Αυταπάτες

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες , , on Μαΐου 28, 2012 by Theorema

Χθες βράδυ στον κήπο ενός νησιού συνέβη κάτι παράξενο. Την ώρα που ο μεσήλικας συνοδός μου μού εξομολογούνταν τον έρωτά του, είδα πως μέσα στο φλυτζάνι του καφέ του είχε πέσει η πανσέληνος. Το πρόσεξε κι εκείνος, και τότε βύθισε το κουταλάκι στο φλυτζάνι του, την έπιασε προσεκτικά και μου πρόσφερε στο στόμα την κουταλιά. Έκλεισα τα μάτια και κατάπια ευλαβικά την θεία κοινωνία της νύχτας. Πίσω από την πλάτη του, στον τοίχο με τον κισσό, παρέλαυναν καρέ καρέ οι σκηνές των συγκλονιστικότερων ασπρόμαυρων φιλιών στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Όταν άνοιξα τα μάτια παρατήρησα πως, παρόλο που είχα μόλις πιεί το φεγγάρι από το χέρι του, η πανσέληνος βρισκόταν ξανά στην επιφάνεια του μαύρου καφέ του.

Μην ξαναπροσπαθήσεις να με ταΐσεις πανσέληνο. Μην ξαναεπιχειρήσεις να με πείσεις πως κρατάς στο χέρι σου το φεγγάρι.

Ξέρω πως την επόμενη στιγμή πάλι στο φλυτζάνι σου θα βρίσκεται, και ας έχω νομίσει πως μου την έκανες δώρο.

Εσύ δεν είσαι γενναιόδωρος, κι εγώ δεν αντέχω την αδικία.

-

Rooms to let

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 26, 2012 by Theorema

(Κείμενο που γράφτηκε για την εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς , της 26ης Μαΐου 2012)

Τον βλέπω να σκουπίζει το κατώφλι του ενοικιαζόμενου δωματίου με μια φθαρμένη κίτρινη σκούπα. Φρόκαλα τις λέγανε παλιά, μπορεί να μην πουλιούνται καν πια στο σούπερ μάρκετ. Εβδομηνταπεντάρης, φοράει καρό πουκάμισο, υφασμάτινο παντελόνι και σαγιονάρες. Έχει λιγοστά μαλλιά, ρυτιδιασμένο πρόσωπο, κοιλίτσα. Δείχνει κουρασμένος από τη ζωή αλλά και με κότσια. Μένει σε νησί. Κυκλάδες ή Σποράδες δεν έχει σημασία. Το Αιγαίο κάνει από μόνο του τη διαφορά σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Το Ιόνιο είναι διαφορετικό, έχει άλλα χούγια. Αυτός ζει από την ανατολική πλευρά της χώρας.

Βγάζει τις σαγιονάρες και ακροπατά ως τον καμπινέ. Πιάνει το κίτρινο σφουγγαράκι και ρίχνει λίγη χλωρίνη από ένα πλαστικό μπουκάλι χωρίς επιγραφή. Σκύβει πάνω από τη λεκάνη και τρίβει το πάνω μέρος να φύγει το πουρί. Μετά τραβάει καζανάκι και αποτελειώνει το καθάρισμα με την πλαστική βούρτσα. Έπειτα στρέφεται προς το νιπτήρα και, με το ίδιο σφουγγαράκι, τρίβει τη βρύση και τη λευκή πορσελάνη με τη ραγισματιά εκεί στα δεξιά – δε φαίνεται πολύ αλλά υπάρχει. Κατόπιν ρίχνει ένα πρόχειρο πλύσιμο στον καθρέφτη και μετά σκουπίζει τα ζουμιά με λίγο χαρτί υγείας. Το πετάει στη λεκάνη, τραβάει πάλι καζανάκι και ρίχνει μια ματιά στη ντουζιέρα. Εκεί δεν χρειάζεται τρίψιμο, λίγο νερό κι έξω από την πόρτα. Φτάνει.

Βγαίνει στο υπνοδωμάτιο. Πατικώνει τη σφουγγαρίστρα στον γαλάζιο κουβά και αφήνει τα νερά να στάξουν από τα κρόσσια. Μετά περνάει ένα χεράκι το μωσαϊκό, χώνει το κοντάρι στα γρήγορα κάτω από τα μονά κρεβάτια, λίγο πίσω από το τραπεζάκι, μια δίπλα στην καρέκλα και τελειώσαμε. Η πλάτη τον πονάει. Ευτυχώς τα κρεβάτια τα έστρωσε το πρωί. Με λευκά βαμβακερά σεντόνια με τσάκιση. Και μαξιλαροθήκες στην τρίχα. Μια πετσέτα είναι αφημένη στα πόδια του κάθε κρεβατιού, διπλωμένη προσεκτικά στα τέσσερα. Από τα χαράματα τις στέγνωνε στον ήλιο. Τραπεζομάντηλο στο τραπέζι δε χρειάζεται – έτσι κι αλλιώς παλιά που έβαζε του τα έκλεβαν πάντα.

Κοιτάζει το χώρο και δείχνει ικανοποιημένος. Εκεί στην άκρη, το καδράκι του ΕΟΤ με την παραλία της Ζακύνθου και τον καταγάλανο ουρανό του φαίνεται στραβό. Δεν θέλει να το αφήσει έτσι. Ξεφυσάει και πνίγει μια βλαστήμια μέσα από το στόμα του. Ακροπατά ως εκεί για να μην κάνει πατημασιές στο μωσαϊκό και πιάνει την πρόκα. Τη δοκιμάζει πέρα δώθε, βλέπει πως είναι καλή. Ισιώνει το κάδρο και εποπτεύει ξανά το χώρο. Όλα καλά. Κλείνει τα παντζούρια και τραβάει τις προκατοχικές βουάλ κουρτίνες ανάμεσα στα τζάμια. Θα αφήσει ως το βράδυ ανοιχτά να φύγει η χλωρινίλα.

Κλειδώνει την πόρτα του δωματίου και μπαίνει στο αποθηκάριο, εκεί δίπλα. Αφήνει τον κουβά με τη σφουγγαρίστρα, τη χλωρίνη και το σφουγγάρι του να στεγνώσουν πάνω σε μια σανίδα. Τα απόνερα χύνονται στο σιφόνι της πλάκας, εκεί που καμιά φορά βγαίνουν οι ξένοι και πλένονται με τη μάνικα. Πιο κει, στη γωνία, στήνει ανάποδα τη σκούπα. Μετά βγαίνει στην ταράτσα και κοιτάζει κάτω χαμηλά, τη χώρα. Η ωραιότερη παραλία του νησιού απλώνεται μπροστά του. Λευκά σπιτάκια με ξύλινα πορτόνια, κουφωμένα παραθυρόφυλλα και αυλές με δέντρα και γλάστρες. Ο ήλιος τον χτυπάει κατακούτελα, δεν έχει περιθώρια για καθυστερήσεις. Κρύβει το κλειδί κάτω από το βασιλικό, χαϊδεύει τα πράσινα φυλλαράκια και κατεβαίνει σιγά σιγά με το χέρι να σέρνεται στον ασβεστωμένο τοίχο της μάντρας.

Στο καφενείο, κάτω από τη σκιά της κληματαριάς, παραγγέλλει ούζο με μεζέ και τεντώνει τα πόδια στη διπλανή καρέκλα. Η μέση του τον προειδοποιεί πως τα χρόνια δεν θα του κάνουν κανένα χατίρι. Νιώθει κουρασμένος. Πιάνει με την οδοντογλυφίδα το σαρδελάκι και μετά ρουφάει μια γερή γουλιά. Ανάβει ένα Καρέλια και πετάει το σπίρτο στο τασάκι.

Κοιτάζει γύρω του τον κόσμο. Ηλικιωμένοι οι περισσότεροι, ταλαίπωροι και στεναχωρημένοι. Λένε για το ευρώ που μπορεί να ξαναγίνει δραχμή, για τις μίζες του Χριστοφοράκου, για τις δόσεις του δανείου που έγινε δυσβάσταχτο, για τον εγγονό που σπουδάζει στην Αθήνα κι εκείνοι πρέπει να του τσοντάρουν κάθε τόσο από την ψωροσύνταξη αφού οι γονείς του είναι άφραγκοι και δεν αντέχουν. Λένε για το κλίμα, τον ήλιο και το νερό που ξεπουλιούνται στους ξένους. Λένε πως ο τουρισμός φέτος θα είναι  μηδενικός, πως για όλα φταίει η Μέρκελ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΝ. Λένε πως τη λύση θα την δώσει ο πιτσιρικάς του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και πάλι τους προβληματίζει το νεαρόν της ηλικίας. Είναι μεγάλοι, κι έχουν κουραστεί. Όλοι τους όμως περιμένουν κάτι καινούριο να φανεί στον ορίζοντα μπας και σωθούν. Μπας και αλλάξει κάτι να γλιτώσουν.

Εκείνος περιμένει απλώς το καλοκαίρι.

Ροζ

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες , on Μαΐου 25, 2012 by Theorema

 

Δίπλα σε λόφους σκουπιδιών και παράγκες με Ελενίτ σκεπές, βρώμικα κι ευτυχισμένα παιδιά κοιτούν πώς ανθίζουν οι αμμόλοφοι του Καΐρου. Συνθήματα με σπρέι πάνω σε κόκκινους τουβλότοιχους παροτρύνουν την αγάπη. Είναι παράξενο το απόγευμα αυτό. Μια μονοσύλλαβη λύπη σαν αεράκι πλανιέται χαϊδεύοντας τους γοφούς των νεαρών κοριτσιών που χτες το βράδυ χόρευαν Λαμπάντα. Μοιάζει με “Ω!”. Ω, τι κρίμα που τελείωσε αυτό το ωραίο πάρτι. Το βράδυ θα κλωτσήσουν νευρικά τα σανδάλια τους δίπλα στο κομοδίνο και θα αποφασίσουν γι’ άλλη μια φορά πως η ζωή δεν είναι πρόβα, κι έτσι θα αρχίσουν να διεκδικούν εδώ και τώρα εκείνο τον ασημένιο καναπέ που είδαν στο MTV και είναι σίγουρες πως θα αλλάξει ριζικά τη ζωή τους. Πίσω από τους λόφους σκουπιδιών και τις Ελενίτ παράγκες, τα βρώμικα κι ευτυχισμένα παιδιά – αγόρια νομίζω – θα συνεχίσουν όπως κάθε βράδυ να ονειρεύονται αυτές τις ροζ καραμέλες που μοιάζουν με λουλούδια και που κάποια μέρα θα τις γλύψουν κατευθείαν μέσα από το στόμα εκείνης που αγαπούν.

-

Ένα αθηναϊκό τρόλεϊ

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες , , on Μαΐου 24, 2012 by Theorema

Θυμάσαι που μπαίναμε στο τρόλεϊ, μεσάνυχτα μετά τη συναυλία, και καθόμασταν τέρμα για να τραγουδάμε και να μη μας ακούει κανείς; Το 14 μας βόλευε, εμένα βόλευε για την ακρίβεια, γιατί με άφηνε κοντά στο τότε σπίτι μου, στην Κηφισίας, μιας και εσύ έμενες εντελώς αντίθετα, μπορεί και σε άλλη πόλη. Στο Μανχάταν ή στο Βερολίνο, μπορεί και σε κάποια πόλη της βορειοανατολικής Ελλάδας με δύο ή με 82.000 κατοίκους.
Κάθε φορά που φρέναρε ο οδηγός και ακούγαμε εκείνο το απίθανο σούρσιμο της μηχανής ή των τροχών να κραυγάζει μες στη νύχτα, νόμιζα πως ζούσαμε μια αμετάκλητη καταστροφή. Πάντα έτσι με κάνουν και νιώθω οι απρόσμενοι θόρυβοι, και ας μην έχει απολύτως καμία σχέση η αίσθηση με την πραγματικότητα.
Καθόμασταν δίπλα δίπλα, να ακουμπάνε τα γόνατα και οι αγκώνες μας. Η ζωή είχε ένταση και αγωνία. Καμιά φορά, αν είχε κόσμο, στεκόμασταν όρθιοι. Θυμάσαι που ίδρωνε η παλάμη μας στο χερούλι με τις ανάγλυφες πτυχές για τα δάχτυλα; Από τότε, ξέρεις, κάθε τι που σχετιζόταν με τα δάχτυλα των ανθρώπων με επηρέαζε πολύ. Ακόμα και τα λευκά πλαστικά και πάντα βρώμικα χερούλια των τρόλεϊ. Ή ίσως ειδικά αυτά.
Αν καμιά φορά έβγαιναν οι τρολέδες από τα ηλεκτροφόρα σύρματά τους και κατέβαινε ο οδηγός να τους επαναφέρει στη σωστή θέση, εμείς κόβαμε την κίνηση. Η κίτρινη ανακόντα σταματούσε μες στη μέση της ζούγκλας και οι γιωταχήδες μας προσπερνούσαν βρίζοντας σαν λύκοι. Μου έλεγες να μην φοβάμαι τα δόντια τους, γιατί αν κάποιος με πείραζε εσύ θα τον άρχιζες στα κλωτσίδια. Αν στεκόμασταν όρθιοι, εκείνη ήταν η ιδανική στιγμή να παλαντζάρουμε μπρος πίσω, αγγίζοντας ξένους ώμους, ξένες πλάτες, αλλότρια φτερά. Χαμογελούσαμε στους άγνωστους συνεπιβάτες – καμιά φορά και σε κάποιον έκπτωτο άγγελο που αποζητούσε λίγη ανθρώπινη ζεστασιά – και μετά κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον, τα αστέρια ή το ρολόι μας, σα να μην είχε συμβεί ποτέ εκείνο το μικρό θαύμα της κλεμμένης επαφής.
Πατησίων-Αλεξάνδρας, μέχρι ψηλά, λίγο πριν τον ουρανό που έλεγες πως είμαι, μπορεί και σε ξένη χώρα αν είχαμε εισιτήριο και ανάγκη. Ζέστη και ανάγλυφος ιδρώτας στους κροτάφους και στο λαιμό. Κρύο και θολωμένα τζάμια από τις χρησιμοποιημένες αναπνοές. Ζέστη-κρύο. Οι εποχές γλιστρούσαν από πάνω μας σαν λεπτεπίλεπτα σεντόνια. Κι ολόγυρά μας η Αθήνα πολύβουη, αγέρωχα τσιμεντένια, αμετάκλητα ερωτική. Και οι αγκώνες μας σε κάθε ταξίδι ο ένας δίπλα στον άλλον, σε ένα σκούντηγμα που έπαυε και ξανάρχιζε χωρίς λογική, φορτωμένη με νοήματα και αισθήματα μεγαλειώδη.
Θυμάσαι που μου ψιθύριζες στο αυτί κάτι που αρνιόσουν να μου πεις μεγαλοφώνως; Νομίζω πως κάθε φορά το ένιωθα, και ας μην το άκουσα κυριολεκτικά ποτέ πάνω από το λοβό του αυτιού μου. Χάζευα τη ζούγκλα έξω από το παράθυρο, τις αράχνες, τις πυγολαμπίδες, τους κροκόδειλους, τη σαρκοβόρα Ώντρεη από το μαγαζάκι του τρόμου μας, τους κεραυνούς μιας θύελλας από την Ιταλία, τις αναθυμιάσεις ενός χαμάμ στην Κωνσταντινούπολη. Ρούφαγα τη μυρωδιά από το μαλακτικό του θυμού και του πουλόβερ σου που το είχαμε πλύνει μαζί αν και ποτέ δεν καθαρίσαμε κάτι εμείς οι δύο. Διάβαζα δυνατά τις φωτεινές επιγραφές με τη δική σου προφορά και πάντα καθυστερούσα σε ένα συγκεκριμένο γράμμα. Ήμουν μια πριγκίπισσα χωρίς στέμμα, αλλά με ένα άστρο στην καρδιά.
Θα μου πεις γιατί στα λέω τώρα όλα αυτά. Εσύ, έτσι κι αλλιώς, σε τρόλεϊ μαζί μου δεν μπήκες ποτέ και στην Αθήνα πλέον μόνο με τα πόδια μετακινούμαι. Όσο για την πόλη σου, τη βλέπω μόνο όταν πετάω πάνω της με το αεροπλάνο για το βορά και αμφιβάλλω διαρκώς για τις γεωγραφικές της συντεταγμένες. Στα λέω γιατί καμιά φορά με πιάνει κάτι ανεξήγητο κι επανέρχομαι στις διαδρομές μιας παλιάς εποχής. Σε κείνα τα μυστικά σκουντήματα του αγκώνα, σε κείνες τις τσακισμένες ματιές μέσα από ένα φωτογραφικό φακό, σε κείνο τον ψίθυρο που ποτέ δεν πρόφερες στο αυτί μου κι όμως τον ακούω καμιά φορά, σε κείνη τη ζούγκλα του χάρτη ενός χαμένου θησαυρού που βρέθηκε τυχαία.
Κοιτάζω το 14 να ανηφορίζει την Αλεξάνδρας και σκέφτομαι πως από το χερούλι του κρεμασμένοι δεν ισορροπήσαμε ποτέ. Οι χειρολαβές μας δεν μας στήριξαν. Ήταν πλαστικές και βρώμικες, λιγάκι ασταθείς, είχαν όμως ειδικές υποδοχές για τα δάχτυλα κι έμοιαζαν με εύπλαστα σώματα παρότι ήταν απλώς εργαλεία σε ένα μέσο μεταφοράς για κάποιον άγνωστο πλανήτη.
Οι καινούριες χειρολαβές είναι ατσάλινες. Πολύ πιο σταθερές και καλοφτιαγμένες. Δεν φαίνεται να υπάρχει βρώμα πάνω τους, κι όμως, ξέρεις, όσο κι αν προσπαθώ, δεν έχω καμία απολύτως όρεξη να τις αγγίξω.

Έρχονται θύελλες

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 23, 2012 by Theorema


Μέρες βουβής αναταραχής και μεγαλόφωνης προεκλογίλας. Καιροί μπερδεμένοι, σεισμικοί. Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ οι άνθρωποι μιλάνε για το ευρώ, για τους μεγαλοαπατεώνες πολιτικούς που μαζί τα φάγανε κι αργούν να τα χωνέψουν, για την κυνική Ευρώπη που κουνάει διδακτικά το δάχτυλο μπροστά στη μύτη της άτακτης Ελλάδας. Τις προάλλες διαπληκτίστηκα με Ολλανδό συνάδελφο που υποστήριζε πως οι Έλληνες είναι “λαμόγια”. Όλοι οι Έλληνες. Κάθε ηλικίας και σε κάθε σημείο του κόσμου. “Το είπε άλλωστε και το TF1″, όπως και διάφορα άλλα κανάλια ή έντυπα εύπεπτων και με το αζημίωτο πλασαρισμένων νοημάτων.
Με συγχύζουν οι γεωγραφικοί ντετερμινισμοί και οι ανθρωπολογικού τύπου κατηγορίες του είδους. Η διαφθορά δεν είναι ζήτημα γονιδίων. Είναι σαφέστατη επιλογή. Απ’ ό, τι φαίνεται όμως ο ρατσισμός, η κερδοσκοπία και η κακεντρέχεια είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά σε καιρούς οδύνης. Πολύ φοβάμαι κιόλας πως η στάση αυτή είναι και μια ενδόμυχη επίδειξη ισχύος από την πλευρά όσων στέκονται ακόμα από την άλλη όχθη του ποταμού – και από αυτή την ομάδα δεν αποκλείονται φυσικά οι πολυάριθμοι προδότες συμπατριώτες μας που συνεργάζονται με τις δυνάμεις κατοχής και έχουν πολλά να κερδίσουν – και θεωρούν πως νομιμοποιούνται να κρίνουν εύκολα και ολοκληρωτικά την καπελωμένη αστάθεια ενός λαού που αυτή την ώρα βιώνει ένα ολοκαύτωμα.
Κάθε άποψη, αν διατυπωθεί με λάθος τρόπο, αστοχεί. Χάνει ένα μεγάλο ποσοστό από το δίκιο και την ισχύ της. Ακόμα και αν εκδηλώνεται σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο και εκκινείται από απλή παραπληροφόρηση, η τόσο ταπεινωτική αντιμετώπιση ενός λαού δεν θα μπορούσε να με πείσει για κάτι ηθικό και θεμελιωμένο. Μόνο να με εξοργίσει μπορεί, ενδεχομένως και να με θλίψει.
Ουδέποτε σκέφτηκα – ή ένιωσα – πως οι Έλληνες είναι ένας λαός αθώος. Υπάρχουν λόγοι και αιτίες για τα πράγματα, και αυτό δεν το αρνήθηκα ποτέ, μιας και δεν πιστεύω πως φτάσαμε τυχαία σε αυτό το τέλμα. Σε καμία περίπτωση δεν δύναμαι όμως να δεχτώ πως είμαστε αυτό το άχρηστο σκουπίδι που περιγράφουν ενίοτε οι όποιοι ανθέλληνες της τουλίπας ή οι παραπληροφορημένοι των καθεστωτικών μέσων ενημέρωσης.
Η κακώς εννοούμενη συλλογική ευθύνη, που παραβλέπει τα σκάνδαλα ανευθυνότητας των ιθυνόντων και αντ’ αυτών ενοχοποιεί άκριτα έναν ολόκληρο λαό, αυτή η μίζερη τάση που τόσο είναι της μόδας τα τελευταία χρόνια και μας θέλει να τα έχουμε φάει όλοι μαζί, ή να χρειαζόμαστε όλοι μαζί το Γερμανό μας, είναι ένα αστειάκι με ύπουλη προέλευση και μοιάζει πολύ με εκείνο το περίφημο “Όλοι οι Έλληνες είναι λαμόγια”. Με βάζει σε σκέψεις.
Είναι σίγουρο πως φταίχτες και κρίματα υπάρχουν παντού και θεωρώ αυτονόητη και επιβεβλημένη την παραδοχή μιας κάποιας ατζαμοσύνης και μιας ακόμα ισχυρότερης τάσης για “εύκολο κέρδος”. Σε πολλά επίπεδα και από πολλές κατευθύνσεις. Αν είσαι έρμαιο των περιστάσεων το ρεύμα σε παρασύρει εύκολα. Η τάση για επιβολή εθνικής κατάθλιψης όμως δεν με πείθει ούτε για τυχόν κατανόηση του προβλήματος ούτε για την οποιαδήποτε μεταμέλεια των ενόχων. Το μόνο για το οποίο με πείθει είναι η αμετροέπεια και η αδυσώπητη διαφθορά εκείνων που την καλλιεργούν και η τεράστια αδικία, που με πνίγει όταν βλέπω πως αυτό το ολέθριο αίσθημα τείνει να μας καταβροχθίσει σωρηδόν. Εκείνοι που την μεθοδεύουν είναι οι πρωταρχικοί υπαίτιοι αυτής της κατάντιας, και κατά συνέπεια οι μόνοι που θα έπρεπε να λογοδοτήσουν και να τιμωρηθούν. Πράγμα που ως ώρας δεν φαίνεται να συμβαίνει, τουλάχιστον όχι αποτελεσματικά.
Παρόλα αυτά, το δίκαιο είναι ένα αρχέγονο ανθρώπινο ένστικτο. Ακατανίκητο, σαν την πείνα και τη δίψα. Ακόμα και ένα παιδί να ερωτηθεί, είναι βέβαιο πως γνωρίζει τι είναι δίκαιο και τι όχι. Κι όμως, στις μέρες μας, η θεσμοθετημένη αδικία είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Ένας πανίσχυρος γενικός κανόνας. Οι ευέλικτοι καιροσκόποι παρανομούν με το γάντι, ήτοι με το νόμο. Η πολιτική βία έχει καταστεί νομικό δικαίωμα των ισχυρών και προστατεύεται από θεσμούς που λογικά – και σε μια πραγματική δημοκρατική κοινωνία – θα έπρεπε να λειτουργούν υπέρ των αδυνάτων. Εντός κι εκτός συνόρων της Ελλάδας, οι προβοκατόρικες και οργανωμένες επιθέσεις που δέχεται αυτός ο τραυματισμένος λαός δεν αποσκοπούν παρά στην περαιτέρω συσκότιση κάθε κοινωνικής προοπτικής του και στη διαιώνιση ενός εθελόδουλου ευρωπαϊσμού και μιας μνημονιακής κατοχής άνευ όρων.
Παρόλα αυτά, τα δελτία καιρού σε ολόκληρο τον πλανήτη προαναγγέλλουν θύελλες. Το καλοκαίρι θα έρθει με κόντρα τον καιρό και ενδέχεται να ανακατέψει τόσο καλά την τράπουλα μιας ολόκληρης ηπείρου που να ανατρέψει τα ως ώρας δεδομένα σε διεθνές επίπεδο. Στοχεύοντας μετ’ εμποδίων στην εθνική και κοινωνική τους χειραφέτηση, οι Έλληνες καλούνται να επιλέξουν έξοδο κινδύνου από το κεφάλαιο που τους θέλει υποτελείς και να γυρίσουν σελίδα. Έξοδοι κινδύνου δεν υπάρχουν πολλές και όλοι γνωρίζουμε πως η μετάβαση από το σκοτάδι στο φως δεν είναι εύκολη υπόθεση, ούτε καν εγγυημένη.
Εντούτοις ελπίζω πως ποτέ δεν είναι αργά. Για τίποτε και για κανέναν. Αν επανατοποθετηθούν τα διλήμματα στη σωστή τους βάση, ενδέχεται μέσα από τις οδύνες να προκύψει κάτι χρήσιμο και σωστό. Οι θύελλες θα έρθουν και εύχομαι να τις αντιμετωπίσουμε με ομοψυχία, θάρρος και γενναιότητα. Αυτό που θα φέρει το επόμενο πρωί, ας ελπίσουμε πως θα είναι κάπως πιο ανακουφιστικό από αυτό το στρώμα λάσπης που καλύπτει σήμερα τις ψυχές μας.

Μιράντα ήρθες;…

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες on Μαΐου 18, 2012 by Theorema

.

Ναι…

.

Η Μιράντα εκκινήθηκε από το ομώνυμο τραγούδι του ΚΒ που για πολύ καιρό μου γάζωνε το νου σαν ραπτομηχανή. Το άκουγα εμμονικά, αποκλειστικά αυτό, και κάθε φορά η ακρόαση ξεκινούσε σαν να αποκαλύπτονταν μπροστά μου ένα νέο επίγειο θαύμα. Πολλά από όσα ζουν οι ήρωες της ιστορίας πηγάζουν από προσωπικά βιώματα που, με τη βοήθεια του χρόνου, ξεθώριασαν κάπως, εξημερώθηκαν, χρωματίστηκαν πάλι από την αρχή και έγιναν εμφανίσιμα. Κάποια άλλα απορρέουν 100% από τη σφαίρα του φανταστικού.  Ορισμένα γεγονότα μπλέκονται κάπως παράξενα μεταξύ τους και καταλήγουν σε κάτι καινούριο, απροσδιόριστο, παρόλα αυτά -ελπίζω- ενδιαφέρον για το μάτι του αναγνώστη που όταν πάρει στα χέρια του αυτό το βιβλίο μπορεί και να νιώσει λιγάκι φίλος της.

Με μεγάλη χαρά σας παρουσιάζω τη Μιράντα και την παρέα της, ένα μπουλούκι ηθοποιών που ταξιδεύουν στον κόσμο και ενηλικιώνονται ξανά και ξανά, με διάφορους τρόπους, μέσα από διάφορα αισθήματα και μετά από κάμποσα παθήματα. Η ενηλικίωση είναι δύσκολη υπόθεση, σε όποια ηλικία και αν επέρχεται.

Και έτσι περνά η γλυκιά εφηβεία, αφήνοντας πίσω της λουλούδια κι αστεία…

Εύχομαι να την συμπαθήσετε, έστω και λίγο. Προσωπικά,  τη Μιράντα την αγαπάω πολύ.

http://www.kedros.gr/main.php?manufacturers_id=1914

.

Η μπαλάντα του μετανάστη

Posted in Αταξινόμητα με ετικέτες , on Μαΐου 13, 2012 by Theorema

(Κείμενο που γράφτηκε για την εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς της 12ης Μαΐου 2012 και αναδημοσιεύτηκε στο tvxs.gr της 21ης Μαΐου 2012)

Από τα τέλη του 19ου και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, η μετανάστευση αποτελεί γνωστό φαινόμενο του ελληνισμού. Στο παρελθόν η μετανάστευση αφορούσε κυρίως στα κατώτερα εργατικά στρώματα, που ξενιτεύονταν προκειμένου να γλιτώσουν από την ανέχεια. Τώρα παρατηρείται πως την Ελλάδα εγκαταλείπουν κυρίως άνθρωποι που διαθέτουν πανεπιστημιακή μόρφωση, επειδή γνωρίζουν δυστυχώς πως τη σήμερον ημέρα ένα μικρό γράμμα είναι το μόνο που χωρίζει το έδρανο από τον έρανο.
Όσο και αν απολαμβάνουν τα φυσικά προτερήματα της χώρας τους, οι Έλληνες δεν τολμούν να εμπιστευτούν το μέλλον τους σε μια κοινωνία που δείχνει να έχει εξαντλήσει τη θέληση και την ικανότητά της να διαχειριστεί εποικοδομητικά την κρίση της.
Η ανεπάρκεια των εναλλακτικών λύσεων που υπαγορεύονται από την κορυφή της πυραμίδας αναγκάζει το λαό να επινοεί λύσεις ανάγκης από τη βάση της. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα της κρίσης ανοίγει διάπλατα τις πόρτες προς το εξωτερικό, όχι προς αναζήτηση περαιτέρω εξειδίκευσης ή κάποιας λαμπρής καριέρας, όπως γινόταν παλιότερα, αλλά προς άγραν τροφής και στέγης για ανθρώπους που στην πατρίδα τους θα δυσκολεύονταν πλέον μέχρι και να επιβιώσουν. Η αδυναμία του κράτους να απορροφήσει το επιστημονικό δυναμικό της χώρας είναι η κυριότερη αιτία που οδηγεί τους νέους σε αυτή τη λύση ανάγκης. Τη φυγή.
Παλαιότερα οι Έλληνες «μίσευαν», τώρα λέμε πως «μεταναστεύουν». Η φόρτιση των λέξεων είναι διαφορετική, όπως είναι άλλωστε πια και οι συνθήκες του ξενιτεμού. Παρόλα αυτά, το συναίσθημα παραμένει απαράλλαχτο. Όπως τότε έτσι και τώρα ο Έλληνας είναι αναγκασμένος να πληρώσει το τίμημα επιβιώνοντας μόνος στην αλλότρια γη αλλά και ταυτόχρονα διατηρώντας ανέπαφες τις παραδοσιακές αξίες και την ταυτότητά του. Οφείλει να ενσωματωθεί το συντομότερο δυνατόν στη νέα τάξη πραγμάτων υπερασπιζόμενος όμως τους κώδικες, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου του που έφτασαν ως εκείνον ταξιδεύοντας από γενιά σε γενιά. Αυτή είναι μια δύσκολη εσωτερική μάχη.
Είναι γεγονός πως ορισμένες ευρωπαϊκές, τουλάχιστον, κοινωνίες είναι αρκετά ανθεκτικές σε εξωτερικές «εισβολές». Κατά κάποιο τρόπο αντιστέκονται κάπως στο ξενόφερτο στοιχείο. Αρχικά τουλάχιστον, και ιδίως σε καιρό κρίσης. Χωρίς ακριβώς να ζητούν εχέγγυα και δοκιμές, είναι βέβαιο πως ο Έλληνας είναι υποχρεωμένος να φανεί γενναίος. Να αποδείξει την ασυμβίβαστη ακεραιότητα του χαρακτήρα και την αξία του περνώντας από ένα είδος καθημερινού «ελέγχου διαπιστευτηρίων» του κύρους και της προσαρμοστικότητάς του προτού τον δεχτούν στους κόλπους τους ως ισότιμο μέλος της κοινωνίας τους – κάτι που, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν επιτυγχάνεται ποτέ 100%.
Παρότι προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα και φυσικά δανείζεται και υιοθετεί νέα στοιχεία, είναι γεγονός πως ο Έλληνας δεν λησμονεί την Ελλάδα. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν ασυνεπές με την προσωπικότητά του και ιδιαίτερα πικρό παρόλη την ευημερία που ενδέχεται να προσφέρει το ξένο κράτος. Αντιθέτως, η νοσταλγία του ενδυναμώνει την αίσθηση του πρωταρχικού ανήκειν του. Το ανοίκειο περιβάλλον, όσο βολικό και αν είναι, δεν του αφαιρεί την ιδιοπροσωπία του. Σε ορισμένα πράγματα μένει πιστός μέχρι θανάτου. Ο περίγυρος από τον οποίο απομακρύνθηκε ζει πάντα εντός του. Η σκέψη του παραμένει αδιαπραγμάτευτα ελληνική, όπως και η ταυτότητά του. Παρόλες τις σύγχρονες τάσεις και αντιφάσεις, παρόλη την τάση παγκοσμιοποίησης μέχρι και των ίδιων των ανθρώπινων ιδανικών και αξιών, η ιστορική μνήμη του Έλληνα λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα για την ταυτότητά του. Το ίδιο και τα οράματά του.
Η μέρα της επιστροφής στα πάτρια εδάφη είναι για κάθε Έλληνα ο υπέρτατος στόχος και ένα μεγάλο, ανομολόγητο μυστικό. Μοιάζει με κρυφή αμαρτία. Παρόλες τις δυσχερείς συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προς το παρόν, η Ελλάδα είναι η γη της γέννησης και ενδεχομένως του θανάτου του. Ο τόπος που μιλάει μέσα του διαφορετικά απ’ όλους τους άλλους τόπους και άρα είναι ικανός τόσο να τον μισεί όσο και να τον λατρεύει. Πολύ συχνά πίσω από τα χειρότερα μίση κρύβονται οι μεγαλύτεροι έρωτες. Η Ελλάδα είναι ο τόπος απ’ όπου ξεκίνησε η ζωή και όπου τον περιμένουν οι πρόγονοί του για να ταφεί πλάι τους στο τέλος.
Ο σύγχρονος Έλληνας μετανάστης δεν θέλει να μιλά ανοιχτά για όλα αυτά. Κατά κάποιο τρόπο δείχνει να τα απεχθάνεται και να τα αρνείται. Τον ενοχλούν. Συχνά προσπαθεί να τα ξορκίσει, όπως έχει ανάγκη να ξορκίζει ο άνθρωπος όλα όσα τον υπερβαίνουν και τον τρομάζουν παρόλο το δέος που αισθάνεται ενώπιόν τους, και ας παραπέμπουν σε κάτι ιερό.
Εντούτοις, δεν υπάρχει ξενιτεμένος Έλληνας που κάποια στιγμή στη ζωή του να μην έχει μουρμουρίσει, έστω και νοερά, το γνωστό στίχο: «εδώ στην ξένη χώρα, αχ τι στεναχώρια», εννοώντας τον βαθιά. Ακόμα και όσα συχνά καταδικάζει στον χαρακτήρα του τόπου του, υπό άλλες συνθήκες είναι εκείνα ακριβώς που τον προσδιορίζουν, μέσα σε έναν περίγυρο όπου θεωρείται «ξένος» – χωρίς εμπάθεια αλλά ρεαλιστικά, μιας και αυτός ακριβώς ο αλλότριος περίγυρος είναι φυσικό να αγνοεί, αν δεν αντιμάχεται κιόλας, τους κώδικες, τις παραδόσεις και την ταυτότητα ενός Έλληνα.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια, οι άνθρωποι δεν ανταγωνίζονται μόνο, μετέχουν και σε μια οικεία τελετή που επιβεβαιώνει κοινές ανθρώπινες αξίες. Χωρίς τις ιδιαίτερες αξίες που τον προσδιορίζουν όμως, και χωρίς το ενδόμυχο όραμα της επιστροφής, ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ευάλωτος. Ο αγώνας να κρατηθεί Έλληνας μακριά από το χώμα της πατρίδας του είναι μια καθημερινή μάχη με την πραγματικότητα, που τίποτε δεν θα πρέπει να σταθεί ικανό να την υπονομεύσει. Παρόλη την επιλογή του να εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη – επιβεβλημένη από τη Νέα Τάξη εν προκειμένω – η ελπίδα της επιστροφής σε κάτι «δικό του» είναι η ενδόμυχη καύσιμη ύλη της ψυχής του: ένας Έλληνας που ζει, πεθαίνει και θάβεται σε ξένο τόπο, δεν αναπαύεται ποτέ.


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 74 other followers