Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετά

AVGH

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 28 Ιουνίου 2014)

Το Σάββατο 28 Ιουνίου, ένα γνωστό αθηναϊκό στέκι, το radiobubble, κλείνει τις πόρτες του. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, όπου μέχρι σήμερα στεγαζόταν και το ραδιοφωνικό στούντιο του ομώνυμου διαδικτυακού σταθμού, αποχαιρετά το κοινό και τους φίλους που εδώ και επτά χρόνια το αγάπησαν, το στήριξαν και μοιράστηκαν εντός του μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια ζωής και όχι μόνο. Από το φθινόπωρο θα βρίσκεται σε αναζήτηση νέου χώρου.

Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών”, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Στο πλευρό του, η Καλλιόπη Τακάκη, ηχολήπτρια και ηθοποιός. Ως ηθοποιός έχει δουλέψει στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Ως ηχολήπτρια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε συναυλίες με γνωστά- άγνωστα συγκροτήματα. Για μικρά χρονικά διαστήματα, συνεργάστηκε στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρουσίαζε μουσικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και στο radiobubble.

Η συνέχεια εδώ

Από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 28 Ιουνίου 2014)

“Σε μια εποχή όπου το όνειρο της επιτυχίας, κάθε είδους επιτυχίας, έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήματα εκτός από τον εαυτό του, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε με βάση το οποίο να μετρήσουν τα επιτεύγματά τους, εκτός από τα επιτεύγματα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση και επιδοκιμασία, και η ποιότητα αυτής της έγκρισης έχει υποστεί από μόνη της πολλές σημαντικές αλλαγές“.

Αυτά λέει ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο του “Η κουλτούρα του ναρκισσισμού“, και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, η φράση θα μπορούσε να αναφέρεται στο radiobubble. Σκληρή και άκαμπτη η πραγματικότητα, παρόλα αυτά οι άξιοι επιβιώνουν και προχωρούν. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, μαζί με το γνωστό πατάρι απ’ όπου εξέπεμπε και το “διαγαλαξιακό ραδιόφωνο” του σταθμού, κλείνει το Σάββατο 28 Ιουνίου. Μέσα στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να θεωρείται, ήδη, ιστορικό στέκι. Κέρδισε την αγάπη μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που, ενίοτε, δεν δίσταζε να ταξιδέψει και από άλλες χώρες για να παρευρεθεί σε κάποια εκδήλωση, και το θαυμασμό των “συναδέλφων” του, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της ουσίας αυτού του μαγαζιού και υποκλίθηκαν στο πρωτοποριακό του ύφος.

Η συνέχεια εδώ

Γλυκό σοκολάτα κι ένα κινηματογραφικό καρέ

staxtes-fassa8_7_13

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου στο περιοδικό  Στάχτες, στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης)

 

Ήταν περασμένες επτά όταν βγήκαμε στο μπαλκόνι και καθίσαμε με τα πόδια πάνω στα κάγκελα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις γειτονικές πολυκατοικίες και ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά με διάφανα σύννεφα. Βολευτήκαμε και κοιταχτήκαμε συνωμοτικά.Οι καρέκλες του σκηνοθέτη άφηναν την πλάτη να βουλιάζει όμορφα στο δροσερό πανί τους. Η πλατεία είχε κόσμο, πολύ κόσμο, ως συνήθως. Στην οδό Θεμιστοκλέους δε νιώθεις ποτέ μοναξιά. Χαζεύαμε τους περαστικούς καπνίζοντας και περιμένοντας να γίνει το κέικ σοκολάτα που ψηνόταν στο φούρνο. Έφτιαξα τούρκικο καφέ με άρωμα μαστίχα, έφερα και δυο σφηνάκια λικέρ μαστίχα χιώτικη ορίτζιναλ για συμπλήρωμα και ανάψαμε καινούρια τσιγάρα ρουφώντας τη μυρωδιά της σοκολάτας από την κουζίνα.

Οι γλάστρες μας ήταν καταπράσινες. Η καινούρια σου γαρδένια αρωμάτιζε τον αέρα με μια βαμβακερή μυρωδιά παιδικής ηλικίας. Οι κάκτοι μου ετοιμοπόλεμοι και στιβαροί περίμεναν να πέσει το βράδυ. Οι τριανταφυλλιές και ο δυόσμος τσάκιζαν τα πεζούλια με την ευωδιά τους. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα του Απρίλη.

Το γλυκό έκαιγε στο φούρνο αλλά δεν κρατιόμασταν. Έβαλα τέσσερα αχνιστά κομμάτια μέσα σε ένα πιάτο και τα περιέλουσα με το σιρόπι μαύρης σοκολάτας που ονειρευόσουν από το πρωί. «Τι καλά που έριξες μέσα αμύγδαλο, κεράσι και λεβάντα!», αναφώνησες μόλις έφερα το πιάτο στο μπαλκόνι.

Τρώγαμε μαζί, γελώντας με τις πηρουνομαχίες που ξεσπούσαν όταν σημαδεύαμε την ίδια μπουκιά. Μετά έτρεξες μέσα κι έφερες υποβρύχιο τριαντάφυλλο με παγωμένο νερό, «μισή κουταλίτσα όλο κι όλο, ίσα να φύγει η πικρίλα της σοκολάτας».

[...]

Η συνέχεια εδώ

©Μαρία Πετρίτση

Τον Σεπτέμβρη θα ερωτευτούμε αλλού

Radiobubble_goodbye_Ippokratous2

 

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι σημαίνει νοσταλγία και πότε την νιώθουμε.

Για παράδειγμα, η νοσταλγία έρχεται μάλλον με το σκίρτημα που αισθανόμαστε όταν θυμηθούμε, ξαφνικά, ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο που έχουμε χάσει.

Ή μιας ευχάριστης κατάστασης που έφτασε στην ημερομηνία λήξης της, και έτσι όπως την ξέραμε, απλώς δεν έχει άλλο.

Πότε και πώς λήγουν όμως τα πράγματα και η αίσθηση που αφήνουν πίσω τους, όταν έχουν ήδη προλάβει να μας μαγέψουν;

Όσο ζει μέσα μας η έξαψη της δημιουργίας τους, και ο θρίαμβος της χαράς που μας πρόσφεραν, οι εμπειρίες και τα πράγματα παραμένουν ζωντανά – δεν λήγουν.

Η αγάπη δεν στερεύει.

Κανένα μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αισιόδοξο από αυτό, μιας και μέσα του κρύβεται η υπόσχεση για ένα παλλόμενο μέλλον.

Το radiobubble μας φιλοξένησε για κάμποσο καιρό. Πρόλαβε να ριζώσει ευθέως όσο και παράπλευρα στην καθημερινότητά μας.

Μας συγκίνησε με συγκεκριμένες ή αφηρημένες αφορμές, μουσικές, ποτά, ανθρώπους σπάνιους και συναρπαστικούς, σε καλύτερες ή σε χειρότερες στιγμές – όλες δικές μας ήταν.

Μας έφερε κοντά σε οικείους μας.

Στην ωραία εκείνη ιδέα που αποκαλείται “ράτσα”.

 Ίδια ή παρόμοια με μας – ποτέ και κανείς δεν ένιωσε εκεί μέσα μόνος.

Ζήσαμε νύχτες ρομαντικές, γαλήνια απογεύματα, αλκοολικά χαράματα δίπλα σε μια άσφαλτο που μύριζε κοινή πορεία.

Αποστηθίσαμε βλέμματα, φωνές, αγγίγματα και μυρωδιές περαστικών από το διπλανό τραπέζι.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, από κείνα που σε κάνουν να νιώθεις τόσο οπαδός της πραγματικότητας όσο και δέσμιος μιας ολόδικής σου, τρυφερής φαντασίας.

Το radiobubble της Ιπποκράτους 146, στις 28 Ιουνίου μας αποχαιρετά.

Ας κάνουμε πως δεν ακούμε εκείνο το εσώτερο Κρακ! και ας βάλουμε ακόμη ένα ποτό στην υγειά των φίλων.

Το φθινόπωρο θα ξανανθίσει κάπου ολοκαίνουρια ο bubble έρωτάς μας.

Ν. Σαραντάκος: Ο Βασιλιάς του τρακ και οι τίτλοι από την τελευταία φράση

3D

[...]

Για να βάλω και κάποιους κανόνες, ζητάμε μυθιστορήματα ή διηγήματα ή και θεατρικά έργα που η τελευταία τους φράση να περιέχει τον τίτλο τους. Το βιβλίο της Πετρίτση ικανοποιεί τις προδιαγραφές, αφού η τελευταία φράση (“Είμαι ο βασιλιάς του τρακ”) περιέχει και τον τίτλο (Ο βασιλιάς του τρακ). Με τα διηγήματα, μπορεί ο τίτλος του διηγήματος να μην είναι και τίτλος του βιβλίου, θα το δεχτούμε όμως. Ποιήματα νομίζω ότι θα είναι αρκετά, αλλά αν βρείτε θα τα δεχτούμε κι αυτά.

[...]

Η συνέχεια εδώ

Ο Νίκος Σαραντάκος παρουσιάζει τον Βασιλιά του τρακ στις Βρυξέλλες

VASILIAS_bruxelles

 

[...]

Σε αυτό το κεντρικό μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια τεχνική που την είχε εφαρμόσει και στο προηγούμενο βιβλίο της τριλογίας, τη Μιράντα· δηλαδή, σε πολλά από τα κεφάλαια (πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου) η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και όχι τριτοπρόσωπη. Παίρνουν το λόγο πότε ο ένας και πότε ο άλλος από τα εφτά πρωταγωνιστικά πρόσωπα, όπως σε μιαν όπερα οι σολίστες δικαιούνται ο καθένας τουλάχιστον μία δική του άρια εκτός από τη συμμετοχή τους σε ντουέτα, τρίο και κουαρτέτα. Με αυτό τον πολυπρισματικό τρόπο αφήγησης, ο αναγνώστης βλέπει την ιστορία μέσα από τα μάτια όλων των χαρακτήρων του έργου. Στο προηγούμενο βιβλίο της Πετρίτση, τα κεφάλαια που είχαν τριτοπρόσωπη αφήγηση προχωρούσαν τη δράση, ενώ τα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο έδιναν την ευκαιρία μιας ανάπαυλας, μια και εκείνο το μυθιστόρημα, εννοώ η Μιράντα, κινιόταν σε ρυθμούς σαφώς πιο νωχελικούς από τον Βασιλιά του Τρακ (αλλά και από το Όλα λάθος). Στον Βασιλιά του Τρακ υπάρχει αυτή η διάκριση, αλλά σε μικρότερο βαθμό, αφού και τα πρωτοπρόσωπα κεφάλαια προχωρούν τη δράση, αλλά και σε αρκετά τριτοπρόσωπα κεφάλαια η Πετρίτση δίνει φωνή στους ήρωές της για να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο, δεδομένου ότι παρεμβάλλει σελίδες από ημερολόγιο, γράμματα του ενός προς τον άλλο, περιγραφές ονείρων· ως προς τα παρένθετα κείμενα, ένα αρκετά πρωτότυπο εύρημα είναι ότι σε δύο ή τρία σημεία η συγγραφέας ενσωματώνει στο βιβλίο άρθρα της που έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Δρόμος της αριστεράς, άρθρα που εδώ τα υπογράφει ο Μπίλι, ο οποίος υποθέτω ότι είναι ο ήρωας με τον οποίο ταυτίζεται περισσότερο η συγγραφέας.

[...]

Περισσότερα εδώ: http://www.mariapetritsi.gr/nikos-sarantakos-parousiasi/

Naoko

Wams

Όταν γέμισε τα βανάκι  με τα παιδιά μας, ήταν πρωί. Αφήσαμε τα μεγαλύτερα στο σχολείο, παρότι αρχικά δίσταζαν να βγουν επειδή ήθελαν να γλιτώσουν κάποιες συναντήσεις. Ήταν όλα αγόρια. Το πιο μικρό, ένα κορίτσι περίπου δύο χρονών που το ίδιο πρωί χτυπούσε με μανία την κούκλα του, έμεινε στο όχημα. Είχα φοβηθεί βλέποντάς την να χτυπά στο πάτωμα το μωρό, που αρχικά νόμιζα πως ήταν ένα άλλο μου παιδί, καινούριο, τελικά όμως κατάλαβα πως η μικρή είχε στα χέρια της και χτυπούσε τον εαυτό της, σε νεώτερη ηλικία.

Ρωτούσα πώς την λένε παρότι είναι παράξενο για μια μητέρα να μην γνωρίζει τα ονόματα των παιδιών της. Τελικά μου απάντησε η ίδια. “Λελέ”, είπε, παραφράζοντας κάτι που εκείνη την ώρα δεν άντεχα να αποκρυπτογραφήσω. Ήθελα να μείνουμε μαζί επειδή την αγαπούσα – και η αγάπη εκφράζεται όμορφα όταν περνάς χρόνο με τον άλλον.

Ξαφνικά έξω είχε σκοτεινιάσει. Από την ανοιχτή πόρτα του οχήματος διέκρινα πως στον αέρα πετούσαν σαπουνόφουσκες και κάτι μικρά χρωματιστά διάφανα καλαμαράκια. Φαινόταν μόνο το περίγραμμά τους. Ήταν όμορφα και λίγο ενοχλητικά. Τα θαύμασα χωρίς να θέλω να με ακουμπήσουν.

Μετά βρέθηκα σε ένα άγνωστο μέρος. Στον ουρανό πηγαινοερχόταν ένα γιγάντιο πράσινο καλαμάρι με μαύρα πλοκάμια. Όταν περνούσε γέμιζε το οπτικό μου πεδίο. Κολυμπούσε σε μια θάλασσα που χωριζόταν από τον ουρανό με ένα τζάμι. Σκέφτηκα πως αν οι δύο διαστάσεις ενώνονταν μεταξύ τους ή η μία διαπερνούσε την άλλη, το γιγάντιο τέρας θα έπεφτε πάνω μας και θα μας σκότωνε. Το κοίταζα να στροβιλίζεται ανάμεσα σε σύννεφα, που περνούσαν σε πρώτο πλάνο μπροστά από τα μάτια μου. Ο ουρανός δεν είχε κάτι το αφύσικο. Απλώς πίσω από τα σύννεφά του, σε μια θάλασσα συγκρατημένη από ένα τζάμι, σε μια άλλη διάσταση, κολυμπούσε σαν σύννεφο το καλαμάρι.

Στο χωράφι που βρισκόταν προς τα αριστερά μου, ένα επίπεδο πιο χαμηλά από εκείνο που στεκόμουν, διέκρινα μια τυρκουάζ λίμνη. Μέσα της υπήρχαν δύο βάρκες και ένα καράβι. Παιχνίδια ήταν, αλλά σε φυσικό μέγεθος βάρκας και καραβιού. Λίγο πιο κει, παραταγμένοι σαν σπιρτόξυλα, κείτονταν τρεις πανομοιότυποι άντρες με γκρι κοστούμια. Δύο άλλοι, ολόιδιοι,  στέκονταν με τα πόδια ανοιχτά πάνω τους και έλεγαν “Για να δούμε ποιος σκοτώθηκε σήμερα”.

Σήκωσα το κεφάλι προς τον ουρανό, είδα ξανά το γιγάντιο καλαμάρι και μετά ο λαιμός μου έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Ρώτησα τον εραστή μου αν ήταν αλήθεια πως με απατούσε με τους δύο άντρες που εκείνη τη στιγμή είχαν ενώσει τα χείλη τους μαζί του, σαν να παρίσταναν τα αγάλματα ή κάτι τέτοιο. Μου είπε πως όχι, και συνέχισε να φεύγει.

Με λένε Ναόκο, και τα όνειρά μου κάνουν το Τόκυο να μοιάζει με άγριο κήπο. Μερικές φορές τα διηγούμαι σε κάποιον το πρωί αλλά δυστυχώς έχω την αίσθηση πως δεν με πιστεύει. Τότε, για να τιμωρηθώ που βλέπω τόσο εξωπραγματικά όνειρα που δεν με φέρνουν κοντά στους ανθρώπους, τον αναγκάζω να με ακινητοποιήσει και να με βάλει να τα αρνηθώ. Την επόμενη νύχτα ξαναβλέπω τα ίδια.

Διακοπές στο Λουτράκι

MAndragoras_50

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 50 του περιοδικού http://mandragorasmagazine.wordpress.com/ τον Ιούνιο 2014)

Ανοίγω το ντουλάπι και κοιτάζω τις χρωματιστές συσκευασίες. Πατατάκια Τσακίρης, μακαρόνια Μίσκο, αλεύρι Μύλοι Αγίου Γεωργίου μαλακό, ένα πακέτο ψωμί σικάλεως Κατσέλης, ένα σακούλι κρουασάν της οικογενείας Στεργίου, ένα κουτί λουκούμια τριαντάφυλλο-μαστίχα Τα Γεράνεια, τέσσερα μασούρια καραμέλες ΙΟΝ λεμόνι, καφές Λουμίδη και καφές BRAVO, ένα κουτί ΝΟΥΝΟΥ κι ένα Βλάχας ζαχαρούχο, τρία πακέτα μπισκότα Παπαδοπούλου με γέμιση σοκολάτα, ένα πάκο ρύζι Καρολίνα, φρυγανιές Elite, ένα βαζάκι Μερέντα, ένα τσουρέκι Τερκενλής, ένας πελτές Κύκνος και κάτι λαδοκούλουρα από το φούρνο. Τακτοποιημένα πράγματα, με το όνομά τους.

Το πρωί έκανα φασίνα και μετά πήγα ψώνισα ντομάτες, κολοκύθια, πιπεριές, μελιτζάνες, κρεμμύδια, πατάτες και μαϊντανό από τη λαϊκή. Και φρούτα. Έπειτα πέρασα από το Σκλαβενίτη και πήρα φέτα και μια εξάδα μπίρες Μύθος σε κουτάκια. Σε λίγο θα βάλω να μαγειρέψω γεμιστά. Όχι με κιμά, σκέτο ρύζι. Για γλυκό σκέφτομαι να κάνω έναν κορμό. Έχω κακάο Γιώτης, ζάχαρη ψιλή, λίγο κονιάκ Μεταξά πεντάρι κι ένα πακέτο μπισκότα Πτι-Μπερ. Φτάνουν. Ας το σερβίρουν είτε με καφέ είτε με λικέρ ρόδι, που έφτιαξε η μάνα μου και με φίλεψε ένα μπουκάλι. Σαλάτα δεν χρειάζεται. Τα γεμιστά είναι και φαΐ και σαλάτα μαζί. Το πολύ πολύ να τους πω να κόψουν μετά λίγο καρπούζι και να πλύνουν κάνα βερίκοκο και κάνα ροδάκινο, ίσα για τη δροσιά. Καλοκαίρι είναι. Το καλοκαίρι ο κόσμος δεν τρώει βαριά.

[...]

Η συνέχεια εδώ

Αυτά

Avatar

Aiko

JAPANESEPERFORMERS

Στο ιερό Yakasa, στο Τόκυο, τα φύλλα των δέντρων είναι κόκκινα. Το κόκκινο ήταν ανέκαθεν το αγαπημένο μου χρώμα. Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να κυλιέμαι στο παχύ φύλλωμα μπροστά από το παρεκκλήσι του ναού και να προσποιούμαι πως είμαι μια μπάλα πλυσίματος, σαν αυτές που χρησιμοποιούν για να διαχέεται παντού η μπογιά και να βάφονται ομοιόμορφα τα ρούχα στο πλυντήριο. Δεν θυμάμαι πώς ήξερα γι’ αυτές, – μπορεί να είχα δει κάποια διαφήμιση σε ένα περιοδικό της μητέρας μου, που ονειρευόταν κάποια μέρα από γκέισα να γίνει Ευρωπαία.

Με τάιζε φασόλια, ρυζομακάρονα και ψάρι στον ατμό. Οι πιο νόστιμες γεύσεις της ζωής μου έμπαιναν στο στόμα μου μέσα από παραμύθια όπου οι άνθρωποι έτρωγαν μπαλάκια από κρέας, πόδια από κοτόπουλο και παγωτά από αληθινό γάλα. Το σπίτι μας είχε ψάθινη οροφή και πορώδεις τοίχους. Στο πεζούλι πριν την έξοδο ποτίζαμε τρία βαθυπράσινα μπονζάι.

Τα κιμονό μου ήταν πολύχρωμα και φτηνά – ποτέ από αληθινό μετάξι. Τα μάτια μου ορθάνοιχτα και λιγάκι λυπημένα. Το έτος του Φλοιού αποφάσισε να με παντρέψει με τον πρώτο πελάτη που το όνομά του θα άρχιζε από Τ. Είχε αρκετούς, τις νύχτες τους άκουγα από δίπλα να τραγουδούν και να μουγκανίζουν σιγανά, σαν μεθυσμένα ελάφια.

Με λένε Aiko. Ξέρω να παίζω Hichiriki και να τραγουδώ σωστά.

Με πάντρεψε με κείνον που αγαπούσε. Ήταν πολεμιστής.

“Το κιμονό της πτώσης”, σκεφτόμουν την πρώτη νύχτα του γάμου μου. Έντυσα την πτώση με ένα κόκκινο φύλλωμα όπως εκείνο που έβλεπα στο παρεκκλήσι του ναού Yakasa, κι έτσι την έκανα να μην πονά πολύ. Έπειτα, έγινα μια μπάλα πλυσίματος που διαχέει παντού τη μπογιά και κάνει να βάφονται ομοιόμορφα τα ρούχα.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,319 other followers

%d bloggers like this: