Ο Θάνατος του Μπάνι Μανρό με συνοδεύει πιστά πρωί και βράδυ στη γνωστή διαδρομή σπίτι-γραφείο-σπίτι///Κοιτάζω τον πάλλευκο αθώο λαγό στο εξώφυλλο κι αναρωτιέμαι πόσο λίγα πράγματα μπορεί να προδίδουν για κάποιον ή για κάτι τα φαινόμενα///Συνήθως απατούν///Εν προκειμένω αναρωτιέμαι αν απατούν απλώς ή αν εξαπατούν μέχρις εσχάτων κανονικά και με το νόμο///Τόσο βρώμικο σεξ, τόση ωμή βία και τόση ψυχωτική παράνοια είχα χρόνια να συναντήσω σε Times New Roman και Καπιταλάκια///Ένα πράγμα είναι βέβαιο πάντως: Ο Νικ Κέιβ ονειρεύεται να πηδήξει παντοιοτρόπως την Αβρίλ Λαβίν φαντασιωνόμενος το ασημένιο σορτσάκι της Κάιλι Μινόγκ///Κατά τ’ άλλα η συγκλονιστική μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη με αφήνει ενεή κάθε φορά που γυρνάω σελίδα κι ας ευγνωμονώ το λεωφορείο που όπου να’ ναι φτάνει στη στάση μου///Αμαξάκι γιοκ εσχάτως/// Χάρη στην πληθωρική καταθλιπτική Ουγγαρέζα που δεν κρατήθηκε, έπεσε πάνω μου ένα όμορφο πρωί και μ’ έστειλε να περιπλανιέμαι νοερά στα όμορφα βουνά της πατρίδας της εκτοξεύοντας κατάρες και κάνοντας βουντού εκδίκησης και μανίας///Ασκώ μια κάποια γοητεία στις γυναίκες, είναι αλήθεια///Ήθελε οπωσδήποτε να έρθει σε επαφή μαζί μου η άγνωστη, και μάλιστα με τρόπο φαντασμαγορικό///Να’ μαι τώρα στη στάση, με την ομπρέλα στο δεξί και το τσιγάρο στο αριστερό να ατενίζω υπομονετικά τη λεωφόρο περιμένοντας το 21///Όσο πάει η ζωή μου γίνεται όλο και πιο συγκλονιστική///Παράπονο δεν έχω///Ούτε αυτοκίνητο///Κάποιος με ρώτησε τις προάλλες αν δεν μπορώ να πω ούτε εγώ την αλήθεια έτσι όπως τη σκέφτομαι///Κι εγώ του απάντησα πως φυσικά και δεν μπορώ, ένας απλός άνθρωπος είμαι///Γιατί μόνο οι σύνθετοι άνθρωποι είναι ικανοί να λένε την αλήθεια; Εμείς οι απλοί τι ελάττωμα έχουμε;///Πού χάνεται η επαφή και αρχίζουν οι παρεμβολές;///Πού κρύβεται το θάρρος κι αρχίζουν οι προφάσεις;///Θάρρος ή αλήθεια;///Και γιατί τα τελευταία χρόνια αδυνατώ να συναντήσω έναν εμπνευστικό άνθρωπο που να περάσουμε δυο ώρες συζητώντας και να πω χαλάλι επιστρέφοντας σπίτι μου;/// Ένας φίλος μου έλεγε τις προάλλες πως τα λογικά επιχειρήματα δεν επηρεάζουν τα συναισθήματα///Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι αν κάποιος είναι ο πιο θεσπέσιος άνθρωπος του κόσμου, με τον καλύτερο χαρακτήρα και τις σπανιότερες αρετές, κάποιος δίπλα του τον κοιτάζει και ενδέχεται να τον βρίσκει τόσο απωθητικό που να μην αντέχει καν τη σκέψη πως θα μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση μαζί του///Το πιο αξιοπερίεργο είναι πως ενδέχεται αυτή η αλήθεια να μην αποκαλυφθεί ποτέ///Όπως φυσικά και το αντίθετο: ενδέχεται να βρίσκει τον χειρότερο άνθρωπο του κόσμου τόσο γοητευτικό που μια του λέξη, ένα βλέμμα, ένα ο, τιδήποτε εκ μέρους του να αρκεί για να του αλλάξει τη ζωή///Το πιθανότερο είναι πως ούτε εκείνος πρόκειται να το μάθει ποτέ, αντιστοίχως///Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, άβυσσος, και τα φαινόμενα απατούν///Η δε αλήθεια δύσκολη κι οδυνηρή, μα τι να κάνεις///Αγαπάτε αλλήλους λοιπόν, ακόμα κι αν δεν τους το αποκαλύψετε ποτέ///Αυτό ακόμα κι από μόνο του νομίζω πως κάτι μετράει///Και για να επανέλθω. Τα πράγματα έχουν πάντοτε δύο όψεις, κι αν στη μία έκδοση ο Μπάνι Μανρό δείχνει αθώο λαγουδάκι ενδέχεται σε κάποια άλλη να είναι κόκκινος σαν την κόλαση///Αυτά τα ολίγα περί αλήθειας και εντυπώσεων, κι ό, τι καταλαβαίνετε κάντε///Τα σέβη μου.
Tα φαινόμενα απατούν
Δεκεμβρίου 10, 2009 · 14 σχόλια
→ 14 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Κλειδαρότρυπα
dark blue
Δεκεμβρίου 9, 2009 · 13 σχόλια
Με λένε Ελευθερία και είμαι πενήντα χρονών. Μου αρέσει πολύ το μπλε χρώμα και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου όλα γύρω μου ήθελα να τα βάφω μπλε. Όταν πήγαινα σχολείο ήμουν πανευτυχής μέσα στη σχολική ποδιά μου, και δεν καταλάβαινα με τίποτα πώς μπορούσαν να παραπονιούνται οι συμμαθήτριές μου για αυτή την όμορφη στολή μας. Όταν ζωγράφιζα στο μπλοκ μου χρησιμοποιούσα όλες τις μπογιές σε μπλε αποχρώσεις που είχα στην κασετίνα μου και καμιά φορά δανειζόμουν κάποια επιπλέον από τη μεγαλύτερη αδελφή μου, που είχε ένα πλήρες σετ ζωγραφικής και πολύ περισσότερα μολύβια και μπογιές από μένα. Οι ζωγραφιές μου ήταν πάντα γεμάτες μπλε σύννεφα, τυρκουάζ λουλούδια, γαλάζιους ανθρώπους, καταγάλανες λίμνες και φανταστικέςς θάλασσες που θύμιζαν βαζάκια με κοβάλτιο.
Μεγαλώνοντας η μανία μου φούντωνε όλο και περισσότερο. Τα ρούχα που αγόραζα ήταν όλα μπλε. Γεμάτες οι ντουλάπες και τα συρτάρια μου. Τα σεντόνια μου ήθελα να είναι αποκλειστικά και μόνο μπλε μιας και σκεφτόμουν πως όταν ξάπλωνα πάνω τους ήταν σα να έπεφτα σε θάλασσα, και τα ταξίδια είναι κάτι που λατρεύω, ειδικά στο νερό. Παρατηρούσα τα πουλιά που πετούσαν ελεύθερα στο γαλάζιο ουρανό και ένιωθα ένα αίσθημα απερίγραπτης ευτυχίας απλώς και μόνο με τη σκέψη πως, πιθανότατα, αυτή την ελευθερία και τη χάρη στην κίνησή τους δεν θα την είχαν αν ο ουρανός ήταν βαμμένος με οποιοδήποτε άλλο χρώμα. Τα βιβλία που διάβαζα τα έντυνα πάντοτε με προστατευτικό μπλε χαρτί και, για να τα ξεχωρίζω, στη ράχη τους σημείωνα τον τίτλο και το συγγραφέα. Τα όνειρά μου ήταν μπλε και κάπως έτσι φανταζόμουν μέχρι και το φως του παραδείσου.
Στην εφηβεία μου άκουγα όλα τα τραγούδια που στους τίτλους τους είχαν τη λέξη «μπλε» και όσα συγκροτήματα είχαν αυτή τη μαγική λέξη στο όνομά τους γίνονταν αμέσως τα αγαπημένα μου. Αυτό με βοήθησε να εξερευνήσω διάφορα είδη μουσικής, συνήθως εντελώς διαφορετικά κι αταίριαστα μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν με εμπόδιζε να ικανοποιώ την προτίμησή μου και να την αφήνω να με καθοδηγεί όπου ήθελε η τύχη και τα γαλάζια της ενδεχόμενα.
Η πρώτη φορά που επισκέφτηκα ένα μουσείο ήταν όταν κάναμε με το πανεπιστήμιο μια εκπαιδευτική εκδρομή στο Παρίσι κι επισκεφτήκαμε το Μουσείο Πικάσο. Όταν αντίκρισα τους θεσπέσιους πίνακες της μπλε περιόδου νόμισα πως έμπαινα μέσα σε ένα ζαλιστικό όνειρο. Ο φόρτος συναισθημάτων που αναδύονταν μέσα από τις αποχρώσεις του αγαπημένου μου χρώματος, όλοι εκείνοι οι ακροβάτες, οι αρλεκίνοι, οι μπαλαρίνες και οι πόρνες, οι ζητιάνοι κι οι καλλιτέχνες άνοιξαν μεμιάς μπροστά στα μάτια του τις πύλες του παραδείσου. Βγαίνοντας από το μουσείο είχα για πολλές ώρες την αίσθηση πως η όρασή μου είχε βαφτεί γαλάζια και τα πάντα γύρω μου αντανακλούσαν τη λάμψη των χρωμάτων από κάθε πίνακα που είχα αντικρίσει.
Έφυγα μαγεμένη από το Παρίσι και ομολογώ πως παρόμοια συγκίνηση ένιωσα μόνον όταν επισκέφτηκα το Μουσείο Βαν Γκογκ στο Άμστερνταμ όπου συνάντησα τον πιο βαθύ μπλε νυχτερινό ουρανό που θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί άνθρωπος. Τότε κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε ο Ολλανδός καλλιτέχνης λέγοντας πως ποτέ του δεν είχε δυσκολευτεί να εκφράσει τη λύπη και την απόλυτη μοναξιά με τη βοήθεια των πινέλων του. Οι ουρανοί του ήταν μαγικά βασίλεια σιωπής και γαλήνης που ταυτόχρονα μου δημιουργούσαν μια ανατριχιαστική αίσθηση ανησυχίας που έμοιαζε με παγωμένο φύσημα του αέρα στη ραχοκοκαλιά μου. Κοιτάζοντάς τους ένιωθα την απεραντοσύνη του σύμπαντος και διέκρινα ακόμα πιο έντονα τη λάμψη των αστεριών. Ακολούθησαν ο Μανέ, ο Φερμήρ, ο Μπος, ο Γκογκέν, ο Βελάσκεθ. Σε κάθε πίνακα που αντίκριζα, το χρώμα που δέσποζε στα μάτια μου ήταν φυσικά το μπλε, και όσες φορές διέκρινα μια επιμονή του καλλιτέχνη στο χειρισμό του λατρεμένου χρώματος τόσο πιο πολλά ήθελα να μαθαίνω για κείνον.
Η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, και κάθε φορά που ανακάλυπτα μία καινούρια απόχρωση του μπλε ένιωθα πως κατάφερνα να βαδίσω λίγο πάρα πάνω στον ανεξάντλητο κόσμο του βασιλιά των χρωμάτων. Το επόμενο βήμα μου ήταν να βάψω τα μαλλιά μου μπλε. Εκείνη την ημέρα η κομμώτρια είχε εκπλαγεί. Θυμάμαι πως με είχε κοιτάξει σαν να ήμουν από άλλο πλανήτη όταν κάθισα στην πολυθρόνα και της ζήτησα να βάψει τα κοντοκουρεμένα μου μαλλιά σε μια απίθανη μπλε ελεκτρίκ απόχρωση . Η αλήθεια είναι πως η εμφάνισή μου δεν έχει τίποτα το εξεζητημένο. Ντύνομαι σχεδόν πάντα στα μπλε και ενίοτε στα μαύρα. Βγαίνοντας από το κομμωτήριο είχα το πιο όμορφο χρώμα μαλλιών που έχω συναντήσει ποτέ σε άνθρωπο. Νομίζω πως είχα καταφέρει να μοιάσω αρκετά στη Τζιλ, το κορίτσι-κλειδί σε όλα τα έργα του Ένκι Μπιλάλ, ο οποίος είναι και ο αγαπημένος μου σκιτσογράφος και δεδηλωμένος εραστής του ανυπέρβλητου χρώματος.
Την πιο έντονη ερωτική μου περιπέτεια την έζησα με τον Γαληνό, ένα ντισκ τζόκεϊ που έπαιζε περιστασιακά μουσική στο Ντεκαντάνς, που εκείνο τον καιρό ήταν το αγαπημένο μου στέκι. Όταν κατέβαινα στο υπόγειο του μαγαζιού και καθόμουν στα σκαλάκια, λίγο πιο πέρα από το μικρό δωματιάκι όπου στοίβαζε τους δίσκους και τα μηχανήματα του τις νύχτες, χανόμουν μεμιάς στις υπέροχες μουσικές του και στο γαλάζιο βλέμμα του, που μέσα στο σκοτάδι φάνταζε σαν τρικυμισμένος ωκεανός. Το αγαπημένο μου τραγούδι εκείνη την εποχή ήταν το Μπλου Βάλεντάιν, του Τομ Γουέιτς, το οποίο ο καλός μου μού αφιέρωνε κάθε φορά που πήγαινα να τον ακούσω.
Αυτό το αγόρι ήταν παράξενο. Ήταν Υδροχόος, και μάλιστα πολύ περήφανος που τα χρώματα του πλανήτη του ήταν όλες οι ηλεκτρικές αποχρώσεις του μπλε. Ζούσε σε ένα σπίτι βαμμένο σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο, κατασκότεινο και σχεδόν άδειο από έπιπλα. Έλεγε πως αυτό το χρώμα, που το είχε πετύχει μόνος του προσθέτοντας μαύρο χρώμα σε ένα κουτί απλής γαλάζιας λαδομπογιάς, ευνοούσε τη δημιουργικότητά του και τον ηρεμούσε απόλυτα. Δεν δεχόταν με τίποτα πως το μπλε εκφράζει απελπισία, μοναξιά ή απογοήτευση. Μέσα του έβρισκε γαλήνη, έλεγε πως το χρώμα αυτό τον χαλάρωνε και τον θεράπευε από το άγχος της ημέρας. Θυμάμαι πως όταν μαγειρεύαμε μαζί μας άρεσε να κάνουμε χημικά πειράματα με χρωστικές ουσίες που έβαφαν το πιλάφι γαλάζιο και τη σαντιγί αιγυπτιακό μπλε και σε κάθε μας ποτό μερικές σταγόνες Κουρασάο αρκούσαν για να δώσουν στο όποιο διάφανο υγρό μια ουράνια απόχρωση ευδαιμονίας. Ταυτόχρονα υποστήριζε πως το αγαπημένο μας χρώμα είναι εκείνο που κάνει τον άνθρωπο πιο πρόθυμο να ρισκάρει στη ζωή του, και αυτό μας έδινε μια αίσθηση ελαφρότητας και μας παρότρυνε να δοκιμάζουμε καινούρια πράγματα. Επίσης έλεγε πως το μπλε βοηθά να αφομοιώνουμε καλύτερα τη γνώση και να συγκεντρωνόμαστε σε κάτι με πολύ μεγαλύτερη ευκολία. Έτσι, περνούσαμε βράδια ολόκληρα αποστηθίζοντας ποιήματα του Μπωντλέρ και του Ρεμπώ, πίνοντας γαλάζια ποτά και γεμίζοντας το χώρο με γκριζογάλανες τολύπες καπνού. Μερικές φορές μου αγόραζε λουλούδια και πάντα φρόντιζε να είναι ανεμώνες ή μπλε «μη με λησμόνει», που στο σκοτάδι ευωδίαζαν λάμποντας με το πιο βαθύ χρώμα που υπήρχε στο χώρο. Χωρίσαμε όταν αποφάσισε να μετακομίσει στην Ισλανδία γιατί, όπως έλεγε, εκεί το φως της μέρας έχει την πιο όμορφη κυανή απόχρωση και η νύχτα είναι λουσμένη με ένα μόνιμο μπλε ίντιγκο.
Η επόμενη σχέση μου ήταν με τον Άρη, ο οποίος ντυνόταν πάντα με ρούχα μπλε της αεροπορίας και συνήθιζε να με πηγαίνει για καφέ στο αεροδρόμιο, όπου θαυμάζαμε με τις ώρες τα αεροπλάνα να χάνονται πίσω από τα γαλανόλευκα σύννεφα και να αφήνουν παχιές λωρίδες στον ουρανό όταν η μέρα ήταν καλοκαιρινή. Τα μάτια του είχαν ένα παράξενο μπλε πράσινο χρώμα, κι έμοιαζαν με χάντρες. Όταν τον παρατηρούσα από το πλάι να κοιτάζει τον κόσμο σκεφτόμουν πως οι ακτίνες του φωτός που διέσχιζαν αυτές τις υπέροχες κόρες έμοιαζαν με ακτίνες λέηζερ βγαλμένες από ηελκτρονικό παιχνίδι.
Ένα απόγευμα που περπατούσαμε προς το Ελληνικό έβγαλε από την τσέπη του ένα τυρκουάζ φυλαχτό, μια μικροσκοπική πέτρα δεμένη με ασήμι, και μου το πέρασε στο λαιμό. Μου είπε πως, σύμφωνα με κάποιο ινδιάνικο μύθο, αυτός ο λίθος προστάτευε από το κακό μάτι και έφερνε τύχη. Έμοιαζε με μικρό ματάκι αλλά είχε πιο ανοιχτό χρώμα από τη συνηθισμένο των γουριών. Εκείνη την ημέρα φορούσα ένα φανελάκι μπλε κολούμπια και καθώς το μενταγιόν ακούμπησε στο στήθος μου αισθάνθηκα πως η αρμονία των αποχρώσεων ήταν από μόνη της ένα αυτόνομο παντοδύναμο γούρι. Η ευτυχία μου ήταν ανείπωτη, ένα γαλάζιο συννεφάκι ευτυχίας για τα τόσα κοινά σημεία μας καθώς και για την τύχη που μας είχε ενώσει. Ο Άρης έφυγε λίγους μήνες μετά τη σκηνή με το γούρι αφήνοντάς με με σχεδόν σακατεμένο πρόσωπο από κάποια έκρηξη βίας που δεν κατόρθωσε να ελέγξει. Είναι αλήθεια πως τόσους μήνες ηδονιζόταν όχι μόνο με τα μπλε αντικείμενα αλλά και με τις μελανιές στο ανθρώπινο σώμα. Μέχρι τότε το βίτσιο του ήταν ελεγχόμενο, όσο περνούσε όμως ο καιρός ο Άρης έχανε σιγά σιγά κάθε αυτοκυριαρχία κι αναζητούσε όλο και καινούριες αποχρώσεις του μπλε πάνω στην ανθρώπινη παλέτα του ταλαιπωρημένου μου κορμιού. Μια μέρα ξεπέρασε τα όρια και κόντεψε να με σκοτώσει κυριολεκτικά. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα, τον θυμόμουν όμως κάθε φορά που κοιταζόμουν στον καθρέφτη και χάζευα τις μπλε μαβιές κηλίδες που με στόλιζαν κατά τόπους και καθώς περνούσε ο καιρός με πονούσαν όλο και λιγότερο.
Αρκετά χρόνια μετά ζω μόνη μου στο διαμέρισμά μου, όπου κάθε δωμάτιο είναι βαμμένο σε διαφορετική απόχρωση του αγαπημένου χρώματος. Ζωγραφίζω, ράβω μόνη μου τα ρούχα μου, έμαθα να βάφω τα μαλλιά μου, μαγειρεύω με χρωστικές ουσίες, κοιμάμαι σε μικρές θάλασσες. Πρόσφατα απέκτησα ένα μικρό μπλε μαρέν ποδήλατο με το οποίο περιπλανιέμαι σε πάρκα και κήπους προς άγραν λουλουδιών και εικόνων. Μου αρέσει πολύ η φύση και οι ατελείωτες ευκαιρίες που μου προσφέρει. Την πόλη δεν την αντέχω για πολύ. Στο κέντρο μου αρέσει μόνο να χαζεύω τις βιτρίνες των μαγαζιών και να παρατηρώ τα βιομηχανικά μπλε χρώματα που έρχονται κάθε τόσο στη μόδα καθώς και τις αποχρώσεις του ανυπέρβλητου χρώματος στα καλάθια των ανθοπωλείων. Μια μέρα εντυπωσιάστηκα από ένα μπουκέτο σκούρα μπλε τριαντάφυλλα, μα η απογοήτευσή μου ήταν τεράστια όταν ο ανθοπώλης μου αποκάλυψε πως το χρώμα ήταν τεχνητό. Εκείνη τη στιγμή τα τριαντάφυλλα μου φάνηκαν τερατώδη. Τότε κατάλαβα πως μια μετάλλαξη του έρωτά μου για το μπλε χρώμα ήταν έτοιμη να εκδηλωθεί και είχε άμεση σχέση με την ίδια την ποιότητα του χημικού χρώματος πάνω στα πάλαι ποτέ ζωντανά πέταλα του τριαντάφυλλου που είχα αγγίξει.
Η υποψία μου επιβεβαιώθηκε λίγες βδομάδες μετά, μαζί με ένα συνταρακτικό γεγονός που με σημάδεψε για πάντα. Ταυτόχρονα, κατέληξα και σε μια απίστευτη διαπίστωση, η οποία αρχικά με τρόμαξε, όσο περνά όμως ο καιρός συμφιλιώνομαι όλο και περισσότερο μαζί της αναγνωρίζοντας την υπεροχή του πάθους μου ενάντια σε κάθε λογική.
Μέχρι σήμερα λοιπόν η πιο έντονη επαφή με το αγαπημένο μου χρώμα ήταν την ημέρα που με κάλεσαν στο νεκροτομείο για να αναγνωρίσω το πτώμα της καλύτερής μου φίλης, της Γαλάτειας, όταν συνέβη εκείνο το τραγικό αυτοκινητιστικό και την έβγαλαν νεκρή από τα συντρίμμια, αρκετές ώρες μετά. Συγγενείς δεν είχε, ήμουν η μοναδική της φίλη στην πόλη και εννοείται πως έσπευσα να την δω. Η Γαλάτεια είχε πεθάνει από ασφυξία, σφηνωμένη ανάμεσα στα συντρίμμια του παλιού Σιτροέν της που είχε καταπλακωθεί από μια νταλίκα σε κάποια στροφή της εθνικής οδού. Μέχρι να ειδοποιηθεί ασθενοφόρο και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, ήταν ήδη πολύ αργά. Ομολογώ λοιπόν πως συγκλονιστικότερο μπλε από αυτό του νεκρού σώματος δεν υπάρχει πουθενά στη φύση. Ειδικά το μπλε της ασφυξίας νομίζω πως είναι ένα ανεπανάληπτο χρώμα, απαύγασμα της υπέρτατης ικανότητας της φύσης να αγγίζει και να υπερβαίνει την τελειότητα της όποιας ανθρώπινης πράξης. Νομίζω μάλιστα πως αν χρειαζόταν να του δώσω ένα όνομα θα το βάφτιζα απλώς dark blue.
→ 13 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Διηγήματα
Μωβ
Δεκεμβρίου 7, 2009 · 29 σχόλια
Με λένε Ζίνα και είμαι η ενοχική ερωμένη όλων των παντρεμένων εραστών που πέρασαν και που περνούν από τη ζωή μου κατά καιρούς. Αυτή μου η ιδιότητα υπάρχει μέσα μου πότε σαν τίτλος τιμής και πότε σα μαύρο στίγμα, ερμαφρόδιτη όπως όλες εκείνες οι μισές αλήθειες που επιδιώκει ή αποφεύγει κανείς να αποδεχτεί αναλόγως την περίσταση.
Αυτή την εποχή βγαίνω ταυτόχρονα με τέσσερις παντρεμένους άντρες που ο καθένας τους αγνοεί φυσικά την ύπαρξη των υπολοίπων. Το Λονδίνο είναι αχανής πόλη, κανείς ποτέ δεν συναντά κανέναν τυχαία στο δρόμο ή αλλού, τουλάχιστον από όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω. Εγώ μένω στο κέντρο και οι εραστές μου σε διαμετρικώς αντίθετα σημεία ο ένας από τον άλλο. Ένας μένει νότια, ο άλλος βόρεια, ο τρίτος ανατολικά και ο τελευταίος στα δυτικά της πρωτεύουσας. Η επιλογή τους έγινε προσεκτικά, δεν μου αρέσει να αφήνω τίποτα στην τύχη. Τους συναντώ όλους διαδοχικά, την ίδια μέρα, δύο φορές την εβδομάδα. Αλλιώς το παιχνίδι ακυρώνεται, η ηδονή μπορεί να περιμένει. Η ιστορία μας γράφεται σε νοικιασμένα δωμάτια ξενοδοχείων ή πανσιόν και ποτέ σε κάποιο προσωπικό χώρο –δικό τους ή δικό μου. Κάτι τέτοιο αργά ή γρήγορα θα φόρτιζε συναισθηματικά την ατμόσφαιρα και αυτό δεν θα το ήθελα με τίποτα.
Δεν αγαπώ κανέναν από τους τέσσερις, όλοι τους όμως με ενδιαφέρουν. Το σεξ είναι για μένα ένας τρόπος εκφόρτισης. Μόνιμη σχέση δεν έκανα ποτέ, κι είμαι ήδη σαράντα επτά ετών. Η ηδονή που αντλώ από τους εραστές μου μοιάζει με την ικανοποίηση που παίρνει ένας αλκοολικός από ένα γεμάτο ποτήρι ουίσκι. Με το σεξ ησυχάζω, κατευνάζονται οι φωνές μέσα στο κεφάλι μου, αδειάζω από υγρά και σκέψεις. Την αποχή ουδέποτε την άντεξα για πολύ. Όταν είμαι μόνη και άπραγη νιώθω σαν άγριο ζώο στο κλουβί. Μέσα μου ουρλιάζει ένα τέρας, μια απερίγραπτη ανάγκη μού κατατρώει τα σωθικά και με αναγκάζει να βγω στο δρόμο για να κυνηγήσω τη λεία μου. Έτσι, διασκορπίζω την τρομερή αυτή ενέργεια σαν στάχτη στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και απολαμβάνω τις στιγμές που μου αναλογούν με τον καθέναν από τους πρόσκαιρους εραστές μου.
Τον Τζέημς τον συνάντησα πριν ένα χρόνο στο Νόττιν Χιλ σε ένα υπαίθριο παζάρι. Στον πάγκο του υπήρχαν λάμπες φτιαγμένες από υδραυλικούς σωλήνες και μεταλλικά καλώδια, φωτιστικά ανακυκλωμένων υλικών και διάφορα άλλα χρηστικά αντικείμενα του ιδίου στυλ. Καθυστερώντας πάνω από τα εκθέματά του τράβηξα αμέσως την προσοχή του, πιάσαμε κουβέντα και μετά από μερικές ώρες τα πίναμε μαζί σε κάποια παμπ της πόλης όπου είπε πως σύχναζε από παλιά. Ήταν παντρεμένος και πατέρας ενός τετράχρονου, εναλλακτικός καλλιτέχνης και μανιώδης καπνιστής. Πηδηχτήκαμε το ίδιο βράδυ σε διπλανό bed&breakfast χωρίς φυσικά να μείνουμε για πρωινό.
Τον Ήθαν τον γνώρισα σε μια θεατρική παράσταση όπου είχα πάει με μια συνάδελφο από το γραφείο. Έλειπε μία θέση για να χωρέσει η οικογένειά του δίπλα δίπλα στην ίδια σειρά. Ο Ήθαν μας ρώτησε αν μπορούσαμε να μετακινηθούμε προς την άκρη ώστε να ελευθερωθεί ένα επιπλέον κάθισμα. Δίπλα μας δεν καθόταν κανείς κι έτσι δεχτήκαμε να εξυπηρετήσουμε την τετραμελή οικογένεια. Η παράσταση ήταν ενδιαφέρουσα και, επιπλέον, καθ’ όλη τη διάρκειά της το χέρι του Ήθαν δεν ξεκόλλησε στιγμή από το μηρό μου. Το χαρτάκι με το τηλέφωνο που μου έχωσε στο χέρι λίγο μετά το διάλειμμα το χρησιμοποίησα μερικές μέρες αργότερα, και αυτή ήταν η πρώτη πράξη της σχέσης μας.
Ο Τζων είναι μπάρμαν. Στο κλαμπ του με πήγε πρώτη φορά ο αδελφός μου για τα γενέθλιά του. Ήμουν χαρούμενη εκείνο το βράδυ –όχι για τα γενέθλια αλλά για την προαγωγή που είχα μόλις πάρει. Στο τέταρτο σφηνάκι, το βλέμμα του Τζων άρχισε να γίνεται πιο συγκεκριμένο. Στο πέμπτο καταλήξαμε στις τουαλέτες, πάνω στο κλειστό, βρώμικο καπάκι της λεκάνης με τα ίχνη από γόπες και τις χαρακιές από σουγιά. Αρχίσαμε να βγαίνουμε απ’ το επόμενο κιόλας Σαββατοκύριακο –τις καθημερινές τις περνά με την Ολλανδέζα σύζυγό του και τα νεογέννητα δίδυμα.
Ο Ρόμπερτ είναι ο καθηγητής μου στη γιόγκα όπου πηγαίνω κάθε Παρασκευή μεσημέρι, στο διάλειμμά μου από τη δουλειά. Γνωριζόμασταν περίπου ένα χρόνο πριν προκύψει το αμοιβαίο ενδιαφέρον που μας οδήγησε ένα μεσημέρι στο συνοικιακό ξενοδοχείο όπου δοκιμάσαμε όλες εκείνες τις ταντρικές στάσεις της γιόγκα τις οποίες ο Ρόμπερτ δεν δίδασκε στην ομάδα μας. Έκτοτε συναντιόμαστε στο ίδιο ξενοδοχείο, τις ίδιες μέρες, και πάντα με διαφορετικά ονόματα παρόλο το γελοίον του πράγματος εφόσον ο ρεσεψιονίστ μας έχει πλέον μάθει, είναι όμως ο μόνος τρόπος για να καταστεί σαφές πως κάποιος από τους δυο, αν όχι και οι δυο, είναι παντρεμένος και άρα έχει κάθε λόγο να κρύβει την πραγματική του ταυτότητα υιοθετώντας διαρκώς μία καινούρια. Η γυναίκα του είναι επίσης γιογκίστρια και φανατική οπαδός της υγιεινής διατροφής, συνήθεια η οποία κατ’ επέκταση εξασφαλίζει και στον Ρόμπερτ μια εξαιρετική φυσική κατάσταση.
Ο Τζέημς, ο Ήθαν, ο Τζων και ο Ρόμπερτ είναι νεώτεροί μου. Έχουν περίπου την ίδια ηλικία μεταξύ τους μα διαφέρουν εντελώς ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Κανείς δεν θα τους πέρναγε για το ίδιο άτομο. Τους συναντώ διαδοχικά κάθε Τρίτη και Παρασκευή, για περίπου σαράντα πέντε λεπτά τον καθένα τους, σε κάποιο νοικιασμένο δωμάτιο. Αυτό είναι το χρονικό όριο ασφαλείας που έχω θέσει προς αποφυγήν περαιτέρω εμπλοκής με κάποιον από τους τέσσερις. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που επέλεξα να τους συναντώ όλους την ίδια μέρα και εκτός σπιτιού, ώστε να αποκλείεται εξαρχής κάποιο συναισθηματικό στραβοπάτημα. Μέχρι ώρας το σύστημά μου λειτουργεί στην εντέλεια, παρόλα αυτά επαγρυπνώ συνεχώς μιας και στο παρελθόν υπήρξαν περιπτώσεις που τα ασφαλιστικά μέτρα δεν έπιασαν, κι αυτό δεν πρόκειται να το ανεχτώ ξανά.
Επιστρέφοντας στο σπίτι μου νιώθω κορεσμένη σεξουαλικά, αποκαμωμένη μετά από τέσσερις, ομολογουμένως ικανοποιητικούς, παρτενέρ. Ξαπλώνω με τα ρούχα στο κρεβάτι μου και παραμένω για λίγο ακίνητη κοιτάζοντας το ταβάνι. Η σωματική μου πείνα έχει σβήσει, το θεριό σιωπά. Το κεφάλι μου είναι στα σύννεφα μα τα πόδια μου είναι λες και γέμισαν μυρμήγκια. Το μέσα μου μοιάζει με άπειρο κενό, αν κάποιος με χτύπαγε θα αντηχούσα σαν άδειο πηγάδι. Δεν με πειράζει αυτή η αίσθηση, την γνωρίζω πια, την έχω συνηθίσει. Το μόνο πρόβλημα, αν μπορώ να το θέσω έτσι, είναι εκείνη η άλλη πλευρά του ολόσωμου καθρέφτη, που όταν τυχαίνει να πέσω πάνω του διασχίζοντας το χολ με συγχύζει αφόρητα. Τότε είναι που μου’ ρχεται να του δώσω μια και να τον σπάσω, μα ως ώρας καταφέρνω ευτυχώς να συγκρατούμαι.
Δύο φορές την εβδομάδα είναι σα να αλλάζω πρόσωπο. Τα χαρακτηριστικά μου σκληραίνουν, δείχνουν παράξενα. Τα χείλη μου φαίνονται χυδαία σαρκώδη, το βλέμμα μου γίνεται πένθιμα μωβ. Η άλλη πλευρά του εαυτού μου καθρεφτίζεται σαν ξένη στο γυαλί. Τότε νιώθω γυμνή από δέρμα κι όχι από ρούχα. Το είδωλό μου στέκει μπροστά μου σαν παραιτημένο σκιάχτρο που ξεγελάστηκε προσωρινά, οι ώμοι μου είναι κυρτοί, τα δάχτυλά μου κρέμονται σαν ξέφτια από ξηλωμένο ποδόγυρο. Αν ήμουν στρατιώτης θα έμοιαζα με λιποτάκτη που δεν έχει πού να κρυφτεί. Αν ήμουν παιδί θα έσκυβα το κεφάλι. Είμαι αυτή που είμαι όμως, κι έτσι το μόνο που κάνω είναι να συνεχίζω να ζω έτσι όπως ζω και να κλείνω τα μάτια μπροστά στην όποια δεύτερη σκέψη εισβάλει στο νου μου ξαφνικά.
Σε γενικές γραμμές η εξωτερική μου εμφάνιση είναι καλή. Είμαι ψηλή, με σωστές αναλογίες και αρμονικό πρόσωπο. Προσέχω τον εαυτό μου, γυμνάζομαι, αγοράζω κομψά ρούχα, βάφω τα μαλλιά μου μία φορά το μήνα και τα νύχια μου κάθε Σάββατο. Τις μέρες των ερώτων μου όμως πέφτει πάνω μου μια σκιά και με μεταμορφώνει σε αχόρταγη λύκαινα, με μεθά. Την Τρίτη και την Παρασκευή, όσο διαρκεί η μέρα, είμαι μια γυναίκα που γεύεται την ηδονή χωρίς ηθικούς φραγμούς ή προκαταλήψεις. Δεν έχω ταμπού, απολαμβάνω όσα γίνονται, συντονισμένα και εύκολα. Επιπλέον, οποιαδήποτε περίπτωση περαιτέρω δέσμευσης, συναισθηματικής ή πρακτικής, αποκλείεται λόγω συνθηκών. Οι παρτενέρ μου είναι παντρεμένοι κι εγώ εσκεμμένα μοιρασμένη στα τέσσερα και μάλιστα ταυτοχρόνως.
Ο λόγος για τον οποίο επιλέγω πάντα να σχετίζομαι με παντρεμένους άντρες δεν είναι σημαντικός. Θα μπορούσε κανείς να πει πως πρόκειται απλώς για ένα βίτσιο, ή για ένα αίσθημα ανασφάλειας απέναντι σε κάθε είδους μόνιμη δέσμευση που θα με έβγαζε από τους ρυθμούς μου και από το στυλ ζωής μου. Ενδέχεται οι παντρεμένοι άντρες να μου θυμίζουν τον πατέρα μου, ο οποίος ανέκαθεν αγαπούσε και θαύμαζε πολύ περισσότερο τις ερωμένες του απ’ ό, τι τη μητέρα μου, ποιος ξέρει; Και τι σημασία έχει τελικά;
Αυτό που έχει σημασία είναι εκείνο το τρομερό συναίσθημα που βιώνω όταν περνώ για μια στιγμή από την άλλη πλευρά και, κοιτάζοντας το είδωλό μου στον καθρέφτη, απλώς δεν αναγνωρίζω το ίδιο μου το σώμα. Είναι εκείνες οι ελάχιστες φορές που δεν ταυτίζομαι με την κομψή ερωμένη αλλά με την ταλαιπωρημένη σύζυγο. Βλέπω τη μητέρα μου και όλες εκείνες τις απατημένες γυναίκες που πριν λίγο κρατούσα τους άντρες τους αγκαλιά και με πιάνει τρόμος. Δεν έχουν τίποτα από την αίγλη μου εκείνες οι γυναίκες. Κι εγώ δεν έχω τίποτα από τη γλυκύτητά τους. Εκείνες κι εγώ ταυτιζόμαστε μόνον όταν, έχοντας ακουμπήσει ερωτικά το σώμα του ίδιου άντρα, νιώθουμε στο στόμα την ίδια πικρή γεύση της προδοσίας και στα μάτια το πένθιμο μωβ της ενοχής και του αναπόφευκτου τέλους.
→ 29 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Διηγήματα
30 λόγοι που αγαπώ την Αθήνα
Δεκεμβρίου 1, 2009 · 71 σχόλια

1. Οι δρόμοι των Εξαρχείων (όλοι οι δρόμοι) γύρω από την πλατεία. Μοιάζουν με σελίδες καλλιτεχνικού βιβλίου που κάθε τόσο αλλάζει υλικό και εικονογράφηση.
2. Η ζεστή σοκολάτα στο Ποδήλατο και τα αμέτρητα Μάρλμπορο που τη συνοδεύουν.
3. Η λεωφόρος Αλεξάνδρας στις πέντε τα χαράματα, λίγο πριν καταλήξουμε στο Αυτόφωρο.
4. Οι παράδρομοι της Ερμού, με τα ωραία μαγαζιά και τα ζιγκ ζαγκ στα στενά πεζοδρόμια.
5. Οι ωραίες φάτσες και οι μουσικές του ΠΟΠ και των γύρω ευαγών ιδρυμάτων και οι μεζέδες του Galaxy.
6. Οι βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και η μυρωδιά των βιβλίων που δεν θα αγοράσω ποτέ.
7. Οι θησαυροί μέσα στις σακούλες Πρωτοπορία, Πολιτεία, Ιανός και Παπασωτηρίου που μου κόβουν τα χέρια καθώς κατεβαίνω τη Σόλωνος.
8. Τα πρόσωπα των φίλων μου όταν είμαστε ομαδικώς εν εξάλλω.
9. Το κίτρινο χρώμα των τρόλεϊ που κατά τόπους είναι σκεπασμένο από συμπαγές καυσαέριο.
10. Η ανάμνηση της οδού Νεόφρονος.
11. Τα χριστουγεννιάτικα στολίδια και οι πάγκοι με τα κάστανα που ευωδιάζουν.
12. Το Πολυτεχνείο που πάντα τρέχει.
13. Η τυρόπιτα έμενταλ στου Γρηγόρη, ειδικά μετά από μια εξαίσια κραιπάλη, ή η πίτα γύρος στο Μοναστηράκι.
14. Τα μπαλκόνια με τις γλάστρες, με τα απλωμένα ρούχα, με τους αμέριμνους καπνιστές, με τη μούρη μιας γάτας.
15. Ο αττικός ουρανός. Μέρα νύχτα. Ακόμα κι όταν δεν φαίνεται.
16. Οι ταμπέλες των μαγαζιών που φιλοτέχνησαν πραγματικοί ζωγράφοι.
17. Τα μάτια των πλανόδιων Πακιστανών που πουλάνε λούτρινα και μούφες Πράντα πάνω στην κουβέρτα.
18. Η Μπλε Πολυκατοικία.
19. Η ταχύτητα των παράλληλων διαδρομών που χαράζουν οι άνθρωποι τυχαία.
20. Το «συγνώμη» που λέει κάποιος όταν με σκουντάει στο δρόμο. Στα ελληνικά.
21. Τα μεγάφωνα στους δρόμους που παίζουν κάλαντα. Κλασσικές αξίες.
22. Ο Μάτεσις στον Ιανό.
23. Το καινούριο Lif0 σε κάποια στάση λεωφορείου.
24. Τα άγνωστα ονόματα στα κουδούνια των πολυκατοικιών.
25. Οι βόλτες στου Φιλοπάππου όταν μυρίζει βροχή και τα πλακόστρωτα που πατάω.
26. Τα πεζούλια που φέρουν ίχνη από ξενύχτια.
27. Η θέα από το Λυκαβηττό και το αίσθημα αιωνιότητας που προσφέρει.
28. Η Ακρόπολη τη νύχτα, έτσι όπως φαίνεται από τον περιφερειακό Υμηττού όταν φεύγω για το αεροδρόμιο.
29. Το καφέ Πόλις με τα τρελά σάντουιτς και τις πίτες στο μαρμάρινο πλατύσκαλο.
30. Οι δυνατότητες που έχω ακόμα κι αν δεν τις κάνω τίποτα.
(Μικρή μου Αθήνα, είσαι η πόλη που μου μοιάζει…)
→ 71 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Εκκρεμότητες
Ποιήματα και πράξεις
Νοεμβρίου 30, 2009 · 5 σχόλια
“…Μην ξέροντας αν πρέπει ν’αποδώσω
στη φρίκη το κενό κι αν ήμουν μήπως
της ίδιας μου της μοίρας Δούρειος Ιππος
κι αν έπρεπε στη λήθη να ενδώσω,
προχώρησα αργά, εν επιγνώσει
ότι ήμουνα νεκρός-οι ψευδαισθήσεις
του πως και του γιατί οι απαντήσεις
μπερδεύονταν διαρκώς και είχαν δώσει
στον κόσμο αφορμή να ξαναγίνει
αδιάβατος: διδάκτηκα από κείνη
την τύχη, πως ο νους θα με προδώσει
προτού το μυστικό του φανερώσει…..”
—
ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ – (1980-1993)
Εκδόσεις Ικαρος
→ 5 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Είπαν πως...
Η ωραία σιωπή του Νοέμβρη
Νοεμβρίου 26, 2009 · 18 σχόλια
→ 18 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Εκκρεμότητες
Διαφημιστικό διάλειμμα…
Νοεμβρίου 19, 2009 · 22 σχόλια
…Ίσα για να ονειρευτούμε αλαφροΐσκιωτες βόλτες σε φωτισμένους δρόμους με κίνηση και πολυκοσμία, ένα χειμωνιάτικο βράδυ που σηκώνει μακρύ παλτό και μάλλινα γάντια. Και ζεστό κρασί δίπλα στη τζαμαρία, και ιπτάμενες συζητήσεις με τον καλύτερό μας φίλο, που μας έλειψε πολύ και ψάχναμε ευκαιρία να τον ξαναδούμε και να του το πούμε κοιτώντας τον στα μάτια…
→ 22 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Βαγγέλης
Νοεμβρίου 17, 2009 · 27 σχόλια
Χτες ο πατέρας μου μού έδωσε ένα πεντοχίλιαρο να πληρώσω το φροντιστήριο. Τα δίδακτρα του Νοέμβρη τα πλήρωσα προχτές. Του Δεκέμβρη μετά τα Χριστούγεννα. Δε φταίω εγώ. Με δύο κατοστάρικα χαρτζιλίκι τη βδομάδα ούτε τυρόπιττα δεν αγοράζω αλλά πού να πάρει χαμπάρι ο τσιγκούναρος. Με το πεντοχίλιαρο θα πάω για μπίρες το Σάββατο και θα περάσω κι από την Ελένη μια βόλτα. Μια χαρά μού’ κατσε, δε λέω.
«Τι βλέπω Βαγγέλη, καινούριο ποδήλατο;», με ρώτησε η Αφροδίτη στο σχολείο. Είχα πάρει το Μότο Κρος μαζί, έτσι για να το δείξω λίγο. Όλοι μαζεύτηκαν γύρω μου και το χάζευαν. Βασιλιάς ένιωθα, μεγάλη κυρίλα. Τα αγόρια της τάξης είχαν λυσσάξει από τη ζήλεια τους, τέτοιο όχημα κανένας δεν κυκλοφορεί σε ολόκληρο το λύκειο. Τα κορίτσια χασκογέλαγαν και καλά, τις έβλεπα εγώ όμως, γυάλιζε το ματάκι τους.
«Ναι, τώρα το αγόρασα», είπα στην Αφροδίτη. «Με δικά μου λεφτά, οι γονείς δεν μου έδωσαν μία».
«Έπιασες δουλειά Βαγγελάκη και δεν το ξέρουμε;» μου κόλλησε το τσουλάκι.
«Ναι, γαμάω γριές τα Σαββατόβραδα και μου δίνουν χαρτζιλίκι. Τραβάς κάνα ζόρι Αφροδιτούλα;», άναψα εγώ. Η συζήτηση με αυτό το κορίτσι δεν έχει νόημα. Πάντα κάνει το παν για να με νευριάσει. Τελείως ξενέρωτη γκόμενα. Απορώ τι της βρίσκουν και τρέχουν όλοι πίσω της. της γύρισα την πλάτη και συνέχισα να χαζεύω με τους άλλους.
Μετά από αυτό δε μιλήσαμε άλλο. Έφυγα για το σπίτι όλο νεύρα. Κλείστηκα στο μπάνιο και τράβηξα μια γερή μαλακία, μία ώρα έμεινα μέσα. Την σκεφτόμουν συνεχώς. Με τσάντισε το πουτανάκι, ήθελα να της πετάξω τα μάτια έξω. Τρεις ώρες έκανα να συνέλθω, και με τους Μετάλλικα στη διαπασών. Μετά κατέβηκα στην κουζίνα. Η μαλακία πάντα με κάνει και πεινάω. Η μάνα μου είχε μαγειρέψει κάτι ντολμαδάκια, αλλά πάνω στο τραπέζι είχε κι ένα πιάτο γεμιστά. Η πιπεριά ήταν μισοφαγωμένη. Τα καθάρισα στο πι και φι και την έκανα για του Νύση που είχαμε ραντεβού. Στη μάνα μου είπα ότι πήγαινα Αγγλικά.
Ο Νύσης είναι ο κολλητός μου. Έμεινε στην ίδια τάξη πέρυσι και το σταμάτησε το σχολείο. Από τότε δουλεύει οικοδομή, μεταφέρει έπιπλα στα σπίτια, κάνει ό, τι βρει. Πριν κάνα μήνα έπεσε με τη μηχανή και έκανε τα μούτρα του κιμά. Γέμισε το κούτελό του ράμματα, τα ρουθούνια του είναι στραπατσαρισμένα, μοιάζει λες και του έφυγε η μύτη. Από τότε δε γουστάρει να βγαίνει, κι έτσι την πέφτουμε σπίτι του κι ακούμε μουσική, κάνουμε κάνα τσιγάρο και λέμε διάφορα. Ο γιατρός είπε πως η μούρη του θέλει εγχείρηση για να ξαναστρώσει, αλλά θα του πάρει καιρό μέχρι να μαζέψει τα φράγκα και να πάει στην Αθήνα, μπορεί κι ένα χρόνο.
Του χρόνου που θα τελειώσω το λύκειο λέω να την κάνω μαζί του κι εγώ. Να πάμε στην Αθήνα, να βρούμε καμιά δουλειά, να ξεφύγουμε από τη γούβα. Εδώ δεν υπάρχει μέλλον, όποιος ξεμείνει στο χωριό ξόφλησε. Του χρόνου ο Νύσης θα κάνει την εγχείρηση κι εγώ θα βρω δουλειά. Μπορεί να μένουμε μαζί για αρχή, θα δούμε. Προς το παρόν καπνίζουμε τα τσιγάρα που βουτάω στη ζούλα από τον πατέρα μου και πίνουμε τις μπίρες της μάνας του Νύση. Όποτε βρισκόμαστε είναι καλά. Ταιριάζουμε, τον καταλαβαίνω και με καταλαβαίνει.
«Άκου σολάρισμα, ρε μαλάκα», μου λέει ο Νύσης κάθε φορά που ακούμε κασέτες ή ραδιόφωνο και πετυχαίνουμε καμιά ροκιά. Έχει ταλέντο στην κιθάρα, παίζει καλά. Καμιά φορά ακομπανιάρει τα κομμάτια και ακούγεται σα να είναι μέλος του συγκροτήματος, κανονικά. Εγώ δεν έμαθα κιθάρα. Με βάλανε να μάθω Αγγλικά.
Πηγαίνοντας σου Νύση είπα να περάσω από το καφενείο της Μάρως. Είναι σωστή γκόμενα η Μάρω, κι ας μη λέει πολλά. Δουλεύει στο καφενείο των γονιών της από δεκάξι χρονών. Πέρυσι τέλειωσε το λύκειο κι ακόμα εδώ είναι. Στο χωριό λένε πως ο γέρος της δεν έχει φράγκα να τη στείλει για σπουδές κι έτσι μαζεύει μόνη της ό, τι μπορεί για να την κάνει αργότερα για την Αθήνα. Τα μεσημέρια σερβίρει όλο το εργοστάσιο. Μέχρι κι ο πατέρας μου έρχεται εδώ, μαζί με το Φώτη. Σπουδαία πελατεία.
Έξω φύσαγε και έκανε ψοφόκρυο. Φόρεσα το μαύρο σκούφο Πούμα και βγήκα στο δρόμο. Έχωσα τα χέρια μου στις τσέπες γιατί ξύλιαζα και τράβηξα προς την πλατεία. Σε λιγότερο από είκοσι λεπτά ήμουν στης Μάρως και πίναμε καφέ. Εκείνη την ώρα δεν είχε κόσμο, ήταν άνετη. Είπαμε για το φροντιστήριο, μετά με ρώτησε τι νέα, της είπα το σκηνικό με την Αφροδίτη και χασκογέλασε.
«Τη γουστάρεις ε;», με ρώτησε στα ίσα.
«Καμία σχέση», απάντησα ρουφώντας μια τζούρα φραπέ.
«Έλα τώρα, αφού φαίνεσαι», εκεί αυτή. «Σου μιλάω γι’ αυτήν και κατακομπλάρεις».
«Τι λες ρε Μάρω;», τα πήρα κι εγώ. «Με το μαλακισμένο;».
«Μια χαρά γκόμενα είναι, τι έχει δηλαδή;» συνέχισε.
«Είναι μαλάκω. Ανεγκέφαλη, αυτό έχει», πέταξα και ένιωσα να μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Η Μάρω δεν το έβαζε κάτω. Το’ χε βάλει σκοπό να με πρήξει.
«Κοκκίνισες ρε», μου πέταξε και έβαλε τα γέλια.
«Μη με τσαντίζεις τώρα κι εσύ! Κόφτο!», της φώναξα. Η καρδιά μου πήγαινε ντάπα ντούπα από τα νεύρα μου. Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε. Οι παλάμες μου ήταν μούσκεμα. Το τελειωτικό χτύπημα ήταν όταν κατάλαβα πως είχε αρχίσει πάλι να μου σηκώνεται. Αν με έπαιρνε χαμπάρι η Μάρω θα γινόμουν ρεζίλι. Σηκώθηκα βιαστικά και πήγα στην τουαλέτα. Τον έπαιξα λίγο στα γρήγορα, ίσα να ηρεμήσω, έριξα λίγο νερό στα μούτρα μου και γύρισα στο τραπέζι. Η Μάρω ήταν στην κουζίνα και κάτι έκανε. Με το που με είδε άρχισε πάλι να λέει τα δικά της αλλά δεν άκουγα καλά, είχα ήδη σηκωθεί να φύγω. Τη χαιρέτησα βιαστικά και βγήκα στο κρύο.
Κοίταξα γύρω μου. Ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα. Μαύρη μαυρίλα ο τόπος. Κίνησα για του Νύση περνώντας μέσα από τα χωράφια. Οι μπότες μου βούλιαζαν στις λάσπες. Τα δάχτυλά μου είχαν κιτρινίσει από το κρύο, όσο κι αν τά’ χωνα στις τσέπες δε ζεσταίνονταν με τίποτα. Σκέφτηκα τη μάνα μου που μια ζωή μου λέει να φοράω γάντια.
«Τα γάντια είναι για τους φλώρους», της απαντάω συστηματικά. Αν τα είχα τώρα βέβαια, θα με βόλευαν πολύ, αλλά δε γαμιέται…
Καθώς πέρναγα από το ξέφωτο του Λίμπα διέκρινα το σπίτι της Ελένης. Σκέφτηκα να περάσω μια βόλτα στα γρήγορα αλλά είχε περάσει η ώρα και ο Νύσης θα με περίμενε. Με την Ελένη βλεπόμαστε εδώ και έξι μήνες. Με το που πάτησα τα δεκαεπτά θέλησα να προχωρήσω πάρα πέρα. Ήρθα μια μέρα να τη βρω επίτηδες, το είχα βάλει στόχο. Η Ελένη είναι επαγγελματίας, δε χρειάστηκε να της εξηγήσω τίποτα. Το κάναμε πρώτη φορά στον καναπέ της, ούτε που κατάλαβα τι έγινε. Από τότε περνάω όποτε μπορώ και τα λέμε λίγο. Έχει όμορφο κορμί, τη γουστάρω κι ας είναι μεγαλύτερή μου. Το στόμα της είναι φωτιά και λαύρα. Η γλώσσα της είναι απαλή και μυρίζει πάντα ωραία. Ειδικά όταν πίνει με κάνει στάνταρ να σκέφτομαι τα μπαρ που θα δω του χρόνου στην Αθήνα κι άλλα τέτοια καυλωτικά. Το δέρμα της είναι απαλό και άσπρο. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και γενικώς σε όλα τα σημεία του σώματός της η χαίτη της είναι φουντωτή και απαλή σα βαμβάκι. Κάθε φορά μου μαθαίνει διάφορα κόλπα η Ελένη, ποτέ δε βαριέμαι. Κάποια μέρα αυτά τα κόλπα θα τα χρησιμοποιήσω και αλλού, προς το παρόν όμως μόνο μαζί της γίνεται να το κάνω.
Έφτασα στο σπίτι του Νύση περασμένες τέσσερις. Μπήκα χωρίς να χτυπήσω. Η μάνα του ακουγόταν στο μπάνιο που έπλενε κι εκείνος ήταν αραχτός στο δωμάτιό του και άκουγε Πετρίδη. Είχε στα χέρια την κιθάρα του και δοκίμαζε τις χορδές. Άνοιξα μια μπίρα και κάθισα στην καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι του. Έξω φύσαγε τόσο δυνατά που από τη χαραμάδα που έμπαζε το παράθυρο φύσαγε σαν ανεμιστήρας.
«Νομίζω πως την έχω πατήσει με το μαλακισμένο την Αφροδίτη», του είπα χαζεύοντας τον ουρανό. Στα σύρματα της ΔΕΗ είχαν κάτσει δύο χοντρά κοράκια.
«Σοβαρολογείς ρε μαλάκα; Κι η Ελένη;», ξαφνιάστηκε ο φίλος μου.
«Ε, τι η Ελένη ρε; Με την Ελένη πηδιόμαστε πού και πού κι αυτό είναι όλο. Δεν τά’ χουμε», συνέχισα. «Το άλλο το βλαμμένο το σκέφτομαι μέρα νύχτα. Πέτρα μου γίνεται με το που φέρνω τα μούτρα της στο μυαλό μου».
«Νόμισα πως με την Ελένη ήσασταν κάτι σα ζευγάρι», απόρησε ο Νύσης.
«Καμία σχέση ρε φίλε. Τι λες τώρα; Την Ελένη την παίρνει όλο το χωριό, μην τρελαθούμε!», του είπα κι άναψα τσιγάρο. Ξεφύσησα προς το ταβάνι. Είδα πως στις γωνίες υπήρχαν κάτι πράσινες κηλίδες υγρασίας που αλλού έμοιαζαν με ψυχεδελικά λουλούδια κι αλλού με πεθαμένες πεταλούδες. Έξω έσκαγαν βροντές κι ο ουρανός φωτιζόταν από τους κεραυνούς που έπεφταν μέσα από τα σύννεφα.
«Και τι λες να κάνεις; Πώς θα κινηθείς;», ρώτησε ξεχνώντας για λίγο την κιθάρα πάνω στο κρεβάτι. Τα μούτρα του έμοιαζαν με αποκριάτικη μάσκα.
«Δεν ξέρω. Τίποτα μάλλον», αποκρίθηκα και τράβηξα μια γερή τζούρα. Ένιωθα να με κόβει το στομάχι μου, κάπως σα να μου ερχόταν αναγούλα. Έσβησα το τσιγάρο στο τασάκι, ρούφηξα λίγη μπίρα και σηκώθηκα. Ο Νύσης έχει μια μεγάλη βιβλιοθήκη με κόμιξ που αγοράζει από το μίνι μάρκετ σχεδόν κάθε βδομάδα. Όποτε έρχομαι σπίτι του πάντα τσεκάρω τα καινούρια περιοδικά. Τράβηξα ένα Αστερίξ και το ξεφύλλισα. Στο μυαλό μου τα στρογγυλά δόντια της Αφροδίτης έλαμψαν λίγο πριν αρχίσω να τα γλύφω με τη γλώσσα μου και να της ρουφάω τα χείλη. Τα χέρια μου χάιδευαν ήδη τα βυζιά της. Ήθελα να την πονέσω, λύσσαγα να τη δαγκώσω και να την ακούσω να φωνάζει καθώς τη στρίμωχνα, την καργιόλα. Ήθελα να την κάνω να ματώσει. Έβαλα το Αστερίξ στη θέση του και στράφηκα προς το Νύση ξεφυσώντας.
«Δεν είναι κατάσταση αυτή ρε μαλάκα. Είμαι συνεχώς με το πουλί όρθιο», είπα αγχωμένα.
«Τράβα από της Ελένης, ξαλάφρωσε και μετά σκέψου το. Τι άλλο να σου πω ρε φίλε; Βρες ένα τρόπο», μου πέταξε ξαπλώνοντας ανάσκελα με ανοιχτά πόδια. Το κρεβάτι του ήταν στρωμένο με μια μπλε κουβέρτα. Από κάτω φαινόταν ένα ριγέ σεντόνι, τσαλακωμένο και παλιό. Τον χαιρέτησα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Η μάνα του μαγείρευε στην κουζίνα κάτι που βρώμαγε κρεμμύδι. Της είπα ένα γεια και βγήκα στη βροχή.
Λίγο πιο κάτω από το Νύση μένει ο Θάνος ο Κουτρούλιας. Περνώντας έξω από το παράθυρό του έριξα μια ματιά στο δωμάτιο. Ήταν μέσα και κάτι διάβαζε. Του χτύπησα το τζάμι, ο φύτουλας άνοιξε και με ρώτησε τι έγινα. Του είπα πως ήμουν άρρωστος, γι’ αυτό δεν είχα πάει σχολείο. Εννοείται πως δε με πίστεψε, μου είπε όμως στα γρήγορα την ύλη στα μαθηματικά και στη χημεία και με ξαπόστειλε βιαστικά. Καθώς έκλεινε το παράθυρο παρατήρησα πως τα νύχια του ήταν τόσο βρώμικα που μέχρι και βάτραχος αν τα έβλεπε θα έτρεχε να ξεράσει.
Καθώς διέσχιζα μούσκεμα τα χωράφια τσαλαβουτώντας ως το γόνατο στις λάσπες σκέφτηκα την Αφροδίτη στη θέση της Ελένης. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να φανταστώ τη μυρωδιά της. Έβγαλα τη γλώσσα στον αέρα κι έκανα πως την έγλυφα χαμηλά, κουνώντας πέρα δώθε το κεφάλι. Ο αέρας ήταν κρύος και οι στάλες της βροχής που έμπαιναν στο στόμα μου είχαν γεύση τσίγκου. Σε λίγο συνήλθα και κοίταξα γύρω μου τη λασπουριά σαν αγουροξυπνημένος. Το κεφάλι μου βούιζε, ένιωθα ζαλάδα. Έβγαλα ένα τσιγάρο από την τσέπη μου και στάθηκα ν’ ανάψω. Η χούφτα μου δεν με βοηθούσε. Η βροχή μου έφερνε εκνευρισμό. «Άει στο διάολο για καιρός», ψέλλισα και συνέχισα σκυφτός προς το σπίτι. Δεν θα πήγαινα στης Ελένης, δεν είχα όρεξη. Ούτε τσιγάρο άναψα.
Μπαίνοντας στο σπίτι είδα τη μάνα μου και την αδερφή μου που κάτι γράφανε στο τραπέζι της κουζίνας. Έκανε ζέστη, ό, τι έπρεπε ήταν. Χωρίς να τους μιλήσω άνοιξα το ψυγείο, πήρα τα σύνεργα για ένα σάντουιτς και έβγαλα ένα πιάτο από το ντουλάπι. Έξω φύσαγε πολύ, ο βοριάς κόντευε να ξεριζώσει τις λεμονιές από τα παρτέρια. Πήρα το πιάτο με το σάντουιτς κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου. Πέταξα τα βρεγμένα ρούχα μου στην καρέκλα και ξάπλωσα στο κρεβάτι γυμνός. Μετά έβαλα στο πικάπ να παίζει το Μπλακ Άλμπουμ των Μετάλλικα και κλείδωσα την πόρτα.
(Η φωτογραφία είναι του Μ. Μοσχολιού)
→ 27 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Διηγήματα
Τούλα
Νοεμβρίου 16, 2009 · 18 σχόλια

Πάχυνα η ρουφιάνα, πάχυνα. Κάθε πρωί μία από τα ίδια. Σηκώνομαι και με την τσίμπλα στο μάτι τρέχω στη ζυγαριά. Κάθε μέρα δείχνει και λίγο πάρα πάνω. Πόσα ήμουν την προηγούμενη βδομάδα ούτε που θυμάμαι. Φταίει μάλλον που περιμένω περίοδο κι είμαι φουσκωμένη. Δε μπορεί να πήγα ενενηνταέξι. Σε μια βδομάδα δύο κιλά; Αδύνατον…
«Μαμά βγαίνεις; Πρέπει να ετοιμαστώ για το σχολείο, άντε!», φωνάζει έξω από το μπάνιο η Αλεξάνδρα. Ούτε να κατουρήσει δε μπορεί κανείς πια εδώ μέσα. Μαρτύριο.
«Βγαίνω!», βιάζομαι ν’ απαντήσω πριν βαρέσει κι άλλη μπουνιά στην πόρτα.
Χτες τη νύχτα έριξε καρεκλοπόδαρα. Κακοτράχαλος χειμώνας, ψοφόκρυο. Οι ειδήσεις είπαν πως θα χειροτερέψει κι άλλο. Να θυμηθώ να πω του Χρήστου πως θέλουμε πετρέλαιο, το ντεπόζιτο πρέπει να είναι σχεδόν άδειο. Πότε βάλαμε τελευταία φορά; Τον Οκτώβρη νομίζω, δε θυμάμαι ακριβώς. Τι να πρωτοθυμηθώ κι εγώ εδώ μέσα… Όλα στην καμπούρα μου, ξεκούτιανα πια.
«Μαμά θέλω λεφτά για τα αγγλικά», φωνάζει από το διάδρομο ο Βαγγέλης. Εμ βέβαια, κοντεύει δεκαπέντε ο μήνας κι ακόμα να πληρώσουμε. Ξεφτίλα στην καθηγήτρια.
«Άντε πες του μπαμπά να σου δώσει», του απαντάω καθώς ντύνομαι, «έξω είναι και καθαρίζει το μποστάνι».
Ρίχνω μια ματιά από το παράθυρο και τον βλέπω να τσαπίζει δίπλα στις κολοκυθιές. Η καταιγίδα δεν άφησε τίποτα όρθιο, πνιγήκαμε στη λάσπη. Τα ζαρζαβατικά κολυμπάνε στο βούρκο. Η μάντρα δε βαστάει τίποτα, ούτε νερό ούτε αέρα. Τσάμπα ο κόπος και τα λεφτά που δώσαμε του Νύση για να τη φτιάξει.
Τώρα βγάζει ένα πεντοχίλιαρο από την τσέπη και το δίνει του Βαγγέλη. Εγώ λεφτά δεν παίρνω στα χέρια μου. Ό, τι ανάγκη έχουμε το λέμε του Χρήστου κι αυτός φροντίζει. Για φαΐ μου δίνει είκοσι χιλιάρικα το μήνα και με αυτά πρέπει να τα φέρω βόλτα. Για τα έξτρα του ζητάμε ό, τι είναι κάθε φορά. Μεγάλο ζόρι. Μέχρι και για κερί στην εκκλησία πρέπει να του ανοίγω το χέρι και να περιμένω σα ζητιάνα. Δύσκολο, γιατί είναι και σφιχτοχέρης και τα μετράει όλα με το σταγονόμετρο.
«Σβήστε κάνα καλοριφέρ! Σύμβαση με τη ΔΕΗ έχουμε;», ακούγεται η αγριοφωνάρα του άντρα μου από τον καμπινέ. Πότε πρόλαβε κι ανέβηκε; Μέσα στη γκρίνια πια αυτός ο άνθρωπος, συνεχώς κάτι του φταίει. Ποτέ του δεν ευχαριστιέται. Και καλά, εκείνος παίρνει το καπελάκι του και φεύγει κάθε πρωί. Εμένα που είμαι ασθματικιά με ρωτάει αν μπορώ να ζήσω όλη μέρα μέσα σ’ ένα ψυγείο; Από την άλλη, τέσσερις νοματαίοι εδώ μέσα, να μην αφήσω λίγο ανοιχτά να αεριστεί το σπίτι; Δεν είναι υγεία, πρώτα απ’ όλα. Η κλεισούρα σε αρρωσταίνει, το είπε κι ο γιατρός.
Ησυχία ακούω μέσα. Θα φύγανε κι ούτε καλημέρα δεν είπαν. Πάω να φτιάξω ένα τσάι και να στρωθώ, έχω δουλειές με φούντες σήμερα. Χτες κακοκοιμήθηκα. Στην αρχή με πήρε ο ύπνος στον καναπέ αλλά μετά σηκώθηκα και πήγα μέσα. Όλη νύχτα με ξύπναγε ο αέρας που χτύπαγε τους τσίγκους. Κάθε τόσο πεταγόμουν στον ύπνο μου, μ’ έκοβε τρομάρα. Σε μια στιγμή γύρισα και κοίταξα το Χρήστο που κοιμόταν δίπλα μου. Έκανα να τον πλησιάσω αλλά αυτός Τούρκος. Ίσα που δε με κλώτσησε. Ούτε σκυλί να ήμουν.
«Δεν έχω καμία όρεξη», μούγκρισε με το που πήγα να τον ακουμπήσω. «Όλη μέρα σκοτώνομαι στη δουλειά, το βράδυ είμαι πτώμα».Τίποτα δεν έγινε τελικά. Ούτε χτες ούτε προχτές. Ως συνήθως. Γύρισα πλευρό και προσπάθησα να κοιμηθώ. Μου’ ρχόταν να βάλω τα κλάματα αλλά κρατήθηκα. Είχα βουρκώσει για τα καλά, αλλά είπα στον εαυτό μου «Όχι Τούλα, δεν θα του κάνεις τη χάρη να σε δει να κλαις κιόλας. Αρκεί που σε περιφρονεί, μην του δώσεις κι άλλη ικανοποίηση από πάνω!». Κι έτσι κρατήθηκα, έστω με τα χίλια ζόρια.
Ναι, φύγανε όλοι. Κι η πόρτα της κουζίνας ανοιχτή. Γέμισε ο τόπος λάσπες. Καρκανιάσανε κιόλας τα πόδια μου από την υγρασία, απελπισία με πιάνει. Μερικές φορές μού’ ρχεται να τα βροντήξω όλα και να χαθώ από προσώπου γης. Σάμπως θα λείψω και σε κανέναν; Μια χαρά θα τα βγάλουν πέρα και μόνοι τους. Αλίμονο σε μένα, που μέχρι να πεθάνω θα τραβιέμαι για δαύτους κι ένα ευχαριστώ δεν πρόκειται να μου πουν ποτέ.
«Τούλα!». Είναι η κυρά Ξένη από δίπλα. Βγάζω το κεφάλι από το παράθυρο και τη βλέπω πρωί πρωί μ’ ένα πιάτο γεμιστά στο χέρι. Ξεσκέπαστο. Έξω φυσάει του καλού καιρού, τίποτα δεν άφησε όρθιο ο αέρας. Τα γεμιστά καίνε, η κυρά Ξένη φοράει ένα χοντρό καρό γάντι και μου απλώνει το χέρι.
«Μόλις τά’ βγαλα απ’ το φούρνο», λέει και μου δίνει το πιάτο. Καλή γυναίκα η κυρά Ξένη, άψογη γειτόνισσα. Ούτε κουτσομπόλα, ούτε τίποτα. Καθαρή και νοικοκυρεμένη, είκοσι χρόνια σε διπλανά σπίτια και ποτέ δεν λογοφέραμε. Μόνο που έχασε τον άντρα της πέρυσι κι έχει μείνει μαγκούφα. Δεν το βάζει κάτω όμως, πιάνει την πέτρα και τη στύβει.
«Γεια στα χέρια σου», της λέω και βάζω μέσα το πιάτο. Αυτές είναι νοικοκυρές, ούτε δέκα η ώρα και το φαΐ της έτοιμο, όχι σαν εμένα που κάθομαι και κλαίω τη μοίρα μου… Να θυμηθώ να την τρατάρω ντολμαδάκια το μεσημέρι, ντροπή να της γυρίσω άδειο το πιάτο.
Χτες το βράδυ μου φάνηκε πως κάπως μύριζε ο προκομμένος μου. Μπορεί να ήταν η ιδέα μου βέβαια, γιατί για τέτοιες βρωμιές δεν τον έχω ικανό, αλλά νόμισα πως είχε πάνω του ξένη μυρωδιά. Άμα τον πλησιάσω και μου ξαναβρωμίσει πάλι, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Μάρτυς μου ο Θεός, αν μυριστώ τίποτα είμαι ικανή να τον σκοτώσω…
«Αμάν, τι γεμιστά είναι αυτά», μονολογώ τσιμπώντας με το πιρούνι μια πιπεριά. Ορίστε μας, αυτό μας έλειπε τώρα, ν’ αρχίσω να μιλάω και μόνη μου. Με αποτρελάνανε, αυτό ήταν, χάζεψα.
«Κοίτα λίγο και τον εαυτό σου, όχι μόνο τους άλλους», μού’ λεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου που έβλεπε την κατάσταση εδώ μέσα. Αυτή ήξερε τι έλεγε, εγώ όμως πού μυαλό.
«Το καθήκον μου κάνω μάνα», της έλεγα, «σαν σύζυγος, μητέρα και καλή Χριστιανή».Τόσα ήξερα τόσα έλεγα. Και να πού κατάντησα. Τέτοιο χαϊβάνι.
«Να θυμηθώ να βγάλω τα φύλλα από την κατάψυξη, να προλάβω τα ντολμαδάκια για το μεσημέρι», μονολογώ πάλι. Ακούω τη φωνή μου και είναι λες και μίλησε η μάνα μου. Όσο και να το γυροφέρνω όμως, η μάνα μου πίσω δε γυρνάει. Όσα παίρνει ο χρόνος τα παίρνει για πάντα. Ανεπιστρεπτί.
«Να παντρευτούμε ρε Τουλάκι», μού’ λεγε κάποτε ο Χρήστος, «δεν αντέχω χώρια σου. Άντε, να κάνουμε οικογένεια, σπίτι, να σε έχω δική μου». Πόσο μακριά μου φαίνεται τώρα αυτή η εποχή. Σα να τη ζήσανε δυο άλλοι.
«Ορίστε, παντρευτήκαμε, κάναμε σπίτι κι οικογένεια, με έχεις. Και τώρα τι, κυρ Χρήστο;», θέλω να του πω, αλλά ως συνήθως είμαι μόνη μου στην κουζίνα, κι ό, τι και να πω μόνο τα ντουβάρια είναι εδώ για να τ’ ακούσουν. Παντρεύτηκα για να κουβεντιάζω με τα ντουβάρια. Και τι κατάλαβα;
Τα χρόνια περνάνε, τα παιδιά μεγαλώνουν, ο Χρήστος λείπει συνεχώς κι εγώ κλεισμένη στην κουζίνα τρώω ό, τι βρω μπροστά μου από τα νεύρα μου. Κοντεύω να φτάσω τα εκατό κιλά κι ούτε που το κατάλαβα. Η μόνη μου ευχαρίστηση είναι το φαγητό. Άλλη δεν έχω. Έξω δε βγαίνουμε ποτέ, φιλενάδες τίποτα, μόνο από την τηλεόραση μαθαίνω τι γίνεται στον έξω κόσμο. Με το φαγητό ξεγελάω τις πίκρες μου, κι ας μην πεινάω. Νομίζω πως κάτι κάνω, ανακουφίζομαι. Έχω κι αυτό το άσθμα που με παιδεύει από μικρό κορίτσι κι ούτε στο κατώφλι δεν τολμάω να βγω με τόση υγρασία σε τούτο τον παλιότοπο.
Έξω βρέχει τσίρι τσίρι, καλά που πρόλαβα και μάζεψα τα ρούχα αλλιώς θα μας έτρωγε η λάσπη πάλι. Μου φαίνεται πως ρίχνει χιονόνερο, θα θερίσει το κρύο απόψε. Να μην ξεχάσω να πω του Χρήστου για το πετρέλαιο, άμα ξεμείνουμε θα είμαστε να μας κλαίνε οι ρέγγες. Κι αυτός ο αέρας, τα τσάκισε τα ξινά, λεμόνι για λεμόνι δεν έμεινε στα δέντρα.
Μόλις τελειώσω το φαΐ να θυμηθώ να κοντύνω το παντελόνι του Βαγγέλη στη μηχανή, δέκα φορές μου το’ χει πει αλλά δεν έχω ευκαιρήσει. Τι πόνος κι αυτός στην πλάτη μου! Στα δύο μού κόβει τα σωθικά. Όλα μαζί, Θεέ μου…
Νιώθω πως γέρασα. Καμιά φορά κοιτάω τη φάτσα μου στον καθρέφτη κι είμαι για λύπηση. Κοντεύω τα πενήντα, με τριγυρίζει η εμμηνόπαυση, κι από τη μέρα που παντρεύτηκα και κάναμε τα παιδιά το κορμί μου δεν το ξεκούρασα στιγμή. Μια οι αρρώστιες, μια τα οικονομικά, μια ο θάνατος της μάνας μου, ησυχία δε βρήκα. Συνεχώς κάτι τρέχει στο μυαλό μου, κάτι που πρέπει να φροντίσω, κάτι να θυμηθώ. Τα ζωντανά στο στάβλο περνάνε καλύτερα από μένα. Τουλάχιστον αυτά τις νύχτες ζευγαρώνουν, κι ας τα ζεύουνε όλη μέρα στο χωράφι. Εγώ που ούτε καν αυτό δεν αξιώνομαι, τι είδους ζώο είμαι;
—
(Η φωτογραφία είναι του Μ. Μοσχολιού)
→ 18 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Διηγήματα
Όλα λάθος (Χρήστος)
Νοεμβρίου 11, 2009 · 21 σχόλια

Χτες έβρεχε όλη νύχτα. Κακοκοιμήθηκα. Βροντάγανε ως το χάραμα οι τσίγκοι στα παράθυρα μα τέντες δε βάλαμε ακόμα κι άμα μπει νερό στο ισόγειο μαύρα μου μαντάτα. Τους άφησα να χτυπάνε και δεν κουνήθηκα.
«Τουλάχιστον θα γλιτώσουμε την πλημμύρα», σκεφτόμουν καθώς έχανα τον ύπνο μου.
Η χοντρή ροχάλιζε δίπλα μου σαν βουβάλι. Αναρωτήθηκα τι σκατά κάνω σ’ αυτό το βούρκο που λέω για ζωή. Τα δύο βουβαλάκια μου ρουφάνε το αίμα καθημερινά, λεφτά για φροντιστήριο, λεφτά για παπούτσια, λεφτά για σινεμά, λεφτά για πιτόγυρα, λεφτά, λεφτά, λεφτά. Η χοντρή τρέχει πίσω μου ξεσκονίζοντας το σκαλί που ανεβαίνω, μαζεύοντας τα ρούχα που ακουμπάω στην καρέκλα, τσακίζοντας τα νεύρα μου με την υστερική φωνή της και με την κακομούτσουνη φάτσα της, συνεχώς ξινισμένη. Στο εργοστάσιο γαμήσι και πρόστιμο η δουλειά, σε λίγο δεν θα έχω κουράγιο ούτε τα πόδια μου να πάρω από την κούραση εκεί μέσα. Το μποστάνι είναι κι αυτό δεύτερη δουλειά κανονικά, αλλά από τα έξτρα της λαϊκής πληρώνω τις δόσεις για το σπίτι. Σκυλίσια ζωή, γαμώ το κέρατό μου.
«Δε μ’ αγαπάς πια», ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του εφιάλτη μου από το διπλανό μαξιλάρι. Έξω έριχνε καρέκλες. Γύρισα προς το μέρος της κι αναστέναξα με κλειστά μάτια. Η βροχή είχε δυναμώσει, τα νεύρα μου τσατάλια, δεν θα το άντεχα κι αυτό.
«Όχι πάλι ρε πούστη μου», σκέφτηκα στα μουγκά.
«Τρεις μήνες έχεις να μ’ ακουμπήσεις, άντρας είσαι συ ή πτώμα;», συνέχισε η μουλάρα. Αντί να πάει να κοιταχτεί σε κάνα καθρέφτη μπας και δει τα χάλια της αναρωτιέται αν είμαι άντρας εγώ. Άντρας είμαι, όχι κτηνοβάτης, αλλά πού να πάρει πρέφα αυτή. Έκανα πως δεν άκουσα.
«Δηλαδή αν δεν πάω με τον άντρα μου με ποιον να πάω; Με τον κουμπάρο;» συνέχισε.
«Άσε μας νυχτιάτικα ρε Τούλα», της απάντησα, «είμαι πτώμα, δε με βλέπεις;».
«Με παραμελείς Χρήστο, έχω παράπονα», το βιολί της αυτή.
«Τούλα, δουλεύω σα σκυλί για να σας τα ακουμπάω, φροντίζω και το μποστάνι για τη λαϊκή, ξεθεώνομαι όλη μέρα στο τρέξιμο, τι θες;».
«Έχω όρεξη», χαριεντίστηκε το κτήνος.
«Εγώ πάλι καμία», της απάντησα και σιχτίρισα από μέσα μου τη μαύρη μου τη μοίρα. Τελικά το πήρε απόφαση, αποκοιμήθηκε και σε λίγο το μόνο που ακουγόταν στο δωμάτιο ήταν ο βρυχηθμός της. Έξω η βροχή κι ο αέρας σπάγανε τα πάντα.
Το πρωί, εκεί που καθάριζα το μποστάνι πριν φύγω για το εργοστάσιο, πλησίασε ο μεγάλος μέσα από τις λάσπες και άρχισε πάλι τα δικά του. «Μπαμπά, θέλω λεφτά για τα αγγλικά. Πάλι καθυστέρησα τα δίδακτρα κι η καθηγήτρια φωνάζει. Η μαμά είπε να έρθω να σου ζητήσω».
«Την τύφλα σου δε σκαμπάζεις από αγγλικά», του είπα, «απορώ τι σκατά σας μαθαίνουν εκεί μέσα. Ή μήπως είσαι τόσο τούβλο που ό, τι κι αν κάνει η δασκάλα εσύ δεν χαμπαριάζεις μία;».
«Προσέχω στο μάθημα, να ρώτα την», απάντησε το ζωντόβολο, «του χρόνου θα δώσω και για το Λόουερ μαζί με τους μεγάλους».
Έβγαλα ένα πεντοχίλιαρο, το άρπαξε και εξαφανίστηκε ανάμεσα στα κολοκύθια. Τον κοίταξα να ξεμακραίνει και αναρωτήθηκα αν αυτό το πλάσμα ήταν ο γιος που ονειρεύτηκα όταν μάθαμε πως θα κάναμε αγόρι.
«Σκατά στα μούτρα σου», μονολόγησα.
Σε λίγο μπήκα μέσα να πλυθώ και να αλλάξω για τη δουλειά. Το σπίτι ήταν σα φούρνος από τη ζέστη. Τα καλοριφέρ καίνε μέρα νύχτα στο φουλ, χαμάμ εκεί μέσα. Όσο κι αν φωνάζω να κάνουμε λίγη οικονομία, να το ανάβουμε για λίγες ώρες κάθε μέρα και να κλείνουμε τις πόρτες φεύγοντας, αυτοί πέρα βρέχει. Η πόρτα της κουζίνας μένει πάντα ανοιχτή και μετά αναρωτιούνται γιατί δε φτουράει ζέστη στο σπίτι. Στο μπάνιο έβραζε ο τόπος, κόντεψα να σκάσω. Γύρισα τη βάνα του καλοριφέρ στο μηδέν και πλύθηκα βιαστικά. Ύστερα φόρεσα τη φόρμα της δουλειάς και κατέβηκα στην κουζίνα. Η μικρή με περίμενε να την πάω στο σχολείο.
«Άντε ρε μπαμπά! Πάλι θα αργήσω πρώτη ώρα», γκρίνιαξε.
«Είμαι έτοιμος, πάμε», της είπα χωρίς να πιώ ούτε μια γουλιά καφέ.
Βγήκαμε στο δρόμο και περπατήσαμε ως το Φίατ. Με το που μπήκαμε μέσα έβαλα αμέσως μπρος να ζεστάνει λίγο η μηχανή. Το τιμόνι ήταν κρύο σαν παγοκολώνα.
«Γιατί δεν παίρνεις ένα αμάξι της προκοπής; Τούτο εδώ το σαράβαλο κάνει μία ώρα να πάρει μπρος κάθε μέρα», είπε βάζοντας τη ζώνη της, χωρίς καν να με κοιτάξει.
«Έχεις λεφτά να το πληρώσεις; Γιατί εγώ καπούτ!», της απάντησα τσαντισμένος. «Κι επίσης, καλημέρα, Αλεξάνδρα», της πέταξα κάνοντας όπισθεν.
«Καλημέρα», απάντησε άκεφα η μικρογραφία της Τούλας και κοίταξε έξω.
Η διαδρομή ήταν ελάχιστη, αλλά οι καρόδρομοι του χωριού δεν επιτρέπουν και πολλά γκάζια. Παντού είχε λακκούβες με νερό και στις άκρες των δρόμων σέρνονταν σπασμένα κλαδιά και φύλλα μέσα στις λάσπες. Ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ο καιρός βαρύς.
«Διάολε, αυτή η υγρασία με τσακίζει, μου πονάνε όλα μου τα κόκαλα», μονολόγησα. Εκείνη τσιμουδιά. Χάζευε αδιάφορα τη γλίτσα στο δρόμο και τα κοράκια που μαζεύονταν στα γυμνά κλαριά ή στα καλώδια της ΔΕΗ.
Μετά από λίγο την άφησα έξω από το προαύλιο του σχολείου και κατηφόρισα προς το εργοστάσιο. Ένα τέταρτο αργότερα φόρτωνα και ξεφόρτωνα καφάσια με μπουκάλια πότε στο φορτηγό πότε στην αποθήκη. Ως το μεσημέρι θα πηγαινοερχόμουν έτσι μέσα στην υγρασία. Το αφεντικό, ευτυχώς, δεν πολυκατέβαινε στις αποθήκες. Καλός μαλάκας κι αυτός. Τουλάχιστον για την ώρα είχαμε την ησυχία μας, έτσι για αλλαγή.
Δούλευα μηχανικά, σχεδόν σαν αναίσθητος. Γύρω μου ο θόρυβος από τις μηχανές με ξεκούφαινε. Σκέφτηκα πως αυτή την ώρα η χοντρή μάλλον θα τύλιγε ντολμαδάκια κουτσομπολεύοντας με καμιά γειτόνισσα από το παράθυρο της κουζίνας, με τα ρολά στο κεφάλι και τις κρέμες στα μούτρα της. Έφερα τη φάτσα της στη σκέψη μου και έφτυσα κάτω με αηδία. Να σκεφτείς πως αυτή τη γυναίκα κάποτε την ερωτεύτηκα για την ομορφιά της, ο ηλίθιος. Είκοσι χρόνια μετά μουντζώνω τον εαυτό μου κάθε πρωί στον καθρέφτη μα δεν αλλάζει κάτι. Από άγγελος έγινε ο δαίμονας ο ίδιος. Πού να φανταστώ πως το φιδίσιο κορμάκι της θα γινόταν σαν πατάτα; Πώς να μαντέψω την τρομερή ασχήμια της πίσω από εκείνη την απίστευτη ομορφιά των καστανών ματιών της; Με στράβωσε ο έρωτας, χαντάκωσα τη ζωή μου, ξόφλησα. Τέτοια σκεφτόμουν και ζόριζα το φόρτωμα, έσπρωχνα τα καφάσια με δύναμη στην καρότσα του φορτηγού.
«Πήγε μία. Δεν πάμε για καμιά μπίρα ρε Χρήστο;» ακούστηκε σε μια στιγμή η φωνή του Φώτη πίσω από την πλάτη μου. Ήταν ώρα για διάλειμμα και συνήθως το περνάγαμε απέναντι, στο καφενείο της Μάρως.
«Πάμε ρε μεγάλε, ώρα είναι», του απάντησα σεκλετισμένος. Προχωρήσαμε στα μουγκά τα δύο τετράγωνα και χωθήκαμε στη ζεστασιά του μαγαζιού. Η Μάρω μας πλησίασε με το δίσκο στο χέρι, πήρε παραγγελία κι εξαφανίστηκε στην κουζίνα της. Στο τραπέζι μας το τασάκι ήταν γεμάτο γόπες. Ανάψαμε ταυτόχρονα τσιγάρο και ξεφυσήσαμε μαζί.
«Πώς πάει ρε Φώτη;», ρώτησα το φίλο μου. Φαινόταν κομμένος, το μούτρο του ήταν χλωμό και κάτω από τα μάτια είχε μαύρους κύκλους.
«Χέστα κι άστα, μια από τα ίδια. Τίποτα καινούριο στον ορίζοντα», αποκρίθηκε αναστενάζοντας. Ο Φώτης ήταν εργένης. Ζούσε με τη μάνα του στο πατρικό του και δεν έβγαινε από το σπίτι του παρά μόνο για να πάει στη δουλειά ή τα μεσημέρια, που ερχόμασταν μαζί στης Μάρως για κάνα τσίπουρο στα γρήγορα. Η Μάρω κατέφθασε με τη μπίρα του Φώτη και το τσίπουρό μου, ακούμπησε το πιατελάκι με το μεζέ δίπλα στο τασάκι, άφησε τα ποτήρια και εξαφανίστηκε πάλι στην κουζίνα. Το μαγαζί γέμιζε σιγά σιγά, όλο το εργοστάσιο πάντα εδώ ερχόταν. Σκέφτηκα πως όλοι μας βράζαμε στο ίδιο καζάνι, αλλά αυτή η σκέψη δεν με ανακούφισε και πολύ. Ο Φώτης παρέμενε αμίλητος. Ήπιαμε και τσιμπήσαμε τον άνοστο μεζέ κι έπειτα σηκωθήκαμε για την επόμενη βάρδια που άρχιζε στις δύο. Άκεφος εκείνος, άκεφος κι εγώ. Ούτε λέξη πάρα πάνω δεν είπαμε.
Βγαίνοντας είδα πως ο καιρός χάλαγε όλο και πιο πολύ. Ψιλόβρεχε τσίρι τσίρι κάτι στάλες σαν κάτουρο. Οι μπότες μου γέμισαν λάσπη με τη μία. Σήκωσα όσο έπαιρνε το γιακά του σακακιού μου και άναψα τσιγάρο. Τα δάχτυλά μου βρωμάγανε σαρδέλα και καπνό. Η πλάτη μου πονούσε, το στόμα μου ήταν φαρμάκι. Έφτυσα ξανά και πήρα βαθιά ανάσα. Έκανε κρύο και είχε τρομερή υγρασία. Σκατόκαιρος. Σε λίγο φτάσαμε στο εργοστάσιο, ξαναπιάσαμε δουλειά και η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβω.
Κατά τις επτά που βγήκα στο δρόμο τα φώτα της ΔΕΗ είχαν ανάψει. Κοίταξα το κηδειόχαρτο στην κολώνα απέναντι από την έξοδο του εργοστασίου, πλησίασα και διάβασα το όνομα που έλεγε πάνω. «Λαυρέντιος Μίχας, ετών 97».
«Τα χρόνια σου να πάρουμε, κυρ Λαυρέντιε, κι ο Θεός να σε συγχωρέσει», σκέφτηκα και συνέχισα προς το αμάξι.
Λίγο πριν φτάσω στη στροφή για το συνοικισμό κατέβασα ταχύτητα και έστριψα προς το ξέφωτο του Λίμπα. Είδα πως το σπίτι της Ελένης είχε φως. Παρκάρισα όπως πάντα πίσω από το κοτέτσι και ανέβηκα τα σκαλιά. Χτύπησα την πόρτα με το δάχτυλο και περίμενα. Την άκουσα να πλησιάζει σέρνοντας τις παντόφλες. Μου άνοιξε μισόγυμνη και με έβαλε μέσα. Το δωμάτιο ήταν ζεστό και μύριζε φρεσκοψημένο ψωμί. Ήπιαμε ένα ουίσκι της κακιάς ώρας σε κάτι μικρά χρωματιστά ποτήρια και ξαπλώσαμε αμίλητοι στο κρεβάτι της. Ο σομιές έτριζε με την παραμικρή μας κίνηση. Καθώς μπαινόβγαινα μέσα της εκείνη με χάιδευε, αναστέναζε δίπλα στο αυτί μου και με άναβε όλο και πιο πολύ. Τη γούσταρα έτσι που ήταν μαχμουρλού και νυσταγμένη εκείνη τη στιγμή. Δεν περίμενε παρέα, μάλλον ετοιμαζόταν να πέσει για ύπνο όταν της χτύπησα την πόρτα. Η Ελένη είναι καλή γυναίκα, δεν προσβάλλει κανέναν, ό, τι ώρα κι αν κοπιάσει στο σπιτικό της. Στον έρωτα είναι μπόλικη, σου δίνεται ωραία. Έχει κορμί τραγουδιστό, ξέρει να κάνει τον άντρα να καλοπερνάει στο πλευρό της και σπανίως ζητάει περισσότερα από όσα προαιρείσαι να της δώσεις. Τελείωσα σχεδόν αμέσως, ρίχτηκα ανάσκελα στο στρώμα να πάρω μια ανάσα κι άναψα τσιγάρο. Καπνίσαμε αμίλητοι κι έπειτα σηκωθήκαμε μαζί.
«Να είσαι καλά, ομορφάντρα μου, και να σε βλέπω συχνότερα», μου πέταξε την ώρα που της άφηνα το πεντοχίλιαρο στο κομοδίνο. Χαμογέλασε και τα δόντια της ήταν άσπρα και γυαλιστερά. Ήταν δεν ήταν σαράντα χρονών, ζωντοχήρα και άκληρη. Είχε ξεμείνει στο χωριό εδώ και χρόνια, όταν την παράτησε ο δικός της και έφυγε για την πρωτεύουσα με μια πολύ μικρότερή του. Έκτοτε κανείς δεν έμαθε νέα του. Εκείνη έμεινε μόνη. Μαζί μας.
«Γεια σου Ελένη, καληνύχτα», αποκρίθηκα και βγήκα στο ξεροβόρι.
Έφτασα σπίτι γύρω στις δέκα. Οι υπόλοιποι ήταν χωμένοι στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, με τα πιάτα τους στα χέρια. Κανείς δε γύρισε να με κοιτάξει με το που μπήκα.
«Έχει ντολμαδάκια στην κατσαρόλα, βάλε και φάε», μου πέταξε η γυναίκα μου χωρίς να αλλάξει θέση. Στην ασπρόμαυρη οθόνη κάποιος πυροβολούσε πάνω στο άλογό του και φώναζε κάτι στα αγγλικά. Μπήκα στην κουζίνα, σερβιρίστηκα ένα καλό πιάτο και κάθισα στο τραπέζι. Το καρό τραπεζομάντιλο ήταν γεμάτο λίγδες. Έφαγα λαίμαργα τα κρύα ντολμαδάκια κι ήπια ένα ποτήρι νερό. Μετά, έβαλα το πιάτο στο νεροχύτη, ρεύτηκα με δύναμη και βγήκα από την κουζίνα κλείνοντας το φως.
Την ώρα που χώθηκα κάτω από την κουβέρτα ξανάπιασε βροχή. Έμεινα για λίγη ώρα να κοιτάζω τα κλαδιά της λεμονιάς που πηγαινοερχόντουσαν με μανία και χτυπάγανε το τζάμι. Μαύρη μαυρίλα ο ουρανός, γκάπα γκούπα οι τσίγκοι, άχνα στο δωμάτιο. Το λαιμό μου έγδερνε ένα αγκάθι. Έβηξα δυνατά και γύρισα πλευρό στα κρύα σεντόνια. Έκλεισα τα μάτια και συνέχισα να βλέπω τις στάλες της βροχής με ανάποδα χρώματα μέσα στο σκοτάδι. Από εκείνη τη στιγμή μέχρι τώρα δεν κουνήθηκα στο κρεβάτι. Η ώρα έχει πάει μία. Η χοντρή άφαντη. Θα την πήρε ο ύπνος στον καναπέ, ως συνήθως.
Χτες κακοκοιμήθηκα. Απ’ ό, τι φαίνεται κι απόψε μαύρο ύπνο θα κάνω.
—
(Στο maurochali που μου υπενθύμισε)
→ 21 ΣχόλιαΚατηγορίες: 1
Ετικέτα: Διηγήματα







