφιχτά το ανθρώπινο δέρμα. Τα πρόσθετα στήθη μου τα αγαπώ, τις καμπύλες μου το ίδιο. Όνομα και πρόσωπο δεν αλλάζω συχνά, προσπαθώ να διατηρώ σταθερή τη γυναικεία ταυτότητά μου. Περούκες έχω κάμποσες, με διάφορα χτενίσματα και αποχρώσεις. Κοσμήματα δεν φοράω ποτέ, προτιμώ η εμφάνισή μου να είναι λιτή και μετρημένη. Να έχει ένα κάποιο class.

Δεν νιώθω εγκλωβισμένος μέσα στην πανοπλία μου. Όχι. Είναι το προστατευτικό μου πέπλο που με θωρακίζει απέναντι στον κόσμο. Το θερμότερο καταφύγιό μου. Μόνο με τη μάσκα μου μπορώ να αισθάνομαι πως τολμώ να δείχνω στους άλλους το πραγματικό μου πρόσωπο. Μόνο με την ολόσωμη στολή μου. Κάθε άνθρωπος έχει μια άμυνα που προτιμά. Που είναι η αγαπημένη του. Τον κλείνει μέσα της και τον στηρίζει σαν απόρθητο πλέγμα. Τον εμποδίζει να διαλυθεί σε χίλια κομμάτια και να καταρρεύσει μπροστά στους άλλους. Όταν σπας το πόδι σου δεν στο βάζουν σε γύψο; Έτσι κι εγώ, όταν νιώθω τσακισμένος, ευάλωτος και μόνος μου, μπαίνω μέσα στο σιλικονένιο μου κορμί και τίποτε δεν μπορεί να με βλάψει. Ησυχάζω.

Είμαι πολύ τρυφερός άνθρωπος, κουράζομαι εύκολα. Έχω ανάγκη από λίγη ξεκούραση απέναντι στα βλέμματα των άλλων κατά καιρούς. Και όχι μόνο. Πότε πότε έχω ανάγκη να με βλέπουν διαφορετικά, είναι λίγο σαν παιχνίδι. Όσα καλύπτει και ταυτόχρονα όσα αποκαλύπτει η στολή μου μού είναι αδύνατον να τα συζητήσω ανοιχτά. Έτσι βρίσκω έναν τρόπο να τα εκφράζω χωρίς καν να χρειαστεί να μιλήσω γι” αυτά, και αυτό με λυτρώνει. Ελάχιστοι άνθρωποι με καταλαβαίνουν. Οι υπόλοιποι με λοιδορούν. Δεν με πειράζει όμως.

Απόψε θα φορέσω την κόκκινη περούκα μου, το μακρύ μαύρο φουστάνι και τις γόβες μου, και θα βγω βόλτα στην κρεαταγορά. Στα σφαγεία, το μικρό κουκλόσπιτό μου. Ανάμεσα στα σφαχτάρια που κρέμονται στα τσιγκέλια των εκδορέων νιώθω πάντοτε ποιητικά. Είναι ρομαντική εικόνα.  Αραιά και πού μπορεί μέχρι και να κλάψω στη θέα τους. Από συγκίνηση, συμπόνια κι ευτυχία. Out of belonging. Ευτυχώς η μάσκα δεν αφήνει τα δάκρυα να φανούν, με καλύπτει. Για τους κρεατέμπορους και τις νοικοκυρές που ψωνίζουν μπριζόλες και εντόσθια είμαι απλώς μια κινητή παράσταση. A freaky moving installation. Μόνο τα κατακρεουργημένα ζώα με εμποδίζουν να νιώθω μοναξιά. Ακούγεται διαστροφικό, όμως έχει μια πολύ συγκινητική τρυφερότητα αυτή η σχέση. Σχεδόν ερωτική, με τη θεολογική έννοια του όρου. Φταίει που πολύ συχνά δεν φοβάμαι να παραδεχτώ πως βρίσκομαι στην ίδια μοίρα μαζί τους

*
©Μαρία Πετρίτση
Πρωτότυπη εικόνα/Original image by Debs via creative commons.

 

(Πρώτη δημοσίευση στο tvxs.gr τον Ιανουάριο 2014)

Το βιβλίο της παιδικής ηλικίας

1454919_10152635788917670_5910471468549210363_n

[…]

Εκείνο το απόγευμα αποφασίσαμε να μην κάνουμε τίποτε άλλο. Η Καορί μου είπε ότι ήξερε ένα συμπαθητικό μπιστρό, όχι πολύ μακριά από το ξενοδοχείο μας, με καθαρά ποτά και νόστιμο φαγητό. Τόσες μέρες τρώγαμε στο πόδι, είτε στα όρθια, σε καντίνες για τουρίστες, είτε σε ασιατικά φαστ φουντ που έμπλεκαν την γιαπωνέζικη κουζίνα με την κορεάτικη και την ινδική. Δέχτηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και σε λίγο ανηφορίζαμε προς τα σκαλάκια της Μονμάρτρης. Έκανε κρύο και σουρούπωνε πολύ γλυκά, σχεδόν με τρυφερότητα. Οι ελάχιστοι περαστικοί που συναντούσαμε ήταν χωμένοι στα παλτά τους ως το λαιμό, όπως κι εμείς. Κανένας δεν κοιτούσε στα μάτια κανέναν. Η Καορί προπορευόταν μερικά βήματα, κι εγώ ακολουθούσα λαχανιασμένη. Ήξερα πως της άρεσε να με καθοδηγεί, κι έτσι την άφηνα να παριστάνει τον τουριστικό οδηγό πατώντας πάνω στα βήματα που πριν από μένα είχε πατήσει εκείνη.

Φτάσαμε σχετικά σύντομα. Το μπιστρό ήταν συμπαθητικό και εξαιρετικά ζεστό. Από το ταβάνι κρέμονταν παλιακοί πολυέλαιοι με οβάλ λαμπιόνια και χάλκινα άνθη και πουλιά. Στους τοίχους υπήρχαν καθρέφτες και μικρές γκραβούρες του Παρισιού. Τα τραπέζια ήταν στρωμένα με κόκκινα καρό τραπεζομάντηλα και στολισμένα με μικρά μπρούτζινα κηροπήγια όπου έκαιγαν κρεμ κεριά. Οι λιγοστοί πελάτες, που κινούνταν μεταξύ μέσης και τρίτης ηλικίας, παραήταν απασχολημένοι με αυτό που έκαναν ώστε να προσέχουν την πόρτα που ανοιγόκλεινε κάθε τόσο. Τίποτε στο χώρο δεν θύμιζε χλιδή ή πολυτέλεια. Όλα παρέπεμπαν σε κάτι απλό, οικείο, σχεδόν οικογενειακό. Ένιωσα αμέσως πού άνετα, σχεδόν ευφορικά. Απόρησα που η Γιαπωνέζα γνώριζε τόσο καλά τα γούστα μου και το Παρίσι.

-Κάθισε και βγάλε το βιβλίο, μου είπε και μου έδειξε ένα τραπεζάκι για δύο κοντά στη τζαμαρία.

Ήξερα πως ανυπομονούσε. Κάθισε πρώτη. Άναψε τσιγάρο, έπεσε πίσω και με κοίταξε. Πέταξα το παλτό στην πλάτη της καρέκλας μου και βολεύτηκα ανάμεσα σε δυο παχουλά μαξιλάρια. Η Καορί έκανε νόημα στο σερβιτόρο, ο οποίος έσπευσε στο τραπέζι μας. Χωρίς καν να με συμβουλευτεί, παρήγγειλε μια Veuve Cliquot Ponsardin και με κοίταξε ευχαριστημένη. Ήξερα πως θα τρώγαμε μετά. Όσο πίναμε, η Καορί κι εγώ δεν βάζαμε μπουκιά στο στόμα μας. Ποτέ.

-Κερνάς απόψε, να υποθέσω; ρώτησα χαμογελώντας κάπως περιπαικτικά.

-Κερνάω. Αν θες να μάθεις, πήρα προκαταβολή από την εφημερίδα και θέλω να το γιορτάσουμε.

-Στην υγειά μας, λοιπόν, είπα και ύψωσα το ποτήρι που είχε μόλις σερβιριστεί μπροστά μου με τον πιο διακριτικό τρόπο.

-Το βιβλίο, έκανε και έδειξε με το σαγόνι την τσάντα μου.

Τράβηξα το φερμουάρ και έβγαλα το βιβλίο στο τραπέζι. Η Καορί ρούφηξε μια γενναία γουλιά και ακούμπησε το ποτήρι μπροστά της. Οι μπουρμπουλήθρες της σαμπάνιας τρεμόπαιξαν όπως τα μάτια της πάνω απ’ το κερί. Παρατήρησα πως τα μάγουλά της ήταν αναψοκοκκινισμένα. Έτριψε τα χέρια της και σταύρωσε τα δάχτυλα κάτω από το σαγόνι.

-Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από το να είναι χειμώνας, να πίνεις εκλεκτή σαμπάνια σε ένα συμπαθητικό μπιστρό στο Παρίσι, να περιμένεις να δοκιμάσεις μια θεσπέσια βελουτέ σούπα με κρουτόν και να σου διαβάζει Αρανίτση από το πρωτότυπο η προσωπική σου μεταφράστρια, έκανε και μου χαμογέλασε με μια παιδιάστικη ευτυχία που απλώθηκε γύρω της σαν φωτοστέφανο.

-Τελικά δεν είναι και τόσο άσχημα να είσαι Γιαπωνέζα στο Παρίσι, αρκεί να έχεις μια φίλη Ελληνίδα που να ταιριάζει με τα γούστα σου και να σε διευκολύνει, έτσι;, είπα και άνοιξα το Βιβλίο της Παιδικής Ηλικίας σε μια τυχαία σελίδα.

-Καθόλου άσχημα, παρατήρησε. Με κάνεις και νιώθω πως η καλοπέραση μπορεί και να είναι κάτι εφικτό. Απενοχοποιημένο ακόμα και για μας τις απλές εργαζόμενες μετανάστριες.

[…]

Μια νύχτα στις Βρυξέλλες

d4277-staxtes-bottom_b(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 5 Νοεμβρίου 2014 στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης του περιοδικού Στάχτες)

[…]

Το κέντρο της πόλης μοιάζει με λούνα παρκ. Κορίτσια με φανελάκι “I fuck for candy” και αγόρια που δεν σε αφήνουν να τους αγγίξεις τα μαλλιά για να μην τους χαλάσεις το χτένισμα καπνίζουν χασίς και φτηνό αμερικάνικο καπνό στις νότιες γειτονιές της πόλης.

Ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα στα μπουρδέλα και στα θέατρα, πέφτει υγρασία στο δρόμο.

Θέλω να μάθω πού ψωνίζουν εσώρουχα οι ντίβες των παραθύρων και να ποζάρω στον καθρέφτη και στον εραστή μου όπως ποζάρουν κι αυτές στους περαστικούς που τις κοιτάζουν σκεπτικοί, χωρίς να τους ενδιαφέρει ο ψυχικός τους κόσμος ή τα άγχη τους, παρά μόνο οι μπούκλες των χειλιών και των μαλλιών τους. Θέλω να κολλήσω λίγη από την αμεριμνησία τους, όπως κολλάνε τα μωρά ιλαρά και μαγουλάδες. Θέλω να δοκιμάσω λίγο από τον εξωτικό τους πυρετό που πέφτει χωρίς θερμόμετρο, φτάνει να επιδοθεί εκεί που χρειάζεται μια γερή δόση σεροτονίνης.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Winter in Japan

WINTERinJAPAN

Εκείνο το χειμώνα που θα ζήσουμε στην Ιαπωνία, όλοι οι δρόμοι θα είναι αποκλεισμένοι από τα χιόνια. Θα είναι δύσκολος και μακρύς – έτσι θα λένε οι εκφωνητές στο ραδιόφωνο και θα τρίβουν πίσω απ’ το μικρόφωνο τα χέρια τους, και θα φυσάνε χνώτο στις παλάμες τους πίνοντας σακέ για να ζεσταθούν μέσα στο ραδιοφωνικό σταθμό όπου θα είναι εγκλωβισμένοι. Η πόλη θα είναι ακινητοποιημένη και σιωπηλή. Τίποτε δεν θα κινείται, πέρα από το φως των φαναριών που θα κουνιούνται μπρος πίσω από τον αέρα. Παντού ησυχία και σεβάσμια παγωνιά. Μια παγωνιά αιώνων.

Με κάποιο τρόπο οι προμήθειες που θα υπάρχουν στο κελάρι μας θα επαρκούν για να μας ταΐσουν αρκετές εβδομάδες – μπορεί και μήνες. Μπισκότα καλαμποκιού, κονσέρβες τυριού, ξηροί καρποί, ζάχαρη, παστό χοιρομέρι και ψάρια στο βαρέλι. Τα βράδια θα ανάβουμε το τζάκι, θα καπνίζουμε τα στριφτά τσιγάρα σου και θα πίνουμε ζεστό κρασί. Τότε θα νιώθουμε πως ο κόσμος δεν υπάρχει. Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα μπορούμε να είμαστε ρεαλιστές. Πράγματι, ο κόσμος δεν θα υπάρχει, αφού στην πόλη δεν θα συμβαίνει τίποτα, και την πόρτα μας δεν θα την χτυπά ποτέ κανένας.

Θα ανακαλύψουμε πώς είναι να ζει κανείς μια ξέγνοιαστη ζωή. Ενήλικοι κι ελεύθεροι, αν υποθέσουμε πως αυτό μπορεί στις μέρες μας να υπάρξει. Εγκλωβισμένοι στο αδιέξοδο του χειμώνα, θα καταλάβουμε πόσο ευχάριστες είναι κάποιες μορφές σκλαβιάς και θα απολαμβάνουμε την ομορφιά τους.

Θα πλένω στο χέρι τα μάλλινα πουλόβερ σου και θα μου μαγειρεύεις μπιφτέκια με μανιτάρια και καυτερά μπαχαρικά σε ένα παμπάλαιο τηγάνι. Θα σε ρωτάω ποια είναι η γνώμη σου για την ειλικρίνεια και την απάτη, και θα μου λες πως στο παρελθόν μας κρύβεται ένα τεράστιο απόθεμα υποθηκευμένης αγάπης που δεν γίνεται με τίποτα να εξαπατηθεί. Κάθε μέρα θα χάνουμε και λίγο από τον πολιτισμό που θα έχουμε κουβαλήσει μαζί μας μπαίνοντας σε αυτό τον χειμώνα, και τότε θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε πώς είναι στ’ αλήθεια να ζεις, ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν άνευ όρων. Εξάλλου, και οι δυο θα έχουμε καταλάβει πια πως ο μόνος τρόπος για να κατακτηθεί και να μεγαλώσει ελεύθερα μια αγάπη σαν αυτήν που μου έχεις φυτέψει στην καρδιά, είναι μέσα στην απομόνωση ενός παγερού, δύσβατου ιαπωνικού χειμώνα, όπου ο κόσμος γύρω μας θα έχει πάψει να υπάρχει εντελώς, και ο καθένας μας θα είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του. Ίσως λιγάκι και για τον άλλον. Και ως εκεί.

 

 

Διακοπές πολυτελείας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα http://www.e-dromos.gr/ στις 27 Σεπτεμβρίου 2014)

Η πολυτέλεια είναι ελλειπτική. Επιβάλλεται χωρίς στολίδια, συμπληρώματα και υπεραφθονία ύλης και υπηρεσιών. Δεν λαμβάνει υπόψη της καταστάσεις και τάσεις που θα της στερούσαν κάτι από την λιτή της επιβλητικότητα. Η πολυτέλεια είναι γυμνή. Κρύβει μέσα της μια σπάνια σοφία.

Η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια τοπία πολυτελείας. Ένα από αυτά είναι οι Οθωνοί, ένα μικρό νησί στο βορειοδυτικότερο σημείο της χώρας,  το μεγαλύτερο από τα τρία Διαπόντια νησιά της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, πάνω από την Κέρκυρα .

Το νησί, με έκταση 10,8 Km2, είναι καταπράσινο, κυρίως ορεινό, με ανώτερο υψόμετρο το Μεροβίγκλι (393 μ.) και με βραχώδεις ακτές αλλά και μικρές αμμώδεις παραλίες. Το χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους διακόσιους. Κύριες ασχολίες τους ο τουρισμός, η μελισσοκομία και η αλιεία. Παλιότερα ασχολούνταν με την ελαιοπαραγωγή, τώρα όμως τα δύο χιλιάδες ελαιόδεντρα του νησιού, τα οποία παράγουν την «ελαία την μικρόκαρπο», με μεγάλη περιεκτικότητα λαδιού υψηλής ποιότητας, μένουν ανεκμετάλλευτα.

Μέρα παρά μέρα, νωρίς το απόγευμα, ο Πήγασος αφήνει επιβάτες και τρόφιμα στο λιμάνι του νησιού, τον Άμμο. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης είναι σχεδόν παράλογη. Ούτε ένα τουριστικό μαγαζί , ούτε ένα περίπτερο, ούτε μία ξαπλώστρα, ούτε ένα beach bar. Μόνο μια καταπράσινη πλαγιά πάνω από μια αμμώδη παραλία, λίγα χαμηλά κτίσματα σε παραδοσιακή αρχιτεκτονική, κάποιες ψαροταβέρνες, και το καφέ της Νίνας.

Η Νίνα είναι η πρώτη γνωριμία των Οθωνών. Και να θέλει, ο επισκέπτης δεν μπορεί να της ξεφύγει. Πιάνει αμέσως φιλίες με όλο τον κόσμο που καταφθάνει. Λέει καλημέρα και κάθεται στο τραπέζι σου με μια κούπα καφέ κι ένα τσιγάρο στο χέρι. «Ψάχνετε δωμάτιο; Στου Μανόλη θα πάτε! Πάω να τον βρω». Είναι φιλόξενη με την άνεση και το κέφι όχι μόνο του επαγγελματία που ψάχνει πελατεία, αλλά και του ανθρώπου που ευχαριστιέται τον άγνωστο να τον κάνει γνωστό, με τη ζωντάνια και το κέφι ενός παιδιού που δεν βαριέται να κάνει φίλους.

Κατάγεται από την Κέρκυρα και φέτος άνοιξε το πιο γραφικό καφενείο του νησιού μέσα «σε μια παλιά αποθήκη που ξαναφτιάχτηκε από την αρχή, με δικό μου γούστο». «Στον Άμμο», το όνομά του. Δίπλα της ο άντρας της, ο Νίκος, πρώην υπάλληλος στη ΔΕΗ Οθωνών και νυν μελισσοκόμος, παρακολουθεί τη συζήτηση μειδιώντας.

Στο καφενείο της η Νίνας, όπου πηγαινοέρχονται διαρκώς ντόπιοι και ξένοι, προσφέρονται μέλι από τα μελίσσια του Νίκου, χειροποίητα γλυκά και λικέρ από φρούτα που μαζεύει η ίδια στο δάσος. Συσκευασμένα προϊόντα αρνείται να σερβίρει. «Θα φτιάξω λεμονόπιτα, όμως πρέπει να πάω στις λεμονιές. Του εμπορίου είναι κερωμένα, η γεύση τους δεν είναι καλή. Το λικέρ κούμαρο σ’ αρέσει;». Μαζί με τον καφέ κερνάει σπιτικά αμυγδαλωτά ή τα μπισκότα της ημέρας.

Η Νίνα δεν έχει κουζίνα που θα δικαιολογούσε παροχές εστιατορίου. Ένα μεσημέρι όμως, αργά, στο καφενείο της φάγαμε το καλύτερο μεσημεριανό του Αυγούστου. «Ξεχαστήκατε και κλείσανε; Έχω αυγά από τις κότες μου για μια ομελέτα, πάω να δω αν έμειναν ντοματίνια στη γλάστρα, να κόψω και λίγο ζυμωτό ψωμί και να βάλω μια τηγανιά πατάτες απ’ αυτές που έβγαλα χτες από το περιβόλι».  Τα σουπλά ήταν κομμάτια κουζινόχαρτο και στη γυάλινη κανάτα φρέσκο πηγαδίσιο νερό. Το τραπέζι της Νίνας ήταν πολυτελείας. Γύρω μας, Ιταλοί και ντόπιοι γελούσαν μαζί χωρίς να νοιάζονται για το περασμένο της ώρας.

Όταν η συζήτηση στρέφεται στα πολιτικά, λέει: «Ήμουν στο ψηφοδέλτιο του Νικολούζου, αλλά δεν βγήκα. Δεν πειράζει, αρκεί που η Κέρκυρα ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ». Μιλάει για τους Οθωνούς που έμειναν χωρίς σχολείο αφού έφυγαν όλα τα παιδιά, για την ιστορία των πειρατών και των φιδιών που κάποτε απειλούσαν το νησί, για μια ωραία έκθεση ζωγραφικής που παραμένει κλειστή λόγω έλλειψης προσωπικού και για το γιατρό, που πότε είναι πότε δεν είναι σε υπηρεσία.

Η δωρική λιτότητα του τοπίου, τα κρυστάλλινα νερά που μυρίζουν θυμάρι, οι μικροί σιωπηλοί οικισμοί γύρω από το βουνό, ο έναστρος ουρανός που αφήνει να φαίνονται χιλιάδες αστέρια τις νύχτες, οι όμορφοι άνθρωποι των Οθωνών, η εγκάρδια φιλοξενία της Νίνας, είναι ψηφίδες αγαλλίασης που κάνουν το μεγάλο μωσαϊκό του τόπου αυτό που είναι. Ένας προορισμός πολυτελείας για όσους θέλουν να περάσουν λίγο καιρό σε έναν τόπο λιτό και αγνό, σε μια κοινωνία παλιακή και ταυτόχρονα πολύ μπροστά από την εποχή μας .

Ιστορίες της Πέμπτης – Deep Skin

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 στο περιοδικό Στάχτες)

[…]

Ο κάτω κόσμος έγινε το υπέροχο βασίλειό μας. Μας περιέθαλψε σαν όστρακο που κλείνει μέσα του δυο μαύρα μαργαριτάρια και τα προστατεύει από τους αλιείς. Οι χαρακιές από τα νύχια μου γύρω από τα ολόλευκα μπράτσα της έγιναν πληγές που αφόρμισαν και αργούσαν τρομακτικά να κλείσουν. Τα στήθη της τα έκανα πεδίο μάχης και καταστροφής.

[…]

Η συνέχεια εδώ

Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετά

AVGH

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 28 Ιουνίου 2014)

Το Σάββατο 28 Ιουνίου, ένα γνωστό αθηναϊκό στέκι, το radiobubble, κλείνει τις πόρτες του. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, όπου μέχρι σήμερα στεγαζόταν και το ραδιοφωνικό στούντιο του ομώνυμου διαδικτυακού σταθμού, αποχαιρετά το κοινό και τους φίλους που εδώ και επτά χρόνια το αγάπησαν, το στήριξαν και μοιράστηκαν εντός του μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια ζωής και όχι μόνο. Από το φθινόπωρο θα βρίσκεται σε αναζήτηση νέου χώρου.

Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών”, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Στο πλευρό του, η Καλλιόπη Τακάκη, ηχολήπτρια και ηθοποιός. Ως ηθοποιός έχει δουλέψει στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Ως ηχολήπτρια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε συναυλίες με γνωστά- άγνωστα συγκροτήματα. Για μικρά χρονικά διαστήματα, συνεργάστηκε στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρουσίαζε μουσικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και στο radiobubble.

Η συνέχεια εδώ

Από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 28 Ιουνίου 2014)

“Σε μια εποχή όπου το όνειρο της επιτυχίας, κάθε είδους επιτυχίας, έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήματα εκτός από τον εαυτό του, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε με βάση το οποίο να μετρήσουν τα επιτεύγματά τους, εκτός από τα επιτεύγματα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση και επιδοκιμασία, και η ποιότητα αυτής της έγκρισης έχει υποστεί από μόνη της πολλές σημαντικές αλλαγές“.

Αυτά λέει ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο του “Η κουλτούρα του ναρκισσισμού“, και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, η φράση θα μπορούσε να αναφέρεται στο radiobubble. Σκληρή και άκαμπτη η πραγματικότητα, παρόλα αυτά οι άξιοι επιβιώνουν και προχωρούν. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, μαζί με το γνωστό πατάρι απ’ όπου εξέπεμπε και το “διαγαλαξιακό ραδιόφωνο” του σταθμού, κλείνει το Σάββατο 28 Ιουνίου. Μέσα στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να θεωρείται, ήδη, ιστορικό στέκι. Κέρδισε την αγάπη μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που, ενίοτε, δεν δίσταζε να ταξιδέψει και από άλλες χώρες για να παρευρεθεί σε κάποια εκδήλωση, και το θαυμασμό των “συναδέλφων” του, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της ουσίας αυτού του μαγαζιού και υποκλίθηκαν στο πρωτοποριακό του ύφος.

Η συνέχεια εδώ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1.335 other followers

%d bloggers like this: