
Στην κεντρική οδό της πόλης, εκεί όπου το Σαρόκο γίνεται Μαρόκο και ανθίσταται επίμονα σε κάθε είδους ευρωπαϊκό νεωτερισμό, είδα ένα φιδοτόμαρο να κρέμεται από τα κλαδιά ενός δέντρου. Το εντυπωσιακό μήκος του πάλαι ποτέ παγωμένου δέρματος έφτανε τα δύο μέτρα κι είχε όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των θερμών χρωμάτων αποτυπωμένους πάνω του. Ο σαρκασμός της φύσης, σκέφτηκα, καθώς φαντάστηκα το κρύο ζώο να απεκδύεται το φάλτσο ρούχο και να απομένει γυμνό αναμένοντας μια πιο σωστή ενδυμασία για το χειμώνα///Φολίδες και λέπια καλύπτουν την παγωνιά, γη και ύδωρ προστατεύουν τους αλλότριους της Φύσης///Ένα ξαφνικό τηλεφώνημα από το Πάνθεον με παίρνει από το αυτί και με μεταφέρει στη Ρώμη, εκεί όπου θεοί κι ημίθεοι, περιστέρια και κρυστάλλινα νερά χαριεντίζονται γλυκά με το κυριακάτικο μεσημέρι και τους λευκούς γλουτούς των αγαλμάτινων Ερώτων///Η χαρά των διακοπών χάιδεψε τη σκέψη μου μαζί με τις φωνές των φίλων που γνωρίζουν πώς να διακόπτουν και να ξαναπιάνουν τα νήματα του καιρού και των αισθήσεων με τέχνη και σοφία///Φοίβο και Στέφανε, καλό καλοκαίρι///Μια μικρή καραμελένια έκπληξη οι φωνές των ανθρώπων που οι ανάσες τους μυρίζουν τριαντάφυλλο και ζάχαρη άχνη///Θωπευτικά τα περαστικά βλέμματα των ξένων που προσπαθούν να ανιχνεύσουν μια σπίθα καλοκαιριού σε στιγμιαίες συναντήσεις υπό το φως του φεγγαριού///Τυχαία στιγμιότυπα με διάρκεια ζωής μόλις μερικών δευτερολέπτων ανατρέπουν το δισταγμό του Ιουλίου και βαφτίζουν τη ζωή Ωραία. Είναι εύκολη η χαρά της εποχής, απλώς μερικές φορές τείνω να το ξεχνάω///Μια τεράστια Πλατεία των Ψιθύρων η μεσημεριάτικη γειτονιά, με βάζει σε κουζίνες και αυλές, σε συνομιλίες και στιγμιότυπα καθημερινής ρουτίνας όπου αντηχούν κομμάτια ζωής που μ’ αρέσει να κρυφοκοιτάζω εμβόλιμα///Ένα μαθητευόμενο φλάουτο ανεβοκατεβαίνει κλίμακες υπομονετικά, μια μητέρα μαλώνει το παιδί της, το γνωστό τρανζίστορ προειδοποιεί πως με μια αγάπη καινούρια θα χαράξει πορεία, τα οικεία περιστέρια διστάζουν στο κατώφλι μου, ο μεσημεριάτικος ήλιος μου θαμπώνει την όραση καθώς ρίχνω ματιές στα σκαλοπάτια///Ένα στωικό Φαγιούμ με κοιτάζει ανέκφραστο από δίπλα και με κάνει να θέλω να του βγάλω τη γλώσσα, να το κάνω να γελάσει, να παίξουμε κλέφτες κι αστυνόμους με τη σιωπή και την απραξία αιώνων///«Τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά, μικρή ανόητη», το ακούω να μου σφυρίζει βλοσυρό από τα βάθη του χρόνου. Αποστρέφω πάραυτα το βλέμμα γιατί τώρα δεν είναι ώρα για περίσκεψη, θέλω μόνο να απολαύσω ανέμελα τούτο το ωραίο μεσημέρι κι αυτό θα μου είναι αρκετό///Ένα καινούριο αιφνίδιο τηλεφώνημα με βγάζει από τη σκιερή νιρβάνα μου και με καλεί για βουτιές και θαλασσινούς μεζέδες στην παραλία. Θα σηκωθώ λοιπόν, θα φορέσω χρωματιστό μαγιό και φρέσκια όρεξη, θα κλείσω προσωρινά την πόρτα μου στα περιστέρια και στους περαστικούς και θα πάω στο Μον Ρεπό μου για λίγη κυριακάτικη ευδαιμονία///Τα σέβη μου.








