Winter in Japan

WINTERinJAPAN

Εκείνο το χειμώνα που θα ζήσουμε στην Ιαπωνία, όλοι οι δρόμοι θα είναι αποκλεισμένοι από τα χιόνια. Θα είναι δύσκολος και μακρύς – έτσι θα λένε οι εκφωνητές στο ραδιόφωνο και θα τρίβουν πίσω απ’ το μικρόφωνο τα χέρια τους, και θα φυσάνε χνώτο στις παλάμες τους πίνοντας σακέ για να ζεσταθούν μέσα στο ραδιοφωνικό σταθμό όπου θα είναι εγκλωβισμένοι. Η πόλη θα είναι ακινητοποιημένη και σιωπηλή. Τίποτε δεν θα κινείται, πέρα από το φως των φαναριών που θα κουνιούνται μπρος πίσω από τον αέρα. Παντού ησυχία και σεβάσμια παγωνιά. Μια παγωνιά αιώνων.

Με κάποιο τρόπο οι προμήθειες που θα υπάρχουν στο κελάρι μας θα επαρκούν για να μας ταΐσουν αρκετές εβδομάδες – μπορεί και μήνες. Μπισκότα καλαμποκιού, κονσέρβες τυριού, ξηροί καρποί, ζάχαρη, παστό χοιρομέρι και ψάρια στο βαρέλι. Τα βράδια θα ανάβουμε το τζάκι, θα καπνίζουμε τα στριφτά τσιγάρα σου και θα πίνουμε ζεστό κρασί. Τότε θα νιώθουμε πως ο κόσμος δεν υπάρχει. Για πρώτη φορά στη ζωή μας θα μπορούμε να είμαστε ρεαλιστές. Πράγματι, ο κόσμος δεν θα υπάρχει, αφού στην πόλη δεν θα συμβαίνει τίποτα, και την πόρτα μας δεν θα την χτυπά ποτέ κανένας.

Θα ανακαλύψουμε πώς είναι να ζει κανείς μια ξέγνοιαστη ζωή. Ενήλικοι κι ελεύθεροι, αν υποθέσουμε πως αυτό μπορεί στις μέρες μας να υπάρξει. Εγκλωβισμένοι στο αδιέξοδο του χειμώνα, θα καταλάβουμε πόσο ευχάριστες είναι κάποιες μορφές σκλαβιάς και θα απολαμβάνουμε την ομορφιά τους.

Θα πλένω στο χέρι τα μάλλινα πουλόβερ σου και θα μου μαγειρεύεις μπιφτέκια με μανιτάρια και καυτερά μπαχαρικά σε ένα παμπάλαιο τηγάνι. Θα σε ρωτάω ποια είναι η γνώμη σου για την ειλικρίνεια και την απάτη, και θα μου λες πως στο παρελθόν μας κρύβεται ένα τεράστιο απόθεμα υποθηκευμένης αγάπης που δεν γίνεται με τίποτα να εξαπατηθεί. Κάθε μέρα θα χάνουμε και λίγο από τον πολιτισμό που θα έχουμε κουβαλήσει μαζί μας μπαίνοντας σε αυτό τον χειμώνα, και τότε θα αρχίσουμε να αισθανόμαστε πώς είναι στ’ αλήθεια να ζεις, ν’ αγαπάς και να σ’ αγαπούν άνευ όρων. Εξάλλου, και οι δυο θα έχουμε καταλάβει πια πως ο μόνος τρόπος για να κατακτηθεί και να μεγαλώσει ελεύθερα μια αγάπη σαν αυτήν που μου έχεις φυτέψει στην καρδιά, είναι μέσα στην απομόνωση ενός παγερού, δύσβατου ιαπωνικού χειμώνα, όπου ο κόσμος γύρω μας θα έχει πάψει να υπάρχει εντελώς, και ο καθένας μας θα είναι υπεύθυνος μόνο για τον εαυτό του. Ίσως λιγάκι και για τον άλλον. Και ως εκεί.

 

 

Διακοπές πολυτελείας

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα http://www.e-dromos.gr/ στις 27 Σεπτεμβρίου 2014)

Η πολυτέλεια είναι ελλειπτική. Επιβάλλεται χωρίς στολίδια, συμπληρώματα και υπεραφθονία ύλης και υπηρεσιών. Δεν λαμβάνει υπόψη της καταστάσεις και τάσεις που θα της στερούσαν κάτι από την λιτή της επιβλητικότητα. Η πολυτέλεια είναι γυμνή. Κρύβει μέσα της μια σπάνια σοφία.

Η Ελλάδα έχει ακόμα κάποια τοπία πολυτελείας. Ένα από αυτά είναι οι Οθωνοί, ένα μικρό νησί στο βορειοδυτικότερο σημείο της χώρας,  το μεγαλύτερο από τα τρία Διαπόντια νησιά της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, πάνω από την Κέρκυρα .

Το νησί, με έκταση 10,8 Km2, είναι καταπράσινο, κυρίως ορεινό, με ανώτερο υψόμετρο το Μεροβίγκλι (393 μ.) και με βραχώδεις ακτές αλλά και μικρές αμμώδεις παραλίες. Το χειμώνα οι μόνιμοι κάτοικοι δεν ξεπερνούν τους διακόσιους. Κύριες ασχολίες τους ο τουρισμός, η μελισσοκομία και η αλιεία. Παλιότερα ασχολούνταν με την ελαιοπαραγωγή, τώρα όμως τα δύο χιλιάδες ελαιόδεντρα του νησιού, τα οποία παράγουν την “ελαία την μικρόκαρπο”, με μεγάλη περιεκτικότητα λαδιού υψηλής ποιότητας, μένουν ανεκμετάλλευτα.

Μέρα παρά μέρα, νωρίς το απόγευμα, ο Πήγασος αφήνει επιβάτες και τρόφιμα στο λιμάνι του νησιού, τον Άμμο. Η πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης είναι σχεδόν παράλογη. Ούτε ένα τουριστικό μαγαζί , ούτε ένα περίπτερο, ούτε μία ξαπλώστρα, ούτε ένα beach bar. Μόνο μια καταπράσινη πλαγιά πάνω από μια αμμώδη παραλία, λίγα χαμηλά κτίσματα σε παραδοσιακή αρχιτεκτονική, κάποιες ψαροταβέρνες, και το καφέ της Νίνας.

Η Νίνα είναι η πρώτη γνωριμία των Οθωνών. Και να θέλει, ο επισκέπτης δεν μπορεί να της ξεφύγει. Πιάνει αμέσως φιλίες με όλο τον κόσμο που καταφθάνει. Λέει καλημέρα και κάθεται στο τραπέζι σου με μια κούπα καφέ κι ένα τσιγάρο στο χέρι. “Ψάχνετε δωμάτιο; Στου Μανόλη θα πάτε! Πάω να τον βρω”. Είναι φιλόξενη με την άνεση και το κέφι όχι μόνο του επαγγελματία που ψάχνει πελατεία, αλλά και του ανθρώπου που ευχαριστιέται τον άγνωστο να τον κάνει γνωστό, με τη ζωντάνια και το κέφι ενός παιδιού που δεν βαριέται να κάνει φίλους.

Κατάγεται από την Κέρκυρα και φέτος άνοιξε το πιο γραφικό καφενείο του νησιού μέσα “σε μια παλιά αποθήκη που ξαναφτιάχτηκε από την αρχή, με δικό μου γούστο”. “Στον Άμμο”, το όνομά του. Δίπλα της ο άντρας της, ο Νίκος, πρώην υπάλληλος στη ΔΕΗ Οθωνών και νυν μελισσοκόμος, παρακολουθεί τη συζήτηση μειδιώντας.

Στο καφενείο της η Νίνας, όπου πηγαινοέρχονται διαρκώς ντόπιοι και ξένοι, προσφέρονται μέλι από τα μελίσσια του Νίκου, χειροποίητα γλυκά και λικέρ από φρούτα που μαζεύει η ίδια στο δάσος. Συσκευασμένα προϊόντα αρνείται να σερβίρει. “Θα φτιάξω λεμονόπιτα, όμως πρέπει να πάω στις λεμονιές. Του εμπορίου είναι κερωμένα, η γεύση τους δεν είναι καλή. Το λικέρ κούμαρο σ’ αρέσει;”. Μαζί με τον καφέ κερνάει σπιτικά αμυγδαλωτά ή τα μπισκότα της ημέρας.

Η Νίνα δεν έχει κουζίνα που θα δικαιολογούσε παροχές εστιατορίου. Ένα μεσημέρι όμως, αργά, στο καφενείο της φάγαμε το καλύτερο μεσημεριανό του Αυγούστου. “Ξεχαστήκατε και κλείσανε; Έχω αυγά από τις κότες μου για μια ομελέτα, πάω να δω αν έμειναν ντοματίνια στη γλάστρα, να κόψω και λίγο ζυμωτό ψωμί και να βάλω μια τηγανιά πατάτες απ’ αυτές που έβγαλα χτες από το περιβόλι”.  Τα σουπλά ήταν κομμάτια κουζινόχαρτο και στη γυάλινη κανάτα φρέσκο πηγαδίσιο νερό. Το τραπέζι της Νίνας ήταν πολυτελείας. Γύρω μας, Ιταλοί και ντόπιοι γελούσαν μαζί χωρίς να νοιάζονται για το περασμένο της ώρας.

Όταν η συζήτηση στρέφεται στα πολιτικά, λέει: “Ήμουν στο ψηφοδέλτιο του Νικολούζου, αλλά δεν βγήκα. Δεν πειράζει, αρκεί που η Κέρκυρα ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ”. Μιλάει για τους Οθωνούς που έμειναν χωρίς σχολείο αφού έφυγαν όλα τα παιδιά, για την ιστορία των πειρατών και των φιδιών που κάποτε απειλούσαν το νησί, για μια ωραία έκθεση ζωγραφικής που παραμένει κλειστή λόγω έλλειψης προσωπικού και για το γιατρό, που πότε είναι πότε δεν είναι σε υπηρεσία.

Η δωρική λιτότητα του τοπίου, τα κρυστάλλινα νερά που μυρίζουν θυμάρι, οι μικροί σιωπηλοί οικισμοί γύρω από το βουνό, ο έναστρος ουρανός που αφήνει να φαίνονται χιλιάδες αστέρια τις νύχτες, οι όμορφοι άνθρωποι των Οθωνών, η εγκάρδια φιλοξενία της Νίνας, είναι ψηφίδες αγαλλίασης που κάνουν το μεγάλο μωσαϊκό του τόπου αυτό που είναι. Ένας προορισμός πολυτελείας για όσους θέλουν να περάσουν λίγο καιρό σε έναν τόπο λιτό και αγνό, σε μια κοινωνία παλιακή και ταυτόχρονα πολύ μπροστά από την εποχή μας .

Ιστορίες της Πέμπτης – Deep Skin

staxtes-fassa8_7_13

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2014 στο περιοδικό Στάχτες)

[...]

Ο κάτω κόσμος έγινε το υπέροχο βασίλειό μας. Μας περιέθαλψε σαν όστρακο που κλείνει μέσα του δυο μαύρα μαργαριτάρια και τα προστατεύει από τους αλιείς. Οι χαρακιές από τα νύχια μου γύρω από τα ολόλευκα μπράτσα της έγιναν πληγές που αφόρμισαν και αργούσαν τρομακτικά να κλείσουν. Τα στήθη της τα έκανα πεδίο μάχης και καταστροφής.

[...]

Η συνέχεια εδώ

Ένα αθηναϊκό στέκι μας αποχαιρετά

AVGH

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ στις 28 Ιουνίου 2014)

Το Σάββατο 28 Ιουνίου, ένα γνωστό αθηναϊκό στέκι, το radiobubble, κλείνει τις πόρτες του. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, όπου μέχρι σήμερα στεγαζόταν και το ραδιοφωνικό στούντιο του ομώνυμου διαδικτυακού σταθμού, αποχαιρετά το κοινό και τους φίλους που εδώ και επτά χρόνια το αγάπησαν, το στήριξαν και μοιράστηκαν εντός του μικρότερα ή μεγαλύτερα κομμάτια ζωής και όχι μόνο. Από το φθινόπωρο θα βρίσκεται σε αναζήτηση νέου χώρου.

Ο Αποστόλης Καπαρουδάκης δημιούργησε το radiobubble.gr το 2007. Έτσι, έχοντας την ευθύνη του προγράμματος ενός εμβληματικού “ραδιοφώνου της νέας εποχής” και αναζητώντας τρόπους για να μπορούν να γίνουν πράξη έννοιες όπως “δημιουργία διαδικτυακής κοινότητας” και “δημοσιογραφία των πολιτών”, ειδικεύτηκε στις ιδιαιτερότητες του web radio και της δημοσιογραφίας στα νέα μέσα. Είχε την ευθύνη του προγράμματος του radiobubble, καθώς και του συντονισμού των διαφορετικών ομάδων της ανοικτής κοινότητάς του (news, blogs, music, community, cafe/bar), ήταν μέλος της ομάδας των ειδήσεων του #rbnews και ανήκει στην ιδρυτική ομάδα του Hackademy.

Στο πλευρό του, η Καλλιόπη Τακάκη, ηχολήπτρια και ηθοποιός. Ως ηθοποιός έχει δουλέψει στον κινηματογράφο, στο θέατρο και στην τηλεόραση. Ως ηχολήπτρια εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε συναυλίες με γνωστά- άγνωστα συγκροτήματα. Για μικρά χρονικά διαστήματα, συνεργάστηκε στην παραγωγή τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα, παρουσίαζε μουσικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αθήνας και στο radiobubble.

Η συνέχεια εδώ

Από φθινόπωρο θα ερωτευτούμε αλλού

logo

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα δρόμος της Αριστεράς στις 28 Ιουνίου 2014)

“Σε μια εποχή όπου το όνειρο της επιτυχίας, κάθε είδους επιτυχίας, έχει αποστραγγιχτεί από όλα τα άλλα νοήματα εκτός από τον εαυτό του, οι άνθρωποι δεν έχουν τίποτε με βάση το οποίο να μετρήσουν τα επιτεύγματά τους, εκτός από τα επιτεύγματα των άλλων. Η αυτοέγκριση εξαρτάται από τη δημόσια αναγνώριση και επιδοκιμασία, και η ποιότητα αυτής της έγκρισης έχει υποστεί από μόνη της πολλές σημαντικές αλλαγές“.

Αυτά λέει ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο του “Η κουλτούρα του ναρκισσισμού“, και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, η φράση θα μπορούσε να αναφέρεται στο radiobubble. Σκληρή και άκαμπτη η πραγματικότητα, παρόλα αυτά οι άξιοι επιβιώνουν και προχωρούν. Το καφέ της οδού Ιπποκράτους 146, μαζί με το γνωστό πατάρι απ’ όπου εξέπεμπε και το “διαγαλαξιακό ραδιόφωνο” του σταθμού, κλείνει το Σάββατο 28 Ιουνίου. Μέσα στα οκτώ χρόνια λειτουργίας του κατάφερε να εξασφαλίσει όλα όσα χρειάζονται για να θεωρείται, ήδη, ιστορικό στέκι. Κέρδισε την αγάπη μιας μεγάλης μερίδας κόσμου που, ενίοτε, δεν δίσταζε να ταξιδέψει και από άλλες χώρες για να παρευρεθεί σε κάποια εκδήλωση, και το θαυμασμό των “συναδέλφων” του, που σε πολύ μεγάλο βαθμό αναγνώρισαν την ιδιαιτερότητα της ουσίας αυτού του μαγαζιού και υποκλίθηκαν στο πρωτοποριακό του ύφος.

Η συνέχεια εδώ

Γλυκό σοκολάτα κι ένα κινηματογραφικό καρέ

staxtes-fassa8_7_13

 

(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου στο περιοδικό  Στάχτες, στη στήλη Ιστορίες της Πέμπτης)

 

Ήταν περασμένες επτά όταν βγήκαμε στο μπαλκόνι και καθίσαμε με τα πόδια πάνω στα κάγκελα. Ο ήλιος έδυε πίσω από τις γειτονικές πολυκατοικίες και ο ουρανός γέμιζε σιγά σιγά με διάφανα σύννεφα. Βολευτήκαμε και κοιταχτήκαμε συνωμοτικά.Οι καρέκλες του σκηνοθέτη άφηναν την πλάτη να βουλιάζει όμορφα στο δροσερό πανί τους. Η πλατεία είχε κόσμο, πολύ κόσμο, ως συνήθως. Στην οδό Θεμιστοκλέους δε νιώθεις ποτέ μοναξιά. Χαζεύαμε τους περαστικούς καπνίζοντας και περιμένοντας να γίνει το κέικ σοκολάτα που ψηνόταν στο φούρνο. Έφτιαξα τούρκικο καφέ με άρωμα μαστίχα, έφερα και δυο σφηνάκια λικέρ μαστίχα χιώτικη ορίτζιναλ για συμπλήρωμα και ανάψαμε καινούρια τσιγάρα ρουφώντας τη μυρωδιά της σοκολάτας από την κουζίνα.

Οι γλάστρες μας ήταν καταπράσινες. Η καινούρια σου γαρδένια αρωμάτιζε τον αέρα με μια βαμβακερή μυρωδιά παιδικής ηλικίας. Οι κάκτοι μου ετοιμοπόλεμοι και στιβαροί περίμεναν να πέσει το βράδυ. Οι τριανταφυλλιές και ο δυόσμος τσάκιζαν τα πεζούλια με την ευωδιά τους. Ήταν ένα ωραίο απόγευμα του Απρίλη.

Το γλυκό έκαιγε στο φούρνο αλλά δεν κρατιόμασταν. Έβαλα τέσσερα αχνιστά κομμάτια μέσα σε ένα πιάτο και τα περιέλουσα με το σιρόπι μαύρης σοκολάτας που ονειρευόσουν από το πρωί. «Τι καλά που έριξες μέσα αμύγδαλο, κεράσι και λεβάντα!», αναφώνησες μόλις έφερα το πιάτο στο μπαλκόνι.

Τρώγαμε μαζί, γελώντας με τις πηρουνομαχίες που ξεσπούσαν όταν σημαδεύαμε την ίδια μπουκιά. Μετά έτρεξες μέσα κι έφερες υποβρύχιο τριαντάφυλλο με παγωμένο νερό, «μισή κουταλίτσα όλο κι όλο, ίσα να φύγει η πικρίλα της σοκολάτας».

[...]

Η συνέχεια εδώ

©Μαρία Πετρίτση

Τον Σεπτέμβρη θα ερωτευτούμε αλλού

Radiobubble_goodbye_Ippokratous2

 

Αναρωτιέμαι καμιά φορά τι σημαίνει νοσταλγία και πότε την νιώθουμε.

Για παράδειγμα, η νοσταλγία έρχεται μάλλον με το σκίρτημα που αισθανόμαστε όταν θυμηθούμε, ξαφνικά, ένα αντικείμενο ή ένα πρόσωπο που έχουμε χάσει.

Ή μιας ευχάριστης κατάστασης που έφτασε στην ημερομηνία λήξης της, και έτσι όπως την ξέραμε, απλώς δεν έχει άλλο.

Πότε και πώς λήγουν όμως τα πράγματα και η αίσθηση που αφήνουν πίσω τους, όταν έχουν ήδη προλάβει να μας μαγέψουν;

Όσο ζει μέσα μας η έξαψη της δημιουργίας τους, και ο θρίαμβος της χαράς που μας πρόσφεραν, οι εμπειρίες και τα πράγματα παραμένουν ζωντανά – δεν λήγουν.

Η αγάπη δεν στερεύει.

Κανένα μήνυμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αισιόδοξο από αυτό, μιας και μέσα του κρύβεται η υπόσχεση για ένα παλλόμενο μέλλον.

Το radiobubble μας φιλοξένησε για κάμποσο καιρό. Πρόλαβε να ριζώσει ευθέως όσο και παράπλευρα στην καθημερινότητά μας.

Μας συγκίνησε με συγκεκριμένες ή αφηρημένες αφορμές, μουσικές, ποτά, ανθρώπους σπάνιους και συναρπαστικούς, σε καλύτερες ή σε χειρότερες στιγμές – όλες δικές μας ήταν.

Μας έφερε κοντά σε οικείους μας.

Στην ωραία εκείνη ιδέα που αποκαλείται “ράτσα”.

 Ίδια ή παρόμοια με μας – ποτέ και κανείς δεν ένιωσε εκεί μέσα μόνος.

Ζήσαμε νύχτες ρομαντικές, γαλήνια απογεύματα, αλκοολικά χαράματα δίπλα σε μια άσφαλτο που μύριζε κοινή πορεία.

Αποστηθίσαμε βλέμματα, φωνές, αγγίγματα και μυρωδιές περαστικών από το διπλανό τραπέζι.

Ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή, από κείνα που σε κάνουν να νιώθεις τόσο οπαδός της πραγματικότητας όσο και δέσμιος μιας ολόδικής σου, τρυφερής φαντασίας.

Το radiobubble της Ιπποκράτους 146, στις 28 Ιουνίου μας αποχαιρετά.

Ας κάνουμε πως δεν ακούμε εκείνο το εσώτερο Κρακ! και ας βάλουμε ακόμη ένα ποτό στην υγειά των φίλων.

Το φθινόπωρο θα ξανανθίσει κάπου ολοκαίνουρια ο bubble έρωτάς μας.

Ν. Σαραντάκος: Ο Βασιλιάς του τρακ και οι τίτλοι από την τελευταία φράση

3D

[...]

Για να βάλω και κάποιους κανόνες, ζητάμε μυθιστορήματα ή διηγήματα ή και θεατρικά έργα που η τελευταία τους φράση να περιέχει τον τίτλο τους. Το βιβλίο της Πετρίτση ικανοποιεί τις προδιαγραφές, αφού η τελευταία φράση (“Είμαι ο βασιλιάς του τρακ”) περιέχει και τον τίτλο (Ο βασιλιάς του τρακ). Με τα διηγήματα, μπορεί ο τίτλος του διηγήματος να μην είναι και τίτλος του βιβλίου, θα το δεχτούμε όμως. Ποιήματα νομίζω ότι θα είναι αρκετά, αλλά αν βρείτε θα τα δεχτούμε κι αυτά.

[...]

Η συνέχεια εδώ

Ο Νίκος Σαραντάκος παρουσιάζει τον Βασιλιά του τρακ στις Βρυξέλλες

VASILIAS_bruxelles

 

[...]

Σε αυτό το κεντρικό μέρος του βιβλίου, η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια τεχνική που την είχε εφαρμόσει και στο προηγούμενο βιβλίο της τριλογίας, τη Μιράντα· δηλαδή, σε πολλά από τα κεφάλαια (πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου) η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και όχι τριτοπρόσωπη. Παίρνουν το λόγο πότε ο ένας και πότε ο άλλος από τα εφτά πρωταγωνιστικά πρόσωπα, όπως σε μιαν όπερα οι σολίστες δικαιούνται ο καθένας τουλάχιστον μία δική του άρια εκτός από τη συμμετοχή τους σε ντουέτα, τρίο και κουαρτέτα. Με αυτό τον πολυπρισματικό τρόπο αφήγησης, ο αναγνώστης βλέπει την ιστορία μέσα από τα μάτια όλων των χαρακτήρων του έργου. Στο προηγούμενο βιβλίο της Πετρίτση, τα κεφάλαια που είχαν τριτοπρόσωπη αφήγηση προχωρούσαν τη δράση, ενώ τα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο έδιναν την ευκαιρία μιας ανάπαυλας, μια και εκείνο το μυθιστόρημα, εννοώ η Μιράντα, κινιόταν σε ρυθμούς σαφώς πιο νωχελικούς από τον Βασιλιά του Τρακ (αλλά και από το Όλα λάθος). Στον Βασιλιά του Τρακ υπάρχει αυτή η διάκριση, αλλά σε μικρότερο βαθμό, αφού και τα πρωτοπρόσωπα κεφάλαια προχωρούν τη δράση, αλλά και σε αρκετά τριτοπρόσωπα κεφάλαια η Πετρίτση δίνει φωνή στους ήρωές της για να μιλήσουν σε πρώτο πρόσωπο, δεδομένου ότι παρεμβάλλει σελίδες από ημερολόγιο, γράμματα του ενός προς τον άλλο, περιγραφές ονείρων· ως προς τα παρένθετα κείμενα, ένα αρκετά πρωτότυπο εύρημα είναι ότι σε δύο ή τρία σημεία η συγγραφέας ενσωματώνει στο βιβλίο άρθρα της που έχουν δημοσιευτεί στην εφημερίδα Δρόμος της αριστεράς, άρθρα που εδώ τα υπογράφει ο Μπίλι, ο οποίος υποθέτω ότι είναι ο ήρωας με τον οποίο ταυτίζεται περισσότερο η συγγραφέας.

[...]

Περισσότερα εδώ: http://www.mariapetritsi.gr/nikos-sarantakos-parousiasi/

Naoko

Wams

Όταν γέμισε τα βανάκι  με τα παιδιά μας, ήταν πρωί. Αφήσαμε τα μεγαλύτερα στο σχολείο, παρότι αρχικά δίσταζαν να βγουν επειδή ήθελαν να γλιτώσουν κάποιες συναντήσεις. Ήταν όλα αγόρια. Το πιο μικρό, ένα κορίτσι περίπου δύο χρονών που το ίδιο πρωί χτυπούσε με μανία την κούκλα του, έμεινε στο όχημα. Είχα φοβηθεί βλέποντάς την να χτυπά στο πάτωμα το μωρό, που αρχικά νόμιζα πως ήταν ένα άλλο μου παιδί, καινούριο, τελικά όμως κατάλαβα πως η μικρή είχε στα χέρια της και χτυπούσε τον εαυτό της, σε νεώτερη ηλικία.

Ρωτούσα πώς την λένε παρότι είναι παράξενο για μια μητέρα να μην γνωρίζει τα ονόματα των παιδιών της. Τελικά μου απάντησε η ίδια. “Λελέ”, είπε, παραφράζοντας κάτι που εκείνη την ώρα δεν άντεχα να αποκρυπτογραφήσω. Ήθελα να μείνουμε μαζί επειδή την αγαπούσα – και η αγάπη εκφράζεται όμορφα όταν περνάς χρόνο με τον άλλον.

Ξαφνικά έξω είχε σκοτεινιάσει. Από την ανοιχτή πόρτα του οχήματος διέκρινα πως στον αέρα πετούσαν σαπουνόφουσκες και κάτι μικρά χρωματιστά διάφανα καλαμαράκια. Φαινόταν μόνο το περίγραμμά τους. Ήταν όμορφα και λίγο ενοχλητικά. Τα θαύμασα χωρίς να θέλω να με ακουμπήσουν.

Μετά βρέθηκα σε ένα άγνωστο μέρος. Στον ουρανό πηγαινοερχόταν ένα γιγάντιο πράσινο καλαμάρι με μαύρα πλοκάμια. Όταν περνούσε γέμιζε το οπτικό μου πεδίο. Κολυμπούσε σε μια θάλασσα που χωριζόταν από τον ουρανό με ένα τζάμι. Σκέφτηκα πως αν οι δύο διαστάσεις ενώνονταν μεταξύ τους ή η μία διαπερνούσε την άλλη, το γιγάντιο τέρας θα έπεφτε πάνω μας και θα μας σκότωνε. Το κοίταζα να στροβιλίζεται ανάμεσα σε σύννεφα, που περνούσαν σε πρώτο πλάνο μπροστά από τα μάτια μου. Ο ουρανός δεν είχε κάτι το αφύσικο. Απλώς πίσω από τα σύννεφά του, σε μια θάλασσα συγκρατημένη από ένα τζάμι, σε μια άλλη διάσταση, κολυμπούσε σαν σύννεφο το καλαμάρι.

Στο χωράφι που βρισκόταν προς τα αριστερά μου, ένα επίπεδο πιο χαμηλά από εκείνο που στεκόμουν, διέκρινα μια τυρκουάζ λίμνη. Μέσα της υπήρχαν δύο βάρκες και ένα καράβι. Παιχνίδια ήταν, αλλά σε φυσικό μέγεθος βάρκας και καραβιού. Λίγο πιο κει, παραταγμένοι σαν σπιρτόξυλα, κείτονταν τρεις πανομοιότυποι άντρες με γκρι κοστούμια. Δύο άλλοι, ολόιδιοι,  στέκονταν με τα πόδια ανοιχτά πάνω τους και έλεγαν “Για να δούμε ποιος σκοτώθηκε σήμερα”.

Σήκωσα το κεφάλι προς τον ουρανό, είδα ξανά το γιγάντιο καλαμάρι και μετά ο λαιμός μου έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Ρώτησα τον εραστή μου αν ήταν αλήθεια πως με απατούσε με τους δύο άντρες που εκείνη τη στιγμή είχαν ενώσει τα χείλη τους μαζί του, σαν να παρίσταναν τα αγάλματα ή κάτι τέτοιο. Μου είπε πως όχι, και συνέχισε να φεύγει.

Με λένε Ναόκο, και τα όνειρά μου κάνουν το Τόκυο να μοιάζει με άγριο κήπο. Μερικές φορές τα διηγούμαι σε κάποιον το πρωί αλλά δυστυχώς έχω την αίσθηση πως δεν με πιστεύει. Τότε, για να τιμωρηθώ που βλέπω τόσο εξωπραγματικά όνειρα που δεν με φέρνουν κοντά στους ανθρώπους, τον αναγκάζω να με ακινητοποιήσει και να με βάλει να τα αρνηθώ. Την επόμενη νύχτα ξαναβλέπω τα ίδια.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,328 other followers

%d bloggers like this: